«Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου πνεῦμα ἀργίας… μή μοι δῷς».

Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ θεωρεῖ ὡς πρῶτο ἐχθρὸ τῆς σωτηρίας του τὴν ἀργία,γι’ αὐτὸ ζητᾶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν λυτρώσει πρὶν ἀπὸ κάθε τι ἄλλο ἀπὸ αὐτήν.

Ἡ ἀργία εἶναι καθολικὸ κακό,ἕνας πνευματικὸς λήθαργος.

«Πολλὴν κακίαν ἐδίδαξεν ἡ ἀργία»,λέει ὁ σοφὸς Σειρὰχ (33, 28).

Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποφαίνεται:«Ἡ ἀργία κακουργίας ἀρχή».

Ἡ ἀργία (ἐκ τοῦ ἀ+ἐργὸς) ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ὀκνηρίας,τῆς ἀνορεξίας γιὰ κάθε ἔργο

καὶ κάθε δραστηριότητα,σωματικὴ καὶ πνευματική.

Ἡ ἀργία εἶναι μιὰ κατάσταση τεμπελιᾶς,ἀθυμίας, ραθυμίας καὶ ἀδιαφορίας,ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ὁλοκληρωτικὴ παθητικότητα καὶ μᾶς καταδικάζει στὴν ἀκινησία καὶ τὴν ἀνικανότητα γιὰ ὁποιαδήποτε ἀλλαγή.

«Ἐν ἐπιθυμίαις ἐστὶ πᾶς ἀεργὸς» λέει ἀποφθεγματικὰ ὁ σοφὸς Παροιμιαστής (13, 4).

Ἡ σκέψη τοῦ ἀργόσχολου δὲν ἔχει καμία σοβαρὴ ἐνασχόληση,γι’ αὐτὸ διαρκῶς

περιπλανᾶται σὲ ρυπαροὺς λογισμοὺς καὶ ἄτοπες ἐπιθυμίες.

ʽἩ ἀργία στερεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἱκανοποίηση τῆς δημιουργίας,

ἐνῷ ἀντίθετα, ὅσοι ἐργάζονται ἔχουν τὸ προνόμιο νὰ ἀπολαμβάνουν τοὺς ἀγαθοὺς καρποὺς τῶν ἔργων τους.

ʽὍταν δὲν χρησιμοποιοῦμε τὶς δυνάμεις μὲ τὶς ὁποῖες μᾶς προίκισε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ἐκτελοῦμε ἔργα ἀγαθά,μοιάζουμε μὲ τὸν δοῦλο τῆς παραβολῆς ποὺ ἔκρυψε τὸ τάλαντο στὴ γῆ.

Τὸ ἀχρηστεύουμε, ὅπως ἀχρηστεύει τὰ πόδια του ὁ ἄνθρωποςποὺ δὲν βαδίζει γιὰ ἀρκετὸ καιρό,καὶ στὸ τέλος τὸ χάνουμε.Ὅσο ὅμως χρησιμοποιοῦμε τὶς ἱκανότητές μας, τόσο αὐξάνονται καὶ ἐξελίσσονται.

«Ἡ ἀργία γίνεται διδάσκαλος τῆς κακίας,διότι τὸ νὰ μὴν κάνεις τὸ ἀγαθὸ ἰσοῦται μὲ τὸ νὰ κάνεις τὸ κακό.

Ἡ ἀργία κάνει τὴν ψυχὴ ἀμελέστερη καὶ ἀσθενέστερη, καὶ συγχρόνως βλάπτει τὸ σῶμα.

Ὅλα τὰ καταστρέφει ἡ ἀργία•ὅπως τὸ νερὸ ποὺ μένει στάσιμο μουχλιάζει, ὅπως τὸν σίδηρο ποὺ μένει ἀχρησιμοποίητος τὸν κατατρώει ἡ σκουριά, καὶ ὅπως τὸ χωράφι ποὺ μένει ἀκαλλιέργητο παράγει ἀγκάθια καὶ τριβόλια»,σχολιάζει ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος.

Ἡ παρατεταμένη ἀργία εἶναι ἕνας ἀδιάλειπτος καθημερινὸς θάνατος,ἕνα ἄδειασμα, μιὰ πτώχευση,μιὰ κακομοιριά.

Ὁδηγεῖ στὴ μοναξιὰ καὶ τὴν ἀπομόνωση ἀπὸ τὸ περιβάλλον μας,ὥστε νὰ μὴ βλέπουμε

πόσο ἄχρηστοι καταντήσαμε.

Καὶ φυσικά,ἐκεῖ στὴν ἀπομόνωση νιώθουμε ὅτι δὲν μᾶς ἀγαπᾶ κανείς,δὲν μᾶς σκέπτεται κανείς,δὲν ἐνδιαφέρεται κανείς,δὲν μᾶς ὑπολογίζει κανείς.

ʼΑρχιμ. Βαρνάβα Γιάγκου

Τεῦχος 324, Ἀπρίλιος 2020

Ἀφιέρωμα: «Ἡ πτώση καὶ ἡ Ἀνάσταση»

Πειραϊκή Εκκλησία