(Α΄ μέρος)

Γράφει ο Δρ Χαράλαμπος Β. Στεργιούλης.

Στις 2 Απριλίου 1827 η Γ΄ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων με το ψήφισμα υπ’ αριθμόν Στ΄, επικύρωνε επίσημα την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη της Ελλάδας: «Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας εκλέγεται παρά της συνελεύσεως ταύτης επ’ ονόματι του Ελληνικού Έθνους, Κυβερνήτης της Ελλάδος και εμπιστεύ­εται την νομοτελεστικήν αυτής εξουσίαν». Ο Καποδίστριας, ευρισκόμενος στο Βερολίνο, διάβασε σε κάποια εφημερίδα την είδηση της εκλογής του και ζήτησε από τον Eynard, τον Ελβετό τραπεζίτη φίλο του, να την επιβεβαιώσει ή να την διαψεύσει. Ταυτόχρονα ανεχώρησε για την Πετρούπολη.

Στην Πετρούπολη έπρεπε να λύσει το πρώτο μεγάλο πρόβλημα που ανέκυπτε με την εκλογή του, να πείσει, δηλαδή, τον τσάρο Νικόλαο να αποδεχθεί την παραίτησή του από το ρωσικό Υπουργείο των Εξωτερικών. Η αποδοχή της παραίτησής του από τον τσάρο ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να απαντήσει επίσημα στην προσωρινή ελληνική κυβέρνηση ότι δέχεται να αναλάβει το αξίωμα του Κυβερνήτη της Ελλάδας. Εκτός από τον Νικόλαο ο Καποδίστριας έπρεπε να ξεπεράσει και το εμπόδιο της αγγλικής κυβέρνησης. Οι άγγλοι διπλωμάτες επεδίωκαν με κάθε τρόπο ο Καποδίστριας να διατηρήσει τη θέση του και ως υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας, για να είναι δεσμευμένος από τις δύο διαφορετικές θέσεις που θα υπηρετούσε. Έτσι ούτε τα συμφέροντα της Ρωσίας θα μπορούσε να εξυπηρετήσει ούτε να κυβερνήσει την Ελλάδα, όπως αυτός θα ήθελε. Γνώριζε καλά τις προθέσεις τους ο Καποδίστρίας κι αυτό θα προσπαθούσε να αποτρέψει κατά τη συνάντησή του με τον τσάρο Νικόλαο.

Ο τσάρος Νικόλαος, όμως, αντί να εγκρίνει την παραίτησή του, του ζήτησε να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντά του στο Υπουργείο των Εξωτερικών. Μετήλθε μάλιστα κάθε μέσο προκειμένου να τον πείσει. Ακόμη και τη μητέρα του, την αυτοκράτειρα Μαρία Θεοδώρεβνα έβαλε για να πείσει τον Καποδίστρια, την οποία ο έλληνας πολιτικός εκτιμούσε πάρα πολύ. Ούτε όμως κι αυτή κατάφερε να τον πείσει. Όταν μάλιστα του είπε πως, αν αποδεχθεί την πρόταση των Ελλήνων και κατέβει στην Ελλάδα, ίσως κινδυνεύσει ακόμη και η ίδια του η ζωή, ο Καποδίστριας της απάντησε θαρραλέα: «Εάν δεν δεχθώ την εκλογή μου και η Ελλάς γονατίσει, τι θα πουν για μένα; Να ένας άνθρωπος, που θα μπορούσε να τη σώσει και προτίμησε μια λαμπρή θέση στη Ρωσία από τη σωτηρία της πατρίδας του και την άφησε να χαθεί.» Και στον ίδιο τον τσάρο θα απαντήσει σταθερά και αποφασιστικά: «Η απόφασις μου είναι οριστική και αμετάκλητη. Επάνω από όλες τις δελεαστικές προτάσεις και λαμπρές θέσεις, είμαι Έλληνας και ανήκω στην Πατρίδα μου». Μπροστά στην αποφασιστικότητα του υπουργού του ο τσάρος αναγκάστηκε να υποχωρήσει και υπέγραψε το πολυπόθητο κείμενο της παραίτησης την 1η Ιουλίου 1827, παραχωρώντας του μάλιστα μια ισόβια σύνταξη 60000 φράγκα σε ανταπόδοση των υπηρεσιών του προς την ρωσική αυτοκρατορία. Αλλά και αυτή την προσφορά του τσάρου αρνήθηκε ο Καποδίστριας. Γνώριζε καλά πως αν αποδεχόταν αυτήν την ευγενική προσφορά, οι Ευρωπαίοι δεν θα άφηναν ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία να τον κατηγορήσουν για «ειδικές» σχέσεις με τη Ρωσία, γεγονός που θα τον εμπόδιζε στην άσκηση αδέσμευτης εξωτερικής πολιτικής ως κυβερνήτης της Ελλάδας. Αντ’ αυτού πρότεινε στον τσάρο να δίνει ισόβια αυτό το ποσό για την ανακούφιση των παιδιών που πέθαιναν καθημερινά στην Ελλάδα λόγω της άθλιας κατάστασης στην οποία είχαν περιέλθει οι επαναστατημένοι Έλληνες μετά από δέκα περίπου χρόνια σκληρού αγώνα.

Μουσείο Καποδίστρια-Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών

Το πρωινό της 16ης Ιουλίου ο Καποδιστριας αναχωρεί από την Πετρούπολη και ξεκινά το ταξίδι του προς το Λονδίνο και το Παρίσι. Κύριος σκοπός του ταξιδιού του να εξασφαλίσει την ηθική, αλλά και οικονομική στήριξη των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας αντίστοιχα. Η υποδοχή στο Λονδίνο, όταν έφθασε στις 15 Αυγούστου, ήταν ψυχρή. Λίγες μέρες νωρίτερα ο άγγλος φιλέλληνας πρωθυπουργός George Canning είχε πεθάνει ξαφνικά. Νέος πρωθυπουργός είχε αναλάβει ο Fr. Robinson και υπουργός εξωτερικών ένας εντελώς ακατάλληλος για τη θέση αυτή διπλωμάτης, ο λόρδος Dudley. Έξι βδομάδες παρέμεινε στο Λονδίνο παλεύοντας για τα ελληνικά δίκαια. Οι Άγγλοι όμως ήταν αρκετά καχύποπτοι απέναντί του, γιατί τον θεωρούσαν όργανο της ρωσικής πολιτικής, και του αρνήθηκαν κάθε είδους βοήθεια-κυρίως οικονομική. Αρνούμενη την βοήθεια προς τον Καποδίστρια η αγγλική κυβέρνηση, ήταν βέβαιη ότι ο Καποδίστριας θα παραιτούταν από το αξίωμα του Κυβερνήτη, αφού θα ήταν εντελώς ανίσχυρος να οργανώσει ένα σύγχρονο κράτος με νόμους και πειθαρχία, στο οποίο θα επικρατούσε η ειρήνη και η εσωτερική ασφάλεια.

Απογοητευμένος ο Καποδίστριας έφυγε από το Λονδίνο για το Παρίσι. Στο Παρίσι έφθασε μέσα Σεπτεμβρίου και παρέμεινε έναν περίπου μήνα, αναπτύσσοντας μεγάλη διπλωματική δραστηριότητα. Η υποδοχή που του επεφύλαξαν οι Γάλλοι, ήταν γενικά πιο φιλική και αυθόρμητη. Στις συζητήσεις που είχε με τον γάλλο πρωθυπουργό Villèle και τον υπουργό εξωτερικών Damas, προσπάθησε να τους πείσει για την άμεση ανάγκη παροχής οικονομικής βοήθειας προς την Ελλάδα με σκοπό τη συγκρότηση ενός έννομου κράτους, αφού σε διαφορετική περίπτωση ήταν ορατός ο κίνδυνος να ξεσπάσουν ταραχές και να εκδηλωθεί ένας νέος εμφύλιος πόλεμος. Ο Damas όμως ευθυγραμμισμένος με τον άγγλο συνάδελφό του Dudley αρνήθηκε οποιαδήποτε βοήθεια, παρά την πιο ευνοϊκή στάση του γάλλου πρωθυπουργού.

Ευρισκόμενος ακόμη στο Παρίσι πληροφορήθηκε από τον εκεί άγγλο πρεσβευτή την απόφαση της αγγλικής κυβέρνησης να του παραχωρήσει ένα πολεμικό πλοίο για να φθάσει με αυτό στην Ελλάδα. Με την απόφασή της αυτή η Αγγλία αναγνώριζε τον Καποδίστρια ως Κυβερνήτη της Ελλάδας και την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος, αλλά προσπαθούσε ταυτόχρονα να κερδίσει προβάδισμα επιρροής έναντι των άλλων δύο Δυνάμεων στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Αν και ο Καποδίστριας επιθυμούσε να ταξιδέψει με ελληνικό πλοίο, η αγγλική κυβέρνηση δεν του έδωσε τη δυνατότητα επιλογής και του επέβαλλε τη μεταφορά με το δικό της πολεμικό.

Στις 10 Οκτωβρίου ο Καποδίστριας θα φύγει από το Παρίσι για τη Γενεύη και στη συνέχεια για το Τορίνο. Στο Τορίνο πληροφορήθηκε την επιτυχή έκβαση της ναυμαχίας του Ναβαρίνου, που έθετε πλέον τις βάσεις για την οριστική απελευθέρωση της Ελλάδας. Τελικά, στις 20 Νοεμβρίου θα φθάσει από το Τορίνο στο λιμάνι της Αγκώνα ελπίζοντας πως το αγγλικό πολεμικό πλοίο που θα τον μετέφερε στην Ελλάδα θα ήταν ήδη αγκυροβολημένο στο λιμάνι.

Το αγγλικό πολεμικό όμως δεν είχε ακόμη φθάσει. Οι Άγγλοι καθυστερούσαν αδικαιολόγητα την αποστολή του. Δέκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα, η αγγλική κορβέτα «Wolf» αγκυροβόλησε τελικά στο λιμάνι του Αγκώνα. Στις 20 Δεκεμβρίου η κορβέτα απέπλευσε και τα ξημερώματα της 26ης Δεκεμβρίου συνάντησε κοντά στις αλβανικές ακτές το αγγλικό πολεμικό «Warspite». Εκεί έπρεπε να γίνει μετεπιβίβαση επιβατών και αποσκευών. Στον Καποδίστρια δεν άρεσε καθόλου η συγκεκριμένη ενέργεια των Άγγλων. Γράφει στον αδερφό του Βιάρο: «αχθεινόν ήτον το Αγκώνειον τεσσαρακονταήμερόν μου, και αλγεινή η ανάγκη καθ’ ην μετεπέρασα από εν πλοίον εις το άλλον, εν μέση θαλάσση και κατενώπιον της γενεθλίου μου γης». Οι Άγγλοι αποδεικνύονταν εξαιρετικά ανάλγητοι. Όχι μόνο αρνήθηκαν να τον μεταφέρουν για λίγο στην Κέρκυρα, για να προσκυνήσει στους τάφους των γονέων του, αλλά και τον υποχρέωσαν μεσοπέλαγα να αλλάξει πλοίο.

(Εκ παραδρομής στα δύο προηγούμενα άρθρα γράφηκε στον τίτλο: Κωνσταντίνος Οικονόμου εξ Οικονόμου αντί το ορθό: Κωνσταντίνος Οικονόμος εξ Οικονόμων)

(Β’ Μέρος)

Το «Warspite» χωρίς να ενημερώσει τον Κυβερνήτη τον μετέφερε στην Μάλτα, με εντολή του ναυάρχου Edward Codrington, ο οποίος επιθυμούσε να τον συναντήσει από κοντά για να διαπιστώσει αν ο Καποδίστριας ήταν διατεθειμένος να εφαρμόσει τους όρους της Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827).

Ο άγγλος ναύαρχος διαπίστωσε από τις συναντήσεις του με τον Κυβερνήτη πως απεναντί του είχε έναν εξαιρετικό άνθρωπο, ο οποίος θα εφάρμοζε τους όρους της Συνθήκης. Στις συζητήσεις με τον Codrington ο Καποδίστριας απαίτησε, εφόσον ο άγγλος ναύαρχος του ζητούσε την εφαρμογή των όρων της Συνθήκης του Λονδίνου να φθάσει στην Ελλάδα όχι μόνο με το αγγλικό πλοίο, αλλά να συνοδεύεται και από ένα γαλλικό και ένα ρωσικό, αφού και οι άλλες δύο Δυνάμεις είχαν υπογράψει τη Συνθήκη. Ο Codrington συμφώνησε, αφού δεν μπορύσε να πράξει διαφορετικά.

Στη Μάλτα ο Καποδίστριας παρέμεινε μέχρι τις 2 Ιανουαρίου του 1828. Εκείνη την ημέρα το αγγλικό πολεμικό πλοίο «Warspite» ξεκίνησε για την Ελλάδα. Δεν ήταν όμως μόνο του. Το συνόδευαν ένα ρωσικό και ένα γαλλικό πολεμικό πλοίο, όπως είχε ζητήσει ο Κυβερνήτης. Στις 6 Ιανουαρίου το «Warspite» έμπαινε στο λιμάνι του Ναυπλίου κι όχι στην Αίγινα, έδρα της Προσωρινής Ελληνικής Κυβερνήσεως, λόγω θαλασσοταραχής. Ο λαός του Ναυπλίου τον υποδέχθηκε με πανηγυρισμούς βλέποντας στο πρόσωπό του τον σωτήρα από τα δεινά του. Την επόμενη μέρα οι αρχές του τόπου ανέβηκαν στο πλοίο, για να καλωσορίσουν τον Κυβερνήτη.

Την Κυριακή 8 Ιανουαρίου παρακολούθησε τη δοξολογία στο ναό του αγίου Γεωργίου και την επόμενη απέπλευσε για την Αίγινα, όπου τον ανέμεναν η αντικυβερνητική επιτροπή, η Βουλή και χιλιάδες λαού. Στις 11 Ιανουαρίου οι αρχές και ο λαός της Αίγινας υποδέχονταν επίσημα τον Κυβερνήτη, ο οποίος αποβιβάσθηκε στο νησί με ελληνική λέμβο. Τη στιγμή περιγράφει παραστατικά ο Κασομούλης: «Καταβάς να έμβη εις την λέμβον του περιστοιχισμένος από τους αξιωματικούς των Συμμάχων Δυνάμεων και Έλληνας, αι φωναί, το «ουρρά-ουρρά-ουρρά» και αι ζητωκραυγαί ενωμένα με την βροντήν των πυροβόλων, έκαμαν τον λαόν να ανατριχιάζη και σκιρτά από την χαράν του, ωθούμενοι ποιος από ποιον να έβγη εμπρός να τον ιδή πρωτύτερα. Μόλις επάτησεν το έδαφος, και όλων αι καρδίαι εσκίρτησαν πάλιν του λαού. Πολλούς είδα να κλαίγουν από την χαρά τους, ευχαριστούντες τον Θεόν διά τον Άνδρα τον οποίον μας εξαπέστειλε.»

Η υποδοχή όμως του Καποδίστρια είχε και έναν άλλο τόνο, έναν τόνο σπαρακτικό, σύμφωνα με τον Γεώργιο Τερτσέτη, όπως προκύπτει από την αφήγηση του ίδιου του Κυβερνήτη: «… είδα πολλά εις την ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγιναν, δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδεί… ‘‘Ζήτω ο Κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας’’, εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά κατεβασμένα από τες σπηλιές· δεν ήτο το συναπάντημα μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος· η γη εβρέχετο από δάκρυα· εβρέχετο η μερτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό εις την Εκκλησίαν· ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσχιζε την καρδιά μου.»

Παρόντα ήταν και τα πλοία των τριών Μεγάλων Δυνάμεων. Στην προκυμαία της Αίγινας πραγματοποιήθηκε η έπαρση της ελληνικής σημαίας. Στη συνέχεια ο Καποδίστριας με «χαρίεν αλλά σοβαρόν ύφος και βάδισμα», γράφει ο Κασομούλης, κατευθύνθηκε στο μητροπολιτικό ναό της Αίγινας για την επίσημη δοξολογία. Κατά τη διάρκεια της δοξολογίας αρνήθηκε να ανέβει στον υπερυψωμένο θρόνο που είχαν ετοιμάσει για το πρόσωπό του, και στάθηκε όρθιος ανάμεσα στον κόσμο. Συνεχίζει ο Κασομούλης: «… ωδήγησαν τα Μέλη της Αντικυβερνητικής αυτόν να αναβή εις ένα θρονίσκον, τον οποίον είχον στολισμένον <επί τούτω>· όστις αποποιηθείς να αναβή, έμεινεν εις το έδαφος, όρθιος και ασκεπής».

Όρθιος άκουσε και τον πανηγυρικό της ημέρας που εκφώνησε ο λόγιος Θεόφιλος Καΐρης. Ο Θεόφιλος Καΐρης στον πανηγυρικό του ζήτησε αφενός από τους Έλληνες να χαρούν, γιατί η ημέρα της υποδοχής του Καποδίστρια είναι μία ξεχωριστή, για το Έθνος, ημέρα. Είναι ξεχωριστή «διότι παύουσιν εις το εξής τα δεινά μας διότι θέλομεν ιδεί την δικαιοσύνην ισχύουσαν, τους νόμους ενεργουμένους, την κακίαν τιμωρουμένην, την αρετήν βραβευομένην, και εν γένει την πατρίδα ευνομουμένην και ευδαιμονούσαν εις τα έσω, τροπαιούχον και θριαμβεύουσαν εις τα έξω, την πίστιν όχι πενθούσαν, αλλά λαμπροφορούσαν και χαίρουσαν». Ζήτησε δε αφετέρου από τον Κυβερνήτη να πολιτευθεί κατά τέτοιον τρόπο «ώστε να παύσωσιν αι διχόνοιαι, να διαλυθώσιν αι φατρίαι, να ενεργώνται, και να ισχύωσιν οι νόμοι, να ασφαλισθή εκάστου η ζωή, η τιμή, η ιδιοκτησία». Και συνεχίζει ο Καΐρης: «εάν εμπνεύσης την ομόνοιαν, την συμφωνίαν, και την προς την Πατρίδα αγάπην· εάν οδηγήσης τους πολιτικούς της εις τα αληθινά αυτής συμφέροντα, και τους πολεμικούς της εις την αληθινήν αυτής δόξαν· εάν κάμης, ώστε να ευδαιμονή εσωτερικώς ευνομουμένη, και να θριαμβεύωσι τα όπλα της κατά του ασπόνδου εχθρού της, να μένη ασάλευτος και ακλόνητος η ανεξαρτησία της, άθικτος η αυτονομία της,» τότε είναι σίγουρο πως το όνομά σου θα χαραχθεί με χρυσά γράμματα στο βιβλίο της Ιστορίας. Έναν τέτοιο ηγέτη περίμεναν οι Έλληνες πως θα τους κυβερνούσε μετά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, έναν τέτοιο ηγέτη σκιαγραφούσε και ο Θεόφιλος Καΐρης.

Μετά το πέρας της δοξολογίας όλοι έφυγαν «με πλήρην πεποίθησην πλέον», γράφει πάλι ο Κασομούλης, «ότι τα βάσανά μας ετελείωσαν, άλλο δεν άκουγες παρά κρίσεις προγνωστικάς επί των χαρακτηριστικών του· άλλος εκθείαζεν το βάδισμα το μεγαλοπρεπές και σοβαρόν, άλλος το ευπροσήγορον και γλυκύ του χαρακτήρος του, άλλος την ευλάβειαν του εις τα θεία, άλλος το υπομονητικόν-διότι υπέφερεν τον λόγον (του Καΐρη) τόσην ώραν χωρίς την παραμικράν κίνησην-και άλλος άλλα, (ευνόητα) κατά την συνήθειαν των ανθρώπων-και μάλιστα των Ελλήνων, οίτινες είναι περισσότερον υπερβολικοί εις τας αρχάς κάθε πράγματος.»

Το ίδιο απόγευμα διάφοροι οπλαρχηγοί και πολιτικοί, ανάμεσά τους ο Ανδρέας Ζαΐμης, ο Π. Μαυρομιχάλης-ξεκίνησαν για την οικία του Κυβερνήτη και ζήτησαν να τους δεχθεί για να υποβάλουν, κατά το έθιμο, τα σέβη τους στον νέο άρχοντα του τόπου. Προς απογοήτευσή τους ο Καποδίστριας αρνήθηκε να τους δεχθεί «παρακαλών αυτούς να παρουσιασθούν ανά ένας-ένας, ή το πολύ έως τρεις μόνον» την επόμενη μέρα. Το γεγονός μαθεύτηκε και γρήγορα άρχισαν να περιγελούν αυτούς που έφυγαν άπραγοι από την οικία του Κυβερνήτη. Κατά τον Κασομούλη όμως: «… ο Κυβερνήτης έπρεπε να προλάβη… και να τους δεχθή με ένα τρόπον, ώστε να μην προσβληθή η φιλοτιμία των εις τα όμματα του λαού. Αλλά (το απρόοπτον) έγινεν ως είπαμεν, και ως εκ τούτου δυσαρεστηθέντες οι περισσότεροι, αμέσως άρχισαν να ψιθυρίζουν και να εξηγούνται με τους οικείους των, λέγοντες· ότι ‘‘ο Κυβερνήτης δεν τοιούτος καθώς ο λαός της Ελλάδος τον ήλπιζεν’’». Η πρώτη μέρα του Καποδίστρια στην Ελλάδα είχε περάσει, κι όπως πάλι γράφει ο Κασομούλης: «Ενύκτωσεν, και η νυξ της 11 Ιανουαρ. απέρασεν με ευφροσύνην όλου του λαού και μελαγχολίαν μόνον μερικών προκρίτων Αριστοκρατών.»

Ο Γολγοθάς του Καποδίστρια είχε ήδη ξεκινήσει. Ήξερε πως το έργο που αναλάμβανε, ήταν δύσκολο. Δεν λύγισε όμως ούτε μία στιγμή. Σήκωσε το Σταυρό του μέχρι το τέλος, χωρίς να προλάβει να ολοκληρώσει το ιερό έργο της ανόρθωσης της Ελλάδας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, [Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας], τόμος Δ΄, Αθήναι 1942.

Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, Νέα Ισχυροποίηση της Επαναστάσεως και Αίσια Έκβαση της 1828-1830, στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 12ος, σσ. 480-482.

Ελένη Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας-Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη. Ιστορική Βιογραφία, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 19973.

Ελένη Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας, ο άνθρωπος-ο Ευρωπαίος διπλωμάτης 1800-1828, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 200515.

Παναγιώτης Πασπαλιάρης, Ο Ιωάννης πίσω από τον Καποδίστρια, [σειρά: Ηγέτες], εκδ. Η Καθημερινή, Αθήνα 2014.