Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί μου αδελφοί.

Είναι η δεύτερη φορά, που δέχομαι πρότασή  σας, σεβασμιότατε, να είμαι ομιλήτρια. Η πρώτη, πιστέψτε με, ήταν πολύ διαφορετική, γιατί τότε είχα ενώπιόν μου τον προϊστάμενο του Ι.Ν. αγίας Μαρίνας Θεσσαλονίκης, ένα νέο παιδί, συνομήλικο των παιδιών μου, νέο κληρικό, αναλίσκοντα  εαυτόν για τους ενορίτες του. Σήμερα όμως, μετά από αρκετά χρόνια, βρίσκομαι μπροστά στο δεσπότη μου, που ιδιαίτερα σέβομαι και τιμώ, αναλισκόμενο και πάλι υπέρ του ποιμνίου του. Η ανάμνηση όλων αυτών ιδιαιτέρως με συγκινεί.  Σας  ευχαριστώ,  για την εμπιστοσύνη και την αγάπη σας.

Στον εσπερινό μας τιμήσαμε τρείς αγίους, τρείς Ιεράρχες, τρείς προστάτες του μορφωμένου κόσμου, τρία παιδιά αν θέλετε, τρία άγια παιδιά, τριών αγίων μητέρων, που κυοφορούνται, γαλουχούνται, νανουρίζονται, παιδαγωγούνται, στην αγκαλιά τριών αγίων γυναικών της Εμμέλειας, της Νόνας, της  Ανθούσας.

Πριν πολλά χρόνια ζουν και πεθαίνουν  κι αυτές ακολουθώντας την κοινή πορεία των ανθρώπων προς το θάνατο.

Πέθαναν όμως; Στον επικήδειο λόγο του προς την Εμμέλεια, ο Γρηγόριος, φίλος του Μ. Βασιλείου, θέτει προς το συγκεντρωμένο πλήθος που την κατευοδώνει, το ερώτημα: «Η Εμμέλεια πέθανε; Ποιος το είπε; Αυτή, βεβαίως ,τόσων και τέτοιων παιδιών μάνα, πρόσφερε φως στη ζωή με καλά και πολλά παιδιά. Ιδού μοναδική μεταξύ των ανθρώπων. Τρεις είναι ιερείς πολύ ένδοξοι… δυο μοναχοί, τέσσερις κόρες  με  ευλογημένες οικογένειες είναι τόσο μεγάλη ρίζα. Αυτό είναι το ιερό βραβείο της ευσέβειάς σου, ω ευγενεστάτη όλων, η τιμή των πολλών παιδιών σου, δια τα οποία ένα πόθο είχες». Ποιον πόθο; Να τα δεις αγίους.

Αυτές τις άγιες μητέρες που δεν πέθαναν, και δε θα πεθάνουν ποτέ, οι άγιοι δεν πεθαίνουν, είχε την επιθυμία ο σεβασμιότατός μας να τιμήσουμε απόψε.

Θα προσπαθήσουμε στο χρόνο που έχουμε, να τις γνωρίσουμε, να συστηθούμε και να καθρεφτίσουμε τη  δική μας ζωή, τη ζωή των σημερινών μανάδων με τη δική τους ζωή.

Από πού, όμως, θα αντλήσουμε στοιχεία, ποιος θα μας μιλήσει γι αυτές; Ποιος; Μα τα ίδια τα παιδιά τους, ο Μ. Βασίλειος, ο Γρηγόριος, και ο Χρυσόστομος αυτοί οι φωστήρες της οικουμένης, μιλούν συχνά στα συγγράμματα τους,  αλλά κι ο ένας γράφει για τη μάνα του άλλου θαυμάζοντάς την.

Λίγα λόγια για την κάθε μια.

Εμμέλεια

Μητέρα Μ. Βασιλείου. Από την Καισάρεια, καταγωμένη  πλούσια και ευκατάστατη, με σπουδαία κοινωνική θέση και μόρφωση. Μεγαλύτερο πλούτο έχει σε αρετές και πίστη στο Θεό. Κόρη μάρτυρος. Αυτό τα λέει όλα για την ανατροφή της. «Βλαστός αγιοτάτης ρίζας»  μας λέει ο γιος της Βασίλειος. Θα μπορούσαμε, όμως, να την ονομάσουμε και μάνα του πόνου.

Αφετηρία του πόνου της είναι ο θάνατος των γονιών  της. Και σα να δεν φτάνει αυτό πονηροί άρχοντες μοιράζονται την περιουσία του πατέρα της μάρτυρα. Σαν  έρχεται  ο καιρός να κάνει δική της οικογένεια, να πανδρευτεί διαλέγει για σύζυγο νέο με πίστη στο Θεό κι όχι με πλούτη και δόξα. Κι  ο Θεός της στέλνει  σύζυγο πλούσιο σε υλικά και πνευματικά αγαθά. Είναι ο γιος της Μακρίνας που ζει  το διωγμό του Δεκίου και καταφύγει  στα δάση του Πόντου για να γλυτώσει.

Γίνεται ευλογημένο, ευλαβέστατο, πολύτεκνο και καλλίτεκνο ζευγάρι. Δέκα παιδιά θα δουν το φως από τα σπλάχνα της Εμμέλειας.  Ο σύζυγος  Βασίλειος φροντίζει για την εγκυκλοπαιδική μόρφωσή των παιδιών  και η Εμμέλεια για τη μόρφωση της ψυχής.

Ένα από τα  δέκα παιδιά της,  πεθαίνει πολύ μικρό.  Κι ο σταυρός της σιγά- σιγά βαραίνει γιατί μετά τη γέννηση του δέκατου παιδιού τους, Πέτρου, χάνει τον  αγαπημένο της σύζυγο Βασίλειο. Αρραβωνιάζει  στη συνέχεια, την κόρη της Μακρίνα, και, ο γαμπρός πεθαίνει . Μα, πριν κλείσει η μια πληγή ανοίγει η άλλη. Πνίγεται στο ποτάμι ο γιος της Ναυκράτιος,27 ετών. Ο Βασίλειος είναι φιλάσθενος και όλα τα χρόνια φροντίζει εκτός της ψυχικής και την σωματική του υγεία.

Σφραγίζει, όμως,  τα βλέφαρά της και σταματά τα δάκρυα. Ο θάνατος είναι πρόσκαιρος για την Εμμέλεια. Εκείνο που την ενδιαφέρει, είναι η  αθάνατη ψυχή της και η ψυχή των παιδιών της. Γι αυτή παλεύει, αυτή θέλει να κρατήσει ζωντανή και τα καταφέρνει. Αναδεικνύει εφτά αγίους στην οικογένειά της: Πέντε παιδιά της, τον άνδρα της και τον εαυτό της.

Για τη δικαιοσύνη  της όλοι κάτι έχουν να πουν. Αυτή βασιλεύει στα μητρικά της σπλάχνα και μοιράζει την περιουσία εξ ίσου σε όλα της τα παιδιά, είτε αυτά ακολουθούν  τον έγγαμο, είτε τον άγαμο βίο. Πεθαίνει ως μοναχή, με υπακοή στην κόρη της και ηγουμένη Μακρίνα.

Η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη της στις 30 Μαΐου.

Νόνα

Μητέρα του Γρηγορίου Θεολόγου από την Αριανζό της Καππαδοκίας κι αυτή εύπορη, όμορφη και στολισμένη με ιδιαίτερη ψυχική ομορφιά. Πανδρεύεται σπουδαίο νομικό, τον Γρηγόριο, αλλά πλανεμένο στη αίρεση των Υψισταρίων. «Η μητέρα μου, λέει ο γιος Γρηγόριος, σε ζητήματα πίστεως και θεολογίας αναδεικνυόταν καθημερινά δάσκαλος του συζύγου της». Καταφέρνει με τις γνώσεις της, την αγάπη της, την προσευχή της,  το φωτισμό του Θεού και φέρνει στο σωστό  δρόμο τον αγαπημένο της  και μάλιστα, τον φτάνει μέχρι επίσκοπο Ναζιανζού.

Το αγαπημένο και χαρούμενο αυτό ζευγάρι είναι άτεκνο. Λιώνει για πολλά χρόνια στη νηστεία, την προσευχή και τα δάκρυα η Νόνα. Της χαρίζονται,  αντάλλαγμα των κόπων της και των προσευχών της , σε αρκετά  προχωρημένη ηλικία, τρία ευλογημένα παιδιά, που θα τα αναδείξει άγια : ο Γρηγόριος θεολόγος, η Γοργονία, ο Καισάριος.

Μάνα της προσευχής είναι η Νόνα.  Ο  ναός  είναι το δεύτερο σπίτι της. Εκεί συχνάζει. Ποτέ η Νόνα δε γυρίζει  την πλάτη της στο ιερό, φεύγει  πισοπατώντας – τόση ευλάβεια έχει- ούτε ποτέ μιλά μέσα στο ναό. (εκτός απολύτου ανάγκης)

Ο Καισάριος,  διακεκριμένος αυτοκρατορικός γιατρός στα 37 του φεύγει απ΄ τη ζωή.  Ένα χρόνο μετά η Γοργονία,  μητέρα 5 παιδιών  κι αυτή πεθαίνει. Ένα εξάμηνο μετά φεύγει απ’ τη ζωή  κι ο Αλύπιος, άνδρας της Γοργονίας και πατέρας των 5 ορφανών. Αναλαμβάνει ηρωικά την προστασία και  το μεγάλωμα των εγγονών της, παρά τη μεγάλη της ηλικία . Ο μόνος που της απομένει στα βαθύ της γήρας είναι ο πρωτότοκος και αφιερωμένος στο Θεό γιός της.

Θαυμάζει τη μητέρα του ο Γρηγόριος και γράφει: «Ήταν υπόδειγμα αρετής, στολίδι των γυναικών, πολύ καρτερική και ανδρεία γυναίκα. Το πιο αξιοθαύμαστο είναι ότι ποτέ δε λύγισε από τον σωματικό και ψυχικό πόνο. Ποτέ δεν άφησε να βγει κραυγή γοερή από το στόμα της. Μόνο ευχαριστία. Δεν άφησε να κυλήσουν δάκρυα από τα βλέφαρά της που μυστικά είχαν σφραγιστεί. Ήξερε να συγκρατεί το πένθος της, μολονότι συχνά την έβρισκαν πολλές θλίψεις, ακόμα και σε λαμπρές μέρες. Είναι γνώρισμα ψυχής θεοφιλούς να υποτάσσει στα θεία κάθε τι το ανθρώπινο». Και συνεχίζει. Άλλη φημίζεται για κόπους της μέσα στο σπίτι, άλλη για ομορφιά, και φρονιμάδα της, άλλη για έργα ευσεβείας ή για ασθένειες στο σώμα, ή για δάκρυα, για προσευχές, για περίθαλψη πτωχών. Η Νόνα καλοτυχίζεται για όλα.

Ξέρετε πως τελείωσε την επίγεια ζωή της  η Νόνα; Θα αφήσουμε και πάλι το γιο της να μας το περιγράψει. «Αστραφτερός, ολοφώτεινος άγγελος σε πήρε, εκεί που προσευχόσουν με καθαρό σώμα και πνεύμα. Η Παναγία Τριάς που ποθούσες, το ενιαίο φως, το κοινό σέβασμα σε άρπαξε, Νόνα, από το ναό που προσευχόσουν και σε έβαλε στον μεγάλο, τον επουράνιο Ναό. Πέτυχες τέλος καθαρότερο από τη ζωή σου!».

Όλα τα μέλη της οικογένειας πέντε τον αριθμό, άγιοι. Γονείς και παιδιά.

Την τιμούμε στις 5 Αυγούστου.

Ανθούσα

Μητέρα Ιωάννου Χρυσοστόμου, περίβλεπτη στην κοινωνία της  Αντιόχεια της Συρίας, ευγενικής καταγωγής, μορφωμένη, ωραιότατη, στολισμένη κι αυτή με πολλές αρετές. Τη θαυμάζουν χριστιανοί και ειδωλολάτρες. Ανώτερος αξιωματικός της Συρίας, ο Σεκούνδος, αναλόγου κοινωνικής τάξεως, τη διαλέγει για σύζυγό του. Χαρούμενο και ευλογημένο ζευγάρι. Φέρνουν στον κόσμο τον πρώτο καρπό της αγάπης τους τον Ιωάννη. Και εδώ χωρίζουν οι δρόμοι τους. Ο Σεκούνδος φεύγει  με ξαφνικό θάνατο. Η Ανθούσα, η γλυκιά σύζυγος και μανούλα είναι μόνο 20 χρονών κοριτσάκι. Πόσος πόνος αλήθεια! Πιέζεται από συγγενείς, φίλους και ενδιαφερομένους  πολλούς να δεχτεί δεύτερο γάμο.  Εκείνη αρνείται. Έχει κλείσει βαθιά στην καρδιά της τον πατέρα του παιδιού της κι αφοσιώνεται σ’ αυτό. Ο Χρυσόστομος  θα μας πει: «Σπουδαία ήταν η αφοσίωση  της μητέρας μου στο γιό της. Γινόταν για μένα προστατευτική φτερούγα».

Φροντίζει  να δώσει στην καρδιά του παιδιού της, Θεό και πολύπλευρες γνώσεις. Στα 18, του προτείνεται από το Λιβάνιο πανεπιστημιακή καριέρα. Καμαρώνει η μάνα την πρόοδό του και αυξάνει τις προσευχές, μη γίνει η κοσμική δόξα εμπόδιο στην αρετή και την αγιότητά του. Τη θαυμάζει κι ο πιο φανατικός ειδωλολάτρης Λιβάνιος, που θα πει:  «Αλήθεια, τι είδους γυναίκες υπάρχουν ανάμεσα στους χριστιανούς».

Στην επιθυμία του γιού της να αποσυρθεί στην έρημο να μονάσει απαντά προφητικά; «Σε ικετεύω, μη με παραδώσεις σε δεύτερη χηρεία. Κάμε υπομονή, παιδί μου, κι όταν με παραδώσεις στη γη πήγαινε όπου θέλεις. Πράγματι λίγη υπομονή χρειάστηκε να κάνει ο Χρυσόστομος, γιατί σε μικρό διάστημα η Ανθούσα θα φύγει για την αιώνια κατοικία της και είναι μόνο 43 χρόνων και ο Χρυσόστομος  23.

Γιορτάζουμε τη μνήμη της 28 Ιανουαρίου.

Η εκκλησία μας τιμά την κάθε μια χωριστά, μα και τις τρείς μαζί την δεύτερη Κυριακή του Φεβρουαρίου μετά την Υπαπαντή του Κυρίου. Προβάλλει τρείς υπέροχες αξιέπαινες μητέρες και συζύγους. Στολισμένες με πολλά χαρίσματα και αρετές. Η αρετή, ξέρετε, δεν αποκτάται μετά το γάμο ή μετά την αφιέρωσή μας στο Θεό. Δεν πουλιέται, ούτε αγοράζεται. Κληρονομείται μόνο από τη μια μάνα στην άλλη σαν παράδειγμα. Ή τη δίνει, χάρη, ο Θεός στη δική μας αγάπη και άσκηση. Έτσι κατάφεραν άρρηκτο σύνδεσμο συζυγίας, που παρέχεται στο μυστήριο του  γάμου και συνυπουργείται από τις αρετές.

«Στο σπίτι μας επικρατούσε παροξυσμός αγάπης»  μας λέει ο άγιος Γρηγόριος

και ο Βασίλειος «ηγάπησε, η μητέρα,  τον πατέρα μου εν Θεώ μετά τον Θεόν»

ο δε Χρυσόστομος που δεν έζησε καθόλου τον πατέρα του θα μας πει: «Η μητέρα είχε μεγάλη αφοσίωση στον νεκρό πατέρα μου» .

Όλα τα παιδιά αγαπούν τις ιστορίες και τα παραμύθια. Οι διηγήσεις όμως των μητέρων  αυτών, είναι από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Ακούνε και διδάσκονται για τον Αβραάμ και τη Σάρα, για τα 12 παιδιά του Ιακώβ, για τον Χριστό στο ναό, για τα θαύματά του, τις παραβολές του, τη Σταύρωση,  την Ανάστασή  και την Ανάληψή του.

Στην αγκαλιά και γύρω τους βαστούν τα παιδιά και στα γόνατα τη βίβλο. Και τα παιδιά  δεν χαίρονται  μόνο ακούγοντας διηγήσεις, αλλά και βλέπουν  μητέρες να βιώνουν, να ζουν τα γραφόμενα. Στόχος τους η εφαρμογή του Ευαγγελίου. Μεγάλα παραδείγματα έμπρακτης εφαρμογής. «Εκ παιδός έλαβον γνώσιν Θεού παρά της μητρός μου» λέει ο Μ. Βασίλειος. Έμαθα τι είναι ο Θεός από τη μάνα, όταν ακόμα ήμουν παιδί.

Ο πόνος, είναι  ένοικός τους. Τον ξέρουν,  καθημερινά περπατά στα σπίτια τους. Τα παιδιά βλέπουν τη μητέρα τους να δαμάζει τον πόνο, να τον γλυκαίνει, να τον αναγάγει από καθημερινό και επίγειο σε  ουράνια απόλαυση.  Πως το καταφέρνουν αλήθεια αυτό; Φαίνεται δύσκολο και ακατόρθωτο. Η απάντηση βρίσκεται στην αγία γραφή που τόσο μελετούν. Η πίστη τους στον αληθινό Θεό είναι  η δύναμή τους.

Τα πλούτη τους δένουν υπέροχα με τα φιλάνθρωπα αισθήματά τους. Το λόγο του Ευαγγελίου «πώλησον τα υπάρχοντά σου και   δεύρο  ακολούθει  μοι» τον εφαρμόζουν πλήρως και τα παιδιά μιμούνται το παράδειγμά τους και κάνουν το ίδιο μόλις μεγαλώσουν. Ασχολούνται με την φιλανθρωπία. Όλοι οι φτωχοί ανοίγουν  την πόρτα του σπιτιού τους, επειδή βρήκαν ανοιχτή την πόρτα της καρδιάς τους.

Ζουν σε εποχή που παρουσιάζει  ηθική, κοινωνική και οικονομική  κατάπτωση. Μήπως και η σημερινή εποχή δεν έχει τα ίδια σημάδια; Μήπως και σήμερα δε βασιλεύει  η απονιά, ο μηδενισμός, ο ατομισμός, ο εγωισμός;  Δεν υπάρχουν και σήμερα φτωχοί και άρρωστοι και άστεγοι; Γιατί χάθηκε αυτό το άγιο παράδειγμα;

Μορφωμένες οι ίδιες δεν στερούν τη μόρφωση των παιδιών τους. Μια μόρφωση που ξεκινά από Καισάρεια και Αντιόχεια, Παλαιστίνη, Αλεξάνδρεια  και φτάνει μέχρι Αθήνα και Κωνσταντινούπολη στα τότε γνωστά κέντρα των γραμμάτων, στους καλυτέρους  δασκάλους.

Οι γνώσεις όμως αυτές ακολουθούν τη ΜΙΑ Γνώση και Σοφία,  που προηγήθηκε. Τη γνώση του Θεού, που οι ίδιες φύτεψαν στις αγνές καρδούλες τους  από την κυοφορία τους ακόμα, ώστε να μπορούν να πουν «από βρέφους τα ιερά γράμματα οίδας». Χαίρονται με τα προσόντα και τις επιτυχίες των παιδιών  τους και συγχρόνως αυξάνουν τις προσευχές τους, μήπως παρασυρθούν αυτά και αγαπήσουν τον νυν αιώνα από το μέλλοντα.

Σέβονται τα παιδιά τους ως εικόνες Θεού και αποδίδουν σ αυτές τις μάνες,  τα παιδιά τους, μεγαλύτερο θαυμασμό και σεβασμό. Την τοποθετούν στην καρδιά τους , τη μάνα, μετά το Θεό.

Τι μητρός συμπαθέστερον; Ουδέν μητρός σπλαχνικότερον και τούτο λέγω ίνα τιμάσθαι τας μητέρας, γράφει ο Γρηγόριος. Υπάρχει αγαπητότερο πρόσωπο από τη μάνα; Πουθενά δε θα βρεις περισσότερη στοργή και αγάπη από τη μάνα, γι αυτό σας λέω να την τιμάτε.

Ο Βασίλειος σε επιστολή του στον επίσκοπο και φίλο του Ευσέβιο θα γράψει. «Τώρα και τη μοναδική παρηγοριά που είχα στη ζωή μου, τη μητέρα μου, την έχασα κι αυτή για τις αμαρτίες μου. Μη με κοροϊδέψεις που σ’ αυτή την ηλικία θρηνώ για ορφάνια, αλλά συμπάθησέ με που δεν μπορώ να υποφέρω ένα τέτοιο πόνο ψυχής, σε μια τόσο προχωρημένη ηλικία, που δεν βλέπω τίποτε αντάξιο γύρω μου απ’ τη μητέρα.

Τιμή για μια μάνα να εγκωμιάζεται από τα παιδιά της.  Αναρωτηθήκαμε άραγε αν μπορούν να μας θαυμάσουν και να μας εγκωμιάσουν  τα δικά μας,  παιδιά; Σε ποιο άραγε τομέα μπορούν να μας πλέξουν εγκώμιο πέρα από τις υπέροχες συνταγές φαγητών, γλυκών, το ασταμάτητο τρέξιμο από τη μια δραστηριότητα στην άλλη, από την αγωνία μη  του λείψει κάτι  του παιδιού και από την αποπνικτική, εγωιστική και  υπερβολική προστασία μας;  ΑΝ ΔΕΝ προηγήθηκε, η μια μοναδική γνώση,  η Γνώση του Θεού, μάλλον, αστοχήσαμε.

Οι μητέρες αυτές ζουν τον 4 αιώνα. Είναι ακόμα νωπή η μνήμη των μαρτύρων. Εφαρμόζουν μεν  το Ευαγγέλιο, αλλά μιμούνται   και τις μητέρες των μαρτύρων. Θυμηθείτε τους 40 λεβέντες στην παγωμένη λίμνη της Σεβάστειας. Τους αφήνουν  όλη νύχτα ξυλιασμένους και το πρωί σπάνε  τα πόδια τους, τους φορτώνουν στο κάρο για να τους ρίξουν στη φωτιά. Προσέχουν τότε πως ο Μελίτων είναι  ακόμα ζωντανός και  τον αφήνουν με την ελπίδα να αρνηθεί την πίστη του. Έχουμε, τότε,  μια μάνα, τη μάνα  του να  τρέχει ξοπίσω κουβαλώντας το παιδί της στον ώμο και  να το φορτώνει στο κάρο. «Μη στερηθείς το στέφανο, αγαπημένο μου παιδί ,πήγαινε με τους συντρόφους σου για απολαύσεις αυτό το αιώνιο φως, που θα απαλύνει την οδύνη μου». Και χωρίς ένα δάκρυ συνοδεύει  το κάρο στην πυρά με ολόφωτο πρόσωπο. Προς τιμή αυτών των αγίων η Εμμέλεια έχει ναό και  σ’ αυτόν ενταφιάζει τον άνδρα της ενταφιάζεται η ίδια στον ίδιο τάφο. Αυτούς τους αγίους έχει προστάτες στη ζωή της και πιστεύει πως θα είναι προστάτες της και κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Καταλαβαίνετε τώρα τι παραδείγματα ζωής δίνανε στα παιδιά τους;

Μνήμη αγίων, σημαίνει μίμηση αυτών. Στην πορεία, βέβαια, των αιώνων πολλές μάνες, ήδη, τις έχουν μιμηθεί,  γνωστές και άγνωστες, που τα ονόματα τους είναι αδύνατο να αναφερθούν  και η αλυσίδα των μητέρων που ανέδειξαν αγίους φτάνει μέχρι του τελευταίου κρίκου των προ διμήνου  αγιοκαταταχθέντων αγίων Σοφρωνίου του Εσεξ και Ιερωνύμου του Σιμωνοπετρίτου.

Αναφέρει το συναξάρι πως, ο μικρός Ιερώνυμος- τότε Ιωάννης 7-8 χρονών- πάει  με την μητέρα του σ’ ένα μοναστήρι που πανηγυρίζει  βαδίζοντας με τα πόδια πορεία 5-6 ωρών. Στο δρόμο τρέχει  να φτάσει πρώτος, παιδί είναι δεν καταλαβαίνει κούραση, μα την άλλη μέρα από το σχολείο οι συμμαθητές του τον φέρανε  στα χέρια. Τα πόδια του πρήστηκαν, δεν περπατά  παρά τις προσπάθειες του γιατρού. Η μάνα του, τότε, λέει του γιατρού. « Σ’ ευχαριστώ, γιατρέ μου, δε θα σε χρειαστώ  άλλο, γιατί , δε θα μπορέσεις να κάνεις καλά το παιδί μου, θα σε βλέπω και θα αγανακτώ». Τι λες; λέει ο πατέρας  ξαφνιασμένος. «Εσύ, του λέει η μάνα, πήγαινε στη δουλεία σου- ήταν σφουγγαράς ο πατέρας-όταν γυρίσεις το παιδί θα είναι καλά.

Παίρνει το παιδί της το πάει στην εκκλησία του αγίου Δημητρίου και λέει του αγίου: «Εσύ θα  κάνεις καλά το παιδί μου». Βάζει όλη την οικογένεια να νηστέψει – άλαδι νηστεία- και τον μικρό Ιωάννη μαζί. Του δίνει 40 πετραδάκια για να μετρά τις μέρες και κάθε βράδυ να πετά έξω από την εκκλησία από ένα. Τα βράδια στέλνει και την μεγαλύτερη αδελφούλα του να του κάνει παρέα για να μη φοβάται. Την τεσσαρακοστή  ημέρα ο Ιωάννης  περπατά. Τα παιδιά χαρούμενα τρέχουν στο σπίτι. Βλέπει το παιδί η μάνα και δεν εκπλήσσεται με το θαύμα, δεν απορεί- ήταν  σίγουρη γι’ αυτό – μονάχα  αυστηρά  λέει:  «Εγώ σε πήγα στον άγιο, εγώ θα ρθώ και να σε πάρω. Πάνε τώρα πίσω να μείνεις άλλες 10 μέρες, να συνεχίσουμε την  νηστεία, να ευχαριστήσουμε τον άγιο». Τι μάνα, αλήθεια! Βλέπετε την πίστη της; Δε σας θυμίζει την Εμμέλεια, τη Νόνα και την Ανθούσα;

Καλούμαστε σήμερα να  μιμηθούμε αυτές τις τρείς μάνες.  Εμείς, οι μάνες του εικοστού πρώτου αιώνα. Πως μπορούμε, άραγε, να το επιτύχουμε;

Όλες δοκιμάστηκαν, ως χρυσός, στο καμίνι του πόνου. Ο πόνος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των και όλων  ημών των θνητών. Επομένως, μάνα, είναι και κομμάτι της δικής σου προσωπικής ζωής. Τον ζεις καθημερινά ως σωματικό και άλλοτε ως ψυχικό. Ο ψυχικός πόνος στην εποχή που ζεις, σου μαχαιρώνει  περισσότερο την καρδιά γιατί μπήκε στο σπίτι σου ως αποστασία και απομάκρυνση των παιδιών σου από το Θεό.

Εκδηλώνεται δε,  είτε με πολιτικό γάμο, είτε με σύμφωνο συμβίωσης, είτε ως συγκατοίκηση, ως ανευθυνότητα, ως αποφυγή κόπου, ως ουσίες, ναρκωτικά, ποτό, άσωτη ζωή, ατυχήματα σοβαρά, στέρηση αγαπητών προσώπων, καύση νεκρών, έλλειψη σεβασμού και εγκατάλειψη στα γηρατειά σου.

Και δεν ευθύνονται, νομίζω, τα παιδιά μας γι αυτό, όσο η δική μου κι η δική σου γενιά που έκοψε την αλυσίδα του καλού παραδείγματος της μάνας προς το παιδί. Έρχονται τώρα μερικές « νεόθρησκες» μάνες,  κατά το νεόπλουτες που δείχνουν πολύ ζήλο, επειδή άκουσαν ή διάβασαν κάτι να βάλουν τα παιδιά στο σωστό δρόμο, που οι ίδιες ποτέ δε βάδισαν, ούτε κι έχουν σκοπό να περπατήσουν.

Μου έλεγαν για μια μάνα που διάβασε στον άγιο Λουκά πως πρέπει οι χριστιανοί να πίνουν καθημερινά αγιασμό. Μαθητής Λυκείου ο γιός της και για να χει επιτυχία στο Πανεπιστήμιο, τον ποτίζει  καθημερινά η μάνα του με αγιασμό. Το παιδί αντιδρά και δεν το θέλει. Δέστε, τι μηχανεύεται η μάνα. Βάζει στον ψεκαστήρα που καθαρίζουμε τα τζάμια μας αγιασμό και τον ψεκάζει κάθε πρωί στο κρεβάτι. Έπειτα σκέφτεται, πως, ίσως η ευλογία  θα εμποδιζόταν από το πάπλωμα, γι αυτό το τραβά, τον μουσκεύει για να ναι κατάσαρκα ο αγιασμός..  Καταλαβαίνετε τι γίνεται  κάθε πρωί;

Αν θέλεις , μάνα, να βοηθήσεις το παιδί σου, Πιες εσύ, μάνα, τον αγιασμό. Άναψε εσύ το καντήλι σου, μάνα. Κάνε εσύ σωστά το σταυρό σου, μάνα. Εκκλησιάσου εσύ. Προσευχήσου εσύ, μάνα. Εξομολογήσου εσύ. Κοινώνησε εσύ, μάνα.  Μη στέλνεις, μόνο  αυτό στη θεία κοινωνία.

Δείξε με τη ζωή σου, πως έχεις πατέρα που εμπιστεύεσαι, ώστε να ζηλέψει τον τρόπο ζωής σου, να τον  θαυμάσει και να  τον επιθυμήσει .

Καθρεφτίστηκες στη ζωή των τριών αυτών αγίων μητέρων. Τι έκαναν εκείνες; Κάνε κι εσύ. Άρχισε τη μελέτη σου. Σιωπηλά εργάσου για τον εξαγιασμό σου και θα μιμηθούν το παράδειγμά σου όλα τα μέλη της  οικογένειάς σου. Κάθισε ήσυχα-ήσυχα στη γωνιά σου, κλείσε την τηλεόραση, κλείσε το κινητό σου, πάρε και  τα παιδάκια σου κοντά σου, το ίδιο κάνει αν είσαι και γιαγιά, αφού εσύ τα μεγαλώνεις, και στάλαξε στις αγνές καρδούλες τους  Θεό. Ψάλε και γέμισε βυζαντινές νότες στο σπίτι σου, όσο τα παιδάκια είναι ακόμα μικρά.

Ξέρω ένα μωράκι, που συνήθισε να κοιμάται με ύμνους βυζαντινούς και σαν χάλασε μια  μέρα το μαγνητόφωνο, χάλασε κι εκείνο τον κόσμο με κλάματα, γιατί δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς ύμνους.  Μπορείς και τη σύγχρονη τεχνολογία να χρησιμοποιήσεις για το σκοπό αυτό. Όμως, μη τα παραδίνεις σ’ αυτή για να έχεις εσύ την ησυχία σου. Μείνε δίπλα τους.  Η παρουσία σου είναι ευεργετική.

Κάνε την καρδιά σου ελεήμονα και  φιλάνθρωπη.  Ζήσε τη λατρευτική ζωή  που σου προσφέρει η Εκκλησία σου. Προσευχήσου, κλάψε και βόησον τω Θεώ.  Προ πάντων πίστευε, πίστευε… « πως θα βγει ήλιος τα μεσάνυχτα κι αστροφεγγιά το μεσημέρι». Κάνε, ότι έκανε κι η  Γοργονία της Νόνας, όταν ταλαιπωρημένη από ασυνήθιστη νόσο και μη μπορώντας να βρει αλλού γιατρειά, μπαίνει στο ναό νύχτα μη τη δει κανείς. Γονατίζει μπροστά στην αγία τράπεζα, ως άλλη αιμορροούσα, ακουμπά  με εμπιστοσύνη στον τόπο που σφαγιάζεται ο Χριστός για τη σωτηρία της, βρέχεται απ’ τα δάκρυά της και « δε θα φύγω από δω αν δε με κάνεις καλά, του λέγει του Θεού της. Έλαβε το ποθούμενο. Έφυγε απ’ το ναό υγιής.

Σεβασμιώτατε ,στον εσπερινό της γιορτής τους θα ακούσουμε «Τι να παινέψουμε σε σένα Εμμέλεια; Την φιλοτεκνία σου ή τα έργα σου; Και σένα Νόνα πώς να σε ονομάσουμε; Μητέρα θερμής προσευχής ή γλυκύτατη σύζυγο; Και τώρα Ανθούσα πώς να σε υμνήσουμε; Σαν σύζυγο του Σεκούνδου ή σαν μητέρα του Χρυσοστόμου ή υπόδειγμα μητέρων στη σωφροσύνη, σεμνότητα ,καθαρότητα της ζωής σου;»  Υποκλινόμαστε μπροστά σας άγιες μητέρες.

Αναγνωρίζουμε, σαν μάνες, πως τίποτε  ή ελάχιστα καταφέραμε στη ζωή των παιδιών μας.  Ευχηθείτε, σεβασμιότατε, με πρότυπο τις άγιες αυτές γυναίκες  να γίνει και το δικό μας σπιτικό, φυτώριο αγίων και  τόπος  του σωθήναι τας ψυχάς ημών.