1.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σήμερα, τὴν ἡμέρα τῶν Βαΐων στεκόμαστε μὲ δέος καὶ θαυμασμὸ μπροστὰ σ’ αὐτὸ ποὺ συνέβη, στὸ πῶς οἱ Ἰουδαῖοι δὲν μπόρεσαν νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό, γιατί τὸν συνάντησαν μὲ τὴν φαντασία ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἕνας ἔνδοξος βασιλιὰς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀναλάβει τὴν ἐξουσία τώρα μὲ κάθε ἰσχύ, νὰ ἐπικρατήσει καὶ νὰ καταρρίψει τοὺς ἀλλόθρησκους, τοὺς Ρωμαίους ποὺ εἶχαν κατακτήσει τὴν χώρα τους, καὶ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπανιδρύσει ἕνα Βασίλειο, ἕνα ἐπὶ γῆς βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ. Ξέρουμε ὅτι Ἐκεῖνος δὲν ἦρθε γι’ αὐτό, ἦρθε γιὰ νὰ ἱδρύσει ἕνα Βασίλειο ποὺ δὲν θὰ ἔχει τέλος, ἕνα βασίλειο αἰώνιο, ἕνα Βασίλειο ποὺ δὲν θὰ εἶναι ἀνοιχτὸ σ’ ἕνα ἔθνος, ἀλλὰ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, ἕνα βασίλειο ποὺ θὰ βασιζόταν στὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Μ. Ἑβδομάδα εἶναι ἀπ’ τὴν ἀρχὴ ὥς τὸ τέλος μία περίοδος τρομερῆς σύγχυσης. Οἱ Ἰουδαῖοι συναντοῦν τὸν Χριστὸ στὶς πύλες τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐπειδὴ περιμένουν ἀπὸ Ἐκεῖνον ἕναν θριαμβευτὴ στρατιωτικὸ ἡγέτη, ἀλλὰ Ἐκεῖνος θὰ ἔρθει γιὰ νὰ πλύνει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Του, νὰ δώσει τὴν ζωή Του γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ὄχι γιὰ νὰ κατακτήσει μὲ βία καὶ δύναμη. Κι αὐτοί, οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ποὺ Τὸν πλησίαζαν φωνάζοντας « Ὡσαννά, Υἱὲ Δαυὶδ» σὲ λίγες μέρες θὰ φωνάξουν «Σταυρωθήτω, σταυρωθήτω» ἐπειδὴ πρόδωσε τὶς προσδοκίες τους. Αὐτοὶ προσδοκοῦσαν ἕναν ἐπίγειο νικητὴ καὶ αὐτὸς ποὺ βλέπουν εἶναι ἕνας νικημένος βασιλιάς. Τὸν μισοῦν γιὰ τὴν ματαίωση ὅλων τῶν ἐλπίδων τους.

Αὐτὸ δὲν εἶναι τόσο ξένο γιὰ μᾶς στὶς μέρες μας. Πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπομακρύνονται μὲ ἔχθρα ἀπὸ τὸν Χριστὸ γιατί τοὺς ἀπογοήτευσε στὴν μία ἢ στὴν ἄλλη ἐλπίδα τους. Θυμᾶμαι μία γυναίκα ποὺ ἦταν πιστὴ ὅλη τὴν ζωή της, καὶ ὅταν ὁ ἐγγονὸς της πέθανε- ἕνα μικρὸ ἀγόρι- μοῦ εἶπε: «Δὲν πιστεύω πιὰ στὸν Θεὸ· πῶς μπόρεσε νὰ μοῦ πάρει τὸν ἐγγονό μου;». Κι ἐγὼ τῆς εἶπα: «Ἄλλα πιστεύατε, ἐνῶ πέθαιναν χιλιάδες, μυριάδες ἄνθρωποι…» Μὲ κοίταξε καὶ μοῦ εἶπε: «Μὰ γιατί ἔγινε αὐτὸ σὲ μένα; Δὲν μ’ ἐνδιαφέρει, αὐτὰ δὲν ἦταν παιδιά μου».

Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ συμβαίνει καὶ σὲ μᾶς σὲ μικρότερο βαθμὸ τόσο συχνὰ ποὺ ἀμφιταλαντευόμαστε στὴν πίστη μας, στὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό, ὅταν κάτι ποὺ περιμένουμε ἀπὸ Ἐκεῖνον νὰ κάνει γιά μᾶς, δὲν γίνεται, ὅταν Ἐκεῖνος δὲν γίνεται ὁ Ὑπάκουος ὑπηρέτης μας, κι ὅταν προβάλλουμε τὴν ἐπιθυμία μας, Ἐκεῖνος δὲν λέει «Ἀμὴν» καὶ δὲν τὴν πραγματοποιεῖ. Ἄρα δὲν εἴμαστε τόσο ξένοι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συνάντησαν τὸν Χριστὸ στὶς πύλες τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ μετὰ στράφηκαν μακριά Του.

Καὶ τώρα, μπαίνουμε στὴν Μ. Ἑβδομάδα. Πῶς ἀντικρίζουμε αὐτὰ τὰ γεγονότα; Νομίζω πὼς ὀφείλουμε νὰ μποῦμε στὴν Μ. Ἑβδομάδα ὄχι σὰν θεατές, ὄχι ἁπλὰ διαβάζοντας τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει νὰ μποῦμε σὰν νὰ εἴμαστε μέτοχοι τῶν γεγονότων, ἀλήθεια, διαβάζουμε γι’ αὐτά, ἀλλὰ θάπρεπε νὰ μπερδευτοῦμε μὲ τὸ πλῆθος ποὺ περιβάλλει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας: «ποῦ βρίσκομαι μέσα σ΄αὐτὸ τὸ πλῆθος; Εἶμαι ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ λένε: «Ὡσαννά, Υἱὲ Δαυίδ»; Εἶμαι μήπως ἀπ’ τοὺς περιθωριακοὺς ποὺ κραυγάζουν «Σταύρωσον αὐτόν»; Εἶμαι κάποιος ἀπ’ τοὺς μαθητὲς ποὺ πίστευαν μέχρι τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἔσχατος κίνδυνος φάνηκε νὰ ἔρχεται; Θυμάστε ὅτι στὸν κῆπο τῆς Γεσθημανῆ τρεῖς ἀπὸ τοὺς μαθητὲς εἶχαν ἐπιλεγεῖ γιὰ νὰ Τοῦ συμπαρασταθοῦν στὶς ὧρες τῆς ὑπέρτατης ἀγωνίας Του, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαναν, ἦταν κουρασμένοι, εἶχαν χάσει τὸ θάρρος τους κι ἀποκοιμήθηκαν. Τρεῖς φορὲς ἦρθε σ’ αὐτούς, τρεῖς φορὲς ἦταν μακρυά Του.

Δὲν συναντᾶμε τὸν Χριστὸ κάτω ἀπ’ τὶς ἴδιες συνθῆκες, ἀλλὰ συναντᾶμε τόσους ἀνθρώπους ποὺ εἶναι σὲ ἀγωνία, ὄχι μόνο γιατί πεθαίνουν σωματικά, …κι αὐτὸ συμβαίνει σὲ φίλους, σὲ συγγενεῖς, σὲ ἀνθρώπους γύρω μας ποὺ ἀγωνιοῦν μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο. Εἴμαστε ζωντανοί, γεμάτοι ἐνδιαφέρον γι’ αὐτούς, ἕτοιμοι νὰ τοὺς βοηθήσουμε, στεκόμαστε δίπλα τους, ἢ ἀποκοιμιόμαστε, ποὺ σημαίνει ἀποσυρόμαστε, γυρνᾶμε τὴν πλάτη, τοὺς ἀφήνουμε σὲ ἀγωνία, στὸν φόβο, στὴν ἀθλιότητά τους; Καὶ δὲν θὰ μιλήσω γιὰ τὸν Ἰούδα, γιατί κανένας μας δὲν ἔχει πρόθεση νὰ προδώσει τὸν Χριστὸ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἀλλὰ δὲν τὸν προδίδουμε ὅταν ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὶς ἐντολές Του; Ὅταν λέει: «Σᾶς δίνω παράδειγμα, ν’ ἀκολουθήσετε..» κι ἐμεῖς κουνᾶμε τὰ κεφάλια μας καὶ λέμε: «Ὄχι θέλω μόνο ν’ ἀκολουθήσω τὶς ἐπιθυμίες τῆς καρδιᾶς μου.» Ἂς σκεφτοῦμε τὸν Πέτρο, τὸν δυνατότερο, ἐκεῖνον ποὺ μποροῦσε νὰ μιλᾶ ἐκ μέρους τῶν ὑπολοίπων, ὅταν ἔφθασε νὰ ριψοκινδυνεύσει τὴ ζωή του, ἢ μᾶλλον ὄχι τὴν ζωή του, ἁπλὰ ν’ ἀπορριφθεῖ, γιατί κανεὶς δὲν θέλησε νὰ τὸν σκοτώσει, ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ τρεῖς φορές.

Ἐμεῖς τί κάνουμε, ὅταν ἔχουμε τέτοια πρόκληση, ὅταν κινδυνεύουμε νὰ μᾶς κοροϊδέψουν, νὰ γελοιοποιθοῦμε, νὰ μᾶς ἀπομονώσουν φίλοι καὶ γνωστοὶ ποὺ σηκώνουν τοὺς ὤμους καὶ λένε: «Ἄ, Χριστιανός; Καὶ πιστεύεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, πιστεύεις στὸ Εὐαγγέλιό Του, πιστεύεις ὅτι θὰ εἶναι στὸ πλάι σου; Πόσο συχνά…! Ὤ, ἂς μὴν ποῦμε: «Δὲν εἶμαι…» ἀλλὰ ἂς ποῦμε: «Ναί, εἶναι δόξα μου, κι ἂν θέλεις νὰ Τὸν σταυρώσεις, ἂν θέλεις νὰ Τὸν ἀπορρίψεις, ἀπόρριψε κι ἐμένα ἐπίσης ἐπειδὴ ἐπιλέγω νὰ σταθῶ στὸ πλευρό Του, εἶμαι μαθητὴς Του ἀκόμα κι ἂν μὲ ἀπορρίψουν, ἀκόμα καὶ ἂν δὲν μοῦ ἐπιτρέψεις νὰ μπῶ στὸ σπίτι σου ξανά».

Ἂς σκεφτοῦμε τὸ πλῆθος στὸν Γολγοθά. Ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἦταν ὄργανα στὴν καταδίκη Του, Τὸν περιγέλασαν, εἶχαν πάρει τὴν νίκη τους, τουλάχιστον ἔτσι νόμιζαν. Ἀκόμα ὑπῆρχαν οἱ στρατιῶτες, οἱ στρατιῶτες ποὺ Τὸν Σταύρωσαν· εἶχαν σταυρώσει ἀμέτρητους ἀκόμα ἀνθρώπους, ἔκαναν τὴν δουλειά τους. Δὲν τοὺς ἔνοιαζε ποιὸν σταύρωναν. Κι ὁ Χριστὸς προσευχόταν γι’ αὐτούς: «Συγχώρησε τοὺς Πατέρα, δὲν ξέρουν τί κάνουν…» Δὲν σταυρωνόμαστε μὲν μὲ φυσικὸ τρόπο, ἀλλὰ λέμε: «Συγχώρησε Πατέρα μου, ὅλους αὐτοὺς ποὺ μᾶς προσβάλλουν, μᾶς ἀπορρίπτουν, ποὺ σκοτώνουν τὴν χαρὰ καὶ σκοτεινιάζουν τὶς ζωές μας..» Τὸ κάνουμε; Ὄχι δὲν τὸ κάνουμε. Ἀναγνωρίζουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας σ’ αὐτοὺς τοὺς σταυρωτές;

Καὶ ἔπειτα ὑπῆρχε ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ποὺ κατέκλυσαν τὴν πόλη γιὰ νὰ δοῦν ἕναν ἄνθρωπο νὰ πεθαίνει, μὲ μία τρελλὴ περιέργεια, ποὺ πιέζει τόσους ἀπὸ μᾶς νὰ γινόμαστε περίεργοι, γιὰ ὅσους ὑποφέρουν, γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀγωνιοῦν. Θὰ πεῖτε, δὲν συμβαίνει; Ρωτῆστε τὸν ἑαυτό σας, πῶς βλέπετε τηλεόραση, πόσο παθιασμένα βλέπετε τὰ ὅσα τρομερὰ συμβαίνουν στὴν Σομαλία, στὸ Σουδάν, στὴν Βοσνία καὶ ὅποια ἄλλη χώρα. Τὰ βλέπετε μὲ ραγισμένη καρδιά; Εἶναι ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ ὑπομείνετε τὸν τρόμο, ἀλλὰ στρέφεστε στὸν Θεὸ μὲ προσευχή, καὶ δίνετε, δίνετε γενναιόδωρα ὅ,τι μπορεῖτε γιὰ νὰ περιοριστεῖ ἡ πείνα καὶ ἡ μιζέρια; Ἔτσι εἶναι; Ὄχι, εἴμαστε οἱ ἴδιοι ποὺ πῆγαν στὸν Γολγοθὰ γιὰ νὰ δοῦν κάποιον νὰ πεθαίνει. Περιέργεια, ἐνδιαφέρον; Ναί, ἀλίμονο.

Ὑπῆρχαν ἀκόμα κι ἐκεῖνοι ποὺ ἦλθαν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι Ἐκεῖνος θὰ πεθάνει· ἐπειδὴ, ὅταν Ἐκεῖνος πεθάνει στὸν Σταυρό, ἐκεῖνοι θὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τρομερὸ μήνυμα ποὺ Ἐκεῖνος φέρνει·  ὅτι ὀφείλουμε νὰ ἀγαπᾶμε τὸν ἄλλο, ἔτσι ποὺ νά εἴμαστε ἕτοιμοι καὶ νὰ πεθάνουμε γι’ αὐτόν. Αὐτὸ τὸ μήνυμα τῆς σταυρωμένης, θυσιαστικῆς ἀγάπης, θὰ μποροῦσε νὰ καταργηθεῖ διαπαντός, καὶ γιὰ ὅλους. Κι ἂν Ἐκεῖνος ποὺ τὸ κηρύττει, πεθάνει, θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἕνας ψευδοπροφήτης, ἕνας ψεύτης.  

Κι ἀκόμα, ὑπῆρχαν κι ἐκεῖνοι ποὺ ἦρθαν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ κατέβει ἀπὸ τὸν Σταυρό, κι ὅτι τότε θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πιστοὶ χωρὶς ρίσκο, θὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν «μερίδα» τῶν νικητῶν. Δὲν τοὺς μοιάζουμε τόσο συχνά;

Κι ἔπειτα τὸ σημεῖο ποὺ πολὺ δύσκολα τολμᾶμε ν’ ἀντικρύσουμε τὴν Μητέρα τοῦ θυσιαζόμενου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ, σιωπηλή, προσφέροντας τὸν θάνατό Του γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, σιωπηλά, σβήνοντας μαζί Του, ὥρα τὴν ὥρα, καὶ ὁ μαθητὴς ποὺ γνώριζε μὲ τὸν νεανικὸ τρόπο, πῶς ν’ ἀγαπᾶ τὸν Κύριό του, στεκόμενος μὲ φόβο, κοιτάζοντας τὸν Κύριό του νὰ πεθαίνει καὶ τὴν Μητέρα ν’ ἀγωνιᾶ. Νοιώθουμε ἔτσι ὅταν διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο, νοιώθουμε τὴν ἀγωνία στοὺς ἀνθρώπους γύρω μας;

Ἂς μποῦμε στὴν Μ. Ἑβδομάδα μὲ σκοπὸ ὄχι νὰ εἴμαστε θεατὲς ὅσων συμβαίνουν, ἂς μπερδευτοῦμε μὲ τὸ πλῆθος καὶ σὲ κάθε βῆμα ἂς ρωτᾶμε τὸν ἑαυτό μας: ποιὸς εἶμαι μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλῆθος; Εἶμαι ἡ Μητέρα; Εἶμαι ὁ μαθητής; Εἶμαι ἕνας ἀπὸ τοὺς σταυρωτές; Καὶ θὰ μπορέσουμε νὰ φθάσουμε στὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης μαζὶ μ’ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἦταν πραγματικὰ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάσταση· ὅταν ἡ ἀπελπισία εἶχε φύγει, ἦρθε ἡ νέα ἐλπίδα, ὁ Θεὸς εἶχε νικήσει. Ἀμήν.

2.

Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὄχλος, ὅτι ἤκουσεν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον»

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπὶ τρία συναπτὰ ἔτη δίδαξε καὶ θαυματούργησε στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό.Ἔκανε μεγάλα σημεῖα καὶ θαύματα, ὅπως ἐπίσης ἀποκάλυψε καὶ σπουδαῖες διδασκαλίες.Ἕνας θεολόγος παρατήρησε πὼς κάθε χρόνο ἀνάμεσα στὰ θαύματα καὶ στὴ διδασκαλία του ξεχώριζε ἕνα σημεῖο. Π.χ. Τὸν πρῶτο χρόνο τὸ θαῦμα τοῦ Παραλυτικοῦ, ποὺ ἦταν ἄρρωστος 38 ὁλόκληρα χρόνια. Τὸ δεύτερο χρόνο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Τὸν τρίτο χρόνο καὶ μάλιστα λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, ἢ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Ἐξ αἴτιας τοῦ τελευταίου βλέπουμε πολὺς κόσμος νὰ ὑποδέχεται τὸ Χριστὸ κατὰ τὴν εἴσοδό Του στὰ Ἱεροσόλυμα· «…ἤκουσεν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον» (Ἰωάν. 12,18).

Πῶς εἰσῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα;

Οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς ἀναφέρουν ὅτι μπῆκε καθισμένος πάνω σ’ ἕνα ταπεινὸ ζῶο, δηλ. σ’ ἕνα ὀνάριο. Κάθισε πάνω στὸ ὀνάριο, γιὰ νὰ διαλύσει τὴν εἰκόνα ἑνὸς φανταστικοῦ Μεσσία. Οἱ μαθητὲς κι ὁ κόσμος εἶχαν πλάσει γιὰ τὸν Κύριο μιὰν ἀντίληψη διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Βλέποντας τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, νόμισαν πὼς βρῆκαν τὸν κατάλληλο γιὰ νὰ πολεμήσει τοὺς Ρωμαίους καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὸ Βασίλειο τοῦ Ἰσραὴλ στὴν παλαιά του δόξα. Οἱ προσδοκίες τους ἦταν πὼς ὁ Χριστὸς «αὐτὸς ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραὴλ» (Λουκ. 24,21). Μερικὲς φορὲς ἤθελαν νὰ τὸν ἀνακηρύξουν καὶ ἐπίσημα Βασιλέα (Ἰωάν. 6,15). Ἀπέναντι σ’ ὅλα αὐτὰ ὁ Χριστὸς ἦταν αὐστηρός. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν ψωμὶ ὑλικό, ἐνῶ ὁ Χριστὸς τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὴ βρώση τὴ μένουσα (ὅπ.π. στίχ. 27). Ἤθελαν τὸ Χριστὸ μεγαλοπρεπῆ, ἰσχυρὸ καὶ ἀκατανίκητο, ἐνῶ ὁ Κύριος ἐμφανίζεται στὴν εἴσοδό Του στὰ Ἱεροσόλυμα ταπεινός, πράος καὶ ἡσύχιος. Ἀντὶ γιὰ πολεμοχαρῆ ἡγέτη εἶδαν νὰ εἰσέρχεται ὁ μετριοπαθής. Ὁ Χριστὸς κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας ἔδειξε «ἄκραν μετριοπάθειαν», διδάσκοντας τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴν ὑπερηφανεύονται στοὺς ἐπαίνους καὶ νὰ μὴν ἐπιζητοῦν περισσότερα ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα.

Ἡ ἀντίδραση τοῦ κόσμου

Εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν ἀντέδρασαν ὅλοι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ὁ «πλεῖστος ὄχλος» (Ματθ. 21,8), οἱ «πολλοὶ» (Μάρκ. 11,8), καὶ «ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν» (Λουκ. 19,37), δηλαδὴ ὅλοι, πῆραν κλαδιὰ φοινίκων καὶ ἔστρωσαν ροῦχα γιὰ νὰ περάσει ὁ Χριστός, καὶ ἐπευφημοῦσαν λέγοντας «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ἰωάν. 12,13). Ἀκόμη καὶ μικρὰ παιδιὰ ἐπευφημοῦσαν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ θεωρεῖ μέγιστο θαῦμα, γιατί ὁ ὄχλος καὶ οἱ ἀμαθεῖς, τὰ νήπια καὶ τὰ παιδιά, θεολογοῦσαν καὶ ἀναγνώριζαν τὸ Χριστὸ ὡς θεό. Ἐπευφημοῦσαν τὸ Χριστό, ὅπως οἱ ἄγγελοι τὸν Κύριο. Ἄλλη ὅμως ἦταν ἡ ἀντίδραση τῶν Φαρισσαίων. Μερικοὶ διαμαρτυρόντουσαν καὶ ἀπαιτοῦσαν νὰ σταματήσουν νὰ ἐγκωμιάζουν τὸ Χριστὸ οἱ μαθητὲς του (Λουκ. 19,39). Ἐπίσης, ἄλλοι δυσφόρησαν πάρα πολὺ μὲ τὸ θέαμα (Ἰωάν. 12,19). Ὁ λαὸς ἀντελήφθη τὴν ἀλήθεια καὶ οἱ ἄρχοντες θύμωναν καὶ δυστροποῦσαν.

Ἡ κοσμικὴ ἐξουσία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστός. Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν πρέπει ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ταγοὶ νὰ περιβληθοῦν τὴν κοσμικὴ ἐξουσία, δηλ. νὰ ἐκκοσμικευθοῦν. Μπορεῖ νὰ δρᾶ ἡ Ἐκκλησία μέσα στὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲ δραστηριοποιεῖται κοσμικά. Ἀκόμη καὶ τὰ ἔργα τῆς φιλανθρωπίας ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ Χριστὸ κι ὄχι ἀπὸ βάσεις οὑμανιστικὲς καὶ κοσμικές. Δὲν εἶναι ντυμένη ἡ Ἐκκλησία μας μὲ πορφύρα καὶ βύσσο, ἀλλὰ μὲ τὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Δὲ διεκδικοῦμε θρόνους καὶ ἀξιώματα, ἀλλὰ τὴ ζωντανὴ ἐπαφή μας μὲ τὸ Χριστό. Πορεύεται ἡ Ἐκκλησία τὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀποβλέπει πάντοτε στὸ πρόσωπό Του, γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ μέσα στὸν κόσμο. Στὴν Ἐκκλησία δὲ γίνεται συνδυασμὸς κοσμικῆς ἐξουσίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Σκοπὸς της εἶναι νὰ συνάξει τὰ σκορπισμένα παιδιὰ τοῦ θεοῦ στὴ μάνδρα Του καὶ νὰ δείξει τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας μας. Εὐλογημένος, λοιπόν, ὁ ἐρχόμενος, ποὺ μᾶς ἄνοιξε τέτοιες προοπτικὲς σωτηρίας.

3.

Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος

Μελέτιος Καλαμαρᾶς (Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης)

Κυριακή τῶν Βαΐων σήμερα! Καί ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ σέ χαρά καί σέ εὐφροσύνη: «Χαῖρε καί εὐφραίνου· τέρπου καί ἀγάλλου ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ»! Γιατί; Διότι ἔρχεται στά Ἱεροσόλυμα ὁ Χριστός, ὁ Βασιλιάς τοῦ Νέου Ἰσραήλ, ὁ Ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά ὁλοκληρώσει τό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.

Χθές Τόν εἴδαμε νά ἀνασταίνει τόν Λάζαρο. Μπροστά στά μάτια ἑνός ὁλόκληρου χωριοῦ, ἀνέστησε ἕνα νεκρό, ὁ ὁποῖος ἦταν ἤδη τέσσερες ἡμέρες μέσα στόν τάφο! Καί ἔτσι ἔδωσε μιά ἀκόμη ἀδιαμφισβήτητη μαρτυρία τῆς θεϊκῆς Του ὕπαρξης, πού νικάει καί τόν θάνατο!

Δικαιολογημένα, λοιπόν, ὁ ὄχλος Τόν ὑποδέχεται στά Ἱεροσόλυμα μέ κραυγές καί ἐπευφημίες: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»! «Ὡσαννά» σημαίνει «σῶσε μας!». «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», σημαίνει «δόξα σέ Σένα, πού ἔρχεσαι στό ὄνομα τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ καί Κυρίου μας»!

Μέ ἄλλα λόγια ὁ ὄχλος ὁμολογοῦσε: «Ναί, ξέρουμε πλέον ὅτι Κάποιος Ἄλλος Σέ ἔστειλε! Σέ ἔστειλε ὁ Ἕνας Ἀληθινός Θεός! Ὁ Κύριος τῆς δόξης! Καί στό ὄνομα Αὐτοῦ τοῦ Κυρίου Σύ ἔρχεσαι τώρα νά μᾶς σώσεις! Ἔρχεσαι νά μᾶς ἐλευθερώσεις! Τό εἴδαμε μέ τά μάτια μας, ὅταν χθές ἀνάστησες τόν τετραήμερο Λάζαρο. Σύ μπορεῖς νά μᾶς ἐλευθερώσεις ἀκόμα καί ἀπό τόν μεγαλύτερο ἐχθρό μας, τόν θάνατο! Καί γι’ αὐτό σέ ὑποδεχόμαστε μέ δοξολογίες· μέ χαρά καί ἀγαλλίαση!»: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»!

***

Ἀπό τότε, αὐτή ἡ φράση ἔγινε ἡ πιό μεγάλη δοξολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ πιό λαμπρός ὕμνος, πού δοξάζει τόν Χριστό. Καί γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά τόν ψάλλωμε κάθε πρωί, ὅταν ἀρχίζουμε τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου: «Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»!

Δηλαδή: «Ὁ Χριστός, πού εἶναι Θεός μας καί Κύριός μας, ἦλθε καί φανερώθηκε σέ μᾶς». Ἦλθε καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς. Δέν εἶναι πιά μιά ἄπιαστη ἀόρατη δύναμη! Τόν εἴδαν ἀνθρώπινα μάτια καί τόν ψηλάφησαν ἀνθρώπινα χέρια! Ἀλλά ἐπειδή οἱ σύγχρονοί Του δέν Τόν ἀναγνώρισαν, τόν πέρασαν γιά βλάσφημο θεομπαίχτη πού διαταράσσει τήν βολική ἡσυχία τοῦ κατεστημένου. Καί Τόν ὁδήγησαν στό δικαστήριο, Τόν κατεδίκασαν σέ θάνατο καί Τόν σταύρωσαν! Ἐκεῖνος ὅμως, δείχνοντας γιά μιά ἀκόμη φορά ὅτι εἶναι ὁ Ἀληθινός Θεός καί Κύριος, ἀνέστη ἐκ νεκρῶν! Καί μᾶς ὑποσχέθηκε ὅτι θά εἶναι μαζί μας «ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας»! Δέν θά μᾶς ἐγκαταλείψει ποτέ! Αὐτό βέβαια δέν σημαίνει ὅτι Τοῦ ἀρέσει νά «χώνεται» στήν ζωή μας, χωρίς ἐμεῖς νά Τόν θέλουμε!

Βασική προϋπόθεση γιά νά μπῆ στήν ζωή μας εἶναι: πρῶτοι ἐμεῖς νά Τόν θέλουμε! Ἐμεῖς νά Τόν καλέσουμε! Ἐμεῖς νά Τόν περιμένουμε σάν Σωτήρα καί Ἐλευθερωτή μας! Ἐμεῖς νά εἴμαστε ἕτοιμοι κάθε στιγμή νά Τόν ὑποδεχθοῦμε μέ τήν δοξολογία: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου!»

Ἀλλά γιά νά ζοῦμε πάντοτε μέ αὐτήν τήν ζωοποιό λαχτάρα, γιά νά Τόν περιμένουμε πάντοτε ἕτοιμοι νά φωνάξουμε «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου!», χρειάζεται κάτι πού – ἔστω κι ἄν κάποτε τό ζήσαμε – τώρα δυστυχῶς τό ἔχουμε τελείως ξεχάσει! Χρειάζεται – ὅπως λέει τό δεύτερο ἀπολυτίκιο τῆς σημερινῆς γιορτῆς – νά ἔχουμε μπεῖ κι ἐμεῖς στόν τάφο μαζί Του! Νά ἔχουμε ταφεῖ μαζί Του! Ὄχι στόν φυσικό τάφο, ἀλλά σέ κάποιον ἄλλον τάφο! Σέ ἕνα τάφο, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν Ἁγία Κολυμβήθρα, πού κάποτε μᾶς βούτηξαν μωρά!

«Συνταφέντες σοι διά τοῦ βαπτίσματος, Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, τῆς ἀθανάτου ζωῆς ἠξιώθημεν τῇ Ἀναστάσει Σου, καί ἀνυμνοῦντες κράζομεν· ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»!

Λέει δηλαδή ὁ ὑμνωδός: Κάποτε βαπτισθήκαμε, ὄχι γιά νά κρατήσουμε φωτογραφίες καί βίντεο ἀπό ἕνα χαριτωμένο μωρό, ἀλλά βαπτισθήκαμε, γιά νά θάψουμε μέσα στήν κολυμβήθρα μιά ψευτοζωή χωρίς τόν Χριστό. Νά θάψουμε μιά καρικατούρα ζωῆς, πού δέν διαφέρει καί πολύ ἀπό τῶν ζώων, καί γιά νά ἀναστηθοῦμε σέ Ζωή μαζί μέ τόν Χριστό· μαζί μέ Αὐτόν πού εἶναι ἡ μόνη πηγή τῆς Ἀληθινῆς Ζωῆς· μιᾶς Ζωῆς πού ποτέ δέν ἔχει τέλος! Μόνον ἔτσι μποροῦμε νά εἴμαστε ἀληθινά ζωντανοί γιά πάντα, καί μόνον ἔτσι μποροῦμε σήμερα – καί κάθε στιγμή – νά Τόν καλοῦμε καί νά Τόν καλωσορίζουμε στήν ζωή μας λέγοντας: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»!

4.

Τὰ σύμβολα τῆς νίκης

Κουτσίδης Νίκων (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἦταν παλιά ἔθιμο νά ὑποδέχονται τούς νικητές στρατηλάτες μέ τιμές, κρατώντας στά χέρια τους κλάδους φοινίκων. Γιατί ἡ νίκη τους ἐσήμαινε σωτηρία τοῦ λαοῦ ἀπό ἐξανδραποδισμό καί δουλεία. Μέ τόν ἴδιο τρόπο, σάν νικητή στρατηλάτη, ὑποδέχθηκε ὁ λαός τῶν Ἑβραίων τόν Χριστό. Γιατί ὅμως;

* * *

Λίγες ἡμέρες πρίν, ὁ Χριστός ἀνάστησε τόν Λάζαρο. Τόν ἀνάστησε, ἐνῶ ἦταν τέσσερες ἡμέρες στόν τάφο! Ἔδειξε ἔτσι, ὅτι ἦταν κύριος καί τοῦ θανάτου. Καί ὅτι εἶχε ἐξουσία καί νεκρῶν καί ζώντων. Καί τό μεγάλο θαῦμα μαθεύτηκε. Καί ὅλος ὁ λαός πῆρε στά χέρια του τά βαΐα (=τά φύλλα) τῶν φοινίκων «καί ἐξῆλθεν εἰς ὑπάντησιν αὐτοῦ».

Πανηγύριζε τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου: τοῦ ἐχθροῦ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου ἦταν σαφές. Ἐκεῖνος πού μπορεῖ καί ἀνασταίνει ἕνα νεκρό τετραήμερο, μπορεῖ νά ἀναστήσει καί ἕνα πεθαμένο πρίν ἀπό χίλια χρόνια. Τό μήνυμα αὐτό ἔχει διατυπωθῆ μέ πολλῆ σαφήνεια στό τροπάριο: «Τήν κοινήν ἀνάστασιν πρό τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον, Χριστέ ὁ Θεός».

Τότε ἐνίκησε τόν θάνατο δίνοντας σέ μᾶς πιστοποίηση τῆς δυνάμεώς Του, γιά τό τί μπορεῖ νά κάμει καί τί θά κάμει ἀργότερα, τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Δέν σταμάτησε τότε τόν θάνατο ὁ Χριστός. Τότε ὁ Χριστός ἔδωκε πιστοποίηση καί ἐλπίδα: ὅτι μιά ἡμέρα θά τόν καταργήσει. Μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἡ ἐλπίδα αὐτή δέν ἦταν μιά ἐλπίδα κούφια. Εἶναι μιά σιγουριά!

Κρατώντας στά χέρια «τά τῆς νίκης σύμβολα, τούς κλάδους τῶν δένδρων καί τά βαΐα τῶν φοινίκων, οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ τήν Ἀνάστασιν προεμήνυσαν». Ἔδειξαν σέ μᾶς, ὅτι ἡ ἀνάσταση εἶναι νίκη καί θρίαμβος.

* * *

Τά βαΐα τῶν φοινίκων, εἶναι σύμβολα καί μιᾶς ἄλλης νίκης. Πολύ πιό σπουδαίας ἀπό τήν νίκη τοῦ σωματικοῦ θανάτου. Εἶναι ἡ νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου τῆς ψυχῆς· πού εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἀνάσταση ψυχῆς ἡ νίκη τῆς ἁμαρτίας. Θάνατος ψυχῆς εἶναι ζωή καί νοοτροπία ἀντίθετη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ζωή τῆς ψυχῆς εἶναι ζωή σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ· ζωή μέ ἔργα καί αἰσθήματα καλά· ζωή μέ ἀγάπη.

* * *

Ἄς προσπαθήσωμε, λοιπόν, καί ἐμεῖς, διανύοντας τήν περίοδο αὐτή, πού ἔχει κέντρο της τό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, «μετά κλάδων νοητῶς καί κεκαθαρμένοι τάς ψυχάς, νά ἀνευφημοῦμεν ὡς οἱ παῖδες, τόν Χριστόν», τόν νικητή τοῦ θανάτου καί ἐλευθερωτή τῶν ψυχῶν μας.

5.

Μετὰ βαΐων ἤ μετὰ ξύλων;

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Χθὲς ἑορτάσαμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ φίλου τοῦ Χριστοῦ, Λαζάρου. Ὁ Χριστὸς -ἴσως γιὰ πρώτη καὶ τελευταία φορὰ στὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ του- ἔρχεται σὲ νεκροταφεῖο, στὸν τάφο ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πιὸ στενούς του φίλους, τοῦ Λαζάρου. Ἡ Μάρθα καὶ ἡ Μαρία, οἱ ἀδελφές του, μαζὶ μὲ ὅλη τὴ Βηθανία, εἶναι ἐκεῖ καὶ κλαῖνε. Ὁ Χριστὸς συγκλονίζεται ἀπὸ τοὺς θρήνους τους. Πονάει γιὰ τὸν θάνατο τοῦ φίλου του. Καὶ δακρύζει.

Ἔχουν τελειωμὸ τὰ δάκρυα;

Ναί, δακρύζει ὁ Χριστός! Ὁ Θεὸς κατέβηκε στὰ νεκροταφεῖα μας, καὶ δακρύζει. Ἐπιτέλους, ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τόσο ἀπόμακρος. Ἦλθε γιὰ νὰ κλάψει στὸν τάφο κάποιου, ποὺ τὸν ὀνόμασε «φίλο» του. Ὅμως, ὁ Κύριος τῆς Δόξης δὲν κατέβηκε μόνο γι’ αὐτὸ στὴν «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος» μας. Δὲν ἄφησε τὸν θρόνο του ἁπλῶς γιὰ νὰ μοιραστεῖ τὰ δάκρυά μας. Ἦλθε γιὰ νὰ σταματήσει τὰ δάκρυα, ὄχι μόνο τῆς Μάρθας καὶ τῆς Μαρίας, ἀλλὰ καὶ τὰ δάκρυα ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔτσι μᾶς λέει ἕνα τροπάριο τῆς ἑορτῆς: «Ἐπὶ φίλῳ δακρύσας, τὸ τῆς Μάρθας δάκρυον ἔπαυσας, Οἰκτίρμον· καὶ πάθει ἑκουσίῳ, ἀφεῖλες πᾶν δάκρυον ἐκ προσώπου τοῦ λαοῦ σου».

Τῆς Μάρθας καὶ τῆς Μαρίας τὰ δάκρυα τὰ σταμάτησε χθὲς ὁ Χριστός, ἀσκώντας τὴ θεία του ἐξουσία ἐπὶ τοῦ θανάτου. Σήμερα ἔρχεται στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ σταματήσει ὅλου τοῦ κόσμου τὰ δάκρυα, μὲ τὴν ἄκρα ταπείνωση τοῦ ἑκουσίου πάθους του καὶ τοῦ δικοῦ του θανάτου. Ναί. Ἡ παύση τῶν δακρύων καὶ τῶν βασάνων μας θὰ εἶναι καρπὸς τοῦ δικοῦ του, ὄχι ἁπλῶς πόνου, ἀλλὰ σταυρικοῦ θανάτου.

Ὡσαννὰ ἢ σταυρωθήτω;

Τὸ ξέρει ὅτι γιὰ νὰ θυσιαστεῖ, ἔρχεται στὰ Ἱεροσόλυμα. «Ἐπὶ σφαγὴν ἔρχεται θελήσει». Ὄχι μόνο τὸ ξέρει, ἀλλὰ καὶ τὸ θέλει. Τὸ λαχταράει. Καὶ γι’ αὐτό, ὄχι μόνο «ἔρχεται», ἀλλὰ «σπεύδει». «Ἐπείγεται». Βιάζεται νὰ φτάσει στὸ πάθος. «Ἐπὶ πώλου καθήμενος σπεύδει ἐλθεῖν ἐπὶ τὸ πάθος». Οἱ περισσότεροι δὲν κατάλαβαν, δυστυχῶς, γιὰ τὸ ποῦ τρέχει. Καὶ τοῦ ἑτοιμάζουν χρυσοστόλιστο θρόνο. Τὸν πίστεψαν μᾶλλον σὰν ἐπίγειο κοσμικὸ βασιλιά. Ὁ Χριστὸς ὅμως ξέρει ὅτι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, θὰ τὸν συλλάβουν, γιὰ νὰ τὸν καρφώσουν πάνω στὸν «θρόνο» τοῦ Σταυροῦ. «Μετὰ κλάδων ὑμνήσαντες πρότερον, μετὰ ξύλων συνέλαβον ὕστερον…». Σήμερα τὸν ὑμνοῦν καὶ τὸν δοξάζουν κρατώντας τὰ βάγια. Μεθαύριο θὰ τὸν βλασφημοῦν καὶ θὰ τὸν δικάζουν, γιατί τόλμησε -λένε- νὰ κάνει τὸν ἑαυτὸ του Θεό.

Μὰ τί ἄλλο ἤθελαν νὰ δοῦν οἱ Ἰουδαῖοι, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅτι εἶναι καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Ποιὸς ἄλλος ἀνάστησε νεκρό, ποὺ τέσσερις μέρες στὸν τάφο εἶχε ἀρχίσει νὰ ἀποσυντίθεται; Τί ἄλλο ἔπρεπε νὰ κάνει ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ μᾶς βγάλει ἀπὸ τοὺς τάφους τῆς ἀπιστίας μας; Νά, γιατί ὁ Χριστός, μπαίνοντας σήμερα στὰ Ἱεροσόλυμα πάνω στὸ γαϊδουράκι, συνεχίζει νὰ κλαίει. Ὁ λαὸς μπορεῖ νὰ τὸν ἐπευφημεῖ καὶ νὰ τὸν δοξάζει, ἀλλὰ αὐτὸς μέσα του συνεχίζει τὸν θρῆνο, ποὺ ξεκίνησε χθὲς στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου. Μόνο ποὺ σήμερα δὲν κλαίει γιὰ τοὺς νεκρούς, ποὺ εἶναι μέσα στὰ μνήματα, ἀλλὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ περπατᾶνε δῆθεν «ζωντανοὶ» ἔξω ἀπὸ τὰ μνήματα. Κλαίει γι’ αὐτοὺς ποὺ δὲν πίστεψαν στὴ θεότητά του καὶ τὸν βλέπουν μόνο σὰν δάσκαλο τῆς ἀγάπης ἢ κοινωνικὸ ἀναμορφωτή.

Κλαίει καὶ γιά μᾶς, ποὺ μόνο στὶς «μπόρες» τὸν θυμόμαστε καὶ τὸν καλοῦμε λέγοντας «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος», ἐνῶ στὶς «λιακάδες» τὸν ξεχνᾶμε καὶ -ὄχι σπάνια- τὸν σταυρώνουμε μὲ τὶς ἁμαρτίες μας. Τὴ μιὰ τοῦ δίνουμε ὑποσχέσεις αἰώνιας πίστης, καὶ σὲ λίγο τὸν «πουλᾶμε» γιὰ κάτι ποὺ μᾶς δελέασε· συχνὰ καὶ γιὰ λιγότερο ἀπὸ τριάντα ἀργύρια.

Βοήθησέ με, νὰ σὲ ἀναστήσω!

Ὁ Χριστὸς ἄδειασε τὸν τάφο τοῦ Λαζάρου καὶ θὰ ἀδειάσει κάποτε καὶ τὰ δικά μας μνήματα, χωρὶς νὰ μᾶς ρωτήσει. Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων μας θὰ γίνει χωρὶς τὴ συγκατάθεσή μας. Ἡ ἀνάσταση ὅμως τῆς ψυχῆς μας, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μὲ τὸν ἐξαναγκασμό. Προϋποθέτει τὸ ὁλόκαρδο δικό μας «ναὶ» στὸ κάλεσμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς στέκεται στὴν πόρτα μας καὶ χτυπάει, περιμένοντας νὰ τοῦ ἀνοίξουμε. Ὅποιος τοῦ ἀνοίγει, τὸ κάνει ἐλεύθερα. Τοῦ ἀνοίγει, ἐπειδὴ πίστεψε ὅτι ἔρχεται «ἐν ὀνόματι Κυρίου»· πίστεψε ὅτι τὸν ἔστειλε ὁ Θεὸς Πατέρας του, γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο.

Ἦλθε γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴ μόνη πραγματικὴ ζωή, τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ ἀληθινὴ ζωὴ εἶναι νὰ πιστέψουμε καὶ νὰ νιώσουμε μὲ ὅλη μας τὴν ὕπαρξη ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ἡ μόνη αὐθεντικὴ πηγὴ ζωῆς, ἀλήθειας καὶ ἀναφαίρετης χαρᾶς. Ἂς ἑνώσουμε κι ἐμεῖς σήμερα τὴ δοξολογία μας μαζὶ μὲ τὶς ἁγνὲς φωνὲς τῶν παιδιῶν ποὺ τὸν ἐπευφημοῦν στὰ Ἱεροσόλυμα. Καὶ ἂς τὸν καλοῦμε κάθε μέρα νὰ γίνεται ὁ Βασιλιὰς τῆς ζωῆς μας καὶ νὰ ἀνασταίνει τὶς ψυχές μας.

6.

Ὁ ὕμνος τῆς χαρᾶς

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἕνα σύνθημα ποὺ προπαγανδίζεται ἀπὸ ὅλα τὰ ΜΜΕ καὶ κυριαρχεῖ στὴ σύγχρονη νοοτροπία κυρίως τῶν νέων εἶναι τὸ γνωστό: «Ἡ ζωὴ εἶναι πολὺ μικρὴ γιὰ νὰ εἶναι θλιβερή. Γι’ αὐτὸ γλέντησέ την». Κανένας ἀντίλογος. Ποιὸς δὲν θὰ ἤθελε ἡ ζωή του νὰ εἶναι ἕνα διαρκὲς γλέντι; Ἡ πραγματικότητα ὅμως δείχνει ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι μᾶλλον μία «κοιλάδα κλαυθμῶνος», μέσα στὴν ὁποία ὑπάρχουν μόνο στιγμὲς χαρᾶς, ἐνῶ τὸ «πλεῖον εἶναι κόπος καὶ πόνος».

Τὸ χαροποιὸ πένθος

Τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι σήμερα ποὺ μπαίνουμε στὴν Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ, σὲ κατεξοχὴν ἡμέρες πένθους καὶ πόνου, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀποκαλύπτει μὲ τὸ στόμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου τὸ μυστικό τῆς παντοτινῆς χαρᾶς. Τὴν ὑποσχέθηκε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητὲς του μιλώντας τους γιὰ τελευταία φορὰ πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος του. Εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ πήγασε ἀπὸ τὸν σταυρικό του θάνατο: «ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ χαρὰ ἐν ὄλῳ τῷ κόσμῳ»· καὶ ἔγινε ἀναφαίρετη μὲ τὴν ἀνάστασή του. Τοὺς εἶπε ἀποχαιρετώντας τους: «Τώρα μὲν ἔχετε λύπη· ὅμως -μετὰ τὴν ἀνάστασή μου- θὰ σᾶς ξαναδῶ πάλι· καὶ τότε ἡ καρδιά σας θὰ γεμίσει χαρά, τὴν ὁποία κανεὶς καὶ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ σᾶς τὴν πάρει» (Ἰω. 16,22).

Δικαιολογημένα, λοιπόν, ὁ ἅγιος Παῦλος στὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ «διπλασιάζει» τὴν προτροπή του γιὰ χαρά. Πρόκειται γιὰ χαρὰ πού, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν μακαρισμὸ τοῦ Χριστοῦ γιὰ τοὺς πενθοῦντες. «Δὲν μακάρισε ὁ Χριστὸς ὅσους πενθοῦν γιὰ ἀπώλεια προσώπων ἢ πραγμάτων», θὰ πεῖ ὁ Ἅγιος, «ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ πενθοῦν γιὰ τὰ ἁμαρτήματά τους. Καὶ ἡ χαρά, γιὰ τὴν ὁποία μᾶς μιλάει ὁ Παῦλος, ὄχι ἁπλῶς δὲν εἶναι ἀντίθετη μὲ ἕνα τέτοιο πένθος, ἀλλὰ ἀκριβῶς πηγάζει ἀπὸ αὐτό». Ὅσο περισσότερο πενθοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μετανοώντας ἀγαπᾶμε τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, τόσο περισσότερη χαρὰ ἀποκτοῦμε «ἐν Κυρίῳ».

Ἡ ἀπαραίτητη συνεργασία

«Ἐν Κυρίῳ», ἑπομένως, σημαίνει ἀφενὸς ὅτι μοναδικὴ πηγὴ ἀληθινῆς καὶ μόνιμης χαρᾶς εἶναι ὁ Χριστός, καὶ ἀφετέρου ὅτι χρειάζεται καὶ ἡ δική μας συνεργασία γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε αὐτὴ τὴ χαρά. Δὲν τὴν ἐπιβάλλει ὁ Χριστὸς σὲ κανέναν· ἂν τὴν ἐπέβαλλε, δὲν θὰ ἦταν χαρὰ ἀλλὰ κόλαση, γιατί ἁπλούστατα δὲν ὑπάρχει χαρὰ χωρὶς ἐλευθερία. Ὅσο ἐλεύθερα ζητᾶμε τὸν Χριστὸ καὶ τηροῦμε τὸ θέλημά του, τόσο Ἐκεῖνος μᾶς χαρίζει τὴ δική του γνήσια καὶ ἀναφαίρετη χαρά. Καὶ τὸ μὲν θέλημά του τὸ τηροῦμε μὲ τὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης, τῆς ἐπιείκειας, τῆς ἀνεξικακίας καὶ τῆς πραότητας. Τὸν ζητᾶμε δὲ μὲ τὴν προσευχή, ποὺ δὲν πρέπει νὰ εἶναι μόνο παρακλήσεις καὶ αἰτήματα ἀλλὰ καὶ δοξολογικὴ εὐχαριστία. Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Τὸ δόξα σοι ὁ Θεὸς νὰ μὴ λείπει ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη σας. Ἐγώ, καὶ ὅταν πονάω, τὸ δόξα σοι ὁ Θεὸς ἔχω γιὰ χάπι τοῦ πόνου. Εἶναι ἀνώτερο καὶ ἀπὸ τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἔλεγε ὁ γείτοvάς μου πάπα-Τύχων ὁ Ρῶσος: «Τὸ Κύριε ἐλέησον ἔχει ἑκατὸ δραχμές, τὸ δόξα σοι ὁ Θεὸς ἔχει χίλιες δραχμές»». Ἐξάλλου, ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς θυμίζει τὸ τοῦ Χριστοῦ «ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν» μὲ τὰ λόγια «ὁ Κύριος ἐγγύς»· ὅπου νὰ ’ναι τελειώνει ὁ καιρὸς τῶν θλίψεων, ἀφοῦ κάθε στιγμὴ μᾶς φέρνει πιὸ κοντὰ στὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου.

Καρπὸς τῆς δοξολογικῆς προσευχῆς εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα γιὰ τὰ βιοτικά. Ἔτσι, ἔρχεται ἐκείνη ἡ ἀκατάληπτη ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ εἰρήνη, ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Χριστὸς μὲ τὴ σταυρική του θυσία συμφιλιώνοντάς μας μὲ τὸν Πατέρα του. Αὐτὴ ἡ εἰρήνη περιφρουρεῖ τὶς καρδιές μας ἀπὸ κάθε πειρασμὸ καὶ ἀπάτη, ὥστε νὰ μένουμε σταθεροὶ στὴν πίστη καὶ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κι ἐδῶ ὅμως εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐλεύθερη συνεργασία μας, μὲ τὸ νὰ τρέφουμε τοὺς λογισμούς μας μὲ ὅσα εἶναι σεμνά, δίκαια, ἁγνά, προσφιλῆ στὸν Θεὸ καὶ ἐπαινετά. Μόνο μὲ τέτοια καθαρὴ τροφή, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μποροῦμε νὰ καρποφοροῦμε ἔμπρακτα τὶς θεοποιοὺς ἀρετές, ποὺ δὲν εἶναι ἀνεφάρμοστες ἀλλὰ τὶς εἴδαμε νὰ τὶς καλλιεργεῖ πρῶτα ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος.

Ἡ ἁγιότητα τῶν αἰσθήσεων

Πόσο θλιβερὸ εἶναι, αὐτὴ ἡ ἁγιασμένη καὶ τόσο δοκιμασμένη μέθοδος ἀπόκτησης γνήσιας εἰρήνης καὶ χαρᾶς νὰ περιφρονεῖται καὶ νὰ συκοφαντεῖται ἀπὸ κάποιους δῆθεν πνευματικοὺς ἀνθρώπους. Σὲ μία συνέντευξή του κάποιος βραβευμένος μὲ νόμπελ ποιητὴς παραπονέθηκε ὅτι στὸ πνευματικὸ κλίμα τῆς ἐποχῆς μας τὸν ἐνοχλεῖ ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴ χαρὰ τῶν αἰσθήσεων. «Ἡ σύγχρονη ποίηση», εἶπε, «δυστυχῶς ὑποδουλώθηκε σὲ κομπλεξικὲς καταστάσεις ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὶς ἐνοχές, ποὺ μᾶς φόρτωσαν τὰ δόγματα (χριστιανισμοί, ἰδεαλισμοὶ κ.λπ.). Τὸ ἔργο μου, γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ, ἀπαιτοῦσε μία ζωὴ ἐρωτικὰ ἐλεύθερη. Ἀκολούθησα τὴν ἰδιωτική μου ὁδό, ζώντας χωρὶς φραγμούς. Αὐθεντικά. Ὅμως σήμερα δὲν καταλαβαίνουν αὐτὴ τὴν ἁγιότητα τῶν αἰσθήσεων».

Θλίβεται κανεὶς βλέποντας ἕναν -ὑποτίθεται- πνευματικὸ ἄνθρωπο νὰ διαστρέφει «ἐξυπνακίστικα» τὸ νόημα τῶν λέξεων, ὀνομάζοντας «ἁγιότητα τῶν αἰσθήσεων» τὴ χωρὶς φραγμοὺς ἐρωτικὴ ἀσυδοσία. Κρίμα ποὺ ὁ ποιητὴς αὐτὸς δὲν τὸ «διάβασε» ὅλο τὸ τροπάριο. Ἂν τὸ εἶχε «διαβάσει» καλά, θὰ εἶχε προσέξει ὅτι ἡ Γυναίκα, ποὺ δοξάζεται μὲ αὐτὸν τὸν ὕμνο, ἀγωνίστηκε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο ἄνθρωπο γιὰ τὴν ἀληθινὴ ἁγιότητα τῶν αἰσθήσεων, τρέφοντας τὴν καρδιὰ της μόνο μὲ «ὅσα ἀληθῆ, σεμνά, ἁγνὰ καὶ εὔφημα». Ἔτσι ἀξιώθηκε ὄχι ἁπλῶς νὰ γευθεῖ ἀληθινὴ χαρὰ καὶ εἰρήνη, ἀλλὰ νὰ γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τῆς ὄντως Εἰρήνης καὶ ἡ αἰτία τῆς τῶν Πάντων Χαρᾶς.

7.

Κυριακὴ τῶν Βαΐων

Κόντογλου Φώτης

Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος

Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει θρόνο τὸν οὐρανὸ καὶ ὑποπόδιο τὴ γῆ, ὁ γυιὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Λόγος του ὁ συναΐδιος, σήμερα ταπεινώθηκε καὶ ἦρθε στὴ Βηθανία ἀπάνω σ’ ἕνα πουλάρι. Καὶ τὰ παιδιὰ τῶν Ἑβραίων τὸν ὑποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ».

Οἱ πολέμαρχοι τοῦ κόσμου, σὰν τελειώνανε τὸν πόλεμο καὶ βάζανε κάτω τοὺς ὀχτρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι καὶ καθίζανε ἀπάνω σὲ χρυσὰ ἁμάξια γιὰ νὰ μποῦνε στὴν πολιτεία τους. Μπροστὰ πηγαίνανε οἱ σάλπιγγες κι οἱ σημαῖες κ’ οἱ ἀντρειωμένοι στρατηγοὶ καὶ πλῆθος στρατιῶτες σκεπασμένοι μὲ σίδερα ἄγρια καὶ βαστώντας φονικὰ ἅρματα γύρω σ’ ἕνα ἁμάξι φορτωμένο μὲ λογῆς λογῆς ἁρματωσιὲς καὶ σπαθιὰ καὶ κοντάρια παρμένα ἀπὸ τὸ νικημένο ἔθνος.

Ὅλοι οἱ πολεμιστὲς ἤτανε σὰν ἄγρια θηρία σιδεροντυμένα, τὰ κεφάλια τους ἤτανε κλειδωμένα μέσα σὲ φοβερὲς περικεφαλαῖες, τὰ χοντρὰ καὶ μαλλιαρὰ χέρια τους ἤτανε ματωμένα ἀπὸ τὸν πόλεμο, τὰ γερὰ ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα καὶ τεντωμένα, σὰν τοῦ λιονταριοῦ ποὺ ξεσκίσε μὲ τὰ νύχια του τὸ ζαρκάδι καὶ τανύζεται μὲ μουγκρητὰ καὶ φοβερίζει τὸν κόσμο. Ὕστερα ἐρχότανε τὸ χρυσὸ τ’ ἁμάξι τοῦ πολεμάρχου, ποὺ καθότανε σ’ ἕνα θρονὶ πλουμισμένο μ’ ἀκριβὰ πετράδια, περήφανος, ἀκατάδεχτος, φοβερός, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν ἀντικρύσει μάτι δίχως νὰ χαμηλώσει καὶ βαστοῦσε τὸ τρομερὸ σκῆπτρο του, ποὺ κάθε σάλεμά του ἤτανε προσταγή, δίχως ν’ ἀνοίξει τὰ στόμα του αὐτὸς ποὺ τὸ κρατοῦσε.

Ἄλογα ἀνήμερα, ἤτανε ζεμένα σ’ αὐτὰ τ’ ἁμάξι, μὲ λουριὰ χρυσοκεντημένα μὲ γαϊτάνια καὶ περπατούσανε κι αὐτὰ καμαρωτὰ καὶ περήφανα σὰν τοὺς ἀνθρώπους. Ἕνα κορίτσι ἔμορφο σὰν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστοῦσε ἕνα χρυσὸ στεφάνι ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τοῦ νικητῆ, κι ἄλλα κορίτσια κι ἀγόρια ρίχνανε λιβάνια κι ἄλλα μυρουδικὰ σὲ κάποια μεγάλα θυμιατήρια ὅμοια μὲ μανουάλια.

Ἀπὸ πίσω ἐρχόντανε οἱ σκλάβοι ἄντρες καὶ γυναῖκες κι ὅποιοι ἤτανε ἄρρωστοι καὶ λαβωμένοι, τοὺς σέρνανε καὶ τοὺς χτυπούσανε οἱ στρατιῶτες. Ὅση δόξα εἴχανε αὐτοὶ ποὺ πηγαίνανε μπροστά, ἄλλη τόση καταφρόνεση καὶ δυστυχία εἴχανε ὅσοι ἀκολουθούσανε ἀπὸ πίσω. Αὐτοὶ ἤτανε δεμένοι μὲ σκοινιὰ καὶ μ’ ἁλυσίδες, πολλοὶ πιστάγκωνα, κουρελιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σὰν πεθαμένοι ἀπὸ τὰ μαρτύρια κι ἀπὸ τὴν ἀγρύπνια. Πολλοὶ ἤτανε μισόγυμνοι κ’ οἱ πλάτες τους ἤτανε μελανιασμένες ἀπὸ τὸ βούνευρο. Ἀνάμεσά τους ἤτανε γυναῖκες, παρθένες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες μὲ ἀθώα μωρὰ στὴν ἀγκαλιά τους, γρηὲς ποὺ βαστούσανε τὰ ἐγγόνια τους ἀπὸ τὸ χέρι, ὅλες κατατρομαγμένες σὰν τὰ ἀρνιὰ ποὺ τὰ πάνε στὸν μακελάρη. Γύρω ὁ κόσμος ἔκανε σὰν τρελλὸς καὶ φώναζε καὶ δόξαζε τὸν νικητὴ κι ἀπὸ πολλὰ στόματα τρέχανε ἀφροί. Ἀλαλαγμὸς ἔβγαινε σὰν καπνὸς ἀπ’ ὅλη τὴν πολιτεία. Αὐτὴ τὴν παράταξη τὴ λέγανε «θρίαμβο».

Ἕναν τέτοιον θρίαμβο ἔκανε κι ὁ Χριστὸς σήμερα, ὁ ἄρχοντας τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης. Μά, ὅπως τὰ ἄλλαξε ὅλα καὶ τὰ ἔκανε ἀνάποδα ἀπ’ ὅ,τι συνηθίζανε οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι κι ὁ θρίαμβος ποὺ ἔκανε, ἤτανε θρίαμβος τῆς φτώχειας καὶ τῆς ταπείνωσης. Ὁ Ρωμαῖος ὕπατος ἤτανε καθισμένος ἀπάνω σὲ θρόνο καὶ σὲ χρυσὸ ἁμάξι, μὰ ὁ Χριστὸς ἤτανε καβαλικεμένος ἀπάνω σ’ ἕνα πουλάρι, σ’ ἕνα γαϊδουρόπουλο, ποῦνε τὸ πιὸ ταπεινὸ καὶ καταφρονεμένο ἀνάμεσα στὰ ζῶα.

Κι’ ὁ ἴδιος ἤτανε ταπεινός, πράος, ἥσυχος, φτωχοντυμένος, κατὰ τὴν προφητεία ποὺ ἔλεγε: «Εἴπατε τὴ θυγατρὶ Σιών· Ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι πρᾶος καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον, υἱὸν ὑποζυγίου». Τὸ χέρι του δὲν βαστοῦσε σκῆπτρο, ἀλλὰ βλογοῦσε τὸν κόσμο. Ἀπὸ πόλεμο ἐρχότανε καὶ κεῖνος, μὰ ἕναν πόλεμο πολὺ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στὴν κακία καὶ στὴν ψευτιὰ καὶ στὴν ὑποκρισία καὶ στὴ φιλαργυρία. Καὶ δὲν πήγαινε νὰ ξεκουραστεῖ ἀπ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο, ἀλλὰ πήγαινε ν’ ἀρχίσει ἄλλον, πιὸ σκληρόν, καὶ νὰ στεφανωθεῖ μ’ ἀγκαθένιο στεφάνι καὶ νὰ δαρθεῖ καὶ νὰ περιπαιχθεῖ καὶ στὸ τέλος νὰ καρφωθεῖ ἀπάνω σ’ ἕνα ξύλο σὰν κακοῦργος.

Δὲν ἤτανε τριγυρισμένος ἀπὸ ἀγριεμένους ὑποταχτικούς, ἀλλὰ ἀπὸ ἄκακους ψαράδες, καταφρονεμένους σὰν καὶ κεῖνον. Κι οὔτε ἔσερνε ἀπὸ πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, ἀλλὰ ἀνθρώπους ποὺ τοὺς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τοῦ διαβόλου καὶ πεθαμένους ποὺ ἀναστηθήκανε ἀπὸ τὴ φωνή του. Σάλπιγγες καὶ τούμπανα δὲν φωνάζανε γιὰ νὰ τὸν δοξάσουνε, ἀλλὰ παιδιὰ ἀθῶα ποὺ συμβολίζανε τὴν ἁπλότητα ποὺ ἔχουνε οἱ χριστιανοὶ καὶ ποὺ φωνάζανε «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» καὶ κρατούσανε ἀντὶ γιὰ σημαῖες καὶ γιὰ μπαϊράκια κλαδιὰ πράσινα τῶν δέντρων. Κλαδιὰ χλωρὰ καὶ ροῦχα στρώνανε χάμω γιὰ νὰ πατήσει τὸ γαϊδούρι καὶ νὰ περάσει. Κι αὐτὸ τὸ βλογημένο πήγαινε μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι, ταπεινό, ἀνήξερο, σηκώνοντας τὸν Χριστὸ ποὺ καθότανε πρωτύτερα ἀπάνω στὰ τρομερὰ ἑξαφτέρουγα σεραφεὶμ ποὺ εἶναι ἀπὸ φωτιά. Δὲν ἀξιώθηκε νὰ τὸν σηκώσει κανένα χρυσὸ ἁμάξι, μήτε ἄλογο ἀκριβοσελωμένο, μήτε καμμιὰ κούνια ποὺ νὰ τὴ βαστᾶνε ἀντρειωμένοι βαστάζοι, ἀλλὰ τὸν σήκωνε τὸ γαϊδούρι. Ποιὸ μάτι δὲν δακρύζει ἅμα συλλογιστεῖ αὐτὸ τὸ μυστήριο!

Ὁ Χριστὸς ἀναποδογύρισε ὅσα εἶχε γιὰ σωστὰ καὶ γιὰ ἀληθινὰ ὁ ἁμαρτωλὸς ὁ ἄνθρωπος. Ποιὸς ὅμως εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσει τὴν ἐλευθερία ποὺ μᾶς ἔφερε καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸ πουλάρι μὲ τὸ σκοινένιο καπίστρι κι ὄχι τ’ ἀφρισμένα τἄλογα ποὺ χλιμιντρᾶνε καμαρωτὰ καὶ νὰ μὴ μπεῖ στὴ Ρώμη μὲ τὰ πολλὰ τὰ εἴδωλα, παρὰ νὰ μπεῖ μαζὶ μὲ τὸν βασιλιὰ τῆς εἰρήνης στὴν Ἀπάνω Ἱερουσαλήμ;

Πολλοί, ποὺ εἶναι σοβαροὶ ἄνθρωποι, θὰ ποῦνε πὼς δὲν τὰ καταλαβαίνουνε αὐτὰ καὶ πὼς τὰ παιδιὰ παιδιακίζουνε κ’ οἱ ἄντρες ἀντρειεύουνται. Τὰ ἴδια λέγανε κ’ οἱ ἀρχιερεῖς κ’ οἱ σπουδασμένοι. «Ἰδόντες δὲ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τὰ θαύματα ἃ ἐποίησε καὶ τοὺς παίδας κράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ καὶ λέγοντας: Ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυίδ, ἠγανάκτησαν καὶ εἶπον αὐτῷ: Ἀκούεις τί οὗτοι λέγουσιν; Ὁ δὲ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς: Ναι· οὐδέποτε ἀνέγνωτε ὅτι «ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον;» Καὶ καταλιπῶν αὐτοὺς ἐξῆλθεν ἔξω της πόλεως». Οἱ ἀρχιερεῖς κ’ οἱ γραμματεῖς διαβάσανε τὸν ψαλμὸ τοῦ Δαυὶδ ποὺ ἔλεγε πὼς θὰ προϋπαντήσουνε τὸν Χριστὸ τὰ νήπια καὶ δὲν πιστέψανε ὡστόσο σ’ αὐτὸν ποὺ ὑμνολογούσανε. Ἀμὴ ἐμεῖς ποὺ διαβάσαμε στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸν ψαλμὸ κι αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς Ἑβραίους, δὲν θὰ κριθοῦμε πιὸ αὐστηρὰ ἂν δὲν τὸν πιστέψου­με; Ἡ ματαιότητα κ’ ἡ περηφάνεια μᾶς κάνουνε νὰ μὴν καταδεχόμαστε νὰ πᾶμε μαζὶ μὲ τὴ φτωχὴ συνοδεία του, ντρεπόμαστε νὰ ἀκολουθήσουμε ἕνα ἀρχηγὸ ποὺ πάει καβαλικεμένος ἀπάνω σ’ ἕνα γαϊδούρι. Τὰ ταπεινά, τὰ φτωχικά, δὲν τὰ θέλουμε. Μὰ μπορεῖ νὰ γίνει χριστιανὸς ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ αὐτὰ ποὺ ἀγάπησε ὁ Χριστός;

Χθές, Σάββατο, ἀνάστησε ἕναν πεθαμένο ἄνθρωπο, τὸν Λάζαρο. Ποιὸς ἤτανε αὐτὸς ὁ Λάζαρος; Κανένας ἐπίσημος ἄνθρωπος, κανένας τρανός; Ὁ Λάζαρος ἤτανε φτωχός, χωριάτης, κι ὅπως λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ἤτανε φίλος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶχε φίλους ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἕναν φίλο σημειώνει τὸ Εὐαγγέλιο πὼς εἶχε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, κι αὐτὸς ἤτανε φτωχὸς κι ἀγράμματος. Μὰ ποιὸς ἀπὸ μᾶς ἀγαπᾶ αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχια τοῦ Χριστοῦ; Ἀπ’ ὅπου λείπει ὁ Χριστός, ἐκεῖ εἶναι ἡ φτώχια ἡ ἀληθινή, ὅπως ἀπ’ ὅπου λείπει ὁ Χριστὸς λείπει κ’ ἡ ζωὴ ἡ ἀληθινὴ καὶ βασιλεύει ὁ θάνατος. Αὐτὸ θὰ τὸ καταλάβεις καλώτατα ἂν γυρίσεις καὶ δεῖς γύρω σου κι ἀκουμπήσεις τὸ κεφάλι σου καὶ συλλογιστεῖς. Ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ Ρωμαῖοι κ’ οἱ παντοδύναμοι ἀφέντες ποὺ κάνανε τοὺς θριάμβους ὁπού ἱστορήσαμε πρωτύτερα; Τί γινήκανε κι αὐτοὶ κι οἱ μυριάδες ποὺ τοὺς προσκυνούσανε καὶ ποὺ γονατίζανε μπροστά τους σὰν τὰ καλάμια ποὺ τὰ γέρνει ὁ βοριάς; Ποιὸς τοὺς φέρνει στὸν νοῦ του ἐξὸν κάποιοι ποὺ γράφουνε τὰ ἱστορικὰ ἐκείνου τοῦ καιροῦ; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, ἄλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές, ὅλα πέσανε σ’ ἕναν λάκκο καὶ χαθήκανε καὶ σβύσανε σὰν νὰ μὴ γινήκανε ποτές. Καὶ τί ἀπόμεινε ἀπὸ ὅλα τοῦτα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων; Τίποτα κι ἀκόμα πιὸ λίγο ἀπὸ τίποτα.

Πλὴν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄπιστος ἀκόμη καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ βλέπει καὶ σ’ αὐτὰ ποὺ πιάνει μὲ τὰ χέρια του καὶ τραβᾶ τὸν δρόμο ποὺ τραβήξανε καὶ κεῖνοι καὶ σέρνει μὲ εὐχαρίστηση τὸ ἅρμα τοῦ Νέρωνα, γιατί εἶναι «νεῦρον σιδηροῦν ὁ τράχηλός του». Τ’ αὐτιὰ του εἶναι σφαλιχτὰ σὲ Κεῖνον ποὺ λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ Θεὸς πρῶτος καὶ εἰς τὰ ἐπερχόμενα ἐγὼ εἰμί. Ἐγὼ βοσκήσω τὰ πρόβατά μου καὶ ἐγὼ ἀναπαύσω αὐτά». Ἐκεῖνος ποὺ καθότανε ἀπάνω στὸ γαϊδούρι, ἐκεῖνος εἶναι ζωντανὸς μέσα στὶς ἁπλὲς ψυχὲς στὸν αἰώνα κ’ εἶναι γιὰ δαῦτες θροφή, πηγὴ ἀθανασίας, χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, κατὰ τὸν λόγο ποὺ λέγει: «Εὐφρανθήσεται καρδία ζητούντων τὸν Κύριον». Ναί, ὅποιος ἔνοιωσε τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι σὰν τὸν πεθαμένο ποὺ ἀναστήθηκε. Στὸν κόσμο ὑπάρχουνε πονεμένοι λογῆς λογῆς. Ὅσοι πονᾶνε στὸ κορμὶ καὶ στὴν ψυχὴ κι ὁ πόνος τους καθαρίζει καὶ τοὺς πηγαίνει στὸν Θεό, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀγαπημένοι τοῦ Χριστοῦ καὶ περπατᾶνε στὴ στράτα του μὲ τὸ φῶς του τὸ παρηγορητικό. Οἱ ἄλλοι ὑποφέρουνε ἄγονα. Γι’ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Κορινθίους: «Νῦν χαίρω, οὒχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ’ ὅτι ἐλυπήθητε κατὰ Θεόν, ἵνα ἐν μηδενὶ ζημιωθῆτε ἐξ ἡμῶν. Ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται· ἡ δὲ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται». Γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐλπίζουνε στὸν Θεό, δὲν μετάλλαξε ὁ Χριστὸς τὸν ἄγονον ἵδρωτά τους σὲ ἱδρώτα σωτηρίας, «ἱδρώτα ἱδρῶτι», ἀλλὰ θρηνοῦνε καὶ πονᾶνε παντοτινὰ σὰν τοὺς εἰδωλολάτρες, σφαζόμενοι μὲ τὰ μαχαίρι τῆς μοίρας. Γι’ αὐτοὺς δὲν ἄλλαξε ὁ Χριστὸς τὸν ἱδρώτα τῆς ἀγωνίας τους σὲ ἱδρώτα τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐλπίδας. Ὅποιος δὲν πιστεύει στὸν Χριστὸ καὶ στὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι πεθαμένος, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ ζωὴ μέσα του. Γιατί ζωὴ δὲν θὰ πεῖ νὰ ἀνασαίνεις καὶ νὰ περπατᾶς καὶ νὰ τρῶς καὶ νὰ πίνεις, ἀλλὰ νὰ νοιώθεις τὴ χάρη τῆς ἀθανασίας. Τότε θὰ μπορεῖς νὰ ψάλεις μαζὶ μὲ τὸν ὑμνωδὸ τοῦτο τὸ ἐξαίσιο ἀπολυτίκιο:

«Τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός. Ὅθεν καὶ ἠμεῖς, ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν. Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

8.

Κυριακή των Βαΐων –Ευλογημένος ο ερχόμενος!

1. ΤΟ ΠΑ­ΘΟΣ ΚΕ­ΝΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩ­ΗΣ ΜΑΣ

Ἀρ­κε­τές ἡ­μέ­ρες πρίν τήν Κυ­ρι­α­κή τῶν Βα­ΐ­ων ὁ Κύ­ρι­ος στήν μι­κρή πό­λι τῆς Βη­θα­νί­ας εἶ­χε κά­νει τό με­γα­λύ­τε­ρο θαῦ­μα Του. Ἀ­νέ­στη­σε τόν Λά­ζα­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἐ­πί τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες στόν τά­φο νε­κρός. Τό γε­γο­νός αὐ­τό ἐ­ντυ­πω­σί­α­σε τά πλή­θη τοῦ λα­οῦ. Καί γι­ά νά ἀπο­­φύ­γῃ ὁ Κύ­ρι­ος τόν ἀσύνετο ἐν­θου­σι­α­σμό τους, ἀλ­λά καί τίς ἀ­ντι­δρά­σεις τῶν Φα­ρι­σαί­ων, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε πρός τήν ἔ­ρη­μο τῆς πό­λε­ως Ἐ­φραίμ.

Κα­θώς ὅ­μως τώ­ρα πλη­­σι­ά­ζει ἡ με­γά­λη ἑ­ορ­τή τοῦ Πά­­­σχα, ὁ Κύ­ρι­ος πο­ρεύ­ε­ται πρός τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, πρός τό ἐ­κού­σι­ο πά­θος του. Καί σή­με­ρα Σάβ­βα­το, ἕ­ξι ἡ­­μέ­ρες πρίν τό Πά­σχα, φθά­νει στή Βη­θα­νί­α, πού βρί­σκε­ται κο­ντά στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ἐ­κεῖ οἱ συγ­γε­νεῖς τοῦ Λα­ζά­ρου γε­μᾶ­τοι εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρός τόν Κύ­ρι­ο τοῦ πα­ρα­θέ­τουν δεῖ­πνο, τό ὁ­ποῖ­ο φρό­ντι­σε νά ἑ­τοι­μά­σῃ ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Λα­ζά­ρου Μάρ­θα. Ἡ ἄλ­λη ἀ­δελ­φή του Μα­ρί­α σκέ­φθη­κε νά ἐκ­δη­λώ­σῃ τήν ἀ­νέκ­φρα­στη εὐ­γνω­μο­σύ­νη της μέ ἄλ­λο τρό­πο. Ἀ­γό­ρα­σε πα­νά­κρι­βο μύ­ρο (325 γραμ­μά­ρι­α) πού πα­ρά­γε­ται ἀ­πό τό φυ­τό νάρ­δος καί μ’ αὐ­τό ἄ­λει­ψε τά πό­δι­α τοῦ Κυ­ρί­ου. Στή συ­νέ­χει­α μέ τα­πεί­νω­σι καί σε­βα­σμό πολύ σκού­πι­σε μέ τά μαλ­λι­ά της τά πό­δι­α τοῦ Κυ­ρί­ου. Καί ὅ­λο τό σπί­τι γέ­μι­σε ἀ­πό τήν εὐ­ω­δί­α τοῦ μύ­ρου.

Ὅ­λοι συ­γκι­νή­θη­καν ἀ­πό τήν πρᾶ­ξι αὐ­τή τῆς Μα­ρί­ας, ἐ­κτός ἀ­πό ἕ­ναν, τόν Ἰ­ού­δα, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε λέ­γο­ντας: «Γι­α­τί νά μήν που­λη­θῇ τό μύ­ρο αὐ­τό γι­ά 300 δη­νά­ρι­α (2 ἑ­κα­τομ­μύ­ρι­α πε­ρί­που δρα­χμές) καί τά χρή­μα­τα νά δο­θοῦν στούς πτω­χούς;­». Τό εἶ­πε αὐ­τό βέ­βαι­α ὄ­χι γι­α­τί τόν ἐν­δι­έ­φε­ραν οἱ πτω­χοί, ἀλ­λά ἤ­θε­λε νά ἁρ­πά­ξῃ ὁ ἴ­δι­ος αὐ­τά τά χρή­μα­τα· δι­ό­τι ἦ­ταν κλέ­πτης, καί ἔ­κλε­βε καί ἄλ­λα ἀ­πό τό κοι­νό τα­μεῖ­ο πού εἶ­χε ἀ­να­λά­βει. Γι­’ αὐ­τό καί ὁ Κύ­ρι­ος τοῦ ἀ­πα­ντᾷ.  

– Ἄ­φη­σε ἥ­συ­χη τή Μα­ρί­α. Δι­ό­τι πρό­λα­βε μέ τό μύ­ρο νά ἑ­τοι­μά­σῃ τό σῶ­μα μου γι­ά τήν τα­φή. Τούς πτω­χούς θά τούς ἔ­χε­τε πά­ντο­τε μα­ζί σας γι­ά νά τούς βο­η­θᾶ­τε, ἐ­μέ­να ὅ­μως ὄ­χι, δι­ό­τι σέ λί­γες ἡ­μέ­ρες θά πε­θά­νω.

Ο ΚΥ­ΡΙ­ΟΣ λοι­πόν συν­δέ­ει τήν πρᾶ­ξι τῆς Μα­ρί­ας μέ τόν θά­να­τό του καί τήν τα­φή του. Ἡ Μα­ρί­α βέ­βαι­α δέν εἶ­χε αὐ­τό τό σκο­πό, οὔ­τε μπο­ροῦ­σε νά δι­α­νο­η­θῇ κά­τι τέ­τοι­ο, ὅ­μως ὁ Κύ­ρι­ος αὐ­τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει. Καί μέ τήν ἑρ­μη­νεί­α πού δί­νει, μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι ἔ­χει δι­αρ­κῶς στραμ­μέ­νη τή σκέ­ψι του στό φο­βε­ρό πά­θος του, στό θά­να­το καί τήν τα­φή του. Τόν συ­νέ­χει τό γε­γο­νός, τόν ἀ­πορ­ρο­φᾷ ἡ σταυ­ρι­κή θυ­σί­α. Γι’ αὐ­τό καί βι­ώ­νει τό πά­θος του ὄ­χι μό­νο τήν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή, οὔ­τε μό­νο λί­γες ἡ­μέ­ρες πρίν, ἀλ­λά ἀ­κα­τά­παυ­στα ζῇ τό πά­θος του καί πο­ρεύ­ε­ται πρός αὐ­τό. Αἰ­σθά­νε­ται δι­αρ­κῶς τόν ἀ­βά­στα­χτο πό­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, τό ἀ­σή­κω­το βά­ρος τῶν ἁ­μαρ­τιῶν τοῦ κό­σμου, ἀλ­λά καί τήν ἀ­νέκ­φρα­στη χα­ρά τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων.

Ἐ­μεῖς ἄ­ρα­γε, ἔ­χου­με στραμ­μέ­νο τό νοῦ καί τήν καρ­δι­ά μας στό με­γα­λύ­τε­ρο αὐ­τό γε­γο­νός τῆς σω­τη­ρί­ας μας; Μᾶς συ­νέ­χει ἡ θυ­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου; Ὄ­χι μό­νο τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, ἀλ­λά πά­ντο­τε; Ἄν μπο­ρού­σα­με νά συλ­λά­βου­με ἔ­στω καί λί­γο τί ἔ­πα­θε γι­ά μᾶς ὁ Κύ­ρι­ος, θά μᾶς συ­γκλό­νι­ζε ἡ θυ­σί­α του, θά μᾶς ἀλ­λοί­ω­νε ἡ ἄ­με­τρος φι­λαν­θρω­πί­α του. Δυ­στυ­χῶς ὅ­μως ἐ­μεῖς συ­χνά ξε­χνι­ό­μα­στε στήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας, μᾶς ἀ­πορ­ρο­φοῦν μά­ται­α, γί­η­να ἤ κά­πο­τε ἁ­μαρ­τω­λά πρά­γμα­τα.

Ἄς μᾶς συ­γκι­νή­σῃ λοι­πόν ἡ θυ­σία τοῦ Κυ­ρί­ου. Νά γί­­­νῃ ὁ σταυ­ρω­θείς Κύ­ρι­ος κέ­ντρο τῆς ζω­ῆς μας, ἀ­σί­γα­­στος πό­θος μας, μέγας ἀ­να­με­νό­με­­νος. Νά τόν προ­­σ­μέ­­νου­με κα­θη­με­ρι­νά στή ζω­ή μας μέ ἀ­γά­πη καί εὐ­­γνω­­μο­σύ­νη· καί ὄ­χι μέ τά εὐ­με­τά­βλη­τα καί ἐ­πι­δερ­μι­­κά συ­­ναι­σθή­μα­τα τοῦ πλή­θους τῆς Κυ­ρι­α­κῆς τῶν Βα­­ΐ­ων γιά τά ὁποῖα ὁμιλεῖ ἡ συ­νέ­χει­α τοῦ ἱεροῦ εὐαγ­γε­λί­ου. 

2. ΥΠΟΔΟΧΗ ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ

Ἡ εἴ­δη­σι τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου στή Βη­θα­νί­α κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­στρα­πι­αί­α σ’ ὅ­λη τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ἄρ­χι­σαν λοι­πόν νά κα­τα­φθά­νουν πλή­θη λα­οῦ γι­ά νά δοῦν ὄ­χι μό­νον τόν Ἰ­η­σοῦ ἀλ­λά καί τόν ἀ­να­στη­μέ­νο Λά­ζα­ρο. Ἀρ­κε­τοί μά­λι­στα αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες τῆς ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Λα­ζά­ρου ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν τό θαῦ­μα καί ἔ­τσι πί­στευ­αν πολ­λοί στόν Κύ­ρι­ο. Αὐ­τό ὅ­μως ἀ­να­στά­τω­σε τούς ἀρ­χι­ε­ρεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πο­φά­σι­σαν νά θα­να­τώ­σουν ὄ­χι μό­νον τόν Ἰ­η­σοῦ, ἀλ­λά καί τόν Λά­ζα­ρο.

Τήν ἄλ­λη τώ­ρα ἡ­μέ­ρα, μό­λις ὁ Κύ­ρι­ος ξε­κί­νη­σε γι­ά τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ἀ­μέ­τρη­τα πλή­θη λα­οῦ δέν μπο­ροῦ­σαν νά συ­γκρα­τή­σουν τόν ἐν­θου­σι­α­σμό τους. Ἔ­κο­βαν κλα­δι­ά ἀ­πό φοί­νι­κες καί ἔ­βγαι­ναν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι μέ χα­ρά γι­ά νά ὑ­πο­δε­χθοῦν τόν Κύ­ρι­ο. Καί μό­λις τόν ἀ­ντί­κρυ­ζαν ἄρ­χι­ζαν νά φω­νά­ζουν δυ­να­τά καί νά ζη­τω­κραυ­γά­ζουν: «Εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, ὁ βα­σι­λεύς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ». Ὁ Κύ­ρι­ος ἐρ­χό­ταν στήν πό­λι «κα­θή­με­νος ἐ­πί πῶ­λον ὄ­νου» ὅ­πως τό εἶ­χε προ­φη­τεύ­σει ὁ προ­φή­της Ζα­χα­ρί­ας: «Μή φο­βᾶ­σαι Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, γι­α­τί ὁ βα­σι­λι­ᾶς σου ἔρ­χε­ται ὄ­χι σάν τύ­ραν­νος, ἀλ­λά πρᾶ­ος καί τα­πει­νός, κα­θι­σμέ­νος πά­νω σέ γα­ϊ­δου­ρά­κι». Βέ­βαι­α οἱ μα­θη­ταί δέν κα­τά­λα­βαν τό­τε ὅ­τι ἐκ­πλη­ρώ­νο­νταν οἱ λό­γοι τοῦ προ­φή­του. Τό κα­τά­λα­βαν ὅ­μως ἀρ­γό­τε­ρα, με­τά τήν Ἀ­νά­στα­σι τοῦ Κυ­ρί­ου φω­τι­σμέ­νοι ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα.

Υ­ΠΟ­ΔΟ­ΧΗ πρα­γμα­τι­κά με­γε­λει­ώ­δης. Ἀλ­λά ποι­όν νο­μί­ζουν ὅ­τι ὑ­πο­δέ­χο­νται οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες; Ἕ­ναν κο­σμι­κό ἄρ­χο­ντα πού θά ἐ­γκα­θι­δρύ­σῃ μι­ά ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λεί­α. Δέν μπο­ροῦν νά συλ­λά­βουν ὅ­τι ὑ­πο­δέ­χο­νται τόν βα­σι­λέ­α ὄ­χι τοῦ κό­σμου αὐ­τοῦ, ἀλ­λά μιᾶς οὐ­ρα­νί­ου βασι­λείας. Εἶ­ναι ὁ βα­σι­λεύς τῶν βα­σι­λευ­ό­ντων καί Κύ­­ρι­ος τῶν κυ­ρι­ευ­ό­ντων· βα­σι­λεύς ὄ­χι κρα­τῶν ἀλ­λά καρ­δι­ῶν. Καί δέν ζη­τεῖ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πό ἐ­μᾶς πα­ρά μό­νο τήν ἀ­γά­πη μας καί τή ἀ­φο­σί­ω­σί μας. 

Ἄς τρέ­ξου­με λοι­πόν κι ἐ­μεῖς σή­με­ρα νά ὑ­πο­δε­χθοῦ­με τόν Κύ­ρι­ό μας, ὄ­χι ὡς ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λέ­α ἀλ­λά ὡς τόν Βα­σι­λέ­α τῶν καρδιῶν μας. Κι ἀ­ντί γι­ά κλά­δους φοι­νί­κων, ἄς τοῦ προ­σφέ­ρου­με τήν ἀ­γά­πη καί τή λα­τρεί­α μας, ἄς τοῦ προ­σφέ­ρου­με τίς καρ­δι­ές μας. Κά­θε κτύ­πος τῆς καρ­δι­ας μας νά κτυ­πᾶ γι­ά ἐ­κεῖ­νον. Καί θά ἔρ­θῃ ἡ ἡ­μέ­ρα ἡ μο­να­δι­κή, ἡ ἀ­στρα­φτε­ρή καί παμ­φώ­τει­νη γι­ά νά μᾶς ὑ­πο­δε­χθῇ πλέ­ον Ἐ­κεῖ­νος στή Βα­σι­λεί­α του καί μᾶς κά­νῃ με­τό­χους τῆς αἰ­ώ­νι­ου εὐ­­τυ­χί­ας.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

10.

Κυριακή των Βαΐων -«Σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν: ευλογημένος ο ερχομός εν ονόματι Κυρίου»

Θριαμβευτική και μεγαλόπρεπη ήταν η υποδοχή του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. Αναρίθμητα πλήθη Εβραίων με αισθήματα λατρείας κι ενθουσιασμού τον υποδέχτηκαν στην είσοδο της πόλης ζητωκραυγάζοντας «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».

Τέτοια γιορτή ποτέ δεν είχαν ξαναζήσει τα Ιεροσόλυμα. Φρενίτιδα ενθουσιασμού στα πλήθη. Στο πέρασμα Του έστρωναν πολύτιμα ιμάτια και κλαδιά από φοίνικες σκορπούσαν. Άλλοι κρατούσαν στα χέρια «τα βαΐα των φοινίκων» και φώναζαν με χαρά: «ευλογημένη η ερχόμενη βασιλεία εν ονόματι Κυρίου του πατρός ημών Δαβίδ» (Μαρκ. ια΄ 10). Κι αυτά τα νήπια δεν υστέρησαν σ’ εκδηλώσεις λατρείας. Ανεβοκατέβαιναν στα δέντρα, προπορεύονταν της συνοδείας του Χριστού, φώναζαν αυθόρμητα κι επευφημούσαν τον ερχόμενο Βασιλέα του. Δεν είναι υπερβολή αυτό που λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος ότι «εισελθόντος αυτού εις Ιεροσόλυμα εσείσθη πάσα η πόλις» (Ματθ. κα΄ 10).

Γιατί όμως ο κόσμος επιφύλαξε τόσο ένδοξη υποδοχή στον Χριστό; Τι προσδοκούσε από αυτόν; Για ποιο λόγο ξεσήκωσε τα πλήθη η φήμη της αφίξεώς Του στα Ιεροσόλυμα; Την απάντηση μας δίνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Εμαρτύρει ουν ο όχλος ο ων μετ’ αυτού, ότε τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών. Δια τούτο και υπήντησεν αυτώ ο όχλος…» (Ιωάν. ιβ’ 17-18). Το θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου συγκλόνισε ολόκληρη την Ιουδαία. Αυτόπτες μάρτυρες διαφήμισαν απ’ άκρη σ’ άκρη της Παλαιστίνης το συνταρακτικό γεγονός. Η είδηση, ότι ο Διδάσκαλος ανάστησε τετραήμερο νεκρό, ξεπερνούσε κάθε λογική. Ήθελαν να δουν τον νικητή του θανάτου. Να συναντήσουν τον θαυματοποιό. Ν’ ακούσουν τον άνθρωπο που από τα έγκατα του Άδη ξανάφερε στη ζωή ένα νεκρό! Με τη θριαμβευτική υποδοχή του Χριστού οι Ιουδαίοι εκδήλωναν τους πόθους και τα οράματα της φυλής τους για την επανίδρυση της βασιλείας του Δαβίδ , που τώρα έλπιζαν, ότι θα πραγματοποιείτο από τον Ιησού. Κυρίως όμως εξέφραζαν τη χαρά τους για τη λύση του μεγάλου δράματος του θανάτου και την κατάλυση της τυραννίας του Άδη. Οι Ιεροσολυμίτες τον υποδέχτηκαν όπως τον υποδέχεται η Εκκλησία σήμερα ψάλλοντας: «Σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν», δηλ. σαν νικητή και θριαμβευτή όχι εγκοσμίων εχθρών, αλλά του προαιώνιου εχθρού της ανθρωπότητας, του θανάτου. Γι’ αυτό κρατούσαν βάϊα, για να δηλώσουν τη νίκη του Χριστού κατά του θανάτου. Γι’ αυτό τον λόγο η σημερινή ημέρα είναι ημέρα ευφροσύνης. «Χαίρε και ευφραίνου πόλις Σιών, τέρπου και αγάλλου η Εκκλησία του Θεού», κράζει ο Ιερός υμνογράφος. Και ο Απόστολος των Εθνών καλεί τους πιστούς στη χαρά της κοινής αναστάσεως: «Αδελφοί χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε∙ πάλιν ερώ χαίρετε» (Φιλιπ. δ΄ 4). Σήμερα πριν από την Ανάσταση του Χριστού γιορτάζουμε το προοίμιο της κοινής Αναστάσεως. Και καθώς προπορευόμαστε προς το εκούσιο πάθος, ενισχυόμαστε από το θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου με την ελπίδα της δικής μας Αναστάσεως.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας καθώς αναλύουν κι ερμηνεύουν τα περιστατικά της Βαϊοφόρου, βλέπουν σε πολλά κάποια αλληγορία. Τονίζουν, ότι η έλευση του Χριστού συνεχίζεται και σήμερα στον κόσμο. Πώλος είναι ο «εξ εθνών λαός» επάνω στον οποίο αναπαύεται ο Χριστός και δια του οποίου αναγορεύθηκε «βασιλεύς πάσης της γης». Η συναγωγή των Εβραίων έμεινε στην πονηριά, ασυγκίνητη από την παρουσία Του. Εγκατέλειψε τον Υιό του Θεού και πολύ σύντομα από το «Ωσαννά» έφτασε στο «Σταυρωθήτω». Έμεινε επαναπαυμένη στις προγονικές δάφνες, τυφλή μπροστά στην άφατη φιλανθρωπία Του. Ο ευνοημένος λαός δεν αναγνώρισε τον Σωτήρα. Οι ακριβοδίκαιοι τηρητές του Νόμου δεν αντιλήφθηκαν την παρουσία του νομοθέτη. Αλλά οι άνθρωποι των παθών και της ειδωλολατρίας, οι ταπεινωμένοι μέσα στην εμπάθεια της καθημερινότητας τον αναγνώρισαν, τον τίμησαν και τον λάτρεψαν. Από την απιστία ήλθαν στην πίστη και από τον εγωισμό έφτασαν στην κατάσταση της αγάπης. Εξαγοράσθηκαν με το τίμιο αίμα του Χριστού από την καταδυναστεία του διαβόλου, ανακαινίσθηκαν με την χάρη του Αγίου Πνεύματος και έγιναν ο νέος Ισραήλ του Θεού. Αυτός ο λαός της Χάριτος, ο ελεημένος από τον Θεό (Α΄ Πέτρ. Β΄ 10) υποδέχεται σήμερα τον ερχόμενο Βασιλέα. Συνωστιζόμενος στην Αγία Σιών, στον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου, αλλά και σ’ όλους τους Ορθοδόξους Ναούς, υποδεχόμενος τον Σωτήρα του ψάλλει: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».

Δεν έπαψαν να υπάρχουν και σήμερα Χριστιανοί που σκέπτονται όπως οι Ιουδαίοι της εποχής εκείνης. Όπως εκείνοι «εβλασφήμουν παρανόμως» και από φθόνο εξύφαιναν την κατά του Χριστού συνωμοσία, έτσι και σήμερα, στο θρίαμβο της Εκκλησίας και της πίστεως, υπάρχουν άνθρωποι που με δόλο σχεδιάζουν τον αφανισμό της. Συνεργάζονται με τις δυνάμεις του σκότους να «διαλύσουν» τη θεοΐδρυτη Εκκλησία και μετέρχονται όλα τα μέσα για να τη διαπομπεύσουν και την εξευτελίσουν. Η Ιστορία όμως μας διδάσκει ότι «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος. Ούτος Κριτής έστιν ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας». Τίποτε δεν Του διαφεύγει. Προς στιγμήν σιωπά και μακροθυμεί, αλλά στο τέλος εξαπολύει τους κεραυνούς της δικαίας του οργής.

 Αδελφοί μου,

Και σήμερα έρχεται ο Χριστός στη γη των στεναγμών και των δακρύων. Έρχεται για να θυσιαστεί και να αναστηθεί χάρη των ανθρώπων. Πόσοι από εμάς είναι έτοιμοι να απλώσουν τα πέπλα των θείων έργων στην υποδοχή Του και αντί βαΐων να πάρουν στα χέρια τους τα εύοσμα άνθη των αρετών; Πόσοι ομολογούν πίστη στον ουράνιο Βασιλέα και πόσοι, σαν τους Φαρισαίους, σπεύδουν να σχεδιάσουν της προδοσίας το φίλημα; Ας προσέξουμε η δική μας υποδοχή να είναι η αρμόζουσα, με ολάνοικτη την πόρτα της ψυχής και της αγάπης την αγκαλιά.

Γεώργιος Σαββίδης

11.

«Ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι» (Θεολογικό σχόλιο στο περιεχόμενο και τα νοήματα της Κυριακής των Βαΐων)

Λάμπρου Κ.Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητού.

        Μετά την θαυμαστή ανάσταση του Λαζάρου οι ευσεβείς αδελφές του παρέθεσαν στον Κύριο και τους μαθητές Του μεγάλο και λαμπρό δείπνο για να ευχαριστήσουν τον Μεγάλο Ευεργέτη τους. Η Μάρθα φρόντιζε να μη λείψει τίποτε από το πλούσιο τραπέζι. Μαζί τους καθόταν και ο Λάζαρος. Η Μαρία, κατά τη διάρκεια του δείπνου, πήρε ένα πολύτιμο δοχείο γεμάτο πανάκριβο μύρο και άρχισε να πλένει με αυτό τα πόδια του Χριστού. Κατόπιν ξέπλεξε τα πλούσια μαλλιά της και μ’ αυτά σκούπισε τα πόδια του Λυτρωτή. Η ευώδης οσμή του μύρου γέμισε την οικία. Το γεγονός αυτό δημιούργησε αισθήματα εκπλήξεως στους παραβρισκόμενους. Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο μελλοντικός προδότης του Κυρίου είπε: «Διατί τούτο το μύρον ουκ επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη τοις πτωχοίς;». Και σχολιάζει ο ιερός ευαγγελιστής: «είπε δε τούτο ουχ ότι περί των πτωχών έμελεναυτώ, αλλ΄ότι κλέπτης ην, και το γλωσσόκομον είχε και τα βαλλόμενα εβάσταζεν» (Ιωάν.12,6).

      Ο άνθρωπος της ανομίας, απόλυτα υπόδουλος στα ταπεινά του πάθη, έμεινε εντελώς ανέγγιχτος από την τρίχρονη παρουσία του θείου Διδασκάλου του. Η ωφελιμιστική υλιστική σκοτοδίνη του, τον κρατούσε δέσμιο του πάθους της φιλαργυρίας. Αυτό το πάθος θα τον οδηγήσει, κατόπιν, σε λίγες ημέρες στην προδοσία του Δασκάλου του και στον προσωπικό του τραγικό αφανισμό. Το όνομά του θα γίνει στους αιώνες συνώνυμο της προδοσίας.

      Ο Κύριος με προφανή λεπτότητα αντιπαρήλθε την πρόκληση του Ιούδα και είπε: «Άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό. Τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε»(Ιωάν.121,7-8). Φυσικά τα λόγια αυτά ήταν ακατανόητα για τους μαθητές Του, διότι, προσκολλημένοι ακόμη στην εθνικιστική ιουδαϊκή περί Μεσσία αντίληψη, πίστευαν σε μια λαμπρή προέλαση προς την Ιερουσαλήμ, προκειμένου να πάρουν την εξουσία και να απελευθερώσουν το έθνος από τον ξένο δυνάστη.

       Την ίδια ώρα κατέφθασε στην οικία του δείπνου όχλος πολύς από τους Ιουδαίους, οι οποίοι ήθελαν να δουν τον θαυμαστό ραβίνο που ανάστησε το Λάζαρο. Ήθελαν επίσης να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τον αναστημένο. Ταυτόχρονα οι αρχιερείς και οι άρχοντες του Ιουδαϊκού λαού έκαναν συμβούλιο και συζητούσαν το ενδεχόμενο να φονεύσουν τον Λάζαρο, διότι διαπίστωναν με ανησυχία ότι πολλοί άνθρωποι είχαν πιστέψει στην θεϊκή δύναμη του Ιησού, εξαιτίας του εξαίσιου θαύματος! Ήδη είχε αποφασισθεί η θανάτωση του Κυρίου (Ιωάν.11,47-57) και ο προδότης μαθητής βρισκόταν σε επικοινωνία με το ιουδαϊκό ιερατείο (Ιωάν.12,3-8, Ματθ.26,14-16) για την παράδοση του Διδασκάλου του.

        Την άλλη μέρα ο Χριστός μπήκε στην Ιερουσαλήμ με τους μαθητές του. Το μεγάλο νέο της ανάστασης του Λαζάρου είχε φτάσει από τη Βηθανία στην αγία πόλη και δημιούργησε αισθήματα ενθουσιασμού και ευφορίας στο λαό. Λόγω δε της επικείμενης εορτής του Πάσχα είχαν συρρεύσει εκεί πολλοί ξένοι προσκυνητές. Όταν πληροφορήθηκαν οι όχλοι την άφιξη του ανθρώπου που ανάστησε το Λάζαρο, πήραν στα χέρια κλαδιά φοινίκων και βγήκε στους δρόμους για να Τον προϋπαντήσουν τραγουδώντας τον νικητήριο παιάνα: «Ωσαννά ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωάν.12,13). Κάποιοι έστρωναν τα ενδύματά τους στο δρόμο για να περάσει ο μεγάλος θριαμβευτής. Η σκηνή αυτή ήταν συνηθισμένη στους χρόνους εκείνους. Οι νικητές βασιλείς έμπαιναν τροπαιούχοι στις πόλεις, αποθεωμένοι από τα πλήθη.

       Ο Κύριος καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου έμπαινε ήσυχα, ατάραχος και αδιαφορώντας για τους πανηγυρισμούς, στην αγία πόλη, εκπληρώνοντας την

 προφητεία του Ζαχαρίου: «Χαίρε σφόδρα θύγατερ Σιών, ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι δίκαιος και σώζων αυτός πραϋς και επιβεβηκώς επί υπόζυγιον και πώλον νέον» (Ζαχ.9,9). Ο κόσμος επισημαίνει ο ιερός ευαγγελιστής ομολογούσε ότι «τον Λάζαρονεφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών. Δια τούτο και ηπήντησεναυτώ ο όχλος, ότι ήκουσαν τούτο αυτόν πεποιηκέναι το σημείον» (Ιωάν.12,17-18). Αντίθετα με τους ενθουσιασμούς του πλήθους, οι Φαρισαίοι με εμφανή ανησυχία και μίσος  είπαν μεταξύ τους: «θεωρείτε ότι ουκ ωφελείτε ουδέν; Ίδε ο κόσμος οπίσω αυτού απήλθεν» (Ιωάν.12,19).

      Η είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα είναι η τελευταία σκηνή του δραματικού έργου της επί γης ζωής Του. Μπήκε ταπεινά επάνω στο ονάριο, παρ’ όλο ότι ο όχλος τον ζητωκραύγαζε και συμπεριφερόταν ως να είχε μπροστά του κάποιο εγκόσμιο βασιλιά, ο οποίος μπαίνει θριαμβευτής στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Γνωρίζει πολύ καλά πως οι ιαχές και οι πανηγυρισμοί των όχλων είναι πρόσκαιρες και λαθεμένες εκδηλώσεις. Όλοι αυτοί οι ενθουσιώδεις άνθρωποι οι οποίοι τον αποθέωναν, εκδήλωναν εκείνη τη στιγμή την μικρο- εθνικιστική τους αντίληψη για Εκείνον. Τα κίνητρά τους ήταν ιδιοτελή και φτηνά. Η απουσία πνευματικότητας ήταν διάχυτη σ’ αυτούς.

       Γνώριζε επίσης ο Κύριος ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι τον δόξαζαν με την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ, θα είναι οι ίδιοι, οι οποίοι θα φωνάζουν πέντε ημέρες μετά κάτω από το πραιτώριο και θα απαιτούν από τον εκπρόσωπο του Ρωμαίου δυνάστη τους «σταύρωσονσταύρωσον αυτόν» (Λουκ.23,22)!

       Για μας τους πιστούς η είσοδος του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ αποτελεί την απαρχή της εκούσιας πορείας Του για το θείο Πάθος. Εορτάζουμε την ημέρα αυτή με ανάκατα αισθήματα χαράς και λύπης. Γιορτάζουμε με αισθήματα χαράς, διότι ο Λυτρωτής μας Χριστός οδεύει προς τα σωτήρια παθήματα για την δική μας σωτηρία. Γιορτάζουμε με αισθήματα λύπης, διότι ο Κύριός μας θα υποστεί για χάρη μας, και εξαιτίας της δικής μας κακουργίας, τα επώδυνα παθήματα και θα υποφέρει και θα πονέσει ως άνθρωπος. Θα ανέβει στον Γολγοθά, θα πεθάνει ως κακούργος και θα ταφεί ως κοινός θνητός. Σε ανάμνηση της μεγαλειώδους και θριαμβευτικής εισόδου του Κυρίου μας στην αγία πόλη, κρατάμε και εμείς κατά την αγία αυτή ημέρα κλάδους δάφνης, υποδεχόμενοι τον Κύριο ως νικητή και θριαμβευτή βασιλέα, όχι βέβαια κοσμικό, όπως τον περίμεναν οι Ιουδαίοι, αλλά ως αιώνιο πνευματικό Άνακτα.