1.

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ: Κάποιο Σάββατο, ο Κύριος δίδασκε σε μία Συναγωγή. Ανάμεσα στο πλήθος, μία γυναίκα σκυμμένη διαρκώς με κυρτωμένο τόσο το σώμα της, που δεν μπορούσε να σηκώσει όρθιο το κεφάλι της. Βασανιζόταν η δύστυχη δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Όταν την είδε ο Κύριος, της φώναξε: “Γυναίκα, είσαι ελεύθερη από την αρρώστια σου”. Άπλωσε πάνω της τα χέρια Του και την ίδια στιγμή έγινε καλά, σηκώθηκε ολόρθη και δόξαζε τον Θεό για τη θεραπεία της. Ο Κύριος σπλαχνίσθηκε και θεράπευσε τη γυναίκα αυτή χωρίς η ίδια να ζητήσει τη θεραπεία της, γιατί αυτή ήταν ευσεβής. Έχοντας μία τόσο βασανιστική, παραμορφωτική ασθένεια, που καθιστούσε επίπονη ακόμη και τη μετακίνησή της, εντούτοις δεν απουσίαζε από τη Συναγωγή την ημέρα του Σαββάτου. Επιπλέον, παρά τη μακροχρόνια ασθένεια, δεν σκληρύνθηκε η καρδιά της, δεν έγινε άπιστη. Αντίθετα μένοντας σταθερή στην πίστη της, προσερχόταν στη Συναγωγή ποθώντας να ακούσει λόγο Θεού. Ο Χριστός δεν της ζήτησε πίστη για να κάνει το θαύμα, διότι διέκρινε την προαίρεσή της. Μάλιστα την ονόμασε «κόρη του Αβραάμ», για να αποκαλύψει την ευσέβειά της. Φαίνεται λοιπόν ότι η γυναίκα αυτή, με την ασθένειά της, είχε αποκτήσει βαθύτερη ευσέβεια και πίστη. Ήλθε στη Συναγωγή για να ωφεληθεί πνευματικά. Και ο Κύριος μαζί με την ωφέλεια της ψυχής της της χάρισε και τη θεραπεία του σώματος. Η γυναίκα αυτή μας διδάσκει να συμμετέχουμε στην κυριακάτικη Θεία Λατρεία. Και μάλιστα εμάς που πηγαίνουμε στους ιερούς Ναούς, όπου τελείται η φοβερή και αναίμακτη θυσία του Κυρίου μας, όπου άγγελοι, άγιοι και ο ίδιος ο Θεός είναι ανάμεσά μας. Ας σκεφτούμε μάλιστα πως μία συγκύπτουσα με τόσο κόπο δεν παρέλειπε το ιερό της καθήκον.

ΦΘΟΝΟΣ: Μόλις η γυναίκα θεραπεύτηκε, τα έκπληκτα μάτια όλων στράφηκαν στον Κύριο. Ένας όμως δεν άντεχε την κατάσταση αυτή. Ο Αρχισυνάγωγος! Χωρίς να κρύψει τη ζηλοφθονία του, γεμάτος αγανάκτηση διαμαρτύρεται: “Έξι μέρες μπορούμε να εργαζόμαστε’, φώναξε. “Αυτές τις ημέρες να έρχεστε να θεραπεύεστε, κι όχι το Σάββατο(!)”. Ο Κύριος βλέποντας την υποκρισία και το φθόνο του Αρχισυναγώγου, τον ξεσκέπασε μπροστά σε όλους: “Υποκριτή”, του λέει, “ο καθένας σας την ημέρα του Σαββάτου δεν λύνει το βόδι του ή το γαϊδουράκι του από τη φάτνη και δεν το πηγαίνει να το ποτίσει;” Και το κάνει αυτό χωρίς να θεωρείται παραβάτης της αργίας του Σαββάτου. “Αυτή όμως η γυναίκα, που την έδεσε ο σατανάς με τέτοια αρρώστια, ώστε να μην μπορεί να σηκωθεί όρθια τόσα χρόνια, δεν έπρεπε να θεραπευτεί την ημέρα του Σαββάτου;” Ο εμπαθής υπέυθυνος της συναγωγής παραλογίστηκε. Μη τολμώντας να ελέγξει κατευθείαν τον Κύριο, τα έβαλε υποκριτικά με το λαό. Τους κατηγόρησε ότι παρέβαιναν το Σάββατο, ενώ καμία σχέση δεν είχε ο λαός με τη θεραπεία που έγινε. Αλλά ούτε η γυναίκα που θεραπεύτηκε παρακάλεσε τον Κύριο να τη θεραπεύσει! Ο Αρχισυνάγωγος σκοτισμένος από φθόνο εναντίον του Ιησού, όχι μόνον έκλεισε τα αυτιά του να μην ακούει την σοφία του Ιησού, όχι μόνον σφράγισε τα μάτια του να μη βλέπει την θεία ενέργεια των θαυμάτων Του, αλλά και Τον κατεδίκασε με θρασύτητα ενώπιον του λαού ως παραβάτην του νόμου! Πόσοι τέτοιοι όμως ευρίσκονται ακόμη και στην Εκκλησία, που κλείνουν τα μάτια τους στο Φως της πίστεώς μας για να μη βλέπουν το θαύμα, και σφραγίζουν τα αυτιά τους για να μην ακούουν τις ουράνιες διδασκαλίες της! Ο φθόνος παραλογίζει και εξευτελίζει τον άνθρωπο. Είναι ασθένεια που μας κάνει ανεξέλεγκτους. Κάποτε οδηγεί και στο έγκλημα. Πάντοτε όμως αναστατώνει τις ανθρώπινες σχέσεις. Διαλύει οικογένειες, φιλίες, καταστρέφει ψυχές. Συνεπώς εάν βλέπουμε στην ψυχή μας ίχνος, έστω, ζήλειας, μην το αφήνουμε να εξελιχθεί. Αλλά να προστρέχουμε στο έλεος του Θεού, και να ζητούμε, με την εξομολόγηση τη Χάρη του Θεού για να το καταπολεμήσουμε πριν γιγαντωθεί.

ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ: Tο πάθος της υποκρισίας στηλιτεύει ακόμη ο Κύριος. Ο Ιησούς παρουσιάσει τη θεϊκή Του δύναμη θεραπεύοντας μια γυναίκα. Το γεγονός όμως πού τάραξε τη μικρή τοπική κοινωνία και τους πνευματικούς της ταγούς, ήταν πως επιτέλεσε το θαύμα την ήμερα του Σαββάτου, ιερή ήμερα για τον Ιουδαϊσμό! Ο Κύριος επισημαίνει την υποκρισία, συγκεκαλυμμένη με το πρόσχημα της ευσέβειας, και ελέγχει αυστηρά. Ο Αγιος Μάξιμος Ομολογητής σημειώνει ότι «υποκρισία είναι η προσποίηση της φιλίας που ενεργεί με προσωπείο συμπάθειας. Ή φθόνος που μιμείται τα χαρακτηριστικά της αγάπης ή βίος πού δείχνει να στολίζεται από ψεύτικη αρετή». Συχνά, όμως, εμείς οι ίδιοι δείχνουμε υποκρισία στην καθημερινή μας ζωή: Όταν διδάσκουμε λόγο Θεού, όταν ζητούμε από τους γύρω μας να ζουν κατά το θείο θέλημα ενώ εμείς οι ίδιοι υιοθετούμε εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής, που δε συμβαδίζει με τους λόγους μας. Υποκρισία επιδεικνύουμε όταν επιδιδόμαστε σε αγαθοεργείες προς εξασφάλιση ανθρωπίνων επαίνων και κολακείας και όχι ως έκφραση γνησίων εσωτερικών μας αισθημάτων. Υποκρισία έχουμε, όταν ερμηνεύουμε το θέλημα του Θεού επιφανειακά, κρατώντας τον τύπο και τηρώντας το γράμμα του νόμου και όχι βιώνοντας την ουσία. Στην υποκρισία μας ωθεί ο εγωισμός, απομακρύνοντάς μας από τη γνήσια χριστιανική ζωή. Διαστρέφει την ουσία της πνευματικής ζωής, γι’ αυτό και ό Κύριος την πολέμησε τόσο πολύ. Η υποκρισία συνιστά σοβαρότατο κίνδυνο. Ακυρώνει ό,τι καλό με κόπο κατορθώνουμε. Σκανδαλίζει τους συνανθρώπους μας. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ειλικρινείς σ’ όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας, εξασφαλίζοντας την αγάπη του Θεού.

ΤΥΠΟΛΑΤΡΕΙΑ: Γέννημα της υποκρισίας είναι η θρησκευτική τυπολατρεία. Ο Κύριος στηλιτεύει την τυπολατρία κάθε εποχής. Οι φαρισαίοι είχαν μετατρέψει τις εντολές του Νόμου σε στείρο σύστημα υποχρεώσεων και περιορισμών, και γι αυτό αντιδρούσαν με αγανάκτηση όταν ο Χριστός θεράπευε τα Σάββατα, σε σημείο να λένε ότι εφόσον δεν τηρεί το Σάββατο, δεν προέρχεται από τον Θεό! Η τυπολατρεία τούς έκανε να θεωρούν τους εαυτούς τους αυτάρκεις έναντι του Θεού. Αγανακτούν οι φαρισαίοι που ο Χριστός θαυματουργεί Σάββατο, αγανακτούν που συνομιλεί με αμαρτωλούς, αγανακτούν όταν βλέπουν τους μαθητές Του να τρώνε χωρίς να έχουν πλύνει τα χέρια τους(!), ή να μην τηρούν επακριβώς τις νηστείες. Ο Χριστός μάς δείχνει ότι πάνω από τους τύπους βρίσκεται η ουσία και η αλήθεια. Γι αυτό είπε χαρακτηριστικἀ ότι δεν είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος για το Σάββατο, αλλά το Σάββατο για τον άνθρωπο. Το μήνυμα όμως του Ευαγγελίου, το κήρυγμα του Χριστού και ο τρόπος της ενανθρώπησής Του και του Πάθους Του δίνουν προτεραιότητα στην ελευθερία του ανθρώπου και στοχεύουν στην πνευματική του αποδέσμευση από τα δεσμά της αμαρτίας αλλά και τις στείρες υποχρεώσεις που καταπιέζουν. Η τυπική-μηχανιστική τήρηση θείων εντολών δεν μας προσφέρει τίποτα, αν δεν “πρωταγωνιστεί” η αγάπη προς τον πλησίον, η ευσπλαχνία και η διάθεση της προσφοράς. Το μήνυμα του Ευαγγελίου αφορά όλους μας, μιας που συχνά, ίσως ασυναίσθητα, προτάσσουμε τις εντολές του Θεού και βάζουμε σε δεύτερη μοίρα την αγάπη προς τον πλησίον. Άλλοτε πάλι, είτε θεωρούμε τους εαυτούς μας εντάξει έναντι του Θεού, και συνεπώς ο Θεός μάς οφείλει(!), είτε αγανακτούμε όταν κάποιοι δεν τηρούν όλα όσα εμείς τηρούμε, και προσπαθούμε να τους πειθαναγκάσουμε να ακολουθήσουν το δικό μας μοτίβο πίστης ή άσκησης.

ΤΑ ΔΕΣΜΑ: Η συγκύπτουσα του σημερινού Ευαγγελίου ήταν δεμένη 18 χρόνια σ’ αυτή την κατάσταση. Αλλά και σήμερα υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι, δεμένοι-καθηλωμένοι στο κρεββάτι του πόνου και της ασθένειας. Πονούν, υποφέρουν, μα δεν μπορούν να λύσουν τέτοια δεσμά. Όλοι αυτοί, που πληγωμένοι πονούν και γογγύζουν, ας πάρουν θάρρος απ’ το θαύμα της σημερινής θεραπείας. Συχνά, τα δεσμά της αγιάτρευτης, κατά τους γιατρούς, αρρώστιας, τα λύνει ο Χριστός. Όμως υπάρχουν κι άλλα δεσμά, ευλογημένα και καταραμένα. Δεσμά του Θεού και δεσμά του σατανά. Όλοι μας ως Χριστιανοί είμαστε δεμένοι. Δεθήκαμε όταν βαφτιστήκαμε και δώσαμε υπόσχεση, πως θα ‘μαστε δούλοι Ιησού Χριστού, “αιχμάλωτοι” τού Θεού, δεμένοι με την αγάπη Του. «Συνετάχθημεν τω Χριστώ». Ευλογημένα τέτοια δεσμά. Ευλογημένα, όμως, και τα δεσμά του γάμου. Είμαστε σύζυγοι, δηλαδή βρίσκομαστε υπό τον ίδιο ζυγό. Έτσι ο δεσμός του γάμου είναι ιερός και αδιάλυτος. Αν σκεφτόμασταν ότι με το γάμο δεθήκαμε, θα υποφέραμε το ζυγό, θα σηκώναμε το σταυρό της οικογενειακής ζωής άχρι θανάτου. Δεσμός ο γάμος, όχι ασύδοτη ζωή. Ευλογημένα ακόμη είναι τα δεσμά του καθήκοντος. Ο καθένας είναι δεμένος πάνω σ’ ένα καθήκον και πρέπει να το εκτελεί και όχι να εγκατάλειψει το χρέος, που έχει απέναντι σε Θεό και ανθρώπους. Υπάρχουν κι άλλα ευλογημένα δεσμά. Μας τα δείχνει ο απόστολος Παύλος. Φυλακίστηκε για την αγάπη του Χριστού. Δεμένο το κορμί του, όχι η ψυχή του. Μέσα απ’ τη φυλακή γράφει: «Κακοπαθώ μέχρι δεσμών ως κακούργος» (Β’ Τιμ. β΄ 9). Και στα πνευματικά του παιδιά υπενθυμίζει τα δεσμά του: «Μνημονεύετε μου των δεσμών» (Κολ. δ΄ 18). Εκατομμύρια χριστιανούς τους έδεσαν και τους οδήγησαν στο μαρτύριο και στο θάνατο. Όλα αυτά είναι τα ευλογημένα δεσμά, τα δεσμά του Θεού. Αλλά υπάρχουν και τα καταραμένα δεσμά. «Ην έδησεν ο σατανάς», έλεγε ο Κύριος για την συγκύπτουσα. Δένει ο Χριστός με την αγάπη του, μα δένει κι ο σατανάς με τα πάθη του. Τον αρχισυνάγωγο είχε δέσει ο σατανάς. Λύθηκε η συγκύπτουσα, μα ο αρχισυνάγωγος έμεινε δεμένος με δεσμά του φθόνου. Κι εμείς δεμένοι είμαστε με τα πάθη μας. Ο ένας είναι δεμένος με τον παράνομο δεσμό. Πρόδωσε τον ευλογημένο δεσμό του γάμου του κι έμπλεξε στα δίχτυα της παρανομίας. Άλλος δεμένος με τη φιλοχρηματία, δεν ξεκολλάει απ’ τα “τάλλαρα”. Άλλος με το πάθος της χαρτοπαιξίας, ξενυχτά στην τσόχα παίζοντας περιουσίες ολόκληρες. Άλλος δεμένος με τη μόδα. Ό,τι προστάζει η μόδα, όχι ό,τι λέει ο Θεός. Όταν λέει το Ευαγγέλιο, πως πρέπει να είναι σεμνά τα ρούχα των γυναικών, δυστροπούμε λέγοντας: “Δεν μας αφήνει να κάνουμε ό,τι θέλουμε”… Όταν όμως διατάζει η μόδα, τότε δεν λένε τίποτα γυναίκες και άνδρες. Άλλος είναι δεμένος με παράξενες ιδέες, με υλιστικές αντιλήψεις, με πλανεμένες κοσμοθεωρίες, με ανόητες προλήψεις, με σατανικές δεισιδαιμονίες. Όλοι είμαστε δεμένοι. Μοιάζουμε με τον αετό εκείνο, που του έδεσαν τα πόδια σ’ ένα βράχο. Τινάζει τα φτερά, κάνει να πετάξει, αγναντεύει τους γαλανούς ουρανούς, αλλά μάταια. Κι εμείς, είμαστε αετοί, πλασμένοι να διασχίζουμε τους αιθέρες της ανώτερης πνευματικής ζωής. “Όμως, πόσα χρόνια είσαι δεμένος με ένα πάθος; Πόσα χρόνια είσαι δεμένος με τις αμαρτίες σου; Η γυναίκα του σημερινού Ευαγγελίου ήταν 18 ολόκληρα χρόνια. Εσύ πόσα χρόνια είσαι δεμένος; Όσα χρόνια κι αν είσαι δεμένος και βασανίζεσαι, μην απελπίζεσαι. Υπάρχει ο Λυτρωτής. Είναι εκείνος, που ήρθε στον κόσμο «ίνα λύση τα έργα του διαβόλου» (Α’ Ίωάν. 3,8). Αυτός με το πανάγιο Αίμα του λύνει τα αμαρτήματα μας. Αυτός για τη λύση των αμαρτημάτων μας έδωσε το μυστήριο τής ‘Εξομολογήσεως. Τόπε ο ίδιος: «Όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ» (Ματθ. 18, 18). Όσα κι αν είναι τα αμαρτήματα σου, λύνονται με την Εξομολόγηση.”, συμβουλεύει ο μακαριστός Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης. Αρκετά παραμένουμε κι εμείς στα δεσμά. Καιρός να σπάσουν τα δεσμά, να συντριβούν οι αλυσίδες που μας τυλίξαν. Ας σηκώσουμε το ξίφος που συντριβει τα δεσμά, σαν το Μ. Αλέξανδρο στο Γόρδιο. Ξίφος η εξομολόγηση. Και τότε, “κάποια σταγόνα από το Αίμα του Εσταυρωμένου θα πέσει πάνω στο δεμένο κόμπο των αμαρτημάτων σου, και θα λυθεί αμέσως, θα διαλυθεί, θα εξαφανισθεί. Θ’ ακούσεις και συ: Απολέλυσαι της ασθενείας σου”. (Μητρ. Αυγουστίνος Καντιώτης).

2.

Κυριακή Ι΄ Λουκά – Η θεραπεία της συγκύπτουσας

1. ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ

Κά­ποι­ο Σάβ­βα­το ὁ Κύ­ριος, ὅπως συνήθιζε, δίδασκε σέ μία ἀπ’ τίς συναγωγές. Ἀνάμεσα στό πλῆθος μόλις πού ξεχώριζε μία γυναίκα σκυμμένη διαρκῶς μέ κυρ­τω­­­μένο τό σῶμα της τόσο πολύ πού δέν μποροῦσε κα­θό­λου νά σηκώσει ὄρθιο τό κεφάλι της. Βασανιζόταν ἡ δύστυχη δεκοκτώ ὁλόκληρα χρόνια ἀπό σατανική ἐν­έρ­γεια. Ὅταν λοιπόν τήν εἶδε ὁ Κύριος, τῆς φώναξε: Γυ­ναίκα, εἶσαι ἐλευθερωμένη ἀπό τήν ἀρ­ρώ­στι­α σου. Ἅπλωσε πάνω της τά χαριτόβρυτα χέρια του καί τήν ἴδια στιγμή ἔγινε καλά, σηκώθηκε ὁλόρθη καί εὐθυ­τε­νής καί δόξαζε τόν Θεό γιά τή θεραπεία της.

Γιατί ὅμως ὁ Κύριος σπλαγχνίσθηκε καί θεράπευσε τή γυναίκα αὐτή χωρίς ἡ ἴδια νά ζητήσει τή θεραπεία της; Διότι ἡ γυναίκα αὐτή ἦταν εὐσε­βής. Ἄν καί εἶχε μιά τό­σο βασανιστική καί παραμορφωτική ἀσθένεια, πού κα­θι­στοῦσε δύσκολη καί ἐπίπο­νη κι αὐτήν ἀκόμη τή μετα­κί­νησή της, αὐτή ὅμως δέν ἀ­πουσίαζε ἀπό τή συ­να­γωγή τήν ἡμέρα τοῦ Σαββά­του. Ἐπιπλέον ἡ γυ­ναί­κα αὐτή ἐνῶ ἦταν ἄρρωστη δε­καοκτώ ὁλόκληρα χρό­νια δέν τά ἔβαλε μέ τόν Θεό, δέν σκληρύνθηκε ἡ καρδιά της, δέν ἔγινε ἄπιστη. Ἀντίθετα μέσα στή δοκι­μα­σία της ἔμεινε σταθερή στήν πί­στη της. Καί προ­σῆλ­θε στή συναγωγή μέ τόσο κόπο, διότι εἶχε πόθο νά ἀκούει τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Φαίνεται μά­λι­στα ὅτι ἄκουγε τό κήρυγμα τοῦ Κυρίου μέ ἐνδια­φέ­ρον πολύ κι ἐκδή­λω­νε βαθειά ἐμπιστο­σύ­νη σ’ αὐ­τόν. Γι αὐ­τό καί ὁ Χριστός μας δέν τῆς ζήτησε πί­στη γιά νά κάνει τό θαῦμα, διότι διέκρινε τήν ἐσω­τερική της διάθεση. Οὔτε τῆς εἶπε «σοῦ συγχω­ροῦ­νται οἱ ἁ­μαρ­τίες σου». Κατόπιν μάλι­στα τήν ὀνόμασε καί «κόρη τοῦ Ἀβραάμ», γιά νά ἀπο­κα­λύψει τήν εὐσέβειά της.

Φαίνεται λοιπόν ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή εἶχε ἐξαγνισθεῖ μέ τήν ἀσθένεια της, εἶχε ἀποκτήσει βαθύτερη εὐσέ­βεια καί πίστη. Ἦλθε στή συναγωγή γιά νά διδαχθεῖ καί νά ὠφεληθεῖ πνευματικῶς κι ὁ Κύριος μαζί μέ τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς της, τῆς χάρισε καί τή θερα­πεία τοῦ σώματός της.

Καί ἡ γυναίκα αὐτή ἔγινε σ’ ὅ­λους παράδειγμα πού μᾶς διδά­σκει πολύ. Μᾶς διδάσκει νά συμμετέχουμε κά­θε Κυριακή στή λα­τρεία τοῦ Θεοῦ. Καί μάλιστα ἐμεῖς πού δέν πηγαίνουμε ἁπλῶς σέ μία συναγωγή γιά τήν ἀ­κρό­αση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλά πηγαίνουμε στούς ἱε­ρούς ναούς μας ὅπου τελεῖται ἡ φοβερή και ἀναίμα­κτη θυσία τοῦ Κυρίου μας, ἄγγελοι καί ἅγιοι καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι ἀνάμεσά μας. Πόσο ἀδικαιολόγητοι λοι­πόν εἴμαστε νά ἀπουσιάζουμε, ὅταν μιά συγκύπτουσα μέ τόσο κόπο δέν παρέλειπε τό ἱερό της καθῆκον σέ μία συναγωγή. Καί τί ἀπο­λο­γία θά δώ­σου­με στόν Θεό τήν ὥρα τῆς κρί­σε­ως ὅταν ὁ Κύριος θά κρίνει μπροστά μας κι ἐκείνη κι ἐ­μᾶς. Κάθε Κυ­ριακή λοιπόν στό ναό τοῦ Θεοῦ, γιά νά παίρ­νου­με χάρη καί δύναμη, φῶς καί ζωή. Κάποτε καί τό θαῦ­μα, ἐάν ὁ Θεός τό κρίνει.

2. Ο ΦΘΟΝΟΣ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟ

Μόλις ἡ γυναίκα θεραπεύθηκε τά ἔκπληκτα μάτια ὅ­λων στράφηκαν πρόν τόν Κύριο. Ἕνας ὅμως δέν ἄν­τε­χε τήν κατάσταση αὐτή. Ὁ Ἀρχισυνάγωγος. Αὐτός δέν μπό­ρε­σε νά κρύψει τή ζήλεια του, καί γεμάτος ἀ­γα­­νάκτηση ἄρχισε νά διαμαρτύρεται: ἕξι ἡμέ­ρες μπο­ροῦμε νά ἐργαζόμαστε. Αὐτές τίς ἐργάσιμες ἡ­μέ­ρες νά ἔρχεστε νά θεραπεύεστε, κι ὄχι τό Σάββα­το.

Ὁ Κύριος ὅμως βλέποντας τή φοβερή ὑποκρισία καί τό φθόνο τοῦ ἀρχισυναγώγου, τόν ξε­σκε­πάζει μπρο­στά σέ ὅλους: Ὑποκριτή, τοῦ λέει. Ὁ κα­θέ­νας σας τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου δέν λύνει τό βό­δι του ἤ τό γαϊ­δουράκι του ἀπό τή φάτνη καί δέν τό πη­γαίνει νά τό πο­­τίσει; Καί τό κάνει αὐτό χωρίς νά θεωρεῖται πα­ρα­­βά­της τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Αὐτήν ὅμως ἡ γυ­ναι­κα, πού εἶναι κόρη τοῦ Ἀβραάμ, καί τήν ἔδεσε ὁ σα­τα­νᾶς μέ τέτοια ἀρρώστια, ὥστε νά μή μπο­ρεῖ νά ση­κω­θεῖ ὄρθια δεκαοκτώ ὁλόκληρα χρόνια, δέν ἔπρεπε νά θεραπευθεῖ τήν ἡμέ­ρα τοῦ Σαββάτου; Κι ἐνῶ τά ἔλεγε αὐτά ὁ Κύ­ριος, ντρο­πιά­ζονταν ὅλοι οἱ ἀντίθετοί του καί ἰδιαι­τέ­ρως ὁ ἀρχι­συ­νάγωγος.

Διότι αὐτός ἦταν τόσο πολύ κυριευμένος ἀπό τό φθό­­νο, ὥστε παραλογίσθηκε. Ἐπειδή δέν τολμοῦ­σε νά ἐλέγξει κατευθείαν τόν Κύ­ρι­ο, τά ἔβαλε πονηρά και ὑποκριτικά μέ τό λαό. Τόν κατηγόρησε ὅτι παραβιάζει τό Σάββατο, ἐνῶ καμμία σχέση δέν εἶχε ὁ λαός μέ τή θεραπεία πού ἔγινε. Ἀλλά οὔτε ἡ γυναίκα πού θερα­πεύθηκε παρακάλεσε τόν Κύριο νά τήν θερα­πεύ­σει. Ἔπρεπε λοιπόν αὐτή νά διαμαρτυρηθεῖ καί νά ἀρνηθεῖ τήν θε­ρα­πεία της;  Τέλος ἀντί νά ἀνα­γνω­ρίσει ὁ ἀρχι­συ­νά­γω­γος τό θαῦμα πού ἔγινε τό παρουσιάζει ὡς μιά ἁπλή ἀνθρώπινη ἐνέρ­γει­α. Ἐάν ἦταν ὅμως μιά φυ­σική θεραπεία τότε γιατί δέν τήν ἔκανε ὁ ἴ­δι­ος κά­ποι­α ἄλλη ἡμέρα; Τό­σα χρόνια τήν εἶχε κοντά της.

Ὁ φθόνος λοιπόν παραλογίζει καί ἐξευτελίζει τόν ἄνθρωπο. Εἶναι μιά ἀσθένεια πού ὅταν μᾶς κυριεύσει μᾶς κάνει ἀνε­ξέ­λε­γ­κτους. Κάποτε ὁδηγεῖ καί σέ πρά­ξεις ἀπο­τρό­παιες καί ἐγκληματικές. Πάντοτε ὅμως ἀνα­­στα­τώνει καί συχνά διαλύει τίς ἀνθρώπινες σχέ­σεις. Γί­νε­ται τεῖχος ἀκόμη κι ἀνάμεσα σέ συγγενεῖς. Διαλύει οἰκογένειες, φιλίες, καταστρέφει ψυ­­χές. Χρειά­ζε­ται λοιπόν πολλή προσοχή. Ἐάν βλέ­που­με μέσα στήν ψυχή μας τό παραμικρό ἴχνος ζή­λειας, μήν τό ἀ­φή­νουμε νά ἐξελιχθεῖ. Ἀλ­λά νά προστρέχουμε στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, στό μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξο­μολογή­σε­ως καί νά ζητοῦμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά νά τό κατα­πο­λεμήσουμε ἀμέσως πρίν νά ‘ναι ἀργά.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

3.

Ἀνόρθωσόν με, Κύριε

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Ὁ Χριστὸς διδάσκοντας στὴ συναγωγὴ συναντάει μία γυναίκα, ποὺ δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια ταλαιπωρεῖται ἀπὸ «πνεῦμα ἀσθενείας» καὶ εἶναι συγκύπτουσα. Ἡ γυναίκα δὲν πῆγε στὴ συναγωγὴ γιὰ νὰ ζητήσει τὴ θεραπεία της. Προφανῶς δὲν ἤξερε οὔτε ποιὸς ἦταν ὁ Χριστός. Πῆγε γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ δοξάσει τὸν Θεό. Ποιὸς ἄλλος θὰ δώσει «δόξαν καὶ δικαίωμα τῷ Κυρίῳ»; Μήπως «οἱ πεποιθότες ἐπὶ τῇ δυνάμει αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῷ πλήθει τοῦ πλούτου αὐτῶν» (Ψαλμ. 48,7); Ὄχι, ἀλλὰ «ἡ ψυχὴ ἡ λυπουμένη ἐπὶ τὸ μέγεθος ὃ βαδίζει κύπτον καὶ ἀσθενοῦν, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ ἐκλείποvτες καὶ ἡ ψυχὴ ἡ πεινῶσα δώσει σοι δόξαν καὶ δικαιοσύνην, Κύριε» (Βαροὺχ 2,17).

Ἡ παραφροσύνη τοῦ φθόνου

Μία τέτοια πονεμένη καὶ πεινασμένη ψυχή, σκυφτὴ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, μὲ μάτια ποὺ κουράστηκαν νὰ βλέπουν μόνο τὸ χῶμα, τὴ σπλαχνίστηκε ὁ Χριστός· καὶ χωρὶς νὰ τοῦ τὸ ζητήσει, τὴ θεράπευσε μὲ τὴ «θεοπρεπέστατη καὶ ἐξουσιαστικὴ φωνή του καὶ μὲ τὸ βασιλικό του νεῦμα» (ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξαvδρείας). Ὁ σατανᾶς ὅμως ποὺ τόσα χρόνια τὴν ταλαιπωροῦσε, διωγμένος τώρα ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ θέλοvτας νὰ μειώσει τὴ δόξα τοῦ θαύματος, «δεσμεῖ τὸν ἀρχισυνάγωγον φθόνῳ» (ἅγιος Θεοφύλακτος)· τὸν βρῆκε διαθέσιμο, γιατί ἡ ὑποκριτικὴ ζωὴ του τὸν εἶχε καταντήσει «συγκύπτοντα» πολὺ χειρότερα ἀπὸ τὴ γυναίκα. Ἐκείνη εἶχε δεσμευτεῖ ἀκούσια, ἐνῶ αὐτὸς -παρερμηνεύοντας τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο- ἑκούσια σκύβει κάτω ἀπὸ ἀσήκωτη σωρεία τύπων ψευτοευσέβειας. Καὶ δὲν ταλαιπωρεῖ μόνο τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ «δεσμεύει φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα καὶ ἐπιτίθησιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. 23,4).

Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι τὴν ἐξωφρενικὴ σύστασή του τὴν ἀπευθύνει μόνο στὸν ὄχλο. Δὲν τολμάει νὰ στραφεῖ καθόλου στὸν Χριστό, τὸν ὁποῖο φθονεῖ πλέον ἀφάνταστα, βλέποντάς τον νὰ κερδίζει τὸν θαυμασμὸ καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ κόσμου. Κατὰ τὴν παράλογη, λοιπόν, ἀπαίτησή του θὰ ἔπρεπε ἡ ταλαίπωρη συγκύπτουσα νὰ ἀπαντήσει στὸ σωτήριο πρόσταγμα τοῦ Κυρίου: «Ὄχι, Κύριε, εἶναι Σάββατο σήμερα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀνορθωθῶ. Πρέπει νὰ ἀναβάλεις γιὰ αὔριο τὴ θεραπεία μου». Ὁ Χριστὸς ἐλέγχει τὸν ἀρχισυνάγωγο σὲ αὐστηρότατο τόνο. Τὸν ἀποκαλεῖ «ὑποκριτὴ» καὶ ἐπισημαίνει τὸ κατάντημά του νὰ θεωρεῖ «ἀτιμότερον τοῦ κτήνους τὸν ἄνθρωπον», ἀφοῦ τὰ ζῶα του δὲν τὰ ἀφήνει οὔτε γιὰ μία μέρα ἀπότιστα, ἐνῶ τὴν -γιὰ δεκαοκτὼ χρόνια- ἄρρωστη γυναίκα «οὐ βούλεται ἁπαλλαγῆναι τῆς ἀσθεvείας»· καὶ μάλιστα μία ψυχή, ποὺ «ὄχι τόσο ἐξαιτίας τῆς καταγωγῆς, ἀλλὰ ἐξαιτίας τῆς πίστης της εἶναι θυγατέρα τοῦ Ἀβραὰμ» (ἅγιος Κύριλλος).

«Ἁγιασμὸς τοῦ Σαββάτου» καὶ «σύνδρομο τῆς Κυριακῆς»

Φυσικὰ δὲν παρερμήνευε μόνο ὁ συγκεκριμένος ἀρχισυvάγωγoς τὸν Νόμο σχετικὰ μὲ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις ποὺ ὁ Χριστὸς τέλεσε θαῦμα τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ἡ ἀντίδραση ἦταν τόσο ἔντονη, ὥστε «ἐδίωκον τὸν Ἰησοῦν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ὅτι ταῦτα ἐποίει ἐν σαββάτῳ» (Ἰωάν. 5,16). Ἡ πώρωση στὴν ὁποία τοὺς εἶχε ὁδηγήσει ἡ ὑποκρισία τους δὲν τοὺς ἄφηνε νὰ δεχθοῦν ὅτι «τὸ Σάββατο ἔγινε γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸ Σάββατο», οὔτε πολὺ περισσότερο νὰ πιστέψουν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ νομοθέτης καὶ ὁ κύριος καὶ τοῦ Σαββάτου. Γι’ αὐτὸ δὲν ἤθελαν νὰ καταλάβουν ὅτι «τὸ ἁγιάζειν τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων» (Ἔξοδ. 20,8) δὲν ἔχει σχέση μὲ μία στείρα καὶ τυπικὴ ἀργία «τοῦ γράμματος», ἀλλὰ μὲ τὴν ἐν Πνεύματι λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ φιλάνθρωπη ἀγαθοποιία.

Στὴ σημερινὴ ἐκκοσμικευμένη κοινωνία αὐτὰ φαίνονται μᾶλλον ἀκατανόητα. Σήμερα ἡ ἀργία τῆς Κυριακῆς, ἀποκομμένη ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὸ Κυριακὸ Δεῖπνο τῆς Λειτουργίας, κατάντησε ἁπλῶς μία ἄδεια μέρα, ποὺ μάταια προσπαθεῖ ὁ ἀλειτούργητος ἄνθρωπος νὰ τὴ γεμίσει μὲ διασκεδάσεις, δηλαδὴ μὲ ἄγονο διασκορπισμὸ vοὸς καὶ καρδίας. Αὐτὰ τὰ ἄγονα κενὰ ἐκδικοῦνται μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ «συνδρόμου τῆς Κυριακῆς», μίας παράξενης ἀρρώστιας, ποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια ἔχουν παρατηρήσει ψυχίατροι σὲ ὅλο τὸν σύγχρονο κόσμο. Τὰ συμπτώματα αὐτοῦ τοῦ συνδρόμου εἶναι: πλήξη, ἀνία, τάση φυγῆς, νευρικότητα καὶ ἀπρόβλεπτα ξεσπάσματα.

Τὰ ἄνω ζητεῖτε

Ἡ βασικὴ αἰτία τοῦ κακοῦ βρίσκεται στὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος βγάζοντας τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ του ἔπαψε νὰ ζητεῖ καὶ νὰ φρονεῖ τὰ ἄνω, ὅπου «ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος» (Κολ. 3,1) καὶ κατάντησε «συγκύπτων», κοιτάζοvτας μόνο τὰ χοϊκὰ καὶ τὰ γήινα. Ὁ μακαριστὸς Ρουμάνος Γέροντας Κλεόπας Ἰλίε ἀναφέρεται σὲ κάποιον ποὺ εἶχε ὑποδουλωθεῖ στὸ πάθος τῆς κλοπῆς. Κάποτε πῆγε νὰ κλέψει θημωνιὲς ἀπὸ τὸ ἀγρόκτημα ἑνὸς πλουσίου παίρνοντας μαζὶ καὶ τὴν πεντάχρονη κορούλα του, ποὺ ζητοῦσε ἐπίμονα περίπατο. Φθάνοντας στὸν τόπο τῆς κλοπῆς ἄρχισε προσεκτικὰ νὰ κοιτάζει δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ μήπως τὸν δεῖ κανένας. Τότε τὸ μικρὸ κοριτσάκι, ποὺ δὲν εἶχε καταλάβει τί γινόταν, «θείᾳ νεύσει» τοῦ λέει μὲ ἁπλότητα: «Μπαμπά, κοίταξες σὲ ὅλα τὰ μέρη, ἀλλὰ ξέχασες νὰ κοιτάξεις στὸν οὐρανό». Ἡ ἀθώα ὑπόδειξη τῆς μικρῆς τὸν συγκλόνισε καὶ τὸν ἀφύπνισε. «Παραχρῆμα ἀνωρθώθη» καὶ κατάλαβε ὅτι μόνο φρονώντας καὶ ζητώντας τὰ ἄνω, πλουτίζει ἀληθινὰ ὁ ἄνθρωπος.

Μαζὶ μὲ τὸν μετανοήσαντα κλέφτη ἂς παρακαλοῦμε τὸν Χριστὸ μὲ τὰ λόγια της Παρακλητικῆς: «Ὡς τὴν συγκύπτουσαν πρὶν ἀνόρθωσόν με, τοῦ βηματίζειν ὀρθῶς πρὸς τὰς τρίβους σου, Φιλάνθρωπε».

4.

Τὸ πάθος τῆς ὑποκρισίας (Λουκ. ιγ΄10-17)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ;»

Πολλὲς φορὲς οἱ θρησκευτικοὶ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ κατηγόρησαν τὸν Ἰησοῦ πὼς μὲ τὰ θαύματα ποὺ πραγματοποιοῦσε, παρέβαινε τὴν ἐντολὴ τοῦ Σαββάτου. «Καὶ διὰ τοῦτο ἐδίωκον τὸν Ἰησοῦν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ὅτι ταῦτα ἐποίει ἐν σαββάτῳ» (Ἰωάν. 5,16). Εἶχαν πέσει στὴν πλάνη ὡς πρὸς τὴν ἀκριβῆ τήρηση τῆς ἐντολῆς ἢ «ὑπεκρίνοντο θεοσέβειαν», κατὰ τὴν ἄποψη κάποιου ἐρμηνευτοῦ. Τὸ πιὸ πιθανὸ ἦταν τὸ δεύτερο, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ ἦταν διακατεχόμενοι ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ φθόνου ἐναντίον του. Στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα βλέπουμε τὸν Κύριο στὴ συναγωγὴ κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου νὰ θεραπεύει μία ἄρρωστη γυναίκα κι ὁ ἀρχισυνάγωγος νὰ τὸν κατηγορεῖ πὼς παρέβη τὴν ἐντολὴ τοῦ Σαββάτου. Τότε ὁ καρδιογνώστης Κύριος τοῦ ἀποκάλυψε τὸ πάθος ποὺ εἶχε μέσα του. Τὸν ὀνόμασε ὑποκριτὴ (Λουκ. 13,15). Ἂς δοῦμε τὸ πάθος τῆς ὑποκρισίας.

Ὁ ὑποκριτὴς ἀρχισυνάγωγος

Ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμέας κάνει μία σπουδαία παρατήρηση πάνω στὸ σημερινὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸ Σάββατο ἀργοῦσαν τὰ πάντα καὶ κανεὶς δὲν ἔκανε καμιὰ δουλειά. Ὁ Κύριος μὲ τὸ νὰ θεραπεύει τὶς ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων «παρεῖχε τοῖς νόσοις σαββατισμόν», δηλ. ἔκανε τὶς ἀσθένειες νὰ ἀργοῦν. Πιὸ ἁπλὰ κατέπαυε τὴν ἐνέργεια τῶν νόσων καὶ ἐλευθέρωνε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν σωματικῶν παθῶν. Ὁ ἀρχισυνάγωγος ὅμως μέσα του καιγόταν ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ φθόνου ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐνῶ ὑποκρινόταν εὐσέβεια, ἔψαχνε νὰ βρεῖ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἐπιτεθεῖ στὸν Κύριο. Μὲ τὴ θεραπεία τῆς γυναίκας «διαρρήσει τὴν ἐνδομυχοῦσαν κακίαν», δηλ. σπάει τὴν καλὰ φυλαγμένη μέσα του κακία κι ἀρχίζει νὰ τὴν σκορπάει πρὸς τὰ ἔξω. Τὸ προσωπεῖο πέφτει καὶ παρουσιάζεται τὸ πρόσωπό του. Ἦταν ὑποκριτής.

Μία ἄλλη παρατήρηση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Ὁ ἀρχισυνάγωγος, κατὰ τὸν Ἅγιο, ἦταν ὑποκριτὴς «καὶ εἴρων καὶ ὕπουλος» καὶ «βάσκανος» (ζηλιάρης). Αὐτός, λοιπόν, ὁ φθονερὸς ἄνθρωπος ἤθελε νὰ βλέπει τὴ γυναίκα νὰ περπατάει σὰν τὰ τετράποδα, παρὰ νὰ πάρει τὸ γνωστὸ ἀνθρώπινο σχῆμα, δηλ. νὰ περπατάει ὅπως ὅλοι οἱ φυσιολογικοὶ καὶ ὑγιεῖς ἄνθρωποι. Προτιμοῦσε αὐτὸ «ἵνα μὴ Χριστὸς μεγαλύνηται, μηδὲ Θεὸς εἶναι ὑπὸ τῶν πραγμάτων κηρύττεται», γιὰ νὰ μὴ δοξάζεται ὁ Χριστὸς καὶ γιὰ νὰ μὴ φανερώνεται ἀπὸ τὰ θαύματα ἡ θεότητά Του. Εἶχε διεφθαρμένη κρίση. Εἶχε τὴν κρίση τοῦ ὑποκριτῆ.

Τὸ πάθος τῆς ὑποκρισίας

Τὸ πάθος τῆς ὑποκρισίας εἶναι πάρα πολὺ φοβερὸ καὶ ἀπεχθές. Ὁ ποιητὴς ἅγιος Γρηγόριος τὸ ἐπισημαίνει: «Εἰσὶ γάρ, εἰσὶν ἀθλιώτεροί τινες», ὑπάρχουν ναί, καὶ κάποιοι πιὸ ἀξιολύπητοι. Αὐτοὶ ἐπαμφοτερίζουν στὴν πίστη. Δὲ σέβονται τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι Εὔριποι τῶν λόγων. Οἱ ὑποκριτὲς εἶναι στοὺς ἀδυνάτους λιοντάρια καὶ στοὺς δυνατοὺς σκυλιὰ ποὺ γλείφουν. Τιμοῦν ὅ,τι εὐχαριστεῖ τοὺς ἄλλους καὶ ὄχι ὅ,τι τοὺς συμφέρει. Ἡ ὑποκρισία εἶναι μία κατάσταση ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο διπλοπρόσωπο. Μάλιστα μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ὁ ὑποκριτὴς ἐμπαίζει καὶ τὸ θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ φθόνος, ποὺ εἶναι μητέρα τῆς ὑποκρισίας, κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ φθονεῖ τοὺς ἀρίστους, εἶναι σὰν νὰ ἀγαπᾶ τοὺς κακούς.

Ὁ ὑποκριτὴς ποὺ μάλιστα ἔχει καὶ πανοῦργο νοῦ, καταφέρνει πολλὲς φορὲς νὰ διαφεύγει τῆς προσοχῆς τῶν ἄλλων. Νὰ κρύβεται ἐπιμελῶς καὶ νὰ μὴν ἐκδηλώνει τὰ πραγματικά του αἰσθήματα. Μερικὲς φορὲς παρασκηνιακὰ ἐργάζεται καὶ εἶναι κρυψίνους καὶ περίεργος. Προφασίζεται εὐλάβεια, ἐνῶ στὴν ἰδιωτική του ζωὴ καταλύει τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπροφάσιστα κάνει ἐκεῖνο ποὺ θέλει, ἔστω κι ἂν αὐτὸ εἶναι ἀντίθετο μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὶς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας μας. Δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωση πὼς εἶναι ἐπιστήθιος φίλος κάποιου καὶ σὲ κάποια εὐκαιρία τὸν προδίδει. Εἶναι διχασμένη προσωπικότητα, θέλει καὶ τὸ Θεό, ἀλλὰ τὸν τραβάει καὶ ὁ κόσμος, θέλγεται ἀπ’τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἀγαπᾶ καὶ τὰ μάταια. Τὶς περισσότερες φορὲς στὸν ὑποκριτὴ νικάει τὸ κακὸ καὶ ὁ κόσμος. Ἂν ἀποκαλυφθεῖ, τότε εἶναι ὁ ἀθλιέστερος τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀνυπόληπτος χριστιανός. Μεγάλο κακὸ ἔχουν κάνει οἱ διάφοροι ὑποκριτὲς κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ στὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα. Ἔγιναν αἰτία νὰ ψυχρανθεῖ ἡ πίστη πολλῶν.

Ἀδελφοί μου,

Ἡ ὑποκρισία ἀνθεῖ στὸν κοσμικό, ἀλλὰ καὶ στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν εὐσέβεια, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἁγιότητα, ἐνῶ στὴν ἰδιωτική τους ζωὴ εἶναι ἀσεβεῖς, ἄδικοι, σκληροὶ καὶ στερημένοι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅσο πιὸ εὐθὺς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιὸ πολὺ τὸν ἐπισκιάζει ὁ Θεὸς καὶ τὸν χαριτώνει. Ὁ ὑποκριτής, ἔστω κι ἂν εἶναι συναρπαστικὸς στοὺς τρόπους του, ἀπωθεῖ. Ἀντίθετα, ὁ εἰλικρινὴς ἔστω κι ἂν δὲν ἔχει μεγάλα προσόντα, ἑλκύει τὸν ἄλλο. Τέτοιοι ἦσαν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτοὺς ἂς μιμηθοῦμε στὴ ζωή μας.