1.

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Μὲ ἀφορμὴ τὴ θεραπεία στὰ Ἱεροσόλυμα τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἄνοιξε μία διαμάχη μεταξὺ τῶν ἠθικὰ καὶ πνευματικὰ φθαρμένων ἀνθρώπων καὶ τῆς ἀλήθειας· ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς βρέθηκε πάλι ἀντιμέτωπος μὲ τοὺς ἐχθρούς του. Πνευματικὰ καὶ ἠθικὰ φθαρμένοι εἶναι οἱ χαλασμένοι μέσα τους ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ γιὰ διάφορες αἰτίες, δὲν σκέφτονται καὶ δὲν αἰσθάνονται σωστά. Ἡ διαμάχη αὐτή, ποὺ θὰ μπορούσαμε ἀλλιώτικα νὰ τὴν ὀνομάσουμε περιπέτεια τῆς ἀλήθειας, δὲν εἶναι ἡ πρώτη οὔτε ἡ τελευταία· εἶναι ἡ ἴδια πάντα καὶ τότε καὶ τώρα, μεταξὺ ἐκείνων, ποὺ «ἐν ὀνόματι» τῆς ἀλήθειας πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὁ ἴδιος εἶναι ἡ ἀλήθεια. Στὴ διαμάχη αὐτὴ καὶ τὸν αἰώνιο πόλεμο τῆς ἀλήθειας μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τοὺς ἑκατέρωθεν μαχητές, ὅπως τοὺς βλέπουμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.

Πρῶτος στὸ πεδίο τῆς μάχης, ἀνδρεῖος καὶ ἀνυποχώρητος, εἶναι ὁ «ποτέ» τυφλός. Δὲν εἶδε μόνο τὸ φυσικὸ φῶς, ἀλλὰ ἔλαμψε μέσα του καὶ τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας. Μάχεται ἀποφασιστικὰ καὶ ἡ στάση του εἶναι ἡ μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια. «Ἀνθρωποςλεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπε μου ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι. Ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα». Τίποτε περισσότερο καὶ τίποτε λιγότερο δὲν λέγει ἀπ’ ὅ,τι ἔγινε, ἀπ’ ὅ,τι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶδε καὶ ἔζησε. Εἶναι σὰν καὶ νὰ ἀντιμετωπίζει τοὺς ἐχθρούς τῆς ἀλήθειας καὶ νὰ πολεμᾶ ὄρθιος. Ἡ μαρτυρία του εἶναι σαφής, προσωπικὴ καὶ ἀναμφισβήτητη· «Ἐνιψάμην καὶ βλέπω… Προφήτης ἐστίν… Ἕν οἶδα ὅτι, τυφλὸς ὤν, ἄρτι βλέπω…». Στὸν ἴδιο τόνο καὶ μὲ τὴν ἴδια αἴσθηση τῆς ἀλήθειας θὰ μιλοῦν καὶ θὰ γράφουν ὕστερα οἱ Ἀπόστολοι. Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ἀπτόητοι καὶ μὲ παρρησία ἔλεγαν πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς· «Οὐ δυνάμεθα ἡμεῖς ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν». Δὲν μποροῦμε ἐμεῖς ἐκεῖνα ποὺ εἴδαμε καὶ ἀκούσαμε νὰ μὴν τὰ κηρύττουμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ μαρτυρία καὶ ἡ ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας, γιὰ τὴν ὁποία ὁδηγοῦνται στὸ μαρτύριο μέχρι θανάτου οἱ Ἅγιοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ τιμιότητα καὶ ἡ εἰλικρίνεια τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, ποὺ βλέπουν καὶ ὁμολογοῦν τὴν ἀλήθεια, ὡς γεγονὸς στὰ πράγματα καὶ ὡς ἐμπειρία μέσα τους. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη, τὸ κήρυγμα καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ μαρτυρία δηλαδὴ γιὰ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα τῆς θείας Οἰκονομίας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν κηρύττει καὶ δὲν ἑορτάζει ἰδεολογία, ἀλλὰ πρόσωπα καὶ γεγονότα.

Δεύτεροι στὸ πεδίο τῆς μάχης γιὰ τὴν ἀλήθεια εἶναι οἱ δειλοὶ· ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν τὴν ἀλήθεια, μὰ δὲν τολμᾶνε νὰ δώσουν γι’ αὐτὴν μαρτυρία. Αὐτοὶ τώρα εἶναι οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ποὺ δὲν παίρνουν πάνω τους τὴν εὐθύνη τῆς ἀλήθειας. Δὲν τὴν ἀρνοῦνται, μὰ καὶ δὲν τὴν ὁμολογοῦν, «Οἴδαμεν ὅτι οὗτος ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη. Πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν… Αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε». Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ τῶν γονέων τοῦ τυφλοῦ εἶναι σωστὴ καὶ λογική. Ἀλλ’ ὅμως τὸ ἱερὸ κείμενο ἐξηγεῖ τὸ βαθύτερο λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ γονεῖς ἀπάντησαν ἔτσι. «Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι, ἵνα ἐὰν τὶς ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται». Τέτοιους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας βρίσκομε παντοῦ καὶ πάντα· «οἴδαμεν» καὶ «οὐκ οἴδαμεν». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀδάπανη καὶ ἀνώδυνη μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ· τίποτε δὲν στοιχίζει νὰ ξέρεις καὶ νὰ μὴν ξέρεις, νὰ λὲς καὶ νὰ μὴ λές, νὰ πολεμᾶς καὶ νὰ μὴν κινδυνεύεις. Τὸ πιὸ ἀηδιαστικὸ γιὰ τὴν πίστη καὶ γιὰ τὴ μαρτυρία τῆς ἀλήθειας εἶναι νὰ εἶσαι οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, ἀλλὰ χλιαρός, καθὼς ἀκριβῶς εἶναι γραμμένο στὴν Ἀποκάλυψη γιὰ τὸν ἄγγελο τῆς Λαοδικείας. «Οἶδα σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ᾖς ἢ ζεστός. Οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου».

Τρίτοι στὸ πεδίο τῆς μάχης εἶναι οἱ ἐχθροί τῆς ἀλήθειας, οἱ ἀπὸ διάφορες αἰτίες καὶ σκοποὺς χαλασμένοι ἄνθρωποι, ποὺ δὲν μποροῦν καὶ δὲν θέλουνε νὰ δοῦν τὴν ἀλήθεια. Εἶναι οἱ ἀντίχριστοι ὅλων τῶν αἰώνων, ποὺ στὸν καιρὸ μας ἔχουν πληθυνθεῖ. Αὐτοὶ εἶναι ἀσκημένοι καὶ ξέρουν καλὰ τὴν τακτική τοῦ πολέμου ποὺ κάνουν· πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια, «ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας». Εἶναι τάχα οἱ φύλακες τῆς ἀλήθειας, ποὺ τὴν ὑπερασπίζουν μὲ ἠχηρὰ καὶ μεγάλα λόγια. Εἶναι πολὺ γνωστὴ αὐτὴ ἡ μεγαλόστομη δῆθεν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας. Στὴν οὐσία καὶ πραγματικὰ εἶναι συγκάλυψη καὶ ἄρνηση τῆς ἀλήθειας. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τῶν μεγάλων συνήθως ἀξιωμάτων, καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος, εἶναι οἱ «μόρφωσιν ἔχοντες εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι». Δείχνουν πὼς ὑπερασπίζουν τὴν ἀλήθεια, μὰ τὴν ἀλήθεια δὲν τὴν ξέρουν, μὰ δὲν θέλουν οὔτε κι ὁ λαὸς νὰ τὴν μάθει. Δὲν ὑπερασπίζουν τὴν ἀλήθεια, μὰ παλεύουν νὰ κρατήσουν τὰ ὁποιαδήποτε ἀξιώματά τους καὶ τὴ θέση τους στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ. Εἶναι στ’ ἀλήθεια οἰκτροὶ καὶ τραγικοὶ ἄνθρωποι. Ἂς μὴν πηγαίνει ὁ νοῦς μας πουθενὰ ἀλλοῦ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ μᾶς ὁμιλοῦμε, γιὰ τοὺς χριστιανοὺς εἶναι ὁ λόγος, γιὰ τὸν κλῆρο καὶ γιὰ τὸ λαό. Ὅσοι εἴμαστε χριστιανοὶ ἂς προσέξουμε τί στάση παίρνομε ἀπέναντι στὸ Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἂς προσέξουμε ἀκριβῶς σὲ τοῦτο, ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι φιλοσοφικὴ ἔννοια καὶ ἰδεολογία, ἀνθρώπινη ἀνακάλυψη καὶ γνώση, ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια εἶναι προσωπικὴ πραγματικότητα καὶ ἀποκάλυψη Θεοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς ὁ ἴδιος μαρτυρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτὸ του· «Ἐγὼ εἰμί… ἡ ἀλήθεια».

Τίποτε δὲν εἶναι πιὸ μισητό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ἐπικίνδυνο, παρὰ τὸ ψέμα «ἐν ὀνόματι» τῆς ἀλήθειας. Νὰ βάζεις μπροστὰ τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ καλύψει τὸ ψέμα. Νὰ δείχνεις ἅγιος, γιὰ νὰ σκεπάσεις τὴν ἀσέβειά σου· νὰ φωνάζεις τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ καλύψεις τὴν παρουσία τοῦ διαβόλου. Καὶ εἶναι πιὰ τόσο συνηθισμένο αὐτὸ στὸν καιρό μας, ποὺ μᾶς χρειάζεται πολλὴ προσοχὴ καὶ ἄσκηση, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ συνεννοηθοῦμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας. Ἔγινε τέχνη καὶ ἐπιστήμη, ἐπάνω στὴν ὁποία στηρίζεται ἡ μεγάλη κακία τοῦ αἰώνα, ἡ προπαγάνδα, ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ διπλωματία. Ποιὰ εἶναι τέλος πάντων ἡ ἀλήθεια; Ὅ,τι γίνεται στὸν κόσμο κι ὅ,τι λέγεται, ὅλα «ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας», γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ γιὰ τὴν εἰρήνη τῶν λαῶν. Μὰ εἶναι βέβαιο πὼς ὅσο περισσότερο φωνάζομε κάποια ἱερὰ ὀνόματα, τόσο λιγότερο στὰ πράγματα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸν καθέναν, ποὺ μάχεται καὶ φωνάζει δῆθεν γιὰ τὴν ἀλήθεια, κάνει μία ἐρώτηση, ὅμοια κάπως μ’ ἐκείνη ποὺ ἔκανε στὸν «ποτὲ» τυφλὸ· «Σὺ πιστεύεις εἰς τὴν ἀλήθειαν;». Ἡ ὅποια ἀπάντησή μας δὲν θὰ στηρίξει οὔτε καὶ θὰ κλονίσει τὴν ἀλήθεια. Θὰ δείξει ὅμως ἂν ἐμεῖς πιστεύουμε στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν προσκυνοῦμε· ἂν εἴμαστε πραγματικὰ ἐλεύθεροι. Γιατί ἐλεύθερος εἶναι ὅποιος πιστεύει στὸν Ἰησοῦ Χριστό, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ εἶπε· «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Ἀμήν.

2.

Τὰ φῶτα καὶ τὸ Φῶς

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἡ σημασία τοῦ φωτὸς κυριαρχεῖ καὶ στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς τελευταίας Κυριακῆς τῆς πασχαλινῆς περιόδου, τῆς Κυριακῆς πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη. Ἀνάσταση, φῶς καὶ ζωὴ εἶναι θεμελιώδεις ἀλήθειες τὶς ὁποῖες διακήρυξε τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα. Φῶς σημαίνει ζωὴ καὶ σκοτάδι θάνατος καὶ φθορά.

Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας

Ἡ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἂν καὶ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ πραγματοποίησε ὁ Χριστός, ἔχει κάποια ἰδιαίτερα θεολογικὰ χαρακτηριστικά. Ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς μαθητές Του γιὰ τὴν αἰτία τῆς ἀρρώστιας, καὶ τὴ σχέση της μὲ τὴν ἁμαρτία. Ὁ συγκεκριμένος χρόνος τῆς θεραπείας καὶ τὸ νόημά της (χρήση πηλοῦ, δημιουργία-ἀναδημιουργία). Ἡ συμπεριφορὰ τῶν γονέων τοῦ θεραπευμένου τυφλοῦ (φόβος-οὐδετερότητα). Ἡ ἀντίδραση καὶ ἡ ἄρνηση τῶν φαρισαίων μπροστὰ στὸ ὁλοφάνερο θαῦμα (προκατάληψη – ἐμπάθεια). Τὸ θάρρος καὶ ἡ ὁμολογία πίστεως τοῦ τυφλοῦ (φῶς -ἀλήθεια), εἶναι ἀξιοπρόσεκτα στοιχεῖα τῆς εὐαγγελικῆς διήγησης.

Μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, ὅμως, ἀποκαλύπτεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Πέρα καὶ πάνω ἀπὸ τὴ σωματικὴ τύφλωση, ὁ Χριστὸς θεραπεύει τὴν πνευματικὴ τυφλότητα. Διαλύει τὴ σύγχυση καὶ τὰ σκοτάδια τῆς ἁμαρτίας. Εὔκολα καταλαβαίνουμε ὅτι τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ δὲν περιορίζεται στὴν ἀποκατάσταση τῆς ὅρασης, ὅσο σημαντικὸ καὶ ἂν εἶναι αὐτό. Τὸ θαῦμα, ἴσως, ποὺ δὲν φαίνεται εἶναι πιὸ βαθὺ καὶ οὐσιαστικό. Εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς φωτισμός, ποὺ θεραπεύει καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν πνευματικὴ τύφλωση.

Πόσο εὔστοχα ἕνας ὕμνος τῆς ἡμέρας ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ὅταν λέει: «Δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ, Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ τὸν ἐκ μήτρας τὸ φῶς ἐστερημένον διὰ τῆς Σῆς ἀχράντου προψαύσεως φωτίσας κατ’ ἄμφω, καὶ ἡμῶν τὰ ὄμματα τῶν ψυχῶν αὐγάσας υἱοὺς ἡμέρας δείξω, ἵνα πίστει βοῶμεν σοι, πολλή Σου καὶ ἄφατος ἡ εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνία, φιλάνθρωπε δόξα σοι»· Ἥλιε νοητέ τῆς δικαιοσύνης Χριστέ, ἐσὺ ποὺ μὲ τὸ ἄχραντό Σου ἄγγιγμα φώτισες σωματικὰ καὶ πνευματικὰ τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό, φώτισε καὶ τὰ μάτια τῶν ψυχῶν μας, κάνε μας υἱοὺς ἡμέρας, ὥστε μὲ πίστη νὰ δοξάζουμε τὴ μεγάλη καὶ ἀνέκφραστη φιλανθρωπία Σου. Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ διαπερνᾶ τὸν κόσμο. Φανερώνει τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἀποκαλύπτει τὸν προορισμὸ καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸ σκοπὸ ὅλων ὅσα ὑπάρχουν.

Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ

Ὅταν φωτιζόμαστε ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, σὲ μία τέτοια θέα τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῆς δημιουργίας, γεμίζουμε ἐλπίδα καὶ χαρά. Ἔστω καὶ ἂν μοιραζόμαστε μὲ τοὺς συνανθρώπους μας τὴ γήινη «μοίρα», τὴν κοινὴ φύση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καὶ ζωῆς, παρόλα αὐτά, ὅλα ἀλλάζουν καὶ μεταμορφώνονται μέσα μας. Ἀνατέλλει ἡ «καινὴ κτίση καὶ ζωή», δηλαδὴ μία καινούργια προοπτικὴ καὶ δυναμική. Χαρές, λύπες, ἐλπίδες, ἀγωνίες, θεραπεῖες, ἀρρώστιες, ἀκόμη καὶ ὁ θάνατος, σηματοδοτοῦν τὸ τέρμα τῆς προσωρινότητας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς αἰωνιότητας. Εἶναι ἡ προσδοκία νὰ ζήσουμε μία διαφορετικὴ πραγματικότητα καὶ κατάσταση ζωῆς, ὅπου δὲν θὰ ὑπάρχουν δάκρυα, θλίψεις καὶ στεναγμοί. Αὐτὸς εἶναι ὁ φωτισμὸς ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ ἀναστημένος Χριστὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, δὲν εἶναι ἕνα φυσικὸ φαινόμενο ποὺ μποροῦμε νὰ ἀποδείξουμε μὲ ἱστορικὰ τεκμήρια, λογικὰ ἐπιχειρήματα καὶ θεολογικὲς ρητορεῖες. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο παρουσιάζει σὰν μία ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ ποικίλες «ἀντιφάσεις» τῆς χριστιανικῆς πίστης, ὅταν λέει ὅτι «εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσιν καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰω. 9,39). Ἐγὼ ἦρθα, γιὰ νὰ φέρω σὲ κρίση τὸν κόσμο ἔτσι, ὥστε αὐτοὶ ποὺ δὲν βλέπουν νὰ βροῦν τὸ φῶς τους, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν νὰ ἀποδειχθοῦν τυφλοί. Ἡ ἐπικαιρότητα αὐτῆς τῆς φράσης τοῦ Χριστοῦ εἶναι αὐτονόητη. Ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι τυφλωμένοι ἀπὸ τὰ πολλὰ «φῶτα» τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς γνώσης, τῆς ἀνάπτυξης καὶ τῆς προόδου, μέσα στὴν ἐγωιστική τους ἐμπάθεια ἀδιαφοροῦν, ἀμφισβητοῦν καί, τελικά, ἀρνοῦνται τὸ φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ. Οἱ ἄνθρωποι προτιμοῦν τὰ δικά τους φῶτα, τὶς δικές τους κοσμοθεωρίες καὶ ἰδεολογίες, ἐγκλωβίζονται μέσα στὴ λογική τους καὶ ἀσφυκτιοῦν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ζωὴ καὶ θάνατος, θὰ παραμένουν πάντοτε σκοτεινὰ αἰνίγματα ποὺ φωτίζονται μόνο ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ φῶς ποὺ ἔκανε τὸν τυφλὸ ὄχι μόνο νὰ δεῖ τὸν κόσμο, ἀλλά, κυρίως, νὰ κατανοήσει τὸν προορισμὸ τὸ δικό του καὶ κάθε ἀνθρώπου, ποὺ δὲν βρίσκεται πουθενὰ ἀλλοῦ παρὰ μόνο «ἐν τῷ Θεῷ». Ἀμήν.

3.

Ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀκούσαμε σήμερα τὴν ἱστορία τοῦ ἐκ γενετοῦς τυφλοῦ. Δὲν ἔχουμε ἐμπειρία τὶ εἶναι ἡ ἐκ γενετῆς τύφλωση, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε πῶς ἦταν αὐτὸς ὁ ἄνδρας ποὺ ἦταν κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, πῶς ὁ κόσμος γύρω του ἦταν γι’αὐτὸν ὅπως ἕνας ἦχος μακρυνὸς, κάτι ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ φανταστεῖ, νὰ ἔχει εἰκόνα. Ἦταν φυλακισμένος μέσα στὸ ἴδιο του τὸ σῶμα. Μποροῦσε νὰ ζήσει μὲ φανταστικὲς εἰκόνες, νὰ ἐπινοήσει ἕναν κόσμο, μποροῦσε μὲ τὴν ἀφὴ καὶ τὴν ἀκοὴ νὰ προσεγγίσει ὅ,τι ὑπῆρχε πραγματικὰ γύρω του· ἀλλὰ ἡ συνολικὴ πραγματικότητα τοῦ ἦταν ἀπρόσιτη .

Δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ τὴ γέννηση μας, ἀλλὰ πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς εἴμαστε κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας! Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι εἶναι τόσο ἀνοιχτὸς ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ δεῖ ὅλο τὸν κόσμο στὴν εὐρύτητα του; Συναντοῦμε ἀνθρώπους, καὶ τοὺς βλέπουμε μὲ τὰ μάτια μας, ἀλλὰ σπάνια συμβαίνει νὰ βλέπουμε πέρα ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ σχήματα, τὰ χαρακτηριστικὰ, τὰ ροῦχα– πόσο συχνὰ μᾶς συμβαίνει νὰ κοιτάζουμε στὰ μάτια ἕνα πρόσωπο καὶ νὰ τὸ καταλαβαίνουμε; Γύρω μας ὑπάρχουν ἄνθρωποι καὶ κάθε πρόσωπο εἶναι μοναδικὸ γιὰ τὸν Θεὸ, ἀλλὰ γιὰ ἐμᾶς εἶναι; Δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι γύρω μας ἁπλὰ ἄνθρωποι μὲ ὀνόματα, ἐπίθετα, ποὺ ἀναγνωρίζουμε ἀπο τὴν ἐμφάνιση, ἀλλὰ ποὺ στὴν οὐσία δὲν τοὺς γνωρίζουμε;

Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάσταση μας: εἴμαστε τυφλοί, κουφοί, ἀναίσθητοι στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο, κι ὅμως, ἔχουμε κληθεῖ νὰ ἐρμηνεύουμε . Ὅταν συναντᾶμε ἕνα πρόσωπο, θὰ πρέπει νὰ τὸ προσεγγίζουμε ὅπως ἕνα μυστήριο, ὅπως συμβαίνει μὲ κάτι ποὺ μποροῦμε ν’ἀνακαλύψουμε μόνο μὲσα ἀπὸ μιὰ βαθιὰ σχέση, ἴσως μὲ τό λόγο, ἴσως μὲ τὴ σιωπή· μιὰ σχέση τόσο οὐσιαστικὴ, ὥστε νὰ γνωρίσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὄχι ὅπως μᾶς γνωρίζει ὁ Θεὸς, ἀλλὰ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ ποὺ καταυγάζει τὰ πάντα καὶ τὸν καθένα μας χωριστά.

Καὶ ἀκόμα, μποροῦμε, ὁ καθένας μὲ τὴ δύναμη, καὶ τὰ χαρίσματα του, νὰ κάνουμε ὅ,τι καὶ ὁ Χριστὸς ποὺ ἄνοιξε τὰ μάτια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Τὶ εἶδε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδε ἦταν τὸ πρόσωπο τοῦ Σαρκωμένου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶδε δηλαδὴ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅταν τὰ μάτια του συνάντησαν τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ, συνάντησαν τὴν θεϊκὴ τρυφερότητα, τὴ συμπόνια, τὸ βαθὺ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν κατανόηση. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο θὰ μποροῦσαν τόσοι πολλοὶ ἄνθρωποι νὰ βλέπουν, ἄν καθὼς μᾶς συναντοῦσαν, ἔβλεπαν στὰ μάτια, στὸ πρόσωπο μας τὴν λάμψη τῆς εἰλικρινοῦς, νηφάλιας ἀγάπης, μιᾶς ἀγάπης ὄχι συναισθηματικῆς, ἀλλὰ ὁρατῆς, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ δοῦν καὶ νὰ νοιώσουν. Καὶ πόσο πολὺ θὰ εἴμασταν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους γύρω μας ἀποκάλυψη κάθε μηνύματος ποὺ αὐτὸς ὁ κόσμος ἐκφράζει μέσα ἀπὸ τὴν τέχνη, τὴν ὀμορφιά, τὴν ἐπιστήμη, μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ὀμορφιὰ προσλαμβάνεται καὶ διακηρύσσεται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.

Ἀλλὰ τὸ κάνουμε; Μεριμνᾶμε γιὰ νὰ εἴμαστε φορεῖς τοῦ βάθους τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τοῦ νοήματος τῶν πραγμάτων γιὰ κάθε πρόσωπο ποὺ συναντᾶμε; Δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ περισσότερο νὰ παίρνουμε ἀπὸ τὸ νὰ δίνουμε; Κι ὅμως, ὁ Ἅγιος Παῦλος, ποὺ γνώριζε τὶ σημαίνει παίρνω καὶ δίνω, εἶπε: « Εἶναι πιὸ εὐλογημένο νὰ δίνεις παρὰ νὰ παίρνεις». Κι ὅμως πόσες πολλὲς δωρεὲς εἶχε δεχτεῖ; Εἶχε ἐμπειρία τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ, εἶχε δεχτεῖ τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς γνώσης, καὶ τῆς ἐμπειρίας τῆς Π.Διαθήκης καὶ τότε ὁ Χριστὸς τοῦ ἀποκαλύφθηκε: καὶ τὶ δὲν δέχτηκε! Κι ὅμως, εὐφραινόταν περισσότερο νὰ δίνει ἀπὸ τὸ νὰ παίρνει, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ κατέχει ὅλο τὸν πλοῦτο ποὺ ἦρθε στὸ δρόμο τῆς ζωῆς του· ἤθελε νὰ τὸν μοιραστεῖ, νὰ τὸν προσφέρει, νὰ φωτίσει καὶ νὰ πυρπολήσει ἄλλες ζωὲς πέρα ἀπὸ τὴ δική του.

Ἄς σκεφτοῦμε πόσο πλούσιοι, πόσο πλούσια εἴμαστε προικισμένοι, πόσα πολλὰ μᾶς δόθηκαν νὰ βλέπουμε καὶ ν’ ἀκοῦμε καὶ ἄς συνειδητοποιήσουμε ταυτόχρονα πόσο τραγικὰ εἴμαστε κλεισμένοι στὸν ἑαυτό μας, ἐκτὸς ἄν σπάσουμε αὐτὸν τὸν τοῖχο γιὰ νὰ προσφέρουμε, τὸ ἴδιο γενναιόδωρα, τὸ ἴδιο πλούσια, τὸ ἴδιο ἄφθονα τὶς δωρεὲς καθὼς μᾶς ἔχουν προσφερθεῖ. Καὶ τότε πραγματικὰ, ἡ χαρά μας θὰ ἔχει ὁλοκληρωθεῖ σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ κανένας καὶ τίποτα δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ μᾶς τὴν ἀφαιρέσει. Ἀμὴν.

4.

Ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς»

Ἡ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ εἶναι ἕνας φοβερὸς ἔλεγχος γιὰ τοὺς Φαρισαίους ποὺ δὲ θέλουν νὰ παραδεχθοῦν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονὸς ὁ Χριστὸς ἔκανε ἕνα μεγάλο διάλογο μὲ τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους. Στὸ διάλογο αὐτὸ ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγὼ εἰμὶ» (Ἰω. 8,58). Ἐξαγριωμένοι τότε οἱ Ἰουδαῖοι, ἐπειδὴ δὲν κατάλαβαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, σήκωσαν λίθους γιὰ νὰ Τὸν κτυπήσουν (ὅπ. π. στίχ. 59). Ὁ Χριστός, γιὰ νὰ καταπραΰνει τὸ θυμὸ τους ἐκρύβη καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ» (ὅπ. π.). Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνάντησε τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸ καὶ τὸν θεράπευσε, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἴασή του ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ μία ἀπάντηση στοὺς ἐχθρούς του, ποὺ ὑποτιμοῦσαν τὸ πρόσωπό Του.

Ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς

Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ νόμιζαν πὼς ἢ αὐτὸς ἁμάρτησε ἢ οἱ γονεῖς του γιὰ νὰ γεννηθεῖ τυφλός. Στὴ συνέχεια ὅμως ὁ Κύριος ἀποκλείει καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Γεννήθηκε τυφλὸς γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντίληψη τῶν μαθητῶν εἶναι ἐσφαλμένη, γιατί πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πέσει κάποιος στὴν ἁμαρτία πρὶν νὰ γεννηθεῖ; Μόνον οἱ εἰδωλολάτρες εἶχαν τέτοιες δοξασίες καὶ τέτοια ἀνόητα δόγματα. Ὁ Κύριος εἶναι κατηγορηματικός. Κάθε ἕνας εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὰ δικά του ἁμαρτήματα. Ἡ ἁμαρτία ποὺ διαπράττουμε εἶναι ἐκείνη ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πὼς ἡ ὠφέλεια στὸν ἄνθρωπο εἶναι μεγάλη, ὅταν γνωρίζει τὴ σωστὴ διδασκαλία τοῦ Θεοῦ. Δὲν πέφτει σὲ σφάλματα οὔτε ἑρμηνεύει λάθος τὰ γεγονότα.

Ὁ τρόπος τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ

Ἀξιοθαύμαστος εἶναι ὁ τρόπος θεραπείας τοῦ τυφλοῦ. Μποροῦσε ὁ Χριστὸς νὰ τὸν θεραπεύσει διὰ λόγου χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει πηλὸ καὶ νὰ τοῦ ἀλείψει τὰ μάτια. Πρῶτα πρῶτα ἤθελε νὰ τοῦ διεγείρει τὴν πίστη. Ἔπειτα, μὲ τὴν πράξη Του αὐτὴ ἔδειξε τὴ δημιουργική Του δύναμη. Ὅπως ἕνας οἰκοδόμος τὴν μισοτελειωμένη οἰκία του τὴ συμπληρώνει (κτίζοντας μὲ νέα ὑλικά), ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς στὸ θαῦμα τοῦ τυφλοῦ «τὸ σῶμα τὸ ἡμέτερον συγκολλᾶ καὶ ἀναπληροῖ», δηλαδὴ συμπληρώνει τὶς ἀτέλειες τοῦ σώματός μας, γράφει ὁ Χρυσόστομος. Μὲ χῶμα δημιούργησε τὸν Ἀδάμ, μὲ χῶμα δημιούργησε καὶ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Μετά, κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου τοῦ εἶπε νὰ πάει νὰ πλύνει τὸ πρόσωπό του στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Ὁ τυφλὸς ὑπάκουσε ἀμέσως. Μέχρι νὰ πάει στὴ δεξαμενὴ ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ τὸν διέταξε ὁ Κύριος, ἀσφαλῶς θὰ συνάντησε πολλοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ τὸν ρωτοῦσαν ποῦ πάει καὶ γιατί ἔχει λάσπη στὰ μάτια του. Ἤθελε ὁ Κύριος νὰ γίνει τὸ σημεῖο ἐνδεικτικώτερο. Μετὰ τὴν θεραπεία θὰ ξαναγύριζε πάλι ἀπὸ τὸν ἴδιο δρόμο καὶ θὰ γινόταν κατὰ κάποιο τρόπο μία λιτάνευση τοῦ σημείου, θὰ γινόταν γνωστὸ τὸ θαῦμα χωρὶς εἰδικὴ σύσταση καὶ διάδοση. Βέβαια καὶ οἱ συνεχεῖς ἀνακρίσεις ποὺ κάνανε στὴ συνέχεια οἱ Φαρισαῖοι, χωρὶς νὰ τὸ θέλουν, κάνουν γνωστὸ σ’ ὅλους τὸ θαῦμα. Ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, ὁ Θεὸς «ἐκ τῶν ἐναντίων τὰ ἐνάντια κατασκευάζει», θεραπεύτηκε ὁ τυφλὸς μὲ τὴ ζωοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Κυρίου.

Ἡ πνευματικὴ Σιλωὰμ

Ὁ Κύριος εἶναι ἡ πνευματικὴ πέτρα καὶ ἡ πνευματικὴ κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ ποὺ καθαρίζονται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες οἱ ἄνθρωποι. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας μεγάλος χείμαρρος ποὺ δρόσισε καὶ ἀνέψυξε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Στὶς πάσης φύσεως ἀρρώστιες μας, συμβουλεύει ὁ Μ. Βασίλειος, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς γιατροὺς νὰ καταφεύγουμε στὴ θεία χάρη. Ἡ μεγάλη τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου, λέγει ἕνας Ἐπίσκοπος, εἶναι ἡ ἁμαρτία του. Ὄχι ἁπλῶς ὅτι ἁμάρτησε, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἁμαρτία του «μένει». Στὴ διαμάχη μεταξὺ τυφλοῦ καὶ Φαρισαίων δὲν εἶναι ἡ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία. Δὲν ἐνδιαφέρονται τόσο γιὰ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, ἀλλ’ ὅτι θίγεται ὁ ἐγωισμὸς τῶν Φαρισαίων. Ὁ ἐγωισμός μας δὲ μᾶς ἀφήνει νὰ παραδεχθοῦμε τὶς ἐνέργειες καὶ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ. Βλέπουμε τὰ μικρὰ καὶ ἀφήνουμε τὰ μεγάλα. Ἐγκλωβίζεται ἡ καλή μας θέληση καὶ ἀρνούμεθα νὰ παραδεχθοῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σέ μᾶς. Στὸ βάθος πιστεύουμε μόνον στὸν ἑαυτό μας καὶ στὰ χαρίσματά μας.

Ἀδελφοί μου,

Ἂς σπάσουμε αὐτὸ τὸ σύμπλεγμα τοῦ ἐγωισμοῦ μας κι ἂς παραδεχθοῦμε τὰ σφάλματά μας, ἂς ἀφήσουμε τὸ Θεὸ νὰ ἐνεργήσει ἐπάνω μας ὅπως Αὐτὸς γνωρίζει καὶ μὲ ὅποιον τρόπο θέλει. Ἐὰν γίνουμε ὄργανο γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, τότε ἂς ὑποστοῦμε καὶ τὶς μεγαλύτερες θυσίες.

5.

Ὁμιλία εἰς τὸν τυφλόν (Ἰω. 9, 1-5)

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος.

«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς. Καί ἠρώτησαν αὐτόν οἱ μαθηταί του, λέγοντες· Διδάσκαλε, ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του, ὥστε νά γεννηθῇ τυφλός;»

1.«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50,6). Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν. Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9,32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν ἔσπευσαν νά τόν ἐρωτήσουν· διότι, βλέποντες αὐτόν νά τόν βλέπῃ μέ τόσην προσοχήν, ἐζητοῦσαν νά μάθουν, λέγοντες· «Ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του;». Ἐσφαλμένη ἡ ἐρώτησις· διότι πῶς ἦτο δυνατόν ν̉ ἁμαρτήσῃ πρίν γεννηθῇ; πῶς δέ, ἄν ἡμάρτησαν οἱ γονεῖς του, ἦτο δυνατόν αὐτός νά τιμωρηθῇ; Διατί λοιπόν ἔκαμαν αὐτήν τήν ἐρώτησιν; Πρίν ἀπό αὐτό τό θαῦμα, θεραπεύων τόν παράλυτον, ἔλεγεν· «Νά ἔγινες ὑγιής· μή ἁμαρτάνῃς εἰς τό ἑξῆς» (Ἰω. 5,14).

Αὐτοί λοιπόν ἀντιληφθέντες ὅτι ἐκεῖνος ἔγινε παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, τοῦ λέγουν· «Ἔστω, ἐκεῖνος ἔγινεν παράλυτος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτημάτων του, δι̉ αὐτόν ὅμως τί θά ἠμποροῦσες νά εἰπῇς; αὐτός ἥμαρτεν; Ἀλλά δέν ἠμπορεῖς νά τό εἰπῆς, διότι εἶναι τυφλός ἐκ γενετῆς. Μήπως ὅμως ἥμαρτον οἱ γονεῖς του; Ἀλλ̉ οὔτε αὐτό, διότι τό παιδί δέν τιμωρεῖται διά τάς ἀδικίας τοῦ πατρός του» Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν, βλέποντες κάποιο παιδί νά εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, λέγομεν, «Τί θά ἠμποροῦσε κανείς νά εἰπῇ δι̉ αὐτό; τί ἔκαμε τό παιδί»; χωρίς νά ἐρωτῶμεν, ἀλλά ἐκφράζομεν ἀπορίαν, ἔτσι λοιπόν καί οἱ μαθηταί, δέν τό ἔλεγον αὐτό τόσο ὑπό μορφήν ἐρωτήσεως ἀλλά ἀπορίας. Τί ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Χριστός; «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του». Αὐτό δέ δέν τό λέγει ἀπαλλάσσων αὐτούς ἀπό τάς ἁμαρτίας (Διότι δέν εἶπεν ἁπλῶς, «Οὔτε αὐτός ἥμαρτεν, οὔτε οἱ γονεῖς του», ἀλλά ἐπρόσθεσεν, «Διά νά γεννηθῇ τυφλός»), ἀλλά γιά νά δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· ἡμάρτησε βέβαια καί αὐτός καί οἱ γονεῖς του, ἀλλά δέν προέρχεται, λέγει, ἀπό αὐτήν τήν αἰτίαν ἡ τύφλωσις.

Αὐτά δέ τά ἔλεγεν ὄχι γιά νά δείξῃ αὐτό, ὅτι δηλαδή αὐτός μέν δέν ἐτυφλώθη δι̉ αὐτήν τήν αἰτίαν, ἐνῶ ὡρισμένοι ἄλλοι ἐτυφλώθησαν ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν αἰτιῶν, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τῶν γονέων των· καθ̉ ὅσον δέν εἶναι δυνατόν ν̉ ἁμαρτάνῃ ἄλλος καί νά τιμωρῆται ἄλλος. Διότι ἐάν τό παραδεχθῶμεν αὐτό, κατ̉ ἀνάγκην θά παραδεχθῶμεν καί ἐκεῖνο, ὅτι δηλαδή ἡμάρτησε πρίν γεννηθῇ. Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν εἰπών, ὅτι «οὔτε αὐτός ἥμαρτεν», δέν ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν ἐκ γενετῆς ν̉ ἀμαρτήσῃ καί τιμωρηθῇ, ἔτσι εἰπών· «Οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ», δέ ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι δηλαδή εἶναι δυνατόν νά τιμωρηθῇ ἐξ αἰτίας τῶν γονέων του· καθ̉ ὅσον διά τοῦ Ἰεζεκιήλ ἀναιρεῖ αὐτήν τήν σκέψιν «Ὁρκίζομαι εἰς τόν ἑαυτόν μου, λέγει ὁ Κύριος, ὅτι δέν θά λέγεται αὐτή ἡ παροιμία, οἱ πατέρες ἔφαγον ἄγορα σταφύλια καί ἐμωδίασαν τά δόντια τῶν παιδιῶν των» (Ἰεζ. 18,3´2). Καί ὁ Μωϋσῆς δέ λέγει· «Δέν θά ἀποθάνῃ ὁ πατέρας ἐξ αἰτίας τοῦ υἱοῦ του» (Δευτ. 24,16). Καί διά κάποιο βασιλέα λέγεται ὅτι, δι̉ αὐτόν τόν λόγον δέν τό ἔκαμεν αὐτό, φυλάσσων τόν νόμον τοῦ Μωϋσέως (Δ´ Βασ. 14,6). Ἐάν δέ λέγῃ κάποιος, πῶς λοιπόν ἐλέχθη «Αὐτός πού καταλογίζει ἁμαρτίας γονέων εἰς τά τέκνα μέχρι τρίτην καί τετάρτην γενεάν»; (Δευτ. 5,9) ἐκεῖνο θά ἠμπορούσαμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτή δέν ἐλέχθη δι̉ ὅλους, ἀλλά δι̉ ἐκείνους πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον. Αὐτό δέ πού ἐννοεῖ εἶναι τό ἑξῆς· Ἐπειδή αὐτοί πού ἐξῆλθον ἀπό τήν Αἴγυπτον εἶχον γίνει μετά τά σημεῖα καί θαύματα χειρότεροι ἀπό τούς προγόνους των πού δέν εἶδαν κανένα ἀπό αὐτά, τά ἴδια, λέγει, θά πάθουν πού ἔπαθον ἐκεῖνοι, ἐπειδή διέπραξαν τά ἴδια παραπτώματα. Καί τό ὅτι ἐλέχθη δι̉ ἐκείνους θά τό διαπιστώσῃ κανείς ἐάν ἐξετάσῃ ἀκριβέστερον τό χωρίον.

Διά ποῖον λόγον λοιπόν ἐγεννήθη τυφλός; «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», λέγει. Νά καί πάλιν ἄλλη ἀπορία, ἐάν λοιπόν δέν ἦταν δυνατόν νά φανῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν τιμωρίαν αὐτοῦ. Βέβαια δέν ἐλέχθη αὐτό, ὅτι δέν ἦτο δυνατόν (διότι ἦτο δυνατόν), ἀλλά διά νά φανερωθῇ καί εἰς αὐτόν. Τί λοιπόν, λέγει, ἠδικήθη διά τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ; Ποίαν ἀδικίαν; εἰπέ μου· διότι ἐάν ἤθελεν οὔτε κἄν θά τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν. Ἐγώ ὅμως λέγω, ὅτι καί εὐηργετήθη ἀπό τήν τύφλωσιν, καθ̉ ὅσον ἀνέβλεψε μέ τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς· διότι τί ὠφελήθησαν οἱ Ἰουδαῖοι ἀπό τούς σωματικούς ὀφθαλμούς; (διότι ἐτιμωρήθησαν χειρότερα, ἀφοῦ ἐτυφλώθησαν ὡς πρός τούς ἐσωτερικούς ὀφθαλμούς)· ποία δέ ἡ βλάβη εἰς αὐτόν ἀπό τήν τύφλωσιν; Διότι μέ τήν τύφλωσίν του αὐτήν ἀνέβλεψεν. Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν τά κακά δέν εἶναι κακά, δηλαδή τά κακά τῆς παρούσης ζωῆς, ἔτσι οὔτε τά ἀγαθά δέν εἶναι ἀγαθά, ἀλλά κακόν εἶναι μόνον ἡ ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ τύφλωσις δέν εἶναι κακόν. Αὐτός δέ πού τόν ἔφερεν εἰς τήν ζωήν ἀπό τήν ἀνυπαρξίαν, ἐξουσίαν εἶχεν καί νά τόν ἀφήσῃ εἰς αὐτήν τήν κατάστασιν. Μερικοί δέ λέγουν, ὅτι αὐτή ἡ φράσις δέν ἔχει αἰτιολογικόν χαρακτῆρα, ἀλλ̉ ἐκφράζει τό ἀποτέλεσμα, ὅπως ἐπί παραδείγματι ὅταν λέγῃ· «Ἐγώ ἦλθα εἰς αὐτόν τόν κόσμον διά κρίσιν, διά ν̉ ἀποκτήσουν τό φῶς των ἐκεῖνοι, πού δέν βλέπουν καί νά γίνουν τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν», (Ἰω. 9, 39) (καί ὅμως δέν ἦλθεν δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά γίνουν δηλαδή τυφλοί αὐτοί πού βλέπουν). Καί πάλιν ὁ Παῦλος λέγει· «Αὐτό πού εἶναι δυνατόν νά γίνῃ γνωστόν περί τοῦ Θεοῦ τούς εἶναι φανερόν, ὥστε νά εἶναι ἀδικαιολόγητοι» (Ρωμ. 1, 19-20) (ἄν καί βέβαια δέν ἐφανέρωσε εἰς αὐτούς τά περί ἑαυτοῦ δι̉ αὐτόν τόν λόγον, διά νά στερηθοῦν τήν ἀπολογίαν, ἀλλά διά νά τύχουν ἀπολογίας). Καί πάλιν ἀλλοῦ λέγει· «Ὁ νόμος δέ ἐδόθη διά νά πλεονάσουν τά παραπτώματα» (Ρωμ. 5,20) (μολονότι βέβαια δέν εἰσῆλθεν εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων δι̉ αὐτόν τόν λόγον, ἀλλά διά νά ἐμποδισθῇ ἡ ἁμαρτία).

2. Βλέπεις εἰς ὅλας τάς περιπτώσεις ὅτι ὁ προσδιορισμός δεικνύει τό ἀποτέλεσμα; Διότι ὅπως ἀκριβῶς ἕνας ἄριστος οἰκοδόμος, τό μέν ἕνα τμῆμα τῆς οἰκίας τό κατασκευάζει, τό δέ ἄλλο τό ἀφήνει ἀτελείωτον, ὥστε μέ τό ὑπόλοιπον νά ἀπολογηθῇ πρός αὐτούς πού δέν πιστεύουν δι̉ ὅλον τό ἔργον του, ἔτσι καί ὁ Θεός, ὡσάν μίαν οἰκίαν ἑτοιμόρροπον, συγκολλεῖ τό σῶμα μας καί τό τελειοποιεῖ, θεραπεύων τήν ξηράν χεῖρα, δίδων ζωήν εἰς παράλυτα μέλη, θεραπεύων τούς χωλούς, καθαρίζων τούς λεπρούς, θεραπεύων τούς ἀσθενεῖς, καθιστῶν ἀρτιμελεῖς τούς ἀναπήρους, ἐπαναφέρων εἰς τήν ζωήν ἀπό τόν θάνατον τούς νεκρούς, διανοίγων τούς ὀφθαλμούς τῶν τυφλῶν καί δίδων ὀφθαλμούς εἰς ἐκείνους πού δέν ἔχουν, καί διορθώνων ὅλα αὐτά, πού ἦσαν ἀτέλειαι τῆς ἐκ φύσεως ἀσθενείας, ἐδείκνυε τήν δύναμίν του. Εἰπών δέ, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐννοεῖ τόν ἑαυτόν του καί ὄχι τόν Πατέρα, διότι ἡ δόξα ἐκείνου ἦτο φανερά. Ἐπειδή λοιπόν ἤκουον ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα ἀπό τήν γῆν, διά τοῦτο καί αὐτός ἔπλασε καθ̉ ὅμοιον τρόπον τό χῶμα· διότι τό νά εἰπῇ, ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος πού ἔλαβον χῶμα ἀπό τήν γῆν καί ἔπλασα τόν ἄνθρωπον, ἐφαίνετο ὅτι δυσαρεστοῦσε τούς ἀκροατάς, ἀποδεικνυόμενον ὅμως αὐτό ἐμπράκτως, δέν θά ἐνοχλοῦσε πλέον αὐτούς.

Διά τοῦτο λοιπόν καί αὐτός, ἀφοῦ ἔλαβε χῶμα καί τό ἀνέμειξε μέ τό πτύσμα, ἐφανέρωσε μέ τήν ἐνέργειάν του αὐτήν τήν κρυμμένην δόξαν του· διότι δέν ἦτο μικρή δόξα τό νά θεωρηθῇ αὐτός δημιουργός τῆς κτίσεως· καθ̉ ὅσον ἀπό αὐτό ἠκολούθουν καί τά ἄλλα καί ἀπό τό ἐπί μέρους ἐγένετο πιστευτόν τό ὅλον·διότι ἡ πίστις διά τό μεγαλύτερον ἔργον του, ἐπεβεβαίωνε καί τό μικρότερον· καθ̉ ὅσον ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό πολυτιμώτερον ἀπό ὅλα τά ὄντα τῆς κτίσεως, καί ἀπό τά μέλη μας πολυτιμώτερος εἶναι ὁ ὀφθαλμός. Διά τοῦτο ἔδωσε τό φῶς εἰς τούς ὀφθαλμούς ὄχι ἔτσι ἁπλῶς, ἀλλά μέ ἐκεῖνον τόν τρόπον· διότι ἄν καί εἶναι μικρόν τό μέλος αὐτό ὡς πρός τό μέγεθος, ἀλλ̉ ὅμως εἶναι ἀναγκαιότερον ἀπό ὅλα τά μέλη σώματος. Καί αὐτό δηλῶν ὁ Παῦλος, ἔλεγεν· «Ἐάν εἰπῇ ἡ ἀκοή, ἐπειδή δέν εἶμαι ὀφθαλμός, δέν ἀνήκω εἰς τό σῶμα, μήπως παύῃ, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, νά ἀνήκῃ εἰς τό σῶμα;» (Α´ Κορ. 12,16). Διότι ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός μας εἶναι ἀπόδειξις τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ, πολύ περισσότερον δέ ὁ ὀφθαλμός. Καθ̉ ὅσον αὐτός διακυβερνᾷ ὁλόκληρον τό σῶμα, αὐτός δίδει τό κάλλος εἰς ὅλον τό σῶμα, αὐτός στολίζει τό πρόσωπον, αὐτός εἶναι ὁ λύχνος ὅλων τῶν μελῶν· διότι αὐτό πού εἶναι ὁ ἥλιος διά τήν οἰκουμένην, αὐτό εἶναι ὁ ὀφθαλμός διά τό σῶμα. Ἄν σβήσῃς τόν ἥλιον, ὅλα τά κατέστρεψες καί τά ἀνέτρεψες· ἄν σβήσῃς τούς ὀφθαλμούς καί τά πόδια εἶναι ἄχρηστα καί τά χέρια καί ἡ ψυχή· διότι χάνεται ἡ γνῶσις ἀχρηστευομένων αὐτῶν· καθ̉ ὅσον δι̉ αὐτῶν ἐγνωρίσαμεν τόν Θεόν· «Διότι τά ἀόρατα τοῦ Θεοῦ βλέπονται καθαρά ἀπό τότε πού ἐκτίσθη ὁ κόσμος διά μέσου τῶν δημιουργημάτων» (Ρωμ. 1,20). Ἑπομένως δέν εἶναι ὁ ὀφθαλμός μόνον λύχνος εἰς τό σῶμα, ἀλλά περισσότερον ἀπό τό σῶμα εἶναι λύχνος τῆς ψυχῆς. Καί ἀκριβῶς λοπόν διά τοῦτο ἔχει τοποθετηθῆ, ὡσάν ἀκριβῶς εἰς κάποιαν βασιλικήν θέσιν, εἰς τό ὑψηλότερον μέρος τοῦ σώματος καί προΐσταται τῶν ἄλλων αἰσθήσεων. Αὐτόν λοιπόν διαπλάσσει.

Εἰς τήν συνέχειαν, διά νά μή νομίσῃς ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀπό ὕλην ὅταν δημιουργῇ, καί διά νά μάθῃς ὅτι οὔτε καί εἰς τήν ἀρχήν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό πηλόν (διότι αὐτός πού ἔφερεν εἰς τήν ὕπαρξιν τάς σπουδαιοτέρας οὐσίας πού δέν ὑπῆρχον, πολύ περισσότερον ἐδημιούργησεν αὐτήν χωρίς νά ὑπάρχῃ ὕλη), διά νά μάθῃς λοιπόν, ὅτι αὐτό δέν τό κάμνει ἀπό ἀνάγκην, ἀλλά διά νά διδάξῃ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἀρχικός δημιουργός, ἀφοῦ ἄλειψε τόν πηλόν εἰς τούς ὀφθαλμούς εἶπεν· «Πήγαινε καί πλύσου», διά νά γνωρίσῃς, ὅτι δέν ἔχω ἀνάγκην ἀπό πηλόν διά νά ἀνοίξω τούς ὀφθαλμούς, ἀλλά διά νά φανερωθῇ μέ αὐτήν τήν ἐνέργειάν μου ἡ δόξα μου. Τό ὅτι λοιπόν ὁμιλεῖ περί τοῦ ἑαυτοῦ του γίνεται φανερόν ἀπό τό ὅτι, ἀφοῦ εἶπεν, «Διά νά φανερωθῇ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ», ἐπρόσθεσεν· «Ἐγώ πρέπει νά ἐκτελῶ τά ἔργα ἐκείνου πού μέ ἔστειλεν»· δηλαδή, ἐγώ πρέπει νά φανερώσω τόν ἑαυτόν μου καί νά πράξω ἐκεῖνα πού ἠμποροῦν νά ἀποδείξουν ὅτι πράττω τά ἴδια μέ τόν Πατέρα, ὄχι παρόμοια, ἀλλά τά ἴδια, πρᾶγμα πού ἀποδεικνύει εἰς μεγαλύτερον βαθμόν ὅτι εἶναι ὅμοια ἀκριβῶς τά ἔργα του μέ τά τοῦ Πατρός, καί τό ὁποῖον λέγεται ἐπί τῶν πραγμάτων ἐκείνων πού δέν διαφέρουν καθόλου. Ποῖος λοιπόν θά ἀμφισβητῇ εἰς τό ἑξῆς, βλέπων αὐτόν νά ἠμπορῇ νά πράττῃ τά ἴδια μέ τόν Πατέρα; διότι δέν ἔπλασε μόνον ὀφθαλμούς, οὔτε ἤνοιξεν, ἀλλά καί ἐχάρισε καί τήν ὅρασιν, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἐνεφύσησε καί ψυχήν· καθ̉ ὅσον ἐάν ἐκείνη δέν ἐνεργῇ, ὁ ὀφθαλμός, καί ἄν ἀκόμη εἶναι ὑγιέστατος, δέν θά ἠμπορέσῃ ποτέ νά ἰδῆ τίποτε. Ὥστε καί τήν ἐνέργειαν τῆς ψυχῆς ἐχάρισε καί ἔδωσεν εἰς τό μέλος τά πάντα, καί ἀρτηρίας καί νεῦρα καί φλέβας καί αἷμα καί ὅλα τά ἄλλα, ἀπό τά ὁποῖα ἀποτελεῖται τό σῶμα μας. «Ἐγώ πρέπει νά ἐργάζωμαι ἐν ὅσῳ ἀκόμη εἶναι ἡμέρα». Τί θέλουν νά εἰποῦν αὐτοί οἱ λόγοι; ποίαν σημασίαν ἔχουν; Πολλήν. Διότι αὐτό πού λέγει ἔχει τήν ἑξῆς σημασίαν· «Ἕως ἡμέρα ἐστίν»· Ἐν ὅσῳ ἀκόμη ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά πιστεύουν εἰς ἐμέ, ἐν ὅσῳ συνεχίζεται αὐτή ἡ ζωή, πρέπει νά ἐργάζωμαι. «Ἔρχεται νύξ (δηλαδή ὁ μέλλων καιρός), ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται». Δέν εἶπεν, ὁπότε ἐγώ δέν ἠμπορῶ νά ἐργάζωμαι, ἀλλά «ὁπότε κανείς δέν ἠμπορεῖ νά ἐργάζεται», δηλαδή, τότε πού δέν θά ἰσχύῃ πλέον ἡ πίστις, οὔτε οἱ κόποι, οὔτε ἡ μετάνοια. Τό ὅτι βέβαια ἔργον ὀνομάζει τήν πίστιν, γίνεται φανερόν ἀπό τήν ἐρώτησιν πρός αὐτόν· «Τί θά κάνωμεν, διά νά ἐκτελέσωμεν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ;» (Ἰω. 6,28). Ἀπαντᾶ· «Αὐτό εἶναι τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, διά νά πιστεύσετε εἰς αὐτόν πού ἀπέστειλε ἐκεῖνος» (Ἰω. 6,29). Πῶς λοιπόν αὐτό τό ἔργον «δέν ἠμπορεῖ κανείς νά τό πράξῃ τότε»; Διότι τότε οὔτε ἡ πίστις ἰσχύει, ἀλλ̉ ὅλοι θά ὑπακούσουν εἴτε τό θέλουν εἴτε ὄχι. Διά νά μή εἰπῇ λοιπόν κάποιος ὅτι αὐτό τό κάνει ἀπό φιλοδοξίαν, δεικνύει ὅτι ὅλα τά κάνει ἀπό ἐνδιαφέρον δι̉ αὐτούς πού ἔχουν τήν δυνατότητα μόνον ἐδῶ νά πιστεύσουν, καί δέν ἠμποροῦν πλέον ἐκεῖ νά ἔχουν καμμίαν ὠφέλειαν. Διά τοῦτο δέν ἔκαμεν αὐτό πού ἔκαμεν ἀφοῦ ἦλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός.

Τό ὅτι βέβαια ἦτο ἄξιος μέν νά θεραπευθῇ καί, ἐάν ἔβλεπεν, θά ἐπίστευε καί θά προσήρχετο, καί, δέν θά ἔδειχνεν ἀδιαφορίαν καί πάλιν ἐάν ἤκουεν ἀπό κάποιον πού ἦτο ἐκεῖ, γίνεται φανερόν ἀπό τά ἑξῆς, ἀπό τήν ἀνδρείαν καί τήν ἰδίαν τήν πίστιν του· καθ̉ ὅσον φυσικόν ἦτο νά σκεφθῇ καί νά εἰπῇ· Μά τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔκαμε πηλόν καί ἤλειψε τούς ὀφθαλμούς μου καί μοῦ εἶπε· «Πήγαινε καί πλύσου». Δέν ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ καί μετά νά μέ στείλῃ εἰς τήν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ; Πολλές φορές ἐπλύθην ἐκεῖ μαζί μέ ἄλλους πολλούς καί δέν εἶδα καμμίαν ὠφέλειαν· ἐάν εἶχε κάποιαν δύναμιν θά ἠμποροῦσε νά μέ θεραπεύσῃ παρόντα, πρᾶγμα πού καί ὁ Νεεμάν ἔλεγε πρός τόν Ἐλισσαῖον· καθ̉ ὅσον καί ἐκεῖνος, λαβών ἐντολήν νά ὑπάγῃ καί νά λουσθῇ εἰς τόν Ἰορδάνην δυσπιστοῦσε, καί ὅλα αὐτά τήν στιγμήν πού τόση φήμη ὑπῆρχε περί τοῦ Ἐλισσαίου(Δ´ Βασ. 5, 10-11). Ἀλλ̉ ὅμως ὁ τυφλός δέν ἠπίστησεν οὔτε ἔφερεν ἀντίρρησιν οὔτε ἐσκέφθη μέσα του· Τί τέλος πάντων σημαίνει αὐτό; ἔπρεπε νά ἀλείψῃ τούς ὀφθαλμούς μου μέ πηλόν; αὐτό περισσότερον τυφλώνει· ποῖος ποτέ ἀνέβλεψε μέ αὐτόν τόν τρόπον; Ἀλλά τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἐσκέφθη. Εἶδες πίστιν σταθεράν καί προθυμίαν; «Ἔρχεται ἡ νύκτα». Δείχνει μέ αὐτό ὅτι καί μετά τήν σταύρωσίν του πρόκειται νά συνεχίσῃ τήν πρόνοιάν του διά τούς ἀσεβεῖς καί νά ἐπιστρέψῃ πολλούς εἰς τήν πίστιν· διότι ἀκόμη εἶναι ἡμέρα. Μετά δέ ἀπό αὐτό τούς ἀπομακρύνει τελείως. Καί θέλων νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν· «Ὅσον καιρόν εἶμαι εἰς τόν κόσμον, εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου»· πρᾶγμα πού ἔλεγε καί πρός ἄλλους· «Πιστεύετε ἐν ὅσῳ τό φῶς εἶναι μαζί σας» (Ἰω. 12,36).

3. Καί διατί λοιπόν ὁ Παῦλος τήν μέν παροῦσαν ζωήν ὠνόμασε νύκτα, τήν δέ μέλλουσαν ἡμέραν; Δέν ἀντιτίθεται πρός τόν Χριστόν, ἀλλά λέγει τά ἴδια, ἄν καί ὄχι μέ τά ἴδια λόγια, ἀλλά μέ τό ἴδιο νόημα· καθ̉ ὅσον λέγει· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησε, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν» (Ρωμ. 13,12). Διότι νύκτα ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν δι̉ ἐκείνους πού κάθονται εἰς τό σκότος, ἤ συγκρίνων αὐτήν μέ ἐκείνην τήν ἡμέραν, ἐνῷ ὁ Χριστός νύκτα ὀνομάζει τήν μέλλουσαν ζωήν λόγῳ τοῦ ὅτι δέν συγχωροῦνται τότε τά ἁμαρτήματα, ὁ Παῦλος ὅμως ὀνομάζει τήν παροῦσαν ζωήν νύκτα ἐπειδή εὑρίσκονται μέσα εἰς τό σκότος αὐτοί πού ζοῦν μέσα εἰς τήν κακίαν καί τήν ἀπιστίαν. Ἀπευθυνόμενος πρός πιστούς, ἔλεγεν· «Ἡ νύκτα ἐπροχώρησεν, ἡ δέ ἡμέρα ἐπλησίασεν», καθ̉ ὅσον πρόκειται νά ἀπολαύσουν ἐκεῖνο τό φῶς, καί νύκτα ὀνομάζει τόν παλαιόν βίον· διότι λέγει· «Ἄς ἀποβάλωμεν τά ἔργα τοῦ σκότους» (Ρωμ. 13,12). Βλέπεις πού λέγει δι̉ ἐκείνους ὅτι εἶναι νύκτα; Διά τοῦτο λέγει· «Ἄς συμπεριφερώμεθα σεμνά, ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα» (Ρωμ.13,13) διά νά ἀπολαύσωμεν ἐκεῖνο τό φῶς. Διότι, ἐάν αὐτό τό φῶς εἶναι τόσον ὡραῖον, σκέψου πόσον ὡραῖον θά εἶναι ἐκεῖνο· ὅσον δηλαδή ἀνώτερον εἶναι τό φῶς τοῦ ἡλίου ἀπό τό τοῦ λύχνου, τόσον καί πολύ περισσότερον ἐκεῖνο εἶναι ἀνώτερον ἀπό αὐτό. Καί διά νά δηλώσῃ αὐτό, ἔλεγεν ὅτι «ὁ ἥλιος θά σκοτισθῇ» (Ματθ. 24,29), δηλαδή ἐξ αἰτίας ἐκείνης τῆς ἀφθόνου λαμπρότητός του οὔτε ὁ ἥλιος θά φανῇ. Ἐάν δέ τώρα δαπανῶμεν ἀμέτρητα χρήματα διά νά ἔχωμεν φωτεινάς καί εὐαέρους οἰκίας κτίζοντες αὐτάς καί ταλαιπωρούμενοι, σκέψου πῶς πρέπει νά μεταχειριζώμεθα τά σώματα διά νά οἰκοδομήσωμεν λαμπράς οἰκίας εἰς τούς οὐρανούς, ὅπου ὑπάρχει τό ἀπερίγραπτον ἐκεῖνο φῶς· διότι ἐδῶ μέν γίνονται καί μάχαι καί φιλονικίαι διά τά σύνορα καί τούς τοίχους, ἐνῷ ἐκεῖ δέν ὑπάρχει τίποτε τό παρόμοιον, οὔτε φθόνος οὔτε κακολογία, καί κανείς δέν θά φιλονικήσῃ μαζί μας διά σύνορα κτημάτων. Καί αὐτήν μέν τήν οἰκίαν εἴμεθα ἀναγκασμένοι νά τήν ἐγκαταλείψωμεν ὁπωσδήποτε ἐνῷ ἐκείνη θά παραμείνῃ διαρκῶς· καί αὐτή μέν κατ̉ ἀνάγκην καταστρέφεται ἀπό τόν χρόνον καί ὑφίσταται μυρίας ζημίας, ἐνῷ ἐκείνη μένει αἰωνίως ἄφθαρτος· καί αὐτήν μέν δέν ἠμπορεῖ πτωχός νά τήν οἰκοδομήσῃ, ἐνῷ ἐκείνην μπορεῖ νά τήν οἰκοδομήσῃ καί μέ δύο ὀβολούς, ὅπως ἀκριβῶς ἡ χήρα. Διά τοῦτο λυποῦμε ὑπερβολικά, διότι ἄν καί εὑρίσκονται ἔμπροσθέν μας τόσα ἀγαθά, ραθυμοῦμεν καί ἀδιαφοροῦμεν, καί πράττομεν μέν τά πάντα διά νά ἔχωμεν ἐδῶ λαμπράς οἰκίας, ἀδιαφορῶμεν ὅμως καί δέν φροντίζομεν νά ἀποκτήσωμεν εἰς τούς οὐρανούς ἔστω καί μικρόν κατάλυμα.

Εἰπέ μου λοιπόν, πού θά ἤθελες νά ἔχῃς οἰκίαν ἐδῶ; ἆρά γε εἰς τήν ἐρημίαν ἤ εἰς μίαν ἀπό τάς μικράς πόλεις; Ἐγώ τουλάχιστον δέν τό νομίζω, ἀλλά θά ἤθελες νά ἔχῃς εἰς τάς βασιλικωτάτας καί μεγάλας πόλεις, ὅπου ὑπάρχει περισσότερον ἐμπόριον καί μεγαλυτέρα πολυτέλεια. Ἀλλ̉ ἐγώ σέ ὁδηγῶ εἰς μίαν τέτοιαν πόλιν, τῆς ὁποίας τεχνίτης καί δημιουργός εἶναι ὁ Θεός. Ἐκεῖ σέ παρακαλῶ νά κτίζῃς καί νά οἰκοδομῇς μέ ὀλιγώτερα χρήματα καί ὀλιγώτερον κόπον. Ἐκείνην τήν οἰκίαν τήν οἰκοδομοῦν τά χέρια τῶν πτωχῶν καί αὐτό πρό πάντων εἶναι οἰκοδομή· διότι αὐτά πού γίνονται τώρα εἶναι δείγματα τῆς πιό φοβερᾶς παραφροσύνης. Καθ̉ ὅσον ἐάν κάποιος σέ ὡδήγει εἰς τήν περσικήν γῆν διά νά ἰδῇς τά ἐκεῖ καί νά ἐπανέλθῃς καί εἰς τήν συνέχειαν σέ διέτασσε νά κτίσῃς οἰκίαν, ἆρά γε δέν θά ἀπέδιδες εἰς αὐτόν τήν πιό χειροτέραν ἀνοησίαν, μέ τό νά σέ διατάσσῃ νά κάμνῃς ἀσκόπους δαπάνας; Πῶς λοιπόν κάμνῃς τό ἴδιο πρᾶγμα εἰς τήν γῆν, τήν ὀποίαν μετά ἀπό ὀλίγον θά ἐγκαταλείψῃς;

Ἀλλά, λέγει, θά τήν ἀφήσω εἰς τά παιδιά μου. Ὅμως καί ἐκεῖνα μετά ἀπό ὀλίγον ἀπό σένα θά τήν ἐγκαταλείψουν, πολλές φορές δέ καί πρίν ἀπό σένα, καί ὁμοίως καί οἱ μετά ἀπό ἐκείνους. Καί αὐτό τό πρᾶγμα γίνεται εἰς σέ αἰτία ἀπογοητεύσεως, ὅταν δέν ἰδῇς τούς κληρονόμους σου νά κατέχουν αὐτά. Ἐκεῖ ὅμως τίποτε παρόμοιον δέν εἶναι δυνατόν νά φοβηθῇς, ἀλλά μένει σταθερά αὐτό πού ἀπέκτησες καί εἰς ἐσένα καί εἰς τά παιδιά σου καί εἰς τά ἐγγόνια σου, ἄν ἐπιδείξουν τήν ἰδίαν ἀρετήν. Τήν οἰκοδόμησιν ἐκείνης τῆς οἰκίας τήν κάμνει ὁ Χριστός· ἐάν οἰκοδομῇς ἐκείνην δέν εἶναι ἀνάγκη νά ὁρίζῃς ἐπιστάτας, οὔτε νά φροντίζῃς, οὔτε νά μεριμνᾷς· διότι ὅταν ὁ Θεός ἀναλάβῃ τό ἔργον τί χρειάζεται ἡ φροντίς; Ἐκεῖνος τά συγκεντρώνει ὅλα καί κτίζει τήν οἰκίαν. Καί δέν εἶναι αὐτό μόνον τό ἀξιοθαύμαστον, ἀλλ̉ ὅτι αὐτός ἔτσι οἰκοδομεῖ αὐτήν, ὅπως ἀρέσει εἰς ἐσένα, ἀλλά καί περισσότερον ἀπό αὐτό πού σοῦ ἀρέσει καί ἀπό αὐτό πού θέλεις· διότι εἶναι τεχνίτης ἄριστος καί φροντίζει πάρα πολύ διά τά συμφέροντά σου. Καί ἄν εἶσαι πτωχός καί θελήσῃς νά οἰκοδομήσῃς αὐτήν τήν οἰκίαν κανείς δέν θά σέ φθονήσῃ οὔτε καί θά σέ κακολογήσῃ· διότι κανείς δέν τήν βλέπει αὐτήν ἀπό ἐκείνους πού φθονοῦν, ἀλλ̉ οἱ ἄγγελοι πού γνωρίζουν νά χαίρωνται μέ τά ἰδικά σου ἀγαθά. Κανείς δέν θά ἠμπορέσῃ νά ἐξουσιάσῃ αὐτήν, διότι κανείς δέν κατοικεῖ πλησίον της ἀπό αὐτούς πού πάσχουν ἀπό παρόμοια νοσήματα. Γείτονας ἐκεῖ ἔχεις τούς ἁγίους, τούς περί τόν Παῦλον καί Πέτρον, ὅλους τούς προφήτας, τούς μάρτυρας, τό πλῆθος τῶν ἄγγελων καί τῶν ἀρχαγγέλων.

Διά τοῦτο λοιπόν ὅλα αὐτά τά ὑπάρχοντά μας ἄς τά προσφέρωμεν εἰς τούς πτωχούς , διά νά ἐπιτύχωμεν ἐκείνας τάς σκηνάς, τά ὁποίας μακάρι νά ἐπιτύχωμεν ὅλοι ἡμεῖς μέ τήν χάριν καί φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου καί μετά τοῦ ὁποίου ἀνήκει εἰς τόν Πατέρα δόξα συγχρόνως καί εἰς τό ἅγιον Πνεῦμα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

6.

 Ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός (Ἰωαν. θ΄1-35)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ τυφλὸς πρὶν τὴν συνάντησή του μὲ τὸν Χριστὸ δὲν εἶχε δεῖ ποτέ. Παντοῦ σκοτάδι· ἔπρεπε νὰ μαντεύει ἐξερευνώντας μὲ τὴν ἁφή τὰ πράγματα, νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν φαντασία του. Δὲν εἶχε καθαρὴ εἰκόνα τῶν πραγμάτων.

Τότε συνάντησε τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Καὶ ποιὸ ἦταν τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἡ ματιά Του· τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνεται ἄνθρωπος, γεμάτο προσοχή, συμπονετικὴ ἀγάπη νὰ στέκει ἐπάνω σ’ ἐκεῖνον μοναχά, ξέχωρα ἀπὸ τὸ πλῆθος. Ἦρθε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Ζωντανό Θεὸ καὶ ἀντιμετώπισε τὸ θαῦμα ποὺ τόσο πολὺ μᾶς ἐκπλήσσει: Ὄτι ὁ θεὸς μπορεῖ νὰ ἐπικεντώσει τὴν προσοχή Του στὸν καθένα μας – ὅπως ὁ Καλός Ποιμὴν στὸ χαμένο πρόβατο – καὶ δὲν βλέπει τὸ πλῆθος ἀλλὰ τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ πρόσωπο.

Μετὰ ἀπὸ ὅ,τι ἔγινε, πιθανὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐρεύνησε τὰ πάντα γύρω του, καὶ ὅ,τι γνώριζε μόνο ἀπὸ περιγραφὲς, ἀπὸ φῆμες, ἔγινε πραγματικότητα – «τώρα βλέπω».

Συμβαίνει καὶ τώρα· μπορεῖ νὰ συμβεῖ στὸν καθένα μας. Ὅπως ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς, ζοῦμε κι ἐμεῖς τὸν περισσότερο χρόνο ἀπὸ τὴ ζωή μας ἀπὸ ἐλεημοσύνη, καθόμαστε σὰν ζητιάνοι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου τείνοντας ἕνα χέρι, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάποιος θὰ τὸ προσέξει, ἄν ὄχι ἐμᾶς, τουλάχιστον τὸ χέρι μας, καὶ νὰ μᾶς δώσει κάτι γιὰ νὰ μᾶς κρατήσει ἔστω γιὰ λίγες ὧρες. Μιὰ τέτοια στήριξη παίρνουμε μέσα ἀπὸ ἕνα φιλικὸ βλέμμα ποὺ ἀκουμπᾶ ἐπάνω μας, ἕνα λόγο ποὺ μᾶς ἀπευθύνουν, μιὰ καλωσύνη ποὺ μᾶς γίνεται. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ μᾶς ἀφήνουν νὰ παραμένουμε στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου τυφλοὶ καὶ ἱκετεύοντας γιὰ βοήθεια.

Ὅταν περνοῦσε ὁ Χριστὸς κάποιος ἄλλος τυφλὸς, ὁ Βαρτίμαιος, δὲν περίμενε τὸν Λυτρωτὴ νὰ ἔρθει σ’ ἐκεῖνον καὶ νὰ τὸν ρωτήσει ἄν ἤθελε νὰ σωθεῖ, ἄν ἤθελε νὰ δεῖ. Μόλις ἔνοιωσε ὅτι κάτι παράξενο γινόταν μέσα στὸ θορυβώδες πλῆθος, καὶ ὅταν σὲ ἀπάντηση τῆς ἐρώτησης του τοῦ εἶπαν ποιὸς περνοῦσε, ἄρχισε νὰ κραυγάζει γιὰ βοήθεια. Ἀλήθεια, οἱ ἄνθρωποι προσπάθησαν νὰ τὸν σταματήσουν· μιὰ μικρή ἀμφιβολία θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ εἶχε τρυπώσει μέσα του, ἄξιζε τὸν κόπο νὰ φωνάζει καλώντας σὲ βοήθεια, θὰ τὸν ἄκουγε ὁ Κύριος, θὰ ἀνταποκρινόταν σὲ μιὰ ἀσήμαντη ἀνάγκη, ὅπως ἦταν ἡ δική του; Συνέχισε νὰ κραυγάζει γιὰ βοήθεια, ἐπειδὴ ὁ πόνος του ἦταν τόσο μεγάλος, ἦταν τόσο ἀπελπισμένος. Ἦταν ἕτοιμος νὰ σπρώξει τοὺς ἀνθρώπους, νὰ παλέψει γιὰ ν’ ἀνοίξει δρόμο ἀνάμεσα στὸ πλῆθος προκειμένου νὰ φθάσει τὸν Θεὸ γιὰ νὰ τὸν ἀκούσει.

Ἄν μοναχὰ συνειδητοποιούσαμε πόσο τυφλοὶ εἴμαστε! Ἄν μόνο μπορούσαμε νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ γνώση μας γιὰ τὴ ζωή, ὄχι μόνον γιὰ τὴν αἰώνια, θεϊκὴ ζωή, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐπίγεια, ἐξαρτᾶται ἐντελῶς ἀπὸ διαδόσεις, ὅτι ἡ ζωή ποὺ μᾶς περιβάλλει εἶναι ἀμυδρὴ καὶ στοιχειωμένη καὶ ἐπειδὴ εἴμαστε τυφλοί, ἤ (ὅπως ὁ ἄλλος τυφλὸς τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ δὲν θεραπεύτηκε ἀμέσως ἀπὸ τὸν Χριστό) βλέπουμε πράγματα μέσα σὲ ὁμίχλη. Ἄν μόνον μπορούσαμε νὰ θυμηθοῦμε τὶ μᾶς λέει ὁ Λυτρωτὴς γιὰ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν δόξα τῆς ἐπίγειας συνάμα καὶ τῆς ἐπουράνιας ζωῆς, καὶ νὰ μὴν εἴμαστε ἱκανοποιημένοι μὲ τὴν τυφλότητα μας, μὲ πόση θὲρμη θὰ προσπαθούσαμε νὰ κρατήσουμε κοντὰ μας τὸν Χριστὸ, ὥστε νὰ μᾶς διαπερνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα Του, καὶ νὰ μᾶς μιλοῦσε μὲ τὸν κυρίαρχο, θεραπευτικό, ζωοδότη λόγο Του. Τότε πράγματι ἴσως νὰ δοῦμε τὴν ἐκπληκτικὴ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου Του, τὴν ἀπύθμενη ὀμορφιὰ τοῦ θεϊκοῦ βλέμματος ποὺ ἀκουμπᾶ ἐπάνω μας μὲ ἔλεος, συμπόνοια, καὶ τρυφερότητα.

Χρησιμοποιοῦμε τὰ μάτια μας τόσο ἁπλά, ἀλλὰ βλέπουμε λίγα καὶ αὐτὰ εἶναι ἐπιφανειακά. Ἄς ἀναζητήσουμε τὸ ὅραμα ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι μόνο δικό μας, ὅταν οἱ καρδιὲς μας θὰ ἔχουν γίνει φωτεινὲς καὶ ἁγνές. «Εὐλογημένοι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιὰ, ἐπειδὴ αὐτοὶ θὰ δοῦν τὸν Θεό»· καὶ μέσα στὴν λαμπρότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἴσως νὰ δοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, εἴτε λουσμένοι στὸ φῶς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν λάμψη τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἤ, διαφορετικὰ, πληγωμένοι, σκοτεινοί, περιμένοντας ὄχι ἁπλὰ ἐλεημοσὺνη, ἀλλὰ νὰ παραδόσουμε ὅλη μας τὴ ζωὴ στὴν ἀγάπη, ἔτσι ποὺ νὰ ἔβλεπε ὅτι θὰ μποροῦσε ἤδη ἀπὸ τὼρα ν’ ἀποκαλυφθεῖ στὴ γῆ ἡ Οὐράνια Βασιλεία. Ἀμήν.

7.

Ὁμιλία εἰς τόν ἐκ γενετῆς τυφλόν.

Ἀστέριος (Ἐπίσκοπος Ἀμασείας)

 Μόλις ἠκούσαμε τόν υἱό τῆς βροντῆς, τόν Ἰωάννη, ἤ μᾶλλον τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού ἀπό ἁλιέα καί χειροτέχνη τόν ἔκαμε συγγραφέα καί κήρυκα θείων ὄντως καί ὑψηλῶν ὑποθέσεων, νά μᾶς ἐκθέτει τό θαῦμα τῆς σωματικῆς καί πνευματικῆς ἀναβλέψεως τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Στό προηγούμενο κεφάλαιο ἀνέλυσε τήν πολλή καί ἐκτεταμένη διάλεξη τοῦ Κυρίου μέ τήν ὁποία καθοδηγοῦσε τόν ἀπειθῆ καί δύστροπο ἑβραϊκό λαό στή θεογνωσία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, ἀπομακρύνοντας τό νοῦ τους ἀπό τήν ἔννοια τῆς μοναρχίας τους. Τούς ἄνοιγε τήν πόρτα γιά νά περάσουν ἀπό τή νομική παράδοση στή χάρη, ὁδηγώντας τους ὁμαλῶς ἀπό τήν Παλαιά στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως κάποτε ἀπό τήν ἔρημο πρός τήν πλούσια καί εὔφορη γῆ. Ἀλλά ἄν καί ἐφανέρωνε ποικιλοτρόπως καί τή δική του προΰπαρξη, ὅτι δηλαδή ὑπάρχει προαιωνίως καί εὑρίσκεται πάντοτε σέ συνάφεια μέ τόν Πατέρα, καί ἐφώναζε μέ σαφήνεια στά ὦτα τῶν κωφῶν: πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι ἐγώ εἰμί, ἐκεῖνοι δέν ἀντελήφθησαν τή δύναμη τοῦ λόγου, οὔτε ἐκεῖνο πού δέν παραδέχτηκαν τό ἤλεγξαν μέ κάποια ἐπιστημονική ἀντίρρηση. Ἀλλά ἀντί τῶν λόγων ἔπιασαν τούς λίθους, καί ἐνῶ βρίσκονταν ἀκόμη μακριά ἀπό τόν Σταυρό, γύμναζαν τά φονικά τους χέρια γιά τή δολοφονία. Ἐκεῖνος ὅμως πού πάντοτε προέκρινε τή μακροθυμία μπροστά στόν ὑβριστή καί βλάσφημο λαό, ἀπέφυγε τήν ὀργή καί τήν ὀχλαγωγία τους. Ἀπέδρασε, ὄχι ὅμως μέ τρόπο ταπεινό, ἀλλά θεϊκό. Στάθηκε μεταξύ τους τόσο κοντά ὥστε νά τόν φτάνουν μέ τά χέρια τους, ἀλλά δέν τόν ἔβλεπαν, καί ἐνῶ ἄγγιζε τούς ἐξοργισμένους, δέν φαινόταν. Εἶχαν μείνει τότε ἐμβρόντητοι, φονεύοντας μέ τήν προαίρεση, χωρίς ὅμως νά βρίσκουν τρόπο νά ἐκτονώσουν τήν ὀργή τους. Ὅμοιοι μέ τούς ἄπειρους κυνηγούς οἱ ὁποῖοι, ἄν φοβίσουν καί διώξουν τό κυνήγι παράκαιρα, καί τό ἐλάφι βρεῖ διέξοδο σέ κάποιο δάσος καί διαφύγει κρυφά, περιπλανῶνται χωρίς λόγο στήν κοιλάδα περιφέροντας τά δίχτυα ἀσκόπως, τραβώντας μαζί τους καί τά σκυλιά ματαίως.

Ἐγώ δέ, ἄν καί κατά τά ἄλλα εἶμαι ἀχρεῖος, δέν λησμόνησα πώς εἶμαι δοῦλος, καί ὀφείλω νά ἐξεγερθῶ κατά τῶν ὑβριστῶν, ὑποστηρίζοντας τόν Δεσπότη μου. Γι’ αὐτό καί θά φωνάξω στούς ἑβραίους, σάν νά εἶναι σήμερα παρόντες καί νά ἔχουν καταληφθεῖ ἀπό μανία: λιθοβολεῖτε, ἐλεεινοί, τόν Εὐεργέτη; Καί ποιός σᾶς ξεδίψασε κάποτε ἀπό μία πέτρα; Πετᾶτε λίθους σ’ αὐτόν ποὺ νομοθέτησε τή ζωή σας μέ τίς λίθινες πλάκες; Στόν λίθο τόν ἐκλεκτό καί πολύτιμο ποὺ προεφήτευσε ὁ Ἠσαΐας; Στόν λίθο τόν νοητό ποὺ ἀπεσχίσθη ἀπό τόν ἀπότομο βράχο χωρίς ἀνθρώπινο χέρι, ὅπως ὁ θεσπέσιος Δανιήλ σᾶς δίδαξε; Λιθοβολεῖτε τόν λίθον τόν ἀκρογωνιαῖον, πού συνένωσε τούς δύο τοίχους, τῆς Καινῆς καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης; Καί ἄν ἐσεῖς δέν πιστέψετε, δυνατός ὁ Θεός ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα Ἀβραάμ, δηλαδή νά συνάξει στόν Χριστό λαόν περιούσιον, τούς ἀπερίτμητους ἐθνικούς. Αὐτή τήν ἐπαγγελία ἐδέχθη καί ὁ Ἀβραάμ, ὅταν ὁ Θεός τοῦ εἶπε, ὅτι εὐλογηθήσονται ἐν σοὶ πάντα τά ἔθνη. Διότι βλέποντας ὁ Θεός μέ τήν ἀπόρρητο πρόγνωσή του τό μέλλον, χάρισε στόν ἀρχηγό τῆς πίστεως ὡς τέκνα ὅλους ἐκείνους πού ἐπρόκειτο στό μέλλον νά πιστέψουν. Ἐπειδή προέβλεπε τήν ἐπανάσταση τῶν ἑβραίων, ἀλλά καί τούς λίθους ἔβλεπε, πού θά σήκωναν ἐναντίον του τά ψευδώνυμα τέκνα του, τά εἶχε συμπεριλάβει στούς ἀποκηρυγμένους. Καί ἐπειδή, κηρύττοντάς τους τήν ἀλήθεια, δέν τούς ἔβλεπε νά εὐσεβοῦν, ἐνῶ ἦταν παρών, ἐκρύβη καί καθώς τόν ἔβλεπαν, ἐξηφανίσθη, ὥστε μέ αὐτή τή θαυματουργία του νά τούς κάνει νά συγκατατεθοῦν, ὅτι πράγματι ἦταν ὁ Χριστός καί Θεός ἀπό τόν Ἀβραάμ παλαιότερος.

Ἀκοῦστε λοιπόν, λέγω, τυφλοί ἀληθῶς καί ἀνόητοι. Ποιός εἶναι αὐτός ποὺ βρίσκεται ἐμπρός σας χωρίς νά φαίνεται; Μήπως εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ὁμιλοῦσε στόν Μωυσῆ χωρίς νά φαίνεται; Γιατί καί τότε φαινόταν φωτιά καί βάτος, ἄφωνα καί τά δύο. Ἀλλά ὅμως καί φωνή ἀκουγόταν, καί λόγια διδακτικά, καί τό μέλλον μέ ἀκρίβεια ἐπροφητεύετο. Ὅποιος διαθέτει νοῦ, πρέπει ἀπό τή συγγένεια τῶν γεγονότων νά ἀναγνωρίσει τό πρόσωπο.

Ἔτσι παραλογίζονταν οἱ ἀνόητοι ἑβραῖοι, καί ὁ Κύριος καί Σωτήρας μας σάν κάποιος ἰατρός σοφός καί ἐπιμελής, ἀφοῦ τό πάθος δέν ὑπεχώρησε μέ τήν πρώτη ἐπέμβαση, μεταχειρίζεται ἄλλον τρόπο Θεραπείας. Θέλει νά θεραπεύσει τούς διανοητικῶς τυφλούς, διά μέσου ἑνός σωματικῶς τυφλοῦ, πού ἔτυχε νά εὑρίσκεται ἐκεῖ. Ὁ ὁποῖος δέν ἐτυφλώθη ἀπό κάποιαν ἀρρώστια, ἀλλά ἀπό λάθος τῆς φύσεως εἶχε ἔλθει ἔτσι στή ζωή.

Βλέποντας λοιπόν αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἐστάθη, ἕτοιμος νά τόν θεραπεύσει μέ τρόπο πού ξεπερνᾶ τήν ἀνθρώπινη λογική καί τέχνη.

Ἐπειδή ἡ ἰατρική καί ἡ θεραπευτική της ἀσχολεῖται μέ τά νοσήματα ἐκεῖνα τά ὁποῖα παρουσιάζονται ὅταν ἤδη ἡ φύσις ἔχει φέρει στό φῶς ἕναν ἄρτιο ὀργανισμό, καί μετά ἀπό κάποιο χρονικό διάστημα, δέν ἀσχολεῖται ὅμως μέ τή θεραπεία μιᾶς σωματικῆς βλάβης ἡ ὁποία ἔχει γεννηθεῖ μαζί μέ τόν ἄνθρωπο, ἀλλά οὔτε ὅλα τά νοσήματα πού συμβαίνουν ἀργότερα μπορεῖ νά θεραπεύσει, καί τό μαρτυροῦν αὐτό οἱ ἀκρωτηριασμένοι ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων οὐδείς ἰατρός ἐπανώρθωσε τή στέρηση τῶν μελῶν, γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί οἱ μαθηταί, συμπονώντας γιά τό πάθημα, προσπαθοῦσαν νά ἀνακαλύψουν τήν αἰτία τῆς κακώσεως αὐτῆς. Ἐρώτησαν λοιπόν τόν Κύριο μέ ἁπλότητα, γιά νά μάθουν ἐάν ἀπό δική του ἁμαρτία ἤ ἀπό εὐθύνη τῶν γονέων του ἦλθε ἔτσι στή ζωή. Καί τά δύο ὅμως σκέλη τῆς ἐρωτήσεως ἔχουν κάτι τό ἐπιλήψιμο. Διότι δέν θά κατεκρίνετο ἐξαιτίας τῶν γονέων του, ἀφοῦ ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ ἄλλον ἀντ’ ἄλλου. Οὔτε βέβαια πλήρωνε γιά δικά του ἁμαρτήματα, ἀφοῦ ἐγεννήθη τυφλός. Ἐπειδή κανείς δέν ἁμαρτάνει πρίν ἀπό τή γέννηση. Ἡ ἐρώτησις λοιπόν δέν ἦταν τόσο ἐπιτυχής.

Νά δοῦμε ὅμως πῶς ἀπεκρίθη ἡ Ἀλήθεια, ὁ Κύριός μας, στήν ἐρώτηση. Αὐτό τό πάθος, μαθηταί μου, λέγει, δέν προῆλθε ἀπό ἁμαρτίες, ἀλλά ἀποτελεῖ ἑτοιμασία μελλοντικῆς οἰκονομίας, ὥστε αὐτός πού θεωρεῖται κοινός ἄνθρωπος νά ἐνεργήσει ὑπεράνθρωπα, καί ὁ Κτίστης τῶν ὅλων, μετά τήν πρώτη νά εὕρη ἀφορμή γιά νέα δημιουργία. Ἔτσι ἀπό τό μερικό νά ἐπιβεβαιώσει τό γενικό, καί ὁ σκληρός καί δύστροπος λαός νά πεισθεῖ νά Τόν προσκυνᾶ ἀντί νά Τόν πετροβολᾶ.

Ἄς φωτισθοῦν λοιπόν οἱ ὀφθαλμοί πού δέν βλέπουν, γιά νά λάμψει στίς ψυχές τῶν ἀσύνετων ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Ἄς γίνει αὐτό τό παράδοξο, νά πλασθοῦν ὀφθαλμοί, γιά νά μάθουν οἱ ἐπαναστάτες ὅτι ὁ λεγόμενος υἱός τοῦ Ἰωσήφ, ἐάν πράγματι εἶχε πατέρα τόν ξυλουργό, θά ἠμποροῦσε μέν νά διορθώσει ἕνα σπασμένο σκαμνί ἤ νά κολλήσει τά ξύλα πού ἔχασαν τήν ἐπαφή τους ἤ νά στερεώσει κάποια σπασμένη δοκό. Ἀλλά δέν θά ἠμποροῦσε νά φτιάξει ἕνα μέλος ἀνθρώπου, καί μάλιστα τόν ὀφθαλμό, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖται ἀπό τή φύση μέ τόν πιό πολύπλοκο, ἄλλος ἀπό αὐτόν πού ἔχει ἐξαρχῆς τήν ἐξουσία ἐπάνω στή φύση. Καί ἄν κάποιος θελήσει νά ἐρευνήσει μέ προσοχή τά ἀνθρώπινα μέλη, ἰδιαιτέρως σ’ αὐτό τό μέλος τοῦ σώματος, θά διαπιστώσει τήν παντοδύναμο καί ποικίλη σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε τή μικρή περιοχή πού καταλαμβάνει αὐτό τό μέλος, ἐπιδεικνύοντας τόσο μεγάλη τέχνη.

Ἀξιοθαύμαστο κτίσμα λοιπόν ὁ ὀφθαλμός, καί τώρα, σ’ αὐτό τό θαῦμα ἐχτίσθησαν αὐτοσχέδιοι ὀφθαλμοί, ὥστε νά ἀπομακρύνουμε ἐμεῖς τίς μικροπρεπεῖς ἔννοιες πού μᾶς προξενεῖ ἡ σάρκα τοῦ Μονογενοῦς, ἀποβάλλοντας ἀπό τήν ψυχή μέ τή μεγαλειώδη αὐτή ἐνέργεια, κάθε ταπεινή καί γήινη ὑπόληψη περί αὐτοῦ. Καί νά μάθουμε ὅτι τό μακάριον φῶς καί τό κάλλος τῆς θεότητος τό δέχθηκε ἕνα πήλινο σκεῦος, διακονώντας ὅπως ὁ λύχνος διακονεῖ τό φῶς. Πραγματοποιεῖ δέ μέ τά ἴδια Του τά χέρια τή θεραπεία ὁ Κύριος, καί δέν χρησιμοποιεῖ τόν λόγο μόνο γιά νά ἐνεργήσει, αὐτός πού μέ πρόσταγμα μόνον ἐδημιούργησε ὅλον τόν κόσμο, καί μέ δύο μικρές λέξεις ἐθεράπευσε τόν παράλυτο. Ἀλλά καί μέ τό στόμα καί μέ τά χέρια καί μέ πολλή φροντίδα θεραπεύει τήν τυφλότητα, ὥστε ἀπό τίς ἐνέργειές Του, νά προξενήσει στούς ἀπίστους τή βεβαῖα πίστη. Ἔπτυσε στό ἔδαφος καί μέ τόν τρόπον αὐτό ἔφτιαξε λάσπη, χρησιμοποιώντας καί τή γῆ γιά τή θεραπεία, ὥστε νά δείξει πῶς μέ ἐκεῖνο τό χῶμα, ἀπό τό ὁποῖο εἶχε πλασθεῖ ἀρχικῶς ὁλόκληρο τό σῶμα, δημιουργεῖται αὐτή τή στιγμή καί τό μέρος αὐτό πού τοῦ λείπει. Τό ἀναμιγνύει δέ μέ σίελο καί κολλᾶ ἔτσι τούς διάχυτους κόκκους, ὥστε νά ἔχουν συνοχή, γιά νά μᾶς δείξει φανερά ὅτι μέ τή δύναμη τοῦ στόματός του Λόγος κατόρθωσε τά πάντα. Ἐπειδή, τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν, καί τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν. Ἀλλά καί γιά ἕναν ἄλλο λόγο θεραπεύει μέ πτύσμα: γιά νά συνεφέρει πρός κατάνυξη καί φόβο αὐτούς πού λίγο ἀργότερα, πρόκειται νά τόν ὑβρίζουν πτύοντάς Τον. Καί ὅμως, δέν ἐμείωσε τό θράσος τῶν μαινομένων, ἀλλά ὑπέμεινε ἐμπτυσμούς πολλούς, ἐκεῖνος πού τά κατόρθωσε ὅλα αὐτά μέ τό πτύσμα.

Μέ τήν πρώτη αὐτή λοιπόν ἐνέργεια φανερώνει τή δημιουργική Του δύναμη. Καί προστάζοντας τόν τυφλό νά πλυθεῖ στοῦ Σιλωάμ τήν κολυμβήθρα, μᾶς δεικνύει τήν διά τοῦ ὕδατος σωτηρία, τήν ὁποίαν ἐχάρισε ὁ ἀπεσταλμένος Σιλωάμ (Σιλωάμ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος). Διότι τότε βλέπουμε ἀληθῶς, ὅταν ἐξέλθουμε ἀπό τό μυστικό ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος. Τότε μᾶς λαμπρύνει τό φῶς τῆς χάριτος, ὅταν ἡ δύναμις αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ἀποπλύνει τήν ἀκαθαρσία καί τίς κηλίδες τῶν ἁμαρτιῶν. Καί ὅλοι ὅσοι μέ τήν ἐντολή τοῦ Σιλωάμ λουζόμεθα, βλέπουμε τό πνευματικό φῶς, τό φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον. Ὤ τοῦ θαύματος καί τῆς μεγάλης εὐεργεσίας! Ἔφυγε ἀπό τήν κολυμβήθρα ὁ πρό ὀλίγου τυφλός, στολισμένος στό πρόσωπο μέ τήν προσθήκη τῶν ὀφθαλμῶν, καί βλέποντας καθαρά τίς ἡλιακές ἀκτίνες.

Μέ ἔκπληξη εἶδαν οἱ γείτονες καί οἱ γνωστοί τό γεγονός. Ἐθορυβήθησαν ἀπό τόν πρωτοφανῆ τρόπο τῆς θεραπείας -περιεφέρετο στήν πόλη ὁ ἄνθρωπος βλέποντας, γιά νά βλέπεται ἀπό ὅλους τό πρωτάκουστο καί παράδοξον ἔργον Ἐκείνου πού ἐγεννήθη στή Βηθλεέμ, τοῦ μικροῦ βρέφους τό ὁποῖο στήν φάτνη ἐτυλίχθη μέ σπάργανα. Ἐπειδή αὐτά εἶναι πού ἔκαναν τούς ἰουδαίους νά ἀπιστοῦν στήν θεότητα.

Ὦ, σεῖς, λοιπόν, ἀνόητοι καί παχυκάρδιοι, βάλτε στό νοῦ σας ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῶν αἰώνων. Ἀρχίστε ἀπό αὐτόν, καί ἐρευνήσετε ὅλους τοὺς μεταγενεστέρους. Βρίσκετε νά ἔγινε σέ κάποιον ἄλλον αὐτό ποὺ συνέβη τώρα; Ὑπάρχει στόν κόσμο παράδειγμα παρομοίας θεραπείας; Ἀλλά σεῖς ἐπιμένετε νά διασύρετε τόν Κύριό μου, καί τόν ἀποκαλεῖτε τέκνο τοῦ ξυλουργοῦ —οὐχ οὗτός ἐστι ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; — τοῦ ὁποίου γνωρίζετε τούς ἀδελφούς καί τήν κατοικία. Ἀπαριθμῆστε ὅλα τά ταπεινά, φιλονικῆστε, ὑποτιμῆστε Τον ὅσο θέλετε. Ἄν ὅμως τίποτε παρόμοιο δέν ἔγινε ποτέ ἀπό ἄνθρωπο, οὔτε ὁ κόσμος ἐγνώρισε ἄλλο περιστατικό, τότε ἀνοῖξτε τά μάτια σας, καί ἀντικρύσετε τήν ἀλήθεια, κατακρίνοντας τήν ἄγνοιά σας. Νιφθῆτε καί σεῖς στόν Σιλωάμ γιά νά μήν ἀποθάνετε τυφλοί.

Ἀλλά, ἀπό ὅ,τι φαίνεται, καθόλου δέν συνῆλθαν. Οὔτε μέ τά λόγια ἠθέλησαν νά μάθουν, οὔτε ἡ πρᾶξις τούς ἐδίδαξε, οὔτε τά θαύματα τούς προξένησαν σεβασμό. Ἀντιθέτως, ἀπό τήν ὑπερήφανον ἀχαριστία τους, ἐπιχειροῦσαν μέ μύριους τρόπους ὅλα νά τά ἐξαφανίσουν καί νά τά διασύρουν. Ἀλλά ἡ κακουργία ἀντεστρέφετο κατά τοῦ ἑαυτοῦ τους, διότι ὅσον ἀπιστοῦσαν, καί μέ τίς ἐρωτήσεις τούς προσπαθοῦσαν νά ἀνατρέψουν τά γεγονότα, τόσο περισσότερον ἐβεβαιώνετο ἡ ἀλήθεια. Ἔπαθαν ὅ,τι καί τά θηρία ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐπληγώθησαν ἀπό κάποιον, ἀλλά ἐπειδή δέν ἔχει εἰσχωρήσει βαθειά στά σπλάχνα τους τό μαχαίρι, ὁρμοῦν ἐξαγριωμένα στόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, ἀποτελειώνοντας μόνα τους τή σφαγή.

Τήν ἐριστικότητά τους τήν ἔδειξαν κατ’ ἀρχήν, ψάχνοντας ἐάν τούς ἐπαρουσιάσθη ὁ ἴδιος ὁ τυφλός, ἤ ἄλλος ἀντί γιά ἐκεῖνον. Γι’ αὐτό σαφῶς τούς διαβεβαίωνε ὁ ἄνθρωπος, ἀναγγέλλοντάς τους καί τή διαδικασία τῆς θεραπείας, ὅτι δηλαδή τό φάρμακο τῆς τυφλώσεως ἦταν ὁ πηλός, μέ τόν ὁποῖο τόν ἔχρισε ὁ Ἰησοῦς. Καί ὅταν ἐξέπλυνε τόν πηλό στήν κολυμβήθρα, εὑρῆκε τό φῶς του. Αὐτά περιεργάζοντο οἱ γείτονες καί τά ἔμαθαν. Τά ἀναζητοῦσαν καί οἱ Φαρισαῖοι καί δέν ἐπείθοντο.

Δεύτερο τέχνασμα μέ τό ὁποῖο ἀπεπειράθησαν νά διαστρεβλώσουν τό γεγονός, ἦταν ἡ προσπάθειά τους νά ἀποδείξουν ὅτι δέν ἦταν ὁ Χριστός ἐκεῖνος πού τόν ἐθεράπευσε. Ἐπειδή δέ ὁ ἄνθρωπος ἀνεκήρυττε τόν Σωτῆρα, καί μέ τήν ὁμολογία τοῦ κηρύγματος ἀνταπέδιδε τήν χάρη διαφημίζοντας τόν εὐεργέτη, ἐκεῖνοι τοῦ ἔκλειναν τό στόμα, καί μέ τό μυαλό ζαλισμένο, ἐπειδή δέν εἶχαν τί νά κάνουν, ἐπανέρχονται πάλι στήν ἴδια συζήτηση. Περιεργάζονται ἐάν ἦταν τυφλός ἐκ γενετῆς, ἀναζητοῦν τούς γονεῖς τοῦ ἀνθρώπου, καί ἐξετάζουν τό κάθε τι μέ ἀκρίβεια, ὄχι γιά νά βεβαιώσουν τό γεγονός, ἀλλά γιά νά εὕρουν κάποιαν ἀφορμή νά διαψεύσουν τό θαῦμα, καί κατασκευάζοντας κάποια ψεύτικη σκευωρία, νά ἀνατρέψουν τήν ὁρμητικότητα τοῦ πλήθους πού ἐπίστευσε.

Τί ὑπερβολή κακίας! Νά πολεμοῦν τήν ἀλήθεια καί νά διασύρουν, ἀντί νά προσκυνοῦν τόν εὐεργέτη. Ἀντί νά θαυμάζουν τή δύναμή του, προσπαθοῦν νά παρουσιάσουν σάν ἀσήμαντα τά γεγονότα. Πεισθεῖτε καί ἀπό τούς γονεῖς, Φαρισαῖοι, γιά τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐγεννήθη μαζί μέ τήν τύφλωση. Τρέξτε πάλι στόν τυφλό καί δεύτερη καί τρίτη φορά, γιά νά σᾶς ἀποκαλύψει ἐκεῖνος τήν κακία καί τήν ἐπιβουλή πού κρύβουν αὐτά τά ἐπιχειρήματα. Ἀλλά σεῖς, ὅταν δοκιμάσετε τήν πρώτη ἀπογοήτευση, προχωρεῖτε στή δεύτερη. Ὅταν δοκιμάσετε τή δεύτερη, στήν τρίτη, καί οὕτω καθεξῆς. Ἀκολουθεῖτε τήν πορεία τῆς κακούργας ἀλεπούς. Εἶστε ἀπό παντοῦ περικυκλωμένοι μέ τά δίχτυα τῆς ἀλήθειας. Ἀδυνατεῖτε νά ἀρνηθεῖτε τό θαῦμα, δέν ὑπάρχει ἄλλη διέξοδος. Παρ’ ὅλα αὐτά, δέν ἀμελεῖτε μέ κάθε τρόπο νά περιπλέκετε τό πρᾶγμα, ὑφαίνοντας ἱστόν ἀράχνης μέ ὅλη σας τήν τέχνη. Ἀνίσχυρος ὅμως καί ἀνώφελος εἶναι ἡ ἐπιβουλή σας. Προγονική ἡ ἀρρώστια σας. Ἀπίστων πατέρων ὅμοια τέκνα. Ἔτσι ἀντιμετώπιζαν κι ἐκεῖνοι τά θαύματα τῆς Αἰγύπτου. Ἐσώζοντο ἀπό πολέμους παραδόξως καί ἀνελπίστως, καί ἀπιστοῦσαν σ’ αὐτόν πού ἐχάριζε τή σωτηρία. Ἐτρέφοντο μέ τροφές πού ὑπερέβαιναν τή φύση, καί ἦσαν πιό ἀχάριστοι κι ἀπό αὐτούς πού λιμοκτονοῦν. Ὑπεδέχοντο τό μάνα πού τούς ἀπεστέλλετο ἀπό τόν οὐρανό, καί ποθοῦσαν τή δυσωδία τῶν σκόρδων καί τῶν κρεμμυδιῶν τῆς Αἰγύπτου. Μέ στήλη νεφέλης ἐσκεπάζοντο τήν ἡμέρα γιά νά μήν ταλαιπωροῦνται ἀπό τό καῦμα τοῦ ἥλιου, καί μέ στήλη φωτεινή ἐφωτίζοντο τή νύχτα, ἀπολαμβάνοντας ἄλλον, νέο φωστῆρα, ἐκτός ἀπό τή σελήνη. Καί σάν νά μήν εἶχαν εὐεργετηθεῖ μέ καμμιὰ θεϊκή ἐνέργεια, ὅταν ὁ Μωΰσης εἶχε ἀνεβεῖ στό ὄρος γιά νά τοῦ δοθεῖ ὁ νόμος, καί καθυστεροῦσε νά ἐπιστρέψει, αὐτοί ζητοῦσαν καί εὕρισκαν νέους καί ἀνυπάρκτους θεούς. Εἶστε ὄντως κληρονόμοι τῆς ἀχαριστίας τους. Καί τό νόμο δέν ἀγαπήσατε, καί τήν χάρη μισεῖτε. Σᾶς χρειάζεται ράβδος φτιαγμένη ὄχι ἀπό καρυδιά, γιά ἐπιστασία, ἀλλά ἀπό σίδηρο.

Βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο, πού ἄν καί τόν εἶδε τό φῶς, αὐτός εὑρίσκεται στό σκοτάδι. Σέ μιὰ στιγμή τόν βλέπετε νά θεραπεύετε καί νά ἀναβλέπει, ὄχι μέ συνδυασμό διαφόρων φαρμάκων, οὔτε μέ χρήση χειρουργικῶν ἐργαλείων, ἀλλά μόνο μέ λάσπη, κι αὐτή ἀπό πτύσμα. Καί πῶς δέν θαμβώνεσθε, δέν ἐκπλήττεσθε, δέν πίπτετε στή γῆ νά προσκυνήσετε αὐτόν ποὺ ἀπό τή γῆ ἔπλασε τούς ὀφθαλμούς, σεβόμενοι τή Θεϊκή ἐνέργεια; Ἀντιθέτως, σεῖς κινδυνεύετε νά διαρραγεῖτε ἀπό τόν φθόνο, καί ζηλεύετε τόν Θεό σάν ἀντίζηλο, σάν δημιουργοί τόν Δημιουργό, σάν κοινό ἄνθρωπο τόν Θεάνθρωπο. Καί διαβάζετε μέν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τά βιβλία, ὅσα ἐγράφησαν ἐκεῖ γιά νά οἰκονομήσουν τόν λαό, καί ὅσα διδάσκουν περί τῶν βασιλέων καί τῆς ἱστορίας τους, πείθεσθε δέ καί παραδέχεσθε ὅσα γράφουν γιά τόν καθένα. Ὅτι τόν Μωυσῆ λίγο ἔλειψε νά τόν ἐκλάβουν ὡς Θεό, καί τόν Ἐλισαῖο τόν ὑπερεθαύμαζαν, καί τόν διδάσκαλό του τόν Ἠλία πολύ τόν ἐξυμνοῦσαν. Καί ὅλους τοὺς ἁγίους κάθε γενεᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τις ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, καί πραγματοποίησαν τά μεγάλα καί πασίγνωστα, τούς τιμᾶτε σάν ἀγγέλους. Σέ τίποτα δέν ἀμφισβητεῖτε τούς ἀρχαίους, οὔτε ἀπιστεῖτε στίς διηγήσεις τῶν πατέρων σας, μολονότι οἱ ἄνθρωποι ἐκ φύσεως δίδουν λιγότερη πίστη στήν ἀκοή.

Αὐτό ὅμως πού συνέβη στίς ἡμέρες σας μέ τούς ὀφθαλμούς ἐκείνου, καί τό εἴδατε μέ τούς ὀφθαλμούς τούς ἰδικούς σας, ἠμπορεῖτε δέ καί μέ τά δάχτυλα νά τό ψηλαφήσετε, καί νά ἀκούσετε μέ ἀκρίβεια τήν ἐξιστόρησή του, αὐτό μέ τόσην ἀπιστία καί ἀχαριστία κακοτρόπως τό ἐπιβουλεύεσθε, καταπατῶντας τίς προφητεῖες, και προσπαθῶντας νά διαψεύσετε τήν ἐκπλήρωσή τους. Ἀφοῦ ὅσα βλέπουμε τώρα νά πραγματοποιοῦνται, εἶχε προφθάσει ὁ Ἠσαΐας νά μᾶς τά διδάξει λέγοντας: «Ἰδού ὁ Θεός ἡμῶν κρίσιν (δικαιοσύνη) ἀνταποδίδωσι, καί ἀνταποδώσει, αὐτός ἥξει καί σώσει ἡμᾶς. Τότε ἀνοιγήσονται ὀφθαλμοί τυφλῶν, καί ὦτα κωφῶν ἀκούσονται, τότε ἁλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, τρανή δέ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων» (δηλαδή, τότε θά πηδᾶ ὡς ἔλαφος ὁ κουτσός, καί τρανή θά γίνει ἡ γλῶσσα τῶν κωφαλάλων). Αὐτά δέν εἶναι λόγια τοῦ Πέτρου καί τοῦ Ἰωάννου, οὔτε κάποιου ἀπό τά πρόσωπα πού ὑποπτεύεσθε, ὥστε νά ἀπιστήσετε στήν ἀλήθεια, ὑποθέτοντας ὅτι χαρίζονται στόν Κύριο, καί κάνουν διαφήμιση. Εἶναι λόγια τῆς ἰδικῆς σας προφητείας, ἐάν βέβαια ἀναγνωρίζετε τούς Προφῆτες σας, καί μάλιστα τόν μεγαλύτερο ἀπό τούς Προφῆτες καί διδασκάλους τοῦ Νόμου.

Τῷ δέ Θεῷ δόξα, κράτος, τιμή νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.

8.

Ἡ Κυριακὴ τοῦ τυφλοῦ

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στὸ τέλος τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώσματος, ὑπάρχουν λέξεις ποὺ τὶς προσπερνᾶμε πολὺ συχνά. Ὁ τυφλός λέει στὸν Χριστό, «Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ;» κι ὁ Χριστὸς ἀπαντᾶ «Τὸν ἔχεις δεῖ, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μιλάει μαζὶ σου».

Γιὰ μᾶς, οἱ πρῶτες αὐτὲς λέξεις εἶναι τόσο φυσικές· τὸ πρῶτο γεγονὸς στὴν ζωή μας, τὸ πρῶτο γεγονὸς σὲ μιὰ συνάντηση εἶναι ὅταν δοῦμε ἕνα πρόσωπο, ἀλλά τὶ θαῦμα ἦταν γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ξαναδεῖ τίποτα στὸν κόσμο καὶ ὁ ὁποῖος μὲ τὸ ἄγγιγμα τοῦ ζωοδότη Χριστοῦ, ξαφνικὰ βλέπει! Κι τὸ πρῶτο πρόσωπο ποὺ εἶδε ἦταν ὁ Κύριος καὶ Θεός Του, ὁ Χριστὸς, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ.

Θυμᾶμαι ἕναν Ρουμάνο συγγραφέα νὰ λέει στὴν βιογραφία του, πόσο καθοριστική, πόσο βαθειὰ ἐντύπωση τοῦ ἔκανε τὸ πρόσωπο τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ποὺ θυμᾶται. Θυμᾶται τὸν ἑαυτό του σὰν παιδί, καὶ ἐπάνω του τὸ ἀνείπωτα ὄμορφο πρόσωπο τοῦ πατέρα του ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερέας, νὰ τὸν κοιτάζει, μὲ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη ἀγάπη, μ’ ὅλη τὴν τρυφερότητα, ὅλο τὸ βάθος μιᾶς ἀνθρώπινης ματιᾶς. Καὶ λέει ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη εἰκόνα του, ἡ εἰκόνα ποὺ ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο μπορεῖ νὰ ἔχει ὅταν φωτίζεται ἀπὸ μιὰν ἐσωτερικὴ ἀγάπη, μιὰ κατανόηση, ἕνα βάθος καὶ τὴν αἰωνιότητα, μιὰ εἰκόνα Θεοῦ. Ἐδῶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶδε τὸν Θεὸ μὲ τὰ χαρακτηριστικά Ἐκείνου ποὺ ἦταν Θεὸς καὶ ποὺ εἶχε γίνει Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου.

Θὰ ἤθελα νὰ ἑστιάσω τὴν προσοχή σας σὲ κάτι διαφορετικό. Σὲ μιὰ ἄλλη περίπτωση ποὺ διαβάζουμε στὴν ἱστορία τοῦ παραλυτικοῦ ποὺ θεραπεύτηκε ἀπὸ τὸν Χριστό· καὶ ἡ Ἐκκλησία, ψάλλοντας ὕμνους στὸν Θεὸ γι αὐτή τὴν περίπτωση λέει, «Καθὼς αὐτὸς ὁ ἄνδρας δὲν βρῆκε κανέναν νὰ δείξει ἔλεος, συμπόνια, ἐνδιαφέρον, ὁ Υἱὸς τῆς Μαρίας, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἔσκυψε νὰ τὸν συναντήσει στὴν ἀνάγκη του» Ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν βρῆκε ἄλλον ἄνθρωπο νὰ τοῦ δείξει εὐσπλαχνία, νὰ δείξει συμπόνια, νὰ τὸν νοιαστεῖ, ὁ Θεὸς ἦλθε σ’ αὐτόν. Τώρα ζοῦμε σ’ ἄλλη ἐποχή, ζοῦμε σὲ καιροὺς ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει πράγματι γίνει ἄνθρωπος καὶ ζεῖ ἀνάμεσα μας, κι ἀκόμα περισσότερο: μᾶς ἔκανε ζωντανὰ μέλη τοῦ σώματος Του, μιὰ σαρκωμένη, συγκεκριμένη παρουσία τῆς Ἐνσάρκωσης Του, ναοὺς τοῦ Πνεύματος, τόπο τῆς Παρουσίας Του. Τώρα κάθε ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται σὲ ἀνάγκη μπορεῖ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ βρεῖ στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς κάποιον ποὺ κινεῖται ἀπὸ συμπόνια, ποὺ ἔχει μάθει τὸ ἔλεος καὶ κατάλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ τὴν ἴδια στιγμή, ταυτόχρονα, καθὼς μᾶς συναντᾶ, θὰ μποροῦσε νὰ δεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὰ μάτια μας, καὶ νὰ ἀντιληφθεῖ, τὴν ἐνεργή, ἐφευρετική, δημιουργικὴ ἐνέργεια τῆς θεϊκῆς εὐεργεσίας στὰ λόγια μας καὶ τὶς πράξεις μας.

Ἀπὸ τότε ποὺ ἦρθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, ἦλθε καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὁ καιρός· ἀλλὰ ὄχι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀποκόπηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ χωρίστηκε ἀπὸ Αὐτόν, ἔγινε ξένος γι’ Αὐτόν, ἀλλὰ μία ὑπέροχη περίοδος ὅπου στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνακαλύψει τὸν Χριστό, ποὺ πίστεψαν σ’ Αὐτόν, ποὺ ἔγιναν ἕνα μὲ Ἐκεῖνον – ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους ἔχει ἐμπιστευθεῖ τὴν φροντίδα τοῦ κόσμου Του – οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ δεχτοῦν μαζὶ τὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη εὐσπλαχνία καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀνθρώπινη συμπόνια, τὴν ἀγάπη, τὴν χαρά.

Δὲν εἶναι αὐτὸ ἕνα σπουδαῖο κάλεσμα, δὲν εἶναι κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς κάνει ἱκανούς γιὰ μεγάλα πράγματα; Ὁ χρόνος τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ χρόνος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας, ὄχι μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν μυστηριακὴ σαρκωμένη παρουσία ποὺ ὁ καθένας μας συμβολίζει, ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν σάρκα, στὴν ἀνθρώπινη συμπόνια, στὴν ἀνθρώπινη ἀγάπη, κι αὐτό εἶναι μιὰ σοβαρὴ ἀξίωση καὶ μιὰ πρόκληση ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς παρουσιάζει. Ἔχουμε γιὰ τὸν πλησίον μας καὶ γιὰ ὅσους βρίσκονται πιὸ μακριὰ, αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀνθρωπιᾶς; Νέα ἀνθρωπιά, νέα πλάσματα, νέοι ἄνθρωποι μὲ μιὰ φρεσκάδα μιᾶς ζωῆς ἀνακαινισμένης, τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ καλούμαστε να γίνουμε.

Ἄς προβληματιστοῦμε πάνω σ’ αὐτό, ἄς πάρουμε μιὰ ἀπόφαση, ἄς κάνουμε μιὰ κίνηση κι ἄς γίνουμε μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀγάπη νὰ λάμπει στὰ μάτια μας, ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια ποὺ θὰ ποῦμε, ἀλλὰ ἐπίσης σὲ κάθε ἐνέργεια καὶ πράξη, τότε ὁ ἀνθρώπινος χρόνος θὰ γίνει ἡ ἡμέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου. Ἀμήν

Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!