Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου.

  Ο Γεώργιος Τερτσέτης (1800-1874) στην Εθνεγερσία ήταν ένας από τους αγωνιστές των εθνικών ιδανικών. Έτσι τον χαρακτηρίζει ο λόγιος, ιστοριοδίφης και συγγραφέας Ντίνος Κονόμος (Ζάκυνθος 1918-Λονδίνο 1990): «Ο Τερτσέτης δεν είναι μόνο ο συγγραφέας κι’ ο λογοτέχνης που περιέσωσε με το έργο του τις πράξεις και το πνεύμα των ηρώων του Εικοσιένα. Τ’ όνομά του θα ζήση στην ιστορία όχι μόνο για την άξια λογοτεχνική παραγωγή του, αλλά και για το ήθος του, για την πνευματική παλληκαριά του» (Ντίνου Κονόμου «Γεώργιος Τερτσέτης – Ανέκδοτα Κείμενα», Εκδ. Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήναι, 1959, σελ. 15).

  Ο Τερτσέτης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Ο πατέρας του Ρωμαιοκαθολικός, η μητέρα του Ορθόδοξη. Οι γονείς κονταροχτυπήθηκαν για το πού θα ανήκε το παιδί τους. Ο ίδιος επέλεξε να ακολουθήσει την Ορθοδοξία. Το 1816 πηγαίνει στην Ιταλία και σπουδάζει νομικά στα πανεπιστήμια του Μιλάνου και της Πάντοβας, από το οποίο το 1820 παίρνει το πτυχίο της Νομικής και το 1822 το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Αντί να ασκήσει το επάγγελμά του στη Ζάκυνθο μυείται στη Φιλική Εταιρεία και από τότε έως το τέλος της ζωής του αφιερώνεται στην υπόθεση Πατρίδα. Παρά το καχεκτικό του σώματός του δεν μένει στην ασφάλεια της Ζακύνθου, αλλά περνάει στη Ρούμελη να πολεμήσει για την ελευθερία της Ελλάδος. Για λόγους υγείας επιστρέφει στη Ζάκυνθο, όπου είχαν καταφύγει η χήρα και τα τρία ορφανά του Μάρκου Μπότσαρη, των οποίων αναλαμβάνει την αγωγή και τη μόρφωσή.

  Κατά τη διαμονή του στο νησί συνδέεται με τον Διονύσιο Σολωμό, και ήταν από τους ελάχιστους καλεσμένους του εθνικού μας ποιητή, που άκουσαν να απαγγέλλει ο ίδιος τον Εθνικό μας Ύμνο (Γεωργίου Τερτσέτη «Ανέκδοτοι λόγοι», Επιμ. Ντίνος Κονόμος, Εκδ. Ετ. Ιω. Καμπανάς, Αθήνα, 1969, 1ος Τόμος, σελ. 14).

  Το 1824 ο Τερτσέτης γράφει το ποίημά του «Η καταστροφή των Ψαρών» και το 1826, όταν από τη διχόνοια κινδυνεύει η Επανάσταση, αποφασίζει να πολεμήσει και πάλι, παρά το ότι ήταν φιλάσθενος και καχεκτικός στο σώμα. Απλό στρατιώτη, με φουστανέλα και ξυρισμένο κεφάλι, τον βρίσκει ο διοικητής του στρατοπέδου Ριχάρδος Τσουρτς και τον παίρνει κοντά του γραμματέα. Οι κακουχίες τον καταβάλλουν για μιαν ακόμη φορά και το 1829 γυρίζει στη Ζάκυνθο, από την οποία επανέρχεται στην ελεύθερη Ελλάδα το 1830.

  Στη δίκη που κατασκεύασε η Αντιβασιλεία κατά των Θεοδ. Κολοκοτρώνη και Δημ. Πλαπούτα ο Τερτσέτης ορίζεται δικαστής, με πρόεδρο τον Αθανάσιο – Αναστάσιο Πολυζωΐδη (1802-1873). Οι δύο άνδρες αποδεικνύουν τη σκευωρία και ανθίστανται στις απειλές για τη ζωή τους, που δέχονται από τους κρατούντες, Βαυαρούς και Έλληνες, που ήθελαν μετά πάθους την καταδίκη σε θάνατο στην γκιλοτίνα των δύο ηρώων της Επανάστασης. Οι Βαυαροί περνούν τους δύο δικαστές από δίκη. Σε αυτήν ο Τερτσέτης λέγει στον Σκοτσέζο εισαγγελέα Μάσον τα εξής αλησμόνητα: «Ποίος είσαι εσύ, που με το πρόσχημα της παιδείας έλαβες από την βασιλεία επάγγελμα τόσον επικίνδυνο για την τιμή και τη ζωή των υπηκόων; Ποίος είσαι εσύ που παίζεις μ’ εμάς εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο που γεννηθήκαμε; Ο Εθνισμός ω Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων φονευμένων εις τον αγώνα…» (Ντ. Κον. «Γ. Τερτσ. – Ανέκδ. Κείμενα» σελ. 11).

  Στο ελεύθερο κράτος ο πολυτάλαντος Τερτσέτης προσφέρει πολλαπλές υπηρεσίες, ως δάσκαλος, ρήτορας, δημοσιογράφος, ερευνητής, ποιητής, νομικός. Στη γλώσσα πείθεται από τον Σολωμό και προσχωρεί στη Δημοτική. Γεμάτος ζήλο για την Πίστη και την Πατρίδα έκαμε ομιλίες όπου μπορούσε. Ως καθηγητής διδάσκει Ελληνική Ιστορία στη Σχολή Ευελπίδων, την οποία ίδρυσε το 1828 ο Ιωάν. Καποδίστριας. Οι ομιλίες του είναι ελκυστικές και πλην των Ευελπίδων, τις παρακολουθούν Έλληνες κάθε τάξεως και ηλικίας.

  Ομιλίες κάμει όπου τον καλούν, στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην Αγγλία. Θέματα του πάντα η Πίστη και η Πατρίδα. Το 1846 διορίζεται Αρχειοφύλακας και Βιβλιοφύλακας της Βουλής, θέσεις που διατηρεί έως το θάνατό του. Πέραν των ομιλιών, εξέδωσε περιοδικό, τον «Ρήγα», και δημοσίευσε στο περιοδικό «Πανδώρα» (Ιδρυτές οι Κων. Παπαρρηγόπουλος, Αλέξ, Ραγκαβής και Νικ. Δραγούμης) πολλά δημοτικά τραγούδια, έως τότε άγνωστα ή λησμονημένα.

  Στα Απομνημονεύματα του Θεοδ. Κολοκοτρώνη, που ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά του τα υπαγόρευσε και κυκλοφορήθηκαν με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836» υπάρχει η ομιλία του Τερτσέτη για το βιβλίο. Στην ομιλία αυτή, μεταξύ των άλλων, ο Τερτσέτης γράφει για τα αίτια των κακών, που βρήκαν τους Έλληνες: «Έμπειροι από τα παθήματά μας γνωρίζομε και τα αίτια των κακών: … αδυνάτισε ο φόβος Θεού, έλειψε ο έρως πατρίδος, με την φυγή των δύο στοιχείων λείπει και η συνοδεία τους, η ομόνοια, το φιλότιμο, η αλήθεια…» (Τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως, Αθήνησιν, 1846, σελ. ιγ΄).

  Στον λόγο του, στις 25 Μαρτίου 1849, τον οποίο απευθύνει στους ίδιους τους αγωνιστές του 1821 και στους απογόνους τους και περιλαμβάνει ο Ντίνος Κονόμος στην αναφερθείσα έκδοση «Ανέκδοτοι Λόγοι», κατηγορεί το έθνος μας, ότι με τόσα αγαθά γης, ουρανού και θαλάσσης δεν κατόρθωσε ποτέ να μορφώσει πολιτική ενότητα. Το κατηγορεί επίσης για την κλίση που έχει μόνο να καυχάται για τα ανδραγαθήματα των προγόνων του, αγνοώντας ότι «η δάφνη δεν είναι χλωρή παρά εις τις κεφαλές εκείνων που τις επότισαν με τον ιδρώτα των». Και ένα τρίτο αμάρτημα για το οποίο κατηγορεί το Έθνος μας είναι η συνήθειά του «να αφήνει συχνά στη διάκριση της τύχης το σκάφος της πατρίδος». Και επισημαίνει: «Όταν η Ελληνική φυλή δεν αφιερώθη εις την τύχην, αλλ’ εις τα έργα της ανδρείας της, εφάνη ανίκητη. Μαρτυρία οι Περσικοί πόλεμοι και η εκστρατεία του νιού της Μακεδονίας, αρχιστρατήγου των Ελλήνων, και μαρτυρία τα πρώτα θαύματα των πρώτων ετών του Αγώνος» (Αυτ. Ι Τόμος, σελ. 183-199).

  Ο Τερτσέτης δεν θέλει να περηφανευόμαστε για το παρελθόν μας, αλλά να αισθανόμαστε υπεύθυνοι, έναντι των προγόνων μας. Μιλώντας τα Χριστούγεννα του 1842 στους Έλληνες του Λονδίνου, αναφέρει ότι το Ελληνικό Έθνος ευεργέτησε την ανθρωπότητα βοηθώντας στην ημερότητα των ηθών της με την διάδοση του Χριστιανισμού, με τους Πατέρες της Εκκλησίας και τις Οικουμενικές Συνόδους, και τονίζει: «Ας μη φανούμε αχάριστοι εις τα θεία θεσπίσματα. Ας μην οκνεύομεν ποτέ εις τας χριστιανικάς αρετάς, την αγάπην, την εγκράτειαν… Και αν δεν έχωμε πολυάριθμα στρατεύματα… ας ειπούμε ότι τες αρχηστρατηγίες τες λαμβάνει το Ελληνικό Έθνος εις τα σκηνώματα των δικαίων, εις τα λημέρια του Παραδείσου» (Αυτ. σελ. 88).

46. Ο Ιερός Χρυσόστομος για το πάθος της φιλαργυρίας και την αρετή της πτωχείας.

(απόσπασμα από την ομιλία Ϛ΄, που εμπεριέχεται στο Υπόμνημα του αγίου πατρός στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)

     Μπορούμε, αρκεί να το θέλουμε και να το επιδιώξουμε, να κερδίσουμε την αιώνια ζωή. Διότι τι το βαρύ μας είπε ο Κύριος να κάνουμε; Να διασχίσουμε βουνά; Να πετάξουμε στον αέρα; Ή να διαβούμε το Τυρρηνικό πέλαγος; Όχι, αλλά αντιθέτως να επιλέξουμε έναν τόσο εύκολο τρόπο ζωής, ώστε να μη χρειάζεται ούτε εργαλεία, παρά μόνο ψυχή και διάθεση. Διότι ποια μέσα είχαν οι Απόστολοι, που κατόρθωσαν τόσα πράγματα; Δεν περιήλθαν με ένα χιτώνα και ανυπόδητοι τον κόσμο και υπερίσχυσαν όλων; Ποια άλλωστε από τις εντολές του Χριστού είναι δύσκολη; Να μην έχεις κανένα εχθρό· να μη μισείς κανέναν· να μην κακολογείς κανέναν. Δυσκολότερα είναι τα αντίθετα αυτών.

    Είπε όμως ο Χριστός, θα μπορούσε να πει κάποιος, να απαλλαγούμε από τα χρήματα. Αυτό λοιπόν είναι το βαρύ και το δύσκολο; Για την ακρίβεια μάλιστα δε διέταξε, αλλά συμβούλευσε. Αλλά και επιταγή να ήταν, πού είναι το βαρύ όταν λέγει να μην περιφέρουμε φορτία και ενοχλητικές φροντίδες; Αλλά πόση είναι η φιλαργυρία και η απληστία! Όλα έγιναν χρήματα· για τούτο και όλα έγιναν άνω-κάτω. Και όταν μακαρίζει κανείς κάποιον, αυτά θυμάται· και όταν τον οικτίρει, από αυτά  προέρχεται ο  ταλανισμός. Και όλες οι συζητήσεις γίνονται για τα χρήματα, πώς αποκτά πλούτη ο τάδε ή πώς βρίσκεται σε πενία κάποιος άλλος. Και όταν κανείς επιχειρεί εκστρατεία, ή ετοιμάζει γάμο ή ασκεί κάποια τέχνη ή οτιδήποτε άλλο, δεν υλοποιεί το σχέδιό του, παρά μόνο αφού δει χρήματα να έρχονται σε αυτόν άφθονα.

   Έπειτα, δε θα συγκεντρωθούμε να σκεφτούμε πώς θα απομακρύνουμε το νόσημα αυτό; Δε θα ντραπούμε τα κατορθώματα των πατέρων; Των τριών χιλιάδων, των πέντε χιλιάδων, οι οποίοι τα είχαν όλα κοινά; Ποιο είναι το κέρδος της παρούσης ζωής, όταν δεν τη χρησιμοποιήσουμε για την απόκτηση της μέλλουσας; Μέχρι πότε θα αφήνετε αδούλωτο τον μαμωνά,ο οποίος σας έχει υποδουλώσει; Μέχρι πότε θα είστε δούλοι του χρήματος; Μέχρι πότε δε θα επιθυμείτε την ελευθερία και δε θα απαρνιέστε τα παζαρέματα της φιλοχρηματίας;

   Αλλά όταν μεν γίνεστε δούλοι ανθρώπων, κάνετε τα πάντα, εάν κανείς σας υποσχεθεί να χαρίσει την ελευθερία· τώρα όμως που είστε αιχμάλωτοι της φιλαργυρίας, ούτε καν σκέπτεστε πώς θα απαλλαγείτε από αυτήν την πικρή δουλεία. Μολονότι το πρώτο δεν είναι καθόλου δεινό, ενώ το δεύτερο, δηλαδή η φιλαργυρία, είναι βαρύτατη τυραννία. Σκεφτείτε πόσο μεγάλο τίμημα προς χάριν μας κατέβαλε ο Χριστός. Έχυσε το αίμα Του, παρέδωσε τον εαυτό Του. Εσείς όμως και μετά από όλα αυτά πέσατε και πάλι, και το ακόμη χειρότερο είναι ότι και ευχαριστείστε με την υποδούλωση και βρίσκετε τέρψη στην ατιμία και σας έγινε αξιαγάπητο αυτό που έπρεπε να αποφύγετε.

     Αλλά επειδή δεν αρκεί μόνο να θρηνολογούμε και να κατηγορούμε, αλλά και να διορθώνουμε, ας δούμε γιατί έγινε αξιαγάπητο αυτό εδώ το πάθος και το κακό. Γιατί λοιπόν, γιατί έγινε αξιαγάπητο αυτό εδώ; «Διότι», θα μπορούσε να απαντήσει κανείς, «μας κάνει δοξασμένους και μας εξασφαλίζει». Πες μου, με ποια ασφάλεια; «Με το να μας δημιουργεί την πεποίθηση ότι δε θα πεινάσουμε, δε θα τρέμουμε από το ψύχος, δε θα υποστούμε βλάβη, δε θα περιφρονούμαστε». Επομένως, εάν σου υποσχεθούμε την εξασφάλιση αυτή, θα πάψεις να πλουτίζεις; Διότι εάν ο πλούτος γίνεται αξιαγάπητος  γι’ αυτό, εάν είναι δυνατό χωρίς αυτόν να μην αισθάνεσαι ανασφάλεια και να είσαι ασφαλής, ποια είναι η ανάγκη αυτού;

   «Και πώς είναι δυνατόν», θα μπορούσε να πει κάποιος, «χωρίς να πλουτίσεις να επιτύχεις αυτά;» Πώς όμως είναι δυνατό (διότι εγώ θα σου πω το αντίθετο) να πλουτίσεις; Διότι για να πλουτίσεις, είναι ανάγκη και να κολακεύεις πολλούς, άρχοντες και αρχομένους, και να παρακαλείς μυρίους, και να υπηρετείς ως δούλος φτάνοντας ακόμη και να γίνεις χαμερπής, και να φοβάσαι και να τρέμεις και να υποψιάζεσαι τα μάτια των φθονερών, και να φοβάσαι τα στόματα των συκοφαντών και τις επιθυμίες των άλλων φιλαργύρων.

    Η πενία όμως δεν είναι τέτοια, αλλά εντελώς αντίθετη. Είναι φρούριο απόρθητο και ασφαλές, λιμάνι γαλήνιο, παλαίστρα και γυμναστήριο καρτερίας, ομοίωμα αγγελικού βίου. Ακούστε τα αυτά όσοι είστε φτωχοί, ή μάλλον και όσοι επιθυμείτε να πλουτίσετε. Δεν είναι κακό να είστε φτωχοί, αλλά το να μη θέλετε να είστε φτωχοί.Μην πιστεύεις ότι η φτώχεια είναι κάτι το φοβερό και δε θα σου είναι φοβερό. Άλλωστε ο φόβος αυτός δε βρίσκεται στην ίδια τη φύση της φτώχειας, αλλά στην ιδέα των ανθρώπων που έχουν ασθενική ψυχή και  γι’ αυτό ολιγοψυχούν. Μάλλον ντρέπομαι που πρέπει να πω τόσα για την πενία, διότι δεν είναι καθόλου κακό. Διότι εάν είσαι υπομονετικός, θα σου γίνεται και πηγή μυρίων αγαθών. Εάν δε κάποιος σου παρέθετε από το ένα μέρος εξουσία, πολιτική δύναμη και πλούτο και απολαύσεις, και από το άλλο μέρος την πτώχεια, και σου έδινε το δικαίωμα εκλογής, να πάρεις εκείνο ακριβώς το οποίο ήθελες, θα άρπαζες επιλέγοντας αμέσως την πενία, εάν βεβαίως γνώριζες το κάλλος της.

    Και γνωρίζω φυσικά ότι πολλοί γελούν καθώς λέγονται αυτά·  εμείς όμως δε θορυβούμαστε· αλλά και από εσάς έχουμε την αξίωση να δείξετε υπομονή και γρήγορα θα συμφωνήσετε μαζί μας. Διότι εμένα μου φαίνεται ότι η πτωχεία ομοιάζει με κόρη κόσμια και καλή και ευπαρουσίαστη· η δε φιλαργυρία μού φαίνεται ότι ομοιάζει με γυναίκα θηριόμορφη, με κάποια Σκύλλα και Λερναία Ύδρα και με μερικά άλλα παρόμοια τέρατα, που έχουν επινοήσει οι μυθοπλάστες. Μη μου αναφέρεις δε εκείνους που κατηγορούν την πτωχεία, αλλά εκείνους οι οποίοι διέπρεψαν χάρη σε αυτήν. Με αυτήν αφού ετράφη ο Ηλίας, έλαβε τη μακαρία εκείνη αρπαγή με πύρινο άρμα στους ουρανούς. Με αυτήν έλαμψε ο Ελισσαίος· με αυτήν ο Ιωάννης· με αυτήν όλοι οι απόστολοι. Για τη φιλαργυρία τους όμως κατεκρίθησαν ο Αχαάβ, η Ιεζάβελ, ο Γιεζή, ο Ιούδας, ο Νέρων, ο Καϊάφας.

    Εάν όμως θέλεις, ας μη μείνουμε σε εκείνους μόνο που διέλαμψαν στη ζωή τους με την πενία, αλλά ας εξετάσουμε προσεκτικά και το κάλλος της κόρης αυτής. Διότι πράγματι και οφθαλμούς έχει καθαρούς και διαυγείς, χωρίς τίποτε το θολό και σκοτεινό, όπως αντιθέτως οι οφθαλμοί της φιλαργυρίας άλλοτε μεν είναι γεμάτοι θυμό, άλλοτε δε πλήρεις ηδονής και άλλοτε ταραγμένοι από την ακράτεια. Ενώ της πτωχείας οι οφθαλμοί δεν είναι τέτοιοι, αλλά είναι ήμεροι και γαλήνιοι, βλέπουν προς όλους με γλυκύτητα, είναι μειλίχιοι και καταδεκτικοί, δεν μισούν κανένα και δεν αποστρέφονται κανένα. Διότι όπου υπάρχουν χρήματα, εκεί υπάρχει αιτία έχθρας και αναρίθμητων πολέμων.

   Το στόμα επίσης της φιλαργυρίας είναι γεμάτο από ύβρεις, από κάποια έπαρση, από πολλή αλαζονεία, από κατάρα και δόλο. Ενώ στην πτωχεία και το στόμα και η γλώσσα είναι υγιής και γεμάτη από διαρκή ευχαριστία και ευλογία, από λόγια καταδεκτικά, στοργικά και εξυπηρετικά, από επαίνους και εγκώμια. Εάν επίσης θέλεις να δεις και την αναλογία των μελών της, είναι αξιόλογη και κατά πολύ υψηλότερη από την ευπορία. Εάν ωστόσο την αποφεύγουν οι περισσότεροι, μην απορείς, διότι και τις άλλες αρετές τις αποφεύγουν οι ανόητοι.

     Αλλά ο πτωχός, θα έλεγε κάποιος, περιφρονείται από τον πλούσιο. Πάλι μου αναφέρεις το εγκώμιο της πτωχείας. Διότι, πες μου, ποιος είναι ευτυχής; Εκείνος που περιφρονεί ή εκείνος που περιφρονείται; Είναι φανερό ότι ευτυχής είναι εκείνος που περιφρονείται. Λοιπόν η φιλαργυρία μεν μάς παρακινεί να περιφρονούμε, ενώ η πτωχεία μάς  προτρέπει να υπομένουμε. «Αλλά ο πτωχός», θα απαντούσε αυτός ο κάποιος, «πεινά». Και ο Παύλος πεινούσε και βρισκόταν σε συνεχή πείνα. Αλλά δεν έχει ανάπαυση και δε σταματά το έργο του ποτέ. Ούτε ο Υιός του ανθρώπου δεν είχε πού να γείρει το κεφάλι Του.

     Είδες σε ποιο σημείο έφθασαν τα εγκώμια της πτωχείας και πού σε τοποθετούν; Κοντά σε ποιους άντρες σε αναβιβάζουν και σε κάνουν μιμητή του Δεσπότου; Εάν ήταν καλό να έχει κανείς υπό την κατοχή του χρυσό, θα τον έδινε στους μαθητές Του ο Χριστός, ο οποίος τους έδωσε εκείνα τα άρρητα αγαθά. Ενώ τώρα, όχι μόνο δεν τους έδωσε, αλλά και τους απαγόρευσε να έχουν.  Γι’ αυτό και ο Πέτρος όχι μόνο δε βυθίζεται από την πενία, αλλά και αισθάνεται υπερήφανος λέγοντας: «ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιπάτει(:Είπε δε ο Πέτρος· “αργυρά και χρυσά νομίσματα δεν έχω. Εκείνο δε που έχω, αυτό και σου δίδω, εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω όρθιος και περπάτα ελεύθερα”)»[Πραξ.3,6].Ποιος από εσάς δε θα ήθελε να κραυγάσει αυτά τα λόγια; «Ασφαλώς όλοι και πάρα πολύ μάλιστα», θα μπορούσε να πει κανείς.

     Λοιπόν, πέταξε τα αργυρά νομίσματα, πέταξε τα χρυσά. «Και εάν τα πετάξω», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, «θα αποκτήσω τη δύναμη του Πέτρου;» Πες μου, όμως, τι έκανε τον Πέτρο ευτυχή; Άραγε επειδή θεράπευσε τον χωλό; Όχι· αλλά το ότι δεν είχε αυτά, αυτό του εξασφάλισε τον ουρανό. Διότι άλλοι μεν από εκείνους που έκαναν αυτά έπεσαν στη γέεννα του πυρός, ενώ άλλοι από αυτούς που έκαναν αυτά, πέτυχαν την βασιλεία. Αυτό λοιπόν μάθε το και από αυτόν τον Πέτρο. Διότι δύο ήταν εκείνα που είπε· «αργύριο και χρυσάφι δεν έχω» και «στο όνομα του Ιησού Χριστού, σήκω και περπάτησε». Ποιο λοιπόν τον έκανε ένδοξο και μακάριο; Η θεραπεία του χωλού ή η απόρριψη των χρημάτων;.

    Και αυτά διδάξου τα και από τον ίδιο τον αγωνοθέτη, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Τι λέγει λοιπόν Αυτός στον πλούσιο ο οποίος ζητούσε την αιώνια ζωή; Δεν είπε «θεράπευε χωλούς», αλλά «πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα στους πτωχούς και ακολούθησέ με· και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς»[Λουκ.18,22]. Αλλά και ο Πέτρος επίσης δεν είπε «να, στο όνομά Σου εκβάλλουμε δαίμονες», αν και εξέβαλλε, αλλά «Να, τα αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε· τι θα κερδίσουμε;»[Ματθ.19,27]. Και ο Χριστός πάλι απαντώντας προς αυτόν, δεν είπε «εάν κανείς σηκώσει χωλό», αλλά «Όποιος, για χάρη μου, άφησε σπίτια και αγρούς, θα τα λάβει εκατονταπλάσια και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή»[Ματθ.19,29].

    Και εμείς λοιπόν θα μιμηθούμε αυτόν, για να μην ντροπιαστούμε, αλλά να εμφανιστούμε με θάρρος στο βήμα του Χριστού, για να Τον ελκύσουμε να βρίσκεται μαζί μας, όπως ήταν και μαζί με τους μαθητές. Διότι θα είναι και μαζί μας όπως ήταν και με εκείνους, εάν θελήσουμε να μιμηθούμε εκείνους και να γίνουμε θαυμαστές του βίου και της συμπεριφοράς τους. Διότι από αυτά και ο Θεός στεφανώνει και ανακηρύσσει τους νικητές, χωρίς να απαιτεί να αναστήσεις νεκρό, ή να θεραπεύσεις χωλό. Διότι δεν συντελούν αυτά να γίνουμε όπως ο Πέτρος, αλλά το να απορρίψουμε τα υπάρχοντά μας· διότι αυτό ήταν το κατόρθωμα του αποστόλου.

    Αλλά δεν μπορείς να τα απορρίψεις; Είναι πάρα πολύ εύκολο, αλλά δε σε αναγκάζω, εάν δε με θέλεις, ούτε σε βιάζω· αλλά σε παρακαλώ μόνο αυτό, να ξοδεύεις ένα μέρος από εκείνα για τους συνανθρώπους σου που τα έχουν ανάγκη και να μην επιζητείς τίποτε περισσότερο από ό,τι πραγματικά σου χρειάζεται για τις βασικές σου ανάγκες. Έτσι και εδώ θα ζήσουμε ζωή ήσυχη και ασφαλή και την αιώνια ζωή θα απολαύσουμε, την οποία είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις, μαζί με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα και τώρα και πάντοτε και αιωνίως. Αμήν.

         ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

           επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

       ·          https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf

       ·          Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα  έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Ϛ ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα),Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 12, σελίδες 403-413.

·       Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 69,  σελ.207-214 (ή : 100-104 του PDF).

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

·       Π.Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm