της Μαρίας Κορνάρου.

Οι ημέρες για έναν αγωνιζόμενο Χριστιανό φαίνονται ολοένα και πιο σκούρες. Εκουσίως ίσως, τόσο καιρό, δεν βλέπαμε τα σημάδια που μας έδειχνε ο κόσμος μας. Δε βλέπαμε την ηθική σήψη, την περιφρόνηση των ιερών και των οσίων μας από την πολιτική τάξη. Σταθήκαμε θεατές στην οργάνωση ενός κόσμου όπου τίποτα δε θυμίζει το Χριστό. Καθησυχάσαμε τον εαυτό μας, με τη δισχιλιετή ιστορία της εκκλησίας μας, με τις εγγυήσεις και υποσχέσεις ότι είμαστε η «επικρατούσα θρησκεία» της χώρας μας, με τις αδιαμφισβήτητες ευεργεσίες που έχει προσφέρει η Ορθοδοξία στο έθνος μας. Δεν καταλάβαμε ότι βγαίνουμε στο περιθώριο, ότι μας προορίζουν να γίνουμε κομμάτι του παρελθόντος οι εξουσιαστές του παρόντος. Παρελθόν και εμείς, και οι ιδέες μας, και η πίστη μας. Έχοντας πλέον οριστικά αξιολογηθεί ως «μειονότητα», και μάλιστα «μειονότητα» όχι σαν τις προστατευόμενες και «διαφορετικές» που σήμερα είναι της μόδας, αλλά «μειονότητα» ανεπιθύμητη και απειλητική, δεν μας δόθηκε δικαίωμα διαμαρτυρίας για τον τρόπο που μας αντιμετωπίζουν. Η Εκκλησία δεν δικαιούται να εκφέρει γνώμη για την ηθική οργάνωση της κοινωνίας, για την εκμάθηση των της πίστεως στους μαθητές, για την μετοχή των πιστών στην εκκλησιαστική ζωή. Με τον κορωνοϊό, η Εκκλησία δε δικαιούται να αποφασίζει ούτε για τη μετοχή των πιστών στα μυστήρια! Χιλιετίες πατερικής διδασκαλίας, αντιαιρετικών αγώνων, υπεράνθρωπων θυσιών και αυτής της ζωής πιστών και ιερέων για την Αλήθεια, όλα αυτά γίνονται σκόνη που σκορπίζει και φαιδρότητες καταγέλαστες για τον «άρχων του κόσμου τούτου», που σήμερα θέλει να παρουσιάζεται ως «ειδικός».

Έπρεπε λοιπόν να φτάσουμε σε ολοφάνερες διωκτικές ενέργειες από την επίσημη Πολιτεία, υπό τη σιωπηρή συναίνεση ή και ειρωνική επιδοκιμασία της λοιπής κοινωνίας, για να καταλάβουμε οι Χριστιανοί ότι ζούμε σε ένα κόσμο που έδιωξε απ’ τα όριά του το Χριστό. Να καταλάβουμε πόσο λίγοι πραγματικά είμαστε: από τους – ούτως ή άλλως λίγους – που βλέπαμε στην ενορία, πόσοι άραγε θα αναζητήσουν αυτές τις ημέρες το Χριστό; Πόσοι αληθινά πιστεύουν ότι η Κυριακή δεν είναι μία αργία ή μία πρωϊνή ρουτίνα, αλλά η ίδια η μέρα του Κυρίου, που είναι οπωσδήποτε και χωρίς εξαιρέσεις αφιερωμένη σε Εκείνον; Πόσοι πιστεύουμε σε έναν Θεό που δεν παύει ποτέ να υπάρχει και να κυβερνά προσωπικά τον κόσμο, να επιτρέπει ή να μην επιτρέπει δυσκολίες, ένα Θεό που δεν σταματά να περιμένει τη λατρεία των πιστών, όποιες και αν είναι οι συνθήκες; Άλλωστε οι ίδιες οι συνθήκες, είναι μία δοκιμασία πίστεως. Διότι Εκείνος τις επέτρεψε, για το λόγο που επιτρέπει κάθε τι να συμβεί στον πρόσκαιρο κόσμο μας: για τη μετάνοια. Η μετάνοια ανοίγει την πόρτα της αιώνιας ζωής, φανερώνοντας πως όσα χωματένια μας κρατούν μακριά της δεν είναι παρά ψεύτικες σκιές, πλάνες, αλυσίδες. Πώς λέγεται λοιπόν Χριστιανός, όποιος στις δυσκολίες βρίσκει αντί για τη μετάνοια, τη δικαιολογία; Σε ποιον Θεό, τέλος πάντων, πιστεύει;

Υπάρχει μία διαφορά σε αυτή την απαγόρευση της θείας λατρείας, ότι δεν είναι η πρώτη φορά που τη βιώνουμε. Και είμαστε πλέον έτοιμοι να τη βιώσουμε και δεύτερη, και τρίτη. Γνωρίζουμε ότι και άλλα θα δούμε που μας φαίνονται ανήκουστα. Αυτή τη φορά, λοιπόν, είμαστε προετοιμασμένοι. Όπως ο Άγιος Νικόδημος συμβούλευε να προετοιμαζόμαστε ώστε να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά τον πειρασμό, έτσι και σε αυτή τη δοκιμασία, ας είμαστε προετοιμασμένοι. Ας αφήσουμε τον εαυτό μας στην πρόνοια του Θεού. Έτσι θα αρχίσουμε να βλέπουμε ότι πίσω από όλα τα τυχαία της ζωής μας, πίσω από την καλή διάθεση των ανθρώπων ή την απέραντή τους σκληρότητα, πίσω από τη μεγάλη αναποδιά ή την μεγάλη ευκολία που θα συναντήσουμε, κρύβεται το χέρι του Θεού που κυβερνά τη ζωή μας. Και δε θα μας αφήσει. Αλλά σε όλες τις δοκιμασίες, τις οποίες Εκείνος στέλνει, οικονομεί κρυφά και τη λύση και την ωφέλεια. Όταν μας αποδιώχνει ο κόσμος, ας δοξάζουμε τον Πατέρα μας τον εν τοις ουρανοίς, ο οποίος ποτέ δε θα μας αποδιώξει όταν προσερχόμαστε εν μετανοία ενώπιόν Του. Αυτός είναι η καταφυγή μας σε κάθε διωγμό και σε κάθε περιπέτεια, και μας χαρίζει την ειρήνη Του στις δυσκολότερες εποχές εάν εμείς είμαστε πρόθυμοι να τη δεχτούμε. Ας μάθουμε, λοιπόν, να ζούμε ως Χριστιανοί σε έναν αντιχριστιανικό κόσμο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ποτέ να μην αφήσουμε τα λατρευτικά μας καθήκοντα για τις απαιτήσεις ενός σκληρού ηγέτη. Κι αν δειλιάζουμε, ας θυμηθούμε τόσους αδελφούς που αγωνίστηκαν σε ακόμη χειρότερους διωγμούς, ας θυμηθούμε τους αδελφούς μας που αγωνίζονται εν τω κρυπτώ σήμερα, στα σκληρά θεοκρατικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής, στη γειτονική μας Τουρκία, σε όλη την Ευρώπη. «Εἰ ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν οὐδεὶς καθ’ ἡμῶν».