1.

«Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται τοις αρχιερεύσι και γραμματεύσι και κατακρινούσιν αυτόν θανάτω» (Μάρκ. ι’ 33).

Είναι η τελευταία φορά που ο Χριστός ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα συνοδευόμενος από τους Μαθητές Του. Καθ’ οδόν προαναγγέλλει ότι πλησιάζει η ώρα του Πάθους Του. Αυτό το πάθος είναι εκούσιο, γιατί όπως αναφέρει σήμερα ο Ίδιος «Θα παραδοθεί στους αρχιερείς και τους γραμματείς. Αυτοί θα τον καταδικάσουν σε θάνατο και θα τον παραδώσουν στους Εθνικούς. Θα τον περιγελάσουν, θα τον μαστιγώσουν, θα τον φτύσουν και θα τον θανατώσουν. Ύστερα από τρεις μέρες όμως θα αναστηθεί».

Ένα πάθος, λοιπόν, αλλά εκούσιο-θεληματικό. Κανένας δεν τον εξαναγκάζει. Όταν αναφέρεται σ’ αυτό χρησιμοποιεί τον όρο «δει» πρέπει. «Ότι δει αυτόν απελθείν εις Ιεροσόλυμα και πολλά παθείν από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων και αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι». (Ματθ. ιστ’21). Στη συνομιλία δε, που είχε με τον Νικόδημο, εξηγεί και το γιατί πρέπει να θανατωθεί. «Ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’έχη ζωήν αιώνιον». Και συνεχίζει. «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο ,ώστε παρέδωσε στον θάνατο τον μονογενή Του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια»(Ιωάν.γ’15-16).

Ο Χριστός, λοιπόν, με τη δική Του θέληση οδηγείται προς το Πάθος. Ομολογεί με επιμονή: «Εγώ τίθημι την ψυχήν μου ». «Εγώ θυσιάζω τη ζωή μου, ώστε να την ξαναπάρω. Κανείς δεν μου την παίρνει, αλλά Εγώ από μόνος μου την προσφέρω.Από μένα εξαρτάται να την προσφέρω κι από μένα εξαρτάται να την ξαναπάρω. Αυτήν την εντολή έλαβα από τον Πατέρα μου»(Ιωάν.ι’17-18).

Αυτό ήταν το έργο της Θείας Οικονομίας. Αυτό επέβαλλε η αγάπη του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Ο Χριστός, ως Θεός, είχε τη δυνατότητα της επιλογής. Μπορούσε ακόμα να επιλέξει οποιοδήποτε τρόπο για τη σωτηρία του κόσμου. Κι όμως επέλεξε το δρόμο της θυσίας. Επέλεξε όχι μόνο τον πιο οδυνηρό, αλλά και τον πιο εξευτελιστικό θάνατο, τον σταυρικό θάνατο.

 Ο Σταυρός, που είναι η ύψιστη έκφραση της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, είναι την ίδια στιγμή και η χείριστη απάντηση του ανθρώπου σ’ αυτή την αγάπη του Θεού. Για τούτο και ο Απόστολος Παύλος μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε τούτη τη σημαντική αλήθεια ,όσο πλησιάζουμε προς τη γιορτή του Πάσχα. Ότι «το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός» (Α΄ Κορ.ε’7). «Γιατί η δική μας γιορτή του Πάσχα συνίσταται στο γεγονός ότι θυσιάστηκε για χάρη μας ο Χριστός».

Άραγε πόσοι και σε ποιο βαθμό αντιλαμβανόμαστε αυτή τη θυσία; Αλλά ακόμα πόσοι και σε ποιό βαθμό αποδεχόμαστε ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι το «λύτρο», το αντάλλαγμα που δόθηκε για να εξαγοραστούν οι αμαρτίες του καθενός από μας ;

Η απάντηση είναι δύσκολη ,ίσως και οδυνηρή. Ίσως να μη διαφέρει από αυτή των Μαθητών του Χριστού, οι οποίοι στο άκουσμα των Παθών Του, προτάσσουν τα δικά τους πάθη. Προτάσσουν το πάθος του εγωισμού, καθώς την αντιζηλία και τον ανταγωνισμό. Δυό από αυτούς, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, δεν ζητούν υπηρεσία και έργο στη Βασιλεία Του, αλλά τις πιο ξεχωριστές τιμές. «Διδάσκαλε, θέλουμε να μας κάνεις τη χάρη που θα σου ζητήσουμε… Όταν θα εγκαταστήσεις την ένδοξη βασιλεία σου, βάλε μας να καθίσουμε ο ένας στα δεξιά και ο άλλος στα αριστερά σου».

 «Ουκ οίδατε τι αιτείσθε», τους είπε ο Χριστός. «Δεν ξέρετε τι ζητάτε», ενώ τους ρωτά αν μπορούν να γίνουν συμμέτοχοι των Παθών Του. Μετά από τη θετική τους απάντηση τους είπε ο Χριστός. «Το ποτήρι που θα πιω εγώ θα το πιείτε, και με το βάπτισμα των παθημάτων μου θα βαπτιστείτε. Το να καθίσετε όμως στα δεξιά μου και στα αριστερά μου δεν μπορώ να σας τα δώσω εγώ, αλλά θα δοθεί σ’ αυτούς για τους οποίους έχει ετοιμαστεί με τους δικούς τους κόπους και θυσίες.

 Ο Χριστός προσφέρει τους καρπούς της απολυτρώσεως. Όμως τους καρπούς της δόξας θα τους γευτούν εκείνοι που εργάστηκαν με ταπεινοφροσύνη και αυτοθυσία. Η Βασιλεία του Θεού και κατ’ επέκταση η αιώνια ζωή είναι μεν δώρο και δωρεά του Θεού ,αλλά την ίδια στιγμή είναι και κατάκτηση, στην οποία μας καλεί ο Θεός να γίνουμε μέτοχοι. Προτρέπει ο Απόστολος Παύλος τον μαθητή του Τιμόθεο και κατ’ επέκταση κι εμάς: « Να επιδιώκεις τη δικαιοσύνη, την ευσέβεια, την πίστη, την αγάπη, την υπομονή, την πραότητα. Να αγωνίζεσαι τον ωραίο αγώνα της πίστεως. Κατάκτησε έτσι την αιώνια ζωή στην οποία σε κάλεσε ο Θεός, για την οποία ομολόγησες την καλή ομολογία μπροστά σε πολλούς μάρτυρες.» (Α’ Τιμ.στ’ 11-12).

Αδελφοί μου, ο Χριστός δεν περιορίστηκε σήμερα στο να απορρίψει τη φιλοπρωτία των δύο ή την αγανάκτηση των άλλων δέκα Μαθητών Του. Με λόγια , αλλά ιδιαίτερα με έργα, τους αποκάλυψε ότι η Βασιλεία Του είναι ξένη προς την εγωιστική τάση, την κυριαρχία ή την ιδιοτελή εκμετάλλευση των άλλων. Στη Βασιλεία Του εκείνο που προέχει είναι η αγάπη, η προφορά και η θυσία. Η Βασιλεία Του είναι βασιλεία διακονίας και όχι εξουσιαστικής κυριαρχίας. Θα τους αποδείξει σε λίγο, πλένοντάς τους τα πόδια ,ότι «ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να προσφέρει τη ζωή Του λύτρο για όλους».

Αυτή είναι στ’ αλήθεια η πιο μεγάλη επανάσταση που άλλαξε τον κόσμο. Μέσα από την αγάπη, μέσα από τη διακονία, μέσα από την αναγνώριση της ισότητας των ανθρώπων, προχώρησε στην κατάργηση της δουλείας. Όμως, υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης της ποιότητας της ζωής μέσα από τη δική μας εσωτερική βελτίωση. Η πορεία μας ας είναι πορεία ταπείνωσης προσφοράς και αγάπης. Αυτή θα είναι η καλύτερη άπόδειξη ότι συμπεριφερόμαστε και συσταυρωνόμαστε με τον Χριστό.

 Θεόδωρος Αντωνιάδης

1.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἰδού ἡ πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Κυριακή [πού σφραγίζει τήν ἑβδομάδα] τῶν μεγάλων ἀγρυπνιῶν καί τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, τήν ἑβδομάδα τῶν μεγάλων θρήνων καί ἀναστεναγμῶν, ἡ Κυριακή τῆς πιό μεγάλης μεταξύ τῶν ἁγίων γυναικῶν Ἁγίας, τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας…

Σαράντα ἑπτά χρόνια ἔκανε στήν ἔρημο, καί ὁ Κύριος τῆς ἔδωσε ἐκεῖνο πού σπάνια δίνει σέ κάποιον ἀπό τούς Ἁγίους. Χρόνια ὁλόκληρα δέν γεύθηκε ψωμί καί νερό. Στήν ἐρώτησι τοῦ ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4). Ὁ Κύριος τήν ἔτρεφε μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο καί τήν ὡδηγοῦσε στήν ἐρημητική ζωή, στούς ἐρημητικούς της ἀγῶνες.

Καί ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἁγία μετέτρεψε τήν κόλασί της σέ παράδεισο! Νίκησε τόν διάβολο καί ἀνέβηκε ψηλά στόν Θεό! Πῶς, μέ τί; Μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή, μέ νηστεία καί προσευχή! Διότι ἡ νηστεία, ἡ νηστεία μαζί μέ τήν προσευχή, εἶναι δύναμις πού νικᾶ τά πάντα. Ἕνας θαυμάσιος ὕμνος τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς λέγει: «ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Μέ τήν νηστεία μᾶς ἔδειξε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου… Δέν ὑπάρχει ἄλλο ὅπλο, δέν ὑπάρχει ἄλλο μέσον.

Νηστεία! Ἰδού τό μέσον γιά νά νικήσῃς τόν διάβολο, τόν κάθε διάβολο. Παράδειγμα νίκης, ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Τί θεία δύναμις ἡ νηστεία! Νηστεία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό σου.

Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει σταυρός, ἡ νίκη εἶναι σίγουρη. Τό σῶμα τῆς πρώην πόρνης τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Μαρίας, μέ τήν ἁμαρτία παραδόθηκε στήν δουλεία τοῦ διαβόλου. Ἀλλά ὅταν ἀγκάλιασε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν πῆρε αὐτό τό ὅπλο στά χέρια της, νίκησε τόν διάβολο. Νηστεία εἶναι ἡ ἀνάστασις τῆς ψυχῆς ἐκ νεκρῶν. Ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή ἀνοίγουν τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά ἀντικρύσῃ καί νά καταλάβῃ πραγματικά τόν ἑαυτό του, νά ἰδῇ τόν ἑαυτό του. Βλέπει τότε ὅτι κάθε ἁμαρτία στήν ψυχή του εἶναι ὁ τάφος του, ὁ τάφος, ὁ θάνατός του. Καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία μέσα στήν ψυχή του δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά μετατρέπῃ σέ πτώματα ὅλα ὅσα ἀνήκουν στήν ψυχή: τούς λογισμούς της, τά συναισθήματά της καί τίς διαθέσεις της· σειρά ἀπό τάφους. Καί τότε…, τότε ξεχύνεται θρηνητική κραυγή ἀπό τήν ψυχή: «Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με». Αὐτή εἶναι ἡ κραυγή μας κατά τήν ἁγία αὐτή ἑβδομάδα: Κύριε, προτοῦ χαθῶ τελείως, σῶσε με. Ἔτσι προσευχηθή¬καμε αὐτή τήν ἑβδομάδα στόν Κύριο, τέτοιες προσευχητικές ἀναβοήσεις μᾶς παρέδωσε στόν Μεγάλο Κανόνα του ὁ μεγάλος ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἀνδρέας Κρήτης.

«Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Αὐτή ἡ κραυγή μᾶς ἀφορᾶ ὅλους, ὅλους ὅσους ἔχουμε ἁμαρτίες. Ποιός δέν ἔχει ἁμαρτίες; Εἶναι ἀδύνατον νά κυττάξῃς τόν ἑαυτό σου νά μή εὕρῃς κάπου, σέ κάποια γωνία τῆς ψυχῆς σου, νά μή ἐντοπίσῃς σέ κάποια ἄκρη της μία ξεχασμένη ἴσως ἁμαρτία. Καί… κάθε ἁμαρτία, γιά τήν ὁποία δέν ἔχεις μετανοήσει, εἶναι ὁ τάφος σου, εἶναι ὁ θάνατός σου. Καί ἐσύ, γιά νά μπορέσῃς νά σωθῇς καί νά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν τάφο σου, κρᾶζε μέ τίς προσευχητικές θρηνητικές κραυγές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

Ἄς μή ξεγελᾶμε τόν ἑαυτό μας, ἀδελφοί, ἄς μή ἀπατώμεθα. Καί μία μόνο ἁμαρτία ἄν ἔμεινε στήν ψυχή σου, καί σύ δέν μετανοεῖς καί δέν τήν ἐξομολογεῖσαι ἀλλά τήν ἀνέχεσαι μέσα σου, αὐτή ἡ ἁμαρτία θά σέ ὁδηγήσῃ στό βασίλειο τῆς κολάσεως. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στόν παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γιά νά ἀξιωθῇς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, φρόντισε νά ἀποδιώξῃς ἀπό μέσα σου κάθε ἁμαρτία, νά ξεριζώσῃς ἀπό μέσα σου διά τῆς μετανοίας κάθε ἁμαρτία. Διότι, τίποτε δέν γλυτώνει ἀπό τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια δύναμι ἔδωσε ὁ Κύριος στήν Ἁγία Μετάνοια.

Κοίταξε! Ἀφοῦ ἡ μετάνοια μπόρεσε νά σώσῃ μία τόσο μεγάλη ἄσωτη γυναῖκα, ὅπως ἦταν κάποτε ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, πῶς νά μή σώσῃ καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τόν κάθε ἁμαρτωλό, καί τόν πιό μεγάλο ἁμαρτωλό καί ἐγκληματία; Ναί, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι τό πεδίο τῆς μάχης, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή νικᾶμε τόν διάβολο, νικᾶμε ὅλες τίς ἁμαρτίες, νικᾶμε ὅλα τά πάθη καί ἐξασφαλίζουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἀθανασία καί τήν αἰώνιο ζωή. Στήν ζωή τῶν ἁγίων καί ἀληθινῶν Χριστιανῶν ὑπάρχουν ἀναρίθμητα παραδείγματα πού δείχνουν ὅτι ὄντως μόνο μέ τήν προσευχή καί τήν νηστεία ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί νικᾶμε τούς δαίμονες, ὅλους ἐκείνους πού μᾶς βασανίζουν καί θέλουν νά μᾶς παρασύρουν στό βασίλειο τοῦ κακοῦ, στήν κόλασι. Αὐτή ἡ Ἁγία Νηστεία…! εἶναι νηστεία τῶν ἁγίων ἀρετῶν μας. Κάθε ἁγία ἀρετή ἀνασταίνει τήν ψυχή μου καί τήν ψυχή σου ἐκ τῶν νεκρῶν.

Προσευχή! Τί εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ μεγάλη ἀρετή πού σέ ἀνασταίνει καί μέ ἀνασταίνει. Σηκώθηκες μήπως γιά προσευχή, ἔκραξες πρός τόν Κύριο νά καθαρίσῃ τήν ψυχή σου ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀπό τό κάθε κακό, ἀπό κάθε πάθος; Τότε οἱ τάφοι σου καί οἱ τάφοι μου ἀνοίγουν καί οἱ νεκροί ἀνασταίνονται. Ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό φεύγει, ὅ,τι σύρει πρός τό κακό ἐξαφανίζεται. Ἡ ἁγία προσευχή ἀνασταίνει τόν καθένα ἀπό μᾶς, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, ὅταν φέρνει ὅλη τήν ψυχή στόν οὐρανό, ὅταν ἐσύ μέ φόβο καί τρόμο λέγῃς στόν Κύριο: Δές, δές τούς τάφους μου, ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ τάφοι μου, Κύριε! Μέσα σέ κάθε ἕναν ἀπό αὐτούς τούς τάφους, νά’την ἡ ψυχή μου, νά’την νεκρή, μακρυά ἀπό Σένα, Κύριε! Εἰπέ λόγον καί ἀνάστησον πάντας τούς νεκρούς μου! Διότι, Σύ, Σύ, Κύριε, μᾶς ἔδωσες πολλές θεῖες δυνάμεις νά μᾶς ἀνασταίνουν διά τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως, νά μᾶς ἀνασταίνουν ἀπό τόν τάφο τῆς ραθυμίας.

Ναί, μέ τήν ἁμαρτία, μέ τά πάθη μας, πεθαίνουμε ψυχικά. Ἡ ψυχή ἀποθνήσκει, ὅταν χωρίζεται ἀπό τόν Θεό. Ἡ ἁμαρτία εἶναι δύναμις πού χωρίζει τήν ψυχή ἀπό τόν Θεό. Καί ἐμεῖς, ὅταν ἀγαπᾶμε τήν ἁμαρτία, ὅταν ἀγαπᾶμε τίς ἁμαρτωλές ἡδονές, στήν πραγματικότητα ἀγαπᾶμε τόν θάνατό μας, ἀγαπᾶμε τούς τάφους, τούς δυσώδεις τάφους, μέσα στούς ὁποίους ἡ ψυχή μας ἀποσυντίθεται.

Ἀντίθετα, ὅταν ἀνανήψουμε, ὅταν μέ τόν κεραυνό τῆς μετανοίας χτυπήσουμε τήν καρδιά μας, τότε…, τότε οἱ νεκροί μας ἀνασταίνονται. Τότε ἡ ψυχή μας νικᾶ ὅλους τούς φονεῖς της, νικᾶ τόν κατεξοχήν δημιουργό ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, τόν διάβολο, νικᾶ μέ τήν δύναμι τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Γι’ αὐτό, γιά μᾶς τούς Χριστιανούς δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πιό ἰσχυρή ἀπό μᾶς. Νά εἶσαι βέβαιος ὅτι πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε ἁμαρτία πού σέ βασανίζει, πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε πάθος πού σέ βασανίζει. Πῶς; –ἐρωτᾶς. Μέ τήν μετάνοια! Καί τί εἶναι εὐκολώτερο ἀπό αὐτήν; Πάντοτε μπορεῖς μέσα σου, μέσα στήν ψυχή σου, νά κραυγάζῃς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν θά σέ παραβλέψῃ. Θά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς νεκρούς καί θά ζῇς σ’ αὐτόν τόν κόσμο σάν κάποιος πού ἦρθε ἀπό ἐκεῖνον τόν κόσμο, πού ἀναστήθηκε καί ζῆ μία νέα ζωή, τήν ζωή τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, πού ὑπάρχουν μέσα του ὅλες οἱ θεῖες δυνάμεις, ἔτσι ὥστε καμμία ἁμαρτία πλέον δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ἴσως νά ξαναπέφτῃς, ἀλλά πλέον γνωρίζεις, γνωρίζεις τό ὅπλο, γνωρίζεις τήν δύναμι μέ τήν ὁποία ἀνασταίνεσαι ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτή¬σῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον (Ματθ. ιη΄, 21-22). Αὐτό ἐντέλλεται ὁ Κύριος σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους. Συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς. Γι’ αὐτό καί δήλωσε ὅτι χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἐπί τῆς γῆς (πρβλ. Λουκ. ιε΄ 7). Ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος ἀτενίζει σέ σένα, ἀδελφέ καί ἀδελφή, πῶς ζῆς στήν γῆ. Πέφτεις στήν ἁμαρτία καί δέν μετανοεῖς; Νά, οἱ Ἄγγελοι κλαῖνε καί θλίβονται στόν Οὐρανό ἐξ αἰτίας σου. Μόλις ἀρχίσῃς νά μετανοῇς, νά, οἱ Ἄγγελοι στόν Οὐρανό χαίρονται, καί σάν οὐράνιοι ἀδελφοί σου χορεύουν…

Νά ἡ σημερινή μεγάλη ἁγία, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Πόσο ἁμαρτωλή! Ἀπό αὐτήν ὁ Κύριος ἔκανε μία ἁγία ὕπαρξι σάν τά Χερουβίμ. Μέ τήν μετάνοια ἔγινε ἰσάγγελη, μέ τήν μετάνοια κατέστρεψε τήν κόλασι, στήν ὁποία βρισκόταν, καί ἀνέβηκε ὁλόκληρη στόν παράδεισο τοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει Χριστιανός ἀδύνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν τοῦ ἐπιτίθενται οἱ φρικωδέστερες ἁμαρτίες καί πειρασμοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀρκεῖ μόνο ὁ Χριστιανός νά μή ξεχάσῃ τά μεγάλα του ὅπλα: τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν νηστεία· νά ἐπιδοθῇ σέ κάποια εὐαγγελική ἄσκησι, σέ κάποια ἀρετή: εἴτε στήν προσευχή, εἴτε στήν νηστεία, εἴτε στήν εὐαγγελική ἀγάπη, εἴτε στήν εὐσπλαχνία. Ἄς θυμηθοῦμε τούς μεγάλους Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, ἄς θυμηθοῦμε τήν ἑορταζομένη σήμερα μεγάλη Ἁγία, τήν ὁσία Μητέρα μας Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Κύριος θά εἶναι εὔκαιρος βοηθός μας. Ἡ ἁγία Μαρία ἐβίωσε τόσο θαυμαστή βοήθεια ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί σώθηκε ἀπό τήν φοβερή της κόλασι, ἀπό τούς φοβερούς της δαίμονες. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί σήμερα καί πάντοτε μᾶς βοηθεῖ σέ ὅλες τίς εὐαγγελικές μας ἀρετές: στήν προσευχή, καί στήν νηστεία, καί στήν ἀγρυπνία, καί στήν ἀγάπη, καί στούς οἰκτιρμούς, καί στήν ὑπομονή, καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Εὔχομαι νά μᾶς βοηθῇ πάντα καί νά μᾶς καθοδηγῇ…

Γι’ αὐτό, ποτέ νά μήν ἀποκάμῃς στόν ἀγῶνα καί στόν πόλεμο μέ τίς ἁμαρτίες σου… Σέ ὅλες τίς δυσκολίες σου καί στίς πιό μεγάλες πτώσεις σου νά θυμᾶσαι τήν κραυγή αὐτῆς τῆς ἁγίας ἑβδομάδος, πού ἔχει τήν δύναμι νά σέ ἀναστήσῃ: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

1965

2.

Ἡ ζωοποιὸς νέκρωση

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Πλησιάζοντας στὸ τέλος τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, σὰν μία τελευταία ὤθηση «πρὸς διέγερσιν τῶν ραθύμων», ὅπως μᾶς λέει τὸ συναξάρι τῆς ἡμέρας, ἡ Ἐκκλησία μᾶς θυμίζει τὸ συγκλονιστικὸ παράδειγμα μετανοίας τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Ἐπειδὴ συχνὴ αἰτία τῆς ραθυμίας εἶναι ἡ ἔλλειψη ἐλπίδας στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνίοτε ἡ πλήρης ἀπογοήτευση λόγω τῆς χρόνιας βύθισης σὲ βοῦρκο παθῶν, προβάλλεται ἡ μετάνοια μιᾶς γυναίκας, ἡ ὁποία παρ’ ὅλο ποὺ κατάντησε σὲ πυθμένα ἀπωλείας, δὲν ἀπελπίστηκε· ἀποτόλμησε τόσο δυναμικὸ ἀγώνα μετανοίας, ὥστε ὄχι ἁπλῶς σώθηκε, ἀλλὰ ἔγινε ἁγία. Πῶς γεννήθηκε ἡ ἐλπίδα σωτηρίας στὴν καρδιὰ τῆς πόρνης; «Ἐλπίδα τίκτει δώρων Κυρίου πεῖρα», ἀπαντάει ὁ Σιναΐτης ἅγιος Ἰωάννης· καὶ τὸ πρῶτο δῶρο ποὺ δέχθηκε ἡ ἁγία Μαρία ἦταν τὸ νὰ ἀνοίξει καὶ γι’ αὐτὴν ἡ πόρτα τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ μπορέσει νὰ προσκυνήσει τὸν Πανάγιο Τάφο.

Τὸ δῶρο καὶ ἡ θύρα

Γιὰ ἀσύγκριτα μεγαλύτερο δῶρο καὶ γιὰ ἀπροσμέτρητα σπουδαιότερη θύρα μᾶς μιλάει στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁ θεηγόρος Παῦλος. Τὸ δῶρο εἶναι ἡ διὰ τῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ Χριστοῦ λύτρωσή μας· καὶ ἡ θύρα, ποὺ Ἐκεῖνος μᾶς ἄνοιξε καὶ Πρῶτος μετὰ σαρκὸς εἰσῆλθε, εἶναι ἡ θύρα τοῦ ἐπουρανίου Ναοῦ καὶ θυσιαστηρίου του. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη προέβαλλε σκιωδῶς τὰ θεῖα δῶρα ποὺ θὰ ἀπολάμβαναν οἱ κληρονόμοι τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅταν οἱ προφητεῖες θὰ ἐκπληρώνονταν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχιερατικὴ μεσιτεία του. Οἱ δωρεὲς ποὺ ἤδη ἀπολαμβάνουμε, καθὼς καὶ ἐκεῖνες ποὺ πρόκειται νὰ μᾶς ἐπιδαψιλευθοῦν στὴ δόξα καὶ στὴ μακαριότητα τοῦ οὐρανοῦ, ὅλες ἀπὸ τὴν ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ ἐκπηγάζουν καὶ στὴ θυσία του βασίζονται. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος τὸν ὀνομάζει «ἀρχιερέα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν».

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ ἀρχιερέας γιὰ νὰ μπεῖ μία φορὰ τὸν χρόνο, τὴν ἡμέρα τοῦ ἐξιλασμοῦ, στὰ Ἅγια τῶν ἁγίων, στὸν πιὸ ἱερὸ χῶρο τῆς Σκηvῆς τοῦ Μαρτυρίου, καὶ νὰ προσφέρει τὴ θυσία τοῦ θυμιάματος, ἔπρεπε πρῶτα νὰ θυσιάσει καὶ νὰ προσφέρει αἷμα μόσχων γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες καὶ ἔπειτα αἷμα τράγων γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ. Μὲ αὐτὸ τὸ αἷμα ράντιζε τὸ ἰλαστήριο καὶ τὸ θυσιαστήριο. Ἀνάλογοι καθαρτήριοι ραντισμοὶ γίνονταν καὶ μὲ νερὸ ἀναμεμειγμένο μὲ στάχτη δαμάλεως. Ποιὲς συγκρίσεις, ἆραγε, θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς τὶς προτυπώσεις καὶ στὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ;

Συγκρίνοντας τὰ ἀσύγκριτα

(α) Κατ’ ἀρχὴν ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ δὲν προσφέρθηκε σὲ χειροποίητο ἐπίγειο ναό, ὅπως ἦταν ἡ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου. Τὴ Σάρκα του, ποὺ δημιουργήθηκε χωρὶς ἀνθρώπινη παρέμβαση, τὴν ἔκανε ἀνώτερη καὶ τελειότερη Σκηνή, μὲ τὸ νὰ σκηνώσει σ’ Αὐτὴν «πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς». Καὶ μὲ αὐτὴ τὴν «ἀχειροποίητη Σκηνὴ» εἰσῆλθε στὸ ἐπουράνιο θυσιαστήριο, ὅπου παραμένει Ἀρχιερέας μας «εἰς τὸν αἰῶνα».

(β) Ὁ Μέγας Ἀρχιερέας Χριστός, ὡς ἀναμάρτητος, δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ προσφέρει πρῶτα θυσία γιὰ τὸν Ἑαυτό του. Τὸ αἷμα του προσφέρθηκε μόνο γιὰ τὴ σωτηρία τὴ δική μας.

(γ) Τὸ αἷμα ποὺ προσέφεραν οἱ ἱερεῖς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου ἦταν αἷμα κτηνῶν. Ἐνῶ τὸ αἷμα στὴν τέλεια θυσία τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι τὸ ἄχραντο αἷμα τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο «δὲν εἶναι μόνον αἷμα λογικοῦ θύματος ἀλλὰ καὶ ἑνωμένο μὲ τὴ θεότητα» (Ζιγαβηνός). Τὸν Ἑαυτό του, λοιπόν, προσέφερε ὁ Χριστὸς στὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν ἁγίων, ποὺ εἶναι καὶ ὁ θρόνος τῆς Θεότητάς του. Ἑπομένως, ὁ Ἴδιος ἦταν θύτης, θύμα καὶ θυσιαστήριο.

(δ) Τὰ ἄλογα καὶ ἀκούσια θύματα τῶν Νομικῶν θυσιῶν δὲν εἶχαν συνείδηση τοῦ σκοποῦ τῆς θυσίας οὔτε δυνατότητα ἐλεύθερης ἀποδοχῆς τῆς σφαγῆς τους. Ἀντίθετα, ὁ Χριστὸς ἑκούσια θυσίασε τὸν Ἑαυτό του, ἀφοῦ τελείως ἐλεύθερα ὑπέταξε τὸ θέλημά του στὸ θέλημα τοῦ Πατέρα του.

(ε) Μὲ τὸ αἷμα, τέλος, τῶν θυσιῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τοὺς ποικίλους ραντισμοὺς ἐξασφαλιζόταν μόνο ἡ πρόσκαιρη καθαρότητα τοῦ σώματoς, ὥστε νὰ μποροῦν οἱ ἀπὸ ὁποιαδήποτε παράβαση τοῦ Νόμου μολυνθέντες νὰ συμμετέχουν στὴ λατρεία· δὲν μποροῦσε νὰ καθαρίσει καὶ ἐσωτερικὰ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους προσφερόταν οὔτε νὰ ἐξασφαλίσει ἄφεση ἁμαρτιῶν. Ἀντίθετα, τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καθαρίζει καὶ ἁγιάζει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, προσφέροντας ὄχι μόνο προσωρινὴ συγχώρηση ἀλλὰ καὶ αἰώνια λύτρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὶς συνέπειές της, ποὺ εἶναι ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Μᾶς τὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ μέτοχος τῆς ἱερωσύνης τοῦ Χριστοῦ λειτουργός τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅταν μᾶς μεταδίδει τὰ Τίμια Δῶρα: «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».

Πρόθυμη συνεργασία

Αὐτὰ ὅμως τὰ ἀπερίγραπτης ἀξίας δῶρα δὲν δίνονται μαγικὰ καὶ ἀπροϋπόθετα. Γιὰ νὰ καθαριστεῖ ἡ συνείδησή μας ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας καὶ γιὰ νὰ μπορέσουμε ἔτσι νὰ λατρεύσουμε τὸν ζῶντα Θεό, ἀπαιτεῖται ὁλόκληρη νεκρανάσταση. Πρόκειται γιὰ ἕνα μεγάλο θαῦμα, ποὺ πηγάζει μὲν ἀπὸ τὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ δὲν ἐπιβάλλεται χωρὶς τὴ συγκατάθεσή μας. Καί, φυσικά, δὲν ἀρκεῖ μία ἁπλὴ διὰ νεύματος συγκατάνευση· ἀπαιτεῖται ἡ ὁλόκαρδη μετάνοιά μας, ποὺ δὲν θὰ εἶναι μόνο λόγια, ἀλλὰ πρόθυμη ἐργασία τῶν ζωοποιῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλιῶς, «ὅποιος ἐπιμένει νὰ δουλεύει σὲ νεκρὰ ἔργα, δὲν μπορεῖ νὰ λατρεύει Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ὄντως ζωή», θὰ πεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει -κατὰ τὸν ἅγιο Θεοφύλακτο- ἁπλούστατα διότι «δουλεύοντας ὁ ἄνθρωπος στὰ νεκρὰ ἔργα τῶν παθῶν του, οὐσιαστικὰ τὰ θεοποιεῖ καταντώντας εἰδωλολάτρης».

Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ὅπως λέει ἕνα τροπάριό της, «προθύμως διήγειρε τὸν ἑαυτό της σὲ ἔνθεο ζῆλο καὶ μόνο ἀφοῦ νέκρωσε τὰ σκιρτήματα τῶν παθῶν προσορμίσθηκε στὸ λιμάνι τῆς ἀπαθείας». Μὲ τὶς πρεσβεῖες της ἂς ἀγωνιζόμαστε κι ἐμεῖς γι’ αὐτὴ τὴ ζωοποιὸ νέκρωση.

3.

Ἡ ἐξουσία ὡς διακονία…

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς, καθὼς πορεύεται μὲ τοὺς δώδεκα μαθητές του στὰ Ἱεροσόλυμα, προλέγει σ’ αὐτοὺς τὸ ἐπικείμενο πάθος του, δύο ἀπὸ αὐτούς, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, ποὺ βρίσκονται ἀκόμη στὴν πρὸ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος περίοδο -ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ ἄλλοι μαθητὲς – καὶ συμμερίζονται μᾶλλον τὶς ἀντιλήψεις τῶν Ἰουδαίων περὶ Μεσσίου ὡς κοσμικοῦ ἡγέτη, ἀπευθύνουν πρὸς τὸ διδάσκαλό τους τὸ ἀκόλουθο αἴτημα:

«Διδάσκαλε, θέλουμε νὰ μᾶς κάνεις τὴ χάρη ποὺ θὰ σοῦ ζητήσουμε». «Τί θέλετε νὰ κάνω γιὰ σᾶς;» τοὺς ρώτησε ἐκεῖνος. «Ὅταν θὰ ἐγκαταστήσεις τὴν ἔνδοξη βασιλεία σου», τοῦ ἀποκρίθηκαν, «βάλε μας νὰ καθίσουμε ὁ ἕνας στὰ δεξιά σου κι ὁ ἄλλος στὰ ἀριστερά σου».

Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀγανακτεῖ γιὰ τὸ παράλογο αὐτὸ αἴτημα τῶν μαθητῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως τοὺς δείχνει τὸ δρόμο τοῦ πάθους καὶ τῆς θυσίας χρησιμοποιεῖ τὴν κατάλληλη αὐτὴ εὐκαιρία γιὰ νὰ ἀπευθύνει σὲ ὅλους τοὺς μαθητὲς του τὰ ἀκόλουθα βαρυσήμαντα λόγια ποὺ συνιστοῦν καὶ τὸ κέντρο τοῦ ἀναγνώσματος:

«Ξέρετε ὅτι αὐτοὶ ποὺ θεωροῦνται ἡγέτες τῶν ἐθνῶν ἀσκοῦν ἀπόλυτη ἐξουσία πάνω τους, καὶ οἱ ἄρχοντές τους τὰ καταδυναστεύουν. Σ’ ἐσᾶς ὅμως δὲν πρέπει νὰ συμβαίνει αὐτό, ἀλλὰ ὅποιος θέλει νὰ γίνει μεγάλος ἀνάμεσά σας πρέπει νὰ γίνει ὑπηρέτης σας· καὶ ὅποιος ἀπὸ σᾶς θέλει νὰ εἶναι πρῶτος πρέπει νὰ γίνει δοῦλος ὅλων. Γιατί καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου δὲν ἦρθε γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήσει καὶ νὰ προσφέρει τὴ ζωὴ του λύτρο γιὰ ὅλους».

Τὰ λόγια αὐτὰ εἶναι ἀξιοπρόσεκτα, γιατί μᾶς δίνουν τὸ πραγματικὸ νόημα καὶ περιεχόμενο τῆς ἡγεσίας, εἴτε γενικὰ στὴν κοινωνία, εἴτε εἰδικότερα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὸ νόημα αὐτὸ μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴ φράση ὅτι ἡ ἡγεσία εἶναι ταπείνωση καὶ διακονία. Οἱ ἄρχοντες καὶ ἡγέτες τῶν ἐθνῶν καταδυναστεύουν καὶ κατεξουσιάζουν τοὺς ὑπηκόους τους κάνοντας ὄχι ἁπλῶς χρήση ἀλλὰ καὶ κατάχρηση τῆς ἐξουσίας, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ σύνθετα ρήματα μὲ τὸ «κατὰ» ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Ἰησοῦς. Τὸ μεγαλεῖο τοῦ χριστιανοῦ ἡγέτη δὲν βρίσκεται στὴν ἐξουσία καὶ στὸν πειρασμὸ ποὺ ἐμφωλεύει σ’ αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει ἀλλὰ στὴ διακονία, στὴν προσφορὰ τοῦ ἑαυτοῦ του γιὰ τοὺς ἄλλους. Οἱ λέξεις «διάκονος» καὶ «δοῦλος» ποὺ ἀπαντοῦν στὸ κείμενό μας δείχνουν καὶ ὑπογραμμίζουν τὴν ἀποστολὴ τοῦ ἡγέτη, ἤ, ἂν προχωρήσουμε λίγο περισσότερο, τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὸν κόσμο. Δὲν εἶναι πηγὴ δυνάμεως ἡ ἐξουσία καὶ τὸ ἀξίωμα ποὺ ἔχει κανείς, ἀλλ’ ἀφορμὴ καὶ μέσο διακονίας. Ἡ ἀποστολὴ αὐτὴ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ ἴδιου τοῦ θεμελιωτῆ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ δὲν ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ διακονηθεῖ ἀλλὰ γιὰ νὰ διακονήσει καὶ νὰ προσφέρει τὴ ζωὴ του λύτρο γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τῶν αἰχμαλώτων στὴ δύναμη τοῦ σατανᾶ ἀνθρώπων.

Τὰ λόγια αὐτὰ λέγονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ στοὺς μαθητὲς του λίγο ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος του· καὶ ἡ Ἐκκλησία ὅρισε τὴν ἀνάγνωση τῆς περικοπῆς μία ἑβδομάδα πρὶν ἀπὸ τὴν ἑβδομάδα τοῦ πάθους, γιὰ νὰ θυμίσει στὸν κάθε χριστιανὸ ποὺ ἔχει κάποια ἐξουσία στὰ χέρια του, εἴτε μικρὴ εἴτε μεγάλη, ὅτι ἡ σκέψη του πρέπει νὰ εἶναι στραμμένη στὴ διακονία καὶ στὸ πάθος, ἂν θέλει νὰ εἶναι πραγματικὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ.

Συνοψίζοντας τὰ νοήματα τοῦ σημερινοῦ ἀναγνώσματος μποροῦμε νὰ ποῦμε τὰ ἀκόλουθα:

1. Τὸ πάθος καὶ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ «λύτρο» ποὺ δόθηκε γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ κακοῦ καὶ ἀποτελοῦν τὴν πιὸ ἀξιόλογη προσφορὰ καὶ διακονία πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Ὅποιος δὲν ἀναγνωρίζει αὐτὴ τὴν προσφορά, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι δέσμιος τῶν προβλημάτων του ἢ τρέπεται σὲ ἄλλες ἀπατηλὲς λύσεις ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἀπογοήτευση.

2. Ὁ σατανικὸς πειρασμὸς τῆς ἐξουσίας ποὺ μπορεῖ νὰ φωλιάζει σὲ κάθε ἡγέτη, μικρὸ ἢ μεγάλο, ἐκκλησιαστικὸ ἢ κοσμικό, εἶναι δυνατὸ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν προσωπικὴ του ἱκανοποίηση καὶ ὄχι στὴν ταπεινὴ καὶ γόνιμη ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς του, ποὺ εἶναι ἡ προσφορὰ τοῦ ἑαυτοῦ του στὴν ὑπηρεσία τῶν πολλῶν.

Καὶ 3. Ἡ φιλοδοξία τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νόμιμη καὶ ἀξιέπαινη, ὅταν συμπίπτει μὲ τὴν ἐπιθυμία του νὰ μιμηθεῖ τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ, βέβαια ὄχι πάντοτε μὲ τὴν ἔννοια τοῦ μαρτυρίου ἀλλὰ μὲ τὶς συνέπειες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει μία γνήσια ἐκπροσώπηση τοῦ χριστιανισμοῦ μέσα σ’ ἕναν κόσμο ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ συμβιβασμοὺς καὶ ὑποχωρήσεις.

4.

Οἱ Ἰουδαϊκές θυσίες καί ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Ἡ ἀποστολική περικοπή τῆς Ε΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν προέρχεται, ὅπως ὅλες οἱ ἀποστολικές περικοπές αὐτῆς τῆς περιόδου, ἀπό τήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή καί εἶναι σέ μετάφραση ἡ ἀκόλουθη:

«Ἀδελφοί, ὁ Χριστός ἦρθε ὡς ἀρχιερέας τῶν ἀγαθῶν πραγμάτων πού προσμένουμε. Ἡ σκηνή στήν ὁποία μπῆκε εἶναι ἀνώτερη καί τελειότερη. Δέν εἶναι ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, μέρος δηλαδή αὐτῆς τῆς δημιουργίας. Ὁ Χριστός μπῆκε μιὰ γιά πάντα στά ἅγια τῶν ἁγίων, γιά νά προσφέρει αἷμα ὄχι ταύρων καί μοσχαριῶν, ἀλλά τό δικό του αἷμα· κι ἔτσι μᾶς ἐξασφάλισε τήν αἰώνια σωτηρία. Τό αἷμα τῶν ταύρων καί τῶν τράγων, καί τό ράντισμα μέ τή στάχτη τοῦ δαμαλιοῦ ἐξαγνίζουν τούς θρησκευτικά ἀκάθαρτους καθαρίζοντάς τους ἐξωτερικά. Πόσο μᾶλλον τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ! Αὐτός, ἔχοντας τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πρόσφερε τόν ἑαυτό του ἄψογη θυσία στό Θεό, κι ἔτσι θά καθαρίσει τή συνείδησή σας ἀπό τά ἔργα πού ὁδηγοῦν στό θάνατο, γιά νά μπορεῖτε νά λατρεύετε τόν ἀληθινό Θεό» (Ἑβρ.9,11-14).

Ἐνόψει της θυσίας τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ Σταυροῦ, πού θά προβάλει σέ λίγες μέρες ἡ Ἐκκλησία μέ τίς ἀκολουθίες της, ὅρισε γιά τήν Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν τό παραπάνω ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή. Στό ἀνάγνωσμα αὐτό ὁ ἱερός συγγραφέας συγκρίνει τίς ἐπαναλαμβανόμενες θυσίες τῶν Ἰουδαίων στό Ναό τοῦ Σολομώντα μέ τή μοναδική ἅπαξ διά παντός θυσία τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω στόν Σταυρό, ἀπευθυνόμενος προφανῶς σέ πρώην Ἰουδαίους ἀναγνῶστες πού δέχτηκαν τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν Σταυρωμένο καί Ἀναστημένο Χριστό.

Ἀντιμετωπίζοντας ὁ συγγραφέας ἴσως κάποια κοινωνική ἀπαξίωση τῶν ἀναγνωστῶν του ἀπό πρώην ὁμοθρήσκους των γιά τό ὅτι ἐγκατέλειψαν τίς μεγαλοπρεπεῖς θυσίες καί τελετές στό Ναό τονίζει τή μεγάλη διαφορά καί ὑπεροχή τῆς θυσίας τοῦ Ἀρχιερέα Χριστοῦ σέ σχέση μέ τίς προηγούμενες θυσίες. Ὁ Ἰουδαῖος Ἀρχιερέας ἔμπαινε μία φορά κάθε χρόνο στά Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Ναοῦ, κατά τήν ἑορτή τοῦ Ἐξιλασμοῦ καί σύμφωνα μέ τίς νομικές διατάξεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Λευϊτικόν, κεφ.16 καί Ἀριθμοί, κεφ. 19) ράντιζε μέ τό αἷμα τῶν θυσιαζομένων ζώων (μόσχου καί τράγων) τό ἰλαστήριο, δηλ. τή χρυσή πλάκα πού σκέπαζε τήν κιβωτό τῆς Διαθήκης, ὅπου φυλάσσονταν οἱ πλάκες μέ τίς δέκα ἐντολές. Ἐπίσης ἐπιλέγονταν καί δύο τράγοι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας θυσιαζόταν γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ ἀρχιερέα, τῆς οἰκογένειάς του καί τοῦ λοιποῦ ἱερατείου καί ὁ ἄλλος μέ ἐπίθεση τῶν χειρῶν τοῦ ἀρχιερέα ἐπάνω του φορτωνόταν τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ καί ἀποδιωκόταν στήν ἔρημο («ἀποδιοπομπαῖος τράγος»). Ὅλα αὐτά ὁ ἱ. συγγραφέας τά βλέπει ὡς τύπους καί προεικονίσεις τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, μέ τίς ἑξῆς βασικές διαφορές;

Οἱ θυσίες τῶν ζώων τῆς Π.Δ. γίνονταν σέ ἐφαρμογή τῶν νομικῶν διατάξεων καί εἶχαν μόνο τελετουργικό χαρακτήρα, ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε ἑκούσια προσφορά τοῦ αἵματός του, δηλ. τῆς ζωῆς του. Συνεπῶς ἦταν θυσία ὄχι προβλεπόμενη ἀπό κάποια νομική διάταξη ἀλλά ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας.

Οἱ θυσίες τῶν ζώων γίνονταν ἀπό τό ἰουδαϊκό ἱερατεῖο, ὁ Χριστός ὑπῆρξε συγχρόνως καί Ἀρχιερέας καί ἑκούσιο θύμα.

Οἱ θυσίες τῶν ζώων τῆς Π.Δ. ἐπαναλαμβάνονταν εἴτε σέ τακτά χρονικά διαστήματα εἴτε ἅπαξ τοῦ ἔτους, ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ ἔγινε «μιὰ γιά πάντα», μέ συνέπειες γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα.

Οἱ θυσίες τῆς Π.Δ. ἐξασφάλιζαν μία ἐξωτερική τελετουργική καθαρότητα, ἡ θυσία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐξασφαλίζει στούς ἀνθρώπους, σύμφωνα μέ τό κείμενο πού σχολιάζουμε, τή δυνατότητα «αἰώνιας σωτηρίας», καθαρισμό τῆς συνείδησης «ἀπό ἔργα πού ὁδηγοῦν στόν θάνατο» καί ἀνοίγει τόν δρόμο στή «λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ». Αὐτό τό τελευταῖο σηματοδοτεῖται στίς διηγήσεις τῶν εὐαγγελιστῶν γιά τό πάθος τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ Σταυροῦ μέ τό συμβολικό καί γεμάτο νόημα σχίσιμο τοῦ παραπετάσματος (Ματθ.27,51. Μάρκ. 15,38. Λουκ.23,45) στό Ναό πού χώριζε τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, πού ἦταν ὁ τόπος παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί στόν ὁποῖο μποροῦσε μόνο μία φορά κάθε χρόνο νά εἰσέλθει ὁ Μ. Ἀρχιερέας, ἀπό τόν ὑπόλοιπο Ναό. Στό ἑξῆς μέ τή θυσία τοῦ Χριστοῦ δέν ὑπάρχει ἐμπόδιο στήν πρόσβαση τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό, διότι ἡ ἐπικοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό εἶναι ἐφικτή.

Ἴσως ἀναρωτηθεῖ ὁ σύγχρονος ἀναγνώστης, γιατί ὅλες αὐτές οἱ προβλεπόμενες ἀπό τόν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης αἱματηρές ἐπαναλαμβανόμενες θυσίες. Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀπό πλευρᾶς χριστιανικῆς θεολογίας ὅτι ὅλες αὐτές οἱ διαδικασίες τοῦ Νόμου ἀποτελοῦσαν μία προετοιμασία καί προτύπωση τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ στόν Γολγοθά. Ὁ Χριστός εἶναι Αὐτός πού μέ τή θυσία του, τό πέρασμά του δηλ. μέσα ἀπό τόν θάνατο, καί μέ τήν Ἀνάστασή του ἔδωσε στούς ἀνθρώπους τή δυνατότητα ἄμεσης ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό. Ὁ ἴδιος εἶναι ὁ ἀμνός πού θυσιάστηκε ἀλλά εἶναι παράλληλα καί ὁ Θεός πού προσφέρει τή σωτηρία σέ ὅλους. «Ὁ ἑωρακὼς ἐμέ ἑώρακεν τόν Πατέρα», θά πεῖ ὁ ἴδιος στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο (Ἰω.14,9).

5.

Τὸ ποτήριο τοῦ Χριστοῦ

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov (Ἐπίσκοπος Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας)

Δύο ἀγαπημένοι μαθητές ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο θρόνους δόξης

– Αὐτός τούς ἔδωσε τό Ποτήριό Του (Μτ. κ΄, 23).

Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ ὀδύνες.

Σέ ὅσους τό πίνουν ἐδῶ στή γῆ, τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ ὑπόσχεται μετοχή στή Βασιλεία τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ. Προετοιμάζει γι’ αὐτούς τίς καθέδρες τῆς ἐπουράνιας αἰώνιας δόξης.

Στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ , δέν μπορεῖ κανείς οὔτε νά παραπονεθεῖ γι’ αὐτό, οὔτε νά τό ἀπορρίψει γιατί Αὐτός πού μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τό γευτοῦμε, πρῶτος ὁ Ἴδιος τό ἤπιε.

Ὦ, δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ ! Σκότωσες τούς προγόνους μας στόν Παράδεισο, τούς ἐξαπάτησες μέ τήν πλάνη τῆς σαρκικῆς ἀπόλαυσης καί τήν πλάνη τῆς λογικῆς. Ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτής τῶν πεπτωκότων, ἔφερε τό Ποτήριο τῆς σωτηρίας σ’ αὐτόν τόν κόσμο, στούς πεπτωκότες καί ἐξόριστους ἀπό τόν Παράδεισο. Ἡ πίκρα αὐτοῦ τοῦ Ποτηρίου καθαρίζει τήν καρδιά ἀπό τήν ἀπαγορευμένη, καταστροφική καί ἁμαρτωλή ἀπόλαυση μέσω τῆς ταπείνωσης πού ρέει ἀπ’ αὐτό μέ ἀφθονία, νεκρώνεται ἡ ἔπαρση ἀπό τή γνώση σέ σαρκικό ἐπίπεδο. Γι’ αὐτόν πού πίνει ἀπό τό Ποτήριο μέ πίστη καί ὑπομονή, ἡ αἰώνιος ζωή, πού ἔχασε δοκιμάζοντας τόν ἀπαγορευμένο καρπό, ἐπανακτᾶται.

«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι»(Ψ. 115, 4)

Ὁ χριστιανός ἀποδέχεται τό Ποτήριο ὅταν ὑπομένει τίς ἐπίγειες δοκιμασίες μέ πνεῦμα ταπείνωσης, ὅπως διδάσκεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο.

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔβγαλε τό μαχαίρι του γιά νά ὐπερασπιστεῖ τόν θεάνθρωπο, πού ἦταν περικυκλωμένος ἀπό τόν ὄχλο ἀλλά ὁ πρᾶος Ἰησοῦς εἶπε στὸν Πέτρο: «βάλε τήν μάχαιραν εἰς τήν θήκην· τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό;» (Ἰω. ιη΄ 11)

Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν σέ περικυκλώνουν συμφορές, θά πρέπει νά παρακαλεῖς καί νά ἐνισχύεις τήν ψυχή σου λέγοντας : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό ; »

Οἱ Φαρισαῖοι σκέπτονται μοχθηρά, ὁ ‘Ιούδας προδίδει, ὁ Πιλᾶτος διατάσσει τήν παράνομη θανάτωση, οἱ στρατιῶτες τῆς ἐξουσίας ἐκτελοῦν τήν ἐντολή του. Μέσω τῶν ἄνομων πράξεών τους ὅλοι αὐτοί ἑτοίμασαν τή δική τους ἀληθινή καταδίκη. Μήν ἑτοιμάζεις γιά τον ἑαυτό σου τήν ἴδια καταδίκη, ὄντας μνησίκακος, ζητώντας καί σχεδιάζοντας ἐκδίκηση, ἀγανακτώντας μέ τούς ἐχθρούς του.

Ὁ ἐπουράνιος Πατήρ εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης: βλέπει τήν ὀδύνη σου καί ἄν τό ἔβρισκε ἀπαραίτητο καί συμφέρον νά ἀποσύρει τό Ποτήριο ἀπό σένα, σίγουρα θά τό ἔκανε.

Ὁ Κύριος – ὅπως οἱ Γραφές καί ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μαρτυροῦν –συχνά ἐπέτρεψε θλίψεις στούς ἀγαπημένους Του καί συχνά ἀπέτρεψε θλίψεις ἀπό αὐτούς, σύμφωνα μέ τούς ἀκατάληπτους δρόμους τῆς Θείας Προνοίας.

Ὅταν ἔρχεσαι ἀντιμέτωπος μέ τό Ποτήριο, ἀπόστρεψε τό βλέμμα σου ἀπό τούς ἀνθρώπους πού σοῦ τό δίνουν· σήκωσε τά ματια σου στόν Οὐρανό καί πές : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μη πίω αὐτό;»

«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι». Δέν μπορῶ νά ἀρνηθῶ τό Ποτήριο, τήν ὑπόσχεση τοῦ ἐπουρανίου καί αἰωνίου ἀγαθοῦ. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μοῦ διδάσκει τήν ὑπομονή ὅταν λέει : «… διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πρ. ιδ΄ 22). Πῶς μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθεῖ τό Ποτήριο πού εἶναι ὁ τρόπος νά κερδίσεις τήν Βασιλεία καί νά αὐξηθεῖς μέσα σ’ αὐτήν; Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι – τή δωρεά τοῦ Θεοῦ.

Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ μέγας Παῦλος γράφει πρός τούς Φιλιππησίους, «ὅτι ἡμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνο τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλ. α’, 29)

Λαμβάνεις τό Ποτήριο τό ὁποῖο φαινομενικά προέρχεται ἀπό ἀνθρώπινα χέρια. Τί σέ νοιάζει ἐσένα ἄν αὐτός πού σοῦ τό δίνει ἐνεργεῖ δίκαια ἤ ἄδικα; Ὡς ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ἔγνοια σου εἶναι νά φέρεσαι ἐνάρετα· νά λάβεις τό Ποτήριο μέ εὐγνωμοσύνη πρός τό Θεό καί μέ ζωντανή πίστη καί γενναῖα νά τό πιεῖς ὡς τόν πάτο.

Λαμβάνοντας τό Ποτήριο ἀπό ἀνθρώπινα χέρια, θυμήσου ὅτι εἶναι Ποτήριο ἀπό Αὐτόν, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι μόνο ἀθῶος ἀλλά καί πανάγιος. Σκεπτόμενος αὐτό, θυμήσου καί ἐσύ καί οἱ ἄλλοι πάσχοντες ἁμαρτωλοί, τά λόγια πού ὁ μακάριος καί φωτισμένος ληστής στά δεξιά τοῦ ἐσταυρωμένου Θεανθρώπου εἶπε «ἄξια ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν … μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῆ βασιελεία σου» (Λκ. κγ΄, 41 – 42)

Καί τότε στρεφόμενος πρός τούς ἀνθρώπους θά τούς πεῖς : Μακάρι ἐσεῖς πού εἶστε τά μέσα τῆς δικαιοσύνης καί τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Μακάριοι ἐσεῖς ἀπό τοῦ νῦν καί ἔως τοῦ αἰῶνος! (Ἄν δέν εἶναι σέ θέση νά κατανοήσουν καί νά δεχθοῦν τούς λόγους σας, μή ρίχνετε τούς πολύτιμους μαργαρίτες σας τῆς ταπείνωσης κάτω ἀπό τά πόδια ἐκείνων πού δέν μποροῦν νά τούς ἐκτιμήσουν, ἀλλά πεῖτε αὐτούς τούς λόγους νοερά, στήν καρδιά σας).

Μ’ αὐτό καί μόνο θά ἐκπληρώσεις τήν ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου πού λέει : «ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τούς καταρωμένους ὑμᾶς» (Μτ. ε΄, 44).

Γιά ἐκεῖνους πού σ’ ἔχουν προσβάλει καί σ’ ἔχουν ἐξοργίσει, προσευχήσου στόν Κύριο ὅ,τι ἔχουν κάνει γιά σένα νά ἀνταμοιφθεῖ μέ μιά προσωρινή εὐλογία καί μέ αἰώνια ἀνταμοιβή σωτηρίας, καί ὅταν αὐτοί θά στέκονται ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ γιά νά κριθοῦν, νά μετρηθεῖ γι’ αὐτούς ὡς πράξη ἀρετῆς.

Παρόλο πού ἡ καρδιά σου δέν θέλει νά ἐνεργεῖ ἔτσι, βίασέ την. Γιατί μόνο ὅσοι ἀσκοῦν βία στήν ἴδια τους τήν καρδιά, γιά νά ἐκπληρώνουν τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου, μποροῦν νά κληρονομήσουν τόν Οὐρανό.

Ἄν δέν θέλεις νά ἐνεργεῖς μ’ αὐτόν τόν τρόπο, τότε δέν θέλεις νά εἶσαι ἀκόλουθος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κοίταξε βαθιά μέσα σου καί ἐρεύνησε : μήπως ἔχεις βρεῖ ἄλλον δάσκαλο, τόν δάσκαλο τοῦ μίσους –τόν διάβολο –καί ἔχεις πέσει ὑπό τήν ἐξουσία του ;

Εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα κανείς νά προσβάλλει ἤ νά καταπιέζει τόν πλησίον του· εἶναι πολύ πιό μεγάλο ἁμάρτημα τό νά σκοτώσει. Ὅμως ὅποιος μισεῖ αὐτόν πού τόν καταπιέζει, πού τόν συκοφαντεῖ, πού τόν προδίδει, πού τόν σκοτώνει, καί ὅποιος σκέφτεται ἀρρωστημένα γι’ αὐτούς καί παίρνει ἐκδίκηση ἀπ’ αὐτούς, διαπράττει ἁμάρτημα πολύ κοντινό μέ τό δικό τους. Μάταια παριστάνει στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους τόν ἐνάρετο. «Πᾶς ὁ μισῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί», κηρύττει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης, ὁ ἀγαπημένος μαθητής τοῦ Χριστοῦ. (Α΄ Ἰω. γ΄ 15)

Ἡ ζωντανή πίστη στόν Χριστό διδάσκει καθέναν νά παίρνει τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ, καί τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ ἐμπνέει δίνει ἀνδρεία καί παράκληση στήν καρδιά.

Τί μαρτύριο – τί μαρτύριο κόλασης –νά παραπονιέται ἤ νά γογγύζει κανείς μπροστά στό πρό αἰώνων ἡτοιμασμένο Ποτήριο ἐξ οὐρανοῦ!

Ὁ γογγυσμός, ἡ ἀδημονία, ἡ λιποψυχία καί εἰδικά ἡ ἀπόγνωση εἶναι ἁμαρτίες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ -εἶναι τά παιδιά τῆς ἁμαρτωλῆς ἀπιστίας, ἐκτρώματα.

Εἶναι ἁμαρτωλό τό νά παραπονιόμαστε γιά τόν πλησίον μας, ὅταν καί εἶναι ἀκόμα πιό ἁμαρτωλό ὅταναὐτός εἶναι τό μέσο τοῦ μαρτυρίου μας φωνάζουμε γιά τό Ποτήριο, τό ὁποῖο ἔρχεται γιά μᾶς ἀπευθείας ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό τό δεξί χέρι τοῦ Θεοῦ.

Ὅποιος πίνει τό Ποτήριο μέ εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό καί εὐλογώντας τόν πλησίον του, λαμβάνει θεία ἀνάπαυση, τήν χάρη τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι σάν ἀπό τώρα νά ἀπολαμβάνει τόν πνευματικό Παράδεισο τοῦ Θεοῦ.

Οἱ προσωρινές θλίψεις εἶναι ἀπό μόνες τους ἀσήμαντες: τούς προσδίδουμε ἀξία μέ τήν πρσκόλλησή μας στή γῆ καί σέ ὅλα τά διεφθαρμένα πράγματα καί μέ τήν ψυχρότητά μας πρός τόν Χριστό καί τήν αἰωνιότητα.

Εἶσαι διατεθειμένος νά ὑπομείνεις τήν πικρή καί ἀποκρουστική γεύση τῶν φαρμάκων· νά ὑπομείνεις τόν ὀδυνηρό ἀκρωτηριασμό καί καυτηριασμό τῶν ἄκρων σου· νά ὑπομείνεις τήν πείνα, τήν παρατεταμένη ἀπομόνωση στό δωμάτιό σου· εἶσαι διατεθειμένος νά ὑπομείνεις ὅλα αὐτά προκειμένου νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑγεία τοῦ σώματός σου, τό ὁποῖο ἀφοῦ γιατρευτεῖ, σίγουρα πάλι θά ἀρρωστήσει καί σίγουρα θά πεθάνει καί θά ἀποσυντεθεῖ. Ὑπόμεινε τότε καί τήν πίκρα τοῦ Ποτηρίου τοῦ Χριστοῦ τό ὁποῖο θά φέρει ἵαση καί αἰώνια μακαριότητα στήν ἀθάνατη ψυχή σου.

Ἄν τό Ποτήριο σοῦ φαίνεται ἀφόρητο, ἀδυσώπητο, τότε ἀποκαλύπτει ὅτι παρόλο πού φέρεις τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀνήκεις στόν Χριστό.

Γιά τούς ἀληθινούς ἀκολούθους τοῦ Χριστοῦ, τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι Ποτήριο χαρᾶς. Ἔτσι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἀφοῦ τούς ἔδειραν στή σύναξη τῶν πρεσβυτέρων τῶν Ἰουδαίων, «ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπό προσώπου τοῦ συνεδρίου, ὄτι ὑπέρ τοῦ ὀνόματος Αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι» (Πρ. ε΄, 40-41)

Ὁ δίκαιος Ἰώβ ἄκουσε πιρκά μαντάτα. Ἡ μιά εἴδηση μετά τήν ἄλλη διαπερνοῦσαν τήν ἀσάλευτη καρδιά του· ἡ τελευταία ἀπό αὐτές ἦταν ἡ πιο ὀδυνηρή -ὅλοι οἱ υἱοί καί οἱ θυγατέρες εἶχαν πεθάνει μέ σκληρό καί βίαιο θάνατο. Μέσα στή μεγάλη ὀδύνη του, ὁ δίκαιος Ἰώβ διέρρηξε τά ἱμάτιά του, ἔριξε στάχτη στό κεφάλι του καί μέ ἀκλόνητη πίστη ἔπεσε κάτω καί προσκύνησε τόν Κύριο καί εἶπε: «Γυμνός ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός καί ἀπελεύσομαι ἐκεῖ· ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο· ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω και ἐγένετο· εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας» (Ἰώβ α΄, 21-22)

Ἐμπιστεύσου τήν καρδιά σου μέ ἁπλότητα σέ Αὐτόν ἀπό τόν ὁποῖο Ἐκεῖνος γνωρίζει τή δόση ἀπό τόεἶναι μετρημένες καί οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σου λυτρωτικό Ποτήριο πού πρέπει νά λάβεις.

Νά συλλογίζεσαι συχνά τόν Ἰησοῦ, νά στέκεται μπροστά σέ αὐτούς πού Τόν θανάτωσαν – «ὡς ἀμνός ἄφωνος ἐνώπιον τοῦ κείραντος αὐτόν». Παραδόθηκε πρός θάνατο, νά σφαγιαστεῖ ὡς πρόβατο ἀνυπεράσπιστο. Μεῖνε μέ τό βλέμμα καρφωμένο σέ Αὐτόν καί ὁ πόνος σου θά μεταμορφωθεῖ σέ οὐράνια πνευματική γλυκύτητα. Οἱ πληγές τῆς καρδιᾶς σου θά γιατρευτοῦν ἀπό τίς πληγές τοῦ Ἰησοῦ.

«’Εᾶτε ἕως τούτου», εἶπε ὁ Κύριος σέ αὐτούς πού θέλησαν νά Τόν ὑπερασπιστοῦν στόν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆ, καί ἴασε τό κομμένο αὐτί τοῦ δούλου τοῦ ἀρχιερέα. (Λκ. κβ΄, 51)

«Δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τόν πατέρα μου, καί παραστήσει μοι πλείους ἤ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων ;», εἶπε ὁ Κύριος σέ ἐκεῖνον πού προσπάθησε νά πάρει τό Ποτήριο ἀπ’ Αὐτόν (Μτ. κστ΄23)

Σε καιρούς θλίψεων μήν ψάχνεις τή βοήθεια ἀπό τούς ἀνθρώπους· μήν ξοδεύεις τή δύναμη τῆς ψυχῆς σου ἀναζητώντας αὐτήν τήν ἀνίσχυρη βοήθεια. Νά ἀναμένεις τή βοήθεια ἀπό τό Θεό: μετά ἀπό δική Του ἐντολή καί ὅταν Ἐκεῖνος θέλει, θά ἔρθουν οἱ ἄνθρωποι πρός βοήθειά σου.

Ὁ Κύριος παρέμεινε σιωπηλός ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου καί τοῦ Ἡρώδου, δέν ἔκανε καμία προσπάθεια νά ὑπερασπιστεῖ τόν ἑαυτό Του. Μιμήσου αὐτήν τήν ἁγία καί σοφή σιωπή Του ὅταν βλέπεις τούς ἐχθρούς σου νά σέ κατηγοροῦν προσπαθώντας νά κρύψουν τίς μοχθηρές προθέσεις τους κάτω ἀπό τό πρόσχημα τῆς ὀρθοφροσύνης.

Εἴτε τό Ποτήριο ἔρχεται σταδιακά σάν σύννεφα πού βαθμιαῖα πυκνώνουν, εἴτε ξαφνικά σάν λυσσώδης ἀνεμοστρόβιλος, πές στό Θεό «Γεννηθήτω τό θέλημά Σου».

Εἶσαι μαθητής, ἀκόλουθος καί διάκονος τοῦ Ἰησοῦ. Καί ὁ Ἰησοῦς εἶπε: «ἐάν ἐμοί διακονῆ τίς, ἐμοί ἀκολουθείτω, καί ὅπου εἰμί ἐγώ, ἐκεῖ καί ὁ διάκονος ὁ ἐμός ἔσται» (Ἰω, ιβ΄26). Ὅμως ὁ Ἰησοῦς πέρασε τή ζωή Του πάνω στή γῆ μέσα σέ ὀδύνες· καταδιωκόταν ἀπό τή γέννησή Του μέχρι τόν τάφο· ἀπό τά σπάργανα ὁ φθόνος ἑτοίμαζε γι’ Αὐτόν ἕνα βίαιο θάνατο. Οὔτε καί κατέπαυσε ὁ φθόνος ἐπιτυγχάνοντας τό σκοπό αὐτό, ἀλλά προσπάθησε νά ξεριζώσει ὁποιαδήποτε ἀνάμνησή Του πάνω στή γῆ.

Ἀκολουθώντας Τον, ὅλοι οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Κυρίου περνοῦν ἀπό τό δρόμο τῶν προσωρινῶν θλίψεων πού ὁδηγεῖ στή μακάρια αιωνιότητα. Ὅσο οἱ σαρκικές ἀπολαύσεις κυριαρχοῦν πάνω μας, εἶναι ἀδύνατο νά ὑπερισχύσει μέσα μας ἡ πνυεματική κατάσταση. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ὁ Κύριος ἀδιάκοπα προσφέρει τό Ποτήριό Του σέ ὅσους ἀγαπᾶ, γιά νά τούς κρατήσει νεκρούς γιά τόν κόσμο καί νά τούς καταστήσει ἱκανούς νά ζήσουν ή ζωή τοῦ Πνεύματος. Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος εἶπε :Αὐτός στόν ὁποῖο στέλνονται ἀδιάκοπα θλίψεις, εἶναι κάτω ἀπό τήν ἰδιαίτερη φροντίδα τοῦ Θεοῦ». Ὡστόσο, μήν ἐκθέτετε τόν ἑαυτό σας παράτολμα σέ βάθη θλίψεων, γιατί αὐτό εἶναι ὑπερήφανη αὐτοπεποίθηση. Προσευχηθεῖτε στό Θεό, νά ἀλλά ὅταν αὐτές ἔρθουν ἀπό μόνες τους, ἀποτρέψει τίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες μήν τίς φοβηθεῖτε, μή νομίζετε ὅτι ἦρθαν τυχαῖα, συμπτωματικά. Ὄχι, ἐπετράπηκαν ἀπό τήν ἀνεξιχνίαστη Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Γεμάτοι πίστη, μέ καρτερικότητα καί μεγαλοψυχία πού πηγάζουν ἀπ’ αὐτήν, κολυμπεῖστε ἄφοβα ἐν μέσῳ τῆς σκοτεινῆς καί ἄγριας καταιγίδας πρός τό εἰρηνικό λιμάνι τῆς αἰωνιότητας : τό ἀόρατο χέρι τοῦ Ἰησοῦ θά σᾶς ὁδηγεῖ.

Μέ ταπείνωση καί ἀπόλυτη προσήλωση μάθετε τήν προσευχή τήν ὁποία προσέφετε ὁ Κύριος πρός τόν Πατέρα Του στόν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆ, στίς δύσκολες ὧρες τοῦ πόνου πρίν ἀπό τό Πάθος Του καί τό θάνατο στό Σταυρό. Μ’ αὐτή τήν προσευχή ἀντιμετωπίστε καί ὑπερνικῆστε κάθε θλίψη. «Πάτερ μου,» προσευχήθηκε πλήν οὐχ ὁ Λυτρωτής μας, «εἰ δύνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ’ὡς σύ» (Μτ. κστ΄, 39)

Προσευχηθεῖτε στό Θεό νά ἀποτρέψει τίς δυστυχίες καί ταυτόχρονα ἀποποιηθεῖτε τοῦ θελήματός σας, σάν νά εἶναι ἁμαρτωλό θέλημα, τυφλό. Ἐμπιστευθεῖτε τόν ἑαυτό σας, τήν ψυχή καί τό σῶμα σας, τίς περιστάσεις τῆς ἡμέρας καί τοῦ μέλλοντος, ἐμπιστευθεῖτε τά πλησιέστερα στήν καρδιά σας, στο πανάγιο καί πάνσοφο θέλημα τοῦ Θεοῦ.

«Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειραμόν· τὸ μέν πνεῦμα πρόθυμον ἡ δέ σάρξ ἀσθενής» (Μτ. κστ΄ 41). Ὅταν περικυκλώνεστε ἀπό θλίψεις νά προσεύχεστε περισσότερο, ὥστε νά ἑλκύσετε τήν ἰδιαίτερη χάρη τοῦ Θεοῦ πρός ἐσᾶς. Μόνο μέ τή βοήθεια αὐτῆς τῆς χάρης μποροῦμε νά ξεπεράσουμε τίς ἐγκόσμιες δυστυχίες.

Ὅταν λάβετε ἀπό τόν Οὐρανό τό δῶρο τῆς ὑπομονῆς, νά εἶστε προσεκτικοί μέ τόν ἑαυτό σας καί νά ἐπαγρυπνεῖτε, ὥστε νά κρατήσετε καί νά διατηρήσετε μέσα σας τή χάρη τοῦ Θεοῦ, διαφορετικά ἡ ἁμαρτία θά εἰσβάλει χωρίς νά τό καταλάβετε στήν ψυχή ἤ στό σῶμα σας καί θά διώξει αὐτή τή χάρη.

Ἀλλά ἐάν ἀπό ἀπροσεξία καί ἀμέλεια ἀφήσετε τήν ἁμαρτία νά εἰσβάλει μέσα σας, καί εἰδικά ἐκεῖνο τό πάθος πρός τό ὁποῖο ἡ ἀσθενής σάρκα σας εἶναι ἰδιαίτερα ἐπιρρεπής καί τό ὁποῖο σπιλώνει τό σῶμα καί τήν ψυχή, τότε ἡ χάρις θά φύγει ἀφήνοντάς σας ἀπογυμνωμένους καί μόνους. Τότε θλίψη, σταλμένη γιά τή σωτηρία και τήν τελειώσή σας, θά πέσει βαριά πάνω σας, θά σᾶς συντρίψει μέ λύπη, κατάθλιψη, ἀπόγνωση, ὡς κάποιον πού κρατᾶ τό δῶρο τοῦ Θεοῦ χωρίς τήν πρέπουσα εὐσέβεια πρός τό δῶρο. Βιαστεῖτε νά ἐπαναφέρετε τήν ἁγνότητα στήν καρδιά σας μέ ἀληθινή καί ἀκλόνητη μετάνοια καί μέσῳ τῆς ἁγνότητας, τό δῶρο τῆς ὑπομονῆς· ἀφοῦ αὐτό τό δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπαναπαύεται μόνο στούς ἀγνούς.

Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἔψαλλαν ὕμνο χαρᾶς ἐν μέσῳ φλογισμ΄νεων καμίνων, ὅταν περπατοῦσαν πάνω σέ καρφιά, σέ κοφτερά μαχαίρια, ὅταν κάθονταν σέ καζάνια βραστοῦ νεροῦ ἤ λαδιοῦ. Ἔτσι καί ἡ δική σας καρδιά θά εὐφρανθεῖ ὅταν μέ τήν προσευχή ἑλκύσετε τή δωρεά τῆς χάριτος καί τή διαφυλάξετε μέ διαρκῆ προσοχή τοῦ ἑαυτοῦ σας. Τότε ἡ καρδιά σας θά ψάλλει ὕμνους ἐν μέσῳ συμφορῶν καί τρομερῶν θλίψεων, δοξάζοντας καί εὐχαριστώντας τόν Θεόν.

Ὁ νοῦς ἐξαγνισμένος ἀπό τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ, προικίζεται μέ πνευματική ὅραση· ἀρχίζει νά βλέπει τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ πού ἀγκαλιάζει τά πάντα, καί εἶναι ἀόρατη μέ τά σαρκικά μάτια· βλέπει τήν ἀπεραντοσύνη τῆς αἰωνιότητας οἰκεία· βλέπει τό Θεό στὰ θαυμαστά ἔργα Του, στή δημιουργία Του καί τήν ἐπαναδημιουργία τοῦ σύμπαντος. Τότε ἡ ἐπίγεια ζωή ἀρχίζει νά φαίνεται σάν ἕνα σύντομο ταξίδι, τοῦ ὁποίου τά γεγονότα εἶναι ὄνειρα, τοῦ ὁποίου οἱ εὐλογίες δέν εἶναι παρά σύντομες ὀπτικές ἀπάτες, βραχεῖες λόγῳ τῶν ἐπικίνδυνων παρανοήσεων τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς.

Τί καρπούς φέρουν οἱ προσωρινές θλίψεις γιά τήν αἰωνιότητα; Ὅταν ἀποκαλύφθηκε ὁ Παράδεισος στόν Ἀπόστολο Ἰωάννη, μέ ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος φορέων τοῦ φωτός, ντυμένων στά ἄσπρα, ἐξυμνώντας τή σωτηρία καί τή μακαριότητά τους ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, ἕνας ἀπό τούς κατοικοῦντες στή Βασιλεία τόν ρώτησε: «οὗτοι οἱ περιβεβλημένοι τάς στολάς τάς λευκάς τίνες εἰσί καί πόθεν ἦλθον;» «καί εἴρηκα αὐτῶ»λέει ὁ Ἅγιος καί θεῖος Ἰωάννης «Κύριε μου, σύ οἶδας». Τότε ὁ πρεσβύτερος ἀπάντησε στόν Ἅγιο Ἰωάννη ὁὗτοι εἰσίν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καί ἔπλυναν τάς στολάς αὐτῶν καί ἐλεύκαναν αὐτάς ἐν τῶ αἵματι τοῦ ἀρνίου. Διά τοῦτο εἰσίν ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ καί λατρεύουσιν αὐτῶ ἡμέρας καί νυκτός ἐν τῶ ναῶ αυτού. Καί ὁ καθημένος ἐπί τοῦ θρόνου σκηνώσει ἐπ’ αὐτούς. Οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδί πᾶν καῦμα, ὅτι τό ἀρνίον τό ἄνα μέσον τοῦ θρόνου ποιμαίνει αὐτούς, καί ὁδηγήσει αὐτούς ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων, καί ἐξαλείψει ὁ Θεός πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν»(Ἀποκ. ζ΄13-17)

Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τό Θεό εἶναι αἰώνιο μαρτύριο στήν κόλαση, αἰώνια ἐπαφή μέ τόν διάβολο καί διαβολικούς ἀνθρώπους· μέ φλόγες, πικρό ψύχος, τό σκοτάδι τῆς Γέεννας· αὐτό εἶναι ἡ πραγματική ὀδύνη. Αὐτό εἶναι μαρτύριο τεράστιο, φρικτό καί ἀβάσταχτο. Ἡ ἀπόλυτη παράδοση στήν ἡδύτητα τῶν ἐπίγειων ἀπολαύσεων ὁδηγεῖ σέ μεγάλο αἰώνιο μαρτύριο.

Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ σώζει ἀπό αὐτό τό μαρτύριο ὅποιον πιεῖ ἀπ’ αὐτό μέ εὐχαριστία καί δοξολογία πρός τόν πανάγαθο Θεό, ὁ Ὁποῖος μέσῳ τοῦ πικροῦ Ποτηρίου τῶν προσωρινῶν θλίδεων ἐκχωρεῖ στόν ἄνθρωπο τό ἄμετρο καί αἰώνιο ἔλεός Του.

6.

 Κυριακὴ Ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς το ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὴν πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς θυμόμαστε τὴν ὁσία Μαρία την Αἰγυπτία ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ μᾶς διδάξει μιὰ μεγαλειώδη συμπεριφορά πού πρέπει να ἔχουμε ὑπ’ ὄψιν. Ἐκείνη ἦταν μιὰ ἁμαρτωλή, δημόσια γνωστή, μιὰ πρόκληση κι ἕνα σκάνδαλο γιὰ τοὺς ἄνδρες. Πῶς ἔγινε ἁμαρτωλή – δὲν γνωρίζουμε, οὔτε ἄν ἦταν μιὰ κόλαση γιά ἐκείνη, οὔτε ἄν ἀποπλανήθηκε ἢ βιάστηκε, πῶς ἔγινε πόρνη, δὲν θὰ μάθουμε ποτέ. Αὐτό πού γνωρίζουμε μέ βεβαιότητα εἶναι ὅτι μιὰ ἡμέρα ἦρθε στὸν ναό τῆς Θεοτόκου – τόν ὁρισμό τῆς ἀγνότητας – καὶ ξαφνικά αἰσθάνθηκε ὅτι δεν μποροῦσε νά μπεῖ μέσα. Θὰ πρέπει νὰ φανταστοῦμε μιὰ ὑπερφυσική δύναμη νὰ τὴν ἐμποδίζει νὰ διασχίσει τὴν εἴσοδο· μιά δύναμη πού προφανῶς –βεβαίως– προερχόταν ἔξω ἀπό κείνη. Αἰσθάνθηκε ὅτι ὁ χῶρος ἦταν τόσο ἅγιος καὶ τὸ πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ τόσο ἱερό γιά νὰ τολμήσει νὰ βαδίσει πρὸς Ἐκείνη καὶ νὰ σταθῇ στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ.

Ἦταν ἀρκετό νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι τὸ παρελθόν ἦταν σκοτάδι, κι ὅτι δεν ὑπῆρχε γι’ αὐτήν παρά μονάχα ἕνας δρόμος: νὰ ἀποτινάξει κάθε ἁμαρτία καὶ νὰ ξεκινήσει μιὰ καινούργια ζωή. Δὲν ἀναζήτησε συμβουλές, δὲν πῆγε νὰ ζητήση συγχώρηση· κατευθύνθηκε ἔξω ἀπό τὴν πόλη στὴν ἔρημο, στὴν καυτή ἔρημο ὅπου δὲν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο παρά ἄμμος και ζέστη και πεῖνα, και ἀπόλυτη μοναξιά.

Αὐτή μπορεῖ νὰ μᾶς διδάξει κάτι πολύ μεγάλο. Ὅπως ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ ἐπανελάμβανε περισσότερες ἀπό μία φορές σ’ ὅσους πήγαιναν νὰ τὸν δοῦνε, ἡ διαφορά ἀνάμεσα στὸν ἁμαρτωλό πού εἶναι χαμένος καὶ στὸν ἁμαρτωλό πού ἔχει βρεῖ τὸν δρόμο γιὰ τὴν σωτηρία δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπό τὴν ἀποφασιστικότητα. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα παροῦσα· ἡ ἀπόκριση ἐπαφίεται σὲ μᾶς. Καὶ ἡ Μαρία ἀνταποκρίθηκε· παρά τὸν τρόμο μιᾶς νέας αἴσθησης τοῦ ἑαυτοῦ της, ἐκείνη ἀπάντησε στὴν ἱερότητα, τὴν χάρη, τὴν ἁγνότητα καὶ τὴν ἁγιότητα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, καὶ τίποτα, τίποτα δὲν ἦταν πιό σημαντικό γιὰ ἐκείνη, ὥστε νὰ ( θελήσει) ν’ ἀλλάξει τὴν ζωή της.

Χρόνο μὲ τὸν χρόνο, μὲ νηστεία καὶ προσευχή, στὴν καυτή ζέστη, στὴν ἀπελπιστική μοναξιά τῆς ἐρήμου, πάλευε μὲ τὴν ἁμαρτία πού εἶχε συσσωρευτεῖ στὴν ψυχή της· γιατί δὲν ἦταν ἀρκετό νὰ ἔχει κανείς συνείδηση τῆς ἁμαρτίας, δὲν ἦταν ἀρκετό οὔτε νὰ τὴν ἀπομακρύνει μόνο μὲ τὴν βούληση, βρίσκεται παντοῦ, στὶς ἀναμνήσεις, στὶς ἐπιθυμίες, στὴν ἀσθενικότητα, στὴν σήψη πού ἡ ἁμαρτία φέρνει. Εἶχε νὰ παλέψει μὲ ὅλη τὴν ζωή της, ἀλλά στὸ τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς εἶχε νικήσει· πράγματι εἶχε ἀγωνιστεῖ τὸν καλό ἀγῶνα, εἶχε καθαριστεῖ ἀπό κάθε σπίλο, μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ: ὄχι σ’ ἕνα ναό, ὄχι σ’ ἕνα τόπο, ἀλλά στὴν αἰωνιότητα.

Μᾶς διδάσκει τὴν μεγάλη ἀλλαγή. Μπορεῖ νὰ μᾶς διδάξει ὅτι μόνο ἄν μιὰ μέρα ἀντιληφθοῦμε ὅτι στὸν χῶρο ὅπου ἐλεύθερα κινούμαστε: τὴν ἐκκλησία, ἢ ἁπλά τὴν ἴδια τὴν πλάση πού ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπό τὸν Θεό καὶ πού παραμένει καθαρή ἀπό ἁμαρτία, παρότι ὑποτάχθηκε, ὑποδουλώθηκε στὴν ἁμαρτία, ἐξαιτίας μας – εἶναι τόσο ἱερή πού ἐμεῖς δὲν ἔχουμε καμμιά θέση σ’αὐτήν, θὰ πρέπει σὲ ἀπάντηση αὐτῆς τῆς αἴσθησης μετανοίας, νὰ στραφοῦμε μὲ τρόμο μακριά ἀπό αὐτό ποὺ εἴμαστε καὶ νὰ στραφοῦμε ἐνάντια στοὺς ἑαυτούς μας μὲ μιὰ σταθερή ἀποφασιστικότητα. Καὶ μποροῦμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ παράδειγμά της.

Τὸ παράδειγμά της αὐτό παρουσιάζεται σὲ μᾶς σὲ μιὰ κορυφαία στιγμή πού πηγάζει ζωή, ποὺ εἶναι ἡ Μ. Τεσσαρακοστή. Μιὰ ἑβδομάδα πρίν ἀκούσαμε τὴν διδασκαλία καὶ τὸ κάλεσμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, ἐκείνου πού διαμόρφωσε μιὰ ὁλόκληρη κλίμακα τελειότητας γιὰ μᾶς, προκειμένου νὰ ὑπερβοῦμε τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ φθάσουμε τὸ σωστό. Καὶ σήμερα βλέπουμε κάποια ποὺ ἀπό τὰ βάθη τῆς ἁμαρτίας ἔφθασε στὰ ὕψη τῆς ἁγιότητας καὶ ὅπως ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης λέει: «Νὰ εἶσαι βέβαιος ὅτι ὁ Θεός πού μποροῦσε νὰ γιατρέψει λεπρούς μπορεῖ νὰ γιατρέψει καὶ τὴν λεπρότητα μέσα σου».

Ἄς δοῦμε ἐπίσης σ’ αὐτήν μιὰ ἐνθάρρυνση, μιὰ νέα ἐλπίδα, ἀληθινά μιὰ χαρά, ἀλλά καὶ μιὰ πρόκληση, ἕνα κάλεσμα, γιατί εἶναι κρίμα νὰ ψάλλουμε ὕμνους στοὺς ἁγίους, ἄν δὲν μποροῦμε νὰ μάθουμε ἀπ’ αὐτούς καὶ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Ἀμήν.

7.

Ἐρμηνεία Εὐαγγελίου Ε΄Κυριακῆς (Μάρκ. ι, 32-45)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ὁ Χριστός προφητεύει διὰ τρίτην φορὰν τὸν θάνατόν Του καί τὸ πάθος Του.

Ματθ. 20,17-19. Μάρκ. 10,32-34. Λουκ. 18,31-34.

Ὁμιλεῖ ἤδη ὁ Κύριος διὰ τρίτην φορὰν περὶ τοῦ πάθους Του, ἳνα ἐννοήσωσιν αὐτό οἱ Ἀπόστολοι καλῶς καὶ μὴ σκανδαλισθῶσιν, ὃταν οὗτος σταυρωθῆ. Πρώτην φορὰν ὡμίλησε διὰ τὰ πάθη Του μετὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Πέτρου καὶ δευτέραν μετά τὴν μεταμόρφωσίν Του. Ματθ. 17,21.

Ὁ Κύριος βαδίζει πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ ἀπόφασιν νὰ σταυρωθῆ. Διὰ τοῦτο ὁ Εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος λέγει: « Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα∙ καί ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς». Ἐνῶ μετέβαινον εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ Κύριος προεπορεύετο αὐτῶν. Ἡ προβάδισις αὓτη τοῦ Κυρίου ἦτο δεῖγμα μεγάλου θάρρους Του διὰ τὸ πάθος Του. Οἱ Ἀπόστολοι γνωρίζοντες, ὃτι ἡ ἄνοδος τοῦ Κυρίου εἰς Ἱεροσόλυμα θὰ ἔχη κακὸν τέλος διὰ τὸν διδάσκαλον των «ἐθαμβοῦντο» ἐξεπλήσσοντο, διότι ἔβλεπον τὸν Ἰησοῦν νὰ βαδίζῃ μὲ τόσον θάρρος «καί ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο». Γνωρίζοντες δηλαδὴ οἱ Ἀπόστολοι τὸ μῖσος τῶν Ἰουδαίων κατὰ τοῡ Ἰησοῦ καὶ βλέποντες τὸν Ἰησοῦν νὰ βαδίζῃ πρὸς αὐτοὺς ταχύτερον τοῦ συνήθους, ἐφοβοῦντο διὰ τὸν Χριστὸν καὶ τὸν ἑαυτὸν των καὶ ἐπεβράδυνον τὴν πορείαν των.

Ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐπροχώρησε πρὸ τῶν Ἀποστόλων κατόπιν σταματᾶ «παρέλαβε τοὺς δώδεκα κατ’ ἰδίαν ἐν τῇ ὁδῷ» καλεῖ καθ’ ὁδόν ἰδιαιτέρως τοὺς Ἀποστόλους Του « καί ἢρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν» προλέγει τὸ πάθος Του ὡς ἑξῆς : «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ τελεσθήσεται πάντα τὰ γεγραμμένα διὰ τῶν προφητῶν τῷ Υἱῷ τοῦ ἀνθρώπου» θὰ γίνουν ὃλα ὃσα διὰ τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ εἶπον οἱ προφῆται. Συγκεκριμένως: « Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται» ὁ Χριστὸς θὰ παραδοθῇ ὑπό τοῦ Ἰούδα «τοῖς ἀρχιερεῦσι καί γραμματεῦσι» εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς. Οὗτοι «κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ» θὰ τὸν καταδικὰσωσιν εἰς θάνατον καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως «παραδώσουσιν» θὰ παραδώσωσιν αἱ Ἰουδαϊκαί ἀρχαί «αὐτόν τοῖς ἒθνεσι» εἰς τὰ ἔθνη ἤτοι εἰς τὸν Πιλᾶτον. Ὁ Χριστὸς «ὑβρισθήσεται». Οἱ ἐχθροί Του θὰ ἐξευτελίσωσιν Αὐτὸν «καί ἐμπαίξουσιν αὐτῷ» θὰ εἰρωνευθῶσι «καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν» θὰ ὑποβάλωσιν Αὐτὸν εἰς τὴν ποινὴν τῆς φραγγελώσεως «καί ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν» θὰ Τὸν πτύσωσι καὶ θὰ Τὸν φονεύσωσι «καί τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται» καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἀναστηθῇ.

Ὁ Κύριος ὡμίλησε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Ἰουδαίους περὶ τοῦ πάθους Του καὶ τῆς ἀναστάσεώς Του, ἀλλά ἀσαφῶς διὰ τοῦ σημείου τοῦ Ἰωνᾶ, τῆς καταλύσεως τοῦ ναοῦ κ.λ.π. Μόνον εἰς τοὺς Ἀποστόλους Του λέγει ρητῶς καὶ λεπτομερῶς τὸ πάθος Του, ὕβρεις, ἐμπαιγμούς, φραγγέλωσιν, ἐμπτυσμούς, θάνατον, διότι ἔπρεπε οἱ Ἀπόστολοι νὰ μὴ αἰφνιδιασθῶσιν. Οἱ Απόστολοι ἀκούοντες τὸν Χριστὸν προφητεύοντα οὐχὶ γενικῶς τὰς ἐχθρικάς διαθέσεις τῶν Ἀρχόντων, ἀλλά λεπτομερῶς τὰ βάσανά Του, θὰ ἐνισχύοντο εἰς την πίστιν των προς τὸν Χριστόν, ὃταν ἲδουν τὸν Ἰησοῦν πάσχοντα διότι ὁ Χριστὸς προγνωρίζων αὐτὸ εἶναι Θεὸς καὶ πάσχει ἑκουσίως. Ὁ Κύριος λέγων, ὃτι θὰ παραδοθῇ εἰς τὰ ἒθνη ἤτοι εἰς τὰς Ρωμαϊκάς Ἀρχάς, ὃπως θανατωθῇ, προλέγει τὸ εἶδος τοῡ θανάτου Του, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι λιθοβολισμὸς Ἑβραϊκός, ἀλλά σταύρωσις ὑπὸ τῶν Ρωμαίων. Ἡ ὃλη βαρύτης πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν πρόρρησιν τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πρὸς παρηγορίαν τῶν Ἀποστόλων.

Παρ’ ὃλην ὃμως τὴν τρίτην ταύτην σαφῆ πρόρρησιν τοῦ πάθους Του, οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν τόσον πολὺ ποτισμένοι ἀπὸ τὰς ψευδεῖς πολιτικάς ἰδέας τοῦ Μεσσίου, ὥστε, ὡς λέγει ὁ Λουκᾶς, «οὐδὲν τούτων συνῆκαν» δὲν ἐνόησαν τί τοὺς ἔλεγεν ὁ Κύριος. Οἱ υἱοί Ζεβεδαίου ζητοῦν πρωτοκαθεδρίας! Ἐπειδὴ δὲν ἀντεῖχεν ὁ νοῦς των διὰ τὴν κατανόησιν «ἦν τὸ ρῆμα τοῦτο κεκρυμμένον» τὸ βάρος τοῦ λόγου ἦτο κρυμμένον ὑπὸ τοῦ θεοῦ εἰς αὐτοὺς «καί οὐκ ἐγίνωσκον τὰ λεγόμενα» δὲν ἐνόουν τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἐνόουν, διότι ἦσαν ἀντίθετα εἰς τοὺς πόθους καὶ τὰς ἐλπίδας των.

Ἐξ ἀφορμῆς ὃμως τῆς τριάδος τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ εἶναι εἰς τὸν τάφον ὁ Σωτὴρ δυνάμεθα νὰ ἲδωμεν καὶ ἄλλας τριάδας τοῦ πάθους Του, ὥστε νὰ ἲδωμεν τὸ μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου, τὴν ἀξίαν μας, τὴν βρωμιά μας. Ἂς ἲδωμεν.

Θέμα : Τὸ Μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου, ἡ ἀξία μας καί ἡ βρωμιὰ μας.

Ἐδῶ ὁ Κύριος κάμνει δύο πράγματα. Προλέγει τὸ πάθος Του καί τρέχει πρὸς αὐτό. Καί εἰς τὰ δύο αὐτὰ ὑπάρχει τὸ μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου, ἡ ἀξία μας, ἀλλά καί ἡ παληανθρωπιά μας. Ἂς ἲδωμεν ταῦτα πρὸς δόξαν Θεοῦ.

1) Ὁ Κύριος προλέγει το πάθος Του εἰς τούς μαθητάς Του. Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον προλέγει τὸ πάθος Του εἶναι, ὅπως εἴπομεν, νὰ στερεώσῃ τοὺς Ἀποστόλους Του, ὥστε ὅταν ἴδωσιν Αὐτὸν ἐσταυρωμένον νὰ μὴ πάθωσιν ἀνεπανόρθωτον ψυχικὸν κάταγμα. Μεγαλειώδης εἶναι ὁ τρόπος τοῦ στερεώματος αὐτῶν διὰ τῆς προφητείας τοῦ πάθους Του. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὁ Κύριος γνωρίζει πρῶτον, ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς των. Ἐπερίμεναν δηλαδὴ Μεσσίαν, Χριστόν, ὄχι ἐπὶ Σταυροῦ, ἀλλὰ ἐπὶ θρόνου, ὄχι θανατούμενον καὶ ἐνταφιαζόμενον, ἀλλὰ ἀνιστῶντα τοὺς νεκρούς, ὄχι ἐμπτυόμενον, ἄλλα δεχόμενον προσκυνήματα καὶ ἀσπαζόμενον, ὄχι γρονθοκοπούμενον, ἀλλά δεχόμενον φόρους ὡς βασιλέα. Ὁ Κύριος ἐγνώριζε δεύτερον, ὅτι θὰ καταδικασθῇ ὑπὸ τριῶν τρομερῶν τριάδων. Καὶ ἡ πρώτη τριὰς εἶναι οἱ τρεῖς μεγάλοι ἠθικοὶ αὐτουργοί. Ὁ Ἰούδας, ὁ ὁποῖος θὰ τὸν παραδώσῃ, ὁ Καϊάφας ὁ ὁποῖος θὰ τὸν καταδικάσῃ καὶ ὁ Πιλᾶτος ὁ ὁποῖος θὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Δευτέρα τριὰς εἶναι οἱ ἐκτελεσταί, ἤτοι ἡ σπεῖρα ἡ ὁποία θὰ Τὸν συλλάβῃ, οἱ στρατιῶται οἱ ὁποῖοι θὰ ξεμουδιάσουν τὰ νεῦρα τους δέρνοντες Αὐτὸν διὰ τοῦ φραγγελίου, ἐμπτύοντες καὶ γρονθοκοποῦντες Αὐτὸν καὶ οἱ σταυρωτοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ Τὸν σταυρώσουν. Ὄπισθεν αὐτῶν ὑπῆρχεν ἡ τρίτη ἀφανὴς τριὰς ἤτοι τὸ χρῆμα μὲ τοὺς πρεσβυτέρους, ἡ ἀριστοκρατία δηλαδὴ τῶν λαϊκῶν, ἡ ὀλιγαρχία τοῦ πλούτου, ἡ θρησκεία μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς, ἡ ἀριστοκρατία δηλαδὴ τοῦ Ναοῦ καὶ ὁ λόγος μὲ τοὺς Γραμματεῖς, ἤτοι ἡ ἀριστοκρατία τοῦ Πνεύματος. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνεμοι θὰ ἐπιπέσωσι κατὰ τῶν ἀδυνάτων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι θὰ συνετρίβοντο, διότι, ὡς εἴπομεν, ἄλλα ἐπερίμενον καὶ ἄλλα τοὺς ἦλθον, ἂν δὲν διησφάλιζεν αὐτοὺς ὁ Κύριος.

Ὁ Κύριος ἀσφαλίζει αὐτοὺς κατὰ τῶν τρομερῶν αὐτῶν τριάδων μὲ ἄλλας τρεῖς σπουδαίας τριάδας. Πρώτη τριάς. Οἱ Ἀπόστολοι εἶδον, ἔμαθον, ὅτι τρεῖς φοράς ἐπεχείρησαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστόν, ἀλλά δὲν ἠδυνήθησαν. Ἡ πρώτη φορὰ εἶναι εἰς τὴν Ναζαρέτ, ὅτε ἐπεχείρησαν οἱ πατριῶται Του νὰ κρημνίσωσιν Αὐτὸν ἀπὸ κάποιον βράχον, ἡ δευτέρα καὶ τρίτη φορὰ εἶναι ὅταν κατὰ τὴν ἑορτήν τῆς Σκηνοπηγίας ἐν Ἱερουσαλὴμ διὰ χειρῶν ἐπεχείρησαν νὰ συλλάβωσιν Αὐτὸν καὶ κατόπιν διὰ λίθων νὰ φονεύσωσιν Αὐτόν, ἀλλά δὲν ἠδυνήθησαν, διότι δὲν ἦλθεν ἡ ὥρα Αὐτοῦ. (Ἰωάν. 7,30. 8,59).

Ἀλλά εἶδον καὶ κάποιαν ἄλλην τριάδα εὐχάριστον. Εἶδον τήν μεταμόρφωσίν Του, τὴν ὁμολογίαν τοῦ Ἀποστόλου Πὲτρου, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός καὶ τὴν ἀλείψασαν Αὐτόν μὲ μῦρον ὡς Σωτῆρα της. Καὶ τά τρία αὐτὰ δεικνύουσιν Αὐτὸν ὡς Θεόν. Εἰς τὰς δύο αὐτάς τριάδας εἶναι ἡ τρίτη τριάς. Δία τρίτην φοράν ἤδη προλέγει τὸ πάθος Του μετὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Πέτρου καὶ τὴν ἐπί τοῦ ὂρους Θαβὼρ μεταμόρφωσιν. Δὲν ἔπρεπε νὰ προείπῃ τὸ πάθος Του πολὺ πρὸ τῆς μεταμορφώσεώς Του, διότι οἱ Ἀπόστολοι δὲν θὰ ἠκολούθουν ὡς Μεσσίαν κάποιον μελλοθάνατον κακοῦργον, πρὶν μάθωσιν, ὅτι Αὐτὸς εἶναι θεός. Δὲν ἔπρεπε ὅμως νὰ μείνουν καὶ τελείως ἀπληροφόρητοι περὶ αὐτοῡ. Ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ἀκούσωσιν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἰδίου, ὅτι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου θὰ ἀποθάνῃ, ὁ βασιλεὺς τοῦ Οὐρανοῦ θὰ ὑβρισθῇ ἀπὸ στρατιώτας τῆς γῆς καὶ ὁ θεάνθρωπος θὰ σταυρωθῇ ἀπό τοὺς ὑπηρέτας τοῦ Ναοῦ, τοὺς Ἀρχιερεῖς.

Στεφάνι τῶν τριῶν πρώτων τριάδων τῶν δυσμενῶν, ἀλλά καὶ τῶν δευτέρων τριάδων τῶν εὐμενῶν εἶναι ἡ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀνάστασις Του ! Ποῖος δὲν βλέπει ἐνταῦθα τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἐφρόντισε νὰ στερέωσῃ τοὺς Ἀποστόλους Του διὰ τόσων σοφῶν μέσων κατὰ τοῦ κατάγματος τῶν ἐκ τοῦ πάθους Του ;

2) Ὁ Χριστὸς τρέχει εἰς τὸ πάθος Του. Εἰς τὸ τρέξιμον αὐτὸ φαίνονται τὸ μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου, ἡ μεγάλη μας ἀξία καὶ ἡ ἀφάνταστος βρωμιά μας. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὁ Χριστὸς γνωρίζει, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ σώσῃ τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμος, νὰ σταυρωθῇ ἀπ’ αὐτούς. Ἂν δὲν εἶναι ἕτοιμος πρὸς τοῦτο, ἀλλά περιμένει ἀμοιβὴν φανερώνει, ὃτι δὲν γνωρίζει τὴν ἀνθρωπίνην καρδίαν καὶ ἀχαριστίαν, ἀλλά καὶ τὸ ἔργον του δὲν εἶναι δωρεά, ἀλλά ἐμπόριον, διότι δίδει σωτηρίαν καὶ περιμένει νὰ πάρῃ ἔπαινον. Ὁ Κύριος τρέχει εἰς τὸ πάθος Του διὰ νὰ πάρῃ ἐκ τῆς ἀνθρωπίνης ἀχαριστίας τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου Του. Τὸ στεφάνι τῆς εὐεργεσίας Του εἶναι ἡ ἀχαριστία μας ! Πόσον μεγαλειώδης εἶναι ὁ Κύριος, πόσον ἀχάριστοι οἱ ἄνθρωποι! Εἶναι γνωστόν ἐπίσης, ὃτι εἴμεθα τόσον πολὺ βουτηγμένοι εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ὥστε εἴμεθα δοῦλοι καὶ πωλημένοι εἰς τὸν διάβολον Δία νὰ μᾶς ἐξαγόρασῃ ὁ Χριστὸς ἐχρησιμοποίησεν ὡς νόμισμα τὸ αἷμα Του, τὴν ζωήν Του, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει ὃλας τὰς ἄλλας ἀξίας καὶ περιέχει αὐτάς! Ὁ Κύριος τρέχει εἰς τὸ πάθος Του, διὰ νὰ πληρώσῃ μὲ τὸ αἷμα Του τὸ χρέος μας. Πόσον μεγαλειώδης εἶναι ὁ Κύριος καὶ πόσην ἀξίαν ἔχει ὁ ἄνθρωπος !

Ὁ Κύριος γνωρίζει, ὃτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ τοὺς ἐχθροὺς του ὁλοκληρώνει τὴν ἀξίαν του, ἂν μισηθῇ ἀπό τούς φίλους του καὶ ὑπομείνῃ τοῦτο. Ὁ Κύριος ὄχι μόνον ὑπέμεινε τὸ μῖσος τῶν φίλων Του, ἄλλα τρέχει εἰς τὸ πάθος αὐτό. Ὁποῖον μεγαλεῖον ! Ὁ Κύριος γνωρίζει, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ σώσῃ ὃλους τοὺς λαοὺς θά μισηθῇ ἐκ ζηλοτυπίας ἀπὸ τόν λαόν, ὅπου ἀνήκει. Ὁ Κύριος τρέχει πρὸς τὸ «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον» τοῦ Ἑβραϊκοῦ ὄχλου, ἀρκεῖ νὰ σωθῇ ὁ κόσμος. Ὁποῖον μεγαλεῖον !

Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀκούομεν τὰ λόγια τῶν καλῶν ἀνθρώπων, ὅταν ζοῦν, περισσότερον ὅμως ὃταν ἀποθάνουν. Τὰ αὐτιά μας ἑπομένως ἀνοίγουν περισσότερον εἰς τὰς φωνάς, αἱ ὁποῖαι ἐξέρχονται ἀπὸ τὸν τάφον. Ὁ Κύριος τρέχει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν τάφον διὰ νὰ ἀνοίξῃ τά αὐτιά μας. Πόση ἡ ἰδική μας σκληροκαρδία καὶ πόση ἡ καλωσύνη τοῦ Κυρίου! Εἶναι γνωστόν, ὃτι εἴμεθα γεμάτοι ἀπὸ ἐγωϊσμόν. Ἀπό τόν πολύν ἐγωϊσμόν μας δυσκόλως σεβόμεθα τοὺς ἄλλους. Τὸν σπάνιον τοῦτον σεβασμόν μας πρὸς τοὺς ἄλλους τὸν φυλάττομεν δι’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐσκοτώσαμεν ἀδίκως. Εἰς τὸ ἄδικον θῦμα μας ρίπτομεν ὅλον μας τὸν σεβασμόν. Ὁ Χριστὸς τρέχει νὰ ἀδικοσκοτωθῇ ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας μας, ἀπὸ ἡμᾶς, διὰ νὰ ἐγείρῃ τὸν σεβασμόν μας. Μάλιστα! Τὸν Χριστὸν ἡμεῖς τὸν ἐσκοτώσαμεν. Οἱ Φαρισαῖοι ἦσαν ἁπλοῖ ἐντολοδόχοι μας, σκληροὶ δήμιοί μας. Πόσον μεγαλεῖον τοῦ Χριστοῦ, πόση ἀξία, ἀλλά καὶ πόση βρωμιά μας !

Ὁ ἀέρας καὶ τὸ νερὸ εἶναι τὰ ρευστότερα πράγματα, διότι αὐτὰ οὔτε δύνασαι νὰ τὰ σφίξῃς εἰς τὴν χούφτα σου οὔτε νὰ γράψης ἐπ’ αὐτῶν τὸ ὄνομά σου. Ρευστότερα ὅμως καὶ ἀπὸ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ὁ χρόνος καὶ ἡ ἀνθρωπίνη καρδία. Πόσον ταχέως κυλᾷ ὁ χρόνος καὶ ἡ ἀνθρωπίνη καρδία ! Καὶ ὅμως! Εἰς τὴν εὐμετάβολον ἀνθρωπίνην καρδίαν ὅχι μόνον γράφονται, ἀλλά χαράσσονται αἱ ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι βαμμένοι μὲ αἷμα ! Νά! Διά τοῦτο τρέχει ὁ Χριστὸς νὰ σταυρωθῇ διὰ νὰ βάψῃ τὴν ἀλήθειάν Του μὲ αἷμα, νὰ τὴν χαράξῃ εἰς τὴν καρδίαν σου ! Ὁποία καλωσύνη τοῦ Κυρίου μέσα εἰς τὴν ἰδικήν σου ἀκαταστασίαν !

Ναὶ ! Τοιοῦτος εἶναι ὁ Χριστός, τοιοῦτος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ! Ἡ ἀνθρωπίνη ἀχαριστία αἰσθάνεται ὡς προσβολὴν τὴν θείαν εὐεργεσίαν καὶ παλαίει κατ’ αὐτῆς κατὰ τὸν σκληρότερον τρόπον. Ὁ Κύριος ὅμως νικᾶ μὲ τὸ μεγαλεῖον Του τὴν ἀνθρωπίνην κακίαν καὶ μεταβάλλει αὐτὴν εἰς λίπασμα, διὰ νὰ φυτρώσῃ ἐξ αὐτῆς τὸ θεῖον φυτόν.

Ἓνας ἐργάτης σπάζων πέτρες εἰς τὸν δρόμον, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔσπασε καὶ ἕνα χαλίκι χονδρόν. Ἕνας διαβάτης διερχόμενος ἐκεῖθεν παίρνει τὸ χαλίκι αὐτό, τὸ ἀνοίγει καὶ εὑρίσκει μέσα μικρὰ κρύσταλλα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπεφταν οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου καὶ ἀκτινοβολοῦσαν χίλια χρώματα, εἰς τρόπον, ὥστε τὰ μάτια ἐθαμπώνοντο ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν λάμψιν. Τὸ πρᾶγμα ἐφάνη πολὺ περίεργον καὶ ὅμως ἑρμηνεύει τὸν Χριστόν. Λίθος εἰς τὴν ἄκρη τοῦ δρόμου εἶναι ὁ Χριστός. Σπάσιμο τοῦ λίθου εἶναι ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ. Κρύσταλλα τὰ ὁποῖα ἐλαμποκοποῦσαν εἰς τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου εἶναι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν τὰ κτυπήματα τῆς σφύρας δὲν ἔσπαζαν τὴν πέτραν, δὲν θὰ ἀπεκαλύπτετο τὸ κρυμμένον μεγαλεῖον της. Ἐὰν καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἐσπάζετο μὲ τὸν σταυρικὸν θάνατον, δὲν θὰ ἐφαίνετο τὸ μεγαλεῖον Του ! Ὃ,τι ἔχει ἀξίαν, ἐπληρώθη ἀκριβά. Ἂς ἔχῃ δόξαν ὁ Πανάγαθος Κύριος ! Ἀμήν.

Ἡ Παράκλησις τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου

Ματθ: 20,20-28. Μὰρκ 10,35-45.

Εἴδομεν, ὃτι ὁ Κύριος ὑπεσχέθη, ὅτι οἱ Ἀπόστολοί Του θὰ καθίσωσιν εἰς δώδεκα θρόνους καὶ Αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀφοῦ πάθῃ, θὰ ἀναστηθῇ. «Ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης oἱ υἱoί τοῦ Ζεβεδαίου» ἐπιθυμοῦν τὴν πρωτοκαθεδρίαν εἰς τὴν μετ’ ὀλίγον, ὅπως ἐνόμιζον αὐτοί, ἐνθρόνισιν τοῦ Κυρίου καὶ συνθρόνισιν αὐτῶν. Πρὸς τοῦτο «προσπορεύονται αὐτῷ» πλησιάζουσι τὸν Χριστόν. Μαζί των παραλαμβάνουσι καὶ τὴν μητέρα των, τὴν Σαλώμην, ἳνα δι’ ἐκείνης γίνῃ ἡ αἴτησις τῆς πρωτοκαθεδρίας. «Τότε προσῆλθεν ἡ μήτηρ μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς καὶ προσκυνοῦσα» ἵνα ἑλκύσῃ περισσότερον τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ αἴτημά της ἤρχισε «αἰτοῦσά τι παρ’ αὐτοῦ», ἐζήτησε νὰ ὑποβάλῃ αἲτησίν τινα. Ὁ Κύριος ἔχων ὑπ’ ὄψιν Του, ὅτι οἱ δύο μαθηταί Του ὁμιλοῦν διὰ τῆς μητρός των, ἀπαντᾷ, εἰς μητέρα καὶ υἱούς : «Τί θέλετε, ἳνα ποιήσω ; » Ἡ μήτηρ ἀπαντᾷ : « Εἰπέ ἵνα καθίσωσιν οὗτοι oἱ δύο υἱοί μου εἷς ἐκ δεξιῶν σου καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Δύο τιμητικάς θέσεις ζητεῖ ἡ μήτηρ αὕτη. Νὰ καθίσωσιν οἱ υἱοί της ὁ εἷς ἐξ ἀριστερῶν καὶ ὁ ἄλλος ἐκ δεξιῶν Του.

Οἱ υἱοί ἐπιδοκιμάζουσι ταῦτα λέγοντες : « Δὸς ἡμῖν, ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου». Ναί, θὲς τὸν ἕνα ἐξ ἡμῶν ἐκ δεξιῶν σου καὶ τὸν ἄλλον ἐξ ἀριστερῶν σου. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ ὂχι εἰς τὴν μητέρα, ἀλλά εἰς τοὺς υἱούς : «Οὐκ οἲδατε τί αἰτεῖσθε». Δὲν γνωρίζετε τί ζητεῖτε. «Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον, ὃ ἐγώ πίνω καί τὸ βάπτισμα, ὃ ἐγώ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι;» Δύνασθε, λέγει ὁ Κύριος, ὄχι μόνον νὰ πίητε τὰ βάσανα, ἀλλά καὶ νὰ ποτισθῆτε, νὰ βουτηχθῆτε, νὰ κολυμβήσετε εἰς αὐτὰ τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα θὰ πίω καὶ ποτισθῶ Ἐγώ; Οἱ δύο οὗτοι Ἀπόστολοι ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Χριστὸν ἀπαντοῦν «δυνάμεθα». Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ : «Τὸ μέν ποτήριον, ὃ ἐγώ πίνω, πίεσθε καὶ τὸ βάπτισμα, ὃ ἐγώ βαπτίζομαι βαπτίσθησεσθε» τὰ βάσανα τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστῶ, θὰ ὑποστῆτε καὶ σεῖς. «Τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμόν δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ Πατρός μου». Ὁ Κύριος διὰ τούτων βεβαιοῖ, ὅτι οἱ δύο οὗτοι Ἀπόστολοι θὰ ὑποφέρουν βάσανα, ὅπως καὶ Αὐτός, ἀλλά ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν θὰ λάβουν καὶ ἡ δόξα, δὲν θὰ εἶναι δι’ Αὐτοῦ πρὸς αὐτοὺς ἐκ προσωπικῆς φιλίας, ἀλλά ἀνάλογος τῶν ψυχικῶν διαθέσεων καὶ τῶν σωματικῶν κόπων των καὶ τῆς θείας δωρεᾶς, ὥστε ἂν βραδύτερον κοπιάσουν ἄλλοι περισσότερον, θὰ λάβωσι μεγαλυτέραν τιμὴν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.

«Οἱ δέκα» Ἀπόστολοι «ἀκούσαντες» τὴν αἴτησιν μητρός καὶ υἱῶν καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου «περὶ Ἰακώβου καί Ἰωάννου ἠγανάκτησαν» διότι ἐφθόνησαν καὶ τοὺς δύο. Τόσον ἀτελεῖς ἦσαν ! Ὁ Κύριος, ἵνα καθησύχασῃ πάντας «προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει∙ οἲδατε» γνωρίζετε «ὅτι οἱ δοκοῦντες ἂρχειν τῶν ἐθνῶν» οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἄρχωσι μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν «κατακυριεύουσιν αὐτῶν καί oἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν» φέρονται βίαιοι πρὸς αὐτούς. «Οὒχ οὓτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν» δὲν πρέπει ὃμως τὸ ἴδιον νὰ συμβῇ καὶ μεταξύ σας. «Ἀλλ’, ὅς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ἡμῖν» ὅποιος θέλει νὰ γίνῃ μεταξὺ σας μεγάλος «ἔσται ὑμῶν διάκονος» πρέπει νὰ ὑπηρετῆ τοὺς ἄλλους. «Καί ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος». Ἐκεῖνοι δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι βουλιμιοῦν διὰ πρωτεῖα, σκέπτονται οὐχὶ χριστιανικῶς, ἀλλά ἐθνικῶς. Ἑπομένως μὴ ζηλεύετε, ὥστε νὰ ἀγανακτῆτε. Μᾶλλον πρέπει νὰ οἰκτείρητε τούς φιλοπρωτεύοντας. Ὁ Κύριος, ἵνα τονίσῃ περισσότερον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν τὰ πρωτεῖα ὥστε νὰ μᾶς ὑπηρετήσωσιν οἱ ἄλλοι, ἀλλά ἡμεῖς νὰ ὑπηρετῶμεν τοὺς ἄλλους μέχρι αὐτοθυσίας, φέρει τὸν ἑαυτόν Του ὡς παράδειγμα καὶ λέγει: « Καὶ γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ὁ Χριστὸς «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι» δὲν ἦλθε νὰ ὑπηρετηθῇ «ἀλλά διακονῆσαι» νὰ ὑπηρετήσῃ «καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ» καὶ νά.δώσῃ τὴν ζωὴν Του «λύτρον ἀντί πολλῶν». Διηκονήθη καὶ ὁ Κύριος, ἀλλά τὰ ἐλάχιστα εἰς τὰ ὁποῖα διηκονήθη εἶναι ἀσήμαντα ἔναντι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διηκόνησε. Λύτρον εἶναι τὰ χρήματα διὰ τῶν ὁποίων ἐξηγοράζοντο οἱ αἰχμάλωτοι. Ὡς τοιοῦτον λύτρον διὰ τὴν ἐξαγορὰν ἡμῶν τῶν αἰχμαλώτων ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ ἔδωκεν εἰς τὸν Θεὸν ὁ Χριστὸς τὴν ζωήν Του. Ἡ προσφορὰ τοῦ Κυρίου ἔγινεν ὑπὲρ πάντων. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐπίστευσαν ὅλοι, ὥστε νὰ ὠφεληθῶσι, λέγει, ὅτι ἡ θυσία ἔγινε «ἀντὶ πολλῶν» διὰ πολλοὺς καὶ ὄχι δι’ ὅλους. Μέχρι ποῦ φθάνει ἡ ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου ὄχι νὰ ὑπηρετῆται, ἀλλά νὰ ὑπηρετῇ ! Θυσιάζεται!

Θέμα: Πρωτεῖα – Θεραπεία.

Ἡ δόξα, τὸ εὖγε, τὸ μπράβο εἶναι νοσταλγήματα τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς φυτευόμενα μέσα μας ἀπὸ αὐτὸν τὸν Θεόν. Διὰ τοῦτο ἡ πρώτη ἀμοιβὴ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν μέλλουσαν Κρίσιν πρὸς τοὺς δικαίους θὰ εἶναι τὸ «εὖγε δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ». Ἐπειδὴ, ὅμως ὁ Σατανᾶς γνωρίζει νὰ διαστρέφῃ τὰ θεῖα δῶρα, ὥστε μὲ αὐτὰ νὰ σκορπίζῃ τὴν ἀπώλειαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἂς ἴδωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς σημερινῆς ζωῆς ποία εἶναι ἡ διαστροφὴ τῆς θείας δόξης ὑπό τοῦ Σατανᾶ καὶ ποία ὑπό τοῦ Χριστοῦ πραγματικὴ μορφή της.

Α.΄ Ἡ διαστροφὴ τῆς δόξης. Οἱ δύο μαθηταὶ ζητοῦν ἐν πρώτοις ἀπ’ εὐθείας καὶ κατόπιν πλαγίως διὰ τῆς μητρὸς των δόξαν πλησίον τοῦ Χριστοῦ κοσμικήν, πρωτεῖα, πρὶν πίουν ἀκόμη τὰ ποτήρια τῶν θλίψεων. Τοῦτο εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν περιφρόνησιν τῶν ἄλλων Ἀποστόλων, διότι προεκάλεσε τὴν ἀγανάκτησιν τῶν 10 μαθητῶν καὶ τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ ἡ διαφθορά. Πρωτεῖα καὶ περιφρόνησις. Πράγματι !

Π ρ ω τ ε ῖ α. Φροντίζομεν ἀπ’ εὐθείας ἢ διὰ πλαγίων μέσων ν’ ἀποκτῶμεν κοινωνικὴν τινὰ θέσιν. Μερικοὶ γονεῖς λ.χ. παρακαλοῦν τοὺς διδασκάλους τῶν παιδιῶν των νὰ τὰ ἔχουν εἰς ἰδιαίτεραν ἐκτίμησιν παρ’ ὅλην τὴν ἀνικανότητά των. Ἐκλιπαροῦν βαθμούς, ἐκτίμησιν, ἀπολυτήριον χωρὶς νὰ σκεφθοῦν, ὅτι πρέπει νὰ πίουν τὰ παιδιὰ των τὰ πικρὰ ποτήρια προσοχῆς – μελέτης εἰς τὰ μαθήματα. Ἀρκετοὶ ἄνθρωποι «καταφερτζῆδες» καὶ «ἀρριβίσται» λεγόμενοι φροντίζουν νὰ καταλαμβάνουν θέσεις κοινωνικάς ἀκόπως οἱ πρῶτοι, παρανόμως οἱ δεύτεροι. Ἄλλοι φροντίζουν νὰ συνάπτουν φιλίας μὲ πρόσωπα, κοσμικὰ μεγάλα διὰ νὰ παίρνουν ἀπὸ ἐκεῖνα αἴγλην καὶ δόξαν. Ἐπίσης θέλομεν ὂχι νὰ εἴμεθα, ἀλλὰ νὰ φαινώμεθα πρῶτον οἱ ἄνδρες εἰς τὴν παλληκαριά, αἱ γυναῖκες εἰς τὴν ὀμορφιά. Ἡ φιλοπρωτεία αὐτή φθάνει καὶ κάπου ἀλλοῦ. Μερικαὶ γυναῖκες ἀγωνίζονται νὰ ἔχουν τὰ πρωτεῖα εἰς τὴν φλυαρίαν, μερικοὶ ἄνδρες εἰς τὴν βλασφημίαν. Εἰς τοὺς συλλόγους τῶν διαφόρων σωματείων, εἰς τὰς ἐκλογάς τῶν διαφόρων Κρατῶν πόσην γοητείαν παίζει νὰ φανῇ τις πρῶτος ὡς πρόεδρος σωματείου, ὡς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως!

Ἄλλα καὶ μεταξὺ τῶν μικρῶν τὰ πρωτεῖα ἀφθονοῦν! Μεταξὺ τῶν ἐπιτρόπων κάποιος θέλει νὰ κάνῃ τὸν κόκορα, μεταξύ τῶν ψαλτῶν πολλοὶ θέλουν τὰ πρωτεῖα καὶ δεξιοὶ νὰ ὀνομάζονται. Μεταξὺ τῶν νεωκόρων, θὰ ὑπάρξῃ καὶ κάποιος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιζητήσῃ τὰ πρωτεῖα. Ἀλλὰ καὶ μεταξὺ σκουπιδιαρέων ἡ λαχτάρα τῶν πρωτείων δὲν εἶναι μικρά. Φιλονικοῦν ποῖος σκουπιδιάρης θὰ διατάξῃ τὸν ἄλλον σκουπιδιάρην! Μαθήτριαι καὶ μαθηταὶ λαχταροῦν περισσότερον νὰ φαίνονται, παρὰ νὰ εἶναι πρῶτοι. Ἐντεῦθεν οἱ αὐτοέπαινοι εἰς τοὺς γονεῖς των, ἡ προφορικὴ καὶ ἡ γραπτὴ πλαστογράφησις τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐνδεικτικοῦ των εἰς τοὺς φίλους των καὶ τοὺς γονεῖς των. Βγαίνουν ἀπὸ τὴν πόρταν; Ποιὸς θὰ ἐξέλθη πρῶτος ! Κὰθηνται εἰς τὴν τράπεζαν; Ἐπιζητοῦν τὴν πρωτοκαθεδρίαν. Συμβαδίζουν δύο μετὰ τινος σημαίνοντος προσώπου; Λαχταροῦν ποῖος θὰ τεθῇ δεξιὰ αὐτοῦ. Συμβαδίζουν τρεῖς ἴσοι μεταξὺ των; Ποιὸς θὰ τεθῇ εἰς τὸ μέσον. Ἔχουν οἱ δύο κοινὸν πρόσωπον σεβαστὸν; Ποῖος θὰ καθίσῃ δεξιά του, ποῖος θα ἔχῃ περισσοτέραν τὴν ὑπόληψίν του. Ἐξ αὐτῶν τῶν πρωτείων πηγάζουν αἱ περιφρονήσεις.

Α ἱ  π ε ρ ι φ ρ ο ν ή σ ε ι ς : πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἡ ὄμορφη κυρία περιφρονεῖ τὴν ἄσχημη γυναῖκα καὶ εἰς ἐπίδειξιν τῆς ἀσχημίας της σουφρώνει τὴν ἰδικήν της μορφὴν. Ὁ λιονταρῆς ἄνδρας ὀνομάζει τὸν ἐκ φύσεως καχεκτικὸν ψοφῆμι. Ἡ φλύαρη γυναῖκα ὀνομάζει τὴν σιωπηλὴν γυναῖκα μουγκοῦτα. Ὁ βλάσφημος τὸν μὴ βλασφημοῦντα ἄνανδρον. Ἡ ζηλότυπος καὶ φιλοπρωτεύουσα μαθήτρια τὴν συμμαθήτριάν της βλάκα, μποῦφο. Ὁ φιλοπρωτεύων πρόεδρος πόσους δὲν ἐξύβρισε, περιφρόνησε διὰ νὰ γίνη τοιοῦτος ! Μὲ πόσας βαρείας φράσεις κατονομάζει ὁ ἕνας ἐπίτροπος τὸν ἄλλον, ὁ ἕνας ψάλτης τὸν ἄλλον, ὁ σκουπιδιάρης τὸν σκουπιδιάρην, ὅταν ἔλθουν εἰς σὺγκρουσιν λόγῳ πρωτείων. Ἡ ἐκ τῶν φιλοπρωτείων περιφρόνησις φθάνει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε πολλοί, ἐπειδὴ ἔγιναν μεγάλοι, ὀνομάζουν περιφρονητικῶς τὸν πατέρα των «γέρο» καὶ τὴν μητέρα των «λαδικόν».

Β.’ Ἡ  θ ε ρ α π ε ί α : Ὁ Χριστὸς θεραπεύει θαυμασιώτατα τὰς πολιτικάς ἰδέας τῶν μαθητῶν Του καὶ συγχρόνως δίδει ὑπέροχον μάθημα εἰς ἐκείνους τότε καὶ εἰς ἡμᾶς σήμερον περὶ ἀγῶνος καὶ ταπεινοφροσύνης. Πῶς; Ἰδού ! Οἱ δύο μαθηταὶ ἐζήτησαν νὰ καθίσουν τιμῆς ἕνεκεν ἑκατέρωθεν Αὐτοῦ. Ὁ Χριστὸς ὅμως προτείνων εἰς αὐτοὺς νὰ πίουν τὸ ποτήριον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πίῃ Αὐτός, τὸν σταυρόν, κάμνει εἰς αὐτούς μεγάλην τιμὴν θέτων τούτους ὄχι δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ Του, ἀλλά εἰς τὴν θέσιν Του! Ταυτοχρόνως δηλοῖ, ὅτι ὄχι θρόνον βασιλικόν, ἐπίγειον, πρόκειται νὰ λάβωσιν, ἀλλά στέφανον ἀκάνθινον καὶ σταυρὸν ὡς θρόνον. Καὶ συγκεκριμένως : Ὁ Χριστός ἤχθη εἰς τὸν σταυρόν, διότι Τὸν ἐσυκοφάντησαν οἱ πατριῶται Του, Τὸν ἠδίκησεν ὁ ἐντεταλμένος, ἵνα ἀπονέμῃ τὴν δικαιοσύνην, ὁ Πιλᾶτος, Τὸν ἐπρόδωσε ὁ φίλος καὶ μαθητής Του, τὸ ἐπέτρεψεν ὁ Θεός, τὸ ἠθέλησεν ὁ ἴδιος. Καὶ καλλίτερον, ὁ Χριστός ἐδέχθη τὴν συκοφαντίαν, τὴν ἀδικίαν, τὴν προδοσίαν, τὴν παραχώρησιν τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ ὁ σταυρός, ἰδοὺ ἡ θέσις Του, τὴν ὁποίαν προτείνει τότε εἰς ἐκείνους καὶ σήμερον εἰς ἡμᾶς.

Ἐνώπιον τοιαύτης προσφορᾶς τοῦ Κυρίου ποῦ εἶναι οἱ ζητοῦντες τὰ πρωτεῖα διὰ τὸν ἑαυτὸν των καὶ περιφρονοῦντες τοὺς ἄλλους; Οἱ φιλοπρωτεύοντες μαρτυροῦν, ὅτι εἶναι ἄδειοι ἐσωτερικῶς, διότι νομίζουν ὅτι ἡ θέσις τιμᾶ τὸν ἄνθρωπον καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος τὴν θέσιν. Ἐὰν θελήσῃς ἀναξίως νὰ καταλάβῃς μίαν θέσιν ὑψηλήν, γρήγορα θὰ γελοιοποιηθῆς καὶ θὰ συναντήσῃς τὰς δυσκολίας καὶ τὰς ψυχικάς στενοχωρίας τῶν δυσκολιῶν τοῦ ἔργου, ἐνῶ τουναντίον, ἐὰν εἶσαι μετριόφρων καὶ ἔχῃς θέσιν μικράν, θὰ εἶσαι ἀτάραχος.

Ἀλλά, ἂν ἡ λαχτάρα τῶν πρωτείων δεικνύῃ ἄνθρωπον ἄδειον, ἡ περιφρόνησις, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ τὴν μεγάλην βουλιμίαν τῶν πρωτείων, προξενεῖ μεγάλην ἀγανάκτησιν ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ καὶ μεταβάλλει τὸ περιβάλλον μας εἰς ἡφαίστειον. Καὶ συγκεκριμένως: Ὅταν ἡ ὄμορφη γυναῖκα περιφρονῇ τὴν ἄσχημη, δὲν μεταβάλλει αὐτὴν εἰς πυριτιδαποθήκην ἐναντίον της ἑτοίμην νὰ ἀνάψῃ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν; Ὅταν ὁ λεονταρῆς ἄνδρας ὀνομάζῃ τὸν καχεκτικὸν ἄνθρωπον ψοφῆμι, δὲν μεταβάλλει ὂχι μόνον τὸν περιφρονούμενον ἀλλά καὶ πολλούς ἐκ τῶν ἀκουόντων ταῦτα εἰς τορπίλλας ἐναντίον του; Ὅταν ἡ λογία γυνὴ ὀνομάζῃ τὴν σιωπηλὴν γυναῖκα μουγκοῦτα, δὲν θὰ μάθῃ ἡ πρώτη, ὅτι ὅποιος πτύει τὸν ἄνεμον πτύει τὰ μοῦτρα του, διότι ἡ μουγκαμάρα τῆς δευτέρας ἴσως λυθῇ καὶ ἀκούσῃ καὶ ἐκείνη τὴν φλυαρίαν της; Ἡ αὐτὴ ἀγανάκτησις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων θὰ γεννηθῇ καὶ εἰς τάς περιφρονήσεις τῶν ἀνθρώπων τῶν ἄλλων κοινωνικῶν τάξεων, τὰς ὁποίας ἀνεφέρομεν.

Ἐὰν ὅμως οἱ περιφρονούμενοι δὲν ἐπληροφορήθησαν τὴν πρὸς ἑαυτοὺς περιφρόνησιν τῶν φιλοπρωτευόντων ἤ τὴν ἐπληροφορήθησαν, ἄλλα δέν δύνανται νὰ ἀπαντήσουν, ἀπαντᾷ καὶ ἀγανακτεῖ ὁ Θεός. Μάλιστα ! Ὅταν ὀνομάζῃς τὸν πατέρα σου ὄχι πατέρα, ἄλλα γέρο περιφρονητικῶς, διότι σὺ ἔγινες μεγάλος, ὅταν ὀνομάζῃς τὴν μητέρα σου ὄχι μητέρα ἀλλά περιφρονητικῶς γρηὰ καὶ λαδικόν, διότι σὺ ἔγινες σπουδαῖος καὶ ἐκεῖνοι ὡς γονεῖς φοβοῦνται νὰ ἀγανακτήσουν, ἐναντίον σου, θα ἀγανακτήσῃ ὁ Θεός. Ὅταν περιφρονήσῃς τὸν ἄλλον ἐν ἀπουσίᾳ του καὶ ἐν ἀγνοίᾳ του, θὰ ἔχης ἀγανακτοῦντα τὸν Θεὸν ἐναντίον σου.

Ἂς ἀφίσωμεν τὰ πρωτεῖα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀποδεικνύουν ἀδίκους καὶ κούφιους καὶ τὰς περιφρονήσεις τῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι δηλητηριάζουν τὴν ζωήν μας. Ἂς λάβωμεν τὸν σταυρὸν τῆς ταπεινοφροσύνης, ἡ ὁποία εἶναι εὐγένεια πρὸς τούς ἄλλους, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ὂχι δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἰς τὴν θέσιν Αὐτοῦ.

Ὁ μεγαλύτερος φιλόσοφος τῆς ἀρχαιότητος ὁ Σωκράτης ὠνομάσθη ὑπὸ τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν σοφώτατος πάντων τῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἐκολακεύθη ἐκ τῆς ὀνομασίας ταύτης, ἀλλὰ πληροφορηθείς ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸ Μαντεῖον τῶν Δελφῶν τοῦτο ἠθέλησε νὰ μάθῃ κατὰ πόσον εἶναι ἀληθὴς ἡ τιμὴ αὕτη. Μετὲβη λοιπὸν καὶ ἠρώτησε «τούς οἰομένους εἰδέναι» ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὃτι γνωρίζουν κάτι, ποίας γνώσεις ἔχουν. Αἱ ἀπαντήσεις ὅλων ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἐδείκνυον τὴν μεγάλην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχον οὗτοι διὰ τὸν ἑαυτόν των. Ὁ Σωκράτης ὅμως εἶχε τὴν συναίσθησιν, ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε. Ἰδών λοιπὸν τὴν κουφότητα τῶν ἄλλων καὶ συναισθανθεὶς τὴν ἄγνοιάν του ἡρμήνευσε τὸν λόγον τοῦ Μαντείου, ὅτι καλῶς μὲ ὠνόμασε τὸ Μαντεῖον σοφώτερον ὅλων τῶν ἀνθρώπων, διότι «ἕν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα» αὐτὸ γνωρίζω, ὅτι δὲν γνωρίζω τίποτε. Ὁ Σωκράτης δὲν ἐζήτησε πρωτεῖα. Ἄλλα καὶ ὅταν τοῦ ἐδόθησαν, τὰ ἔλαβε κατόπιν ἐρεύνης χωρὶς νὰ περιφρονῇ τοὺς ἄλλους καὶ ὑψώνῃ τὸν ἑαυτόν του. Πολὺ περισσότερον πρέπει ὁ Χριστιανὸς νὰ ἔχῃ τὸ «γνῶθι σαὐτόν».