Από τον Κων/νο ΑΘ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα.

 Το αρματολίκι των Χασίων.

Νικοτσάρας.

Το όνομα Χάσια προέρχεται από τη διαίρεση της γης των κατακτημένων εδαφών της Ελλάδας από τους Οθωμανούς. Έτσι οι αγροτικές και κτηνοτροφικές γαίες χωρίστηκαν σε τιμάρια (κτήματα), ζιαμέτια (μεγαλύτερα κτήματα), βακούφια (περιοχές που ανήκαν σε Ιερούς Ναούς και οθωμανικά τεμένη) και χάσια, τα οποία ήταν δημοτικά κτήματα1, για την εκμετάλλευση των οποίων οι καλλιεργητές υποχρεώνονταν να πληρώνουν τους αναλογούντες φόρους, συνήθως τη δεκάτη, στο σουλτάνο ή τον τοπικό Οθωμανό, ή Αλβανό (από το 18ο αιώνα και μετά), αξιωματούχο. Η περιοχή των Χασίων στα θεσσαλικά όρια άρχιζε από τα βόρεια του όρους Τίταρος (Σέρβια Κοζάνης) ως την κλεισούρα του Καστρακίου Καλαμπάκας και από τους πρόποδες της Πίνδου ως το χωριό Τζενεράδες (Κορυδαλλός), συμπεριλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τα περισσότερα χωριά των Γρεβενών, των δυτικών περιοχών της Ελασσόνας και τις βορειότερες περιοχές των Τρικάλων. Τα Γρεβενά ήταν η έδρα του αρματολικίου των Αγράφων, αλλά και έδρα του αντιστοίχου της Πίνδου (Μηλιάς) και του Δότσικου (Σαμαρίνας). Οι αρματολοί των Χασίων είχαν καθήκον να ελέγχουν τις διαβάσεις των ορεινών περιοχών, εμποδίζοντας τη ληστεία που ανέκαθεν ενδημούσε στην περιοχή, και να τις κρατούν ανοικτές και ασφαλείς, επιτρέποντας την μετάβαση των στρατιωτικών τμημάτων του οθωμανικού κράτους από την Ήπειρο προς τη Θεσσαλία και αντίστροφα2, όποτε παρουσιαζόταν ανάγκη.

Ο πολύ σημαντικός αυτός δρόμος ονομαζόταν Τζιαντές και συνέδεε την Ήπειρο και τα Γρεβενά με τη Θεσσαλία μέσω της Δεσκάτης. Πολύ συχνά η περιοχή αυτή γινόταν θέατρο συγκρούσεων μεταξύ αντιμαχομένων ομάδων κλεφτών. Ο Αραβαντινός τοποθετεί χρονικά την ίδρυση του αρματολικίου των Χασίων, που ήταν σχεδόν ισάξιο αυτού του Ολύμπου, στο 1537. Το 1807 διαλύθηκε από την Πύλη. Οι περισσότεροι κλέφτες των Χασίων αλλά και οι αρματολοί άλλοτε εμφανίζονταν στον Όλυμπο και άλλοτε στα Χάσια. Οι πιο γνωστοί κλεφταρματολοί της περιοχής ήταν ο Ζιάκας, οι Βλαχαβαίοι, ο Γιαννούλας, ο Τότσ(ι)κας, ο Νικοτσάρας (συχνότερα στον Όλυμπο), ο Λιόλιος, ο Ψύρρας, ο Σύρος, ο Μπζιώτας, ο Σιαπέρας, ο Ζήντρος και ο Λάππας. Οι δυο τελευταίοι ήταν οι πιο αγαπημένοι από τους κατοίκους της περιοχής. Μετά την παύση των τελευταίων Ελλήνων αρματολών και από το 1808, χρονιά θανάτου του παπα-Θύμιου Βλαχάβα, διορίστηκαν στην περιοχή Τουρκαλβανοί λήσταρχοι οι οποίοι καταπίεζαν τους ντόπιους πληθυσμούς αποσπώντας τους συχνά υπέρογκα ποσά. Τα υπόλοιπα αρματολίκια και οι γνωστότεροι αρματολοί.

Άλλοι γνωστοί κλεφταρματολοί, που αποτέλεσαν τη μαγιά, θα λέγαμε, των επαναστατικών δυνάμεων του ’21, αλλά και άλλων πρωιμότερων επαναστατικών κινήσεων, ήταν οι πιο κάτω3: στα Σέρβια οι Σύρος και Μπζιώτας, στα Γρεβενά οι Τόσκας, Νάκας, οι Ζιακαίοι και ο Ι. Πρίφτης ή Παπανικολάου. Στην περιοχή του Ολύμπου πιο ονομαστοί αρματολοί υπήρξαν οι Λαζαίοι και ο Ολύμπιος. Στην περιοχή του Κάτω Ολύμπου οι Τζαχιλαίοι και ο Νικοτσάρας.

Άλλοι αρματολοί ήταν οι Δεληγιανναίοι στην περιοχή του Μετσόβου, ο Λάπας και οι Στουρναραίοι στον Ασπροπόταμο. Ο πιο γνωστός αγωνιστής αυτής της οικογένειας ήταν ο Νικολός Στουρνάρας ο οποίος συμμετείχε ενεργά στον αγώνα του ’21 και σκοτώθηκε στην έξοδο του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του 1826. Στην Όθρυ και νοτιότερα αρματολός ήταν ο Δυοβουνιώτης, στο Πήλιο ο Μπασδέκης, στην περιοχή Κισσάβου – Μαυροβουνίου – Τεμπών οι Π. Ζήδρος, Π. Τσάρας, Ν. Τσάρας, και οι Βλαχοθώδορος, Μάντζαρης, Δράσκος, ενώ στην περιοχή του Δομένικου ο Τζίμος.

ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ:

Περί της καταγωγής του Νικοτσάρα

Οι γραπτές πηγές αναφέρουν ως πατρίδα του Νικοτσάρα την Κρανιά του Ολύμπου. Ο Heuzey λέει για την Κρανιά “ήταν μια φορά ένα μεγάλο και πλούσιο χωριό. Βρήκα μόνο 60 σπίτια, από τα 400 που υπήρχαν κάποτε. Όλα τα υπόλοιπα ήταν ερείπια. Ακόμα το μισό του χωριού το νοικιάζουν οι Βλάχοι που έρχονται και φεύγουν. Η Κρανιά καταστράφηκε σχεδόν τελείως από τους Τούρκους στον πόλεμο της ανεξαρτησίας. Ήταν ίσως ο τόπος που έδωσε τους περισσότερους καπεταναίους, τους κλέφτες και τους αρματολούς του Ολύμπου. Ο περίφημος Νικοτσάρας ήταν, πιθανότατα, από την Κρανιά Ολύμπου4. Ο Γεωργιάδης λέει: “…παριστά σήμερον μικρόν και άσημον χωρίον κατοικούμενον υπό 100 περίπου οικογενειών. Την φοβεροτέραν καταστροφήν υπέστη το χωρίον κατά το 1822 υπό των αγρίων ορδών του αιμοχαρούς Αβδουλαβούτ πασά. Η Κρανιά είναι η πατρίς του διαβοήτου Νικοτσάρα.5” Επίσης η εγκυκλοπαίδεια Πυρσός στο λήμμα Όλυμπος αναφέρει την Κρανιά ως πατρίδα του Νικοτσάρα. Άλλες νεότερες πηγές τοποθετούν στα Γιαννωτά τον τόπο καταγωγής του Νικοτσάρα6. Ο Νικοτσάρας ήταν σκληρός με του Οθωμανούς αλλά και με διάφορους προεστούς, γι’ αυτό και είχε πολλές αντιπάθειες, που οδήγησαν τους εχθρούς του να βάλουν κάποιον τέως σύντροφό του, το Βλαχοθόδωρο, να τον βγάλει από τη μέση κάπου στην περιοχή του Λιτοχώρου.

Ο David Urguhart συναντά το 1830 τον αρματολό του Ολύμπου Δήμο Τζαχείλα.“ “Ήμουν πια αποφασισμένος να επισκεφτώ τον καπετάν Δήμο, που εξουσίαζε την περιοχή του Ολύμπου, η οποία συνόρευε με την περιοχή της Λάρισας. Διέμενε στο χωριό Καρυά, 10 μίλια από το μοναστήρι του Σπαρμού. Ένα καλογεράκι προσφέρθηκε αφιλοκερδώς να με συνοδέψει ως εκεί (…) Αφήνοντας το μοναστήρι (Σπαρμός) περάσαμε αμέσως το χωριουδάκι Σκαμνιά7, του οποίου φαίνονταν κατοικημένα το εν τρίτο των σπιτιών του. Ψηλότερα, στα αριστερά, είδαμε την εντελώς έρημη Πουλιάνα8. (…) Με τον καπετάν Δήμο γίναμε γρήγορα φίλοι. Μου ανακοίνωσε ότι θα με συνόδευε στη Ραψάνη, η οποία δεσπόζει της κοιλάδας των Τεμπών. (…)Τότε ακριβώς φάνηκε και ο δικαστής του λαού (ο καπετάν Δήμος) πάνω στο ολόλευκο άλογο. Μια βίαιη ομήγυρη σταμάτησε αμέσως την πορεία μας. Ο κλέφτης του Ολύμπου, ανάμεσά τους, τους ατένιζε συνοφρυωμένος, όπως θα ατένιζε τους Γότθους ο Στηλίχωνας. Μια απαρηγόρητη μητέρα έπεσε στα πόδια του και ζητούσε γονατιστή δικαιοσύνη, κάποιος παπάς εκδίκηση, ο καλόγερος με το σπασμένο κρανίο έλεος και η άτυχη γυναίκα παρακαλούσε να την λυπηθούν, και, πάνω απ’ όλους, ακουγόταν η φωνή του απατημένου συζύγου, που ζητούσε ικανοποίηση. Ο καπετάν Δήμος τους άκουσε υπομονετικά για λίγη ώρα. Κάτω όμως από το βάρος των συγκρουόμενων απειλών και ικεσιών, έχασε πολύ γρήγορα την υπομονή του και αγρίεψε(…) Ο θυμός του κλέφτη γινόταν όλο και πιο τρομερός, και οι απειλές του ήταν τέτοιες, που μόνο με ομηρικές θα μπορούσαν να συγκριθούν, υπογραμμισμένες μάλιστα με μια χαρακτηριστική κίνηση του χεριού, στο ύψος της καρωτίδας, δανεισμένη προφανώς από τους Τούρκους. Ήμουν βέβαιος ότι δε θα τον ευχαριστούσε τίποτε περισσότερο από το να κόψει το λαιμό όλων αυτών των ανθρώπων. Και με το δίκιο του! (…)” David Urguhart: Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1830, τέταρτο μέρος, μτφρ. Ν. Ντεσλή, Θ. Η.,σσ. 185, 187.

Ο περιηγητής David Urguhart δίνει κατάλογο κατοικιών στα χωριά του αρματολικίου Ολύμπου.

David Urguhart: Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1830, τέταρτο μέρος, μτφρ. Ν. Ντεσλή, Θ. Η.,σ. 189.

1. Βακαλόπουλος Α. Ε., Ιστορία της Μακεδονίας 1453-1833, Θεσσαλονίκη 1969, σ. 94.

2. Προύφα Ευαγγ., “Η εξέλιξη των οικισμών στα ΒΔ. Χάσια και η συγκρότησή τους στο α΄ μισό του 2ού αιώνα”, Μετέωρα, Τρίκαλα 2007, σ. 209.

3. Δες σχετ. Ι. τ. Ε. Ε. , τόμος Ι΄ , σ. 417-9.

4. I. Heuzey, “Le mont Olympe et l’ Acarnanie”, μτφρ. G. Polese, Θ. Η., τ. 13ος, 1988, σ.52-3.

5. Ν. Γεωργιάδης, Θεσσαλία, Αθήνα 1880, σ. 261-2.

6. Δες ακόμα: Μπασλής Ι., Ποια είναι η πατρίδα του Νικοτσάρα., εφημ. Ελευθερία, 19/8/08, σ. 8.

7. Εδώ ο περιηγητής αναφέρεται στην Παλιά Σκαμνιά (Συκαμινέα)

8. Κρυόβρυση. Εδώ αναφέρεται ο παλιός κατεστραμμένος ομώνυμος οικισμός.

9. Ο σύγχρονος Λεονάρδος δίνει 800 οικίες στη Ραψάνη, 300 στην Κρανιά, 50 στην Αιγάνη, 150 στον Πυργετό και 200 στην Καλλιπεύκη.