*Αμοργιανή παροιμία.

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα.

ΓΕΝΙΚΑ: Κολακεία είναι συμπεριφορά ή λόγος υπερβολικά φιλοφρονητικός, με ιδιοτελείς σκοπούς. Ο κόλακας επαινεί με τρόπο υπερβολικό κάποιον, συνήθως ανώτερό του, προκειμένου να αποκτήσει ή να διατηρήσει την εύνοιά του. Ο Πλάτων θεωρεί την ρητορική μέρος της κολακείας, ενώ ο Θεόφραστος την συμπεριλαμβάνει στην ανάλυση των χαρακτήρων. Οι κόλακες εξυμνούν αρετές ανύπαρκτες, αποσιωπώντας αδυναμίες υπαρκτές. Είναι υποκριτές, δουλόφρονες, ικανοί και να εξευτελιστούν, προκειμένου να αποκτήσουν την εύνοια του κολακευόμενου, και να κερδίσουν κάποιο όφελος. Συνηθέστερος στόχος κολάκων είναι ματαιόδοξοι, εγωιστές άρχοντες ή πλούσιοι, στα αυτιά των οποίων ηχεί ηδονικά η κολακεία.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ: Η κολακεία έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στον αποδέκτη της κολακείας, όσο και στην κοινωνία. Πρώτα για τον κολακευόμενο, επειδή του δημιουργεί ψευδαίσθηση μοναδικότητας. Η ψευδαίσθηση αυτή, μπορεί να τον οδηγήσει σε ενέργειες που θα τον γελοιοποιήσουν. Ας θυμηθούμε την εξύμνηση του νέου βασιλικού ενδύματος, στο διδακτικό παραμύθι “Τα καινούρια ρούχα του αυτοκρατορα”, και την τελική γελοιοποίηση του κολακευμένου μονάρχη, από ένα παιδί. Η κολακεία δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχαν δυνάμει ευήκοοι αποδέκτες της, δηλαδή άνθρωποι ματαιόδοξοι. Ο Κάλβος χαρακτηρίζει τα λόγια του κόλακα “άπιστον θυμίαμα”. Όμως, το ”θυμίαμα” είναι τόσο δυνατό, ώστε αδυνατούν πολλοί να αντισταθούν στο μεθυστικό άρωμά του. Συχνά ο ματαιόδοξος ακόμα κι αν δεν βρει άξιο κόλακα θα κάνει τον ίδιο κόλακα του εαυτού του, διότι κανείς δεν κολακεύει τόσο επιδέξια, όσο ο εγωισμός [σχετ. “Ναρκισσισμός” εφημ. Ελευθερία 7/11/2011]. Αρνητική συνέπεια για την κοινωνία και τη δημοκρατία είναι η αναξιοκρατία. Οι αρεσκόμενοι στην κολακεία προωθούν σε υψηλές θέσεις ανάξιους. Ακόμη, η πίστη στους κόλακες έχει ως αποτέλεσμα απουσία της δικαιοσύνης, αφού ζημιώνονται τίμιοι και δίκαιοι, ενώ αμείβονται “εντιμότατοι” απατεώνες.

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ “ΜΕΣΤΑ” ΚΟΛΑΚΕΙΑΣ: Είναι εύκολο να διακρίνουμε κολακείες προς το πρόσωπό μας που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Μολαταύτα, δύσκολα αδιαφορούμε σε κολακευτικά λόγια όπου υπάρχουν ψήγματα αλήθειας. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στο υπόστρωμα ματαιοδοξίας που διακρίνει τον άνθρωπο. Χαρακτηριστικότατος τύπος κόλακα είναι ο λεγόμενος λαϊκά γλείφτης. Αυτός ο ανθρώπινος τύπος βλέπει μόνο τα καλά του στόχου που βάζει στο μυαλό του. Έτσι εμφανίζεται “κατά τύχη” μπροστά στο αφεντικό του, για παράδειγμα, και του εξυμνεί τις καλοσύνες του. Λέει τα καλύτερα λόγια γιά την οικογένεια, τα παιδιά, τη δουλειά, για ανύπαρκτα κατορθώματα, ή για τη φημισμένη ράτσα της γάτας ή του σκύλου, όλα αυτά … του αφεντικού! “Ο κόλαξ στα παιδιά εκείνου πηγαίνει μήλα και αχλάδια που αγόρασε, τους τα προσφέρει όταν εκείνος τον βλέπει, τα φιλά και λέει: «Κατά τον λαμπρό πατέρα και τα βλαστάρια του.» Και την ώρα που τον κολακεύει, αν ο άνεμος φέρει κάποιο άχυρο στα μαλλιά εκείνου, του το απομακρύνει και λέει γελώντας: Βλέπεις; Δυο μέρες δεν σε συνάντησα και τα γένια σου γέμισαν γκρίζες τρίχες, αν και, για τα χρόνια σου, το μαλλί σου είναι μαύρο όσο κανενός άλλου!”, (Θεόφραστος). Αυτοί θυμίζουν τους λεγόμενους αυλοκάλακες της ακολουθίας αρχαίων βασιλιάδων. Συχνά τέτοιοι τύποι εμφανίζονται στην κουστωδία κάποιων πολιτικών, σαν τους παλιούς κομματάρχες. Αυτοί, παντού, παρουσιάσουν τη φήμη του “αφεντικού” τους, την αποτελεσματικότητά του, τα “βολέματα” που έχει πετύχει για πολλούς “πελάτες” του κ.ά. [Σαν τον Γκρούεζα-Παπαγιαννόπουλο, στην “υπηρεσία” του πολιτικού Κωνσταντάρα, στην αξέχαστη ταινία “Υπάρχει και φιλότιμο”]. Τέτοιοι κόλακες αποβλέπουν σε προσωπικό όφελος και μόλις εκπληρωθεί ο σκοπός τους, στρίβουν δι’ άλλους “οπωρώνας”. Τέτοιοι γλύφτες γίνονται βασιλικώτεροι του βασιλέως, έρποντας σαν σκουλήκια και “ποικιλομορφώντας” σαν χαμαιλέοντες. Δεν τους ενδιαφέρει αν υποστηρίζουν κάτι επιζήμιο. Ζουν μόνο δια “ίδιον όφελος”. Κι αν δεν γίνει η δουλειά τους, μπορεί να βγάλουν τα άπλυτα αυτού που κολάκευαν στη φόρα, για να βρουν εν συνεχεία άλλο στόχο να κάνουν τα ίδια. Προς επίρρωση των προαναφερθέντων ας δούμε τι λέει ο Επίκτητος, 23 αιώνες πριν: “Οι κόλακες μοιάζουν με κηφήνες. Είναι άεργοι, χωρίς κεντρί καί σπαταλούν τους ξένους κόπους. Οι σωστοί άνθρωποι μοιάζουν με τίς μέλισσες. Συνεπως, αν θέλεις να ζήοεις ως φίλος ανάμεσα σε πραγματικούς φίλους, να μιμηθείς τη μέλισσα καί να καθαρίσεις το σμήνος σου από κηφήνες”.

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ: Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι κατέκριναν με σκληρούς χαρακτηρισμούς την κολακεία και τους εκφραστές της. Ο Αντισθένης έλεγε: “Είναι προτιμότερο να βρεθεί κανένας ανάμεσα σε κόρακες, παρά σε κόλακες, γιατί οι πρώτοι καταστρέφουν το σώμα του πεθαμένου, ενώ οι δεύτεροι την ψυχή του ζωντανού.” Για το δόλιον του κόλακα ο Δημόκριτος έλεγε: “Εκείνος που σε επαινεί για κάτι που δεν έχεις, επιθυμεί να σου αποσπάσει εκείνο που έχεις.” Ο Αριστοτέλης αποφαίνεται πως: “Η κολακεία είναι φιλία επιζήμια.”, ενώ ο Πλούταρχος κατέκρινε τους κόλακες πολιτικούς λέγοντας: “Είναι αισχρό να γίνεσαι κόλακας του λαού για ν’ αποκτήσεις δύναμη”, τονίζοντας: “Κάκιστον είναι των μεν αγρίων θηρίων τον τύραννον, των δ’ ημέρων τον κόλακα”. Ο Σ. Φρόυντ πίστευε ότι στην ανθρώπινη ψυχή υπάρχουν ευαίσθητοι αποδέκτες κολακείας, λέγοντας: “Από τις επιθέσεις μπορείς να αμυνθείς. Στους επαίνους είσαι ανυπεράσπιστος.” Ο Λα Ροσφουκώ πίστευε πως: “Η κολακεία είναι ένα κάλπικο κέρμα, που κυκλοφορεί εξαιτίας της κενοδοξίας.” ενώ ο Ανατόλ Φράνς κάνεις ένα έξυπνο λογοπαίγνιο: “ Η κολακεία είναι δύναμη των μικρών και αδυναμία των μεγάλων.”

Η ΑΝΩΘΕΝ ΣΟΦΙΑ: Ο πάντα ιεραποστολικώς δρων Μέγας Ιεράρχης Φώτιος νουθετώντας έναν Βούλγαρο ηγεμόνα έλεγε: “Να μπορείς να διακρίνεις τους φίλους από τους κόλακες. Οι μεν κόλακες, επαινώντας σε κατά πρόσωπο, όχι μόνο δεν σε αφήνουν να συναισθανθείς τα σφάλματα πού, φυσικά, διαπράττεις, αλλά τα καθιστούν μεγαλύτερα, με το να σε διαβάλλουν καί να σε κουτσομπολεύουν στους άλλους.” Ο Μέγας Βασίλειος συγκρίνει κόλακες με το χταπόδι λέγοντας: “Οπως το χταπόδι προσαρμόζει το χρώμα του στο χρώμα του περιβάλλοντος, έτσι και ο κόλακας προσαρμόζει τη γνώμη του στη σκέψη των ανθρώπων γύρω του.” Στη γλώσσα της Αγίας Γραφής κολακεία και δόλος φαίνονται συγγενικές κακίες. Διαβάζουμε στους Ψαλμούς “μάταια ελάλησεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού, χείλη δόλια (…) και εν καρδία ελάλησε κακά. εξολοθρεύσαι Κύριος πάντα τα χείλη τα δόλια και γλώσσαν μεγαλορρήμονα.” (Ψ. ια΄3-4). Στην Καινή Διαθήκη ο Απ. Παύλος γράφει στους Θεσσαλονικείς, απορρίπτοντας κάθε ίχνος κολακείας προς αυτούς: “ποτέ δεν ήρθαμε σε σας με λόγια κολακείας, ούτε με υστεροβουλία να κερδίσουμε κάτι, ο Θεός είναι μάρτυρας, ούτε ζητήσαμε τιμές από τους άνθρώπους, αν και μπορούσαμε, ως απόστολοι του Χριστού, να έχουμε απαιτήσεις”. Εδώ ο Απόστολος έχει υπ’ όψιν του τους πλανόδιους ρήτορες της εποχής που χρησιμοποιούσαν την κολακεία ως ρητορικό μέσο. Από όλους τους Εκκλησιαστικούς Πατέρες η κολακεία ερμηνεύεται ως αμάρτημα. “Ιδιαιτέρως, όταν ο κόλακας επαινεί κάποιο βαρύ παράπτωμα του κολακευόμενου ως κάτι αγαθό, ή όταν η κολακεία χαρακτηρίζεται ως ώθηση για τον κολακευόμενο να αμαρτήσει σοβαρά”. (Θρ. Ηθική Εγκυκλ.)

ΕΠΙΜΥΘΙΟ – ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΛΑΚΕΙΑΣ: Για να κατανικηθεί η κολακεία χρειάζεται σοφία, αυτογνωσία και ταπείνωση. Η σοφία είναι απαραίτητη για να αντιλαμβανόμαστε την κολακεία, η αυτογνωσία για να γνωρίζουμε τα ελαττώματά μας, ενώ η ταπείνωση εκδιώκει φιαλαυτία και ματαιοδοξία, που είναι αποδέκτες της κολακείας. Ας κλείσουμε με ένα περιστατικό από τη γέννηση του Μ. Αλεξάνδρου: Όταν ο Αριστοτέλης κλήθηκε να εκφωνήσει λόγο μπροστά στο λίκνο του μελλοντικού μαθητή του, Αλεξάνδρου είπε μονάχα τούτα: “Εύχομαι, όταν μια μέρα γίνεις βασιλιάς, να είσαι το ίδιο αδιάφορος και απαθής στη γλώσσα της κολακείας, όπως είσαι αδιάφορος και απαθής στο λόγο που ο πατέρας σου μ’ έβαλε να εκφωνήσω μπροστά σου!”

www.scribd.com/oikonomoukon

Βιβλιογραφία: Θεόφραστος: Χαρακτήρες, μετάφραση Θ. Κ. Στεφανόπουλος

Μιχαήλ Ε. Μιχαηλίδης, Διάκριση