1.

Ἑρμηνεία στὴν περικοπὴ τῶν Πέντε Ἄρτων.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς και του Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Χρόνο μὲ τὸ χρόνο καὶ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο σὲ νέα πλαίσια και ὑπὸ τὸ πρῖσμα σημερινῶν καταστάσεων, εἴτε εἶναι προσωπικὲς ἤ ἱστορικὲς. Καὶ κάθε φορὰ τὸ ἕνα ἤ τὸ ἄλλο ἐδάφιο μπορεῖ μὲ διαφορετικὸ τρόπο νὰ προκαλεῖ τὴν προσοχή μας.

Σήμερα διαβάσαμε τὴν περικοπὴ γιὰ τὸν χορτασμὸ τοῦ πλήθους ἀπὸ τὸν Χριστὸ. Καὶ πιὸ συχνὰ ἔχουμε διαβάσει στὰ κείμενα τῶν Πατέρων καὶ σὲ πνευματικοὺς συγγραφεῖς γιὰ τὸ αἴσθημα τῆς κατάπληξης στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δύναμης ποὺ μποροῦσε νὰ θρέψει τόσους πολλοὺς μὲ τόσο λίγα, ποὺ πράγματι κάνει θαύματα σ’ ἕναν κόσμο τόσο πολὺ ἀποξενωμένο ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὅταν μοναχὰ μιὰ ὑποψία πίστης, μιὰ ρωγμὴ στὴν ἁρματωσιὰ τῆς ἀπιστίας μας θὰ τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐνεργήσει.

Καὶ σήμερα διαβάζοντας τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ μὲ ξάφνιασαν ξανὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μαθητὲς του κάνουν ἔκκληση νὰ διώξει τὰ πλήθη, ἐπειδὴ ἡ μέρα ἔφθασε στὸ τέλος της, ἐπειδὴ ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ βρίσκονται μέχρι τὰ γειτονικὰ χωριὰ εἶναι μεγάλη, ἡ κούραση καὶ τὸ σκοτάδι θα τοὺς καταβάλλουν ἐὰν παραμείνουν ἐκεῖ περισσότερο. Καὶ ὅμως, ἔμειναν χωρὶς φαγητὸ μιὰ ὁλόκληρη μέρα, ἀκούγοντας τὸν ζωηφόρο λόγο τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ ὁ Χριστὸς λέει στοὺς μαθητὲς: Ὄχι, δὲν χρειάζεται νὰ φύγουν· δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε.. Πῶς μποροῦν νὰ θρέψουν ἕνα πλῆθος τόσο μεγάλο; Χιλιάδες ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιὰ, ἐνῶ τὸ μόνο ποὺ ἔχουν εἶναι πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ πρόκληση ποὺ ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς σ’ ἐκείνους καὶ σ’ ἐμᾶς. Ναί – ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ πραγματοποιήσει αὐτὸ τὸ θαῦμα· ἀλλὰ ὄχι ἄν δὲν συμβάλλουμε σ’ αὐτὸ ἁπλόχερα καὶ μ’ ἀνοιχτὴ καρδιὰ. Δὲν εἶπε στοὺς μαθητὲς Του: Κρατῆστε ὅσο περισσότερα τρόφιμα μπορεῖτε γιὰ σᾶς, καὶ δῶστε τὰ ὑπόλοιπα, ὅ,τι ἀπέμεινε στοὺς ἄλλους. Τοὺς λέει: Πᾶρτε ὅ,τι ἔχετε καὶ δῶστε τα ὅλα…

Αὐτὸ δὲν μᾶς λέει ὁ Χριστὸς, μὲ πολὺ ἰδιαίτερο τρόπο, σὲ ἐποχές ποὺ εἴμαστε τόσο ἀσφαλεῖς, τόσο πλούσιοι, καὶ ὅταν καθημερινὰ ἀκοῦμε γιὰ πείνα, δυστυχία, γιὰ θάνατο ἀπὸ ἀσιτία ἑκατοντάδων ἀνθρώπων. Καὶ αὐτὸ ποὺ ἁπλὰ μᾶς λέει ὁ Θεὸς εἶναι: δῶστε ὅ,τι μπορεῖτε καὶ ἄφηστε με μετὰ νὰ ἐνεργήσω· μὴν μοῦ ζητᾶτε νὰ κάνω ἕνα θαῦμα, ἐνῶ μπορεῖτε νὰ τὸ κάνετε μόνοι σας.

Οἱ Ἀπόστολοι μποροῦσαν νὰ κάνουν λίγα πράγματα· μποροῦσαν νὰ μοιράσουν πέντε ἅρτους καὶ δύο ψάρια· ἀλλὰ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ μοιράσουμε τόσα πολλὰ! Ἐὰν οἱ καρδιὲς μας ἦταν ἀνοιχτὲς, ὁ Θεὸς θὰ ἔκανε τὶς πέτρινες καρδιές μας καρδιὲς ζωντανές, ἄν εἴχαμε μάθει τὶ σημαίνει νὰ εἴμαστε γενναιόδωροι καὶ ὑπεύθυνοι ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, ἄν εἴχαμε μάθει λίγο, τόσο λίγο! – ν’ ἀγαπᾶμε στὴν πράξη τὸν πλησίον μας, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε πείνα στὸν κόσμο.

Καὶ αὐτὸ ποὺ μᾶς λέει σήμερα το Εὐαγγέλιο, εἶναι , «κοιτᾶξτε γύρω σας»· σὲ κάθε πρόσωπο ποὺ πεινάει, ποὺ δὲν ἔχει στέγη, ποὺ βρίσκεται σὲ ἀνάγκη καὶ θυμηθεῖτε ὅτι καθένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρόσωπα εἶναι δική σας εὐθύνη, ἡ πείνα τους, ἡ ἔλλειψη στέγης, ἡ δυστυχία τους εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ πλούτου, τῆς ἄνεσης, καὶ τῆς ἄρνησής σας νὰ μοιραστεῖτε, νὰ προσφέρετε, ὄχι νὰ δώσετε περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἔχετε -ἁπλὰ νὰ δώσετε.

Ἄν μοναχὰ θυμόμασταν, καθὼς ἕνας Ἅγιος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν θυμᾶμαι τώρα, γράφει σ’ ἕνα κείμενό του, ὅτι ὅποτε τρώει μιὰ μπουκιὰ ποὺ δὲν τοῦ εἶναι ἀπαραίτητη, ὅποτε ἀποκτᾶ ἥ κατέχει ὁ,τιδήποτε πέρα ἀπὸ τὶς ἀπόλυτες ἀνάγκες του, τὸ κλέβει ἀπὸ τοὺς πεινασμένους, ἀπὸ τοὺς ἄστεγους, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ροῦχα – εἶναι κλέφτης.

Δὲν ἀπευθύνεται ἀκριβῶς αὐτὸ σὲ μᾶς ἀπ’ ὅτι στὸν ἀσκητή;

Ἄς προβληματιστοῦμε, ἐπειδὴ συμπεριφέρομαστε σὰν ἀνόητοι, ἀνάξιοι οἰκονόμοι· ὑπάρχει κάτι παρόμοιο ὅπως ἡ διαχείριση τοῦ πλούτου- πνευματικοῦ, συναισθηματικοῦ, ἠθικοῦ καὶ ὑλικοῦ. Θυμᾶστε πιθανὸν τὴν ἱστορία τοῦ ἀνάξιου, ἀπίστου οἰκονόμου ποὺ γέλασε τὸν κύριο του, τὸν ἔκλεψε, καὶ ὅταν ἐπρόκειτο ν’ ἀπολυθεῖ ἐπειδὴ ὁ κύριος του ἀνακάλυψε τὴν ἀτιμία του,κάλεσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοῦ χρωστοῦσαν χρήματα καὶ μείωσε τὸ χρέος τους. Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ μάθουμε. Στράφηκε στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἔδωσε ὅποια βοήθεια μποροῦσε· ἐμεῖς δὲν τὸ κάνουμε. Ἄς μᾶς προβληματίσουν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: Δὲν χρειάζεται νὰ φύγουν μακρυά μου γιὰ νὰ φᾶνε· δῶστε τους ὅ,τι χρειάζονται.. Καὶ ἄν κοιτάξουμε γύρω μας, ὄχι μακρυά, ἀλλὰ ἀκριβῶς δίπλα μας, τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων ποὺ πεινᾶνε, ποὺ εἶναι ἄστεγοι, ποὺ εἶναι στερημένοι ἀπὸ δικαιώματα, ἤ ἁπλὰ τοὺς γείτονες μας ποὺ εἶναι κάποιες φορὲς τόσο μοναχικοὶ, ποὺ χρειάζονται ἕναν λόγο παρηγοριᾶς, φιλία, ἀλληλεγγύη, θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε πράξη τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ.

Ἄς μὴν ξεγελιόμαστε, δὲν θὰ γίνει αὐτὸ μὲ λόγια παρηγοριᾶς, μ’ εὐγενικὲς χειρονομίες. Ὁ Χριστὸς εἶπε: Δῶστε ὅ,τι ἔχετε καὶ ἴσως θὰ πεῖ σὲ μᾶς ἐκτιμώντας τὴν λιγοστὴ πίστη ποὺ ἔχουμε, τὴν στενότητα καὶ τὴν σκληρότητα τῆς καρδιᾶς μας: Δῶστε ὅ,τι εἶναι περιττὸ στὴ ζωὴ σας, ὅ,τι ξοδεύετε γιὰ τὸν ἑαυτὸ σας χωρὶς νὰ χρειάζεται, δίχως ν’ ἀντλεῖται ἀπ’ αὐτὰ ἀληθινὴ χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση- δῶστε τα καὶ τὸτε ἀφῆστε τὸ Θεὸ νὰ ὁλοκληρώσει τὸ δῶρο Του, νὰ κάνει τὰ ὑπόλοιπα.

Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ ἐπάνω μου· εἶναι ἐπίσης τὸ κάλεσμα ποὺ ἀπευθύνει στὸν καθένα ἀπὸ σᾶς. Ἀμήν.

2.

Ὁ Ζωοποιὸς Ἄρτος

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ χορτάσθησαν»

Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ὁ Χριστὸς ἀναχωρεῖ στὴν ἔρημο. Ἀναχωρεῖ στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ φυλάξει τὸν ἑαυτό Του γιὰ τὸν κατάλληλο καιρὸ τοῦ Σταυροῦ. Δὲν εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα γιὰ τὸ πάθος Του. Ὁ ἄλλος Εὐαγγελιστὴς γράφει πὼς ἀναχώρησε στὴν ἔρημο γιὰ νὰ δώσει τὴν εὐκαιρία στοὺς μαθητές Του νὰ ξεκουρασθοῦν (Μάρκ. 6,31). Ἀνεχώρησαν σὲ κάποια ἔρημο τῆς πόλεως Βηθσαιδᾶ (Λουκ. 9,10). Στὸ χῶρο αὐτὸ ἔκανε τὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων.

Οἱ συνθῆκες τοῦ θαύματος τὰ ἀρνητικὰ δεδομένα εἶναι περισσότερα ἀπ’ τὰ θετικὰ στὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων, γράφει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Δημήτριος. Ὁ τόπος ἦταν ἔρημος καὶ δὲν ὑπῆρχε κάποια ἑστία ἀνεφοδιασμοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Ἡ ὥρα ἦταν περασμένη· «Ἡ μὲν ἡμέρα κλίνειν ἤρξατο», καθὼς εἶπε Λουκᾶς· «αὐτοὶ δὲ παρέμειναν ἄσιτοι», δηλαδὴ ἡ ἡμέρα τελείωνε, ἀλλὰ αὐτοὶ παρέμειναν ἄσιτοι, σημειώνει ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός. Ὁ πολὺς ὁ κόσμος εἶχε αἰχμαλωτευθεῖ ἀπ’ τὴ διδασκαλία, γιὰ νὰ μπορέσουν οἱ ἄνθρωποι νὰ ψάξουν νὰ βροῦν κάτι νὰ φᾶνε (ὅπ. π.). Κατὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ «‹οὐ λιμοκτονήσει Κύριος ψυχὴν δικαίαν» (Παροιμ. 10,3), δηλαδὴ ὁ Κύριος δὲν θὰ ἀφήσει νὰ πεθάνει ἀπ’ τὴν πείνα ἡ ψυχὴ ποὺ εἶναι δίκαιη. Ὁ Χριστὸς εἶχε ἀποφασίσει νὰ τοὺς θρέψει μὲ τὸν παράδοξο αὐτὸ τρόπο, ἀλλὰ περίμενε νὰ Τοῦ τὸ ζητήσουν νὰ μὴ φανεῖ πὼς κάνει θαύματα πρὸς ἐντυπωσιασμό. Ἄφησε νὰ πεινάσουν ὑπερβολικά, προκειμένου νὰ λάβουν μεγαλύτερη αἴσθηση τοῦ θαύματος.

Ἄλλες πλευρὲς τοῦ θαύματος

Πρὶν κάνει τὸ θαῦμα προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του· «ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν» (Ματθ. 14,19). Ἐδῶ βλέπουμε τὸ μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἦταν τέλειος ἄνθρωπος, γι’ αὐτὸ καὶ προσεύχεται ὅπως κάνουν ὅλοι ποὺ ἔχουν τὴν ἀνθρώπινη φύση. Μετὰ προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του, λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, γιὰ νὰ δώσει νὰ καταλάβουν ὅλοι πὼς δὲν εἶναι ἀντίθεος, ἀλλ’ ἔχει τὴν προέλευσή Του ἀπὸ τὸ Θεὸ «καὶ ὅτι ἴσος ἐστί», δηλαδὴ εἶναι ἴσος μὲ τὸ Θεὸ Πατέρα. Ὁ Μωϋσῆς στὴν ἔρημο παρακάλεσε τὸ Θεὸ κι ἔδωσε στοὺς Ἰσραηλίτες τὸ μάννα ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη, ποὺ εἶχαν, ὅπως κι ὁ Ἠλίας ἔδωσε στὴ χήρα γυναίκα στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδώνας τὸ λάδι καὶ τὸ ἀλεύρι μόνον γιὰ τὸν καιρὸ τοῦ λιμοῦ, ἐνῶ ὁ Κύριος πολλαπλασίασε τοὺς πέντε ἄρτους χωρὶς φειδώ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχουν περισσεύματα «δώδεκα κοφίνους πλήρεις» (Ματθ. 14,20).

Στοὺς μαθητὲς του δίνει ἄρτους, γιὰ νὰ τοὺς μοιράσουν στὸ πλῆθος, γιὰ νὰ θυμοῦνται μόνιμα καὶ συνεχῶς τὸ θαῦμα. Ἀκόμη τοὺς δίνει τοὺς ἄρτους, γιὰ νὰ μὴ νομισθεῖ πὼς κατὰ φαντασία θαυματούργησε. Τὰ περισσεύματα εἶναι δείγματα ἀτράνταχτης ἀλήθειας. Τὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων εἶναι σύμβολο καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ὁ οὐράνιος ἄρτος τῶν ἀνθρώπων. Ἀκόμη μπορεῖ οἱ ἄρτοι νὰ συμβολίζουν καὶ τὰ πολλὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος τρέφει τὸ λαό Του καὶ τὴν Ἐκκλησία Του μὲ τὸν ἑαυτό Του. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ζωοποιὸς ἄρτος.

Τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα

Πολλοὶ διαβάζοντας τὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων ἴσως κάνουν σκέψεις πὼς ὁ Χριστὸς πρέπει νὰ λύσει τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα τῶν ἀνθρώπων ποὺ συνδέεται μὲ τὶς βιοποριστικές τους ἀνάγκες κατὰ τρόπο μαγικό. Κάπως ἔτσι πίστευαν καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς Του (Ἰωάν. 6,26). Νόμιζαν πὼς ὁ Χριστὸς θὰ ἔκανε κάθε μέρα τὸ ἴδιο θαῦμα καὶ θὰ τοὺς ἁπάλλασε ἀπὸ τὴν ἐργασία. Ὁ Χριστὸς δὲν περιφρονεῖ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὰ ἱεραρχεῖ. Πρῶτα εἶναι ἡ βρώση ἡ μένουσα (ὅπ. π. στίχ. 27) καὶ μετὰ ἡ πρόσκαιρη. Πρῶτα βάζει τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ μετὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἡ ἀγχώδης μέριμνα καὶ ἡ ἐπίμονη προσπάθεια γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀγαθῶν ποὺ προέρχονται, εἶναι καταδικαστέες ἀπ’τὸ Χριστό.

Ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται τὸ ἴδιο γιὰ τὶς ὑλικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ βάζει μία σειρὰ στὶς ἀπαιτήσεις μας. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ προηγοῦνται τῶν πνευματικῶν ἐνδιαφερόντων μας τὰ ὑλικά. Πρῶτα δίδαξε ὁ Χριστὸς τὸν ὄχλο καὶ μετὰ τοὺς ἔδωσε ψωμὶ νὰ φᾶνε. Τὸν ἄνθρωπο ὀφείλει νὰ τὸν διακατέχει ἡ ἀγωνία μήπως χάσει τὸν σύνδεσμό του μὲ τὸ Χριστό, ποὺ εἶναι ὁ ζωοποιὸς ἄρτος κι ὄχι ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀποκτήσει πολλὰ ἐφήμερα ἀγαθά.

Ἀδελφοί μου,

Νὰ θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας πλούσιο, ὅταν ἀρκούμεθα στὰ ἀναγκαῖα κι ἔχουμε τὸν Χριστὸ ἐπιούσιο ἄρτο στὴ ζωή μας. Τότε ὄντως εἴμαστε πλούσιοι.

3.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Τελειώνοντας τὴν ἀρχιερατική του προσευχὴ ὁ Χριστός, τὴν ὁποία ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Πατέρα του ἀμέσως μετὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο, εἶπε τὰ λόγια: «Πατέρα μου ἅγιε, προσεύχομαι ὄχι μόνο γιὰ τοὺς μαθητές μου ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ μὲ τὸ κήρυγμα τῶν μαθητῶν μου θὰ πιστέψουν σὲ μένα, ὥστε ὅλοι νὰ εἶναι ἕνα. Ὅπως ἐσύ, Πατέρα, εἶσαι ἑνωμένος μὲ μένα, κι ἐγὼ μὲ σένα, ἔτσι κι αὐτοὶ νὰ εἶναι ἑνωμένοι μὲ ἐμᾶς» (Ἰωάν. 17,21). Τρεῖς φορὲς ἐπαναλαμβάνει αὐτὴ τὴ φράση ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχιερατικὴ προσευχή του: «Ἴνα ὦσιν ἕν», δηλαδὴ νὰ εἶναι ἕνα, ὅλοι ὅσοι πιστέψουν σὲ μένα.

«Ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ»

Μετὰ ἀπὸ αὐτά, πῶς νὰ μὴν ἦταν πρωταρχικὴ ἀγωνία καὶ τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν στὶς ἐκκλησίες ποὺ στήριζε; Ἔτσι, ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι στὴν ἐκκλησία τῆς Κορίνθου εἶχαν προκληθεῖ «σχίσματα», ἀφιέρωσε σχεδὸν τὸ ἕνα τέταρτο τῆς πρώτης σ’ αὐτοὺς ἐπιστολῆς του, προσπαθώντας νὰ θεραπεύσει αὐτὴ τὴ μεγάλη πληγή. Ἐπρόκειτο γιὰ «σχίσματα» ὄχι μὲ τὴ μεταγενέστερη ἐκκλησιολογικὴ ἔννοια· οὔτε τοὺς χώριζαν δογματικὲς διαφορὲς ἀλλὰ ἦταν ὁμάδες προσκολλημένες σὲ κάποιους προεστῶτες τῆς χριστιανικῆς κοινότητας. Ἡ κάθε ὁμάδα θεωροῦσε τὸν δικό της ἡγέτη ὡς αὐθεντικότερο, ἀνώτερο καὶ περισσότερο χαρισματοῦχο ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἡ κατάσταση εἶχε προσλάβει ἐπικίνδυνες διαστάσεις, διότι κατέλυε τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Δικαιολογημένα, λοιπόν, ὁ πόνος τοῦ θεμελιωτῆ τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησιολογίας ἀποστόλου Παύλου εἶναι μεγάλος καὶ θὰ τὸν ἐκφράσει μὲ τρόπο ποιμαντικό. Ἀρχίζει σὲ ἤπιο ὕφος μὲ τὸ «παρακαλῶ». Μάλιστα, σὰν νὰ μὴν ἀρκοῦσε ὁ ἴδιος μόνος του, τοὺς παρακαλεῖ «διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπιθυμεῖ νὰ ἀνεβάσει τοὺς τόνους καὶ βάζει στὸ στόμα τοῦ Ἀποστόλου τὰ λόγια: «Τὸν Χριστὸν λαμβάνω σύμμαχον, καὶ βοηθὸν αὐτοῦ τὸ ὄνομα τὸ ἠδικημένον καὶ ὑβρισμένον». Ἀδικία καὶ ὕβρις κατὰ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας του.

Γι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνοντας τρεῖς φορὲς τὸν προσδιορισμὸ «τὸ αὐτό», τοὺς ὑποδεικνύει τὴ θεραπεία συνιστώντας τους νὰ ἔχουν ταυτότητα ὁμολογίας τῆς πίστης, ταυτότητα φρονήματος καὶ ταυτότητα ἐσωτερικῆς διάθεσης, δηλαδὴ ἀγάπη. Καὶ θέλοντας νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ καταλάβουν τὶς βέβηλες διαστάσεις τῆς διάσπασής τους, «διαλέγεται αὐτοῖς πληκτικώτερον», κατὰ τὸν ἅγιο Θεοφύλακτο· τοὺς ἐπιπλήττει ἐπισημαίνοντας ὅτι ἡ εἰδωλοποίηση προσώπων «μερίζει» τὸ ἴδιο τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Καὶ εἶναι τραγικὸ ὅτι μερικοὶ ἐξέπιπταν σὲ «εἰδωλοποίηση» ἀκόμη καὶ τοῦ Χριστοῦ, βάζοντας «ἐν ἴσῃ τάξει τὸν δεσπότην μετὰ τῶν δούλων», μὲ τὸ νὰ τὸν οἰκειοποιοῦνται σὰν ἀποκλειστικὰ δικό τους «ὁμαδάρχη»· ἦταν σὰν νὰ ἔλεγαν: «ἐμεῖς δὲν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ διδασκάλους καὶ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀνήκουμε κατευθείαν στὸν Χριστὸ καὶ μόνο ἀπὸ Αὐτὸν δεχόμαστε καθοδήγηση».

Ὁ μεγαλύτερος ὄλεθρος

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Ἀπόστολος, μὴ βρίσκοντας ἄλλο τρόπο νὰ ἐκφράσει τὴν πικρία του, ξεσπάει μὲ τὴν ἐρώτηση: «Κατατμήθηκε λοιπὸν ὁ Χριστός; Ἀπευθύνομαι σὲ ὅσους λένε, ἐμεῖς εἴμαστε τοῦ Παύλου, καὶ τοὺς ἐρωτῶ: Μήπως ὁ Παῦλος σταυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία σας; Ἢ μήπως βαπτισθήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Παύλου, ὥστε νὰ ἀνήκετε πλέον σ’ αὐτόν;». Αὐτὴ ἡ «ἔκρηξη» ἐκπλήσσει ἀκόμη καὶ τὸν Χρυσορρήμονα: «Βλέπεις θυμό;» λέει. «Βλέπεις ἐπίπληξη; Βλέπεις λόγια γεμάτα ἀγανάκτηση;». Πρόκειται γιὰ δικαιολογημένη ἀγανάκτηση, ἀφοῦ τελικὰ «τὸ ὀλεθριώτερον πάντων» εἶναι ἡ διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀναφέρεται ὁ Ἀπόστολος στὸ βάπτισμα, διότι ἀποτελοῦσε αἰτία ὁμαδοποίησης γύρω ἀπὸ τὸν βαπτίζοντα. Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς λέει, κατὰ τὸν Μέγα Φώτιο: «Εὐχαριστῶ τὸν Θεό, διότι ἔχοντας βαπτίσει ἐλάχιστους δὲν ἔδωσα σὲ κάποιους ἀφορμὴ νὰ λένε: Βάπτισε πολλοὺς γιὰ νὰ συγκεντρώσει γύρω του χορὸ μαθητῶν καὶ ἔτσι νὰ ἀποκτήσει ὄνομα διδασκάλου». Τὸ βάπτισμα, βέβαια, εἶναι μέγα μυστήριο- ὅμως δὲν τὸ κάνει «μέγα» ὁ βαπτίζων ἀλλὰ ὁ Χριστός. Ἐξάλλου, τὸ βάπτισμα εἶναι ἔργο «ἱερέως μόνον· τὸ δὲ κήρυγμα, ἀνδρὸς γενναίου καὶ φερεπόνου καὶ ἑτοίμου πρὸς θάνατον», θὰ πεῖ ὁ Ζιγαβηvὸς «φωτογραφίζοντας» τὸν Παῦλο. Θέλει πολὺ κόπο νὰ μεταπείσει ὁ κηρύττων τὸν μὴ πιστεύοντα, νὰ διώξει τὴν πλάνη καὶ μετὰ νὰ φυτέψει μέσα στὴν ψυχὴ τὴν ἀλήθεια.

Ἑνωτικὴ χρήση τῶν χαρισμάτων

Καὶ βεβαίως τὰ κύρια ἐφόδια τοῦ κηρύττοντος δὲν εἶναι οὔτε τὰ πτυχία πανεπιστημίου οὔτε ἡ εὐγλωττία τοῦ Δημοσθένη. «Ἂν ὁ Παῦλος ἦταν πιὸ μορφωμένος ἀπὸ τὸν Πλάτωνα», λέει ὁ Χρυσόστομος, «τότε θὰ ἔλεγαν ὅτι τὸ κήρυγμά του, δηλαδὴ ἡ μωρία τοῦ Σταυροῦ, κέρδιζε τοὺς ἀνθρώπους ὄχι ἐξαιτίας τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐξαιτίας τῆς εὐγλωττίας του». Αὐτὰ ὅμως τὰ λέει ἕνας πολὺ σπουδαγμένος πατὴρ τῆς ἐκκλησίας γιὰ κάποιον ἐπίσης πολὺ πεπαιδευμένο Ἀπόστολο. Ἑπομένως, δὲν πρέπει νὰ φθάσουμε καὶ στὸ ἄλλο ἄκρο, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ὁμολογία τῶν «ἁπλῶν ἀνθρώπων». Ὁ κορυφαῖος σύγχρονος θεολόγος π. Γεώργιος Φλορόφσκι θὰ διαμαρτυρηθεῖ ἔντονα λέγοντας: «Τὸ ὅτι ἡ πίστη τῆς ἀγράμματης γερόντισσας θεωρεῖται πρότυπο ὀρθόδοξης εὐσέβειας ἀποτελεῖ τὴν πιὸ ἐπικίνδυνη μορφὴ σκοταδισμοῦ, ποὺ μετατρέπει τὴν Ὀρθοδοξία σὲ κάποιο εἶδος ἠθικολογίας». Ἐξάλλου καὶ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς δὲν εἶπε μόνο ὅτι «τὸ κακὸ θὰ ἔλθει ἀπὸ τοὺς σπουδαγμένους», ἀλλὰ εἶπε καὶ ὅτι «ἡ πίστη μας δὲν ἐστερεώθη ἀπὸ ἀμαθεῖς ἁγίους, ἀλλὰ ἀπὸ σοφοὺς καὶ πεπαιδευμένους, οἱ ὁποῖοι καὶ τὰς ἁγίας Γραφὰς ἀκριβῶς μᾶς ἐξήγησαν καὶ διὰ θεοπνεύστων λόγων ἀρκούντως μᾶς ἐφώτισαν…».

Τὸ μήνυμα τοῦ ὄντως σοφοῦ -καὶ κατὰ Θεὸν καὶ κατὰ κόσμον- Παύλου εἶναι ὅτι ὁ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου πρέπει τὰ ὅποια χαρίσματα καὶ ἐγκόσμια ἐφόδιά του νὰ τὰ χρησιμοποιεῖ πρὸς δόξαν Θεοῦ, καὶ ὄχι τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ νὰ τὰ θέτει στὴ διακονία τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας.

4.

Ἑνότητα καὶ διαιρέσεις μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς ἀπὸ τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ Ἀπ. Παύλου εἶναι σὲ μετάφραση ἡ ἑξῆς:

«Καὶ τώρα, ἀδερφοί, σᾶς ζητῶ, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ εἶστε ὅλοι σύμφωνοι μεταξύ σας καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν ἀνάμεσά σας διαιρέσεις, ἀλλὰ νὰ εἶστε ἑνωμένοι, μὲ μία σκέψη καὶ μὲ ἕνα φρόνημα. Αὐτὸ τὸ γράφω, ἀδερφοί μου, γιατί μὲ πληροφόρησαν γιὰ σᾶς ἄνθρωποι τῆς Χλόης ὅτι ἔρχεστε σὲ προστριβὲς μεταξύ σας. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ὁ καθένας σας λέει κάτι διαφορετικό. Ὁ ἕνας λέει: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου», ὁ ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ», ἕνας ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Κηφᾶ» καὶ κάποιος ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Χριστοῦ». Διαμοιράστηκε, λοιπόν, ὁ Χριστός; Μήπως εἶναι ὁ Παῦλος ποὺ πέθανε πάνω στὸ σταυρὸ γιὰ νὰ σᾶς σώσει; Ἤ μήπως στὸ ὄνομα τοῦ Παύλου ἔχετε βαφτιστεῖ; Εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ ποὺ δὲ βάφτισα κανένα σας ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κρίσπο καὶ τὸ Γάιο. Ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς πὼς τὸν βάφτισα στὸ δικό μου ὄνομα. Ναί, βέβαια, βάφτισα καὶ τὴν οἰκογένεια τοῦ Στεφανᾶ. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτούς, ὅμως, δὲν θυμᾶμαι νὰ βάφτισα κανέναν ἄλλο. Ἡ ἀποστολὴ πού μοῦ ὅρισε ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν νὰ βαφτίζω, ἀλλὰ νὰ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιο, χωρὶς σοφὰ καὶ περίτεχνα λόγια, ὥστε ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν σταυρὸ νὰ μὴ χάσει τὸ περιεχόμενό του» (Α΄ Κορ. 1,10-17).

Καταρχὴν πρέπει νὰ τοποθετήσουμε τὴν περικοπὴ στὴ συνάφειά της καὶ νὰ παρουσιάσουμε τὸ πρόβλημα ποὺ ἀπασχολοῦσε τὴν ἐποχὴ τῆς συγγραφῆς τῆς ἐπιστολῆς τοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου.

Ἡ Κόρινθος ἦταν ὁ τελευταῖος σταθμὸς τοῦ Ἀποστόλου στὴν Ἑλλάδα κατὰ τὴ δεύτερη ἱεραποστολική του περιοδεία. Σὲ λίγο θὰ ξεκινήσει γιὰ τὴν τρίτη περιοδεία ποὺ θὰ τὸν ξαναφέρει στὴν Ἑλλάδα. Στὴν ἀρχὴ τῆς δεύτερης περιοδείας ἔμεινε τρία χρόνια περίπου στὴν Ἔφεσο κι ἐκεῖ πληροφορήθηκε ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς Χλόης, κάποιας εὔπορης προφανῶς χριστιανῆς τῆς Κορίνθου ποὺ εἶχε στὴν ὑπηρεσία της προσωπικὸ καθὼς καὶ ἀπὸ ἐπιστολὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ συνταρασσόταν ἀπὸ ὁρισμένα προβλήματα καὶ ἀντιμετώπιζε ἐρωτήματα.

Κάπως ἀναλυτικότερα, κατὰ τὶς πληροφορίες τῶν ἀπεσταλμένων τῆς Χλόης, στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου δημιουργήθηκαν μερίδες ποὺ ἡ κάθε μία διεκδικοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό της ὡς ἡγέτη ἕναν ἀπόστολο («Ὁ ἕνας ἔλεγε: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου», ὁ ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ», ἕνας ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Κηφᾶ» καὶ κάποιος ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Χριστοῦ»). Φαίνεται ὅτι πολλοὶ Κορίνθιοι, ἐνθουσιασμένοι ἀπὸ τὴ μόρφωση καὶ τὴ ρητορικότητα τοῦ Ἀπολλὼ (ποὺ «καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια· ἦταν προικισμένος ρήτορας καὶ ἤξερε καλὰ τὴ Γραφή.», Πράξ.18,24), τὸν παραδέχονταν ὡς ἡγέτη τους συγκρίνοντάς τον ἴσως μὲ τὸν Παῦλο, ποὺ ἀναγνωρίζει ὁ ἴδιος ἀλλοῦ στοὺς Κορινθίους ὅτι εἶναι «ἀδύνατος στὸν προφορικὸ λόγο, ὄχι ὅμως καὶ στὴ γνώση» (Β΄ Κορ 11,6). Οἱ αὐστηροὶ ἐξ Ἰουδαίων προερχόμενοι χριστιανοὶ τῆς Κορίνθου δέχονταν ὡς ἀρχηγὸ τους τὸν Ἀπ. Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν ἡγετικὴ θέση του στὴν πρώτη Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, ἀλλὰ στὴν Κόρινθο βέβαια δὲν εἶχε μεταβεῖ. Ἄλλοι χριστιανοὶ καυχόνταν ὅτι ἀνήκουν στὸν ἱδρυτὴ τῆς Ἐκκλησίας τους Ἀπ. Παῦλο. Τέλος, μία μερίδα διακήρυσσε ὅτι σὲ κανένα ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους δὲν ἀνήκει ἀλλὰ ἀπευθείας στὸν Χριστό. Δὲν πρόκειται πάντως περὶ αἱρέσεων ἢ σχισμάτων ἀλλὰ περὶ ὁμάδων, οἱ ὁποῖες ἔδειχναν θαυμασμὸ καὶ ἐκτίμηση σὲ ἕναν ἀπόστολο, ποὺ τὸν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους- πράγμα σύνηθες γιὰ τοὺς Ἕλληνες, τότε ἀλλὰ καὶ σήμερα!

Υποβολή

Ὁ Παῦλος ἀφιερώνει τὰ 4 πρῶτα κεφ. τῆς ἐπιστολῆς γιὰ νὰ καταπολεμήσει τὴ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου. Θεωρώντας σὰν πιὸ ἐπικίνδυνη τὴν ὁμάδα ποὺ διεκδικοῦσε ὡς ἀρχηγὸ της τὸν Ἀπολλὼ (πιθανῶς σ’ αὐτὴν ἀνῆκαν ὅσοι εἶχαν φιλοσοφικὴ παιδεία), στρέφεται συχνὰ ἐναντίον τῆς ἀνθρώπινης σοφίας καὶ καυχήσεως γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει πὼς «ὅ,τι ὁ κόσμος αὐτὸς θεωρεῖ σοφία, εἶναι μωρία στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 3,19) καὶ ὅτι ὁ σταυρωμένος Χριστός, ὅσο καὶ ἂν φαίνεται «σκάνδαλο» γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἢ «μωρία» γιὰ τοὺς Ἕλληνες, εἶναι γιὰ τοὺς χριστιανοὺς «τοῦ Θεοῦ ἡ δύναμη καὶ τοῦ Θεοῦ ἡ σοφία» (1,24). Ἡ ὕπαρξη μερίδων στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, θέλει νὰ πεῖ ὁ Παῦλος, μαρτυρεῖ ὅτι οἱ Κορίνθιοι χριστιανοὶ δὲν κατέχουν «τὸ σοφὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ» (2,7), ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη νήπιοι, σαρκικοὶ καὶ ἀτελεῖς καὶ δὲν ἔνιωσαν τὴν συγκλονιστικὴ σπουδαιότητα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιπλέον οἱ χριστιανοὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἀγάπη, τὸν ὕμνο τῆς ὁποίας πλέκει ὁ Παῦλος στὴν ἴδια ἐπιστολὴ (κεφ. 13). Κατόπιν προσθέτει ὅτι οἱ ἀπόστολοι, ποὺ κήρυξαν ἢ ποὺ ἐργάστηκαν στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, εἶναι «διάκονοι» τοῦ Χριστοῦ, βοηθοὶ καὶ συνεργοὶ στὸ ἔργο του, «ὑπηρέτες τοῦ Χριστοῦ καὶ διαχειριστὲς τῶν μυστικῶν βουλῶν τοῦ Θεοῦ» (4,1), εἶναι ἁπλὰ ὄργανα, καθόσον «οὔτε αὐτὸς ποὺ φυτεύει εἶναι κάτι, οὔτε αὐτὸς ποὺ ποτίζει, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ φέρνει τὴν αὔξηση, ὁ Θεὸς» (3,7). Ὁ ἀπόστολος μιλάει σὲ γλώσσα αὐστηρή. Ὡς ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου αἰσθάνεται τὴν ὑποχρέωση ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποτρέψει κάθε ἀπόπειρα φθορᾶς καὶ διάσπασης τῆς ἑνότητας τοῦ «ναοῦ τοῦ Θεοῦ»· μιλάει ὅπως ὁ πατέρας στὰ παιδιά του. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει τὸν Παῦλο εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου καὶ γενικὰ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διάσπαση δηλώνει ἀπουσία τοῦ Πνεύματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διάσπαση εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ἀντίθετη πρὸς τὴν ἔννοια καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Καί, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μία χαρακτηριστικὴ ἔκφραση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου: «Τὸ γὰρ τῆς ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλὰ ἑνώσεώς ἐστι καὶ συμφωνίας ὄνομα» (Ἑρμην. εἰς Α΄ Κορ, PG 61,13).

Ἀπὸ τὴ Β’ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ συνάγουμε ὅτι δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρξε συνέχιση αὐτῆς τῆς καταστάσεως στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου.

Παρόμοια προβλήματα συνάντησε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὴν πορεία τῆς ἱστορίας της καθόσον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀδύναμους ἀνθρώπους. Εἶναι μὲν θεῖος θεσμὸς ἀλλὰ μὲ μέλη ἀνθρώπους. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι δυνατότερη ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια εὕρισκε τρόπους νὰ δίνει λύσεις, εἴτε φωτίζοντας κάποιους ὑπεύθυνους ἡγέτες νὰ δίνουν ἀπαντήσεις, εἴτε ὁδηγώντας τους σὲ Συνόδους ὅπου συζητιοῦνταν τὰ ἀνακύπτοντα προβλήματα καὶ βρίσκονταν οἱ λύσεις. Μία πρώτη τέτοια Σύνοδος συγκλήθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ τὴν ὁποία μᾶς πληροφοροῦν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (κεφ.15), ἀλλὰ καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας κάνει λόγο γιὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ὅπου ἀποφασιζόταν ἡ διατύπωση τῆς πίστεως (τὰ δόγματα) ἢ ἡ ἀντιμετώπιση πρακτικῶν θεμάτων.

Σὲ μᾶς σήμερα τί μήνυμα ἀπευθύνει ἡ ἀποστολικὴ περικοπή;

1. Ἡ ὕπαρξη προβλημάτων μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀναπόφευκτη ἕνεκα τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, δὲν ὁδηγεῖ ὅμως κατ΄ ἀνάγκην σὲ διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας.

2. Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν «Ναὸ τοῦ Θεοῦ» καὶ κάθε προσπάθεια διασπάσεως τῆς ἑνότητας αὐτοῦ τοῦ Ναοῦ μαρτυρεῖ ὅτι οἱ ὑπαίτιοι τῆς διασπάσεως δὲν εἶναι συνδεδεμένοι μὲ τὸν Ἀρχηγὸ καὶ θεμελιωτὴ τῆς Ἐκκλησίας Ἰησοῦ Χριστό.

3. Ὁ πνευματικὸς ἡγέτης τῶν πιστῶν πρέπει νὰ ὁδηγεῖ τὴ σκέψη καὶ τὴ ζωή τους στὸν Χριστό, ἀποφεύγοντας τὸν πειρασμὸ νὰ παρασυρθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία τῆς προσκολλήσεώς τους στὸ πρόσωπό του.

4. Ὅ,τι καὶ ἂν συμβεῖ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἀφήσει νὰ ἐξαλειφτοῦν οἱ σωστικὲς συνέπειες τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

5.

Χριστός, ἡ ἀληθινὴ τροφή.

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Προφανῶς ὁ ἐντυπωσιακὸς ἀριθμὸς τῶν ἀνθρώπων, ποὺ πῆγαν νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό, δὲν πῆγαν μὲ τὴν προσδοκία δωρεὰν γεύματος. Ἄλλη πείνα τους πῆγαν νὰ χορτάσουν: τὴν πείνα τους γιὰ τὴ γλυκύτερη «ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον» διδασκαλία του. Καὶ ὁ Χριστὸς βλέποντας τὸν διακαὴ τους πόθο, τοὺς σπλαχνίσθηκε· καὶ πρῶτα θεράπευσε τοὺς ἀρρώστους τους, χωρὶς νὰ ζητήσει ἄλλη ἔνδειξη ἤ ὁμολογία πίστης. Ἄραγε, ποιὰ μεγαλύτερη μαρτυρία πίστης χρειαζόταν -ἀναρωτιέται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος- ἀπὸ τὸ ὅτι «τὸν ἀναζήτησαν ἀφήνοντας τὰ σπίτια τους καὶ τὰ χωριά τους, περπάτησαν τόσο δρόμο γιὰ νὰ τὸν βροῦν κάνοντας τὸν κύκλο λίμνης, καὶ παρέμειναν τόσες ὧρες κοντὰ του νηστικοὶ ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν πείνα, ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ τοὺς πιέζει;».

Μὴ σταυρώνει τὰ χέρια!

Ὅταν πιὰ πλησίασε τὸ δειλινό, οἱ μαθητὲς ἔδειξαν καὶ τὴ δική τους εὐσπλαχνία πρὸς τὸ πλῆθος προτρέποντας τὸν Χριστὸ νὰ τοὺς ἀφήσει νὰ πᾶνε γιὰ φαγητό. Καὶ ἔκπληκτοι ἄκουσαν τὸν Χριστὸ νὰ τοὺς λέει: «Δὲν χρειάζεται νὰ πᾶνε πουθενά. Δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε». Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Χριστὸς λέει καὶ σ’ ἐκείνους καὶ σέ μᾶς: «Ἀκόμα καὶ στὸ πιὸ ἀξεπέραστο πρόβλημα, μὴ βιαστεῖτε νὰ σταυρώσετε τὰ χέρια καὶ νὰ περιμένετε οὐρανοκατέβατες λύσεις, ἀλλὰ πρῶτα ἐξαντλῆστε τὶς δικές σας δυνατότητες, ὅσο μικρὲς κι ἂν σᾶς φαίνονται. Κι ἐγὼ αὐτὴ τὴν ἐλάχιστη προσφορά σας θὰ τὴν πολλαπλασιάσω, ὅσο δὲν φαντάζεσθε».

Ποιὸς πίστευε ποτὲ ὅτι μέσα στὸ σκοτάδι τῆς Τουρκοκρατίας θὰ μποροῦσαν νὰ ἱδρυθοῦν τόσα σχολεῖα ἀπὸ ἕναν ἀκτήμονα ἱερομόναχο; Κι ὅμως! Ἡ ἀκτινοβολία τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ ὁ φλογερός του λόγος ἔκαναν ἀκόμη καὶ Τούρκους ἀξιωματούχους νὰ προσφέρουν χρήματα γιὰ χριστιανικὰ σχολεῖα. Οἱ ζυμωμένοι μὲ τὰ δάκρυα τῶν προσευχῶν του καὶ τὸν ἱδρώτα τῆς ὁδοιπορίας του «ἄρτοι» τῶν λόγων του συνεχίζουν καὶ σήμερα νὰ χορταίνουν ἀμέτρητα πλήθη πιστῶν.

«Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ»

Ὁ Χριστὸς δίνει ἀνυπέρβλητη ἀξία ἀκόμα καὶ στὴν πιὸ μικρὴ συνεισφορά μας, καὶ μάλιστα ὅταν γίνεται μὲ πνεῦμα εἰλικρινοῦς ἀγάπης καὶ θυσίας. Μὲ τέτοιο πνεῦμα καὶ οἱ μαθητὲς πρόθυμα προσέφεραν τὴ δική τους τροφή, προτιμώντας αὐτοὶ νὰ μείνουν νηστικοὶ γιὰ νὰ χορτάσουν ἔστω καὶ ἐλάχιστους. Καὶ ὁ Χριστός, ἔστω κι ἂν μποροῦσε καὶ τὶς πέτρες νὰ τὶς κάνει ψωμιὰ ἢ νὰ κατεβάσει μάννα ἐξ οὐρανοῦ, προτίμησε τὰ δικά τους πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια· καὶ ἀφοῦ τὰ πολλαπλασίασε, τοὺς κάλεσε νὰ διακονήσουν μὲ τὰ δικά τους χέρια στὸ μεγάλο θαῦμα. Εἶναι μεγάλη τιμὴ ἀλλὰ καὶ συγχρόνως μεγάλη εὐθύνη, νὰ μᾶς θέλει ὁ Θεὸς συνεργάτες του στὰ θαυμαστά του ἔργα.

Ὁ Χριστὸς μὲ τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ θαῦμα, ἐκτός τοῦ ὅτι δίνει μία ἀκόμη τρανὴ μαρτυρία γιὰ τὴ θεότητά του, θέλει νὰ ἐπαινέσει καὶ νὰ ἐνθαρρύνει τὸν ζῆλο τοῦ πλήθους ποὺ πῆγε νὰ τὸν ἀκούσει καὶ ὅλων τῶν «πεινώντων καὶ διψώντων τὴν δικαιοσύνην» του. Τέτοιοι ἄνθρωποι ἐπαληθεύουν μὲ τὸν πιὸ ἀναντίρρητο τρόπο τὴν ἀπάντησή του στὸν πρῶτο πειρασμὸ τοῦ διαβόλου. Ὅταν ὁ διάβολος προκάλεσε τὸν Χριστὸ νὰ κάνει τὶς πέτρες ψωμιὰ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν -μετὰ τὴν τεσσαρακονθήμερη νηστεία- πείνα του, ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπάντησε: «Ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ μόνο μὲ ὑλικὸ ψωμί, ἀλλὰ μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ».

Ὁ κίνδυνος ἄδειας ζωῆς μὲ γεμάτο στομάχι

Στὸ ὑπέροχο ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι «Ἀδελφοὶ Καραμάζωφ» τονίζεται τὸ βαθύτερο νόημα αὐτοῦ τοῦ πειρασμοῦ. Ἐκεῖ ὁ διάβολος, μὲ τὸ στόμα τοῦ μεγάλου ἱεροεξεταστῆ, προκαλεῖ τὸν Χριστὸ μὲ τὰ λόγια: «κάνε αὐτὲς τὶς πέτρες ψωμιά, καὶ ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα θὰ σὲ ἀκολουθήσει σὰν ἄβουλο κοπάδι. Γιὰ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας, τοὺς εἶναι ἀνυπόφορο γιατί δημιουργεῖ εὐθύνες. Πάρε τους, λοιπόν, τὴν Ἐλευθερία, καὶ κάνε τους νὰ σὲ ὑπακοῦνε τυφλά, χορταίνοντάς τους μὲ ψωμιά!». Ὁ Χριστὸς ὅμως, ἡ μόνη πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας, δὲν θέλησε νὰ ἀγοράσει τὴν ἐλευθερία μας μὲ ψωμιά. Καὶ τὸ θαῦμα, ποὺ ἀναφέρεται στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, δὲν τὸ ἔκανε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ μᾶς κάνει χορτασμένους μέν, ἀλλὰ ἄβουλους ὀπαδούς του. Μία ζωὴ μόνο μὲ ψωμὶ καὶ χωρὶς ἐλευθερία δὲν ἔχει νόημα. Εἶναι ζωὴ ἀβίωτη.

Κάτι τέτοιο ἔγραψαν σὲ σύνθημά τους καὶ οἱ Γάλλοι φοιτητές, ποὺ ξεσηκώθηκαν τὸν Μάη τοῦ 1968: «Ἀρνούμαστε ἕναν κόσμο, ὅπου ἡ βεβαιότητα ὅτι δὲν θὰ πεθάνουμε ἀπὸ τὴν πείνα, ἀνταλλάσσεται μὲ ἀνία καὶ ἔλλειψη νοήματος τῆς ζωῆς». Πολὺ ἀργότερα οἱ δικοί μας ἀναρχικοὶ τὸ μετέγραψαν σὲ πέντε λέξεις: «Ἄδειες ζωές, γεμάτες στὶς πιστωτικές!».

Τελικὰ ὁ θαυμαστὸς χορτασμὸς τῶν -τουλάχιστον- πεντακισχιλίων δὲν ἔχει σκοπὸ νὰ προσφέρει μαγικὲς λύσεις σὲ κοινωνικὰ προβλήματα. Πολὺ γρήγορα ἔγινε μία τέτοια παρεξήγηση τοῦ θαύματος, καὶ ὁ Χριστὸς τὴν κατήγγειλε μὲ πολλὴ πικρία. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο τὸν ἀναζήτησαν «πέραν τῆς θαλάσσης», τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ ἀφυπνιστικὴ «ψυχρολουσία»; «Ψάχνετε νὰ μὲ βρεῖτε, ὄχι ἐπειδὴ εἴδατε θαύματα -ποὺ σᾶς ἔπεισαν ὅτι εἶμαι ὁ Μεσσίας- ἀλλὰ γιατί φάγατε ἀπὸ τοὺς ἄρτους καὶ χορτάσατε· νὰ ἐργάζεσθε ὄχι γιὰ τὴν τροφὴ ποὺ χάνεται ἀλλὰ γιὰ τὴν τροφή, ποὺ μένει ἄφθαρτη καὶ σᾶς μεταγγίζει τὴν αἰώνια ζωή». Χωρὶς αὐτὴ «τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν» οἱ ζωὲς τῶν ἀνθρώπων θὰ εἶναι ἄδειες καὶ χωρὶς νόημα, ἔστω κι ἂν οἱ πιστωτικὲς κάρτες εἶναι γεμάτες.

6.

Ὁ θαυματουργικὸς χορτασμὸς.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ  ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Διαβάζουμε συνεχῶς γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ στὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο, καὶ ἀναρωτιόμαστε: «γιατὶ τέτοια θαύματα γινόντουσαν ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, καὶ στὶς μέρες μας βλέπουμε τόσα λίγα;» Νομίζω ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς πιθανὲς ἀπαντήσεις.

Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι δὲν βλέπουμε τὰ θαύματα ποὺ συμβαίνουν γύρω μας, θεωροῦμε τὰ πάντα δεδομένα, ἐντελῶς φυσικά. Παίρνουμε τὰ καλὰ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ σὰν κάτι φυσιολογικὸ, καὶ δὲν βλέπουμε πλέον ὅτι ἡ ζωή εἶναι ἕνα θαυμάσιο, γεμάτο χαρὰ θαῦμα, ὅτι ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ μᾶς δημιουργήσει, ὅτι μᾶς δημιούργησε ἀπὸ τὸ μηδὲν, ἅπλωσε μπροστά μας ὁλάκερο τὸ μυστήριο τῆς ὕπαρξης, δὲν κλείστηκε μέσα σ’ αὐτό. Μᾶς κάλεσε νὰ γίνουμε γιὰ πάντα φίλοι Του, νὰ ζήσουμε γιὰ πάντα τὴν αἰώνια, θεϊκὴ ζωή. Μᾶς ἀποκάλυψε τὸν Ἑαυτό Του· γνωρίζουμε ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος, Τὸν γνωρίζουμε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅπως τὸν Θεὸ τοῦ ὁποίου ἡ ἀγάπη δὲν κλονίστηκε οὔτε στὴν θέα τοῦ θανάτου Του γιὰ νὰ σώσει ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶ. Καὶ τὶ νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ ἐκεῖνα τὰ θαύματα ποὺ εἶναι ἀκόμα πιὸ λίγο φανερὰ σ’ ἐμᾶς, ὅπως ἡ ὑγεία, ἡ εἰρήνη, ἡ φιλία, ἡ ἀγάπη; Εἶναι ὅλα γνήσια θαύματα – δὲν μπορεῖς νὰ τ’ἀγοράσεις, δὲν μπορεῖς νὰ βιάσεις κάποιον νὰ σοῦ δώσει τὴν καρδιά του· κι ὅμως γύρω μας ὑπάρχουν τόσες καρδιὲς ποὺ εἶναι ἀνοιχτὲς ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλη, ὑπάρχει τόση φιλία, ἀγάπη. Καὶ ἡ ὕπαρξη μας ποὺ θεωροῦμε τόσο δεδομένη, δὲν εἶναι ἕνα θαῦμα;

Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο σημεῖο ποὺ ἤθελα νὰ θίξω: ὅτι ὁλάκερη ἡ ζωή εἶναι ἕνα θαῦμα. Γνωρίζω, φυσικά, ὅτι ὑπάρχει τόσος πολὺς πόνος καὶ τρόμος σ’αὐτό, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα ἥσυχο, ἀδιατάρακτο φῶς λάμπει στὸ σκοτάδι: ἄν μοναχὰ μπορούσαμε νὰ πιστέψουμε στὸ φῶς, καὶ ἔτσι νὰ γίνουμε παιδιὰ τοῦ φωτὸς καὶ καθὼς λέει ὁ Χριστὸς, νὰ γίνουμε ἄγγελοι φωτός;

Ὑπάρχουν δύο ἀκόμα παρατηρήσεις ποὺ θὰ ἤθελα νὰ κάνω. Σήμερα διαβάζουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν σὲ ἀνάγκη, ὅτι οἱ ἀπόστολοι πρόσεξαν τὴν ἀνάγκη τους καὶ εἶπαν στὸν Κύριο: «Ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται νὰ ἀνακουφίσεις τὴν ἀνάγκη τους, νὰ ταϊσεις αὐτοὺς τοὺς πεινασμένους ἀνθρώπους». «Πῶς;» εἶπαν: « Ἔχουμε μόνο δύο ψάρια καὶ πέντε ψωμιά, εἶναι δυνατὸν νὰ φτάσουν γιὰ ἕνα τέτοιο πλῆθος;» Καὶ ὁ Χριστὸς εὐλόγησε ἐκεῖνα τὰ ψάρια καὶ τὰ ψωμιὰ καὶ ἔφτασαν γιὰ ὅλους.

Ἄρα, τὶ περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μπορεῖ ἐλεύθερα, μὲ τὴν κυρίαρχη δύναμή Του, νὰ κάνει οὐράνια θαύματα στὴ γῆ; Πρῶτα, θὰ πρέπει νὰ δώσουμε προσοχὴ στὴν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Τόσο συχνὰ τὴν προσπερνᾶμε καὶ δὲν ἀνοίγουμε τὴν πόρτα στὸν Θεὸ γιὰ νὰ Τοῦ ἐπιτρέψουμε νὰ μπεῖ καὶ νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀδύνατο σ’ἐμᾶς νὰ κάνουμε. Ἄς ἀνοίξουμε τὰ μάτια μας γιὰ νὰ δοῦμε τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων γύρω μας – ἀνάγκες ὑλικές, ψυχολογικές, πνευματικές, τὴν μοναξιὰ καὶ τὴν προσμονὴ κι ἀναρίθμητες ἄλλες.

Καὶ κάτι ἄλλο ποὺ ὁ Κύριος προτρέπει τοὺς μαθητές Του εἶναι, « δῶστε τὰ πάντα, καὶ θὰ τοὺς θρέψουμε ὅλους». Οἱ μαθητὲς δὲν ἄφησαν στὴν ἄκρη λίγο ψάρι καὶ λίγο ψωμὶ γιὰ τοὺς ἴδιους, τὰ ἔδωσαν ὅλα στὸν Κύριο. Κι ἐπειδὴ τὰ ἔδωσαν ὅλα, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Βασιλεία τῆς ἀγάπης ὅπου ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἐνεργεῖ ἐλεύθερα καὶ δίχως ἐμπόδια κυριάρχησε καὶ ὅλοι ἦταν εὐτυχισμένοι. Αὐτὸ τὸ κάλεσμα ἀπευθύνεται καὶ σ’ ἐμᾶς: ὅταν βλέπουμε νὰ ὑπάρχει ἀνάγκη, ἄς τὰ δίνουμε ὅλα, καὶ θὰ εἴμαστε πλῆροις.

Τώρα θὰ ἤθελα νὰ κάνω μιὰ τελευταία παρατήρηση: ὅταν ὁ παραλυτικὸς γιὰ τὸν ὁποῖο διαβάσαμε πρὶν μερικὲς ἑβδομάδες μεταφέρθηκε στὸν Κύριο, Ἐκεῖνος εἶδε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων καὶ θεράπευσε τὸν ἄρρωστο ἄνδρα. Μποροῦμε νὰ ἐνδυναμώνουμε τὴν πίστη ποὺ λείπει ἀπὸ τοὺς γύρω μας, μποροῦμε νὰ τοὺς βαστάζουμε καὶ ἡ πίστη μας νὰ γίνει γι’ αὐτοὺς τὸ κρεβάτι ποὺ μετέφερε τὸν παραλυτικό. Ἀλλὰ ἡ πίστη δὲν ἀρκεῖ· στὴν περίπτωση τοῦ παραλυτικοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν θεραπεύσει ὁ Κύριος λόγω μόνο τῆς πίστης του, ἀλλὰ ὑπῆρχε μιὰ στοργικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν ἀσθενῆ. Ἄν ὑπῆρχε τέτοια ἀγάπη μεταξύ μας θὰ εἶχε ἤδη ἐγκαθιδρυθεῖ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ἐνεργεῖ ἐλεύθερα.

Ἄς τὸ λάβουμε ὑπ’ὄψιν μας γιὰ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνονται μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἔλθει στὴ γῆ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὁποία προσευχόμαστε καὶ ἀδημονοῦμε, αὐτὴ ἡ Βασιλεία ποὺ καλούμαστε νὰ οἰκοδομήσουμε μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ καὶ στὸ δικὸΤου ὄνομα. Ἀμήν.

7.

Το ”κοινωνικό πρόβλημα” και η χριστιανική αντιμετώπισή του

(Κυριακή Η΄ Ματθαίου, Ματθ. ιδ΄, 14-22)

Ιωάννου Αν. Γκιάφη, Θεολόγου- Πολιτικού Επιστήμονος

Οποιοδήποτε εμπόδιο ή οποιαδήποτε δυσκολία δυσχεραίνει την έκβαση ενός στόχου ή την πραγματοποίηση ενός αποτελέσματος, ορίζεται ως πρόβλημα. Στην κοινωνία μας διαρκώς αναφύονται πλείστα προβλήματα τα οποία διασπούν την ισορροπία του κοινωνικού συνόλου και αποτελούν μια ”τροχοπέδη” στην κοινωνική ευημερία και στην κοινωνική ανάπτυξη. Η ανεργία, η φτώχεια, η πείνα, η υπερκαταναλωτική μανία κ. ά. συγκαταλέγονται μεταξύ των βασικών κοινωνικών προβλημάτων. Και εάν αυτά είναι μια απειλή για τον κοινωνικό ιστό, πόσο μάλλον για τον άνθρωπο! Εξάλλου κάθε κοινωνικό πρόβλημα αντικατοπτρίζει την αδυναμία κάλυψης συγκεκριμένων-ουσιαστικών ανθρωπίνων αναγκών. Η πείνα δεν δείχνει παρά την αδυναμία πλήρωσης της ανάγκης της αυτοσυντήρησης. Η φτώχεια δεν αποτυπώνει παρά την έλλειψη των ανθρωπίνων χρειωδών, απαραιτήτων για την επιβίωση. Επομένως το κάθε κοινωνικό πρόβλημα συνδέεται άρρηκτα με την ανθρώπινη ύπαρξη.

Ίσως όμως μας γεννιέται ο προβληματισμός: “Και ποιά η θέση της Εκκλησίας γύρω από το κοινωνικό πρόβλημα; Το αντιπαρέρχεται ή μήπως ενδιαφέρεται εμπράκτως για την επίλυσή του;”  Η απάντηση αποτυπώνεται ευδιάκριτα στη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Το σημερινό θαύμα του Κυρίου μας απαντά στον προβληματισμό μας. Η πρόνοια και συγχρόνως η φιλανθρωπία του Θεανθρώπου για τον όχλο, τους συγκεντρωμένους στην έρημο, είναι η εκ Θεού λύση στο “κοινωνικό πρόβλημα”. Ο Σωτήρας Χριστός αφενός προσφέρει την θεραπεία στους αρρώστους των πιστών ακροατών Του, αφετέρου λίγο αργότερα με θαυματουργικό τρόπο τους ικανοποιεί και την ανάγκη της αυτοσυντήρησης.

Η ώρα είχε περάσει και το πλήθος των ανθρώπων τόσο απορροφημένο ήταν από τα ”θεία λόγια”, που δεν αντιλήφθηκε ότι άρχιζε να σουρουπώνει. Ο δε τόπος ήταν έρημος και δεν υπήρχε δυνατότητα εύρεσης τροφίμων. Τα μόνα που κατείχαν οι μαθητές, ήταν δύο ψάρια και πέντε ψωμιά. Φύσει αδύνατον να τραφούν με αυτά τα αγαθά 5.000 άνδρες, καθώς και οι γυναίκες και τα παιδιά τους (δηλ. 15.000 άνθρωποι και άνω). Ως εκ τούτου οι μαθητές ζητούν από τον Διδάσκαλο να απολύσει το λαό, ώστε να μπορέσει κάπου να βρει τροφή και καταφυγή. Σε αυτό το σημείο επιδρά η λογική τους, χωρίς καν να σκεφθούν πως ανάμεσά τους έχουν τον ”Χορηγό” της ίδιας της ζωής. Όμως, ο Χριστός τους προτρέπει να τους δώσουν να φάνε. Και εδώ θα σημειώσει ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός: “Δεν τους λέγει ότι εγώ θα σας θρέψω διότι θα ήταν πομπώδες- εγωιστικό από μέρους του. Αντιθέτως τους παρακινεί να δώσουν από τα υπάρχοντα αγαθά, ώστε προβάλλοντας την απορία της μη ύπαρξης αρκετών αγαθών, εξ ανάγκης να προβεί στο θαύμα.” Δοκιμάζει την πίστη των αποστόλων Του και συνάμα τους προπαρασκευάζει για το θαυματουργικό γεγονός. Ως Θεός γνωρίζει το μελλούμενο, αλλά περιμένει να Του το ζητήσουν. Δεν ήθελε να διαφανεί πως επιτελεί θαύματα προς εντυπωσιασμό. Γι’ αυτό και οι μαθητές γίνονται εν προκειμένω οι διαμεσολαβητές της θαυματουργικής πράξης.

Και το θαύμα γίνεται! Παρότι τα αγαθά δεν επαρκούν, εντούτοις ευλογώντας τα ο Χριστός πολλαπλασιάζονται. Όχι μόνο κατορθώνεται ο χορτασμός τόσων χιλιάδων ανθρώπων, αλλά μένει και περίσσευμα μέσα σε 12 ολόκληρα κοφίνια. Επιβεβαιώνεται ο βιβλικός λόγος: ”οὐ λιμοκτονήσει Κύριος ψυχὴν δικαίαν”(Παροιμ. ι’,3 ). ”Ο Κύριος δεν αφήνει να πεθάνει απ’ την πείνα, η ψυχή που είναι δίκαιη.” Εκτός από την πνευματική δίψα ο Χριστός τους ικανοποιεί και την σωματική πείνα. Δυστυχώς μέχρι και σήμερα διατυπώνονται απόψεις μακράν της χριστιανικής θεώρησης, όπως του ότι: ”ο Κύριος ενδιαφέρεται μόνο για την ψυχή εκάστου”. Απεναντίας το σημερινό θαύμα αποδεικνύει την μέριμνά Του και για τις σωματικές ανάγκες. Επίσης τα θαύματά Του σχετίζονται και με την ίαση του σώματος(τυφλούς, χωλούς, παραλυτικούς, κωφούς κ.ά.). Επιπλέον ο ίδιος διαρκώς μέσα από την καθημερινότητά Του προβάλλει την σπουδαιότητα της ανθρώπινης φύσης, όταν συμπεριφέρεται ως άνθρωπος(τρώει, διψάει, κλαίει, πονάει κ.τ.λ.) Ποτέ Του λοιπόν δεν παραθεωρεί το ”ναό του Αγίου Πνεύματος”, αλλά του δίνει ξεχωριστή υπόσταση και σημασία.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας την ευαγγελική περικοπή, θα γράψει πως: “Τους αφήνει να πεινάσουν, προκειμένου να μην θεωρήσουν ότι το θαύμα είναι κατά φαντασία. Μπορούσε εύκολα να σβήσει την πείνα τους, αλλά δεν θα φανερώνονταν η θεϊκή του δύναμη.” Με την υπερβολική πείνα τους, λαμβάνουν στη συνέχεια μεγαλύτερη αίσθηση του θαύματος. Πείθονται γι’ αυτό, όταν από το μηδέν τρέφονται. Για άλλη μια φορά εφαρμόζεται στη πράξη η ευαγγελική ρήση: ”τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις, δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ”(Λουκ. ιη΄, 27). Διότι: ”Μέγας εἰ Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου”. Το θαύμα του χορτασμού τόσων ανθρώπων φανερώνει την παντοδυναμία, καθώς και την φιλαλληλία του Θεανθρώπου σε υπερθετικό βαθμό. Εάν λοιπόν ο Αρχηγός και Θεμελιωτής της πίστης μας θαυματουργεί, επιλύοντας το τότε ”κοινωνικό πρόβλημα”, η Εκκλησία διαφοροποιείται;

Το ”κοινωνικό πρόβλημα” είναι μια ισχυρή πρόκληση και για την χριστιανική κοινωνία. Το πρόβλημα της πείνας και της φτώχειας δεν αφήνει αδιάφορη την Εκκλησία. Πρωτίστως εκ της φύσεώς της η Εκκλησία είναι κοινωνική. Δεν αποβλέπει στην ατομική σωτηρία και δικαίωση, όπως οι διάφορες αιρετικές παραφυάδες. Η σωτηρία πραγματώνεται με την ενσωμάτωσή μας στο Κυριακό Σώμα. Η ενότητα στο ναό προσβλέπει και στην ψυχοσωματική πληρότητα. Η καθιέρωση των ”Τραπεζών” μετά τις πρωτοχριστιανικές λατρευτικές συνάξεις με πρωτεργάτες τους 7 διακόνους, δείχνει το εκκλησιαστικό μέλημα και για την κάλυψη των σωματικών αναγκών. Δεύτερον, ο Χριστιανισμός ποτέ δεν ξεχώρισε το σώμα από την ψυχή. Η είσοδος στο σώμα του Χριστού νοείται ως ένταξη όλης της ζωής. Τι αδιαλείπτως παρακαλεί ο λειτουργός του Υψίστου; “ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.” Επομένως είναι λανθασμένος ο ισχυρισμός ότι ο Χριστός περιφρονεί τις υλικές ανάγκες.

Έχουμε ποτέ αναρωτηθεί πως η Εκκλησία ενδιαφέρεται για τον ”ψυχή τε και σώματι” άνθρωπο; Πόσες δραστηριότητες οργανώνει για την ανακούφιση των απόρων και των πτωχών; Πόσους αλήθεια  κάθε ενοριακή κοινότητα μέσω του φιλανθρωπικού της ταμείου βοηθά καθημερινά; Σε πόσες δράσεις της Πολιτείας η Εκκλησία στέκεται αρωγός, δεικνύοντας εμπράκτως την αγάπη της για το πλησίον; Η Εκκλησία δεν αγωνία μόνο για τα πνευματικά. Αυτό που ζητάει, είναι μια ιεράρχηση στις πολλές μας ανάγκες. Δεν μπορεί ο άλλος να ενδιαφέρεται μόνο για το σώμα και να παραμελεί την ψυχή. Απαιτείται μια σειρά στις απαιτήσεις μας. Ο Κύριος μας πρώτα διδάσκει-τρέφει την ψυχή, και κατόπιν χορταίνει το πλήθος-τρέφει το σώμα. Η σύνδεσή μας με τον Χριστό διώχνει κάθε αγωνία για το ”σήμερα” και μας προσανατολίζει στο ”αιώνιο μέλλον”. Ενώ η αγχώδης μέριμνα για τα πρόσκαιρα, αποκαλύπτει την απουσία της εμπιστοσύνης μας στο θέλημά Του. Άρα, ο χριστιανός οφείλει παντοιοτρόπως να αγωνίζεται για την απόκτηση του ”Άρτου της Ζωής” και όλα τα υπόλοιπα ”χάριτι Αυτού” θα προστεθούν. Μια μόνο ας είναι η προσευχή μας: ”Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον”. Αμήν!

8.

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Κεφ. ιδ΄ 14 – 22

”Τω καιρώ εκείνω, εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ’ αυτοίς, και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οψίας δέ γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες» έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν, απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα. Ο δέ Ιησούς είπεν αυτοίς» ου χρείαν έχουσιν απελθείν, δότε αυτοίς υμείς φαγείν. Οι δέ λέγουσιν Αυτώ» ουκ έχομεν ώδε ει μή πέντε άρτους και δύο ιχθύας. Ο δέ είπε» φέρετέ μοι αυτούς ώδε. Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επι τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν, ευλόγησε και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δέ μαθηταί τοις όχλοις. Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οι δέ εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι, χωρίς γυναικών και παιδίων. Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς Αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ού απολύση τους όχλους.”

Απόδοση:

Όταν βγήκε στη στεριά, είδε πολύν κόσμο και τους σπλαχνίστηκε, και γιάτρεψε τους αρρώστους των. Όταν έπεσε το δειλινό, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός, και η ώρα περασμένη. Διώξε τον κόσμο να πάνε στα χωριά για ν’ αγοράσουν φαγητά να φάνε». Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, δώστε τους εσείς να φάνε». «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια», του απαντούν. «Φέρτε μού τα εδώ», τους λέει. Κι αφού πρόσταξε τον κόσμο να καθίσει για φαγητό πάνω στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές, και οι μαθητές στο πλήθος. Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και μάζεψαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά. Αμέσως ύστερα ο Ιησούς υποχρέωσε τους μαθητές του να μπουν στο καΐκι και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι όχθη, ωσότου αυτός διαλύσει τα πλήθη.

Κων/νου Οικονόμου, δασκάλου.

    ΣΧΟΛΙΟ: Οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ἂν καὶ εἶχαν δεῖ τόσα θαύματά Του, δὲν μποροῦσαν ἀκόμη νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Κι ἐνῶ ἔβλεπαν τὰ προβλήματα, δὲν μποροῦσαν νὰ διακρίνουν τὴ δύναμη, τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐγγύηση γιὰ τὴν ἐπίλυσή τους. Εὔστοχα σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Εἰ γὰρ καὶ ἔρημος ὁ τόπος, ἀλλ’ ὁ τρέφων τὴν οἰκουμένην πάρεστιν»· μπορεῖ νὰ ἦταν ἔρημος ὁ τόπος, ἀλλὰ εἶναι μαζί σας Αὐτὸς ποὺ τρέφει τὴν οἰκουμένη.

Πόσες φορὲς κι ἐμεῖς ἐγκλωβιζόμαστε στὴν ψυχρὴ λογικὴ τῶν οἰκονομικῶν ὑπολογισμῶν! Μετρᾶμε τὰ χρήματα, τὰ ἔξοδα, τὰ δάνεια, τὰ νοίκια καί… τὸ μυαλὸ σταματᾶ. «Ἀδύνατον! Δὲν θὰ τὰ βγάλουμε πέρα», λέμε. Κι ὅμως! Τίποτε δὲν εἶναι ἀδύνατον γιὰ τὸν παντοδύναμο Θεό. Ὅπως καὶ στὸ παρελθὸν ὁ Κύριος μᾶς ἔσωσε ἀπὸ δύσκολες περιστάσεις καὶ πραγματικὰ ἀδιέξοδα, ἔτσι καὶ τώρα καὶ πάντοτε ἔχει τὴ δύναμη νὰ μᾶς βοηθήσει καὶ νὰ κάνει τὸ θαῦμα. Θαῦμα, ὅπως αὐτὸ τῆς διατροφῆς τόσων χιλιάδων ἀνθρώπων στὴν ἔρημο.

Ποιοὶ εἶναι ἄξιοι τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς πῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια, σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ κι εὐχαρίστησε τὸν Πατέρα του. Κι ἀ φοῦ ἔκοψε τὰ ψωμιά, τὰ ἔδωσε στοὺς μαθητές, καὶ οἱ μαθητὲς στὰ πλήθη τοῦ λαοῦ. «Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν» καὶ μάζεψαν ὅσα κομμάτια εἶχαν περισσέψει,  δώδεκα δηλαδὴ κοφίνια γεμάτα. Ὅλοι ἔφαγαν καὶ χόρτασαν! Ὅλοι ὅσοι βρίσκονταν μαζὶ μὲ τὸν Κύριο. Ὅλοι ὅσοι εἶχαν ἀφήσει τὶς καθημερινές τους ἀσχολίες κι εἶχαν τρέξει στὴν ἔρημο γιὰ νὰ ἀκούσουν τὴ θεϊκὴ διδασκαλία Του. Νὰ δεχθοῦν τὴν εὐεργετικὴ χάρη τῶν θαυμάτων Του. Γι’ αὐτοὺς ὁ Κύριος ἔκανε τὸ θαῦμα. Ἀφοῦ ἔθρεψε τὶς ψυχές τους μὲ τὴ διδασκαλία Του, στὴ συνέχεια φρόντισε μὲ τρόπο θαυμαστὸ καὶ γιὰ τὴν ὑλικὴ τροφή τους.

Μᾶς τὸ ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριος: Ὅποιος φροντίζει γιὰ τὰ πνευματικά, γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του, θὰ ἔχει καὶ τὰ ὑλικά· δὲν θὰ στερηθεῖ τίποτε ἀναγκαῖο. «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν», μᾶς παρήγγειλε (Ματθ. ς΄ 33).

Νὰ ἐπιδιώκετε πρῶτα ἀπ’ ὅλα καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν ποὺ ὁ Θεὸς σᾶς ζητᾶ, καὶ τότε θὰ σᾶς δοθοῦν μαζὶ μ’ ἐκεῖνα καὶ ὅλα τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ ποὺ ἔχετε ἀνάγκη.

Ὁ τακτικὸς ἐκκλησιασμός μας, ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, οἱ ἐκδηλώσεις φιλανθρωπίας καὶ ἐλεημοσύνης δὲν εἶναι πολυτέλεια γιὰ τὴ ζωή μας. Εἶναι πρώτη προτεραιότητα. Τὰ ἄλλα, τὰ ὑλικά, ἂς τὰ ἐμπιστευθοῦμε στὸν φιλάνθρωπο Κύριο κι Ἐκεῖνος θὰ μᾶς τὰ χαρίσει πλουσιοπάροχα.