1.

«Όταν δε έλθη ο Υιός του Ανθρώπου εν τη δοξη αυτού… τότε καθίσει επί θρόνου δόξης και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη» (Ματθ. κε΄31-32)

Σαφής και ξεκάθαρη η αναφορά του Χριστού τόσο για την Πρώτη όσο και για τη Δεύτερη Παρουσία του, καθώς και τον σκοπό τους.

-Αναφερόμενος στην Πρώτη του Παρουσία, διευκρινίζει στον Νικόδημο ότι «ο Θεός δεν έστειλε τον Υιό του στον κόσμο για να τον κρίνει, για να καταδικάσει τον κόσμο αλλά για να σωθεί ο κόσμος δι’αυτού» (Ιωάν. γ΄18). Επιβεβαιώνει δε αργότερα αυτό τον σκοπό λέγοντας ότι «Ήλθε γαρ ο Υιός του Ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (Λουκ. ιθ΄ 10). Για την επίτευξη αυτού του στόχου έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο φτάνοντας ακόμα και στον Σταυρικό θάνατο. Παράλληλα αποκάλυπτε ότι αυτό ήταν έκφραση της αγάπης του Θεού και ότι είχε σαν επιμέρους στόχο: «ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται , αλλ’έχει ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. γ΄15).

 -Άρα μέσα από την Πρώτη του Παρουσία , αποκαλυπτόταν και ο στόχος της Δευτέρας Του Παρουσίας, με την προσφορά της αιώνιας ζωής. Όμως, ενώ αυτή ήταν γεγονός, εντούτοις δεν ήταν ούτε δεδομένη ούτε αναγκαστική για τον άνθρωπο. Χρειαζόταν και η συμβολή του ανθρώπου μέσα από την πίστη και την ενεργούμενη αγάπη, αφού αυτή η αγάπη ήταν, είναι και θα είναι το αληθινό μέτρο της Θεογνωσίας. Υπογραμμίζει ο ευαγγελιστής της αγάπης, ο Ιωάννης, πως «η αγάπη προέρχεται από το Θεό. Όποιος δεν αγαπάει δεν γνώρισε το Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη». (Ιωαν. δ΄ 7-8). Αλλά και ο Απόστολος Παύλος στον ύμνο της αγάπης ( Α΄Κορ. ιγ΄ 1-8) θα επιβεβαιώσει ότι η ανιδιοτελής αγάπη είναι η μέγιστη των αρετών. Τέλος ο ίδιος ο Κύριος μας, ο Χριστός θα πει ξεκάθαρα : «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε Κύριε, εισελεύσεται την βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς». ( Ματθ. ζ΄21). Δηλαδή, «Στη βασιλεία του Θεού δε θα μπεί όποιος μου λέει «Κύριε Κύριε, αλλά όποιος κάνει το θέλημα του ουράνιου Πατέρα μου».

 Η βασιλεία του Θεού, που είναι γνωστή και ως «αιώνια ζωή», ως προσδοκώμενη, θα σημάνει την έναρξη της με τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου και την τελική κρίση. Μια παρουσία ένδοξη και κατά την οποία, όπως ακούσαμε στο σημερινό ευαγγέλιο, ο Χριστός θα έρθει «με όλη την μεγαλοπρέπεια και θα τον συνοδεύουν όλοι οι Άγιοι Άγγελοι, θα καθίσει στο μεγαλόπρεπο θρόνο του. Τότε θα συναχτούν μπροστά του όλα τα έθνη, και θα τους ξεχωρίσει» όπως ο βοσκός ξεχωρίσει τα πρόβατα από τα κατσίκια».

 Δευτέρα και ένδοξη η Παρουσία του Κυρίου. Μπροστά του θα υπάρξει πανεθνική και πανανθρώπινη παρουσία και προσωπική κρίση του κάθε ανθρώπου με μέτρο και κριτήριο το μέτρο της αγάπης του καθενός προς τον συνάνθρωπο και που θα θεωρηθεί ότι αυτή είναι σαν να προσφέρθηκε στον Ίδιο.

«Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε».

Η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, που θα είναι και η εκπλήρωση και της τελευταίας εξαγγελίας Του, αν και θα είναι μελλοντική, εντούτοις θεωρείται τόσον βέβαιη, που κατατάσσεται ανάμεσα στις σωτηριώδεις ενέργειες του Χριστού που έχουν συντελεστεί. Ακούμε με μια ευχή της Θείας Λειτουργίας: «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του Σταυρού, του Τάφου, της τριημέρου Αναστάσεως , της εις ουρανούς Αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας , της Δευτέρας και ενδόξου πάλιν Παρουσίας».

Η εκπλήρωση όλων των προηγούμενων εξαγγελιών του Χριστού αποτελεί και την καλύτερη εγγύηση για την πραγμάτωσή της. Κατά συνέπεια , εκείνο που θα πρέπει να μας απασχολεί, θα είναι το πώς θα είμαστε έτοιμοι γι’αυτή την κρίση και όχι το πότε θα γίνει. Αναφερόμενος ο Χριστός στο πότε θα γίνει , θα προτρέψει :«γρηγορείται ούν, ότι ούκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται… Δια τούτο και υμείς γίνεσθε έτοιμοι, ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός του Ανθρώπου έρχεται» (Ματθ. κδ΄ 42-44). «Να αγρυπνείτε, λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε ποια μέρα θα έρθει ο Κύριος σας… Γι’αυτό κι εσείς να είστε έτοιμοι, γιατί ο Υιός του Ανθρώπου θα έρθει την ώρα που δεν τον περιμένετε».

Δυο προτροπές, «γρηγορείτε» και «υμείς γίνεσθε έτοιμοι» και μια ξεκάθαρη απάντηση. Ο Κύριος μας θα έρθει την ώρα που δεν τον περιμένουμε. Παράλληλα σήμερα μας αποκαλύπτει το πώς θα προετοιμαστούμε. Δεν μας ζητά πολλά, μεγάλα και ακατόρθωτα. Μας ζητά μικρά, απλά και καθημερινά που συνοψίζονται στη λέξη «αγάπη». Αγάπη χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς ανταλλάγματα. Αγάπη χωρίς διάκριση σε όποιον έχει ανάγκη , έστω και αν αυτός που μας χρειάζεται είναι εχθρός. Ποτέ η αγάπη δε θα πάψει να υπάρχει.

 Αυτήν την αγάπη μας ζητά ο Χριστός να επιβεβαιώνουμε καθημερινά μέσα από τις πράξεις. Γιαυτή την αγάπη θα μας καλέσει να λογοδοτήσουμε αν την εφαρμόσαμε ή όχι. « Γιατί πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιώ, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και μ’επισκεστήκατε, φυλακισμένος κι ήρθατε να με δείτε… σας βεβαιώνω πως αφού τα κάνατε για έναν από τους άσημους αδελφούς μου τα κάνατε για μένα».

Αδελφοί μου, δίκαιος ο έπαινος και η ανταμοιβή. Απόλυτα δικαιολογημένη η κριτική και η καταδίκη. Ο Θεός μάς δίνει σήμερα την ευκαιρία. Αν αναβάλουμε για αύριο, ίσως να είναι αργά. Για τούτο ας μην αμελήσουμε διαμορφώνοντας το αύριο από σήμερα. Αν ονειρευόμαστε έναν κόσμο καλύτερο ας αρχίσουμε από την αλλαγή του εαυτού μας. Αν επιθυμούμε την αιώνια ζωή, ας την κατακτήσουμε από τώρα. Αν αμελήσουμε ή αρνηθούμε να το πράξουμε, τότε το όνειρο όχι μόνο θα μείνει ανεκπλήρωτο, αλλά την ώρα της κρίσης θα μετατραπεί σε εφιάλτη. Αν θέλουμε να αποφύγουμε τον εφιάλτη, τότε ας κάνουμε τον πόθο πραγματικότητα μέσα από την «ενεργούμενη αγάπη» για να μπορούμε να ακούσουμε κι εμείς το « δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν». Αμήν

Θεόδωρος Αντωνιάδης

2.

Τῆς Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σήμερα, στὴν διαδικασία τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Σαρακοστή, φθάσαμε στὸ τελευταῖο στάδιο: ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ τὴν κρίση. Ἂν δώσουμε προσοχὴ σ’ αὐτό, προετοιμαζόμαστε πνευματικὰ γιὰ τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα (ἡ πνευματική μας κατεύθυνση θάναι στὸ χέρι μας), γιατί τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Συγχώρησης.

Ἡ σύνδεση μεταξὺ τῶν δύο ἡμερῶν εἶναι προφανής. Καὶ μόνο ἂν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν συναίσθηση ὅ,τι ὅλοι μας κι ὁ καθένας χωριστὰ θὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κρίση τοῦ ἀνθρώπου, ἂν μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε σ’ ὅλο του τὸ βάθος, μ’ ἀνοιχτὴ τὴν καρδιά, στὰ σοβαρά, πόσο εἴμαστε, ὅλοι μας, ὑπόχρεοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ἔχουμε ὅλοι εὐθύνη ἀπέναντι στὸν ἄλλο γιὰ κάποιο πόνο καὶ βάρος τῆς ζωῆς, τότε θὰ μᾶς φανεῖ εὔκολο, ὅταν μᾶς ζητιέται νὰ συγχωρήσουμε, ὄχι μόνο νὰ συγχωρήσουμε, ἀλλὰ σὰν ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ αἴτημα, νὰ ζητήσουμε νὰ συγχωρηθοῦμε.

Δὲν εἶναι μόνο γιὰ ὅ,τι ἔχουμε κάνει, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσα δὲν κάναμε, ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη εὐαισθησίας τῆς ὑπευθυνότητάς μας, ἀπ ὅλα ὅσα θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, γιατί δὲν ἐκπληρώνουμε τὴν ἀνθρώπινη κλίση μας. Μποροῦμε καὶ πρέπει σ’ ὅλα τὰ ἐπίπεδα καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ἀκόμα παραπέρα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο ποὺ εἶναι δικός μας, νὰ εἴμαστε μία εὐλογία καὶ μία ἀποκάλυψη γιὰ τὰ μεγάλα, γιὰ πράγματα τόσο μεγάλα καὶ τόσο βαθιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς πρῶτ’ ἀπ ὅλα, νὰ μποροῦμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι εἴμαστε στὴν κλίμακα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ κλίση μας εἶναι ὄχι μόνο ἠθική, ἀλλὰ τόσο μεγάλη ὅσο κι ὁ Θεός. Ἕνας μυστικιστὴς Γερμανὸς λέει σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ ποήματά του «εἶμαι τόσο μεγάλος ὅπως ὁ Θεός, ὁ Θεὸς εἶναι τόσο μικρὸς ὅσο ἐγώ.»

Ἂν μποροῦμε νὰ θυμόμαστε μόνο αὐτὸ, κι αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ κρίση δὲν εἶναι μία στιγμὴ μόνο, τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἔρθουμε ἀπέναντι στὸν φόβο τῆς καταδίκης· αὐτὸ εἶναι κατὰ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια τῆς κρίσης κάτι μεγάλο καὶ ἐμπνευσμένο. Δὲν θὰ κριθοῦμε μὲ βάση τὰ ἀνθρώπινα πρότυπα συμπεριφορᾶς καὶ κοσμιότητα. Θὰ κριθοῦμε σύμφωνα μὲ δεδομένα πέραν τῆς συνηθισμένης ἀνθρώπινης ζωῆς. Θὰ κριθοῦμε στὴν ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ, κι ἡ ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ ἀγάπη ποὺ νιώσαμε, ἡ συναισθηματική, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ζήσαμε καὶ ἐκπληρώσαμε. Τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ κριθοῦμε, ὅτι πράγματι κρινόμαστε συνέχεια, μ’ ὅλους τοὺς τρόπους, πέρα ἀπ’ τὰ μικρότερα πρέπει μας, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸ ἐν δυνάμει μεγαλεῖο μας. Κι ἡ παραβολὴ ποὺ διαβάζουμε σήμερα, μπορεῖ νὰ εἰδωθεῖ ἀπὸ τόσες σκοπιές: οἱ ἄνθρωποι κρίνονται ἀπὸ τὸν Χριστό, στὴν παραβολή Του, μὲ βάση τὴν ἀνθρωπιά τους. Ὑπῆρξαν αὐτοὶ ἄνθρωποι ἢ ὄχι; Ἤξεραν πῶς ν’ ἀγαποῦν, πρῶτα μὲς τὴν καρδιά τους, ἀλλὰ καὶ μὲ πράξεις, στὸ βάθος τῶν πράξεων, γιατί ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τὸ θέτει, ὅποιος λέει, ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ δὲν ἀγαπᾶ τὸν διπλανό του ἐνεργά, δημιουργικά, εἶναι ἕνας ψεύτης. Καὶ δὲν εἶναι ἀγάπη Θεοῦ, ἂν δὲν ἐκφράζεται σὲ κάθε λεπτομέρεια τῆς σχέσης μὲ τοὺς ἀνθρώπους συνολικὰ, ἀλλὰ καὶ μὲ κάθε πρόσωπο ξεχωριστά.

Κι ἐπίσης, ἂς προετοιμαστοῦμε αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα γιὰ τὸ τελευταῖο στάδιο τῆς πορείας ρωτώντας τοὺς ἑαυτούς μας ἐμπρὸς σ’ αὐτὴ τὴν θεία κρίση «εἶμαι ἄνθρωπος; Εἶμαι ἄνθρωπος μέσα μου, στὴν συμπεριφορά μου- ὄχι γενικὰ στὴν στάση μου, ἀλλὰ στοὺς τρόπους μου: εἶναι ἀνθρώπινοι οἱ τρόποι μου; Εἶναι ἡ ζωή μου μία ἔκφραση λεπτῆς, στοχαστικῆς, μὲ ὀξυδέρκεια καὶ δημιουργικότητα, καὶ κάποιες φορὲς γενναιόδωρης καὶ θυσιαστικῆς ἀγάπης; Σὰν ἀντικείμενο ἀγάπης στὸ τέστ αὐτῆς τῆς ἀγάπης, πρέπει νὰ ’ναι ὁ διπλανός μου· τὸ ν΄ ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ζητᾶ τίποτα εἶναι τόσο εὔκολο.»

Κι ἂν στὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας βροῦμε ποῦ ἀνήκουμε, θὰ ἔχουμε βρεῖ καὶ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς κλίσης μας· ἀφοῦ εἰρηνεύσουμε μ’ ἐκείνους στοὺς ὁποίους ὀφείλουμε, ἔπειτα, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς συγχώρεσης, κι ὅταν κάποιος ἄλλος ἔχει ἀνακαλύψει τὸ δικό του χρέος πρὸς ἐμᾶς, θὰ μποροῦμε μὲ χαρὰ νὰ δώσουμε συγχώρεση κι εἰρήνη, μὲ αἴσθηση ὑπευθυνότητας καὶ μὲ μιὰ χαρὰ ποὺ χαρίζει ἡ μετάνοια.

Ἀμήν.

3.

Τούς πονεῖς τούς φτωχούς;

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Ἀργά τά ἄνοιξε τά μάτια του ὁ πλούσιος! Τότε πού εἶδε στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ τόν Λάζαρο! Τόν ἄνθρωπο, πού καταδεχόταν οὔτε νά τοῦ ρίξει μιά ματιά, ὅταν τόν εὕρισκε νά περιμένει ἔξω ἀπό τήν πόρτα του!

Καί τότε τό κατάλαβε καλά, τί σημαίνει ἐκεῖνο, πού λίγο πρίν ποτέ δέν θέλησε νά τό καταλάβει.

Στήν κόλαση βρέθηκε ὑποχρεωμένος, θέλοντας καί μή, νά κάμει ἕναν ἀπολογισμό. Ἐκεῖ, ἀναγκάσθηκε νά ψάξει νά ἰδεῖ, τί τοῦ εἶχε γίνει ἀφορμή νά χάσει, ἡ κακή του ἐκείνη διάθεση, πού δέν τόν ἄφηνε νά ἰδεῖ στό πρόσωπο τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου τόν «πλησίον» του: δηλ. ἕναν συνάνθρωπο, πού ἔπρεπε νά τόν περιμένει ὅτι μποροῦσε κάποτε νά βρεθῆ καί ὁ ἴδιος στήν θέση του· καί εἶχε γι᾿ αὐτό χρέος νά τόν συμπονάει.

Ἄς ρίξωμε μιά ματιά στήν ἄθλια κατάσταση, πού εἶχε βρεθῆ τότε ὁ πλούσιος. Τώρα εἶχε φθάσει στό ἄκρο ἀντίθετο! Τότε εἶχε μεγάλη ἀφθονία. Τότε γλεντοῦσε, ὅσο πιό καλά μποροῦσε. Τώρα τά εἶχε χάσει ὅλα. Καί ὅσο πιό πολύ σκεπτόταν τήν μεγάλη ἀντίθεση, τόσο πιό πολύ τόν ἔτσουζε. Καί γι᾿ αὐτό εἶπε: «Πατέρα, Ἀβραάμ, λυπήσου με. Καί στεῖλε τόν Λάζαρο, νά «βουτήξει» ἔστω καί ἕνα δάχτυλό του σέ νερό, νά μοῦ δροσίσει λίγο τήν γλώσσα· γιατί ὑποφέρω πολύ μέσα σέ αὐτές τίς φλόγες» (Λουκ. 16,24).

Ἀπό τά λόγια αὐτά, ἀσφαλῶς δέν πρέπει νά βγάλωμε τό συμπέρασμα, ὅτι ἀρκεῖ ἀκεῖ μιά σταγόνα νερό, γιά νά ἀνακουφίσει καί νά δροσίσει. Τά λόγια αὐτά μᾶς λένε μόνο, ὅτι ἐκεῖνοι πού ἔχουν πολλές ἁμαρτίες, ἐκεῖ θά ὑποφέρουν πολύ, ἐκεῖ θά ταλαιπωρηθοῦν πολύ· ἀπό τήν φοβερή ἐκείνη φωτιά· ἀπο τήν αἴσθηση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τους.

Ἀπό τά λόγια αὐτά τοῦ πλουσίου, μαθαίνουμε μόνο ὅτι:

Στήν τελική κρίση τοῦ Κυρίου ἡ ποινή θά εἶναι κάτι τό ἀνάλογο μέ τήν ἐσωτερική μας ἀθλιότητα.

Ὁ πλούσιος, σπρωγμένος ἀπό τήν ἄθλια κατάσταση στήν ὁποία βρισκόταν, ἀναγκάστηκε νά ζητήσει μιά σταγόνα νερό!

Ἐδῶ στήν γῆ, σπρωγμένος ἀπο τήν φιλαργυρία καί ἀσπλαγχνία του, εἶχε καταντήσει νά μή δίνει οὔτε μιά σταγόνα νερό!

Ἄραγε μποροῦσε ποτέ, νά βρεθεῖ γι᾿ αὐτόν κατάσταση πιό δίκαιη, μέχρι τίς τελευταῖες της λεπτομέρειες καί ταυτόχρονα πιό ὁδυνηρή;

Ζητάει μιά σταγόνα νερό!

Ποῖος;

Ἐκεῖνος, πού στόν φτωχό δέν ἔδινε οὔτε ψίχουλο ψωμί.

Τόν ἔκαμε ὁ Θεός, νά ποθήσει σταγόνα νερό! Γιά νά τόν κάμει νά καταλάβει, τί φοβερό πρᾶγμα εἶναι ἡ φτώχεια. Καί ποσο χρειάζεται νά εἴμαστε πονετικοί στήν φτώχεια.

Μετάφρ.: Ἀρχιμ. Α.Μ.

4.

Ὅριο τῆς ἐλευθερίας ὁ σεβασμὸς τοῦ ἀδελφοῦ

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Τὴν Κυριακὴ τῶν Ἀπόκρεω ἡ Ἐκκλησία μᾶς προβάλλει στὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς μελλούσης κρίσεως (Ματθ. 25,31-46) τὴν ἀγάπη ὡς τὸ τελικὸ κριτήριο γιὰ τὴ διάκριση τῶν ἀνθρώπων στοὺς ἐκ δεξιῶν τοῦ Κριτοῦ καὶ στοὺς ἐξ εὐωνύμων καὶ συνακόλουθα τὴ μελλοντικὴ τύχη τῶν ἀνθρώπων. Στὴν Ἀποστολικὴ περικοπὴ (A΄ Κoρ. 8,8-9,2) ὁ ‘Aπ. Παῦλος παρουσιάζει τὴν ἀγάπη ὡς τὸ ὅριο τῆς ἐλευθερίας τοῦ χριστιανοῦ. Ἂς δοῦμε πρῶτα σὲ μετάφραση τὴν Ἀποστολικὴ περικοπή:

«Ἀδελφοί, δὲν εἶναι οἱ τροφὲς ποὺ θὰ καθορίσουν τὴ θέση μας ἀπέναντι στὸν Θεό· οὔτε ἂν δὲν φᾶμε κάποια ἀπ’ αὐτὲς χάνουμε κάτι οὔτε ἂν φᾶμε ἀποκτᾶμε κάτι παραπάνω. Προσέξτε ὅμως, μήπως τὸ ἐλεύθερο αὐτὸ δικαίωμά σας γίνει αἰτία νὰ σκοντάψουν καὶ νὰ πέσουν ἐκεῖνοι ποὺ ἡ πίστη τους εἶναι ἀδύνατη. Πράγματι, ἂν κάποιος, ἀπ’ αὐτοὺς δεῖ ἐσένα, ποὺ ἔχεις τὴ «γνώση», νὰ κάθεσαι στὸ τραπέζι ἑνὸς εἰδωλολατρικοῦ ναοῦ, ἡ συνείδησή του, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ἀδύνατος, δὲν θὰ παρασυρθεῖ ἀπὸ τὸ παράδειγμά σου καὶ δὲν θὰ παρακινηθεῖ νὰ τρώει τὰ εἰδωλόθυτα; Ἔτσι, ἡ δική σου «γνώση» θὰ προκαλέσει τὸ χαμὸ αὐτοῦ τοῦ ἀδύνατου, τοῦ ἀδερφοῦ μας, γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴ ζωή του. Ἁμαρτάνοντας ὅμως μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπέναντι στοὺς ἀδερφοὺς καὶ πληγώνοντας τὴ συνείδησή τους ποὺ εἶναι ἀδύνατη, ἁμαρτάνετε ἀπέναντι στὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Γι’ αὐτό, ἂν κάποια τροφὴ μπορεῖ νὰ γίνεται αἰτία νὰ σκοντάφτει καὶ νὰ πέφτει ὁ ἀδερφός μου, ἐγὼ δὲν θὰ βάλω ποτὲ κρέας στὸ στόμα μου, γιὰ νὰ μὴ γίνω αἰτία νὰ πέσει ὁ ἀδερφός μου.

Πάρτε παράδειγμα ἐμένα. Δὲν εἶμαι ἀπόστολος; δὲν εἶμαι ἐλεύθερος; δὲν εἶδα ἀναστημένο τὸν Ἰησοῦ, τὸν Κύριό μας; δὲν εἶστε ἐσεῖς ὁ καρπὸς τοῦ κόπου μου στὴν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου; Κι ἂν ἀκόμα ἄλλοι ἀρνοῦνται νὰ μὲ ἀναγνωρίσουν ὡς ἀπόστολο, γιὰ σᾶς ὁπωσδήποτε εἶμαι· γιατί ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῆς ἐκκλησίας σας εἶναι ἡ ἀπόδειξη πὼς εἶμαι ἀπόστολος» (Α΄ Κορ. 8,8-9,2).

Ἡ Α΄πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ εἶναι ἡ πλουσιότερη σὲ ἀριθμὸ θιγομένων θεμάτων ἐπιστολὴ τοῦ Ἄπ. Παύλου. Μεταξὺ τῶν πολλῶν αὐτῶν θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ἐρώτησαν οἱ Κορίνθιοι τὸν Ἀπόστολο, εἶναι καὶ τὸ θέμα τῆς βρώσεως ἢ μὴ τῶν εἰδωλοθύτων, δηλ. τῶν κρεάτων ποὺ περίσσευαν ἀπὸ τὰ θυσιαζόμενα στοὺς θεοὺς ζῶα καὶ κατόπιν –διότι αὐτὰ ἦταν συνήθως πολλὰ – δίνονταν στὰ κρεοπωλεῖα ἢ παρετίθεντο πρὸς βρώση στὰ «εἰδωλεῖα», δηλ. σὲ χώρους πλησίον τοῦ ναοῦ εὑρισκομένους. Οἱ εὐκαιρίες δίνονταν καθημερινὰ (γιορτές, πανηγύρεις, γάμοι, κηδεῖες κλπ.), οἱ δὲ αὐτονόητες κοινωνικὲς σχέσεις τῶν χριστιανῶν πρὸς τοὺς συμπολίτες τους τοὺς ὑποχρέωναν νὰ λαμβάνουν μέρος σὲ τέτοιες ἐκδηλώσεις.

Στὴν Κόρινθο ὑπῆρχε μία μερίδα ἐλευθεροφρόνων χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι πίστευαν – καὶ πολὺ σωστὰ – ὅτι «τὰ εἴδωλα δὲν ἀντιπροσωπεύουν τίποτα μέσα στὸν κόσμο, κι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς παρὰ μόνο ἕνας», ὅπως λέγεται λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ ἀνάγνωσμα (Α΄ Κορ 8,4), καὶ ἔτσι δὲν θεωροῦσαν ἁμαρτία τὴ συμμετοχή τους στὰ δεῖπνα τῶν εἰδωλοθύτων. Ἴσως καὶ ἡ πρώτη φράση τοῦ ἀναγνώσματος νὰ ἀποτελοῦσε μία δική τους διακήρυξη: «δὲν εἶναι οἱ τροφὲς ποὺ θὰ καθορίσουν τὴ θέση μας ἀπέναντι στὸ Θεό· οὔτε ἂν δὲν φᾶμε κάποια ἀπ’ αὐτὲς χάνουμε κάτι, οὔτε ἂν φᾶμε ἀποκτᾶμε κάτι παραπάνω». Ὁ Ἄπ. Παῦλος ὡς ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἀπόστολος τῆς ἐλευθερίας, κατὰ βάθος δέχεται γιὰ θεολογικοὺς λόγους αὐτὸ τὸν ἰσχυρισμὸ τῶν χριστιανῶν τῆς Κορίνθου, ὡς παιδαγωγὸς ὅμως βλέπει τὸ θέμα εὐρύτερα καὶ βάζει ὡς φραγμὸ καὶ ὅριο τῆς ἐλευθερίας τὴν ἀγάπη, ποὺ ἐκδηλώνεται ὡς σεβασμὸς τῆς συνειδήσεως τῶν ἀδελφῶν. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ὁ Παῦλος δὲν ἐξαντλεῖται σὲ ἕνα ἁπλὸ ἀδελφικὸ συναίσθημα μὲ τὶς διάφορες ψυχολογικές του ἐκφάνσεις, ἀλλ’ ἔχει βαθύτερο θεολογικὸ περιεχόμενο: προέρχεται ἀπὸ τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στὸν σταυρό. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀποκαλύφθηκε ἐπάνω στὸν σταυρὸ ἀποτελεῖ τὴ βάση καὶ τὴν πηγὴ τῆς ἀγάπης μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν.

Τὸ πρόβλημα βέβαια τῶν εἰδωλοθύτων δὲν ὑφίσταται σήμερα, ἡ ἀπάντηση ὅμως τοῦ Παύλου ἰσχύει πάντα. Ἡ ἐλευθερία τοῦ χριστιανοῦ δὲν εἶναι ἀνεξέλεγκτη ἀλλ’ ἔχει ὡς ὅριο τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν ἀδελφὸ καὶ τὸν σεβασμὸ τῆς συνειδήσεώς του. Ὁ Παῦλος φοβᾶται ὅτι ἡ γνώση καὶ ἐξουσία ποὺ ἔχει ὁ χριστιανὸς μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει ἀφορμὴ σκανδαλισμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ ποὺ ἔχει ἀσθενέστερη συνείδηση καὶ θεωρεῖ ἁμαρτία τὴ βρώση κρεάτων ποὺ θυσιάστηκαν στοὺς εἰδωλολατρικοὺς Θεούς. Θὰ συνεχίσει ἐν τοιαύτη περιπτώσει ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς γνώσης ποὺ ἔχει περὶ ἀνυπαρξίας τῶν εἰδωλολατρικῶν θεῶν νὰ τρώγει εἰδωλόθυτα; «Ἡ γνώση φουσκώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ ὑπεροψία ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, ἐνῶ ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ», ἀπαντάει ἤδη στὸ Α΄ Κορ. 8,2. Ὁ Ἀπόστολος μὲ ὅσα γράφει δὲν σκέπτεται τὸν μεμονωμένο χριστιανὸ ἀλλὰ τὴν κοινότητα τῶν ἀδελφῶν καὶ τὴ συνείδηση τοῦ ἄλλου. Στὸ Α΄ Κορ 10,29 λέγει ρητῶς: «ὅταν μιλάω γιὰ συνείδηση, δὲν ἐννοῶ τὴ δική σου ἀλλὰ τὴ συνείδηση τοῦ ἄλλου». Μία ὁποιαδήποτε πράξη τοῦ χριστιανοῦ ὅσο κι ἂν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας του, ἐὰν σκανδαλίζει τὴ συνείδηση τοῦ ἀσθενέστερου ἀδελφοῦ, προσβάλλει τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. «Ἂς μὴ γίνονται ἀφορμὴ τὰ φαγητὰ νὰ καταστρέφεται τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ», γράφει στὴν πρὸς Ρωμαίους (14,20), ὅπου ἀντιμετωπίζει τὸ ἴδιο θέμα. Ἰσχυροὶ καὶ ἀσθενεῖς χριστιανοὶ ἀνήκουν στὸ ἴδιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως κάθε πράξη στρεφόμενη κατὰ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀδελφοῦ-μέλους τοῦ Σώματος ἔχει ἀντίκτυπο στὴν κεφαλὴ τοῦ Σώματος. Τέσσερες φορὲς ἐπαναλαμβάνει ὁ Παῦλος στὸ ἀνάγνωσμα τὴ λέξη ἀδελφός, θέλοντας νὰ τονίσει τὴν ἔννοια τῆς κοινότητας. Ἔλλειψη σεβασμοῦ πρὸς τὴ συνείδηση τοῦ ἀδελφοῦ σημαίνει ἀσέβεια πρὸς τὸ ὅλο Σῶμα καὶ ἰδιαίτερα πρὸς τὴν κεφαλή, τὸν Χριστό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ στίχ.12: «Ἁμαρτάνοντας ὅμως μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀπέναντι στοὺς ἀδερφοὺς καὶ πληγώνοντας τὴ συνείδησή τους ποὺ εἶναι ἀδύνατη, ἁμαρτάνετε ἀπέναντι στὸν ἴδιο τὸν Χριστό». Γι’αὐτὸ ὁ Παῦλος δέχεται νὰ θυσιαστεῖ ἡ ἐλευθερία στὸ βωμὸ τῆς ἀγάπης, παρὰ ἡ ἐλευθερία νὰ σκανδαλίσει τὸν ἀδελφό.

Τέλος, ὡς ὑπόδειγμα θυσίας τῆς ἐλευθερίας χάριν τῆς ἀγάπης καὶ παραιτήσεως ἀπὸ τὰ δικαιώματά του προβάλλει ὁ Παῦλος τὸν ἑαυτό του στοὺς τελευταίους στίχους τοῦ ἀναγνώσματος (9,1-2). Ἡ ἀφορμὴ δίνεται ἀπὸ τοὺς ἰουδαΐζοντες κατηγόρους τοῦ Παύλου, οἱ ὁποῖοι ἀρνούμενοι τὸ ἀποστολικό του ἀξίωμα, διέδιδαν στὴν Κόρινθο ὅτι δὲν ἔχει συνείδηση ὅτι εἶναι κανονικὸς ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ οὔτε κἄν τολμᾶ νὲ δεχτεῖ τὶς ὑλικὲς προσφορὲς τῶν χριστιανῶν ποὺ ἦταν σύμφωνες μὲ τὴν ἀρχὴ ὅτι ὁ ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου δικαιοῦται νὰ ζεῖ ἀπὸ τὶς προσφορὲς αὐτῶν ποὺ ἀκοῦν τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως ἡ Π.Δ. προστάζει. Τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸ δικαίωμα αὐτὸ στηρίζει ὁ Παῦλος στὴν ὑπέρβαση τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς «ἐξουσίας» του χάριν τῆς ἀγάπης. Ὑπεράνω τῆς ἐξουσίας ποὺ ἔχει ὡς ἀπόστολος βρίσκεται ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀπρόσκοπτη ἐκπλήρωση τοῦ ἱεραποστολικοῦ του ἔργου.

Συνοψίζοντας τὰ παραπάνω σημειώνουμε τὰ ἑξῆς:

1. Τὰ φαγητὰ εἶναι καθεαυτὰ οὐδέτερα, δὲν μποροῦν νὰ μᾶς συνοδεύσουν ἐνώπιον τοῦ βήματος τοῦ δικαίου Κριτοῦ οὔτε ὡς συνήγοροι οὔτε ὡς κατήγοροι. Κανένα πλεονέκτημα ἢ μεινέκτημα δὲν ἔχουμε ἀπὸ τὴ χρήση τους ἢ ὄχι. Σημασία ἔχει νὰ μὴν ἀποτελέσουν ἀφορμὴ σκανδαλισμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ, διότι ὁ σκανδαλισμὸς τοῦ ἀδελφοῦ ἀποτελεῖ προσβολὴ κατὰ τοῦ Χριστοῦ.

2. Ἡ ἐλευθερία τοῦ χριστιανοῦ ὑπόκειται στὸν περιορισμὸ τῆς ἀγάπης χάριν τῶν ἀδελφῶν. Αὐτὸς ὁ περιορισμὸς δὲν ἀποτελεῖ κατάργηση τῆς ἐλευθερίας ἀλλὰ ἐπιβεβαίωσή της, διότι ἡ παραίτηση ἀπὸ ἕνα νόμιμο δικαίωμα πρὸς ἀποφυγὴ σκανδαλισμοῦ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ κατ’ οὐσία πράξη ἐλευθερίας.

3. Κάθε πράξη τοῦ χριστιανοῦ ἀφορᾶ τὸ σύνολο τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, κυρίως δὲ τὴν κεφαλή. Ἡ τυχὸν ἀδιαφορία τοῦ χριστιανοῦ γιὰ τὴ συνείδηση τοῦ ἀδελφοῦ ἐν ὀνόματι τῆς δικῆς του ἐλευθερίας καταλύει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ οἰκοδομὴ τῶν ἀδελφῶν πρέπει νὰ συνιστᾶ τὸν γνώμονα καὶ τὸ σκοπὸ σὲ ὅλες τὶς πράξεις τῶν χριστιανῶν.

5.

Ἀγάπη: Τὸ κριτήριο τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 25, 31- 46)

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἕνα ἀναπόφευκτο γεγονός, ποὺ θὰ τερματίσει τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ θὰ σφραγίσει τὴν προσωπική μας ζωή, παρουσιάζει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ παραβολὴ τῆς μέλλουσας κρίσης, «ὅταν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Ὅσο τολμηρὸ καὶ παράδοξο κι ἂν ἀκούγεται, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ξαναέρθει, ἀφοῦ ἤδη εἶναι πανταχοῦ παρὼν στὴ συμπαντικὴ πραγματικότητα καὶ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ τὴ ζωή μας, «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,22). Κάποτε, στὸν ἐπίλογο τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, ἁπλῶς θὰ φανερωθεῖ, καὶ θὰ λάμψει αὐτὸ ποὺ τώρα δὲν βλέπουμε, καὶ ὅμως ὑπάρχει, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ δόξα Του. Τότε τὰ σκηνικά του κόσμου καὶ τὰ παρασκήνια τῆς ἱστορίας θὰ πέσουν καὶ ἡ ζωὴ τοῦ κάθε ἄνθρωπου θὰ κριθεῖ.

Ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ

Δυστυχῶς στὴ σκέψη πολλῶν ἀνθρώπων τὸ προφητικὸ βάθος τῆς παραβολῆς τῆς μέλλουσας κρίσης διαστρέφεται ἐπικίνδυνα, κάθε φορὰ ποὺ τὴν ἀντιλαμβάνονται μὲ ἕναν τρόπο ποὺ πανικοβάλλει καὶ τρομοκρατεῖ μὲ ἀπειλές, καταδίκες καὶ τιμωρίες. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται μὲ τὶς ἐπιλογές του καὶ τὶς συμπεριφορές του, ὅπως ὑπαινίσσεται ὁ Χριστός, ὅταν λέει «καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστὶν» (Ἰω. 5,30). Ὁ Χριστὸς ἀκούει καὶ ἀποδέχεται τὴ δική μας ἀπόφαση. Ἀπὸ τὴ δική μας τοποθέτηση ἐξαρτᾶται ἡ κρίση Του. Κάθε φορὰ ποὺ ἀρνούμαστε τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν ἐμπερίστατο ἄνθρωπο ἀρνούμαστε τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Γι’ αὐτό, ἂν ἀδιαφορήσουμε καὶ δὲν ἀγαπήσουμε τὸν συνάνθρωπο, τότε θὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ ἀγάπη, λοιπόν, γίνεται τὸ ἀπόλυτο καὶ διαχρονικὸ μέτρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ζυγίζει. Ἀποτελεῖ τὸ ἀδιαμφισβήτητο κριτήριο τῆς κρίσεώς Του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἄλλον ἀσφαλῆ τρόπο καὶ δρόμο, γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζήσει τὴν ὑπαρξιακή του εὐτυχία (αὐτὸ ποὺ λέμε σωτηρία), παρὰ μόνο τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη στὸν ἄλλον ἄνθρωπο. Ἐδῶ σημασία δὲν ἔχει τὸ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον, ἀλλὰ τὸ πῶς θὰ σταθοῦμε ἐμεῖς «πλησίον», δηλαδή, κοντὰ στὸν ἄλλο.

Ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος τονίζει ὅτι «ὅταν φθάνουμε στὴν ἀγάπη, φθάνουμε στὸν Θεὸ καὶ ὁ δρόμος τοῦ ἀγώνα μας τελειώνει». Ὁ Χριστὸς ταυτίζεται μὲ τοὺς ταλαιπωρημένους, τοὺς θλιμμένους, τοὺς καταφρονημένους. Μᾶς ζητᾶ νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε καὶ νὰ τὸν συναντήσουμε μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας γιὰ αὐτούς. Ὅταν πάσχει ὁ ἄνθρωπος, συμπάσχει μαζί του καὶ ὁ Θεός. Γι’ αὐτὸ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη γιὰ τὸν πάσχοντα ἄνθρωπο ἀποδεικνύει μὲ τρόπο ἁπτὸ καὶ χειροπιαστὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὸν Θεό.

Ἡ ἀγάπη ὡς διακονία

«Καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι»; Ἂν ἡ ἀγάπη δὲν διακονεῖ, τότε δὲν εἶναι γνήσια καὶ ξεπέφτει. Ἡ διακονία εἶναι κορυφαῖος τρόπος χριστιανικῆς παρουσίας καὶ μαρτυρίας. Εἶναι θυσία χωρὶς ὑπολογισμό, ἡ ὁποία θεραπεύει ὅ,τι πονάει τὸν ὅλο ἄνθρωπο. Ὁ πεινασμένος, ὁ διψασμένος, ὁ γυμνός, ὁ ξένος, ὁ φυλακισμένος, ὁ ἄρρωστος εἶναι καταστάσεις ζωῆς ποὺ μαστίζουν τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο καὶ ὡς κοινωνία. Ὁ διάβολος, ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ φθορὰ δημιουργοῦν συνεχῶς ἀναρίθμητες ἑστίες καὶ πλέγματα ἀνάγκης ποὺ μᾶς κυκλώνουν. Ἀσθένειες, δυστυχία, θεομηνίες, πείνα, ἐγκληματικότητα, περιφρόνηση, μοναξιά, ἐγκατάλειψη, ἐκμετάλλευση, μετανάστευση, ἀδικία, ἀνεργία, εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι καταστάσεις ὕπαρξης τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.

Γεννιέται ὅμως ἕνα ἐρώτημα, Πῶς τοὺς ἀντιμετωπίζουμε; Οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς προσπερνᾶμε ἀδιάφορα ἤ τοὺς «προσφέρουμε» ἁπλῶς τὸν οἶκτο μας. Περιορίζουμε καὶ ἐξαντλοῦμε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς στὸ καθῆκον τῆς ἐλεημοσύνης. Δὲν μποροῦμε νὰ ὑπερνικήσουμε τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ γεννᾶ μέσα μας ἡ ἀνωνυμία τοῦ ἀγνώστου συνανθρώπου μας, τοῦ πρόσφυγα καὶ τοῦ λαθρομετανάστη, τοῦ ἀποξενωμένου καὶ ἐγκαταλελειμμένου. Εἴμαστε τραγικὰ ἀνίκανοι νὰ κατέβουμε στὸν «ἅδη τῆς ζωῆς του», ὥστε νὰ τὸν βοηθήσουμε καὶ νὰ τὸν ἀναστήσουμε στὴ ζωὴ τῆς ἀγάπης, κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν ἅδη.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι «δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σωθεῖ, ἂν δὲν κοπιάσει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ διπλανοῦ του». Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ διπλανός, ὁ κάθε ἐλάχιστος ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, δὲν πεινάει καὶ διψάει μόνο γιὰ ψωμὶ καὶ νερό, ἀλλὰ γιὰ ἀλήθεια, ἀγάπη καὶ σωτηρία. Ἀμήν.

6.

Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ (Ματθ 25, 31-46)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοὶ ἐποιήσατε»

Στὶς παραβολὲς ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ Κύριος, ἔλεγε τὴ φράση ‹‹ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν›› (Ματθ. 22,2), δηλ. Παρομοιάζεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ δέκα παρθένες, μὲ πολύτιμο μαργαρίτη, μὲ ἀγρὸ ἢ μὲ χαμένη δραχμὴ κ. ἄ. Στὸ σημερινὸ ὅμως Εὐαγγέλιο δὲν ὁμιλεῖ παραβολικά, ἀλλὰ ἀποκαλύπτει μιὰ κατάσταση πραγματικὴ καὶ δείχνει ἀποκαλυμμένο τὸν ἑαυτό Του, γι’ αὐτὸ καὶ λέγει ‹‹ὅταν ἔλθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ› (25,31), ποὺ σημαίνει πὼς ἡ περικοπὴ ἐκφράζει πλήρως τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν τελικὴ Κρίση τῶν ἀνθρώπων.

Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τῶν ἀνθρώπων

Μία ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ ἔλεός Του. Μᾶς καταδιώκει συνεχῶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος, ὁ πλασμένος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἔχει πολλὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τὸ Δημιουργό του, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἰδιότητα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς εὐεργεσίας τοῦ πλησίον εἶναι ἐκείνη ποὺ τὸν κάνει νὰ πλησιάζει τὸν Κύριο. Ὁ Χριστὸς διῆγε τὴ ζωὴ Του κάνοντας διαρκῶς εὐεργεσίες στοὺς ἄλλους καὶ ‹‹ἰᾶτο πάντας›› (Λουκ. 6,19). Ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτὸ Του ἔδωσε ‹‹λύτρον ἀντὶ πολλῶν›› (Μάρκ. 10,45), ὡς δεῖγμα καὶ καρπὸ τῆς μεγάλης Του ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Οἱ φτωχοὶ ἀδελφοί μας, εἴτε εἶναι πεινασμένοι εἴτε ἄρρωστοι καὶ ἐνδεεῖς, εἶναι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τὸν ἔχουν ‹‹ἐνδυθεῖ››, ‹‹κατὰ τὸν ἔσω ἀνθρωπον››, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο. Ἔχουν τὸ ἴδιο βάπτισμα μέ μᾶς, μετέχουν στὴν ἴδια χάρη, ὑπακούουν στοὺς ἴδιους νόμους τοῦ Θεοῦ, μετέχουν στὴν ἴδια θεία Εὐχαριστία κι ἔχουν τὶς ἴδιες μὲ μᾶς ἐλπίδες. Πολὺ ὡραῖα τὸ τονίζει αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ‹‹ἀδελφὸν γὰρ τὸ βάπτισμα ἐργάζεται καὶ ἡ τῶν θείων μηστηρίων κοινωνία››. Ἡ ἐλεήμων καρδία κάνει τὸν ἄνθρωπο κληρονόμο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ κι ὄχι τόσο τὰ μεγάλα χαρίσματα, ὅπως π.χ. τὰ θαύματα, τὸ προορατικὸ χάρισμα, ἡ μεγάλη σοφία τοῦ νοῦ κ.λ.π.

Ἕνας μεγάλος ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, περιγράφει πῶς πρέπει νὰ εἶναι μία ἐλεήμων καρδιά, δηλ. πῶς γίνεται ὁ ἄνθρωπος φιλάνθρωπος. Ὀφείλει νὰ καίγεται ἡ καρδιά του ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλη τὴν κτίση. Νὰ ἀγωνιᾶ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, ὑπὲρ τῶν ὀρνέων, ὑπὲρ τῶν ζώων, ἀκόμη καὶ ὑπὲρ τῶν δαιμόνων, ἂν εἶναι δυνατόν. Στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τέτοια καρδιά, τὰ δάκρυα εἶναι ἀσταμάτητα. Δὲν μπορεῖ ν’ ἀκούσει δυστυχία ἢ νὰ δεῖ κάποια βλάβη καὶ νὰ μὴ συγκλονισθεῖ, νὰ μὴ δακρύσει. Προσεύχεται μὲ δάκρυα καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν του ἀκόμη καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως. Ὅλοι κι ὅλα νὰ ἐλεηθοῦν ἀπ’τὸ Θεό. Βλέπουμε, λοιπόν, πὼς ἕνα δάκρυ μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ κάνουμε δική μας τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Πῶς ἐκδηλώνεται ἡ ἀγάπη μας πρὸς τοὺς ἄλλους;

Ἕνας ἀοίδιμος Ἐπίσκοπος, ὁ Κοζάνης Διονύσιος, γράφει πὼς ἁπλὰ περιστατικὰ τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας θὰ μᾶς κρίνουν. Ὄχι σοφία, ὄχι πολιτικὴ ἐξουσία καὶ δύναμη, ὄχι ὑλικὸς πλοῦτος καὶ χρήματα, ὄχι σωματικὴ ρώμη καὶ ὡραιότητα. Δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἀξία ἐκείνη τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως ἀλλὰ γεγονότα ἁπλά, ὅπως τὰ βλέπουμε στὴν καθημερινὴ ζωή. Ἕνα πιάτο φαγητοῦ, μιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση στὸν ἄλλο, μία συμπαράσταση σὲ κεῖνον ποὺ περνάει δύσκολες ὧρες, μία ἁπλὴ ἐπίσκεψη στὸν πονεμένο. Ὅλα αὐτὰ γίνονται μὲ ἀθόρυβο τρόπο, χωρὶς τυμπανοκρουσίες καὶ δημοσιεύσεις. Ὁ χριστιανὸς ποὺ πιστεύει καὶ ἐνεργεῖ τὴν πίστη του, ἀποφεύγει τὶς θεαματικὲς ἐκδηλώσεις κι ἐκείνους τοὺς πομπώδεις τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους μᾶς ἔχει συνηθίσει ἡ ἐποχή μας. Τὸ μοναδικὸ πράγμα ποὺ θὰ πάρουμε στὴν ἄλλη ζωὴ εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ ὁποία γίνεται συνήγορος γιὰ μᾶς στὸ Θεό.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἀπευθύνεται σ’ ὅλους ἐμᾶς ποὺ τιμᾶμε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ λησμονοῦμε νὰ τιμήσουμε τὴν ἔμψυχη εἰκόνα Του ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἂς ἀκούσουμε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο ποὺ μᾶς προτρέπει: ‹‹Πλούτισον μὴ περιουσίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ εὐσέβειαν…››, δηλ. ἄς πλουτίσουμε ὄχι μόνον σὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ καὶ σὲ εὐσέβεια. Ἄς γίνουμε ἐμεῖς στὸν κάθε πτωχὸ ποὺ θὰ συναντήσουμε ὅ,τι εἶναι ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας, γιὰ νὰ βροῦμε κι ἐμεῖς ἔλεος.

7.

Κυριακὴ τῆς Τελικῆς Κρίσεως

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ σημερινὴ παραβολὴ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὴ στὶς μέρες μας, ὅπου ὁ πόνος, ἡ ἐξαθλίωση, ἡ πείνα, τὸ πρόβλημα στέγης, ἡ ἀρρώστεια, ὁ θάνατος αὐξάνονται ὥρα τὴν ὥρα. Λέγεται, ὅτι ὅταν ἔρθει ἡ Μέρα τῆς Κρίσεως, ἐκεῖνοι ποὺ θὰ σταθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ – καὶ εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς- δὲν θὰ ἐρωτηθοῦν γιὰ τὴν πίστη, γιὰ τὴν θεολογική τους γνώση, γιὰ τὶς πεποιθήσεις τους. Θὰ τοὺς τεθοῦν συγκεκριμένες καὶ ἄμεσες ἐρωτήσεις, ποὺ μποροῦμε νὰ τὶς συνοψίσουμε σὲ μία: ὑπῆρξες ἄνθρωπος στὴ ζωή σου, ἤ ὄχι; Εἶχες συμπόνοια γι’ αὐτοὺς ποὺ τὴν χρειάστηκαν; Συγχώρεσες ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀνάγκη τὴν συγχώρεση σου;

Ὑπάρχει ἕνα ἄλλο ἀνάγνωσμα τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ μᾶς λέει ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ ἐκείνους ποὺ ξόδεψαν τὸ χρόνο τους στὶς ἐκκλησίες λατρεύοντας καὶ προσευχόμενοι στὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ ἐκείνους ποὺ τήρησαν τὶς ἐντολὲς Του. Καὶ ὅλες οἱ ἐντολὲς συνοψίζονται σὲ μία, τὴν ἀγάπη· «Ἀγαπῆστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, καθὼς ἐγὼ σᾶς ἀγάπησα», μὲ μιὰ ἀγάπη ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὴ, μιὰ ἀγάπη ὄχι συναισθηματική, ἀλλὰ ποὺ εἶναι δῶρο, προσφορὰ τοῦ ἑαυτοῦ σας, μιὰ ἀγάπη θυσιαστική, ὅπου προσφέρουμε τὸν ἑαυτό μας στὸν πλησίον, ἀκόμα καὶ μὲ τίμημα τὴν ἴδια μας τὴ ζωή, γιὰ νὰ μὴν ἀναφέρουμε τὴν προσφορὰ ἀγαθῶν. Καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι τόσο σημαντικό.

Ἀλλὰ ἡ Κρίση εἶναι ἀπὸ τώρα παρούσα στὴ ζωή μας, καθὼς οἱ μέρες περνοῦν καὶ ἑτοιμάζεται νὰ λάμψει μέ μιὰ καθαρότητα τρομακτική, ἐπειδὴ κάθε μέρα ποὺ περνᾶ, μᾶς πληροφορεῖ ἄν εἴμασταν ἐντάξει ἤ ὄχι· ἄν φερθήκαμε κατά τρόπο ἀντάξιο τοῦ ὀνόματός μας ὡς Χριστιανοὶ, ἄξιοι μαθητές τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἴδιου μας τοῦ ἑαυτοῦ.

Μέρα μὲ τὴ μέρα, ὅ,τι καὶ νὰ λέμε μεταξύ μας, ὅ,τι κι ἄν κάνουμε, τούτο τὸ ἐρώτημα στέκει ἐνώπιον μας: «Ὅ,τι εἶπα, ὅ,τι ἔκανα ἄξιζε στὸν Θεό, ἄξιζε σὲ μένα;

Καὶ θὰ ἔλθει ἡ μέρα ποὺ θὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει τίποτα. Θὰ μᾶς κοιτάξει μὲ ἀπέραντη συμπόνια καὶ πόνο, καὶ τότε θὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι βρισκόμαστε μέσα στὴν παρουσία Αὐτοῦ ποὺ ἦταν γιὰ μᾶς ἡ Ὁδὸς, ἡ Ἀλήθεια, ποὺ μποροῦσε νὰ εἶναι Ζωή· καὶ Τὸν ἀπορρίψαμε ὡς ἀλήθεια καὶ τρόπο ζωῆς· καὶ μποροῦμε νὰ ὑπολογίζουμε στὴν ζωή; Εἶναι τρομερὴ ἡ στιγμὴ ὅταν θὰ βρισκόμαστε ἐνώπιον Ἐκείνου ποὺ πληγώσαμε βαθιὰ καὶ ξαφνικὰ θὰ δοῦμε πόσο βαθιὰ ἦταν αὐτὴ ἡ πληγή. Καὶ ὅταν θὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ θὰ δοῦμε Ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖο κάθε μας πράξη δὲν ἦταν ἀντάξια τῆς ζωῆς μας, τῆς πίστης μας, τοῦ Χριστοῦ, ποὺ καλοῦμε Κύριο καὶ Θεό μας- κάθε πράξη καὶ λόγος μας εἶναι καρφὶ ποὺ μπήξαμε στὸν σταυρωμένο Χριστό.

Ἄς τὸ σκεφτοῦμε. Μιὰ μέρα θὰ σταθοῦμε ἐνώπιόν Του, θὰ μᾶς συναντήσει μὲ ἀπέραντη ἀγάπη, ἀλλὰ τότε θὰ δοῦμε ὅτι ἦταν γιὰ ἐμᾶς θύμα, ἐπειδὴ τὸ κάθε πρόσωπο ποὺ Ἐκεῖνος ἀγάπησε, ἐμεῖς τὸ ταπεινώσαμε, τὸ ἀπορρίψαμε, τὸ ἀμελήσαμε, τοῦ προκαλέσαμε πόνο. Καὶ πόσο τρομερὸ θα εἶναι τότε νὰ Τὸν κοιτάξουμε καὶ νὰ ξέρουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει θυμὸς, μίσος σ’ Ἐκεῖνον, παρὰ ἕνας βαθὺς πόνος. Ἄς τὸ σκεφτοῦμε καὶ ἄς θυμηθοῦμε τὴν σημερινὴ ἐντολή: ἄν θέλεις νὰ μοιάσεις στὸν Θεό, γίνε πρῶτα ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Ἀμήν.