[….]Εις τον προπτωτικόν παράδεισον οι πρωτόπλαστοι απελάμβαναν την παρουσίαν του ημέρου Δεσπότου και πλουσιοδώρου Πλάστου των, εκείνην την ανεκλάλητον τρυφήν, εκείνα τα άρρητα κάλλη και τας ευμορφίας όπου είχαν τα άνθη του Παραδείσου, την αφρόντιστον και ακοπίαστον ζωήν, την συναναστροφή των αγγέλων .

 Δεν υπήρχεν εις τον φυτικόν κόσμο ( ούτε και εις τα ζώα βεβαίως) τίποτε το αποτυχημένον είτε από απειρίαν των γεωργών, είτε από άσχημον καιρόν είτε από καμιάν άλλη αιτίαν, από αυτές που καταστρέφουν τα γεννήματα. Επίσης δεν υπήρχεν ακόμη ως εμπόδιον εις την ευφορίαν της γης η καταδίκη των πρωτοπλάστων. Όλα αυτά είναι αρχαιότερα της αμαρτίας, ένεκα της οποίας καταδικασθήκαμεν να τρώγωμεν το ψωμί μας «εν ιδρώτι του προσώπου μας» ( Γεν γ΄ 19) (Μ. Βασιλείου Εις Εξαήμ. 5,5 PG29.105C).

Όμως ήρθε η πτώση. Ο άνθρωπος υποκύπτοντας στον πειρασμό αυτονόμησε την ύλη και τον κόσμο, λάτρεψε «τη κτίση παρά τον κτίσαντα» (Ρωμ. 1,25) και δουλώθηκε στην αμαρτία. Και ο κόσμος υποφέρει μαζί του. « Τη γαρ ματαιότητι η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα» (Ρωμ. η΄,20).

Και η κτίσις «συστενάζει και συνωδίνει» (Ρωμ. η΄,22). Ο άνθρωπος διετάραξε τις φιλικές και αρμονικές σχέσεις με το περιβάλλον του. Η αποστασία και η πτώση του ανθρώπου αποσυνθέτει και όλο το φυσικό κόσμο. Επικρατεί πλέον και εις τη φύση η αταξία και η δυσαρμονία. «Ήλιος ακτίνας έκρυψεν, η σελήνη συν τοις άστροις εις αίμα μετετράπη, όρη έφριξαν, βουνοί ετρόμαξαν, ότε παράδεισος εκλείσθη…» (Τριώδιο Κατανυκτικό, Κυριακή της Τυρινής, Εις τη Λιτήν) «…Η γη από ευλογία έγινε κατάρα. Από το χώμα φυτρώνουν αγκάθια και αγριόχορτα…(Γεν. γ΄ 17-18).

Ο φυσικός κόσμος στην ενσάρκωση του Υιού του Θεού προγεύεται την αποκατάσταση του στην αρχέγονη κανονική λειτουργία του και αγάλλεται ( Ματθ. β΄ 2. Λουκ. β΄ 13-14).Ο Ιησούς ενεργεί κυριαρχικά πάνω στα στοιχεία της φύσεως- αέρα, νερό, δένδρα, χώμα-και τα απελευθερώνει από την κατάσταση της δουλείας και της φθοράς αποκαθιστώντας τα σε όργανα της βασιλείας του. Ο Θείος Λόγος με την ενσάρκωση, την ανάσταση και την ανάληψή του κατήργησε το θάνατο της ανθρώπινης φύσης και ανύψωσε τον άνθρωπο και την υλική κτίση στην αιώνια κοινωνία και ζωή της παναγίας και ζωοποιού Τριάδος. Ο Θείος λόγος με την πρόσληψη της υλικοπνευματικής ύπαρξης του ανθρώπου προσέλαβε ολόκληρη τη κτιστή ύπαρξη.

Ο άνθρωπος, ο «κατ’ εικόνα» Θεού πλασθείς (Γεν α΄ 28) «εκ γης χοϊκός» (Α΄ Κορ. ιε΄ 47) είναι μεθόριος ανάμεσα στον υλικό και τον πνευματικό κόσμο. Είναι ο συνδετικός κρίκος της ύλης και του πνεύματος. Τοποθετήθηκε στον υλικό, άλογο και άψυχο κόσμο ως μικρόθεος, ως «αντιπρόσωπός Του» για να συμμετέχει σε μια συνεχή δημιουργία10 και να κατευθύνει τη κτίση στην τελειότητα. Καλείται ο άνθρωπος να συντηρήσει, να προστατέψει από τον κίνδυνο καταστροφής, να καλλιεργήσει τον πλανήτη που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Ο άνθρωπος «είναι κατά μίμηση Θεού δημιουργός»

 Η αναφαίρετη δημιουργική δραστηριότητα του όμως, που είναι η πηγαία έκφραση των ικανοτήτων του, δεν πρέπει να αντικρούεται με την φυλακτική δραστηριότητα για την οποία ετάχθη. «Πάντα μοι έξεστιν αλλ’ ου πάντα συμφέρει» (Α΄ Κορ.,Στ΄ 12).

 Η φύση ανήκει κατά κυριότητα αποκλειστικά στο Θεό. Εκείνος τα έδωσε κοινά σε όλους τους ανθρώπους, παρέχοντας τους μόνο το δικαίωμα της χρήσεως και διαχειρίσεως .

«Δεν είναι προορισμένος ο άνθρωπος να κατεξουσιάζει της κτίσεως, ως εάν ήτο ο ιδιοκτήτης της δημιουργίας, αλλά να ενεργεί οιονεί ως ιερεύς της δημιουργίας και ως οικονόμος της, καλλιεργών αυτήν εν αγάπη και αναφέρων αυτήν εν ευχαριστία μετά δέους και σεβασμού εις τον Δημιουργόν»[….]

πηγή

 Στις πρώτες γραμμές της Βίβλου συναντάμε τα πρώτα λόγια του Θεού στον πρωτόπλαστο Άνθρωπο να σέβεται, να αγαπά και να προστατεύει τη Φύση!Νόμος απαράβατος για να ζήσει κι ο ίδιος.