7. Προεπαναστατικές εξεγέρσεις στη Θεσσαλία.

Από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα.

Α΄ Η πρώτη επαναστατική κίνηση του Διονυσίου Φιλοσόφου

Βιογραφικά στοιχεία του Διονυσίου: Το λεγόμενο “Ηπειρωτικό χρονικό” μας αναφέρει ότι ο Διονύσιος ως νέος μοναχός μόνασε στην Ι. Μ. Του Αγίου Δημητρίου Ραδοβιτσίου, κοντά στο Κεράσοβο, της Ηπείρου. Έτσι οι περισσότεροι ιστορικοί υπέθεσαν ότι ο μελλοντικός μητροπολίτης Λαρίσης καταγόταν από κάποια περιοχή της Ηπείρου. Όμως, σύμφωνα με την παράδοση και κάποιες ενδείξεις από τα αρχεία της Ι. Μ. Αγίας Τριάδας Μετεώρων1, ο Διονύσιος είχε γεννηθεί στο χωριό Μαγούλα της περιοχής Φαναρίου Καρδίτσας, πιθανότατα το 1541. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευστράτιος Ευσταθίου. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στα Τρίκαλα από το δάσκαλο Αρσένιο. Το όνομα αυτού του δασκάλου αναφέρεται στην επιστολή που έστειλαν επίσκοποι της Θεσσαλίας το 1602 στο βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄. Την πενταετία 1572-7, ο Διονύσιος σπούδασε Ιατρική, Θεολογία και Φιλοσοφία στην Ιταλία (Πατάβιο). Το 1578 τοποθετήθηκε από τον οικουμενικό πατριάρχη Ιερεμία Β΄ πρωτοσύγκελος-έξαρχος του Γαλατά με εφημεριακό του κέντρο τον Ι. Ν. της Χρυσοπηγής. Το 1591 προβιβάστηκε σε Πατριαρχικό Έξαρχο. Αυτός ο τίτλος του αναφέρεται στην αλληλογραφία του με τον Μάξιμο Μαργούνιο2. Το 1593 εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος (μητροπολίτης) Λαρίσης, με έδρα, όπως συνηθίζονταν από το 1476, τα Τρίκαλα.

Τα επαναστατικά σχέδια: Λίγο μετά την εκλογή και την τοποθέτηση του στη θεσσαλική μητρόπολη και έχοντας βιώσει τις διώξεις και τους εξευτελισμούς που υπέφερε το ποίμνιό του, συνέλαβε την ιδέα της απελευθέρωσης του. Οι συνθήκες, την εποχή εκείνη, τουλάχιστον στον εξωτερικό τομέα, φαινόταν ευνοϊκές διότι λίγο νωρίτερα είχε ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ Αυστρίας και Τουρκίας (1593-1606). Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου οι Οθωμανοί έφτασαν, για πρώτη φορά μπροστά στα τείχη της Βιέννης, δημιουργώντας έτσι φόβο σ’ όλες τις ευρωπαϊκές δυνάμεις οι οποίες άρχιζαν να συσπειρώνονται. Δεν έλειψαν μάλιστα και σχέδια του πάπα για δημιουργία κοινών ευρωπαϊκών στρατιωτικών σωμάτων στα πρότυπα των Σταυροφοριών για να αντιμετωπιστεί η οθωμανική λαίλαπα. Όμως, κι ενώ φαινόταν ότι οι περιστάσεις στον εξωτερικό τομέα θα βοηθούσαν μια εξέγερση των ραγιάδων, στο εσωτερικό η κατάσταση κάθε άλλο παρά συνηγορούσε σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Πρώτ’ απ’ όλα ο λαός ήταν πλήρως αμόρφωτος, μιας και οι πνευματικοί ταγοί του είχαν εγκαταλείψει πολύ νωρίς τον ελλαδικό χώρο. Έπειτα το εμπόριο και η αστική τάξη που θα προέκυπτε απ’ αυτό ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Τέλος δεν είχε ακόμα δημιουργηθεί η κλεφταρματολική παράδοση που θα μπορούσε να παράσχει το “οξυγόνο” των ενόπλων τμημάτων που θα διέθετε. Παρ’ όλα αυτά ο Διονύσιος, το 1598, έστειλε έναν έμπιστό του μοναχό στη Βενετία για να διαπραγματευτεί τη βοήθεια που θα μπορούσαν να παράσχουν η Αυστρία και η Ισπανία. Έτσι ο απεσταλμένος του Λαρισαίου μητροπολίτη, εκφράζοντας τη συνείδηση των υποδούλων Ελλήνων ζήτησε τη μεσολάβηση του Αυστριακού μονάρχη, Ροδόλφου Β΄ προς το βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄ για τη χορήγηση στρατιωτικής βοήθειας στους Έλληνες. Η βοήθεια που ζητήθηκε περιελάμβανε την χορήγηση από την πλευρά των Αυστριακών και των Ισπανών στρατιωτικού σώματος 10.000 στρατιωτών, πυροβολικού εκστρατείας κι ενός ηγέτη αυτών των σωμάτων. Όλα αυτά τα πληροφορούμαστε από μια επιστολή του γραμματέα της αυστριακής πρεσβείας στη Βενετία, B. Rossi, προς τον Ροδόλφο3 με ημερομηνία 11/12/1598. Μια δεύτερη ανάλογη επιστολή απέστειλε ο ίδιος πρέσβης την 18η του ίδιου μήνα. Στην επιστολή αυτή αναφερόταν μεταξύ άλλων ότι ένας Έλληνας αντιπρόσωπος της επαναστατικής επιτροπής θα επισκεπτόταν τον ίδιο το Ροδόλφο στα ανάκτορά του στην Πράγα και θα συγκεκριμενοποιούσε τα αιτήματα βοήθειας. Πραγματικά μέχρι το τέλος του ίδιου μήνα ο αντιπρόσωπος αυτός, τον επισκέφτηκε και του παρέδωσε μια προσωπική επιστολή, συντάκτης της οποίας προφανώς ήταν ο ίδιος ο μητροπολίτης Λαρίσης. Στην επιστολή αυτή η επαναστατική επιτροπή ζητούσε τη χορήγηση στρατιωτικής βοήθειας 10.000 ανδρών και πολεμοφοδίων για 40.000 Έλληνες επαναστάτες, με σκοπό την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Οθωμανικό ζυγό4. Ο Διονύσιος, πριν ακόμη πάρει απάντηση από τους Αυστριακούς, απευθύνθηκε και προς τον πάπα Κλήμη Η΄. Έστειλε, για το σκοπό αυτό, επιστολή προς τον ποντίφηκα, με ημερομηνία 16/5/16005, στην οποία του περιέγραφε με μελανά χρώματα την κατάσταση των ομοφύλων του κάτω από το βαρβαρικό ζυγό και του ζητούσε βοήθεια. “Κέχηνα προς τούτο ο του Χριστού λαός, ο Θετταλίας, Ηπείρου τε και Μακεδονίας και συμπάσα εφεξής η Ελλάς, και μυρίους υπέρ της πίστεως θανάτους υποστήσεται”, γράφει στην αρχή της επιστολής του ο Διονύσιος και καταλήγει: “Πάτερ μακαριώτατε εξεγέρθητι κατά του πολεμίου δράκοντος”. Το καλοκαίρι του 1600 διοργανώθηκε από τον ακούραστο μητροπολίτη μια σύσκεψη στην Άρτα στην οποία παρευρέθησαν μεταξύ άλλων και ο μητροπολίτης Δυρραχίου Χαρίτων, ο μητρ. Ιωαννίνων Νεόφυτος, ο Ναυπάκτου και Άρτας Γαβριήλ, κ.α. Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε να σταλεί μία ακόμη αντιπροσωπεία στο Ροδόλφο για να ζητήσει βοήθεια. Η αντιπροσωπεία που επιλέχτηκε απαρτιζόταν από τους Κων/νο Ποστέλνικο, Εμμανουήλ Ηγούμενο, Σταύρο Αψαρά και Σκαρλάτο Μάτσα. Στο τέλος του θέρους της ίδιας χρονιάς η αντιπροσωπεία αυτή επισκέφτηκε το Ροδόλφο και εκείνος τους παρέπεμψε στο βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄, τον ισχυρότερο Χριστιανό ηγεμόνα της εποχής. Έτσι η αντιπροσωπεία συνάντησε στη Μαδρίτη τον Ισπανό μονάρχη, ο οποίος τους συνέστησε να απευθυνθούν στον αντιβασιλέα του ισπανικού θρόνου και ηγέτη του κράτους της Νάπολι, κόμη ντε Λέμος. Αφού η ελληνική αντιπροσωπεία μετέβη για το σκοπό αυτό στην Ιταλία, ο ντε Λέμος όρισε το ναύαρχο Βιτσέντσο ντε Μπούνε και τον στρατιωτικό Αντρές ντε Τοβαλίνα υπεύθυνους για τη συζήτηση του θέματος της ελληνικής επανάστασης με την ελληνική αντιπροσωπεία. Οι απεσταλμένοι του Διονυσίου παρουσίασαν στους Ευρωπαίους αξιωματικούς ένα υπόμνημα τεσσάρων σημείων. Το πρώτο αναφερόταν στη δεινή οικονομική θέση των Ελλήνων. Το δεύτερο αναφερόταν στη στρατιωτική κατάσταση Ελλήνων και Τούρκων. Από αυτό το δεύτερο μέρος του υπομνήματος πληροφορούμαστε ότι στο εγχείρημα της επανάστασης συμμετείχαν και άλλοι θρησκευτικοί ταγοί της Θεσσαλίας, όπως οι επίσκοποι Δημητριάδος Φιλόθεος, Ζητουνίου Δανιήλ και Γαρδικίου (Ζάρκου) Παρθένιος, ο ηγούμενος της Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου Παχώμιος, καθώς και άλλοι κατώτεροι κληρικοί και μοναχοί, αλλά και απλοί λαϊκοί όπως ο Ηπειρώτης ευγενής Ιωάννης Πικούλης. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι επαναστατικές “κεφαλές” συναντούνταν στη μονή Τατάρνας (Senora De Tarne, σύμφωνα με το κείμενο) στα Δυτικά Άγραφα. Αργότερα οι συσκέψεις αυτές μεταφέρθηκαν σε άλλα μυστικά μέρη, διότι οι συναντήσεις της Τατάρνας είχαν προδοθεί στους Τούρκους από κάποιον κοτσάμπαση της περιοχής. Το σχέδιο της επανάστασης προέβλεπε ότι οι επαναστάτες θα συγκέντρωναν ένοπλα τμήματα σε περιοχές της Βορείας Ηπείρου (Δέλβινο, Αργυρόκαστρο) καθώς και στο Άγιο Δονάτο και την Άρτα, νοτιότερα. Στη Στερεά τα ανάλογα επαναστατικά σώματα θα συγκεντρώνονταν στο Αγγελόκαστρο και στη Ναύπακτο, ενώ οι Θεσσαλοί στα Τρίκαλα στη Λάρισα, στο Φανάρι και στα Άγραφα. Ο εξοπλισμός των επαναστατών, όπως περιγραφόταν στα υπομνήματα των Ελλήνων αντιπροσώπων, θα ήταν 3.000 εμπροσθογεμή αρκεβούζια και 4.000 πάλες (σπαθιά). Επειδή τα πολεμοφόδια όπως φαινόταν, ήταν ελάχιστα για ένα τέτοιο επαναστατικό εγχείρημα ζητήθηκε από τους Ισπανούς ένα ισχυρό και ετοιμοπόλεμο εκστρατευτικό σώμα που θα αποβιβαζόταν στην Πρέβεζα και έπειτα θα συνενωνόταν με τους Έλληνες επαναστάτες. Έπειτα σύμφωνα με τον υπερβολικά αισιόδοξο Διονύσιο τα ενωμένα στρατεύματα θα διέσχιζαν Νότια Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία με απώτερο στόχο την κατάληψη της Κων/λης6. Είναι πιθανό ότι η ελληνική αντιπροσωπεία έλαβε θετικά μηνύματα από τους Ισπανούς διότι ειδοποίησε τους Θεσσαλούς ότι το αίτημά τους είχε γίνει κατ’ αρχήν δεκτό.

Η επανάσταση και το τέλος της: Όταν οι επαναστάτες έμαθαν τα ευχάριστα νέα, χωρίς να πάρουν οδηγίες από τους ηγέτες τους, τον Διονύσιο, τον Ηπειρώτη Ιωάννη Πικούλη, ή κάποιον άλλον, εξεγέρθηκαν κατά τόπους τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 1600. Οι επαναστάτες στη Θεσσαλία, γεμάτοι μένος για ό,τι υπέφεραν στα διακόσια χρόνια της μαύρης σκλαβιάς, σκότωσαν εκατοντάδες Οθωμανούς στις περιοχές της Λάρισας και των Τρικάλων. Συγχρόνως ο φημισμένος κλέφτης των Αγράφων Βέργος χτυπούσε με τις ομάδες του τον τουρκικό στρατό. Ο Διονύσιος βλέποντας το άκαιρο της επανάστασης και καταλαβαίνοντας ότι δεν θα ακολουθούσε ευρωπαϊκή συνεπικουρία, έδωσε τέλος στις επαναστατικές πράξεις, υπό το φόβο των άγριων οθωμανικών αντιποίνων, που θα επακολουθούσαν, κατά του απλού θεσσαλικού λαού. Ο μητροπολίτης Λαρίσης, αμέσως μετά την κατάπαυση της επανάστασης, κρύφτηκε για ένα διάστημα αρκετών μηνών, μέχρι το Μάιο του 1601, για να μη συλληφθεί, φοβούμενος έτσι μήπως και δεν κατορθώσει την πραγμάτωση των σχεδίων του, πιο οργανωμένα, την επόμενη φορά. Την ίδια περίοδο το μένος των Οθωμανών πλήρωσε ο ηγούμενος της Ι. Μ. Του Μεγάλου Μετεώρου Παχώμιος, ο οποίος αφού συνελήφθη, με συνοπτικές διαδικασίες καταδικάστηκε σε μαρτυρικό θάνατο με ανασκολοπισμό. Τότε ο Διονύσιος μετέβη αυτοπροσώπως στην Ιταλία πρώτα (Μάιο) και την Ισπανία κατόπιν για να ζητήσει τη βοήθεια των Ισπανών που δεν είχε φανεί μέχρι τότε. Το οικουμενικό πατριαρχείο, με απόφαση της 15ης Μαΐου του ίδιου έτους καθαίρεσε τον Διονύσιο. Τα τελευταία γεγονότα της επανάστασης αυτής τα πληροφορούμαστε από μια επιστολή του Δεκεμβρίου του 1601, που υπογράφεται από τους επισκόπους Ραδοβισδίου Κλήμη, Σταγών Τιμόθεο, Γαρδικίου Παρθένιο και τον (νέο) ηγούμενο της Ι. Μ. Σωτήρος Μετεώρων Κάλλιστο προς τον Διονύσιο που βρισκόταν στην Ιταλία. Σύμφωνα με την επιστολή αυτή οι Τούρκοι ενημερώθηκαν από κάποιον προδότη ότι ο Διονύσιος ήταν ο υπεύθυνος της εξέγερσης. Οι Οθωμανοί, αναφέρει η επιστολή7, έστειλαν έναν αξιωματούχο ονόματι Ζαούσιμ για να κάνει ανακρίσεις για την επανάσταση και ο οποίος είχε την εντολή να καταστρέψει την Ι. Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, που θεωρήθηκε η έδρα των επαναστατών, αλλά και ολόκληρων περιοχών στη Θεσσαλία. Εκείνη την εποχή οι Οθωμανοί συνέλαβαν άδικα, ως συνεργό του Διονυσίου, τον Άγιο Σεραφείμ, επίσκοπο Φαναρίου, το οποίον βασάνισαν και φόνευσαν με μαρτυρικό θάνατο. Εν τέλει η καταστροφή της Ι. Μονής αποφεύχθηκε χάρις στην εξαγορά (με 3.000 σκούδα) κάποιων Οθωμανών που κατέθεσαν, ψευδώς, ότι ο Διονύσιος, ο μοναδικός αίτιος της στάσης, είχε πάει στη Μόσχα και έτσι η επανάσταση, που δεν υπήρχε κανείς να την κατευθύνει, σταμάτησε.

[ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΣ]

1. Παπακωνσταντίνου Θ., “Η επανάσταση του Διονυσίου του Φιλοσόφου, Μητροπολίτη Λαρίσης, στη Θεσσαλία στα 1600, κατά τα αρχεία της Αυστρίας του Βατικανού και της Ισπανίας”, Μετέωρα, τ. 59-60, Τρίκαλα 2007, σ. 193.

2. Παπακωνσταντίνου Θ., ό. π. , σ. 194.

3. Παπακωνσταντίνου Θ., ό. π. , σ. 194.

4. Παπακωνσταντίνου Θ., ό. π. , σ. 195.

5. Παπαδόπουλος Σ. Ανέκδοτα έγγραφα του αρχείου του Βατικανού αναφερόμενα στα επαναστατικά κινήματα του Διονυσίου του “Σκυλοσόφου”, Θεσσαλονίκη 1968, σσ. 70 κ. εξ.

6. Παπακωνσταντίνου Θ., ό. π. , σ. 196.

7. Παπακωνσταντίνου Θ., ό. π. , σ. 197.

ΛΕΖΑΝΤΑ: Η ΛΑΡΙΣΑ ΣΤΑ 1600