1.

Κυριακή Γ΄ Ματθαίου – Μην αγωνιάτε!

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Ματθ. στ’ 22-33

ΜΗΝ ΑΓΩΝΙΑΤΕ !

«Μη ούν μεριμνήσετε… οίδε γαρ, ο πατήρ ύμών ο όυράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων»

Είναι αλήθεια ότι στην εποχή μας το άγχος αποτελεί όχι απλώς συχνό φαι­νόμενο άλλα πραγματική μάστιγα! Ό αγώνας για την καθημερινή επιβίωση, το αυξανόμενο φάσμα της ανεργίας, οι προβλέψεις για ένα δυσοίωνο μέλλον και πολλοί άλλοι λόγοι συντελούν, ώστε να δημιουργούν μέσα στην ψυχή έντο­νη ανησυχία και αγωνία. Ωστόσο ό Κύ­ριος μας καλεί να αποβάλουμε κάθε πα­ρόμοια ανησυχία: «Οίδε γάρ ό πατήρ υμών ό ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων», μάς λέει. Δεν χρειάζεται να αγωνιάτε, διότι ό Ουράνιος Πατέρας σας γνωρίζει όλες τις ανάγκες σας και συν­επώς θα τις καλύψει Εκείνος.

Αξίζει λοιπόν να υπογραμμίσουμε τρία σημεία με βάση τον ενθαρρυντικό αυτό λόγο του Κυρίου, τα οποία πολύ θα μάς βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του άγχους.

ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΜΑΣ

Ό Θεός ως Πάνσοφος και Παντογνώ­στης γνωρίζει όλες τις ανάγκες μας, μικρές και μεγάλες. Αυτό σημαίνει ή λέξη «οίδε»: Γνωρίζει ό Θεός! Και τα μεγάλα προβλήματα και τα μικρά. Και αυτά πού κανείς άλλος δεν καταλαβαίνει και μό­νοι μας παλεύουμε να τα ξεπεράσουμε. ‘Όλα τα γνωρίζει ό Θεός. Τίποτε δεν του διαφεύγει, ακόμη και οι λεπτομέρειες της ζωής μας. Ό Ίδιος ό Κύριος μάς βεβαίω­σε ότι ακόμη και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι μετρημένες· «πάσαι ήριθμημέναι είσί» (Ματθ. Γ 30, Λουκ. ιβ’ 7)· πρά­γμα πού φανερώνει ότι ό Θεός προνο­εί και φροντίζει ακόμη και γι’ αυτά στα οποία εμείς δεν δίνουμε καθόλου σημα­σία. Είναι αυτονόητο λοιπόν ότι γνωρίζει τις επείγουσες και μεγάλες ανάγκες μας και ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο γι’ αυτές και πάνω απ’ όλα για τη σωτηρία της αθάνατης ψυχής μας! Το άγρυπνο βλέμμα του μάς παρακολουθεί στοργικά και εγγυάται τη διαρκή προστασία μας, διότι όπως λέει κι ό θεόπνευστος ψαλ­μωδός: Ποτέ δεν κλείνει μάτι ό Θεός! «Ού νυστάξει ουδέ υπνώσει ό φυλάσ­σων τον Ισραήλ» (Ψαλμ. ρκ’ [120] 4). Γι’ αυτό και κοντά του αισθανόμαστε από­λυτη ασφάλεια και βεβαιότητα.

MAΣ ΑΓΑΠΑ

Ή αίσθηση αυτή της ασφάλειας αυξάνε­ται ακόμη περισσότερο όταν σκεφθούμε ότι Αυτός πού γνωρίζει τις ανάγκες και τα προβλήματα μας είναι ό Ουράνιος Πατέρας μας! Το λέμε και το επαναλαμ­βάνουμε στη γνωστή προσευχή: «Πάτερ ημών…». Άραγε έχουμε συνειδητοποιή­σει τί σημαίνει αυτό το «Πάτερ ημών»; Είναι Πατέρας μας ό πανάγαθος Θεός, κι εμείς παιδιά του αγαπημένα. Είναι Πα­τέρας μας και μας αγαπά με μία τέλεια αγάπη, ασύλληπτη για τον ανθρώπινο νου και ασύγκριτη με καθετί στον κόσμο.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό το ερώτη­μα πού θέτει σε άλλο σημείο ό Κύριος: Ποιος πατέρας από σάς, όταν ό γυιός του του ζητήσει ψωμί, θα του δώσει πέ­τρα; Ή όταν του ζητήσει ψάρι, αντί για ψάρι θα του δώσει φίδι;… Άν λοιπόν ε­σείς οι άνθρωποι ενώ είστε αμαρτωλοί γνωρίζετε να δίνετε ό,τι είναι χρήσιμο και ωφέλιμο στα παιδιά σας, πόσο περισ­σότερο ό Ουράνιος Πατέρας θα δώσει πλούσια τα αγαθά του σε όσους Του τα ζητούν; (Λουκ. ια’ 11-13).

AYTΟΣ ΜΠΟΡΕΙ

Δεν είναι όμως μόνο ότι ό Θεός ως Παν­τογνώστης γνωρίζει τις ανάγκες μας και ως Πατέρας μας αγαπά. Είναι και το ότι ως παντοδύναμος Θεός μπορεί να μάς βοηθήσει! Αυτό είναι το τρίτο σημαντικό στοιχείο πού πρέπει να υπογραμμίσου­με: ή παντοδυναμία τού Θεού. Μπορεί να γνωρίζουν κι άλλοι τα προβλήματα μας, καθώς τα μοιραζόμαστε μαζί τους. Μπορεί να μάς αγαπούν και να μάς συγ­κινεί ή αγάπη τους. Ποιος όμως μπορεί να δώσει πραγματικά λύση στα μεγά­λα προβλήματα πού αντιμετωπίζουμε; Ποιος μπορεί να μάς εγγυηθεί ότι τίποτε δεν θα μάς λείψει; Μόνο ό παντοδύνα­μος Θεός. Διότι «παρά Θεώ πάντα δυ­νατά έστι» (Ματθ. ιθ’ 26). Όλα είναι δυ­νατά για τον Θεό. Ακόμη και τότε λοιπόν πού βλέπουμε ότι οι δυσκολίες είναι αξε­πέραστες και τα πράγματα στενά από παντού, ας μην απελπιζόμαστε! Ό Θε­ός στον Όποιο πιστεύουμε είναι ό Ίδιος Θεός πού άνοιξε δρόμο στην Ερυθρά θάλασσα για τον εκλεκτό λαό του. Είναι Αυτός πού έθρεψε τούς Ισραηλίτες μέ­σα στην έρημο. Είναι Αυτός πού αιώνες τώρα επιτελεί μεγάλα και θαυμαστά στη ζωή του καθενός μας και στην Ιστορία του έθνους μας, ώστε να δοξάζεται από τα πλήθη των πιστών με τον υπέροχο ψαλμικό ύμνο: «Τις Θεός μέγας ως ό Θε­ός ημών; σύ εί ό Θεός ό ποιών θαυμάσια μόνος» (βλ. Ψαλμ. ος’ [76] 14-15).

«Διώξτε το άγχος από τη ζωή σας!» Αυτό είναι το μήνυμα του σημερινού ιε­ρού Ευαγγελίου, το οποίο ακούσαμε από το ίδιο το στόμα του Κυρίου: «Μή μεριμνάτε.. »! Ας κάνουμε λοιπόν με επι­μέλεια το καθήκον μας κι ας μην αγω­νιούμε. Ό Ουράνιος Πατέρας γνωρίζει όλες τις ανάγκες μας και φροντίζει γι’ αυτές. Ας στηρίξουμε την πίστη και την ελπίδα μας σ’ Εκείνον και να είμαστε βέβαιοι ότι ποτέ δεν θα μάς εγκαταλεί­ψει.

Ορθόδοξο Περιοδικό «Ο ΣΩΤΗΡ»

2.

Εὐαγγέλιο Κυριακῆς Γ Ματθαίου.

Τζεβελέκας Δωρόθεος, Ἀρχιμανδρίτης.

«ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ἦ, ὅλον τό σῶμα σου φωτεινόν ἔσται»

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τρεπτός. Μπορεῖ νά ἀνέλθει μέχρι τήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό («ἠλάττωσας αὐτόν βραχύ παρ΄ἀγγέλοις»), μπορεῖ, ὅμως, νά κατέλθει μέχρι τήν πλήρη ἐξαχρείωση, νά ὁμοιωθεῖ μέ τούς δαίμονες καί νά γίνει χειρότερος τῶν ζώων.

Ἔχοντας, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος τήν προίκα τοῦ αὐτεξουσίου καλεῖται νά πραγματώσει τό καθ’ὁμοίωσιν, νά γίνει θεοειδής, νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό. Σέ αὐτή τήν διαδικασία, τήν πνευματική, δηλαδή, ἐνηλικίωση, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἀξιολογήσει τίς προτεραιότητες τῆς ζωῆς του καί νά πορευθεῖ μέ βάση τίς ἐπιλογές του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νά προσανατολίσει τήν ζωή του καί ὁ Θεός σέβεται τήν ἐλευθερία του.

Στό κέντρο λοιπόν τῆς ὕπαρξής του, στόν «λύχνο τοῦ σώματος», τόν ὀφθαλμό τῆς ψυχῆς, πού ἐδῶ νοεῖται ὁ νοῦς, πρέπει νά κατοικήσει ὁ Θεός. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου νά γίνει «λύχνος τοῖς ποσίν μου καί φῶς τοῖς τρίβοις μου»( Ψαλμ. 118, 105).

Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά θεωρήσει ὡς τήν πρώτη ἀγάπη τῆς ζωῆς του τόν Θεό. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό ὑπερβαίνει τήν ἀγάπη πρός κάθε τι γήινο εἴτε αὐτό εἶναι ἡ οίκογένεια, ὁ πλοῦτος, ἡ δόξα, εἴτε εἶναι ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀγάπη. Αύτό ὀφείλει νά εἶναι μία ἥρεμη ἀπόφαση στόν νοῦ τοῦ ἄνθρώπου. Ó ἄνθρωπος μεγαλώνει τά παιδιά του προκειμένου νά τούς ἐμφυτεύσει τόν Χριστό, ἡ ἀγάπη τῶν συζύγων εἶναι πρός δόξαν Θεοῦ, ἡ μεταξύ μας ἀγάπη εἶναι ἡ ἐν Χριστῶ ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά δημιουργήσει μία πραγματικότητα ἔξω ἀπό τόν Θεό, αὐτό θά ἦταν εἰδωλολατρεία καί ἔμπαιγμός τῶν δαιμόνων. Ὁ ἄνθρωπος μεγαλώνει ἡλικιακά σύμφυρτος μέ τίς ἡδονές καί γι αύτό, κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, δυσκολεύεται νά ἀποποιηθεῖ τό κριτήριο τῆς ἰδιοτέλειας, «τῆς ἡδονῆς καί τῆς ὀδύνης» κατά τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ἐφόσον ὁ νοῦς καταδυναστεύεται ἀπό τίς αἰσθήσεις στήν πρώτη νεότητα τοῦ ἀνθρώπου( Γρηγόριος Νύσσης , 8η ὁμιλία στόν Ἐκκλησιαστή). Ἐνηλικιούμενος πνευματικά ὁ ἄνθρωπος θά συνειδητοποιήσει ὅτι δέν εἶναι τό κέντρο τοῦ σύμπαντος, ὅτι ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι μία ὁλότητα καί ὡς ἐκ τούτου καθένας εἶναι συνυπεύθυνος γιά τόν ἄλλο, ὅτι τὀ «ὅντως ἐφετόν» εἶναι ὁ Θεός, ἡ πηγή κάθε ἀγαθότητος.

Ὅταν, λοιπόν, ὁ λύχνος τοῦ σώματος, ἤτοι ὁ νοῦς, εἶναι καθαρός δηλαδή δέν εἶναι ὑποταγμένος στήν δουλεία τῶν κτισμάτων, τότε ὅλο τό σῶμα, ὅλη ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φῶς. Ὅταν ὁ νοῦς ἐγκαταλείψει τόν Θεό τότε σκοτίζεται καί προσκολᾶται στήν ἁμαρτία καί ὁ ἄνθρωπος λόγω τῆς τρεπτότητάς του ὁδηγεῖται στόν θάνατο τῆς ψυχῆς. Γι αὐτό εἶναι ἀπαραίτητη ἡ κατά τούς Πατέρες ἡ «φυλακή (δηλαδή ἐπιφυλακή) τοῦ νοός». Ὁ νοῦς εἶναι ἡ ἡγεμονική δύναμη τῆς ψυχῆς. Ἅλλωστε στους Ἁγίους ἡ ψυχή, κατά τούς Πατέρες, γίνεται ὅλη νοῦς καί αὐτές οἱ Ἀγγελικές δυνάμεις ὀνομάζονται νόες. Ὁμοίως, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος «μοναχός εἶναι ἔκσταση τοῦ νοός». Ὁ διάβολος κατά τόν Ἅγιο Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη δέν μπορεῖ νά βλάψει τόν ἄνθρωπο. Μπορεῖ ὅμως νά τοῦ ὑποβάλει στόν νοῦ μιά ἁμαρτωλη ἰδέα καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος συγκατεθεῖ νά τόν ὁδηγήσει σέ πτώση.

Εἶναι φανερό τό πόσο ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἔχει τόν νοῦν του σέ ἐγρήγορση. Ὁ κόσμος σήμερα ἀλλά καί σέ κάθε ἐποχή εἶναι γεμᾶτος άνθρώπινες θεωρίες καί ἐπινοήσεις καί λανθασμένα συστήματα ἀξιῶν πού ὁδηγοῦν σέ σύγχυση. Στίς μέρες μας η τηλεὀραση εἶναι ἡ θύρα είσόδου στόν νοῦ τῶν ἀνθρώπων κάθε εἴδους πλάνης καί ἁμαρτίας. Προκειμένου νά ἀντισταθεῖ ὁ ἅνθρωπος ὀφείλει νά ἀπαρνηθεῖ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί νά ἐνστερνισθεῖ τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας.(«Τοίνυν ἐξερχόμεθα πρός αὐτόν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τόν ὀνειδισμόν αὐτοῦ φέροντες» Ἐβρ. 13,13). Ἁπαραίτητη εἶναι ἡ προσευχή γιά τόν ἀγωνιζόμενο Χριστιανό καί ἱδίως ἡ νοερά προσευχή, ἡ εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Ἡ εὐχή έπαναφέρει τόν σωστό προσανατολισμό στήν ψυχή τοῦ ἀνθρὠπου, καί ὀδηγεῖ στήν εἴσοδο τοῦ νοῦ στήν καρδιά, δηλαδή στήν ἀποκατάσταση τῆς διασπασμένης ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα ἑνότητας τῆς ψυχῆς. Ἡ προσευχή δέν εἶναι πολυτέλεια οὔτε προσφέρομε χάρη στόν Θεό μέ αύτήν. Εἶναι ἀναγκαιότητα, τροφή τῆς ψυχῆς καί ὁδηγεῖ στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς καί τόν φωτισμό τοῦ ἐσκοτισμένου νοός. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο καί διαθέτει μέ τόν θεσμό τοῦ πνευματικοῦ Πατέρα, τό μυστήριο τῆς μετάνοιας-ἐξομολόγησης καί τή Θεία Εύχαριστία τά μέσα γιά τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος ὀπου πραγματοποιεῖται ὁ σκοπός τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἡ θέωση.

Στόν κόσμο συγκρούονται δύο πνεύματα: τόν πνεῦμα τοῦ κόσμου καί τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Ἐκκλησία, πού εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τήν λύτρωση, τό νόημα τῆς ζωῆς, τήν «δικαίωση» κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, τῆς ὕπαρξής του.

3.

Φῶς τοῦ σώματος εἶναι ὁ ὀφθαλμός

Anthony Bloom, Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Συναντᾶμε τὸν κόσμο, τὸν γνωρίζουμε μέσα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μας· καὶ μὲ τὶς αἰσθήσεις δὲν ἔχουμε μόνο ἐπίγνωση τοῦ κόσμου, ἀλλά ὑπάρχουμε κιόλας σ’ αὐτόν. Ὅλες οἱ αἰσθήσεις μᾶς φέρνουν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν κόσμο τῶν πραγμάτων γύρω μας, ἀλλὰ ἐπίσης μᾶς δημιουργοῦν ἄμεσα συναισθήματα καὶ ἐντυπώσεις ποὺ κάποιες φορὲς μᾶς ἀλλοιώνουν πολὺ βαθειά.

Ἡ ὅραση μας, γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο Του, εἶναι ὁ μόνος δρόμος ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τοῦ κόσμου μὲ ἠρεμία, μὲ πλήρη κατάπαυση ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἐπίσης ὑπὸ τὴν προυπόθεση, ὅπως ὁ Κύριος τὸ θέτει, ὁ ὀφθαλμὸς μας νὰ εἶναι ἁπλός, νὰ εἶναι φῶς, ποὺ θὰ ἐπιτρέπει νὰ εἰσέρχεται στὴν συνείδηση μας μόνο τὸ φῶς.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς σύγχρονους Ἄγγλους συγγραφεῖς μᾶς δίνει δύο εἰκόνες ποὺ πιστεύω θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ κατανοήσουμε κάτι ἀπὸ αὐτὸ τὸ κείμενο τοῦ Εὐαγγελίου· στὸ μυθιστόρημα του “All Hallows’ Eves”, ὁ Τσάρλς Οΐλιαμς μᾶς παρουσιάζει μιὰ νέα γυναῖκα ποὺ πεθαίνει σ’ ἕνα ἀτύχημα, καί τῆς ὁποίας ἡ ψυχὴ σταδιακὰ βρίσκει τὸν δρόμο πρὸς ἕναν νέο κόσμο.

Βρίσκει τὸν ἑαυτὸ της νὰ στέκεται στίς ὄχθες τοῦ Τάμεση· κοιτᾶ τὰ νερά, καὶ ξαφνικὰ βλέπει τὰ νερὰ, ὅπως δὲν τὰ εἶχε δεῖ ποτὲ στὸ παρελθόν, ὅταν ἡ ψυχή της ἦταν ἕνα μὲ τὸ σῶμα· τότε ἔνοιωθε μιὰν ἀποστροφὴ γιὰ αὺτὰ τὰ μαῦρα, βρώμικα, γλοιώδη νερά, γιατὶ στὴν φαντασία της συνδέονταν ἄμεσα μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ τὶς ἐντυπώσεις.

Ἀλλά τώρα ἡ ψυχή της εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὸ σῶμα, καὶ κοιτάζει τὰ νερὰ τοῦ Τάμεση ἐλεύθερα, ὅπως εἶναι, σάν ἕνα γεγονός· βλέπει τὰ νερὰ σὰν αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι, τὰ νερὰ ἑνὸς ποταμοῦ, ποὺ διασχίζει μιὰ μεγάλη πόλη, μαζεύοντας ὅλη τὴν βρωμιά της καὶ παρασύροντάς την μακριά. Κι ἐπειδὴ δὲν νοιώθει πιὰ τὴν φυσικὴ ἀποστροφὴ τοῦ σώματος ποὺ εἶχε πρίν, οὔτε τῆς φαντασίας, ἡ ψυχὴ της, μέσα ἀπὸ τὴν ἀδιαφάνεια αὐτῶν τῶν νερῶν, μπορεῖ νὰ δεῖ σὲ αὐτὰ ἕνα νέο, ἀκόμα πιὸ καινούργιο βάθος· πιὸ βαθειὰ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἐπιφανειακὴ πυκνότητα, ἀνακαλύπτει ἕνα στρῶμα καθαρότερου νεροῦ, μιά ἡμιδιαφάνεια, καὶ πιὸ βαθιὰ – ἕνα διάφανο στρῶμα καὶ στὸν πυρήνα αὐτῶν τῶν νερῶν ποὺ διασχίζουν τὴν μεγάλη πόλη- κι αὐτή ἡ πόλη καλεῖται νὰ ὀνομαστεῖ μιὰ μέρα ἡ π ό λ η τοῦ Θεοῦ – βλέπει ἕνα ρεῦμα ἀπὸ ἀπίστευτα λαμπερὰ νερά· τὸ νερὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸ ἀρχέγονο νερὸ τῆς δημιουργίας, τὸ νερὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησε ὁ Χριστός στὴν Σαμαρείτιδα. Ἐπειδή ἦταν ἐλεύθερη ἀπό κάθε προσωπικὴ ἀπέχθεια καὶ ἀντίδραση, ἡ νεκρὴ γυναῖκα μπόρεσε νὰ δεῖ μέσα ἀπὸ τὸ ἐπιφανειακὸ σκοτάδι, τὰ αὐξανόμενα στρώματα φωτός.

Ἐπειδὴ ἐμπλεκόμαστε συνεχῶς σὲ καταστάσεις ποὺ ἔχουν σὰν κέντρο τὸν ἑαυτό μας, καταφέρνουμε νὰ βλέπουμε μέσα ἀπὸ ἐπίπεδα φωτός, ἕνα σκοτάδι, τὸ ὁποῖο κάποιες φορές δημιουργοῦμε ἤ φανταζόμαστε· ἐπειδὴ τὸ βλέμμα μας εἶναι σκοτεινό, βλέπουμε σκοτάδι καὶ εἴμαστε ἀνίκανοι νὰ δοῦμε τὸ βάθος, τὴν διαύγεια καὶ τὴν λάμψη.

Μιάν ἄλλη εἰκόνα ποὺ βρίσκουμε στὸ ἴδιο βιβλίο εἶναι ἀκόμα πιὸ τραγική. Αὐτὴ ἡ νέα γυναῖκα βλέπει τὸν ἑαυτὸ της νὰ βρίσκεται σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς μεγάλες γέφυρες· ξέρει ὅτι αὐτὴ ἡ γέφυρα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄδεια, ὅτι ἄνθρωποι περπατοῦν, λεωφορεῖα τρέχουν, ὑπάρχει ζωή τριγύρω, κι ὅμως δὲν βλέπει καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεται τίποτα, ἐπειδὴ ἔχει χωριστεῖ ἀπὸ τό σῶμα της. Μπορεῖ τώρα νὰ δεῖ μόνο ἐκεῖνα τὰ πράγματα, κι ἐκεῖνους τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους συνδεόταν ἀγαπητικά, κι ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἀγαπήσει παρά μόνο τὸν ἄνδρα της, εἶναι τυφλὴ σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο γύρω της, ὑπάρχει μονάχα ἕνα κενό, τίποτα.

Καὶ μόνο ὅταν σταδιακὰ ἀποκτᾶ ἐπίγνωση, μέσα ἀπὸ τὴ μικρὴ ἀγάπη ποὺ εἶχε στὴ ζωή της καὶ μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὴ μοναδική της ἀγάπη, ὅσο μικρὴ κι ἄν ἦταν, τῆς σχέσης της μὲ ἄλλα πρόσωπα καὶ πράγματα ποὺ τῆς ἦταν ἀγαπητά, ἀρχίζει να βλέπει.

Αὐτός δὲν εἶναι κι ὁ τρόπος πού ζοῦμε; Ζοῦμε μέσα στὸ φῶς καὶ δὲν βλέπουμε τίποτα παρὰ σκιές ποὺ διαβαίνουν ἤ τὸ κενό· πόσες φορὲς ἕνας ἄνθρωπος περνᾶ ἀπὸ τὴ ζωή μας χωρὶς ν’ ἀφήσει κανένα ἴχνος; Περνᾶ ἀπαρατήρητος, παρόλο ποὺ ἔχει μιὰ ἀνάγκη, ἤ μιά ὀμορφιά ποὺ λάμπει· ἀλλὰ ἐπειδή δὲν εἶχε σχὲση μὲ μᾶς, ἡ καρδιά μας δεν βρῆκε κάτι γιὰ ν\’ ἀνταποκριθεῖ, κι ἐμεῖς εἴμαστε σὲ μιὰ ἐρημιά, ἀκόμα κι ὅταν μᾶς περιβάλλει πλοῦτος.

Αὐτὸ φαίνεται καὶ στὸν τρόπο ποὺ κοιτᾶμε, δὲν βλέπουμε τίποτα, γιατὶ μόνο ἡ ἀγάπη μᾶς ἀποκαλύπτει τὰ πράγματα· καὶ πάλι μποροῦμε νὰ βλέπουμε μ’ ἕνα σκοτεινὸ καὶ ἁμαρτωλὸ τρόπο· πόσο συχνὰ δίνουμε κακὴ ἑρμηνεία σ΄ αὐτὰ ποὺ βλέπουμε; Ἀντί νὰ τὰ δοῦμε ὅπωςεἶναι, τὰ ἐξετάζουμε μὲ γνώμονα τὴν σκοτεινὴ ψυχὴ μας καὶ τὴ διεστραμμένη ἐμπειρία μας. Πόσο συχνά παρερμηνεύουμε τὶς πράξεις καὶ τὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων, γιατὶ τὰ βλέπουμε μὲ ματιὰ ποὺ εἶναι ἤδη σκοτεινή.

Ὅμως, τὰ λόγια τοῦ Κυρίου σήμερα μᾶς καλοῦν νὰ δείξουμε μιὰ στάση ἐξαιρετικὰ προσεκτική ὡς πρὸς τὸν τρόπο ποὺ κοιτάζουμε καὶ βλέπουμε. Πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι ἄν δὲν βλέπουμε τίποτα αὐτὸ προέρχεται πολὺ συχνὰ ἀπὸ τὴν τυφλότητα μας, ἄν βλέπουμε κακό, αὐτό ὀφείλεται στὸ σκοτάδι μέσα μας, ἄν νοιώθουμε μιάν ἀποστροφή ἀπέναντι σὲ πράγματα, συμβαίνει συχνά λόγω τοῦ τρόπου πού ἑστιάζουμε τὴ ζωὴ μας γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας καὶ δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε μὲ ἠρεμία, μὲ καθαρότητα καρδιᾶς. Γιατὶ τελικά, δὲν βλέπουμε μόνο μὲ τὰ μάτια μας ποὺ μεταφέρουν ἐντυπώσεις, βλέπουμε ἐπίσης καὶ μὲ τὴν καρδιὰ ποὺ μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεὸ μόνο ὅταν εἶναι καθαρή, κι ὄχι μόνο τὸν Θεὸ στὴν μυστηριακή Του ὕπαρξη, ἀλλά τὸν Θεό μέσα ἀπὸ τὴν χάρη καὶ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν εὐλογία. Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καθαρὴ ματιὰ καὶ καθαρὴ καρδιὰ δὲν βλέπει πλέον τὸ σκοτάδι στὸν κόσμο, γιατὶ αὐτὸ τὸ σκοτάδι ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν λάμψη τῆς θείας Χάριτος ποὺ ἐνεργεῖ καὶ ἀναπαύεται σ’ ὅλα τὰ πράγματα, ὅσο σκοτεινὰ κι ἄν φαίνονται.

Ἄς πάρουμε τουλάχιστον αὐτὸ τὸ μάθημα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἄς φροντίζουμε νὰ βλέπουμε μὲ καθαρότητα, νὰ ἑρμηνεύουμε μὲ καθαρότητα καρδιᾶς καὶ νὰ ἐνεργοῦμε μέ ἀγάπη μέσα μας, καὶ τότε θὰ εἴμαστε ἱκανοί νὰ διακρίνουμε ἐλεύθερα τὴν διαύγεια καί τὴν λαμπρότητα τοῦ κόσμου, καὶ νὰ τὴν ἀγαπήσουμε, νὰ τὴν ὑπηρετήσουμε, καὶ νὰ βρισκόμαστε στὸν τόπο ποὺ μᾶς παραχώρησε ὁ Κύριος, εὐλογώντας στό ὄνομα Του, πιστεύοντας, ἐλπίζοντας, δίχως ποτὲ νὰ σταματήσουμε ν’ ἀγαπᾶμε, ἀκόμα κι ὅταν ἀγάπη σημαίνει νὰ θυσιάζουμε τὴν ζωή μας, εἴτε τὴ ζωὴ τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ ποὺ πρέπει νὰ πεθάνει γιὰ νὰ ζήσει ὁ νέος Ἀδάμ, ἤ διαφορετικὰ, τὴ ζωή τοῦ Νέου Ἀδάμ ποὺ δίνει τὴ ζωή του γιὰ νὰ μπορέσει ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νὰ ζήσουν. Ἀμήν.

4.

 Κυριακὴ Δεκάτη Ἕκτη (Β΄ Κορινθ. στ΄1-10)

Διονύσιος Ψαριανός, Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+)

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα εἶναι, καθὼς καὶ τὸ ἀκούσαμε πρὶν ἀπὸ λίγο, περικοπὴ ἀπὸ τὴ δεύτερη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ὅπως κι ἄλλη φορὰ τὸ εἴπαμε, ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ Ἀποστόλου εἶναι πάντα πυκνὸς καὶ τὸ ὕφος του σ’ ἐτούτη τὴν ἐπιστολὴ παρὰ στὶς ἄλλες εἶναι περισσότερο προσωπικό, γι’ αὐτὸ καὶ δύσκολα μποροῦμε νὰ παρακολουθήσουμε τὴ συνέχεια τοῦ λόγου καὶ νὰ βαθύνουμε στὰ νοήματά του. Ἂς προσπαθήσουμε ὅμως καὶ τώρα νὰ ἀποδώσουμε ὅσο μᾶς εἶναι δυνατὸ πιὸ πιστὰ καὶ πιὸ ζωντανὰ στὴ γλώσσα μας τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ κείμενο.

Ἀδελφοί, ἐπειδὴ ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι συνεργοῦμε στὴ σωτηρία σας, γι’ αὐτὸ καὶ παρακαλοῦμε νὰ μὴν πάη ἄδικα σὲ σᾶς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ δεχθήκατε. Λέγει δὲ ἡ Γραφὴ· «Στὸν καιρὸ τὸν κατάλληλο ἔσκυψα καὶ σὲ ἄκουσα καὶ στὴν ἡμέρα ποὺ ἦταν γιὰ νὰ σωθῆς σὲ βοήθησα». Νά, τώρα εἶναι αὐτὸς ὁ κατάλληλος καιρός· νά, τώρα εἶναι αὐτὴ ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας. Συνεργοῦμε λοιπὸν καὶ παρακαλοῦμε, καὶ νὰ πῶς. Δὲν δίνομε σὲ κανέναν τὴν παραμικρὴ ἀφορμή, γιὰ νὰ μὴν κατηγορηθῆ τὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος, ἀλλὰ σὲ ὅλα παρουσιάζουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ ἀποδείχνουμε πὼς εἴμαστε ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, μὲ πολλὴ ὑπομονή, μὲ στερήσεις, μὲ στενοχώριες, μὲ ξύλο, μὲ φυλακές, μὲ μετακινήσεις ἐδῶ ἐκεῖ χωρὶς σταμάτημα, μὲ κόπους, μὲ ἀγρυπνίες, μὲ πείνα, μὲ ἁγνότητα, μὲ φρόνηση, μὲ μακροθυμία, μὲ καλωσύνη, μὲ πνεῦμα ἅγιο, μὲ ἀγάπη ἀνυπόκριτη, μὲ τὸ λόγο τῆς ἀλήθειας, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ ὅπλα τῆς δικαιοσύνης τὰ δεξιὰ καὶ τὰ ἀριστερά, μὲ δόξα καὶ μὲ ἀτιμία, μὲ κακὴ καὶ μὲ καλὴ φήμη· σὰν ἀπατεῶνες καὶ σὰν εἰλικρινεῖς, σὰν τελείως ἄγνωστοι καὶ σὰν πολὺ γνωστοί, σὰν καὶ νὰ πεθαίνουμε κι ὅμως νὰ ποὺ ἐμεῖς βρισκόμαστε στὴ ζωὴ· σὰν καὶ νὰ πνιγώμαστε στὴ λύπη, ἐνῶ ἐμεῖς εἴμαστε πάντα γεμάτοι χαρά· σὰν φτωχοί, ἐνῶ ἀπὸ μᾶς πολλοὶ γίνονται πλούσιοι· σὰν καὶ νὰ μὴν ἔχουμε τίποτα, ἐνῶ ἐμεῖς κατέχουμε τὰ πάντα.

Μιλάει λοιπὸν σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ μακάριος Παῦλος γιὰ τὸ ἔργο καὶ γιὰ τὴ θέση τῶν Ἀποστόλων στὸν κόσμο. Γιὰ ἕνα ἔργο, ποὺ σὰν αὐτὸ μεγάλο δὲν εἶν’ ἄλλο. Τί παραπάνω ἀπὸ τὸ νὰ εἶσαι συνεργάτης τοῦ Θεοῦ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων; Καὶ γιὰ μία θέση, ποὺ σὰν αὐτὴ πιὸ δύσκολη δὲν εἶν’ ἄλλη. Ποιὸς ἀντέχει σ’ ὅλες τὶς δυσκολίες καὶ ποιὸς νικάει ὅλα τὰ ἐμπόδια, ὅπου γι’ αὐτὰ μιλάει σήμερα καὶ γράφει ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ; Δὲν πρόκειται βέβαια γιὰ σωματικὴ ἀντοχή, γιατί αὐτὸ εἶναι τὸ λιγώτερο καὶ τὸ τελευταῖο, ὅπου δὲν τὸ ἔχουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι καὶ ὅπου περισσότερο ἀπ’ ὅλους δὲν τὸ εἶχε ὁ ἅγιος Παῦλος. Πρόκειται γιὰ εὐψυχία, γιὰ συνείδηση χρέους, γιὰ συναίσθηση εὐθύνης, γιὰ πνεῦμα αὐταπαρνήσεως καὶ θυσίας, γιὰ πίστη στὸ Χριστὸ καὶ στὴν Ἀνάσταση. Χωρὶς αὐτὲς τὶς ἐσωτερικὲς δυνάμεις Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ καὶ ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας δὲν γίνεται. Κι ὅλες αὐτὲς πάλι δὲν εἶναι ἀνθρώπινες δυνάμεις, μὰ εἶναι καρποφορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν ἀγρὸ τῆς ἀνθρώπινης προαιρέσεως. Οἱ Ἅγιοι δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅ,τι λέμε δυνατοὶ ἄνθρωποι, μὰ εἶναι πήλινα σκεύη τοῦ δυνατοῦ Θεοῦ. Μελετώντας τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ κείμενο, ξαναθυμώμαστε τὶς ἀφορμὲς ποὺ εἶχε ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ γράφη ἔτσι στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου, καθὼς τὸ ξέρουμε ἀπὸ τὶς δύο ἐπιστολὲς πρὸς Κορινθίους ποὺ ἔχουμε στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἐπειδὴ βέβαια ὁ Ἀπόστολος, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ θεόπνευστοι συγγραφεῖς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δὲν ἔγραφε γιὰ νὰ γράψη, μὰ γιατί κάποια σπουδαῖα ζητήματα ἀπασχολοῦσαν τὶς Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ. Γιατί δὲν ἔφθαναν οἱ κόποι γιὰ νὰ ἱδρυθῆ μόνο μία Ἐκκλησία, ἦταν ἀνάγκη καὶ νὰ ὀργανωθῆ καὶ χρειαζότανε πολλὴ φροντίδα, γιὰ νὰ μποῦν σὲ σειρὰ καὶ τάξη ἐκκλησιαστικὴ ἄνθρωποι ποὺ ἔφερναν μαζί τους πολλὲς κακὲς συνήθειες ἀπὸ τὴν προηγούμενη ζωή τους καὶ ποὺ πρὶν ἀπ’ ὅλα εἶχαν τὴν κακὴ παράδοση τοῦ κομματισμοῦ καὶ ἦσαν καὶ τώρα χωρισμένοι σὲ φατρίες, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ φθάνουν μερικοὶ νὰ μὴν ἀναγνωρίζουνε τὸν Παῦλο γιὰ ἀληθινὸ Ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ.

Ἐκεῖνος, γιὰ νὰ στηρίξη τὸ ἀποστολικό του ἀξίωμα, ἀναγκαζότανε νὰ παρακαλῆ καὶ νὰ ἀπολογῆται, καὶ πάσχιζε μὲ κάθε τρόπο νὰ τοὺς δώση νὰ καταλάβουν ποιὸ εἶναι τὸ γνήσιο χριστιανικὸ πνεῦμα, ποιὸ εἶναι τὸ ἔργο τῶν ἀληθινῶν Ἀποστόλων καὶ ποιὰ εἶναι ἡ θέση τους στὸν κόσμο, καὶ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν χριστιανῶν γενικά. Γιατί καὶ σὲ κεῖνο τὸν καιρὸ καὶ πάντα οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους προσέχουνε καὶ θαυμάζουν ὅ,τι βλέπουν στὴν ἐπιφάνεια, καὶ δὲν ἔχουν τὴ δύναμη, γιατί τοὺς λείπει ἡ διάθεση, νὰ βαθύνουνε στὴν οὐσία καὶ στὴν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Ἔρχονται ὕστερα οἱ δημαγωγοί, εἴτε πολιτικοὶ εἴτε ἐκκλησιαστικοὶ εἶναι αὐτοί, καὶ τοὺς κερδίζουν μὲ φανταχτεροὺς τρόπους καὶ μὲ παχιὰ λόγια, κι αὐτοὶ τότε ἀφήνουνε τοὺς γνήσιους ἀποστόλους, παρατοῦνε τοὺς πραγματικοὺς ποιμένας, διώχνουνε τοὺς ἀληθινοὺς ἡγέτες καὶ τρέχουνε πίσω ἀπὸ κείνους ποὺ καπηλεύουνε κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο· τὴν ἐλευθερία, τὴ δικαιοσύνη, τὴν εἰρήνη, τὴν πίστη κι ὅλα τὰ ἰδανικά.

Οἱ ἀληθινοὶ τότε ἀπόστολοι καὶ ποιμένες τοῦ λαοῦ βρίσκονται σὲ δύσκολη θέση, γιατί αὐτοὶ δὲν ξέρουν καὶ δὲν θέλουνε νὰ χρησιμοποιήσουν τὰ μέσα τῶν δημαγωγῶν. Τότε λοιπὸν ὁπλίζονται μὲ πολλὴ πίστη καὶ μὲ μεγάλη ὑπομονὴ καὶ παρακαλοῦν. Αὐτὸ τὸ «παρακαλοῦμεν», ποὺ γράφει ὁ Ἀπόστολος, εἶναι πιὸ ἀνδρεῖο καὶ πιὸ δυνατὸ ἀπ’ ὅλες τὶς διαταγὲς καὶ τοὺς δικτατορικοὺς ἐξαναγκασμούς, εἴτε τῶν καισάρων εἴτε τοῦ ὄχλου. Γιατί δὲν εἶναι μόνο οἱ καίσαρες ποὺ ἐξαναγκάζουν δικτατορικά τοὺς λαούς, εἶναι καὶ οἱ λαοί, ποὺ ὅταν μεταπέσουν σὲ ὄχλους, ἐπιβάλλουνε τοὺς δικτατορικοὺς των ἐξαναγκασμούς.

Μὰ δὲν ὑπάρχει ἀλήθεια, ἱερώτερη ἀποστολὴ καὶ μεγαλύτερη ἐξουσία καὶ δύναμη παρὰ νὰ συνεργάζεσαι μὲ τὸ Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, κι ὅταν πολλοὶ γύρω τοὺς ἐξαπατοῦν, ἐσὺ νὰ τοὺς παρακαλῆς γιὰ νὰ καταλάβουν τὸ ἀληθινό τους συμφέρον. Ἐδῶ πιὰ δὲν σοῦ χρειάζονται τὰ ὑλικὰ καὶ ἐγκόσμια μέσα, ὅπου μ’ αὐτὰ ἐπιβάλλονται τὰ ἐγκόσμια καθεστῶτα, γιατί ἔχεις βοηθὸ καὶ συνεργό σου τὸ Θεὸ καὶ γιατί δὲν πᾶς νὰ ἐπιβληθῆς, μὰ νὰ ἔχης τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεση τῶν ἀνθρώπων.

Ὅμως, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, oἱ ἀληθινοὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ γνήσιοι ποιμένες, ὄχι μόνο παρακαλοῦν μὰ καὶ ἀπολογοῦνται. Χαρὰ τους τὸ ἔχουν νὰ βρεθοῦνε στὴν ἀνάγκη ν’ ἀπολογηθοῦν, ἂν καὶ ὅ,τι ἔχουν γιὰ νὰ ποῦν τὸ λένε μὲ πολὺν κόπο. Μία ἀπολογία τοῦ Ἀποστόλου εἶναι καὶ ἡ σημερινὴ περικοπὴ στὴ συνέχεια της μετὰ ἀπὸ τὰ πρῶτα λόγια. Καὶ βλέπουμε σὲ τούτη τὴν ἀπολογία τί, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι οἱ ἀληθινοὶ ἀπόστολοι καὶ πῶς φαίνονται στὰ μάτια τοῦ κόσμου. Αὐτὸς ὁ κόσμος, καὶ τότε ποὺ γράφει ὁ Ἀπόστολος καὶ τώρα, δὲν εἶναι μόνο οἱ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἄνθρωποι, οἱ ἐθνικοὶ καὶ οἱ εἰδωλολάτρες, οἱ ἄθεοι καὶ οἱ ἀντίχριστοι. Εἶναι πολλὲς φορὲς καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ μπήκανε στὴν ἱερὴ μάνδρα τοῦ Χριστοῦ καὶ κουβαλᾶνε μαζί τους πολλὲς κακίες τοῦ ἔξω κόσμου καὶ δὲν κατάλαβαν ἀκόμα τί πνεῦμα καὶ τί νοοτροπία πρέπει νὰ ‘χουν οἱ χριστιανοί. Οἱ ἔξω στ’ ἀλήθεια ποτὲ δὲν βλάφτουν, γιατί ὅσο αὐτοὶ διώκουνε τόσο καὶ δοξάζεται ἡ Ἐκκλησία. Μὰ οἱ μέσα κάνουν πάντα μεγάλη ζημία καὶ καταστροφή, γιατί γίνονται αἰτία νὰ διχάζεται καὶ νὰ διαιρῆται ἡ Ἐκκλησία, ὅταν φθάνουν ν’ ἀρνιοῦνται τὴ θέση καὶ τὴν πνευματικὴ ἐξουσία τῶν ποιμένων. Τότε ὅλα γίνονται ἀνωκάτω, χάνεται ἡ τάξη, ἡ πειθαρχία καὶ ἡ ἑνότητα καὶ διαλύεται ἡ Ἐκκλησία. Τότε γιὰ τοὺς ἀληθινοὺς ποιμένας δὲν μένει ἄλλο παρὰ νὰ παρακαλοῦν καὶ νὰ ἀπολογοῦνται, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη γλώσσα ἀπὸ τούτη ποὺ μιλάει σήμερα ὁ Ἀπόστολος, καὶ ποὺ μακάρι νὰ ἦταν στὴν εὐχάριστη θέση νὰ τὴν μιλᾶνε πάντα ὅλοι οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ἴδια παρρησία καὶ μὲ τὰ ἴσα δικαιώματα ποὺ τὴν μιλοῦσε ὁ μακάριος Παῦλος. Ὁ ἀληθινὸς ποιμένας, ποὺ καὶ τὴν ἀποστολὴ του ξέρει καὶ τὸ ἔργο του ἀγαπᾶ, ποὺ καὶ τὶς εὐθύνες του αἰσθάνεται καὶ τὸ λαὸ πονάει, ποὺ καὶ γιὰ τὰ δικά του ἁμαρτήματα κλαίει καὶ γιὰ τοῦ λαοῦ τὰ ἁγνοήματα λυπᾶται, ὁ ἀληθινὸς λοιπὸν ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἴδια γλώσσα ἔχει νὰ μιλήση καὶ σήμερα πρὸς τοὺς ἐσωτερικὰ ἀπειθάρχητους κι ἐξωτερικὰ σκαιοὺς ἀνθρώπους, παίρνοντας τὰ λόγια του ἀπὸ τὴ γραφὴ τοῦ Ἀποστόλου.

Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, ξέρω τί σοῦ λένε ἐκεῖνοι ποὺ σὲ ξεσηκώνουν, ὅποιοι κι ἂν εἶναι αὐτοὶ κι ὅποια μέσα κι ἂν χρησιμοποιοῦν. Σὲ ὅσα σοῦ λένε ἐκεῖνοι ἐγὼ ἕνα ἔχω νὰ σοῦ πῶ, πὼς ἂν καὶ ἀνάξιος, εἶμαι συνεργάτης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία σου, καὶ στοὺς τρόπους ποὺ χρησιμοποιοῦν ἐκεῖνοι, ἐγὼ ἕναν τρόπο ἔχω· νὰ σὲ παρακαλῶ. Ἐσὺ μὲ βρίζεις καὶ μὲ λοιδορεῖς· ἐγὼ σὲ παρακαλῶ. Ἐσὺ μὲ κατηγορεῖς καὶ μὲ δυσφημεῖς· ἐγὼ σὲ παρακαλῶ. Ἐσύ μοῦ ἀρνιέσαι πὼς εἶμαι πατέρας σου· ἐγὼ σὲ ξέρω γιὰ παιδί μου καὶ σὲ παρακαλῶ. Ἐσὺ ξυπάζεσαι ἀπὸ τὸ θόρυβο καὶ τὶς φωνὲς ἐκείνων ποὺ γαυριοῦν καὶ λαλοῦν ὑπέρογκα, ἐγὼ φοβοῦμαι καὶ σὲ παρακαλῶ. Σὲ παρακαλῶ γιὰ τὴ σωτηρία σου, ποὺ εἶναι καὶ σωτηρία μου, γιατί ἐγὼ ἐλπίζω πὼς ὅταν ἐσὺ σωθῆς, μαζί σου σώζομαι κι ἐγώ, γιατί δὲν θ’ ἀρνηθῆ τὸ ἔλεός του ὁ Θεὸς καὶ σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι ἁμαρτωλὸ συνεργάτη του.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Σὰν ἀλλιώτικο ἀκούγεται τὸ σημερινό μας κήρυγμα. Ἀσυνήθιστα καὶ λίγο σκληρὰ εἶναι τὰ λόγια μου σήμερα. Σκληρὰ περισσότερο γιὰ μένα καὶ λιγώτερο γιὰ σᾶς. Μὰ ἐγὼ κρίνω πὼς καὶ τὸ ἀποστολικὸ κείμενο καὶ ἡ κρισιμότητα τῶν καιρῶν ἔτσι μοῦ ἐπιβάλλουν νὰ σᾶς μιλήσω. Ἐδῶ ποὺ ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας ἔφθασαν τὰ πράγματα καὶ στὸν τόπο μας καὶ στὴν Ἐκκλησία μας, δὲν ξέρω τί ἐγὼ πρέπει νὰ σᾶς πῶ καὶ τί ἐσεῖς πρέπει νὰ περιμένετε ν’ ἀκούσετε ἀπὸ μένα. Τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας μιὰ γλώσσα ξέρει, τὴ γλώσσα τῆς ἀλήθειας· κι εἶναι ἀνάγκη πάντα, μὰ πιὸ πολὺ σήμερα, ν’ ἀκούγεται ἡ ἀλήθεια. Μὰ ὄχι βέβαια ὅπως τὸ κάνουν κάποιοι πού, ὅταν φωνάζουν καὶ γκρεμίζουν, θαρροῦνε πὼς λένε τὴν ἀλήθεια. Γιατί ὁ λόγος ποὺ γκρεμίζει δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἐπειδὴ ἡ ἀλήθεια, ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι λόγος παρακλήσεως καὶ οἰκοδομῆς. Στὸν καιρὸ μας κάμποσοι ποὺ τὸ ἔκαμαν δουλειά τους νὰ φωνάζουν, θέλουνε νὰ περάσουν γιὰ ἄνθρωποι πνευματικοί, ὅμως λαλοῦνε ὑπέρογκα καὶ ἄμετρα καὶ ἀντίθετα ἀπ’ ὅ,τι μιλάει ὁ Ἀπόστολος σήμερα. Μὰ ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, καθὼς τὸ λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, εἶναι ἄνθρωπος διακρίσεως. Ὅποιος λοιπὸν φωνάζει χωρὶς διάκριση, δὲν μιλάει τὴ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ σὰν γλώσσα τῆς ἀλήθειας, εἶναι γλώσσα διακρίσεως. Ἂν εἶναι νὰ φωνάξω καὶ νὰ ἐλέγξω τὰ βάζω πρῶτα μὲ τὸν ἑαυτό μου κι ἐλέγχω τὴ συνείδησή μου· κι ἂν εἶναι νὰ σᾶς πῶ δύο λόγια, φροντίζω αὐτὰ νὰ εἶναι λόγια οἰκοδομῆς.

Παρακαλῶ λοιπόν, χριστιανοί μου, παρακαλῶ κι ἐγὼ μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ σήμερα· κρατῆστε καὶ θυμώσαστε ἐτοῦτα τὰ λόγιά μου καὶ ἔχετε τὴν εὐλογία καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

5.

Διαλεκτική τῆς χριστιανικῆς ζωῆς (Β΄Κορ. 6,1-10)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης, Καθηγητής Πανεπιστημίου.

Β΄ Κορ 6, 1-10

Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς προέρχεται ἀπό τή Β΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ Ἀπ.Παύλου καί ἀναφέρεται ἀφενός μέν στή διαλεκτική ἀντίθεση μεταξύ φαινομένων καί πραγματικότητας τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί ἀφετέρου στή σωτηριολογική ἀξία τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα σέ μετάφραση εἶναι τό ἑξῆς:

«Ἀδελφοί, συνεργάτες τοῦ Θεοῦ καθώς εἴμαστε, σᾶς παρακαλοῦμε νά μήν ἀφήσετε νά πάει χαμένη ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού δεχτήκατε, γιατί ἡ Γραφή λέει: Στόν καιρό τῆς χάρης σέ ἄκουσα, καί τήν ἡμέρα τῆς σωτηρίας σέ βοήθησα. Νά, τώρα εἶναι ὁ καιρός τῆς χάρης, τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας. Κανένα πρόσκομμα δέν φέρνουμε σέ κανένα, γιά νά μή δυσφημηθεῖ τό ἔργο μας. Ἀντίθετα, μέ κάθε τρόπο συσταίνουμε τόν ἑαυτό μας ὡς ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ: μέ τή μεγάλη ὑπομονή μας, μέ τίς θλίψεις, μέ τίς δυσχέρειες, τίς στενοχώριες, τίς κακοποιήσεις, τίς φυλακίσεις, τίς ἐναντίον μας ἐξεγέρσεις, τίς ταλαιπωρίες, τίς ἀγρύπνιες, τήν πείνα. Συσταίνουμε τόν ἑαυτό μας μέ τήν ἐντιμότητα, τή γνώση τῆς ἀλήθειας, τήν ἀνεκτικότητα, τήν καλοσύνη, τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη, μέ τό κήρυγμα γιά τήν ἀλήθεια, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, μέ τά ὅπλα τῆς σωτηρίας τά ἐπιθετικά καί τά ἀμυντικά. Δοκιμάζουμε δόξα καί ἀτίμωση, δυσφήμηση καί ἔπαινο. Μᾶς θεωροῦν λαοπλάνους, καί ὅμως λέμε τήν ἀλήθεια· μᾶς ἀγνοοῦν καί ὅμως γινόμαστε γνωστοί· φτάνουμε στόν θάνατο, καί νά πού ζοῦμε· μᾶς βασανίζουν, ἀλλά δέν πεθαίνουμε· μᾶς προξενοῦν στενοχώριες κι ὅμως πάντοτε χαιρόμαστε· εἴμαστε φτωχοί, κάνουμε ὅμως πολλούς νά πλουτίσουν· τίποτα δέν ἔχουμε καί τά πάντα κατέχουμε» (Β΄ Κορ 6,1-10).

I

Θά σταματήσουμε πρῶτα στήν πτυχή τῶν ἀντιθέσεων πού ἰσχύουν γιά τή ζωή τῶν ἀποστόλων καί κατ’ ἐπέκταση γιά τή ζωή τοῦ κάθε χριστιανοῦ. Τή ζωή αὐτή χαρακτηρίζει μία διαλεκτική ἀντίθεση ἀνάμεσα σ’ αὐτό πού νομίζουν οἱ πολλοί καί σ’ αὐτό πού ἀποτελεῖ τήν ἐσωτερική πραγματικότητα καί τό προσωπικό βίωμα τοῦ ἀποστόλου ἀλλά καί τοῦ πιστοῦ. Τό «ὡς ἀποθνήσκοντες καί ἰδού ζῶμεν» (φτάνουμε στόν θάνατο, καί νά πού ζοῦμε) δείχνει ἀπό τή μία μεριά τή σχέση τοῦ χριστιανοῦ μέ τή ζωή τοῦ κόσμου καί ἀπό τήν ἄλλη τή συμμετοχή του σέ μία ἄλλη ποιότητα ζωῆς. Ἡ ἀπονέκρωση τῶν ἐγωϊστικῶν ἐπιθυμιῶν, ἡ παραίτηση ἀπό αὐτονόητα δικαιώματα, ἡ ἀπαγκίστρωση ἀπό ὑλικά συμφέροντα μπορεῖ νά παρουσιάζουν τόν χριστιανό σάν νεκρό ἔναντι τοῦ κόσμου, ἀλλά ἡ νέκρωση αὐτή δέν εἶναι παρά ἐξωτερική. Μέσα ἀπό αὐτή τή νέκρωση προβάλλει μία ζωή πού τροφοδοτεῖται ἀπό τό λόγο καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μία δύναμη ζωῆς πού κάνει τόν χριστιανό νά ἀντιμετωπίζει «στενοχώριες» ἀλλά νά μή καταβάλλεται, νά λυπᾶται γιά ὅσα δυσάρεστα συμβαίνουν μέσα στόν κόσμο ἀλλά καί νά χαίρει γιατί γνωρίζει ὅτι ὁ Θεός εἶναι Κύριος τῆς ἱστορίας πού ἔχει τόν τελευταῖο λόγο, νά εἶναι φτωχός ἀπό ὑλικά ἀγαθά ἀλλά συγχρόνως νά κάνει πλούσιους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του μέ τήν ἀγάπη του, μέ τή ζωή του, μέ τή θυσία του. Τέλος ἡ δύναμη τῆς ζωῆς πού σφύζει μέσα του τόν κάνει, ἐνῶ δέν ἔχει φαινομενικά τίποτε, στήν οὐσία «νά κατέχει τά πάντα». Στά πάντα πρέπει νά ἐννοήσουμε τόν ἀπέραντο πλοῦτο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς βασιλείας τῆς ἀγάπης.

Γιά τόν χριστιανό ὅμως πού διαβάζοντας τά παραπάνω διαπιστώνει ὅτι δέν διαθέτει τά περιγραφόμενα χαρακτηριστικά, ὁ Παῦλος δέν ἀπευθύνει ἀπειλές θείας τιμωρίας ἀλλά μήνυμα ἀφυπνίσεως καί προσκλητήριο μετανοίας. Αὐτή ἡ σκέψη μᾶς ὁδηγεῖ στό δεύτερο σημεῖο πού θέλουμε νά ὑπογραμμίσουμε στήν ἀποστολική περικοπή.

II

Στήν ἀρχή τῆς περικοπῆς ὁ Παῦλος παραθέτει μία φράση ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα καί τήν σχολιάζει: «ἡ Γραφή λέει. Στόν καιρό τῆς χάρης σέ ἄκουσα, καί τήν ἡμέρα τῆς σωτηρίας σέ βοήθησα. Νά, τώρα εἶναι ὁ καιρός τῆς χάρης, τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας». Στή φράση τοῦ προφήτη καί στό σχόλιο τοῦ Ἀποστόλου προβάλλεται ἡ θετική ἀξιολόγηση τοῦ χρόνου ἀπό χριστιανικῆς πλευρᾶς.

Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιά τή ζωή μας νά γνωρίζουμε μέ ποιά βαθύτερη σωτηριολογική σπουδαιότητα εἶναι φορτισμένη ἡ κάθε χρονική στιγμή καί ποιές ἐπιπτώσεις μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἀνέμελη σπατάλη τοῦ χρόνου. Πολλές φορές ὁρισμένοι χριστιανοί, ἐπηρεασμένοι ἀπό κάποια φιλοσοφική ἀντίληψη ἀρνητικῆς ἀξιολόγησης τοῦ χρόνου, δείχνουν νά περιφρονοῦν τόν χρόνο, ἔχοντας στραμμένα τά βλέμματά τους πρός τήν αἰωνιότητα. Ξεχνοῦν ὅμως ὅτι ἡ αἰωνιότητα κερδίζεται ἤ χάνεται ἀπό τόν τρόπο πού χρησιμοποιεῖ κανείς τόν χρόνο του, τήν κάθε ἀνεπανάληπτη στιγμή τῆς ζωῆς του, τήν κάθε μικρή καί ἀσήμαντη χρονική μονάδα πού φεύγει μέ ἀσύλληπτη ταχύτητα, γιά νά μεταβληθεῖ σέ παρελθόν, τό ὁποῖο δέν βρίσκεται πλέον ὑπό τόν ἔλεγχό μας, ἀλλ’ ἀπεναντίας μᾶς ἐλέγχει καί μᾶς κυβερνᾶ διά μέσου τῆς μνήμης μας.

Ὁ χρόνος εἶναι τό πεδίο τῆς ζωῆς καί δράσης τοῦ ἀνθρώπου, καί κάθε προσπάθεια φυγῆς ἀπό τόν χρόνο εἶναι τελείως ἀντίθετη μέ τόν Χριστιανισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει σάν κεντρικό πυρήνα τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν χρόνο καί τή συγκεκριμένη ἱστορική στιγμή. Γι’αὐτό καί τό χριστιανικό μήνυμα δέν εἶναι ἡ ἀπάθεια καί ἀταραξία γιά τόν χρόνο πού περνᾶ ἀλλά τό πάθος γιά τή σωτηριολογική ἐκμετάλλευση τοῦ χρόνου. Ἡ σωτηρία, κατά τή διδασκαλία τοῦ Ἀπ. Παύλου, εἶναι βέβαια δῶρο τοῦ Θεοῦ ἀλλά δῶρο πού ὁ ἄνθρωπος τό δέχεται καί προσπαθεῖ νά τό διατηρήσει μέσα στόν χρόνο τῆς ζωῆς του. Ἡ σωτηρία δέν εἶναι κάποια ἀσαφής μελλοντική ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ ἀλλά μία νέα ζωή πού ἀρχίζει ἀπό τώρα, ἀπό τή στιγμή πού λέγει κανείς τό Ναί στή θεία δωρεά.

Ἡ κάθε στιγμή πού περνάει γρήγορα καί χάνεται μέσα στό παρελθόν εἶναι ἀποφασιστική, γιατί μπορεῖ νά ὁδηγήσει εἴτε στή λύτρωση εἴτε στόν χαμό. Γεννιέται ὅμως ἐδῶ τό ἐρώτημα: Δέν ἔχει ἀλήθεια ὁ ἄνθρωπος τή δυνατότητα νά ἀναθεωρήσει ἕνα προηγούμενο χρονικό διάστημα τῆς ζωῆς του ποὺ χάθηκε ἄκαρπο; Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἁγίας γραφῆς εἶναι σαφής: Ὁ ἄνθρωπος εἶναι βέβαια δεσμευμένος καί περιορισμένος στά ἀσφυκτικά πλαίσια τοῦ χρόνου, συγχρόνως ὅμως εἶναι καί ἐλεύθερος ἔναντι τοῦ χρόνου. Καί ἡ ἐλευθερία του αὐτή φαίνεται ἀπό τό ὅτι ἔχει τή δυνατότητα νά ἀναθεωρεῖ προηγούμενες ἀπερίσκεπτες καί ἀρνητικές πράξεις του καί νά ξαναρχίζει μία καινούργια δημιουργική ζωή. Εἶναι αὐτό πού ἡ Ἐκκλησία μας ὀνομάζει μυστήριο τῆς μετανοίας, δηλαδή ἡ δυνατότητα νά ξανακερδίσει κανείς τόν χαμένο χρόνο τοῦ παρελθόντος καί νά δημιουργήσει τίς προϋποθέσεις γιά ἕνα πιό ἐλπιδοφόρο μέλλον.

Ὁ φόβος γιά τό ἐπερχόμενο μέλλον ἁπαλύνεται καί γίνεται αὐτό τό μέλλον μία εὐχάριστη προσμονή, ὅταν κανείς χρησιμοποιεῖ δημιουργικά τό παρόν ἤ μετανοεῖ γιά τό χαμένο παρελθόν του. Ἀρκεῖ νά καταλάβει καλά ὅτι ἡ κάθε χρονική στιγμή εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πού τό χάσιμό της μπορεῖ νά τοῦ στοιχίσει ἀκριβά γιά τό μέλλον του. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ «χαμένου χρόνου» πού ἀπασχολεῖ ὁρισμένους φιλοσόφους μπορεῖ νά βρεῖ τήν ἀπάντηση στή δυνατότητα ἐπανεύρεσης τοῦ χαμένου χρόνου πού προτείνει ἡ Ἐκκλησία.

6.

Τὸ κόστος τῆς καταλλαγῆς (Β΄Κορ στ΄1-10)

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας, Ἀρχιμανδρίτης.

Ὅταν διαταραχθοῦν οἱ σχέσεις μας μὲ κάποιον ἀπὸ δική του ὑπαιτιότητα, εἶναι ἴσως δικαιολογημένο νὰ δυσφοροῦμε μὲ ὁποιονδήποτε ἔλθει καὶ μᾶς προτρέψει νὰ κάνουμε ἐμεῖς τὸ πρῶτο βῆμα συμφιλίωσης. Ὅταν ὅμως τὸ φταίξιμο εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου δικό μας, θὰ ἔπρεπε ἀπὸ μόνοι μας, χωρὶς νὰ περιμένουμε καμιὰ παρακίνηση καὶ χωρὶς καμιὰ ἀναβολή, νὰ σπεύδουμε νὰ ζητᾶμε συγγνώμη. Θὰ ἦταν, ἑπομένως, μεγάλη ντροπὴ γιὰ ἐμᾶς τὸ νὰ ἀναγκάζεται τὸ πρόσωπο ποὺ πληγώσαμε νὰ βάζει μεσολαβητὲς γιὰ νὰ τὰ βροῦμε. Πολὺ περισσότερο θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς συγκινεῖ τὸ νὰ ἔρχεται ὁ ἴδιος καὶ νὰ μᾶς παρακαλεῖ γι’ αὐτό.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

«Μὴ εἰς κενὸν δέξασθε τὴν χάριν»

Ἂν αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τὶς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων σχέσεις, πόσο θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς συγκλονίζει ἡ πρωτοβουλία τοῦ Θεοῦ νὰ «καταλλαγοῦμε» μαζί του, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ διάρρηξη τῶν σχέσεών μας ὀφείλεται ἀποκλειστικὰ σὲ μας· στὶς δικές μας ἁμαρτίες. «Δὲν ἔγινε ὁ Θεὸς ἐχθρός μας» θὰ πεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσοστομος· «ἐμεῖς γίναμε ἐχθροί του μὲ τὴν ἀποστασία μας· Θεὸς γὰρ οὐδέποτε ἐχθραίνει».

Στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀφοῦ μᾶς ἔχει ἤδη μιλήσει γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Θεὸς νὰ τοῦ ἀναθέσει «τὴν διακονίαν τῆς καταλλαγῆς», ξανατονίζει ὅτι εἶναι συνεργὸς τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτὸ τὸ σωτήριο ἔργο τῆς συμφιλίωσής μας μὲ Αὐτόν. Καὶ μιμούμενος τὴν ταπείνωση καὶ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ καταδέχεται νὰ μᾶς παρακαλεῖ καὶ νὰ μᾶς προτρέπει σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο, ἐπαναλαμβάνει γιὰ τρίτη φορὰ τὴ λέξη «παρακαλοῦμεν», παρακινώντας μας κι αὐτὸς νὰ μὴν περιφρονήσουμε αὐτὴ τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ μία ὄντως δωρεὰν συμφιλίωση· ἐμεῖς δὲν θυσιάζουμε κάτι. Σὲ Ἐκεῖνον ὅμως κόστισε τὸν θάνατό του πάνω στὸν Σταυρό. Ὁ Ἀναμάρτητος δέχθηκε νὰ πεθάνει ὡς κατάδικος, γιὰ νὰ δικαιωθοῦμε καὶ νὰ σωθοῦμε ἐμείς· γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ξαναγίνουμε παιδιά του καὶ «φίλοι» του (Ἰωάν. 15,14).

Κι ὅμως, παρ’ ὅλο ποὺ μὲ τὴ δική του θυσία μᾶς χάρισε τὸ ἀνεκτίμητο δῶρο τῆς σωτηρίας μας, ἐμεῖς ἀμελοῦμε νὰ τὸ ἀξιοποιήσουμε. Κορυφαῖο παράδειγμα πρὸς ἀποφυγή, ποὺ δέχθηκε «εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ», ἀποτελεῖ ὁ Ἰούδας, ὁ ὁποῖος ἀπὸ φίλος ἔγινε ὄχι ἁπλῶς ἐχθρός, ἀλλὰ «δοῦλος τοῦ ἐχθροῦ». Μία πόρνη «ἠλευθεροῦτο (ἀπὸ τὴν κόλαση τῶν παθῶν της), καὶ αὐτὸς δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ», λέει ἕνα τροπάριο τῆς Μεγάλης Τετάρτης· «ἡ ἁμαρτωλὸς ἔχαιρε κενοῦσα τὸ πολύτιμον μύρον, ὁ δὲ μαθητὴς ἔσπευδε πωλῆσαι τὸν ἀτίμητον. Δεινὸν ἡ ραθυμία».

Ὄχι ἀναβολὲς καὶ σκάνδαλα

Αὐτὴ ἡ φοβερὴ ραθυμία, ποὺ ὁδήγησε ἕναν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ στὴν αἰώνια ἀπώλεια, ἔχει -κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο- τὴν ἀρχή της στὴν ἀναβολή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος μᾶς θυμίζει τὸ τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα: «Ἰδοὺ τώρα εἶναι καιρὸς εὐπρόσδεκτος καὶ καταλληλος· ἰδοὺ τώρα εἶναι ἡμέρα σωτηρίας». Δικαιολογημένα θὰ ρωτήσει καὶ ὁ ἐχθρός τῆς ἀναβολῆς καὶ ἀκάματος ἐργάτης τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ Μέγας Βασίλειος: «Ποιὸς παραμένοντας ἀργὸς στὸ σπίτι του ἢ κοιμώμενος κατὰ τὸν καιρὸ τῆς σπορᾶς γέμισε τὴν ἀγκαλιά του μὲ τὰ σπαρτά, ὅταν ἦλθε ὁ θερισμός; Ποιὸς τρύγησε ἀμπέλι ποὺ δὲν φύτεψε καὶ δὲν κουράστηκε νὰ καλλιεργεῖ ὁ ἴδιος;».

Δὲν περιορίζεται ὅμως ὁ Ἀπόστολος σὲ παρακλήσεις καὶ συστάσεις πρὸς τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἐπαγρυπνεῖ καὶ ἐλέγχει καὶ τὸν ἑαυτό του νὰ μὴ δώσει τὴν παραμικρὴ ἀφορμὴ σκανδάλου, γιὰ νὰ μὴν κατηγορηθεῖ στὸ ἐλάχιστο ἡ διακονία τῆς καταλλαγῆς, ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἀνέθεσε. Οἱ ψευδάδελφοι καὶ οἱ ψευδαπόστολοι καιροφυλακτοῦσαν νὰ βροῦν κάτι γιὰ νὰ τὸν κατηγορήσουν καὶ νὰ κλονίσουν τὸ κύρος του ὡς Ἀποστόλου. Ἐνθυμοῦνταν πάντοτε ὅτι ὁ Παῦλος «ἐδίωξεν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ», κάτι τὸ ὁποῖο ὅμως καὶ ὁ ἴδιος ὁμολογοῦσε μὲ συντριβή, ἔχοντας γράψει στὴν προηγούμενη ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Κορινθίους ὅτι «οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι Ἀπόστολος». Ἀλλά, ἔστω κι ἂν θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ του «ἔκτρωμα», δὲν ξεχνοῦσε τὸν συγκλονιστικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς «τὸν κυνήγησε» γιὰ νὰ συμφιλιωθοῦν στὸν δρόμο πρὸς τὴ Δαμασκό.

Χαρὰ διὰ τοῦ σταυροῦ

Ἂν λοιπὸν ὁ Χριστὸς «ὁ καταλλάσσων Ἑαυτῷ τὸν κόσμον» ὑπέμεινε γι\’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ θάνατο Σταυρικό, δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Πρωτοκορυφαῖος διάκονος αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου νὰ διάγει «ἐν ἀναπαύσει καὶ πλατυσμῷ»· ὁ Διδάσκαλος εἶχε προειδοποιήσει τοὺς μαθητές του: «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν». Καὶ στὴ σημερινὴ περικοπὴ βρίσκει τὴν εὐκαιρία πάλι ὁ Ἀπόστολος, χωρὶς καμιὰ κενοδοξία ἢ διάθεση αὐτοπροβολῆς, νὰ ἀναφερθεῖ ὄχι μόνο σὲ «οἵους διωγμοὺς ὑπήνεγκεν» (Β\’ Τιμ. 3,11), ἀλλὰ καὶ στοὺς κόπους, στὶς νηστεῖες, στὶς ἀγρυπνίες, στὴ μακροθυμία καὶ στὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη του πρὸς ὅλους· καὶ φυσικὰ πρὸς ἐκείνους, ποὺ -ἀμφισβητώντας τον- τὸν ἀναγκάζουν νὰ κάνει αὐτὴ τὴν ἀνεπιθύμητη σ\’ αὐτὸν «περιαυτολογία».