1.

Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))

Φτάσαμε πιὰ στὶς τελευταῖες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Ἤδη κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῆς Ἀπόκρεω ποὺ εἶναι πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή της Συγγνώμης, δύο μέρες – ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Παρασκευὴ – ξεχωρίστηκαν νὰ ἀνήκουν στὴ Σαρακοστή. Θεία Λειτουργία δὲν τελέστηκε καὶ ἡ ὅλη τυπικὴ διάταξη στὶς ἀκολουθίες ἔχει πάρει τὰ λειτουργικὰ χαρακτηριστικά τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Στὸν Ἑσπερινό τῆς Τετάρτης χαιρετίζουμε τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ μὲ τοῦτο τὸν ὡραιότατο ὕμνο:

Ἀνέτειλε τὸ ἔαρ τῆς νηστείας, καὶ τὸ ἄνθος τῆς μετανοίας ἁγνίσωμεν οὖν ἑαυτοὺς ἀδελφοί, ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ, τῷ φωτοδότῃ ψάλλοντας, εἴπωμεν δόξα σοι, μόνε φιλάνθρωπε.

Κατόπιν, τὸ Σάββατο τῆς Τυροφάγου ἡ Ἐκκλησία μας «ποιεῖ μνείαν πάντων τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων ἁγίων ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν». Οἱ ἅγιοι εἶναι τὰ πρότυπα ποὺ θ’ ἀκολουθήσουμε, οἱ ὁδηγοὶ στὴ δύσκολη τέχνη τῆς νηστείας καὶ τῆς μετάνοιας

Στὸν ἀγώνα ποὺ πρόκειται ν’ ἀρχίσουμε δὲν εἴμαστε μόνοι:

Δεῦτε ἅπαντες πιστοί, τὰς τῶν ὁσίων Πατέρων, χορείας ὑμνήσωμεν. Ἀντώνιον τὸν κορυφαῖον, τὸν φαεινὸν Εὐθύμιον, καὶ ἕκαστον καὶ πάντας ὁμοῦ καὶ τούτων ὥσπερ Παράδεισον ἄλλον τρυφῆς. τὰς πολιτείας νοητῶς διεξερχόμενοι, τερπνῶς ἀνακράξωμεν…

Ἔχουμε βοηθοὺς καὶ παραδείγματα:

Τῶν Μοναστῶν τὰ πλήθη, τοὺς καθηγητὰς νῦν τιμῶμεν. Πατέρες, ὅσιοι: δι’ ὑμῶν γὰρ τὴν τρίβον, τὴν ὄντως εὐθεῖαν πορεύεσθαι ἔγνωμεν μακάριοι ἐστε τῷ Χριστῷ δουλεύσαντες…

Τελικὰ ἔρχεται ἡ τελευταία μέρα, ποὺ συνήθως, τὴν ὀνομάζουμε Κυριακή τῆς συγγνώμης, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἕνα ἄλλο λειτουργικὸ ὄνομα ποὺ θὰ πρέπει νὰ θυμόμαστε: «τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτόπλαστου Ἀδάμ». Τὸ ὄνομα αὐτὸ συνοψίζει οὐσιαστικὰ τὴν πλήρη προπαρασκευὴ γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Ξέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ νὰ ζεῖ στὸν Παράδεισο, γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κοινωνία μαζί Του. Ἡ ἁμαρτία του ὅμως τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ζωὴ καὶ ἔτσι ἡ ὕπαρξή του στὴ γῆ εἶναι μιὰ ἐξορία. Ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ἀνοίγει τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου στὸν καθένα ποὺ Τὸν ἀκολουθεῖ, καὶ ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸ νὰ μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν ὀμορφιὰ τῆς Βασιλείας, κάνει τὴ ζωὴ μας μιὰ προσκυνηματικὴ πορεία πρὸς τὴν οὐράνια πατρικὴ γῆ.

Ἔτσι, ἀρχίζοντας τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἴμαστε σὰν τὸν Ἀδάμ:

Ἐξεβλήθη Ἀδὰμ τοῦ Παραδείσου, διὰ τῆς βρώσεως διὸ καὶ καθεζόμενος ἀπέναντι τούτου, ὠδύρετο ὀλολλύζων, ἐλεεινῇ τῇ φωνῇ καὶ ἔλεγεν οἴμοι, τί πέπονθα ὁ τάλας ἐγώ! Μίαν ἐντολὴν παρέβην τὴν τοῦ Δεσπότου, καὶ τῶν ἀγαθῶν παντοίων ἐστέρημαι. Παράδεισε ἁγιώτατε, ὁ δι’ ἐμὲ πεφυτευμένος, καὶ διὰ τὴν Εὔαν κεκλεισμένος, ἱκέτευε τῷ σὲ ποιήσαντι, κἀμὲ πλάσαντι, ὅπως τῶν σῶν ἀνθέων πλησθήσωμαι. Διὸ καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ Σωτήρ τὸ ἐμὸν πλάσμα οὐ θέλω ἀπολέσθαι, ἀλλὰ βούλομαι τοῦτο σώζεσθαι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν ὅτι τὸν ἐρχόμενον πρὸς με, οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω.

Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἡ ἀπελευθέρωσή μας ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴ φυλακὴ τοῦ «κόσμου τούτου». Καὶ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς (Ματθ. 6, 14-21) θέτει τοὺς ὅρους γιὰ μία τέτοια ἀπελευθέρωση.

Πρῶτος ὅρος εἶναι ἡ νηστεία – ἡ ἄρνηση δηλαδὴ νὰ δεχτοῦμε τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς «πεπτωκυίας» φύσης μας σὰν ὁμαλές, ἡ προσπάθεια νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴ δικτατορία τῆς σάρκας καὶ τῆς ὕλης πάνω στὸ πνεῦμα. Γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ ἡ νηστεία μας δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑποκριτική, δηλαδὴ «πρὸς τὸ θεαθῆναι». Νὰ μὴ φαινόμαστε «τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες», ἀλλὰ «τῷ Πατρὶ ἡμῶν τῷ ἐν τῷ κρύπτῳ».

Δεύτερος ὅρος εἶναι ἡ συγγνώμη. «Ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος», (Ματθ. 6,14). Ὁ θρίαμβος τῆς ἁμαρτίας, τὸ κύριο σημάδι τοῦ ρόλου της πάνω στὸν κόσμο, εἶναι ἡ διαίρεση, ἡ ἀντίθεση, ὁ χωρισμός, τὸ μίσος. Ἔτσι τὸ πρῶτο σπάσιμο σ’ αὐτὸ τὸ φρούριο τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ συγχωρητικότητα: «ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ἑνότητα, στὴν σύμπνοια, στὴν ἀγάπη». Τὸ νὰ συγχωρήσω κάποιον σημαίνει νὰ βάζω ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ στὸν «ἐχθρό» μου τὴν ἀκτινοβόλα συγχώρεση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ συγχωρήσω εἶναι νὰ ἀγνοήσω τὰ ἀπελπιστικὸ ἀδιέξοδο στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις καὶ νὰ τὰ ἀναφέρω στὸ Χριστό. Συγχώρεση πραγματικὰ εἶναι ἕνα πέρασμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἁμαρτωλὸ καὶ «πεπτωκότα» κόσμο.

Οὐσιαστικὰ ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἀρχίζει μὲ τὸν Ἑσπερινὸ αὐτῆς τῆς Κυριακῆς. Αὐτὴ ἡ μοναδικὴ σὲ βάθος καὶ ὡραιότητα ἀκολουθία ἔχει δυστυχῶς ἐκλείψει ἀπὸ ἀρκετὲς ἐκκλησίες. Ὅμως παρ’ ὅλα αὐτὰ τίποτε, ἄλλο δὲν ἀποκαλύπτει καλύτερα τὸ χαρακτηριστικὸ τόνο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ δὲ διακηρύσσεται τόσο καλὰ ἡ ἔντονη πρόσκληση στὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἀκολουθία ἀρχίζει μὲ τὸν κατανυκτικὸ ἑσπερινὸ ὅπου ὁ ἱερέας εἶναι ντυμένος μὲ λαμπερὰ ἄμφια. Τὰ κατανυκτικὰ στιχηρὰ ποὺ λέγονται ὕστερα ἀπὸ τὸν ψαλμὸ «Κύριε ἐκέκραξα πρὸς Σέ…» ἀναγγέλλουν τὸν ἐρχομὸ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καί, πέρα ἀπ’ αὐτή, τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάσχα!

Τὸν τῆς Νηστείας καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρὸς ἀγῶνας πνευματικοὺς ἑαυτοὺς ὑποβάλλοντες, ἁγνίσωμεν τὴν ψυχήν, τὴν σάρκαν καθάρωμεν νηστεύσωμεν ὥσπερ ἐν τοῖς βρώμασιν ἐκ παντὸς πάθους, τὰς ἀρετὰς τρυφῶντες τοῦ Πνεύματος, ἐν αἶς διατελοῦντες ποθῶ, ἀξιωθείημεν πάντες, κατιδεῖν τὸ πάνσεπτον πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ ἅγιον Πάσχα, πνευματικῶς ἐναγαλλιωμένοι.

Κατόπιν γίνεται ἡ εἴσοδος τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὸν ἑσπερινὸ ὕμνο: «φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης…». Ὁ ἱερέας τώρα προχωρεῖ πρὸς τὴν Ὡραία Πύλη γιὰ ν’ ἀναφωνήσει τὸ ἑσπερινὸ Προκείμενο ποὺ πάντοτε ἀναγγέλλει τὸ τέλος τῆς μιᾶς καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς ἄλλης μέρας. Τὸ Μέγα προκείμενο αὐτῆς τῆς ἡμέρας ἀναγγέλλει τὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

Μὴ ἀποστρέψης τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι· ταχὺ ἐπάκουσόν μου· πρόσχες τῇ ψυχῇ μου, καὶ λύτρωσαι αὐτήν.

Ἀκοῦστε τὴ θαυμάσια μελωδία τοῦ στίχου τούτου, αὐτὴ τὴν κραυγὴ ποὺ ξαφνικὰ γεμίζει τὴν ἐκκλησία «… ὅτι θλίβομαι!» – καὶ θὰ καταλάβετε τὸ σημεῖο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεκινάει ἡ Μεγάλη Σαρακοστή: τὸ μυστηριῶδες μίγμα τῆς ἐλπίδας μὲ τὴν ἀπογοήτευση, τοῦ φωτὸς μὲ τὸ σκοτάδι. Ἡ ὅλη προετοιμασία ἔφτασε πιὰ στὸ τέλος. Στέκομαι μπροστὰ στὸ Θεό, μπροστὰ στὴ δόξα καὶ στὴν Ὀμορφιὰ τῆς Βασιλείας Του. Συνειδητοποιῶ ὅτι ἀνήκω σ’ αὐτή, ὅτι δὲν ἔχω ἄλλη κατοικία, οὔτε ἄλλη χαρά, οὔτε ἄλλο σκοπό. Συναισθάνομαι ἀκόμα ὅτι εἶμαι ἐξόριστος ἀπὸ αὐτὴ μέσα στὸ σκοτάδι καὶ στὴ λύπη τῆς ἁμαρτίας γι’ αὐτὸ «θλίβομαι»! Τελικὰ παραδέχομαι ὅτι μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει σ’ αὐτὴ τὴ θλίψη, ὅτι μόνον σ’ Αὐτὸν μπορῶ νὰ πῶ «πρόσχες τῇ ψυχῇ μου». Μετάνοια πάνω ἀπ’ ὅλα, εἶναι τὸ ἀπελπισμένο κάλεσμα γιὰ τὴ Θεία βοήθεια.

Πέντε φορὲς ἐπαναλαμβάνουμε αὐτὸ τὸ Προκείμενο. Καὶ τότε νά! ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἀρχίζει. Τὰ φωτεινὰ χρωματιστὰ ἄμφια καὶ καλύμματα τοῦ ναοῦ ἀλλάζουν τὰ φῶτα σβήνουν. Ὁ ἱερέας ἐκφωνεῖ τὶς αἰτήσεις, ὁ χορὸς ἀπαντάει μὲ τὰ «Κύριε ἐλέησον» τὴν κατ’ ἐξοχὴν σαρακοστιανὴ ἀπάντηση. Γιὰ πρώτη φορὰ διαβάζεται ἡ προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ μετάνοιες. Στὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας ὅλοι οἱ πιστοὶ πλησιάζουν τὸν ἱερέα καὶ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ζητώντας τὴν ἀμοιβαία συγχώρεση. Ἀλλὰ καθὼς γίνεται αὐτὴ ἡ ἱεροτελεστία τῆς συμφιλίωσης, καθὼς ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἐγκαινιάζεται μ’ αὐτὴ τὴν κίνηση τῆς ἀγάπης, τῆς ἑνότητας καὶ τῆς ἀδελφοσύνης, ὁ χορὸς ψάλλει πασχαλινοὺς ὕμνους. Πρόκειται τώρα πιὰ νὰ περιπλανηθοῦμε σαράντα ὁλόκληρες μέρες στὴν ἔρημο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ὅμως ἀπὸ τώρα βλέπουμε νὰ λάμπει στὸ τέλος τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης, τὸ φῶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

2.

Ὁμιλία τῆς Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου (Ματθ.6,14-21)

Μελέτιος Καλαμαρᾶς (Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης)

Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στήν Νικόπολη στίς 24/2/1996

***

Ἀξιολογεῖς σωστά;

Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα μᾶς εἶπε ὁ Κύριος ὅτι «ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ εἶναι καί ἡ καρδιά σας».

Γι’ αὐτό προσέχετε νά κάνετε θησαυρό σας, ἐκεῖνο πού ἀξίζει· καί ὄχι πράγματα τά ὁποῖα θά ἀποδειχθοῦν τελικά ὅτι δέν ἄξιζαν τόσο πολύ, ὅσο τά ἐκτιμούσατε. Γιατί μιά μέρα, τότε πού θά φύγομε ἀπό τόν κόσμο αὐτό καί θά μεταβοῦμε στήν αἰώνια ζωή, θά καταλάβομε ὅτι μερικά πράγματα, πού τά ἐκτιμούσαμε ἐδῶ στή γῆ πολύ, δέν εἶχαν τόση ἀξία, ὅση τούς ἀποδίδαμε.

Καί ἄν τά εἴχαμε κάνει θησαυρό μας καί εἴχαμε ἀφήσει τήν καρδιά μας, νά κολλήσει σ’ αὐτά, νά εἶναι ἡ μόνη μας σκέψη καί ἀπασχόλησή μας, θά βρεθοῦμε χωρισμένοι ἀπό τόν Θεό. Μακρυά ἀπό τήν αἰώνια καί μακάρια ζωή κοντά στόν Θεό. Ἔξω ἀπό τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Κύριος:

«Θησαυρίζετε, ὄχι θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς, πολύτιμα πράγματα πού φαίνονται ὄμορφα στήν ἐπίγεια ζωή μόνο, ἀλλά φροντίζετε νά θησαυρίζετε θησαυρούς πού εἶναι εἶναι ἄφθαρτοι, αἰώνιοι καί κανένας δέν μπορεῖ νά τούς κλέψει.

Πού ποτέ δέν θά φύγουν ἀπό τά χέρια σας.

Μήν ἀφήνετε τήν καρδιά σας νά κάνει θησαυρό τό ροῦχο, τό αὐτοκίνητο, τό χωράφι, τά χρήματα…»

Καλά αὐτά καί χρειάζονται γιά τή ζωή, γιά νά ἔχομε κάποια ἄνεση. Ἀλλά μή τά κάνομε θησαυρούς. Νά τά ἔχομε γιά νά ἐξυπηρετούμεθα. Τήν καρδιά μας, νά τήν ἔχομε ἐκεῖ πού εἶναι ὁ ἀληθινός θησαυρός. Στό Χριστό. Στήν Βασιλεία του τήν ἐπουράνια.

Ἄνοιξη μετά τήν βαρυχειμωνιά

Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, μέ ἀπόφαση τῶν ἁγίων καί πανευφήμων ἀπόστόλων, μέσα στούς ἀποστολικούς κανόνες, ἔχει θεσπίσει αὐτή τήν περίοδο πού λέγεται Μεγάλη Σαρακοστή καί μᾶς τονίζει:

«Προσέξτε τίς τοποθετήσεις σας. Εἶναι φυσικό, στήν πορεία τῆς ζωῆς σας, νά κάνετε λάθη. Ἀλλά τά λάθη πρέπει νά τά διορθώνετε. Εἶναι φυσικό σάν ἄνθρωποι νά παρασύρεστε σέ λάθη καί ἁμαρτίες. Μά ἔρχεται καιρός, ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ἡ πνευματική ἄνοιξη μετά τήν βαρυχειμωνιά, γιά νά φέρει στούς πιστούς ὀμορφιά, δύναμη, καρποφορία ἐσωτερική».

Ἔρχεται λοιπόν ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, νά μᾶς βοηθήσει νά διορθωθοῦμε καί νά θεραπευθοῦμε. Καί νά φθάσομε στήν ἁγία Ἀνάσταση, ὄχι νεκροί, ἀλλά ἀναστημένοι.

Νά λέμε «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν», ἀλλά «καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

«Ἐν τοῖς μνήμασι», εὑρίσκονται κατά κυριολεξία ἐκεῖνοι πού ἔχουν πεθάνει. Ἀλλά ὑπάρχουν καί κάποια ἄλλα μνήματα, πνευματικά, μέσα στά ὁποῖα κατοικοῦν ἐκεῖνοι πού ἀφήνουν νά νεκρώνεται ἡ ψυχή τους ἀπό τά πάθη, τίς κακίες, τίς ἁμαρτίες. Πρόκειται γι’ αὐτούς πού ἔχουν ὄνομα ὅτι ζοῦν, μά νοητά, πνευματικά, εἶναι νεκροί.

Πρέπει νά φροντίσομε, νά μᾶς ἀναστήσει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί ἀπό τήν μιά νέκρα καί ἀπό τήν ἄλλη. Ἄς «βοηθήσομε» τόν Κύριο στό ἔργο του, κάνοντας τόν ἑαυτό μας ἄξιο νά μᾶς ἀναστήσει τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως (τοῦ Πάσχα) πνευματικά καί τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας του (τῆς κοινῆς ἀναστάσεως) καί σωματικά. Καί νά μᾶς παραστήσει ἐνώπιόν του, γιά νά συνεχίσομε νά ζοῦμε γιά πάντα στήν Βασιλεία του.

Ἕνας καλός τρόπος, ὅπλο καί δύναμη, πού ὁδηγεῖ στήν Ἀνάσταση τήν πνευματική, εἶναι ἡ ἐγκράτεια καί ἡ νηστεία.

Γι’ αὐτό, οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί οἱ πατέρες, ὅρισαν ὅτι αὐτή τήν περίοδο πρέπει νά νηστεύομε. Νά ζοῦμε μέ κυριαρχία τῆς ψυχῆς καί τοῦ πνεύματος ἐπάνω στίς δυνάμεις τοῦ κόσμου τούτου, πού τίς ἐκφράζουν οἱ ἐπιθυμίες καί τά πάθη μας.

Ἄς σεβαστοῦμε τά χρόνια της.

Γιά νά καταλάβομε πόσο μεγάλη σημασία ἔχει ἡ ἐγκράτεια καί ἡ νηστεία, ἄς θυμηθοῦμε τήν ἡλικία της.

Κάθε ἄνθρωπο τόν σεβόμαστε ἀνάλογα μέ τά χρόνια του. Ὅσο πιό μεγάλος εἶναι ἀπό μᾶς, τόσο πιό πολύ τόν σεβόμαστε. Τήν νηστεία τήν παρέδωσε ὁ Θεός στόν Παράδεισο. Εἶπε στούς πρωτόπλαστους: «Νά μή φᾶτε ἀπό ἐκεῖνο τό δένδρο. Ἅμα φᾶτε θά πεθάνετε».

Τί ἦταν αὐτό πού θά τούς ἔκανε νά πεθάνουν;

Ἡ παρακοή ἦταν. Ὄχι ἡ οὐσία τοῦ δένδρου.

Εἶναι ἀνόητο νά λέμε πῶς βλάπτει τό τυρί ἤ τό κρέας.

Ἡ παρακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ βλάπτει.

Τότε πού λέμε: «Ἄσε τόν Θεό στήν ἄκρη. Ἐγώ τά ξέρω καλύτερα».

Ὅταν ὅμως παίρνομε τήν ἀπόφαση νά τηρήσομε τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, σημαίνει πὼς τόν ἀναγνωρίζομε Σωτήρα μας, διδάσκαλό μας καί ὁδηγό μας. Καί ὅταν βάλομε στήν καρδιά μας, αὐτά τά ἱερά αἰσθήματα καί τίς ἅγιες αὐτές σκέψεις, εἶναι φυσικό, ὅτι ἡ καρδιά μας ἁγιάζεται καί καθαρίζεται.

Σεβόμαστε ἀκόμη τήν νηστεία, γιατί βλέπομε ὅτι οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι νήστευαν.

Ὁ Μωυσῆς 40 μέρες δέν ἔφαγε τίποτε.

Ὁ προφήτης Ἠλίας τό ἴδιο.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, νήστευε.

Οἱ ἅγιοι τρεῖς Παῖδες στήν Βαβυλώνα καί ὁ Δανιήλ, εἶχαν ἐντολή ἀπό τόν βασιλιά νά τρῶνε κάθε μέρα κρέας, γιά νά γίνουν ὄμορφοι καί δυνατοί γιατί τούς ἤθελε νά τούς ἐμπιστευθεῖ τίς πιό τιμητικές θέσεις. Μά αὐτοί εἶπαν:

«Ποιόν θά προτιμήσομε; Τόν ἐπίγειο βασιλιά, τόν ἐξουσιαστή, τόν κυρίαρχο; Ἤ τόν Θεό· τόν δημιουργό καί σωτήρα»;

Καί προτίμησαν οἱ ἅγιοι, νά τρῶνε ὄσπρια καί λαχανικά βάζοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπό τίς ἀπειλές τοῦ τυράννου.

Γι’ αὐτό, ὅταν ὁ βασιλιάς ἔριξε τόν Δανιήλ στό λάκκο τῶν λεόντων, τά λιοντάρια στάθηκαν ἥσυχα κοντά του, ἐπειδή εἶχε τήν χάρη καί τήν προστασία τοῦ Θεοῦ.

Κάτι ἀνάλογο συνέβη, τότε πού ὁ Ναβουχοδονόσορ πέταξε τούς τρεῖς Παῖδες στήν φωτιά. Σεβάστηκαν οἱ φλόγες ἐκείνους πού νήστευαν. Δέν ἔκαψαν οὔτε τά σώματά τους, οὔτε τά ροῦχα τους. Καί ὅταν τούς κάλεσαν βγῆκαν μόνοι τους ἀπό τό καμίνι ἀβλαβεῖς. Βλέποντας ὅλα αὐτά ὁ βασιλιάς, τούς ἔδωσε μεγαλύτερα ἀξιώματα, ἀπό ὅτι θά τούς ἔδινε χωρίς τό θαῦμα.

Πνευματική ρωμαλεότητα

Ἔτσι νήστευαν οἱ ἅγιοι. Μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή ἁγίασαν καί ἀνέβηκαν ψηλά, γιατί πάτησαν κάτω ἀπό τά πόδια τους τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη τους.

Σεβόμαστε ἀκόμη τήν νηστεία, ὄχι μόνο γιά τήν ἡλικία της, ἀλλά καί γιατί δίνει δύναμη καί ρωμαλεότητα στόν πνευματικό μας ἀγώνα.

Θαυμάζομε τόν ἄνθρωπο, πού ἐνῶ ἔχει δύναμη, δέν τήν χρησιμοποιεῖ γιά τό κακό ἀλλά γιά τό καλό. Τόν ἔχομε ψηλά μέσα μας. Τόν ἀγαπᾶμε μέ τήν καρδιά μας.

Ἄς ἔλθομε στά πνευματικά. Κάθε στιγμή, βλέπομε τά πάθη μας νά εἶναι γίγαντες. Συνεχῶς νά μᾶς νικοῦν. Νά μᾶς κάνουν ὅτι θέλουν.

Λές σέ κάποιον:

-Κόψε τόν θυμό. Σοῦ ἀπαντᾶ:

-Δέν μπορῶ.

-Κόψε κάποιο ἄλλο πάθος.

–Προσπαθῶ, μά δέν μπορῶ.

-Πῶς νά μπορέσεις, ἀφοῦ ἀφήνεις τήν ψυχή νήπιο, ἐνῶ τά πάθη τά ἀφήνεις νά γιγαντώνουν.

Ἄρχισε νά δυναμώνεις τήν ψυχή σου. Πῶς;

Μέ τό νά ἀρχίσεις νά λές στά πάθη σου «ὄχι». Μά γιά νά μάθομε νά λέμε «ὄχι» στά πάθη μας, πρέπει νά μᾶς διδάξουν κάποιοι «ἀρχιγυμναστές»: Οἱ ἅγιοι Πατέρες.

Αὐτοί, μᾶς εἶπαν ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος εἶναι ἡ νηστεία.

Χωρίς νά θυσιάζεις κάτι τό σημαντικό, λές:

«Τετάρτη σήμερα δέν τρώω τυρί. Δέν τρώω κρέας. Θά φάω νηστίσιμα».

Τί γίνεται τότε;

Διαμαρτύρεται ἡ ὄρεξή μας.

Ἄν ὅμως μείνομε σταθεροί, δυναμώνει καί θεριεύει ἡ θέληση. Ἔπειτα σκέπτεσαι: «Σ’ αὐτό γιατί κατόρθωσα καί ἐπιβλήθηκα στόν ἑαυτό μου καί στή γλώσσα μου δέν μπορῶ; Καί στό θυμό δέν μπορῶ;»

Ἴσως δέν τό λές ἔτσι ἀκριβῶς, ἀλλά τό λένε τά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή ξεκινώντας μέ τήν νηστεία, παίρνομε θάρρος νά ἀγωνιζόμαστε καί ἐναντίον τῶν ἄλλων παθῶν.

Ἄν κάποιος ὅταν νηστεύει ἀρκεῖται μόνο στό νά ἀπέχει ἀπό ὡρισμένα φαγητά, καί καμαρώνει πού τά κατάφερε νά κυριαρχήσει στίς ὀρέξεις τῆς κοιλιᾶς καί νά ἀποκτήσει γερά πνευματικά μπράτσα, δέν κάνει καλά.

Ἄν πάλι νηστεύει, γιά νά κατακρίνει τούς ἄλλους πού δέν νηστεύουν, δέν ὠφελεῖται τίποτε. Ἀντιθέτως ἡ νηστεία του καταντᾶ παληανθρωπιά.

Ξέχασε ὅτι ἡ νηστεία, εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά νικήσεις τά ἄλλα πάθη χρησιμοποιώντας την σάν ὅπλο καί μετά νά στηρίξεις τούς ἄλλους. Νά μπορεῖς ἀπό τήν πείρα σου νά τούς πεῖς:

«Ἔτσι ἀγωνίστηκα. Κάνε το καί σύ, γιά νά νικήσεις τόν κακό ἑαυτό σου καί νά τόν ὑποτάξεις στό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ξεκίνα μέ μιά μικρή προσπάθεια στήν ἀρχή. Δυνάμωσέ την λίγο ἀργότερα. Βοήθησέ την μέ τήν προσευχή. Καί μή ξεχνᾶς τήν ταπείνωση. Ὅταν βλέπεις ἄνθρωπο νά μή νηστεύει, μή τόν κατακρίνεις. Μή τόν ἐξουθενώνεις. Μή τόν λές ἀσεβή».

Ἐσύ πάλι πού βλέπεις τόν ἄλλο νά νηστεύει –λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος – μή τόν λές ἀνόητο. Μή τόν λές καθυστερημένο. Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά κυριαρχεῖ μέσα μας ἡ ἀγάπη, ἡ καλωσύνη, ἡ ταπείνωση καί ἡ σκέψη ὅτι ὅλοι μαζί εἰ δυνατόν, νά πᾶμε στόν Παράδεισο.

Σύ λοιπόν, μήν διαφοροποιεῖς τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς ἀδελφούς σου, ἐπειδή τούς βλέπεις μικρότερους καί ἀδυνατώτερους ἀπό ὁποιαδήποτε πλευρά. Ἀλλά νά θέλεις νά τούς βοηθήσεις νά ἀνεβοῦν καί νά ἐξισωθοῦν μέ σένα. Καί γιατί ὄχι, νά γίνουν ὅλοι καλύτεροί σου.

Πνευματική ἐργασία νηστευτοῦ

Ὁ ἅγιος καί δίκαιος Μωυσῆς εἶδε τόν Θεό. Ἔλαβε τίς δέκα ἐντολές ἀπό τά χέρια του. Καί μᾶς τίς ἔδωσε, θεοχάρακτα γράμματα, νά τίς τηροῦμε γιά τήν σωτηρία μας. Ὁ ἅγιος λοιπόν Μωυσῆς διάλεξε κάποιους ἀπό τούς καλυτέρους ἀνθρώπους νά γίνουν συνεργάτες του. Μερικοί ὅμως ἀπό αὐτούς, δέν τόν ἀγαποῦσαν καί ὅταν τούς κάλεσε, ἔφυγαν ἀπό κοντά του.

Ὁ Μωυσῆς ὅμως, προσευχόταν νά στείλει ὁ Θεός τό Ἅγιο Πνεῦμα νά τούς δυναμώσει, νά τούς φωτίσει νά τούς ἁγιάσει. Καί παρότι ἦταν μακρυά του, κατέβηκε καί σ’ αὐτούς τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅπως καί στούς ἄλλους· γιατί ὁ ἀνεξίκακος Μωυσῆς τό ἤθελε καί προσευχόταν καί γι’ αὐτούς.

Πᾶνε κάποιοι καί τοῦ λένε:

-Μωυσῆ, αὐτοί δέν σέ ἀγαποῦν καί κατέβηκε τό Ἅγιο Πνεῦμα πάνω τους. Παρακάλεσε τόν Θεό νά τούς τό πάρει. Ἐμπόδισέ τους. Τούς ἀπαντᾶ:

-Μά ὑπάρχει καλύτερο πράγμα; Μπορῶ νά ζητήσω κάτι καλύτερο ἀπό τόν Θεό; Μακάρι νά δώσει ὁ Θεός τό Πνεῦμα του σέ ὅλο τόν κόσμο. Δέν εἶναι πόθος μου νά φαίνομαι ἐγώ καλύτερος. Σέ ὅλο τόν κόσμο νά δώσει ὁ Θεός Πνεῦμα Ἅγιο. Ὅλοι καλύτεροί μου νά γίνουν. Ἁγιώτεροι…

Αὐτό πρέπει νά ζητᾶμε καί ἐμεῖς καθημερινά στήν προσευχή μας… Νά ἀγωνιζόμαστε νά γίνομε ὅσο καλύτεροι μποροῦμε καί νά παρακαλοῦμε τόν Θεό νά ἁγιάζει τούς πάντες. Ξεκινώντας βέβαια ἀπό τούς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ μας.

Τροφή τῆς ψυχῆς

Λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:

«Ἀδελφοί, ἡ νηστεία, γιά τό σῶμα εἶναι στέρηση.

Γιά τήν ψυχή εἶναι τροφή καί δύναμη.

Ὅταν ἕνας νηστεύει, φυσικά, τό σῶμα ἐξασθενεῖ. Γιατί γιά νά εἶναι ρωμαλέο, θέλει καλή τροφή. Καί ὅσοι ἐργάζονται πολύ νά τρῶνε κάπως πιό δυναμωτική τροφή, γιά νά ἀντέχουν στή δουλειά τους. Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἀθλητές.

Τό φαγητό, εἶναι δύναμη γιά τό σῶμα.

Ἡ νηστεία, ἐξασθενεῖ τό σῶμα. Μά ἐξασθενεῖ συγχρόνως καί τά πάθη. Γαληνεύουν τά πάθη περισσότερο.

Ἔτσι ἡ νηστεία, γιά τήν ψυχή εἶναι τροφή».

Τό εἴπαμε γιατί.

Γιατί σιγά-σιγά, καταλαβαίνει τήν δύναμή της. Σφίγγουν τά μπράτσα της, ἀποκτᾶ γροθιά, ἐναντίον τῶν παθῶν καί τοῦ διαβόλου.

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού νηστεύει καί ἐγκρατεύεται.

Καί μάλιστα συνειδητά· εἰς δόξαν Χριστοῦ.

Ὑπάρχει ἱερότερο πράγμα, ἀπό τό νά νηστεύεις τήν Παρασκευή, πού σταυρώθηκε ὁ Χριστός γιά μᾶς; Μόνο πού παίρνεις τήν ἀπόφαση νά νηστεύσεις, ἔστω καί κάτι ἐλάχιστο, δίνεις γροθιά πού διαλύει τόν διάβολο καί τά πάθη σου, διότι δοξάζεις τόν Χριστό.

Νηστεύομε καί τήν Τετάρτη πού ὁ Ἰούδας πρόδωσε τόν Χριστό. Εἶναι σάν νά λέμε: «Χριστέ μου, νηστεύω αὐτό τό λίγο πού μπορῶ. Δυνάμωσέ με, νά μή σέ προδώσω. Νά εἶμαι πάντα κοντά σου».

Πόσο δέχεται αὐτή τήν προσφορά μας ὁ Χριστός!

Ἀφοῦ γι’ αὐτό σταυρώθηκε. Γιά νά μᾶς κρατήσει κοντά του. Τί καλύτερο, ἀπό τό νά τόν παρακαλοῦμε γι’ αὐτό, μέ τήν νηστεία μας καί τήν προσευχή μας;

Καί ὅταν νηστεύομε τήν μεγάλη Σαρακοστή, ἔστω καί λίγο (βέβαια τό πολύ εἶναι καλύτερο), πάντως ὅσο μπορεῖ ὁ καθένας, τί καλύτερο;

Προπαρασκευαζόμαστε ἔτσι γιά νά γιορτάσομε τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀναστάσεώς μας τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας.

Τότε πού ὁ Χριστός θά ἀναστήσει ὅλους μέ τά σώματά μας γιά νά μᾶς δώσει τήν ἀτελεύτητη Βασιλεία του. Ἀμήν.

3.

Ἡ δύναμη τῆς συγχωρητικότητας

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Μία ἡμέρα πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς ἀποκαλύπτει μιὰ ξεκάθαρη ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ. Νὰ δεχόμαστε καὶ νὰ προσφέρουμε τὴ συγνώμη μας στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τὴ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεό. «Ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος» (Ματθ. 6,14).

Συγχώρηση, προϋποθέσεις καὶ συνέπειες

Ἡ συγχώρηση προϋποθέτει τὴ συνείδηση τῆς ἐνοχῆς. Τὴ συναίσθηση ἐκείνη ποὺ μᾶς λέει ὅτι μὲ τὶς πράξεις μας, τὶς παραλείψεις μας, τὶς νοοτροπίες μας καὶ τὶς συμπεριφορὲς μας βλάψαμε τοὺς ἄλλους καὶ πικράναμε τὸν Θεό. Διαχαράξαμε τὴν τάξη, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἔθεσε μέσα μας καὶ γύρω μας. Ἀπὸ ἐδῶ, λοιπόν, πηγάζει αὐθόρμητα ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς καὶ τῆς ἁμαρτίας, δηλαδὴ ἡ συγχώρηση. Χρειαζόμαστε τὴ συγχώρηση, γιατί εἴμαστε ἄνθρωποι. Γιατί ἡ φύση μας εἶναι ἀτελὴς καὶ λανθάνει συνεχῶς. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει ὅτι «καὶ οἱ νόμοι γνωρίζουν νὰ συγχωροῦν τὰ ἀναπόφευκτα, ἀφοῦ τὸ νὰ κάνουμε λάθη καὶ νὰ πέφτουμε σὲ πλάνη εἶναι ἀνθρώπινο».

Κάποιοι ἰσχυρίζονται ὅτι γιὰ νὰ μάθουμε νὰ συγχωροῦμε, θὰ πρέπει νὰ ἀγνοήσουμε τὰ λάθη τῶν ἄλλων ποὺ μᾶς πλήγωσαν, θὰ πρέπει νὰ ξεχάσουμε τὰ σφάλματα αὐτῶν ποὺ μᾶς ζημίωσαν. Αὐτὸ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ συμβεῖ. Γιατί εἶναι ἀδύνατο νὰ σβήσουμε ὁλοκληρωτικὰ τὴ μνήμη μας καὶ νὰ διαγράψουμε τὴ λογική μας. Ἄλλωστε, θυμόμαστε πράγματα ποὺ δὲν θέλουμε καὶ ἀδυνατοῦμε νὰ παραβλέψουμε τὴν πραγματικότητα τὴν ὁποία ζοῦμε. Εἶναι ἀνέφικτο νὰ ἀγνοοῦμε τὸ κακὸ ποὺ μᾶς ταλαιπωρεῖ διαρκῶς.

Μὲ τὴ συγχώρηση δὲν σβήνουμε τὸ κακό. Καταλαβαίνουμε ὅμως, πὼς αὐτὸ μᾶς ἐξαπατᾶ καὶ μᾶς παραπλανᾶ καὶ ἔτσι μποροῦμε νὰ παλέψουμε ἐναντίον του. Μὲ τὴ συγχώρηση μποροῦμε νὰ καθαρίσουμε τὴ μνήμη ἀπὸ τὴν ἐμπάθεια τῆς καρδιᾶς μας καὶ νὰ διαχωρίσουμε τὴν ὀρθὴ καὶ ἀντικειμενικὴ κρίση ἀπὸ τὴν κατάκριση καὶ τὸν κάθε εἴδους ἀρνητισμό. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ὁ δρόμος φαίνεται νὰ εἶναι μακρὺς καὶ δύσκολος, σκληρὸς καὶ ὀδυνηρός. Καὶ ἐδῶ οἱ παγίδες εἶναι πολλὲς καὶ ποικίλες. Κάποτε ἡ συγχώρηση γίνεται ἐξωτερικὴ καὶ τυπικὴ καὶ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ βάθος «τῶν καρδιῶν ἡμῶν». Ἄλλοτε, πάλι, παρὰ τὰ ὅσα ἰσχυριζόμαστε στοὺς ἄλλους, ὑποκαθιστοῦμε τὴ συγχώρηση μὲ τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν κρυμμένη ἐχθρότητα. Κάποιες ἄλλες φορὲς θέτουμε στὴ συγνώμη μας ὅρια καὶ προϋποθέσεις, κρατούμενα καὶ ὑπολογισμούς. Ἡ συγχωρητικότητα εἶναι ἡ πληγωμένη ἀγάπη ποὺ δίνει πάντα εὐκαιρίες γιὰ μιὰ καινούργια ἀρχή. Εἶναι ἡ δύναμη ποὺ ἀνανεώνει τὴν ἐμπιστοσύνη μας γιὰ τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ προσπαθεῖ νὰ τοὺς κατανοεῖ καὶ νὰ τοὺς ἀποδέχεται.

Τὸ ἀδιέξοδο τῆς μνησικακίας

Ὅποιος δὲν συγχωρεῖ, γκρεμίζει τὴ γέφυρα ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ χρειαστεῖ κάποτε νὰ περάσει καὶ ὁ ἴδιος. Ὁδηγεῖ τὶς καθημερινὲς διαπροσωπικές του σχέσεις σὲ ἀδιέξοδο καὶ διάλυση. Ποιά, ἄραγε, ἀνθρώπινη σχέση δὲν περνάει κρίση; Πῶς μποροῦμε νὰ κρατήσουμε ἀδιάσπαστη τὴ συζυγία, τὴν οἰκογένεια, τὴ φιλία, τὴ συνεργασία; Πῶς μποροῦμε νὰ διαφυλάξουμε τὴν ἀνθρώπινη σχέση καὶ τὸν πνευματικὸ σύνδεσμο, ὥστε νὰ μὴν παγώσουν καὶ διαλυθοῦν, ἂν δὲν μάθουμε νὰ συγχωροῦμε;

Ὁ δυνατὸς λόγος τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καὶ πάλι μᾶς καθοδηγεῖ: «Ἔχεις ἀδικηθεῖ πολὺ καὶ στερήθηκες πολλὰ ἐξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες καὶ ζημιώθηκες σὲ πολὺ σοβαρὰ θέματά σου καὶ γι’ αὐτὸ θέλεις νὰ δεῖς νὰ τιμωρεῖται ὁ ἀδελφός σου; Καὶ ἐδῶ πάλι εἶναι χρήσιμο νὰ τὸν συγχωρήσεις. Γιατί, ἐὰν θελήσεις ἐσὺ ὁ ἴδιος νὰ ἐκδικηθεῖς καὶ νὰ ἐπιτεθεῖς ἐναντίον του εἴτε μὲ τὰ λόγια σου, εἴτε μὲ κάποια ἐνέργειά σου, ἤ μὲ τὴν κατάρα σου, ὁ Θεὸς ὄχι μόνο δὲν θὰ ἐπέμβει κατ’ αὐτοῦ -ἐφόσον ἐσὺ ἀνέλαβες τὴν τιμωρία του- ἀλλὰ ἐπιπλέον θὰ σὲ τιμωρήσει ὡς θεομάχο. Ἄφησε τὰ πράγματα στὸν Θεό. Αὐτὸς θὰ τὰ τακτοποιήσει πολὺ καλύτερα ἀπ’ ὅ,τι ἐσὺ θέλεις».

Καὶ ὅμως, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, συχνὰ διαπιστώνουμε πόσο ἀβυσσαλέο εἶναι τὸ μίσος καὶ οἱ κακίες μας. Πόσο βαθιὰ ριζωμένα εἶναι στὴν καρδιά μας τὰ πάθη καὶ οἱ ἀδυναμίες μας. Ἐδῶ ἀκριβῶς κατανοοῦμε τὴν οὐσία καὶ τὴ δύναμη τοῦ κακοῦ. Συνειδητοποιοῦμε ὅτι, ὅσο καὶ ἂν προσπαθήσουμε, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ὑπερνικήσουμε τὸ κακὸ μόνοι μας. Μόνο ἂν στραφοῦμε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, ἂν τοῦ ζητήσουμε μὲ πίστη τὸ ἔλεος καὶ τὴ χάρη Του, θὰ συγχωρεθοῦμε καὶ θὰ συγχωρέσουμε, θὰ πάρουμε τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄφεση, καὶ θὰ ζήσουμε τὴ λύτρωση. Ἀμήν.

4.

Τὰ τρία κλειδιά

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, παίρνει τρία κομμάτια χρυσάφι ἀπὸ τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία τοῦ Χριστοῦ καὶ μᾶς τὰ δίνει νὰ τὰ κάνουμε κλειδιά, γιὰ νὰ ἀνοίξουμε τὴν πόρτα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

α. Συγχώρηση τῶν ἀδικούντων

Τὸ πρῶτο κλειδὶ εἶναι ἡ προθυμία μας νὰ συγχωροῦμε ὅσους παντοιοτρόπως μᾶς ἀδικοῦν. Οὐσιαστικὰ ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβάνει ὅ,τι πρὶν ἀπὸ λίγο (Ματθ. 6,12) περιέλαβε στὴν Κυριακὴ Προσευχή: «Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τoῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ὅπως βλέπουμε, ἡ ἐντολὴ νὰ συγχωροῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀδικοῦν δὲν ἔχει σκοπὸ τὴ βελτίωση τοῦ κοινωνικοῦ μας προφὶλ οὔτε ἁπλῶς τὴν εἰρηνικὴ συνύπαρξή μας μὲ τοὺς ἄλλους. Πρωτίστως εἶναι κλήση νὰ μοιάσουμε στὸν Χριστό. Ἔχει σκοπὸ νὰ μᾶς μάθει νὰ ἀγαπᾶμε, ὅπως ὁ Χριστός, ποὺ συγχώρησε πάνω στὸν Σταυρὸ ἐμᾶς, τοὺς σταυρωτές του. Καὶ αὐτὸ τὸ χριστομίμητο ἄνοιγμα τῆς ἀγάπης μας ἀκόμα καὶ πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας, τὸ ἀμείβει ὁ Χριστὸς μὲ τὴ συγχώρηση τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν· δηλαδή, μὲ τὴν ἴδια τὴ σωτηρία μας.

Μπαίνοvτας στὴ Σαρακοστὴ ξεκινᾶμε μία πορεία ποὺ θὰ καταλήξει στὴν προσκύνηση τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ μὲ σκοπὸ τὴ συγχώρησή τους. Φορτώθηκε τὶς δικές μας ἁμαρτίες ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ μᾶς ἀνακουφίσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὶς ὀλέθριες συνέπειές τους, τὴ φθορά, τὸν θάνατο καὶ τὸν ὁριστικὸ χωρισμό μας ἀπὸ Αὐτόν. Τώρα λοιπὸν ποὺ ἑτοιμαζόμαστε νὰ τὸν προσκυνήσουμε, μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς νὰ συνεργαστοῦμε μαζί του γι’ αὐτὴ τὴ σωτήρια ἀπαλλαγή, σηκώνοντας τὸ ἐλαφρὺ φορτίο τῆς ἐκ μέρους μας συγχώρησης τῶν παραπτωμάτων τῶν ἄλλων.

Σ’ αὐτὴ τὴν τόσο τιμητικὴ γιὰ ἐμᾶς ἀλλὰ καὶ ἀπαραίτητη γιὰ τὴ σωτηρία μας συνεργασία φαίνεται ἡ ὑπερβολὴ τῆς Θείας φιλανθρωπίας, λέει ἕνας ἑρμηνευτής. «Ὁ Χριστὸς μᾶς κάνει κυρίους τῆς τῶν ἁμαρτημάτων ἡμῶν ἀφέσεως». Τὸ ἂν θὰ συγχωρηθοῦν oι ἁμαρτίες μας δὲν ἐξαρτᾶται πλέον ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ ἐμᾶς. Στὸν βαθμὸ ποὺ ἐμεῖς συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους, θὰ μᾶς συγχωρήσει καὶ Αὐτός.

β. Ἀληθινὴ νηστεία

Τὸ δεύτερο ἐπίσης ἀπαραίτητο κλειδί, γιὰ νὰ μποῦμε καὶ νὰ χαροῦμε τὴ Σαρακοστή, εἶναι ἡ σωστὴ ἄσκηση τῆς νηστείας. Ἡ ἤδη ἀπὸ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο θεόσδοτη ἐντολὴ τῆς νηστείας δὲν ἔχει σκοπὸ οὔτε τὴν προβολὴ καὶ τὴν ἐπίδειξη, οὔτε τὴ διαφημιζόμενη σήμερα περιφρούρηση τῆς ὑγείας. Νηστεία εἶναι ἡ ἑκούσια περιστολὴ τοῦ ἐγωκεντρικοῦ φιλόσαρκου φρονήματος, γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη μας πρὸς τὸν Χριστό. Εὐχαριστοῦμε Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ὄχι ἁπλῶς νήστεψε αὐστηρὰ ἀλλὰ καὶ ὑπέστη σταυρικὸ θάνατο, γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν Ἀνάσταση καὶ τῶν σωμάτων μας. Νηστεύουμε ἀπὸ ὑπακοὴ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό.

Καὶ ἐδῶ ὁ Χριστὸς μᾶς τονίζει ὅτι ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημά του γίνεται εὐπρόσδεκτη ἀπὸ Αὐτόν, ὅταν γίνεται χωρὶς ὑποκρισία καὶ διάθεση προβολῆς. Φαρισαϊκὴ ἐπίδειξη καὶ ὑποκριτικὴ σκυθρωπότητα δὲν ἔχουν καμία σχέση μὲ τὴν τελωνικὴ ταπείνωση καὶ μετάνοια, ποὺ ἀποτελοῦν τοὺς στόχους τῆς σαρακοστιανῆς νηστείας. Τὴν «ἐν τῷ φανερῷ» ἀπόδοση τῆς ἀναστάσιμης χαρᾶς θὰ τὴ γευθοῦν μόνον ὅσοι ἐργάστηκαν φιλότιμα «ἐν τῷ κρυπτῷ», διώχνοντας σταθερὰ κάθε λογισμὸ κενοδοξίας καὶ αὐταρέσκειας.

γ. Ἁπλόχερη ἐλεημοσύνη

Τὸ τρίτο κλειδὶ εἰσόδου τῆς Σαρακοστῆς ἔχει σχέση μὲ τὴν καταπολέμηση μιᾶς ἄλλης ἔκφρασης τοῦ ἐγωιστικοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, τῆς φιλαργυρίας. Ὁ ἐσταυρωμένος Κύριος τῆς Δόξης, ποὺ θὰ προσκυνήσουμε τὴ Μεγάλη Παρασκευή, ὄχι ἁπλῶς πεθαίνει γυμνὸς πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ ἀφήνει νὰ τοῦ ἁρπάξουν καὶ τὰ τελευταία του ροῦχα, ἀλλὰ δὲν ἔχει δική του οὔτε μία σπιθαμὴ γῆς γιὰ νὰ ταφεῖ. Μὲ αὐτὴ τὴν ἑκούσια τέλεια ἀκτημοσύνη του θέλει νὰ θεραπεύσει τὴν ἀνόητη πλεονεξία μας, ποὺ θησαυρίζει ἐπὶ τῆς γῆς πράγματα, τὰ ὁποῖα συνήθως γίνονται τροφὴ τῶν σκουληκιῶν ἢ λεία τῶν κλεπτῶν. Καὶ μᾶς προτρέπει νὰ ἀσκηθοῦμε στὴν ἁγία πλεονεξία τῆς ἐλεημοσύνης, μὲ τὴν ὁποία θησαυρίζουμε ἀσύλητους θησαυροὺς στὸν οὐρανό.

Καὶ ὁ Χριστός, στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, καταλήγει μὲ μία φράση, ἡ ὁποία συνοψίζει καὶ τὰ τρία χρυσὰ κλειδιὰ τῆς Σαρακοστῆς σὲ ἕνα. Ἡ συγχωρητικότητα, ἡ νηστεία καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τελικὰ ἀνοίγουν τὴν πόρτα τῆς Σαρακοστῆς καὶ τὴν κάνουν ἀληθινὴ πορεία πρὸς τὸ Πάσχα, ὅταν καὶ ἐφ’ ὅσον θησαυρὸς τῆς καρδιᾶς μας εἶναι ὁ Χριστός. Σὲ αὐτὸν ποὺ θεωροῦμε ἀνεκτίμητο θησαυρὸ τῆς ζωῆς μας, σὲ Αὐτὸν δίνουμε καὶ τὴν καρδιά μας. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Σταυρωθέντα καὶ Ἀναστάντα Χριστό, χωρὶς τὴ λαχτάρα καὶ πείνα γιὰ τὸν σφαγέντα Ἀμνό, ποὺ θὰ μᾶς παρατεθεῖ κυρίως στὸ Ἀναστάσιμο Τραπέζι, ὅλες οἱ ἀσκήσεις τῶν ἀρετῶν παραμένουν ἀνθρωποκεντρικὲς τεχνικὲς αὐτοβελτίωσης, ἀπoκoμμέvες ἀπὸ κάθε προσδοκία σταυροαναστάσιμης χαρᾶς.

«Οἱ πεποιθότες ἐφ’ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι» (Λουκ. 18,9) ἔχουν οἱ ἴδιοι ἀποκλείσει τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ τὸ Ἀναστάσιμο Δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουν ἀρκεστεῖ στὶς ἀρετές τους, στὴν ἐγωιστικὴ ἱκανοποίηση τῆς ἠθικῆς τους προόδου. Γιὰ νὰ φορέσουμε τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου, ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ καθίσουμε στὸ Τραπέζι τῆς Βασιλείας, χρειάζεται πρῶτα νὰ ξεντυθοῦμε ὄχι μόνο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κάθε αὐτάρκεια καὶ αὐτοδικαίωση, ποὺ συνήθως μᾶς φορτώνουν τὰ ὑποτιθέμενα ἠθικὰ «κατορθώματά» μας.

5.

Ἡ ἐπιστροφὴ στὸν Παράδεισο (τῆς Τυρινῆς)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Τό ἀνθρώπινο γένος στό πρόσωπο τοῦ παλιοῦ Ἀδάμ ἔπεσε, ὅταν ἁμάρτησε ἀπέναντι στήν ἀγάπη· κι ἡ φοβερή κρίση τοῦ Θεοῦ θά εἶναι μιά κρίση γιά τήν ἀνθρώπινη ἀγάπη.

Ὁ ἄνθρωπος εἶχε προσκληθεῖ στήν πλήρη ἀντίληψη, σέ μιά ἑνότητα ὁλόκληρης τῆς ζωῆς του μέ τό Θεό μέσω τῆς ἀγάπης ἀλλά ἔπεσε ἐπειδή θέλησε νά μάθει τό μυστήριο τοῦ εἶναι μέ τήν κρύα λογική του καί τήν τυφλωτική ἀντίληψη τῆς σάρκας. Καί ἔγινε σάρκα, τό πνεῦμα σβήστηκε ἐνῶ ὁ φυσικός ἄνθρωπος θριάμβευσε μέσα του, κι ἔγινε αὐτό ποὺ γνωρίζουμε τούς ἑαυτούς μας νά εἶναι: κάτοχος ἑνός ἀβέβαιου, ψεύτικου εἴδους κατανόησης τοῦ μυαλοῦ κι ἑνός μεθυστικοῦ εἴδους ἀντίληψης τοῦ σώματος.

Τή γνώση ὅμως ἐκείνη ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶχε κληθεῖ νά ἀποκτήσει μέσα στήν ἑνότητά του μέ τό Θεό, μέ τήν ἐνατένιση τῶν μυστηρίων τῆς ζωῆς καί τῆς ὕπαρξης στό βάθος τοῦ Θεοῦ τήν ἔχασε – ὅπως τή χάνει καί τώρα – ὅταν ἁμάρτησε ἀπέναντι στήν ἀγάπη.

Τό Εὐαγγέλιο τῆς περασμένης Κυριακῆς ἦταν γιά τή Μέλλουσα Κρίση. Ἡ κρίση αὐτή βασιζόταν ἀποκλειστικά στήν ἐρώτηση ἄν ἤμασταν ἱκανοί ν’ ἀγαπᾶμε ὅταν ζούσαμε στή γῆ: «Ἔθρεψες τούς πεινασμένους, συμπόνεσες ὅσους κρύωναν, ἕντυσες τούς γυμνούς, εἶχες τό θάρρος νά ἐπισκεφτεῖς τούς φυλακισμένους, εἶχες δείξει ἔλεος καί ἀγάπη;» Αὐτή εἶναι ἡ μόνη κρίση γιά τήν ὁποία μιλάει ὁ Κύριος. Ρωτάει μόνο τί εἴδους καρδιά εἴχαμε, ἄν πάνω στή γῆ ἤμασταν ἱκανοί ν’ ἀγαπήσουμε μέ ὅλο τό πλάτος τῆς γήινης ἀγάπης καί μέ μιά ζωντανή, ἀνθρώπινη καρδιά γεμάτη συμπάθεια, στοργή καί συμπόνια. Ἡ φοβερή κρίση εἶναι τρομακτική διότι δέ θά ἀπαιτήσει τίποτα ἀπό μᾶς. Θά σταθοῦμε ἁπλῶς μπροστά στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καί τότε ἐμπρός στό πρόσωπο τῆς θεϊκῆς ἀγάπης, σ’ ἕνα πεδίο ὅπου δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο ἐκτὸς ἀπό τήν ἀγάπη, ὅπου ἡ ἀγάπη ἐκφράζει ὅλο τό νόημα τοῦ εἶναι, αὐτό ποὺ εἶναι καλό μέσα μας θά θρηνήσει διότι ποτέ δέν τό ἀφήσαμε ἐλεύθερο, ποτέ δέν τό ἀφήσαμε νά ἐκφραστεῖ στήν πληρότητά του, διότι σκοτώσαμε τήν ἀγάπη γιά χάρη τῆς κρύας λογικῆς μας καί τῶν πειρασμῶν τῆς σάρκας.

Σήμερα λοιπόν, θυμούμενοι τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ μποροῦμε πολύ εὔκολα νά φανταστοῦμε τό πῶς ἔχυσε πικρά δάκρυα ἐμπρός ἀπό τίς πύλες τοῦ παραδείσου. Οἱ πύλες αὐτές τοῦ παραδείσου εἶναι οἱ πύλες οἱ ὁποῖες εἶναι κλεισμένες σέ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποτύχει στήν ἀγάπη. Πόσο συχνά δέ νιώθουμε κι ἐμεῖς κάτι παρόμοιο: ἡ οἰκογένεια διαλύεται καί κάποιος θρηνεῖ μπροστά στίς κλειστές πύλες τοῦ παραδείσου ἐπειδή ἡ ἀγάπη δέν μπόρεσε νά σταθεῖ καί νά θριαμβεύσει, ἐπειδή τίποτα δέν ἔχει μείνει ἐκτὸς ἀπό ψυχρότητα καί ἀπομάκρυνση· πεθαίνει ἴσως μιά φιλία κι ἕνας ἄνθρωπος στέκεται στόν παγωμένο κόσμο μιᾶς σβησμένης ἀγάπης καί μιᾶς κλειστῆς καρδιᾶς.

Δέ γνωρίζουμε κι ἐμεῖς τόν πόθο ἐκεῖνο τοῦ Ἀδάμ γιά τόν ὁποῖο ἡ ἐκκλησία ψάλλει μέ τόσο μεγάλο πόνο; Δέν ἕλκεται ἡ ψυχή μας πρός τό Θεό, πρός τά ἀγαπημένα μας πρόσωπα, καί δέ μᾶς κλείνεται ἡ πόρτα κατάφατσα ἐπειδή ἡ ἀγάπη μας δέν εἶναι ἀρκετή, ἐπειδή ἡ ψύχρα καί ἡ ἀπολίθωση τῶν καρδιῶν καί τοῦ μυαλοῦ μας εἶναι τόσο δυνατές;

Τί πρέπει νά κάνουμε ὅμως; Πῶς νά ξεφύγουμε ἀπό τή φρίκη αὐτή; Τήν ἀπάντηση μᾶς τή δίνει τό σημερινό Εὐαγγέλιο. Τό νά μάθουμε ν’ ἀγαπᾶμε ἔξαφνα, ἀνεπιφύλακτα, τό ν’ ἀνοίξουμε τίς καρδιές μας, ν’ ἀνοίξουμε τίς ζωές καί τίς ψυχές μας στό Θεό καί τούς ἀνθρώπους εἶναι πέρα ἀπό τίς δυνάμεις μας, μποροῦμε ὅμως τουλάχιστο ν’ ἀρχίσουμε ἀπό τά μικρά- μποροῦμε, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 14.1) νά ἀρχίσουμε νά δεχόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλο σάν «ἀσθενοῦντας», ὅπως ἀκριβῶς ἀσθενεῖς εἴμαστε καί ἐμεῖς. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς συγχώρησης.

Εἴμαστε ἀνίκανοι νά συγχωροῦμε ὥστε νά μήν παραμένει πόνος καί φρίκη, μποροῦμε ὅμως ν’ ἀρχίσουμε νά συγχωροῦμε, μποροῦμε νά ποῦμε: «Σέ δέχομαι ὅπως εἶσαι· παρ’ ὅλη σου τήν ψυχρότητα καί τήν πικροχολία, τήν κακοτροπία καί τήν ἀσχήμια δέ θά σέ ἀποστραφῶ· εἶσαι ὁ ἀδελφός μου, ἡ ἀδελφή μου, ἡ μητέρα μου, ὁ πατέρας, ὁ φίλος μου. Θά ἀνεχτῶ τήν ψυχρότητά σου, θά ἀνεχτῶ τά πάντα, θά τά ὑποφέρω. Πρός τό παρόν αὐτό εἶναι ὅλο ποὺ μπορῶ νά κάνω- δέν εἶμαι ἱκανός νά σέ ἀγαπήσω, μπορῶ ὅμως νά σέ ἀποδεχτῶ. Μπορῶ νά σέ δεχτῶ ὅπως καί ὁ Χριστός δέχτηκε τό σταυρό, τόν ἄσπλαχνο, βασανιστικό σταυρό, καί νά σέ μεταφέρω μέ μαρτύριο καί θλίψη στούς ὤμους μου».

Δέν εἶναι βέβαια ὅλους ποὺ πρέπει νά ὑπομείνουμε μέ τόσο πόνο καί λύπη. Πολλούς μποροῦμε νά μεταφέρουμε μέ χαρά· κι ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅλους ὅσους μεταφέρουν ἐμᾶς μέ στοργή, μέ συμπόνια, μέ ἀγάπη.

Ἄν δέν μποροῦμε νά συγχωρέσουμε τέλεια ἄς λυπηθοῦμε τουλάχιστο τόν ἄλλο ποὺ εἶναι ἁμαρτωλός ὅπως ἀκριβῶς καί ἐμεῖς, ποὺ εἶναι ἐξ ἴσου μ’ ἐμᾶς ἀσθενικός καί ἀνίσχυρος, τό ἴδιο ἀνίκανος ν’ ἀγαπήσει, τό ἴδιο ἀνίκανος νά συγχωρέσει, νά ζήσει. Ἄς δεχτοῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο μέ τήν ἀγάπη τοῦ σταυροῦ, καί ἄς μποῦμε στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή χαιρόμενοι ποὺ μᾶς δόθηκε νά προχωρήσουμε μαζί πρός τή σωτηρία, πρός τήν ἡμέρα ποὺ μέ τή χάρη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, τή στοργή καί τήν ἀγάπη καί τήν παρηγοριά τοῦ Θεοῦ θά μπορέσουμε κι ἐμεῖς νά γίνουμε καλά καί νά γνωρίσουμε τήν πλήρη συγχώρηση, τήν τέλεια ἀγάπη καί μέσα ἀπό τίς στενές πύλες θά ἔχουμε φτάσει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Σημ. Τήν Κυριακή αὐτή μνημονεύουμε τήν Ἐξορία τοῦ Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς.

6.

Περί νηστείας καὶ περί θησαυρισμοῦ (Ματθ. 6,16-24)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

«Ὅταν δέ νηστεύητε, μή γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί σκυθρωποί˙ ἀφανίζουσι γάρ τά πρόσωπα αὐτῶν, ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες. Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσι τόν μισθόν αὐτῶν. Σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπον σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλά τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ, ἀποδώσει σοί ἐν τῷ φανερῷ». Ἡ νηστεία εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἄσκησις τῆς αὐτοκυριαρχίας μας. Οἱ Φαρισαῖοι ἔκαμον καί δί’ αὐτῆς τήν ἐπίδειξιν. Ἄφηνον οὗτοι ἄνιπτον τό πρόσωπον καί ἀπεριποίητον, ἐξήρχοντο μέ ἀναμαλλιάρικο κεφάλι καί γένειον ἀκτένιστον (αὐτό εἶναι ὁ ἀφανισμός), ἵνα φαίνωνται, ὅτι νηστεύουσι καί ἐλκύσωσι τήν συμπάθειαν, τόν σεβασμόν. Ὁ Κύριος συνιστᾷ νά νίπτωνται καί νά μυρώνονται οἱ μαθηταί του, ὅταν νηστεύωσι. Νίψιμον καί μύρωμα ἔκαμον οἱ σύγχρονοι τοῦ Ἰησοῦ, ὅταν ἐπρόκειτο νά ὑπάγωσιν εἰς γάμον. Τοῦτο θέλει νά δηλώσῃ τήν μεγάλην χαράν, μέ τήν ὁποίαν ἔπρεπε νά κρύπτωσι τήν ἄσκησιν τῶν οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου.

Θέμα: Περί νηστείας.

Τί εἶναι ἡ νηστεία; Ἐάν συγκεντρώσωμεν τάς περί αὐτῆς γνώμας τῶν πατέρων τῆς ἐκκλησίας, τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σημερινῶν παιδαγωγῶν, ἠθικολόγων καί ἰατρῶν, θά ἴδωμεν ὅτι ἡ νηστεία εἶναι σπουδαῖος θεσμός ἔχων ὅλα τά προσόντα τοῦ ἀκμαιοτάτου ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ ἤτοι σῶμα καί δόξαν. Ἄς ἴδωμεν καί ταῦτα εἰς τήν νηστείαν.

Α’.

Τό Σῶμα τῆς νηστείας. Εἰς κάθε σῶμα ἐξετάζονται κυρίως τρία πράγματα ὡρισμένη ἡλικία, ἠθική, καί ὑγεία. Ἡ ἡλικία τῆς νηστείας Ἐμφανίζεται πρῶτον εἰς τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔαν ὡς ἐντολή τοῦ Θεοῦ 5—6 χιλιάδες χρόνια πρό Χριστοῦ. Ἐμφανίζεται εἰς τόν Μωϋσῆν 1500 χρόνια πρό Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐνήστευσε 40 ἡμέρας, πρίν λάβη τόν νόμον ἐπί τοῦ ὄρους Σινᾶ. Ὁ Δανιήλ διά τῆς νηστείας ἐστό-μωσε τούς ἐπί ἑπτά ἡμέρας νήστεις λέοντας, ὅταν ἐρρίφθη εἰς τόν λάκκον τῶν λεόντων καί δέν ἐθίγη ὑπ’ αὐτῶν. Οἱ τρεῖς παῖδες ἐν καμίνῳ διά τῆς νηστείας ἐφάνησαν ὡραῖοι εἰς τά ὄμματα τοῦ Ναβουχοδονόσορος καί δέν ἐθίγησαν ὑπό τῆς πυρᾶς τῆς καμίνου.

Ὁ Πρόδρομος ἦτο ἀσκητής, ὁ Κύριος ἐνήστευσε 40 ἡμέρας καί ῥητῶς συνέστησε τήν νηστείαν λέγων˙ «τό γένος τοῦτο» τῶν δαιμόνων «οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ». Ἀλλά καί εἰς τήν περικοπήν ταύτην συνιστᾷ καί πάλιν τήν νηστείαν. Ὁ πρῶτος μετά τόν ἕνα, ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος ὁμολογεῖ, ὅτι ἦτο «ἐν νηστείαις πολλάκις». Ἔπειτα ἔρχεται ἡ σειρά τῶν ἀσκητῶν, ἐρημιτῶν, μοναχῶν, οἱ Βασίλειοι, οἱ Γρηγόριοι, οἱ Χρυσόστομοι, οἱ ὁποῖοι ἐτήρησαν τήν νηστείαν. Γενικῶς δέ μέχρι τῆς ἐκρήξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου 1914, ἡ νηστεία ἦτο παρ’ ἡμῖν θεσμός ἀξιοσέβαστος. Μετά ταῦτα ἐχαλαρώθη ὁ θεσμός οὗτος λόγῳ ἴσως τῆς ἐπιμιξίας τῶν Ἐθνῶν. Ἑπομένως ἡ ἡλικία τῆς νηστείας ἀνέρχεται εἰς 5—6 χιλιάδας χρόνια π. Χ. καί 1900 περίπου μ. Χ. ἤτοι 7—8 χιλιάδες χρόνια ! Ἡ ἡλικία αὕτη εἶναι σοβαρά καί οὐχί εὐκαταφρόνητος προκειμένου νά ἐπιβληθῇ εἰς τάς συνειδήσεις μας.

Ἡ ἠθική βάσις τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία εἶναι ἡ γυμναστική τῆς ψυχῆς, ὅπως λέγουσι σπουδαῖοι παιδαγωγοί καί ἠθικολόγοι ῥητῶς. Ἡ νηστεία ἀποτελεῖ τήν ἀδαμαντίνην βάσιν τῆς ἀσκήσεως τῆς βουλήσεως.(1) Καί πράγματι.Ἡ ἐντολή «μή φάγῃς» καί τό περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς ταύτης «μή φάγῃς κρέας κλπ.», πράγματα τά ὁποῖα κολακεύουν τήν γεῦσιν καί τόν οὐρανίσκον, θίγουσι τόν ψυχικόν ἐγωϊσμόν, καί τόν σωματικόν ἡδονισμόν. Ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐντολῆς ταύτης ταπεινώνει τήν ψυχήν καί ἀσκεῖ τήν βούλησιν εἰς τήν κυριαρχίαν ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ὅτι ἡ διπλῆ αὕτη μορφή τῆς ἐντολῆς ταύτης εἶναι σπουδαία ἄσκησις τῆς βουλήσεώς μας, φαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι φαγητά πασχαλινά τρωγόμενα εἰς ἡμέρας νηστείας ὑπό ἀνθρώπων ἐχόντων ἀκόμη συνείδησιν τῆς ἀπαγορευτικῆς ἐντολῆς εἶναι νοστιμώτερα παρά ἐάν κατελύοντο ἄλλας ἡμέρας. Τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ κατάλυσις τῆς νηστείας εἶναι κατάλυσις ἀπηγορευμένου καρποῦ.

Ἡ ὑγεία. Ἡ νηστεία εἶναι ὑγεία. Πόσον ὑγιεινή εἶναι ἡ πραγματική νηστεία, φαίνεται καί ἐκ τῶν σημερινῶν ἀκόμη ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι ἄνευ θρησκευτικῶν προϋποθέσεων συνιστοῦν τήν νηστείαν εἰς διαφόρους παθήσεις σωματικᾶς, εἰς δέ τούς ὑγιεῖς τήν φρουτοφαγίαν, ἄλλοι δέ καί θεραπείας διαφόρων σωματικῶν νόσων ὑποδεικνύουν διά κερασοθεραπείας, σταφυλοθεραπείας, χυλοθεραπείας κλπ. Ἡ σύστασις τῶν βιταμινῶν διά τήν ἀποτοξίνωσιν τοῦ ὀργανισμοῦ καί ἡ παντελής ἀσιτία εἰς παχύσαρκους εἶναι σύστασις ὄχι θεολόγων, ἀλλ’ ἰατρῶν.

Ἑπομένως ἡ νηστεία εἶναι ἡλικίας ἀξιοσεβάστου, ἠθικῆς βαρύτητος πρώτου μεγέθους καί αἴτιον ὑγείας διά τόν ὀργανισμόν τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ νηστεία εἶναι φάρμακον. Ὁ Χρυσόστομος ὅμως παρατηρεῖ, ὅτι ὁσονδήποτε σπουδαῖον φάρμακον καί ἄν εἶναι δέν εἶναι ἡ αὐτή δι’ ὅλους, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ὑγιεινῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Διά τοῦτο πρέπει νά προσέχωμεν κατά τόν ἵδιον πατέρα, τόν χρόνον, τόν τρόπον, τό ποσόν. Ἰδού τό σῶμα τῆς νηστείας. Ἀλλά ἀνωτέρα τοῦ σώματος τῆς νηστείας εἶναι ἡ δόξα ταύτης.

Β’.

Ἡ δόξα τῆς νηστείας.

Αὕτη εἶναι οἱ πατέρες, οἱ ὁποῖοι τήν ἔζησαν, ἡ νηστεία τῶν παθῶν, ἡ ὁποία τήν στεφανώνει καί αἱ δύο πτέρυγες αὐτῆς προσευχή καί ἐλεημοσύνη. Καί ἡ νηστεία ἔχει μέλη ὡραιότατα ἔχει Μωϋσήν, τρεῖς παῖδας ἐν καμίνῳ, προφήτην Ἠλίαν, Πρόδρομον, Ἀποστ. Παῦλον, Χρυσόστομον, Βασίλειον, Γρηγόριον, ἀσκητάς, Μέγαν Ἀντώνιον, ἐρημίτας, ἀλλά καί πρό πάντων τιμιώτατον μέλος τόν Χριστόν ὡς κεφαλήν της. Ὑπάρχουν τιμιώτερα μέλη, ὡραιότερα, θειότερα, καί ἁγνότερα ἀπό τούς πατέρας τούτους καί ἰδίως τόν Χριστόν; Ἀσφαλῶς ὄχι.

Ἀλλά ἐάν τά μέλη τῆς νηστείας εἶναι τόσον ὡραῖα, ὁ στέφανός της εἶναι ἐξ ἴσου ὡραῖος. Καί ποῖος εἶναι οὗτος; Ὁ Χρυσόστομος λέγει: «Δέν πρέπει νά νηστεύῃ μόνον τό σῶμα μας, ἡ κοιλία μας, τό στόμα μας ἐκ τῶν ὑλικῶν φαγητῶν, ἀλλά καί αἱ ἄλλαι αἰσθήσεις μας ἐκ τῶν κακιῶν». Καί συγκεκριμένως ὁ αὐτός πατήρ συνεχίζει: «νηστεύεις οἶνον καί ὅμως θυμώνεις. Νηστεύεις κρέατα ἰχθύων καί ἄλλων χερσαίων ζώων καί ὅμως ἐμπηγνύεις τήν γλῶσσαν σου εἰς τήν ὑπόληψιν τοῦ ἀδελφοῦ σου. Νηστεύεις τό γάλα καί ὅμως τήν μητέρα σου, ἡ ὁποία σέ ἔθρεψε μέ τό γάλα της, ἐντρέπεσαι νά τήν εἴπῃς μητέρα, τήν ὑβρίζεις, τήν κακοποιεῖς. Νηστεύεις τό ἔλαιον καί ὅμως τόσον στενοχωρεῖς τούς ὑφισταμένους σου καί πιέζεις αὐτούς, ὥστε στραγγίζεις ἀπ’ αὐτούς ὄχι μόνον τό ἔλαιον των, ἀλλά καί τό αἷμα των».

Νηστεύεις τό βούτυρον, τό ὁποῖον εἶναι ὁ ἀφρός τοῦ γάλακτος καί τό ὁποῖον γάλα εἶναι ἀφρός τῆς σαρκός τοῦ ζῴου, δέν νηστεύεις ὅμως τόν πονηρόν ὀφθαλμόν, ὁ ὁποῖος διά τῆς ὀφθαλμομοιχείας πίνει τόν ἀφρόν τοῦ γάλακτος τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας. Δέν θέλεις νά ἀκούσῃς περί καταλύσεως φαγητῶν, ὅταν νηστεύῃς, καί ὅμως ἡ ἀκοή σου εἶναι πρόθυμος νά ἀκούσῃ διαβολάς καί συκοφαντίας τοῦ ἀδελφοῦ σου. Πρέπει ἑπομένως νά νηστεύωσιν ὀφθαλμοί, ἀκοή, χεῖρες καί πόδες. Τά στολίσματα λοιπόν τοῦ στεφάνου τῆς νηστείας εἶναι ἡ καθαρότης τῶν ὀφθαλμῶν, ἡ ἁγνότης ἀκοῆς, ἡ ἀποχή ἀδικιῶν διά τῶν χειρῶν γενομένων, ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν ποδῶν μας ἀπό οἴκους ἀνοχῆς, ἡ κατάπαυσις τῆς γλώσσης μας ἀπό κατάκρισιν καί διαβολήν. Ἰδού καί ὁ στέφανος τῆς νηστείας, αἱ ποικίλαι ἀρεταί. Αὗται εἶναι τόσον σπουδαῖαι, ὥστε εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχωσιν, ὅταν διά λόγους ὑγείας δέν δύναται νά ἐφαρμοσθῇ ἡ τῶν ὑλικῶν φαγητῶν νηστεία.

Πλησίον ὅμως τῆς ὡραιότητος τῶν μελῶν τῆς νηστείας τῶν ὡραιοτάτων κοσμημάτων τοῦ στεφάνου της, τῶν διαφόρων ἀρετῶν, ὑπάρχουν πρός δόξαν τῆς νηστείας καί αἱ δύο πτέρυγες ταύτης, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἡ προσευχή καί ἡ ἐλεημοσύνη. Καί πράγματι. Ἡ νηστεία χωρίς τήν προσευχήν, ὁμοιάζει πρός δένδρον χωρίς χυμόν, ἑπομένως εἶναι κούτσουρο! Ἡ νηστεία ἔχει τόν σκοπόν νά μᾶς ἀναβιβάσῃ διά τῆς προσευχῆς εἰς τόν Θεόν κάμνουσα τό σῶμα μᾶς ἐλαφρότερον, ἵνα πετάξῃ διά τῆς νηστείας πρός τόν Δημιουργόν μας. Ἑπομένως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος νηστεύει, ἀλλά δέν προσεύχεται, οὐδόλως αἰσθάνεται τήν ὠφέ-λείαν ἐκ τῆς νηστείας!

Ἀλλ’ ἐάν ἡ νηστεία εἶναι βοηθητικόν μέσον τῆς προσευχῆς, ἐξ ἴσου βοηθητικόν τῆς προσευχῆς καί σκόπιμον της νηστείας μέσον εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη. Ὁ ἄνθρωπος νηστεύει ὄχι μόνον διά νά πετάξη μέ τήν προσευχήν, ἀλλά καί νά εὕρῃ ἐκ τῆς νηστείας του περίσσευμά τι διά νά βοηθήσῃ τούς πτωχούς. Ἐκεῖνος λοιπόν ὁ ὁποῖος νηστεύει, ἀλλά δέν ἐλεεῖ, ἁμαρτάνει, διότι ἀποφεύγει ἕνα ἐκ τῶν κυρίων σκοπῶν τῆς νηστείας, τήν ἐλεημοσύνην. Ὁ Χρυσόστομος τονίζει ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιγραμματικῶς τά ἑξῆς. «Αἱ 5 μωραί παρθένοι ἄν καί παρθένοι ἐτιμωρήθησαν, διότι δέν εἶχον ἐλεημοσύνην. Πόσῳ μᾶλλον εἶναι ἔνοχοι τιμωρίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζουν μικροτέραν ἀρετήν τῆς παρθενίας τήν νηστείαν, ἀποφεύγουσιν ὅμως τήν ἐλεημοσύνην ;» Ἡ ἐλεημοσύνη καί ἡ προσευχή, κατά τόν Ἱερόν Χρυσόστομον, εἶναι αἱ δύο πτέρυγες, διά τῶν ὁποίων θά πετάξωμεν μέ τό ἐλαφρόν ἐκ τῆς νηστείας γενόμενον σῶμα μας ὡς πτηνά εἰς τόν οὐρανόν. Καί μέ ὀλίγα λόγια διά τῆς προσευχῆς ἀφιερώνομεν τήν ψυχήν μας εἰς τόν Θεόν, διά τῆς νηστείας τό σῶμα μας, διά τῆς ἐλεημοσύνης τά ὑλικά μας ἀγαθά. Ἰδού ἡ νηστεία κατά τό σῶμα καί τήν δόξαν.

Ὁ Ἱπποκράτης ὁ Πατήρ τῆς Ἰατρικῆς ἀπέθανεν εἰς ἡλικίαν 100 ἐτῶν. Ἐρωτηθείς δέ εἰς τί ὀφείλει τήν μακροζωΐαν του, ἀπήντησεν: Οὐδέποτε ἐσηκώθηκα ἀπό τό τραπέζι μου χορτάτος. Ἀλλά καί σήμερον ὑπάρχουσι Μοναστήρια εἰς ὅλον τόν κόσμον ὀνομαζόμενα Μοναστήρια τῶν Τραπιστῶν. Οἱ Μοναχοί τούτων ἔχουσιν ἀπόλυτον σιωπήν, τρέφονται διά τροφῶν φυτικῶν, ἀπέχουσι πασχαλινῶν φαγητῶν καί κοιμῶνται κατά γῆς ἀπό τάς 7 μέχρι τάς 2 τοῦ μεσονυκτίου. Οἱ μοναχοί οὗτοι φθάνουσιν εἰς μεγάλην ἡλικίαν, εἶναι ὑγιέστατοι καί πολλοί ἐξ αὐτῶν ἐθεραπεύθησαν ὅταν εἰσῆλθον εἰς τήν Μονήν ἐξ ἀσθενειῶν, τάς ὁποίας εἶχον πρίν εἰσέλθωσιν. Ἰδέ Spirago σελίδα 544.

Ἀς μάθωμεν λοιπόν νά νηστεύωμεν.

Περί θησαυρισμοῦ. (Ματθ. ΣΤ’ 19-24)

«Μή θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς, ὅπου σής καί βρῶσις ἀφανίζει καί ὅπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι. Θησαυρίζετε δέ ὑμῖν θησαυρούς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σής οὔτε βρῶσις ἀφανίζει καί ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν, οὐδέ κλέπτουσιν. Ὅπου γάρ ἐστίν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν. Ὁ λύχνος τοῦ σώματος ὁ ὀφθαλμός ἐστίν˙ ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τό σῶμα σου φωτεινόν ἔσται˙ ἐάν δέ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ᾖ, ὅλον τό σῶμα σου σκοτεινόν ἔσται. Εἰ οὖν τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστί, τό σκότος πόσον; Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν˙ ἤ γάρ τόν ἕνα μισήσει καί τόν ἕτερον ἀγαπήσει ἤ ἑνός ἀνθέξεται καί τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καί μαμωνᾷ».

Ὁ ἄνθρωπος προσκολλᾶται εἰς τά ὑλικά ἀγαθά, ἄν καί ταῦτα εἶναι πρόσκαιρα, διότι εἶναι παρόντα. Ἀδιαφορεῖ διά τά ἐπουράνια ἀγαθά, ἄν καί εἶναι αἰώνια, διότι εἶναι ἀπόντα. Ἐφαρμόζει δηλαδή ὁ ἄνθρωπος τό «κάλλιο ἕνα καί στό χέρι, παρά δέκα καί καρτέρει». Ὁ Κύριος διά νά μᾶς πείσῃ νά ἀδιαφορῶμεν εἰς τά ἐπίγεια καί νά προσκολλώμεθα εἰς τά οὐράνια ἀγαθά, ἀφιερώνει τήν περικοπήν ταύτην. Ἄς ἴδωμεν τάς κακίας καί ἀρετάς ἐπιγείων καί οὐρανίων θησαυρῶν.

Α.

Ἐπίγεια ἀγαθά. Ταῦτα φθείρονται καί φθείρουν. Φθείρονται τά ἴδια καί φθείρουν τόν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου. Πράγματι.

1ον.

Φθείρονται! Ὁ Κύριος λέγει˙ «μή θησαυρίζετε θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς, ὅπου σής καί βρῶσις ἀφανίζει καί ὅπου κλέπται διορύσσουσι καί κλέπτουσι». Σής εἶναι ὁ σκῶρος καί πᾶν ζωΰφιον ἐξωτερικόν, τό ὁποῖον κατατρώγει ἐνδύματα, ξύλα ἐπίπλων, καρπούς κλπ. Βρῶσις δέ εἶναι ἡ σκωρία ἡ σῆψις καί πᾶν εἶδος ἐσωτερικῆς φθορᾶς εἰς τά διάφορα ἀγαθά μας. Ἐπειδή ὅμως τά διάφορα χρυσᾶ νομίσματα δέν ὑπόκεινται εἰς σκῶρον ἤ σκώριαν, ὁ Κύριος θέτει ἄλλον ἐχθρόν τούτων, τούς κλέπτας, οἵτινες διορύσσουσι καί κλέπτουσιν ἤτοι κάμνουν διάρρηξιν καί ἀφαιροῦν τά τιμαλφῆ ἀντικείμενα. Ἀλλά κλέπται τῶν τιμαλφῶν δέν εἶναι μόνον οἱ κρυφοί διαρρῆκται, ἀλλά καί οἱ φανεροί ποικίλοι λῃσταί, οἱ ὁποῖοι διά διαφόρων τεχνικῶν ὑποτιμήσεων ἤ ἀνατιμήσεων τῆς λίρας κλέπτουν ἄλλοτε μέν τήν ἀξίαν τῆς λίρας ἄλλοτε δέ τήν ἀξίαν τῶν ἐμπορευμάτων.

Τελευταῖος ὅμως ἐχθρός τῶν χρυσαφικῶν εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος ὁ κάτοχος, ὁ ὁποῖος διά τῆς πολυχρονίου χρήσεως τῶν τιμαλφῶν καί τῆς συνηθείας αὐτῶν ἐξαφρίζει ἀρκετόν μέρος ἐκ τῆς ἀξίας τῶν, διότι δέν ἐκτιμᾷ αὐτά τόσον μετά δεκαετίαν, ὅσον ἐλαχταροῦσεν αὐτά κατά τήν ἀρχήν τῆς ἀποκτήσεως τῶν. Ἑπομένως ἐχθροί τῶν ὑλικῶν μας ἀγαθῶν, τά ὁποῖα φθείρονται εἶναι ζωΰφια ἀόρατα, χρόνος πανδαμάτωρ, ἄνθρωποι κακοί καί ἡμεῖς!

2ον).

Ἡ πλεονεξία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν φ θ ε ί ρ ει τόν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου. Καί ἰδού. Ὁ Κύριος βεβαιοῖ ῥητῶς˙ «ὁ λύχνος τοῦ σώματος ἐστίν ὁ ὀφθαλμός». Ὁ ὀφθαλμός εἶναι διά τό σώμα, ὅ,τι ὁ λύχνος διά τόν ὅλον ἄνθρωπον. «Ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τό σῶμα σου φωτεινόν ἔσται. Ἐάν δέ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ᾖ, ὅλον τό σῶμα σου σκοτεινόν ἔσται». Ὅπως δηλαδή ὁ ὀφθαλμός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τό λυχνάρι, διά τοῦ ὁποίου βλέπει οὗτος τό σῶμα του καί τά πέριξ τοῦ σώματός του, τόν ὁρατόν κόσμον γενικῶς, κατά παρόμοιον τρόπον καί ὁ νοῦς εἶναι ὁ λύχνος τῆς ψυχῆς. Ὅταv εἶναι «ἁπλοῦς» ὑγιής ὁ ὀφθαλμός μας καί φωτίζεται ὑπό τοῦ ἡλίου, βλέπομεν ὅλον τό σῶμα μας, ἐνῷ ὅταν ὁ ὀφθαλμός μας εἶναι «πονηρός» ἤτοι βλαμμένος, γύρω μας ὑπάρχει σκότος. Κατά παρόμοιον τρόπον καί ὁ λύχνος τῆς ψυχῆς μας ὁ νοῦς, ὅταν μέν εἶναι ὑγιής φωτιζόμενος ὑπό τοῦ Οὐρανίου φωτός, μακράν τῆς προσκολλήσεως τῶν ἐπιγείων, φωτίζει τό ἐσωτερικόν τῆς ψυχῆς μας, ἐνῷ ὅταν δέν φωτίζεται ὑπό τοῦ οὐρανίου φωτός, ἔχει πάθη βλάβην, ἰδίως διά τοῦ πάθους τῆς φιλαργυρίας καί δέν βλέπει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λέγει ὁ Κύριος˙ «εἰ τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστί» ἐάν ὁ φωτισμένος νοῦς σκοτισθῇ, «τό σκότος πόσον;» τά σκοτεινά πάθη, τά ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τήν ψυχήν μας ὑπό τῆς πλεονεξίας ὠθούμενα ἐπαναστατοῦν καί γίνονται σκοτεινότερα.

Ὅτι ἡ φιλαργυρία σκοτίζει τόν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου φαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ φιλάργυρος δέν βλέπει τί ἔχει, ἀλλά τί τοῦ λείπει. Καί ἐπειδή, ὅσα πολλά καί ἄν ἔχῃ, κάτι θά τοῦ λείπῃ, δέν αἰσθάνεται ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔχει, ἀλλά λαχταρᾷ τό ἐλάχιστον, τό ὁποῖον τοῦ λείπει. Διά τοῦτο βλέπετε ἀνθρώπους πλουσίους καί ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι φιλονικοῦν, ἔχουν θανάσιμον μῖσος δι’ ἕνα πῆχυν τόπον. Βλέπετε συνοίκους εὐπόρους, οἱ ὁποῖοι τρέχουν εἰς τά δικαστήρια διά τήν διαφοράν ἑνός νεροχύτου. Βλέπετε γείτονας εὐκαταστάτους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χρόνια ὁλόκληρα νά ἀνταλλάξουν τήν «καλημέρα» τοῦ Θεοῦ διά οἰκονομικάς διαφοράς ἐλαχίστας. Ὀλίγον εἶναι αὐτό τό σκότος εἰς τόν νοῦν τοῦ φιλαργύρου; Πόσα πάθη δέν ἐπαναστατοῦν ἐντός των; Πόσαι ἐχθρότητες, μίση, ζηλοτυπίαι, χαιρεκακίαι, ἐγωϊσμοί ἐξ αἰτίας τῆς φιλαργυρίας των!

Ἡ πλεονεξία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν φθείρει τόν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ πρῶτον φθαρῶσιν αὐτά. Ἀλλά ἐχθρός τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν δέν εἶναι μόνον τά ζωΰφια, ὁ χρόνος, οἱ κακοί ἄνθρωποι, ὁ ἴδιος ὁ φιλάργυρος, ἀλλά καί ὁ μεγαλύτερος φιλάργυρος, ὁ Ἰούδας ἦτο ἐχθρός τῶν χρημάτων, διότι οὗτος ἐπέταξε τά ἀργύρια, διά τά ὁποῖα ἐπρόδωσε τόν Χριστόν.

Ὁ Χριστός ἐγεννήθη καί ἀπέθανε πάμπτωχος, ἵνα δείξῃ τήν περιφρόνησίν του εἰς τά ὑλικά ἀγαθά. Ἑπομένως ἐχθροί τῆς προσκαίρου ταύτης ὕλης εἶναι ζωΰφια, χρόνος, κακοί ἄνθρωποι, ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ὁ φιλάργυρος Ἰούδας, ὁ Χριστός, ἑπομένως ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἰδού τά χαρακτηριστικά οἱ ἐχθροί τῶν ἐπιγείων θησαυρῶν!

Β.

Οὐράνια ἀγαθά. Ἐάν τά ἐπίγεια ἀγαθά φθείρουν καί φθείρωνται, τά οὐράνια ἀγαθά εἶναι ἄφθαρτα ἐκεῖ, εὐγενικά ἀπό ἐδῶ.

Μάλιστα! 1ον. Εἶναι ἄφθαρτα, ἄνευ σκωλήκων καί ζωϋφίων τῆς γῆς˙ ἐκεῖ ὑπάρχει δόξα ἄφθαστος καί ὅπως λέγει ὁ Κύριος ῥητῶς «οὔτε σής, οὔτε βρῶσις ἀφανίζει καί ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδέ κλέπτουσιν». Ἀντί τοῦ πανδαμάτορος χρόνου ἐδῶ, ἡ αἰωνιότης ἐκεῖ, ἡ ὁποία δέν γεννᾷ τήν μόνοτονίαν, διότι αἰώνιον ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ εἶναι τό πάντοτε καινούργιο. Ἀντί τῶν ἐδῶ πολλάκις ἀδίκων νόμων, ἐκεῖ ὑπάρχει «πόλις ἐν ᾗ δικαιοσύνη κατοικεῖ». Ἐδῶ ὁ πλοῦτος φορολογεῖται, ἐκεῖ ἀμείβεται, ὅπως λέγει ὁ Κύριος ῥητῶς «ἐπί ὀλίγα ᾖς πιστός, ἐπί πολλῶν σέ καταστήσω, εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου». Ἐδῶ ὑπάρχουν ἄστεγοι ἤ ἐνοικιοστάσιον χάριν τῶν ἀστέγων, ἐκεῖ οὔτε ἐνοικιοστάσιον, οὔτε ἄστεγοι, διότι κατά τήν διαβεβαίωσιν τοῦ Κυρίου «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Πατρός μου πολλαί μοναί εἰσίν». Ἀντί τῆς ἐδῶ μερικῆς καί σχετικῆς γνώσεως, ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ πλήρης γνῶσις, ἡ ὅρασις τοῦ Θεοῦ καθώς ἐστίν.

Τά ἐπουράνια ἀγαθά δέν εἶναι μόνον αἰώνια ἐκεῖ, ἀλλά καί 2) εὐγενικά ἀπό ἐδῶ. Πράγματι. Ὁ Κύριος μᾶς τό βεβαιοῖ λέγων «ὅπου γάρ ἐστίν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν». Ἐνταῦθα «καρδία» σημαίνει ὁλόκληρον τόν ἄνθρωπον, ἑπομένως τόν νοῦν του, τό συναίσθημα καί τήν θέλησίν του. Κατά συνέπειαν ὁ νοῦς, ἡ καρδία καί ἡ θέλησις τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχει θησαυρούς εἰς τόν οὐρανόν, εἶναι οὐράνιοι. Καί συγκεκριμένως : Ὁ νοῦς τοῦ πιστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει θησαυρούς εἰς τόν οὐρανόν, εἶναι φωτεινός ὡς ἑξῆς. Ὁ φιλάργυρος συγκεντρώνει χρήματα καί ὁ πλεονέκτης κτήματα διά τόν ἑαυτόν τῶν καί ὅμως θά τά ἀφήσουν εἰς ἄλλους ἴσως καί εἰς τους ἐχθρούς τῶν. Ὁ θησαυρίζων ἐν οὐρανῷ σκορπίζει εἰς τούς ἄλλους καί θά τά εὕρη πολλαπλάσια εἰς τόν οὐρανόν διά τόν ἑαυτόν του. Δέν εἶναι λοιπόν σοφός ὁ θησαυρίζων ἐν οὐρανῷ, διότι τελικῶς τά σκορπιζόμενα θά ἔλθουν εἰς τήν ἐξουσίαν του, ἐν ᾧ ὁ θησαυρίζων ἐπί γῆς συγκεντρώνει διά τόν ἑαυτόν του καί ὅμως τά ἀφίνει χωρίς νά θέλῃ εἰς τούς ἄλλους;

Ὁ θησαυρίζων ἐν οὐρανῷ δέν εἶναι μόνον σοφός διά τόν λόγον τοῦτον, ἀλλά καί διά τήν ἀσφάλειαν τῶν ὑλικῶν του ἀγαθῶν. Ὁ οὐρανός δηλαδή εἶναι ἡ καλυτέρα τράπεζα, ἡ ὁποία ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει οὐδέποτε χρεωκοπεῖ, ἐν ἀντιθέσει πρός τάς ἐπιγείους τράπεζας, αἵτινες ὁσονδήποτε μεγάλαι καί ἄν ἦσαν, ἦλθεν ἐποχή, ὅτε ἐχρεωκόπησαν. Ὁ θησαυρίζων ἐν οὐρανῷ δέν εἶναι μόνον σοφός, ἀλλ’ ἀναπτύσσει καί τοσαῦτα εὐγενῆ αἰσθήματα, ὥστε εἶναι ἀγαπητός καί ἐδῶ ὄχι μόνον ὑπό φίλων, ἀλλά καί ὑπό ἐχθρῶν του, διότι γνωρίζει νά βοηθῇ ὄχι μόνον φίλους ἀλλά καί ἐχθρούς του. Ὁ θησαυρίζων ἐν οὐρανῷ εἶναι ἀγαπητός εἰς αὐτήν τήν ζωήν ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἐάν ἡ σοφία του εἶναι διά τόν ἑαυτόν του, ἡ εὐγένειά του εἶναι διά τούς ἄλλους. Ἀγαπᾶται διά ταύτην ὄχι μόνον ὑπό φίλων καί ἐχθρῶν ἀλλά καί ὑπό τῶν ἀγγέλων. Μεγάλη ἡ σοφία του, μεγάλη ἡ εὐγένειά του.

Ἡ ἐξύψωσις ὅμως τοῦ θησαυρίζοντος ἐν οὐρανῷ δέν εἶναι μόνον εἰς τόν νοῦν καί τήν καρδίαν του, ἀλλά καί εἰς τήν θέλησίν του, διότι εἶναι ὁ ἡρωϊκώτερος τῶν ἀνθρώπων. Πόσον ἡρωϊκός εἶναι οὗτος φαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι δέν ἑλκύεται ἐκ τοῦ παρόντος καί τῶν θελγήτρων αὐτοῦ, εἰς τά ὁποῖα εὑρίσκονται τά ὑλικά ἀγαθά, οὔτε ἐμποδίζεται ἐκ τῆς ἀπουσίας τῆς μελλούσης ἀμοιβῆς. Ἔχει τήν δύναμιν ὁ θησαυρίζων ἐν οὐρανῷ νά διασκελίζῃ τό «ἕνα καί στό χέρι» καί νά φθάνῃ εἰς τά «δέκα καί καρτερεῖ» τῶν μελλόντων τοῦ οὐρανοῦ ἀγαθῶν. Ἡ διασκέλισις αὕτη ὁσονδήποτε καί ἄν ἑλκύεται ὑπό τῆς αἰωνιότητος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, ὁσονδήποτε καί ἄν ὠθῆται ὑπό τῆς προσκαιρότητος τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν, εἶναι ἡρωϊσμός, διότι ἀδιαφορεῖ διά τό «ἕνα καί στό χέρι» τό ὁποῖον εἶναι παρόν τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν καί βλέπει τά «δέκα καί καρτέρει» τῶν οὐρανίων θησαυρῶν, τά ὁποῖα εἶναι ἀπόντα.

Τέλος ὁ Κύριος θέτει τήν σφραγίδα λέγων˙ «οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν˙ ἤ γάρ τόν ἕνα μισήσει καί τόν ἕτερον ἀγαπήσει ἤ τοῦ ἑνός ἀνθέξεται καί τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὔ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καί Μαμωνᾶ». «Ἀντέχομαι» σημαίνει προσκολλώμαι στερεῶς. Ἤ θά μισήσῃ λοιπόν τίς τόν πλοῦτον καί θά ἀγαπήσῃ τόν Θεόν ἤ θά κράτησῃ στερεῶς τόν πλοῦτον καί θά καταφρονήσῃ τόν Θεόν. «Μαμωνᾶς» εἶναι λέξις Συριακή καί σημαίνει τό μέρος, ὅπου κρύπτει τις τούς θησαυρούς του. Ἐδῶ δέ σημαίνεται ὁ θεός τοῦ πλούτου τῶν Σύρων. Μέ δύο λόγια ὁ χρυσός καί ὁ Χριστός εἶναι δύο κύριοι ζηλότυποι. Ἕκαστος ἐξ αὐτῶν θέλει ὁλόκληρον τόν ἑαυτόν μας. Ὁ Χριστός μᾶς δίδει περισσότερα ἀπό ὅ,τι μᾶς ὑπόσχεται. Ὁ χρυσός ἀφαιρεῖ καί ἐκεῖνα τά ὁποῖα ὑπόσχεται, διότι φθείρεται καί φθείρει. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρομοιάζει τόν χρυσολάτρην μέ σκύλον δεμένον διά χρυσῶν ἁλύσεων καί γαυγίζοντα. Ὅπως ὁ σκύλος δηλαδή εἶναι δεμένος μέ τήν ἁλυσίδα ἔτσι καί ὁ πλούσιος μέ τά χρήματά του. Ὅπως ὁ σκύλος γαυγίζει διά ξένους θησαυρούς, ἔτσι καί ὁ φιλάργυρος γαυγίζει διά ὑλικά ἀγαθά, τά ὁποῖα θά ἀφήσῃ εἰς ἄλλους. Τρομερώτατον κατάντημα φιλαργυρίας εἶναι τό ἑξῆς: Κατά τόν Νοέμβριον τοῦ 1848 ἀπέθανε πλησίον τῶν Παρισίων γέρων 75 ἐτῶν, ὀνομαζόμενος Πικάρδος. Οἱ γείτονες, ἐπειδή δέν τόν εἶδον ἐπί ἡμέρας νά ἐξέλθῃ τῆς οἰκίας του, εἰδοποίησαν τήν ἀστυνομίαν. Ἀστυφύλακες ἐλθόντες ἤνοιξαν βιαίως τήν θύραν καί εἰσῆλθον εἰς τό δωμάτιον τοῦ δυστυχοῦς γέροντος, ὁ ὁποῖος ἦτο νεκρός ἐπί στρώματος ἐξ ἀχύρου ἔχων ὡς προσκεφάλαιον μίαν πέτραν. Ὅλα τά ἔπιπλά του ἦσαν ἕν ξύλινον κιβώτιον, τό ὁποῖον ἦτο πλῆρες χρημάτων, τό ὁποῖον εἶχε πλησίον του. Κατόπιν νεκροψίας ἀπεδείχθη, ὅτι ἀπέθανεν ἐκ πείνης. Αἱ ἀρχαί εἰς μάτην ἐζήτησαν νά εὕρωσι κληρονόμους. Ἦτο ἄγνωστος, διότι μετῴκησεν ἐξ ἄλλης πόλεως!

Ἄς ἀγαπήσωμεν λοιπόν τούς οὐρανίους θησαυρούς καί οὐχί τούς προσκαίρους ὑλικούς.

(1) Ἠθική Ἀνδρούτσου

7.

 Κατήχησις εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Τυροφάγου

Ἅγιος Θεοδώρος ὁ Στουδίτης

Κατήχησις τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου εἰς τὴν Κυριακὴν τῆς Τυροφάγου

Περὶ νηστείας, καὶ ὅτι ἡ ἀληθὴς νηστεία τοῦ ἀληθινοῦ ὑποτακτικοῦ ἐστὶ τὸ κόψαι τὸ ἴδιον θέλημα.

Εὐλόγησον πάτερ.

Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ὁ ἀγαθὸς Θεὸς ἡμῶν, ὁ χαρίζων τὴν ζωὴν ἡμῶν, καὶ ἄγων ἡμᾶς ἀπὸ χρόνον εἰς χρόνους διὰ φιλανθρωπίαν αὐτοῦ ἤγαγεν ἤδη ἡμᾶς καὶ ἐν χρόνῳ τούτῳ τῶν ἁγίων νηστειῶν, ἐν ᾧ ἕκαστος τῶν ἀγωνιστῶν ἀγωνίζεται καὶ κοπιάζει ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, καθὰ προαιρεῖται καὶ δύναται καὶ ὁ σπουδάζων εἰς τὴν ἐγκράτειαν νηστεύει διπλᾶς καὶ τριπλᾶς ἡμέρας, ὁ δὲ εἰς τὴν ἀγρυπνίαν σπουδάζων ἀγρυπνεῖ, ἀναγινώσκει, προσεύχεται τόσας καὶ τόσας ὥρας· ἄλλος πάλιν εἰς τὰς γονυκλισίας ποιεῖ τόσας καὶ τόσας μετανοίας ἕως ἐδάφους ἢ καὶ ἄχρι τοῦ ὑποποδίου κατὰ τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν καὶ ἄλλος ἐπὶ ἄλλῳ τινι τῶν κατορθωμάτων ἀγωνίζεται, καὶ εἰ ἐβούλετό τις ἰδεῖν πολλὴν σπουδὴν καὶ προθυμίαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ὁ μοναχὸς ὁ ὑπὸ τὴν ὑποταγὴν ὢν καὶ ἔχει διακόνημα καὶ ὑπάρχει ἀληθινὸς ὑπήκοος, οὐκ ἔχει τὸν ἀγῶνα ἐν τινι καιρῷ μόνον, ἀλλ᾿ ἐν πάσῃ τῇ ζωῇ αὐτοῦ ἀδιακόπως ἀγωνίζεται· ἀλλὰ τὶς ἐστὶν ὁ ἀγὼν τοῦ ὑπηκόου ὑποτακτικοῦ; καὶ ποῖον ἐστὶ τὸ μέγα κατόρθωμα αὐτοῦ καὶ ὁ στέφανος ὁ λαμπρός; τὸ μὴ θαρρεῖν τῷ ἰδίῳ λογισμῷ, μηδὲ ποιεῖν αὐτογνωμόνως τὸ ἑαυτοῦ θέλημα, ἀλλ᾿ ὅ,τι ποεῖ, ποιεῖ τοῦτο διὰ ἐρωτήσεως τοῦ ἡγουμένου ἢ καὶ τοῦ αὐτοῦ γέροντος ἢ τοῦ οἰκονόμου, ὅπερ ἐστὶ μᾶλλον βελτιώτερον πάντων τῶν καλῶν ἀγωνισμάτων καὶ ὡς ἐν συντόμῳ εἰπεῖν, μαρτυρίου στέφανον κέκτηται ἡ ὑποταγὴ μετὰ τῆς ἀδιακρίτου ὑπακοῆς· ἤτοι τὸ κόπτειν τὸ ἴδιον θέλημα καὶ ποιεῖν τοῦ προεστῶτος αὐτοῦ, ὅπερ ὡς μαρτύριον λογίζεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐκχέει τὸ αἷμα αὐτοῦ διὰ τὸ Χριστόν· ὅμως γνῶμεν καλῶς ἀδελφοὶ ὅτι ἐν ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις γενήσεται ἐναλλαγὴ τῶν φαγητῶν, αὔξησις τῶν γονυκλισιῶν καὶ μετανοιῶν καὶ τῆς ἀκολουθίας καὶ ψαλμῳδίας κατὰ τὴν παραδοθεῖσαν ἡμῖν παλαιὰν παράδοσιν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν· διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς δεξώμεθα προθύμως καὶ περιχαρῶς τὸ δῶρον τῶν νηστειῶν· μὴ σκυθρωπάσωμεν διὰ τὴν κακοπάθειαν καὶ τὸν μαρασμὸν τοῦ σώματος, ἀλλ᾿ ὦμεν χαίροντες διὰ τὴν ὑγείαν καὶ σωτηρίαν τῆς ψυχῆς ἡμῶν.

Διέλθωμεν οὖν τὰς ἁγίας ταύτας ἡμέρας μετὰ ἱλαρότητος προσώπου καὶ καρδίας, ἄκακοι, ἀκατάκριτοι, ἀόργητοι, ἀπόνηροι, ἄφθονοι, μᾶλλον εἰρηνικοί, ἠγαπημένοι πρὸς ἀλλήλους, πρᾷοι, εὐυπήκοοι, πλήρεις ἐλεημοσύνης καὶ καρπῶν ἀγαθῶν, ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἡσυχίας, ἡσυχάζειν· χρείας καλούσης τοῦ λόγου, ἀποκρίνεσθε μετὰ ταπεινώσεως καὶ εὐλαβείας, φεύγοντες τὴν πολυφαγίαν, πολυλογίαν καὶ τὸν θόρυβον καὶ τὴν ταραχὴν τῶν πολλῶν, ὅπως ποιῶμεν τὰς ὑπηρεσίας ἡμῶν ἀθορύβως καὶ ἀταράχως μᾶλλον δὲ εἰρηνικῶς καὶ ἡσύχως ὡς διάκονοι Χριστοῦ· διότι ὁ θόρυβος καὶ ἡ ταραχὴ προξενεῖ μεγίστην ψυχικὴν βλάβην ἐν τῷ Κοινοβίῳ καὶ τῇ συνοδίᾳ τῶν ἀδελφῶν· πρὸς ἐπιτούτοις πᾶσι χρὴ ἔχειν προσοχήν, καὶ σκοπιάν, μὴ ἀνοίγειν θύραν τοῖς κακοῖς λογισμοῖς εἰσερχομένοις μολύνειν τὴν ψυχὴν ἡμῶν, μηδὲ διδόναι τόπον τῷ διαβόλῳ, καθάπερ διδάσκει ἡμᾶς καὶ ἡ θεία Γραφὴ λέγουσα «ἐὰν ἀναβῇ πνεῦμα τοῦ ἐξουσιάζοντος ἐπὶ σὲ τόπον σου μὴ δός»· διότι ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν διάβολος ἐξουσίαν οὐκ ἔχει δυναστεῦσαι ἡμᾶς, ἀλλὰ μόνον ὑποβάλλει κακοὺς λογισμούς, ὠς ὁ ἁλιεὺς τὸ δόλωμα· καὶ ὅταν ἡμεῖς στέργομεν δεχόμενοι αὐτούς, τότε κυριεύει ἡμῶν· ὅταν ἡμεῖς οὐ δεχόμεθα ἀλλὰ πόρρω ἀποβάλλομεν αὐτοὺς διὰ τῆς εὐχῆς καὶ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ἐνδόξου ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ὁ ἐχθρὸς φεύγει ἀφ᾿ ἡμῶν κατῃσχυμένος· καταβάλλωμεν οὖν κόπον καὶ σπουδὴν ἵνα φυλάξωμεν τὴν ψυχὴν ἡμῶν καθαρὰν καὶ ἀμόλυντον ἀπὸ παντὸς ῥυπαροῦ λογισμοῦ καὶ ἄτρωτον ἐκ τῶν βελῶν τοῦ πονηροῦ ὡς νύμφην Χριστοῦ, καὶ οὕτως ἀξιωθείημεν γενέσθαι οἰκητήριον τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀκοῦσαι· «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»· καὶ ὡς φησιν ὁ Ἀπόστολος, ὅσα ἐστὶν ἀληθινά, ὅσα σεμνά, ὅσα τίμια, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνὰ καὶ καθαρά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα ποιεῖτε, ταῦτα συνδιαλέγεσθε πρὸς ἀλλήλους, καὶ ὁ Θεὸς ἔσται μεθ᾿ ἡμῶν· διὰ τοῦτο φύγωμεν ἀδελφοὶ τὴν γαστριμαργίαν καὶ τὴν μέθην, ἅτινα γεννῶσι πᾶν εἶδος ἁμαρτίας φάγωμεν καὶ πίωμεν μετ᾿ εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ, δοξάζοντες τὸν Θεόν, ὅστις ἐλυτρώσατο ἡμᾶς τῆς πλάνης καὶ τῆς ταραχῆς τοῦ κόσμου·

Ἐὰν οὕτω ποιῶμεν ἤδη μέν ἀξιωθησόμεθα φθάσαι καὶ τὴν Κυρίαν ἡμέραν τῆς Χριστοῦ ἀναστάσεως, ἐν δὲ τῷ μέλλοντι αἰῶνι ἐν τῇ ἐξαναστάσει τῶν νεκρῶν ἐπιτευξόμεθα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

8.

Κυριακή της Τυροφάγου – Στα όπλα!

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ρωμ. ιγ΄ 11 – ιδ΄ 4

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ :Ματθ. στ΄14-21

ΣΤΑ ΟΠΛΑ!

Ἔφθασε ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή! Μὲ τὸν σημερινὸ Κατανυκτικὸ Ἑσπερινὸ θὰ περάσουμε τὸ κατώφλι τῆς πνευματικότατης αὐτῆς περιόδου, ποὺ θὰ μᾶς ἑτοιμάσει ὥστε νὰ ζήσουμε τὸ Ἄχραντο Πάθος καὶ τὴν Ἁγία Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὰν ἰαχὴ πολέμου ἀκούγονται ὅσα μᾶς ἀπευθύ­νει τὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας: «Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγ­γικεν». Ἔχει προχωρήσει ἡ νύχτα· πλησίασε πιὰ τὸ ξημέρωμα. Εἶναι ὥρα νὰ ξυπνήσουμε!

1. Ἡ νύχτα τῆς ἐπίγειας ζωῆς

«Ἡ νὺξ προέκοψεν». Γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει νύχτα τὴν ἐπίγεια ζωή μας; Διότι ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ γεννηθοῦμε μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πεθάνουμε, μᾶς περικυκλώνει πνευματι­κὸ σκοτάδι: ἡ ἀπιστία ποὺ ἐπικρατεῖ, οἱ ποικίλες ἰδέες ποὺ κυκλοφοροῦν καὶ δημιουργοῦν σύγχυση στοὺς ἀνθρώπους, οἱ ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη ποὺ βυθίζουν τὴ γῆ στὸ σκοτάδι. Ζήλειες, μίση, φόνοι, κλοπές, ἐκμετάλλευση, ἀδικία, πλεονεξία καὶ ἀνηθικότητα σὰν πυκνὴ ὁμίχλη μαυρίζουν τὸν ὁρίζοντα.

Ὀνομάζεται νύχτα ἡ ἐπίγεια ζωή μας καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο· διότι μοιάζει μὲ ὄνειρο. Ὅπως σὲ ἕνα ὄνειρο μπορεῖ ὁ πτωχὸς ζητιάνος νὰ δεῖ τὸν ἑαυτό του βασιλιὰ ποὺ ἀπολαμβάνει ψεύτικα πλούτη καὶ τιμές, τὸ ἴδιο ἀπατηλὰ εἶναι καὶ ὅλα ὅσα μᾶς ὑπόσχεται ἡ παροῦσα ζωή. Εἶναι πιὸ ἀδύναμα ἀπὸ μιὰ σκιά, ποὺ χάνεται ξαφνικά, καὶ πιὸ ἀπατηλὰ ἀκόμη κι ἀπὸ τὰ ὄνειρα, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας στὴ νεκρώσιμη Ἀκολουθία: «Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα· μία ροπὴ καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται».

Ἂς μὴ μᾶς ξεγελοῦν, λοιπόν, οἱ ψεύτι­κες καὶ ἐφήμερες ἀπολαύσεις, διότι ἔρ­χεται ἡ στιγμὴ τοῦ θανάτου γιὰ νὰ βάλει τέλος στὸ ὄνειρο τῆς ἀπατηλῆς αὐτῆς ζωῆς.

2. Ἡ ἡμέρα τῆς οὐράνιας Βασιλείας

Ἡ νύχτα ὅμως προχώρησε καὶ πλησιάζει τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, τὸ ξημέρωμα. «Ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν», συνεχίζει ὁ Ἀπόστολος. Ποιὰ εἶναι ἡ ἡμέρα γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο; Εἶναι ἡ αἰώνια ζωή· ἡ ζωὴ μετὰ τὸν θάνατο καὶ μετὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου μας. Ἡ Παγκόσμια Κρίση θὰ ξεσκεπάσει καὶ θὰ φανερώσει τὸ ἔργο ποὺ ἔπραξε ὁ καθένας μας στὴν ἐπίγεια ζωή του, ὅπως ὑπογραμμίζει ἀλλοῦ ὁ θεῖος Ἀπόστολος: «Ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει» (Α΄ Κορ. γ΄ 13).

Στὴν αἰωνιότητα λοιπόν, τίποτα δὲν θὰ εἶναι κρυφὸ καὶ σκοτεινό. Ὅλες οἱ ἁμαρτίες, οἱ ρυπαρὲς πράξεις, οἱ ἄσχημες σκέψεις καὶ οἱ ἐπιθυμίες μας, αὐτὲς ποὺ τώρα εἶναι ἄγνωστες στοὺς ἀνθρώπους, τότε θὰ ἀποκαλυφθοῦν. Τὸ φῶς τῆς ἡμέρας αὐτῆς θὰ ἐξαφανίσει ἐπιπλέον καὶ κάθε πλάνη ποὺ σκοτίζει τὸν νοῦ τῶν ἄθεων καὶ ἄπιστων ἀνθρώπων. Ὅλα τότε θὰ τὰ πλημμυρίζει τὸ ὑπέρλαμ­προ φῶς τοῦ νοητοῦ Ἡλίου, τοῦ Κυρίου μας.

Ὀνομάζεται ὅμως ἡμέρα ἡ αἰώνια ζωὴ καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο· διότι αὐτὰ ποὺ θὰ συμβαίνουν κατὰ τὴ διάρκειά της δὲν θὰ εἶναι ψεύτικα καὶ παροδικά, ὅπως αὐτὰ ποὺ βλέπουμε στὰ ὄνειρα τὴ νύχτα. Θὰ εἶναι ἀληθινά, καθὼς τότε θὰ λάμψει ἡ μόνη Ἀλήθεια, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Θὰ εἶναι ὅμως καὶ αἰώνια, διότι μαζί Του θὰ ἔχουν αἰώνια δόξα, ἀπερίγραπτη χαρὰ καὶ ἀτέλειωτη εὐτυχία ὅσοι Τὸν πίστεψαν καὶ Τὸν ἀκολούθησαν μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα τους.

3. Ἔχουμε πόλεμο

Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ νύχτα τῆς ἐπιγείου ζωῆς μας παρέρχεται, ὁ Ἀπόστολος, στὴ συνέχεια τῆς Περικοπῆς, μᾶς καλεῖ νὰ ἑτοιμαστοῦμε γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς αἰωνίου ζωῆς ποὺ πλησιάζει. «Ἀποθώμεθα τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός», μᾶς φωνάζει. Ξυπνῆστε· πιάστε τὰ ὅπλα· ἔχουμε πόλεμο! Ἂς ἀποθέσουμε σὰν νυκτερινὰ ἐνδύματα τὰ σκοτεινὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας καὶ ἂς φορέσουμε τὴ θεϊκὴ πανοπλία τοῦ φωτός!

Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος σὲ ἕνα ὡραιότατο Τροπάριο τοῦ Ὄρθρου τῆς ἡμέρας μᾶς περιγράφει τὴ θεϊκὴ αὐτὴ πανοπλία καὶ μᾶς προτρέπει νὰ πολεμήσουμε «ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τὴν πίστιν, καὶ ὡς θώρακα τὴν προσευχήν, καὶ περικεφαλαίαν τὴν ἐλεημοσύνην· ἀντὶ μαχαίρας τὴν νηστείαν». Πίστη, προσευχή, ἐλεημοσύνη καὶ νηστεία. Αὐτὰ εἶναι τὰ πνευματικά μας ὅπλα, προκειμένου νὰ ἀντισταθοῦμε στὰ πονηρὰ τεχνάσματα τοῦ ἐχθροῦ.

Στὰ ὅπλα λοιπόν! Ἂς φορέσουμε τὴν πανοπλία τοῦ φωτὸς καὶ ἂς ριχθοῦμε στὴν πνευματικὴ μάχη ἐναντίον τῶν παθῶν μας, ἰδιαίτερα μάλιστα αὐτὴ τὴν ἁγία περίοδο, ὥστε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἀνέκφραστη χαρὰ στὴν ἀνέσπερη ἡμέρα τῆς οὐρανίου Βασιλείας τοῦ Κυρίου μας.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”