1.

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο.

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Κάθε μέρα, κάθε στιγμὴ, ο Χριστὸς μας εγγίζει περνώντας δίπλα μας μήπως δει και ακούσει αν κάποιος Τoν αναζητεί. Άλλωστε, ένα πράγμα Τον ξεκουράζει, να παίρνει πάνω του τα βάρη των ανθρώπων, μία χαρὰ έχει, να δίνει χαρά. Και εμείς, σαν παιδιὰ του Θεού, γνωρίζουμε πως όταν σπεύδει να μας ακούσει ή όταν μακροθυμώντας φαίνεται σαν να μην ακούει, με όλα τούτα κατεργάζεται τη σωτηρία μας. Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα ο Χριστός ευεργετεί θεραπεύοντας μια ομάδα δέκα ανθρώπων, που η κοινωνία είχε περιθωριοποιήσει λόγω της λέπρας. Το θαύμα της θεραπείας των δέκα λεπρών έγινε, γιατί οι άνθρωποι εκείνοι, αποκλεισμένοι από κάθε ανθρώπινη βοήθεια και συμπαράσταση, εναπόθεσαν όλες τις ελπίδες στον Κύριο. «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς», φωνάζουν. Ο Κύριος, φιλεύσπλαχνος και ελεήμων, ανταποκρίνεται στις παρακλήσεις τους και τους θεραπεύει επανεντάσσοντάς τους στην κοινωνία, στέλνοντάς τους σε εκείνους που, κατά το Νόμο, επιβεβαίωναν την αποκατάσταση της συγκεκριμένης αρρώστιας, στους ιερείς.

ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ: Ο ένας από τους λεπρούς, αυτός που τελικά έδειξε και την ευγνωμοσύνη του, ήταν Σαμαρείτης. Οι Σαμαρείτες θεωρούνταν από τους Ιουδαίους ακάθαρτοι και αιρετικοί. Κι’ όμως οι δέκα αυτοί άνθρωποι είναι μαζί όταν συναντάνε το Χριστό παρά τις διαφορές τους. Τους ενώνει η αρρώστια και η κοινωνική απόρριψη! Η λέπρα ήταν για τους Εβραίους σημάδι αμαρτίας και τιμωρίας και ο λεπρός απόβλητος, μέχρι να θεραπευθεί. Γι’ αυτό και όταν αντιλαμβάνονται το Χριστό, στέκονται «πόρρωθεν», εκεί που τους είχε θέσει η “καθαρή” κοινωνία. Κι ενώ η λέπρα συνέδεε αυτούς τους δέκα άνδρες, η πίστη τους φέρνει ακόμη πιο κοντά. Μια πίστη που ενισχύθηκε απ’ όσα είχαν ακούσει για το Χριστό και τροφοδότησε την ελπίδα να επιστρέψουν υγιείς στις οικογενειές τους.

ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗ: Τους θεραπεύει όμως μ’ ένα περίεργο τρόπο. Τους στέλνει στους ιερείς του Ισραήλ που ήταν αρμόδιοι για να βεβαιώσουν τον καθαρισμό τους. Με τη μικρή αυτή υπακοή, τους ζητάει να κάνουν πράξη την πίστη που φανέρωσαν. Συγχρόνως στέλνει κι’ ένα διττό μήνυμα στο ιερατείο: ότι ο Ίδιος σέβεται το μωσαϊκό νόμο και ότι ο νόμος δεν έχει μπορεί να σώσει! Κι αυτό γιατί ο νόμος έχει μέσα του τη δουλεία στην αμαρτία, ενώ η σώζουσα πίστη, ανοίγει δρόμο για την ελευθερία και τη μετάνοια. Αυτή η πίστη επιτρέπει τη δράση της θαυματουργικής ενέργειας του Θεού. Οι δέκα υπακούουν στην εντολή του Ιησού και η πίστη τους φέρνει την ανάλογη καρποφορία. Όπως πηγαίνουν προς τους ιερείς, καθαρίζονται! Εκείνο που μας εντυπωσιάζει είναι η ευκολία με την οποία οι εννέα, καθαροί πια από τη λέπρα, λησμόνησαν Εκείνον που τους ευεργέτησε, επικαλούμενοι ίσως διατάξεις περί καθαρμών και δεν επιστρέφουν να Τον ευχαριστήσουν. Αδημονώντας, ίσως, για την επίσημη αναγνώριση από το ιερατείο, απορρίπτουν Αυτόν που δεν τους απέκλεισε από την αγάπη του και τους θεράπευσε. Βέβαια θα συνειδητοποίησαν ακόμη ότι ο Χριστός δεν ήταν αγαπητός στο καταστημένο της εποχής, το οποίο δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν. Ακόμη, οι ρόλοι τώρα αντεστράφησαν. Οι εννέα, χθεσινά θύματα του νόμου, τώρα αναπαράγουν τη συμπεριφορά του θύτη. Αυτοί που υφίσταντο διωγμούς και αποκλεισμό, με τη σειρά τους αρνούνται να παραδεχθούν, ότι στο παρελθόν υπήρξαν οι ίδιοι περιφρονημένοι και ασθενείς. Έτσι εξηγείται γιατί τόσο γρήγορα ξεχνούν τι έκανε γι’ αυτούς ο Θεός, και πόσο φέρονται σκληρά σ΄ εκείνους που χαρακτηρίζονται περιθωριακοί. Ανήκουν τώρα κι’ αυτοί στους «καθώς πρέπει» και τους «καθαρούς»! Καὶ ξαναμπαίνουν στους ίδιους κύκλους ψευτιάς και αλαζονείας, λησμονώντας την πηγή της ζωής, τον Κύριο. Συνεπώς οι εννέα δείχνουν να μη διδάχθηκαν τίποτε. Αισθάνονται ταπεινωτικά να επιστρέψουν εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν, μειωτικά να παραδεχθούν ότι ήταν άρρωστοι και ότι θεραπεύθηκαν με τη δύναμη του Θεού. Κι’ αντί να φανούν μεγαλόψυχα ευγνώμονες, κατάντησαν μικρόψυχα αχάριστοι. Αρνήθηκαν να γευθούν το μυστήριο της ανθρώπινης ευχαριστίας και τη χαρά της θαυματουργικής αποκατάστασης.

ΚΙ Ο ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ: Ένας όμως απ’ αυτούς επιστρέφει για να τον ευχαριστήσει. Δεν πάει στους δικούς του ιερείς, ξανάρχεται στον Ιησού, ενώ τον χωρίζουν εθνικές και θρησκευτικές διαφορές. Επιστρέφει ευγνωμονών με πίστη ανιδιοτελή, έμπλεη αγάπης. Μπορεί η κοινωνία να του στέρησε πολλά αποκλείοντας τον από τη φυσιολογική ανθρώπινη ζωή, μα δεν έχασε την ανθρωπιά του, τη δυνατότητα να δημιουργεί δεσμούς, να ξεπερνάει φόβο και ανάγκη. Έτσι ξεπερνάει εγωισμούς και ντροπές, βάζει σε δεύτερη μοίρα την «αξιοπρέπεια του» και τη γνώμη των άλλων για το πρόσωπο του. Ήταν, δις αποκλεισμένος από τους συνανθρώπους του, και για την καταγωγή του και για το κατάντημα του. Γίνεται δύο φορές αποκαταστημένος: και ως προς την υγεία του και ως προς τη νέα σωτηριώδη σχέση του με τον Κύριο. Κι’ εδώ έγκειται η μέγιστη θεραπεία που προσφέρει ο Χριστός. Την αποκατάσταση των σχέσεων μας με το Θεό. Όμως, δεν φτάνει να αφαιρέσει ο Χριστός την ασθένεια ή τις αμαρτίες. Χρειάζεται κι εμείς να υγιαίνουμε εν αυτώ και να ζούμε σε κοινωνία μαζί Του. Δεν αρκεί να καλυπτόμαστε πίσω από μια ¨δήθεν” πίστη, πρέπει η πίστη να συνοδεύεται από αυθεντικό τρόπο ζωής εν Χριστώ. Παρά το γεγονός της θεραπείας και της κοινωνικής αποκατάστασης και των δέκα, μόνο ένας εξ αυτών εκφράζει την ευγνωμοσύνη του, προς τον ευεργέτη του, δίδοντας την ευκαιρία στο Χριστό να επαινέσει τη συμπεριφορά του ενός και να επικρίνει την αχαριστία των άλλων εννέα. «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος;», ερωτά ο Κύριος. Δεν κάνει ο Ιησούς αυτή την επισήμανση διότι επιζητά ανταπόδοση ή διότι έχει ανάγκη από ανθρώπινες δοξολογίες. Τι θα μπορούσε άλλωστε να προσθέσει σε Εκείνον η απόδοση της ευγνωμοσύνης μας; Διδάσκει όμως αυτή τη συμπεριφορά, διότι η έκφραση της ευγνωμοσύνης συντελεί στην κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό.

Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ: Ευγνωμοσύνη είναι η αναγνώριση της ευεργεσίας και η έκφραση της ευχαριστίας γι’ αυτήν. Μάλιστα, όσο περισσότερο ευχαριστούμε για τα καλά που δεχόμαστε, τόσο ανοίγει ο δρόμος για να δεχτούμε περισσότερα. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος έλεγε σχετικά: “η ευχαριστία του λαμβάνοντος ερεθίζει τον δίδοντα να δώσει δωρήματα μεγαλύτερα από τα προηγούμενα”. Ευγνωμοσύνη πρέπει να αποδίδουμε κάθε στιγμή, στον Παντοδύναμο Θεό, για όλα όσα έχουμε, για οποιαδήποτε κατάσταση έρχεται στη ζωή μας, για οτιδήποτε μας κάνει να νιώθουμε καλά, για τα μικρά και για τα μεγάλα! Ιδιαιτέρως σήμερα, με την κρίση, που μαστίζει τη ζωή μας, η ευγνωμοσύνη πρέπει να είναι στάση ζωής, μια ευλογία της ορθά βιουμένης αληθινής χριστιανικής πίστης, για να ανοίξει τις πόρτες του παραδείσου και σε εμάς, όπως άνοιξαν για τον ιαθέντα λεπρό της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, ο οποίος δείχνοντας έμπρακτα την ευγνωμοσύνη του προς τον ευεργέτη Χριστό, έλαβε την Χάρη και την ευλογία από Εκείνον, καθώς του είπε: «αναστάς πορεύου, η πίστις σου σέσωκέ σε». Έτσι ο λεπρός της περικοπής δείχνοντας ευγνωμοσύνη για την ίαση του σώματος κερδίζει κάτι ασύγκριτα σπουδαιότερο: Τη σωτηρία της Ψυχής του!

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΜΑΣ: Ο Ιερός Χρυσόστομος, συνήθιζε να λέει σε κάθε περίσταση. «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν». Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς προσθέτει: “Ας ευχαριστούμε για όλα, για ό,τι και αν συμβεί, αυτό είναι ευχαριστία. Διότι το να το κάνεις αυτό όταν όλα πηγαίνουν ομαλά, δεν είναι σπουδαίο, επειδή σε αυτό ωθεί η ιδία η φύσις των πραγμάτων. Εάν όμως ευχαριστούμε ενώ ευρισκόμεθα στο βάθος των κακών, αυτό είναι θαυμαστόν. Πράγματι, όταν εμείς ευχαριστούμε για εκείνα τα οποία άλλοι βλασφημούν και αποθαρρύνονται: Πρώτον, εύφρανες τον Θεόν. Δεύτερον, εντρόπιασες τον διάβολο. Τρίτον, αυτό που συνέβη το απέδειξες μηδαμινό. Τίποτε αγιώτερον δεν υπάρχει από την γλώσσα, που μέσα στα κακά ευχαριστεί τον Θεόν. Όντως δεν υστερεί σε τίποτε από την γλώσσα του μάρτυρος. Διότι και αυτή έναν δήμιον έχει ενώπιόν της, ο οποίος την αναγκάζει να αρνηθεί τον Θεόν δια της βλασφημίας. Τον διάβολον έχει, ο οποίος με δημίους λογισμούς τη σκοτίζει με τη λύπη. Αν λοιπόν κάποιος υπομείνει τα βάσανα και ευχαριστήσει, έλαβε στέφανον μαρτυρίου”. Κι ο Μ. Βσίλειος λελεγε σχετικά: “είναι αισχρόν όταν μεν τα πράγματα έρχονται ευνοϊκά να ευλογούμε τον Θεόν, στα δε στενόχωρα και επίπονα να σιωπούμε. Αλλά τότε πρέπει και περισσότερο να τον ευχαριστούμε, γνωρίζοντας ότι oν αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν oν παραδέχεται”. Κατά τον άγιο Ισσάκ, αυτό που οδηγεί τα χαρίσματα του Θεού προς τον άνθρωπο “είναι η καρδία η κινουμένη προς ευχαριστίαν αδιάλειπτον». Ας γίνουμε λοιπόν, ευγνώμονες στο Θεό για το κάθε τι. Εάν υγιαίνουμε, δώρο του Θεού είναι η υγεία. Εάν ασθενούμε, η ασθένεια του σώματος είναι σωτηρία της ψυχής. Ας μη λείπει λοιπόν ποτέ από το στόμα μας η ευχαριστία-δοξολογία του Θεού.

Η ΑΛΛΗ ΛΕΠΡΑ: Σήμερα που η λέπρα αντιμετωπίζεται από την ιατρική, υπάρχει μία άλλη λέπρα που βασανίζει κάθε άνθρωπο, και μόνο ο Θεός μπορεί να τη θεραπεύσει. Είναι η λέπρα της αμαρτίας. Το πρώτο που χρειάζεται προκειμένου να καταπολεμήσουμε την αμαρτία είναι η συναίσθηση αμαρτωλότητας. Είναι σημαντικό ό ασθενής να αναγνωρίζει την ασθένεια του, προκειμένου να την καταπολεμήσει. Ο άρρωστος πού δεν καταλαβαίνει την αδυναμία του, δεν μπορεί να δεχθεί τα φάρμακα για τη θεραπεία του. Αντίθετα αυτός που συνειδητοποιεί την ασθένεια του, ζητά βοήθεια από το γιατρό και είναι πρόθυμος να ακολουθήσει τις οδηγίες του. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δέκα λεπροί, επειδή ακριβώς γνώριζαν ότι είναι ακάθαρτοι, στάθηκαν μακριά, «πόρρωθεν», και ζήτησαν βοήθεια από τον Κύριο Ιησού χωρίς να τολμήσουν να Τον πλησιάσουν. Κι όμως, ό Χριστός ήταν τόσο κοντά τους! Διότι, όπως λέει ό Ψαλμωδός, «εγγύς Κύριος τοις συντετριμμένοις την καρδίαν και τούς ταπεινούς τω πνεύματι σώσει» (Ψαλμ. λγ’ 19). Η συναίσθηση άμαρτωλότητας γεννά στην ψυχή ταπείνωση και μετάνοια. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει ότι “εάν είπωμεν ότι άμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν” (Α’ Ίω. Α’ 8)! Οι άλλοι βλέπουν τη λέπρα της ψυχής μας κι εμείς νιώθουμε υγιείς! Αν ακόμη αντιληφθούμε πόσο έχει μολύνει το εσωτερικό μας ή αμαρτία, τότε δεν θα πλησιάζουμε τα άγια Μυστήρια πριν καθαρίσουμε την ψυχή μας. Διότι αν ένας λεπρός φαίνεται αποκρουστικός ενώπιόν μας, πολύ περισσότερο δυσώδης και ακάθαρτος είναι ό αμαρτωλός άνθρωπος ενώπιον του Θεού, ο Οποίος είναι ό κατ’ εξοχήν άγιος και αμόλυντος. Εφόσον συναισθανθούμε την ασθένεια της ψυχής μας, εκείνο που απομένει είναι να καταφύγουμε στον παντοδύναμο ιατρό, τον Κύριο. Οι δέκα λεπροί με κραυγή ισχυρή επικαλέστηκαν το έλεος του Κυρίου. «Ιησού επιστάτα, έλέησον ημάς», φώναζαν. Μια τέτοια ισχυρή κραυγή ποτέ δεν αφήνει αδιάφορο τον Κύριο. Θερμή και δυνατή να είναι και ή δική μας προσευχή όταν ζητάμε τη βοήθεια του Θεού: Κύριε, έλέησέ μας! Και ακόμα, ή προσευχή μας να γίνεται με ταπείνωση και διάθεση υποταγής στο θέλημα του Θεού, όπως συνέβη και με τους λεπρούς της περικοπής. Όταν ο Κύριος, πριν ακόμη τους θεραπεύσει, τούς υπέδειξε να πάνε στους ιερείς για να εξεταστούν, εκείνοι αμέσως Τον άκουσαν! Παρόμοια και κάθε χριστιανός δεν μπορεί να λάβει την υγεία της ψυχής του παρά μόνο αν βαδίζει σταθερά την οδό του θείου θελήματος. Έτσι, κάθε φορά πού καταφεύγουμε στο Μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως για να λάβουμε την άφεση των αμαρτιών μας, ας παίρνουμε την απόφαση να ακολουθήσουμε με ακρίβεια τις οδηγίες του Πνευματικού. Ας συνειδητοποιήσουμε κι εμείς ότι έχουμε ανάγκη καθαρισμού από τα πάθη μας. Κι ας καταφεύγουμε στον φιλάνθρωπο Θεό με ταπείνωση, με θερμή προσευχή και απόλυτη εμπιστοσύνη στους λόγους του. Τότε ό Κύριος θα μάς καθαρίζει από την πνευματική λέπρα.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ: Είδα στον ύπνο μου πως επισκέφθηκα τον Παράδεισο και ένας άγγελος με ξεναγούσε. Περπατούσαμε δίπλα-δίπλα σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη με αγγέλους. Ο άγγελος οδηγός μου σταμάτησε μπροστά στον πρώτο σταθμό εργασίας και είπε: “Αυτό είναι το Τμήμα Παραλαβής. Εδώ παραλαμβάνουμε όλες τις αιτήσεις-προσευχές που φτάνουν στον Θεό. Ο χώρος έσφυζε από κίνηση, με πολλούς αγγέλους να βγάζουν και να ταξινομούν αιτήσεις γραμμένες σε ογκώδεις στοίβες από χαρτιά και σημειώματα, από ανθρώπους σε όλον τον κόσμο. Μετά προχωρήσαμε σε ένα μακρύ διάδρομο και φτάσαμε στο δεύτερο σταθμό. “Αυτό είναι το Τμήμα συσκευασίας και Παράδοσης”, είπε ο άγγελος. “Εδώ οι χάρες και οι ευχές, που έχουν ζητηθεί προωθούνται και παραδίδονται σε αυτούς που τις ζήτησαν”. Κι εδώ αμέτρητοι άγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, αφού τόσες πολλές επιθυμίες είχαν ζητηθεί και συσκευάζονταν για να παραδοθούν στη γη. Τέλος, στην άκρη ενός μικρού σταθμού, μόνο ένας άγγελος καθόταν εκεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικά τίποτα. “Αυτό είναι το Τμήμα των Ευχαριστιών”, μου είπε σιγανά ο φίλος άγγελός μου. Έδειχνε ντροπιασμένος. “Πώς γίνεται αυτό; Δεν υπάρχει δουλειά εδώ”; ρώτησα. “Είναι λυπηρό”, αναστέναξε εκείνος. “Αφού παραλάβουν τις χάρες τους οι άνθρωποι, ελάχιστοι στέλνουν ευχαριστήρια”. “Πώς μπορεί κάποιος να ευχαριστήσει τον Θεό για τις ευλογίες που παρέλαβε”; ρώτησα πάλι. Κι εκείνος απάντησε: “Χρειάζεται μόνο να πεις: Ευχαριστώ, Θεέ μου!”. “Για τι ακριβώς πρέπει να ευχαριστήσουμε”; επέμεινα εγώ. “Αν έχεις τρόφιμα στο ψυγείο, ρούχα στην πλάτη σου, μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι σου και ένα μέρος να κοιμηθείς, είσαι πλουσιότερος από το 75% αυτού του κόσμου. Αν έχεις χρήματα στην τράπεζα, στο πορτοφόλι σου και λίγα κέρματα σ’ ένα πιατάκι είσαι στο 8% των ανθρώπων που ευημερούν. Αν ξύπνησες σήμερα το πρωί με περισσότερη υγεία από ότι αρρώστια, είσαι πιο ευλογημένος από όσους δεν θα επιζήσουν καν αυτή τη μέρα. Αν ποτέ δε βίωσες το φόβο του πολέμου, τη μοναξιάς της φυλακής, την αγωνίας του βασανισμού και τη σουβλιά της πείνας, είσαι μπροστά από 700 εκατομμύρια ανθρώπους της γης. Αν μπορείς να προσευχηθείς σε ένα ναό χωρίς φόβο επίθεσης, σύλληψης ή εκτέλεσης, θα σε ζηλεύουν σίγουρα 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο. Αν οι γονείς σου είναι ακόμα ζωντανοί και είναι ακόμα παντρεμένοι, είσαι σπάνιος. Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι σου ψηλά και να χαμογελάς, δεν είσαι ο κανόνας, είσαι η εξαίρεση για όλους όσους ζουν σε αμφιβολία και απόγνωση. Και αν διαβάζεις τώρα αυτές τις αράδες, μόλις έλαβες μια διπλή ευλογία, γιατί σου το έγραψε κάποιος που σ’ αγαπάει και γιατί είσαι πιο τυχερός από δύο δισεκατομμύρια ανθρώπους, που δεν ξέρουν καν να διαβάζουν. “Πώς μπορώ να αρχίσω”; ρώτησα πάλι. “Να πεις καλημέρα”, μου χαμογέλασε ο άγγελός μου, “να μετρήσεις τις ευλογίες σου και να περάσεις αυτό το μήνυμα και σε άλλους ανθρώπους, για να τους θυμίσεις πόσο ευλογημένοι είναι. Και μην ξεχάσεις να στείλεις το ευχαριστήριό σου1”!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», σελίς 417 και εξής. Κυριακή ΙΒ Λουκα υπό του Αρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσᾶ. ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ: Η ευγνωμοσύνη, ως εσωτερική δύναμη εγγύτητας των ανθρώπων! Πρωτ. Γεωργίου Σούλου. Ομιλία του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, περί Ευχαριστίας

konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon

1. Περιοδικό «Τόλμη», αρχιμ. Δανιήλ Σάπικα, ιατρού.

2.

Ἐκεῖνος κι ἐμεῖς (Λουκ. ιζ΄ 12-19)

Δανιήλ Ἀεράκης (Ἀρχιμανδρίτης)

«Ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἵ ἔστησαν πόρρωθεν…» (Λουκ. 17, 12)

Θαῦμα καὶ διδασκαλία

Ἕνα θαῦμα, ἀγαπητοί, ἕνα θαῦμα βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο τῆς ΙΒ’ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ. Βλέπουμε ἕνα θαῦμα, ποὺ ’νε συγχρόνως καὶ μία διδασκαλία. Εἶναι τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τῶν 10 λεπρῶν. Ἀλλὰ πρὸς αὐτοὺς τοὺς 10 λεπροὺς παραβάλλονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Πραγματικὰ λεπροὶ ἐκεῖνοι οἱ 10 δυστυχισμένοι ἄνθρωποι. Συμβολικὰ λεπροὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἢ μᾶλλον ψυχικὰ λεπροί. Λεπροὶ μὲ λέπρα χειρότερη ἀπ’ τὴ λέπρα τὴ σωματική, ποὺ εἶχαν οἱ ἄνδρες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὅλοι οἱ χανσενικοὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν.

Οἱ δέκα λεπροὶ κι ὁ Χριστὸς εἶναι τὰ πρόσωπα τοῦ θαύματος. Ἂς δοῦμε τὴ στάση τῶν 10 λεπρῶν μπροστὰ στὸ Χριστό! Ποιὰ ἦταν αὐτὴ ἡ στάση; Δὲν ἦταν μιὰ ἡ στάση. Τέσσερις στάσεις βλέπουμε ν’ ἀλλάζουν οἱ λεπροί. Ἀλλὰ κι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μπροστὰ στὸ Χριστὸ παίρνουν, πρέπει νὰ παίρνουν, αὐτὲς τὶς στάσεις τῶν 10 λεπρῶν. Ἂς δοῦμε αὐτὲς τὶς τέσσερις στάσεις, ὅπως φωτογραφίζονται μέσα στὸ Εὐαγγέλιο.

1. Συναίσθηση

Ἡ πρώτη στάση: Ποῦ στέκουν οἱ 10 λεπροί; Στέκουν μακριά, πολὺ μακριά. «Ἔστησαν πόρρωθεν». Βλέπουν τὸ Χριστὸ ἀπὸ μακριά, ἀπ’ τὸν ἔρημο τόπο ποὺ μένουν. Θέλουν νὰ τὸν πλησιάσουν, νὰ τὸν δοῦν ἀπὸ κοντά. Μὰ δὲν μποροῦν. Δὲν τολμοῦν νὰ πλησιάσουν κανένα ἄνθρωπο τῆς κοινωνίας. Καταραμένη καὶ κολλητικὴ τότε ἡ ἀρρώστια τῆς λέπρας, τοὺς ὑποχρέωνε νὰ μένουν μακριὰ ἀπ’ τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, μακριὰ ἀπ’ τοὺς ὑγιεῖς ἀνθρώπους. Νόμοι αὐστηροί τοὺς καθήλωναν στὴν ἐρημιά. Ἀλλὰ κι οἱ ἴδιοι, εὐγενικὲς ὑπάρξεις, αἰσθάνονται τὴ βρῶμα τους, ἔχουν συναίσθηση τῆς καταστάσεώς τους, καὶ δὲν θέλουν νὰ κάμουν κακὸ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Δὲν θέλουν νὰ μεταδώσουν τὴν ἀρρώστια τους καὶ στοὺς ὑπολοίπους. Αὐτοὶ εἶναι ἀκάθαρτοι. Δὲν πρέπει νὰ γίνουν κι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι λεπροὶ κι ἀκάθαρτοι. Αὐτοὶ εἶναι ἀκάθαρτοι. Δὲν θέλουν νὰ πλησιάσουν τοὺς καθαρούς.

Ἀκάθαρτοι οἱ 10 λεπροὶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Μὰ καὶ σήμερα ὑπάρχουν οἱ ἀκάθαρτοι. Ὄχι οἱ ἀκάθαρτοι ἀπ’ τὴ λέπρα καὶ τὶς ἄλλες κολλητικὲς ἀρρώστιες. Αὐτοὶ εἶναι λίγοι, γιατί ἡ ἐπιστήμη συνεχῶς προοδεύει καὶ βρίσκει φάρμακα, ποὺ ἀρρώστιες ἀγιάτρευτες ἄλλοτε καὶ κολλητικές, σὰν τὴ λέπρα, θεραπεύονται καὶ γίνονται ἀκίνδυνες. Τί γίνεται ὅμως μὲ τοὺς ἄλλους τοὺς πολλούς, ποὺ ’νε ἀκάθαρτοι στὴν ψυχή; Καὶ ποιὸς εἶναι καθαρὸς στὴν ψυχή; «Τὶς γὰρ καθαρὸς ἔσται ἀπὸ ρύπου; Ἀλλ’ οὐδείς, ἐὰν καὶ μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἰὼβ 14, 4. 5). Ποιὸς εἶναι καθαρὸς ἀπ’ τὴν ἁμαρτία; Δεῖξτε μου ἕναν. Κανένας δὲν ὑπάρχει. Ὅλοι ἁμαρτωλοί, ὅλοι βρωμεροί. Λέπρα ἡ ἁμαρτία ἔχει πληγιάσει τὴν ψυχή μας. Πυορροοῦσα πληγὴ ἡ ὕπαρξή μας. «Ἐπισυρόμενον μιαντήριον» ἔχουνε καταντήσει. Πίσω ἀπ’ τὸ εὔρωστο καὶ ὄμορφο κορμὶ κρύβεται βρῶμα καὶ δυσωδία.

Ἀκάθαρτοι ὅλοι ἀπ’ τὴ λέπρα τῆς ἁμαρτίας. Ὅλοι ἀνεξαιρέτως. Ἕνας ὑπῆρξε ὁ Καθαρός. Ἕνας βρέθηκε, ποὺ μπόρεσε ν’ ἀπευθύνει τὸ ἐρώτημα: «Τὶς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰωάν. 8, 46). Εἶχε συνείδηση τῆς ἀναμαρτησίας του. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.

Ἄσπιλος καὶ ἄμωμος! Δὲν βρέθηκε δόλος στὸ στόμα του καὶ ἁμαρτία δὲν ἔκαμε καμιὰ (Ἡσ. 53, 9). Μάταια θέλησαν οἱ ἀρνητές του νὰ βροῦν μῶμο στὴν ἀναμάρτητη, στὴν ὁλοκάθαρη, στὴν πάναγνη ζωή του.

Ἐκεῖνος Καθαρός, ἐμεῖς ἀκάθαρτοι. Πῶς νὰ τὸν πλησιάσουμε; Οἱ 10 λεπροὶ στέκονταν «πόρρωθεν». Καὶ οἱ ἁμαρτωλοί, ποὺ ἔχουν συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς τους, τῆς βρωμιᾶς καὶ ἀκαθαρσίας τους, στέκουν «πόρρωθεν». Στέκουν μὲ ἕνα βαθὺ δέος, μὲ μιὰ θεία συστολή, μὲ μιὰ βαθειὰ συναίσθηση ἀπέναντι στὸ Χριστό. -Χριστέ μου, ποιὸς εἶμαι ἐγὼ γιὰ νὰ σὲ πλησιάσω; Χριστέ μου, εἶμαι ἀκάθαρτος. Πῶς νὰ πλησιάσω ἐσένα, ποὺ ’σαι καθαρός, ὁ μόνος καθαρὸς καὶ ἀκήρατος Κύριος; Χριστέ μου, πῶς ν’ ἀνοίξω τὴν ἀκάθαρτή μου γλώσσα γιὰ νὰ μιλήσω γιὰ τὸ ὄνομά σου; Πῶς νὰ σηκώσω τὰ ἀκάθαρτά μου χέρια γιὰ νὰ προσευχηθῶ σ’ ἐσένα; Πῶς νὰ φέρω τ’ ἀκάθαρτά μου πόδια μέσα στὸ ναό σου; Πῶς νὰ βαδίσω μέσα στὸ ἅγιό σου βῆμα; Πῶς ν’ ἀγγίξω τὴν ἁγία σου τράπεζα καὶ νὰ ψαύσω τὰ κράσπεδα τῆς μεγαλοσύνης σου; Χριστέ μου, πῶς ν’ ἀνοίξω τ’ ἀκάθαρτά μου χείλη γιὰ νὰ δεχτοῦν ἐσένα, τὸ θεῖο μαργαρίτη, αὐτὸ τὸ πανακήρατο Σῶμα σου καὶ αὐτὸ τὸ πανάγιο Αἷμα σου; Πῶς; Πῶς;…

Αὐτὴ ἡ βαθειὰ συναίσθηση, ἡ ὁποία συνέχει τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ πιστεύει, τὸν κάνει νὰ στέκει «πόρρωθεν», μακριά. Νὰ στέκει μὲ δέος καὶ εὐλάβεια. Καὶ ἂν τελικὰ ὁ ἁμαρτωλὸς προσέρχεται καὶ πλησιάζει τὸ Χριστὸ καὶ δέχεται τὴ θεία Κοινωνία, τὸ κάνει ὄχι γιατί θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ του ἄξιο, ἀλλὰ γιατί «θαρρεῖ εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας» τοῦ Θεοῦ. Πλησιάζει τὸ Χριστὸ μὲ τὸ θάρρος ποὺ τοῦ δίνει ὁ ἴδιος, ὅταν λέει: «Δεῦτε πρὸς με πάντες». Πλησιάζει, ἀλλὰ πλησιάζει ὄχι μηχανικὰ ἢ ἀσυναίσθητα, ἀλλὰ «τρέμων τε καὶ χαίρων ἅμα».

2. Κραυγὴ ἱκεσίας

Μακριὰ ἀπ’ τὸ Χριστό, «πόρρωθεν», εἶναι ἡ μία στάση τῶν 10 λεπρῶν, ἡ στάση τῆς συναισθήσεως. Μὰ εὐθὺς ἀμέσως ἀκολουθεῖ δεύτερη στάση. Τὸ φὶλμ τοῦ θαύματος προχωρεῖ. Ποιὰ ἡ δεύτερη στάση; Εἶναι ἡ σκηνὴ τῆς κραυγῆς. Οἱ 10 λεπροὶ κραυγάζουν. Ἡ λέπρα δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ πλησιάσουν τὸ Χριστὸ καὶ νὰ ἐπικοινωνήσουν μαζί του. Ἀλλ’ αὐτοὶ βρίσκουν τρόπο νὰ ἐπικοινωνήσουν μὲ τὸ Χριστό. Ἐπικοινωνοῦν μὲ τὴ φωνή τους. Ἡ φωνὴ τους εἶναι φωνὴ πίστεως. Μὲ τὰ λόγια ποὺ λένε ἀναγνωρίζουν τὸ Χριστὸ σὰν Κύριο, σὰν παντοδύναμο Κύριο, ποὺ μπορεῖ νὰ τοὺς ἐλεήσει καὶ νὰ τοὺς κάνη καλά. «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Ἡ φωνὴ τους ἦταν ἀκόμα μιὰ κραυγὴ ἱκεσίας. Δὲν ἄνοιξαν ἁπλῶς τὸ στόμα τους νὰ παρακαλέσουν. Ὄχι! «Ἦραν φωνήν». Σήκωσαν φωνὴ μεγάλη. Ἄρχισαν ὅλοι μαζὶ οἱ 10 λεπροὶ νὰ παρακαλοῦν μὲ δυνατὴ φωνή, μὲ κραυγή. Σπαρακτικὴ ἀκούγεται ἡ κραυγή τους, ποὺ διασχίζει τὸν ἀέρα καὶ φτάνει μέχρι τὸν Ἰησοῦ. Ἀκούγεται ὁ ἀντίλαλός της: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς»…

Ἀκάθαρτοι οἱ λεπροί. Μὰ πιστεύουν στὴν δύναμη τοῦ καθαροῦ καὶ ἀναμάρτητου Ἰησοῦ, ποὺ ἐκείνη τὴν ὥρα περνᾶ πιὸ πέρα ἀπ’ αὐτούς. Ἀκάθαρτοι κι ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε κι ἐμεῖς. Μὰ πιστεύουμε στὴ δύναμη καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ κι ἐπαναλαμβάνουμε τὴ σύντομη ἱκεσία τῶν 10 λεπρῶν. Πολλὲς φορὲς τὴν ἐπαναλαμβάνουμε στὴ θεία λειτουργία: «Κύριε, ἐλέησον». Πολλὲς φορὲς τὴ λέμε στὴ νοερὰ προσευχή: «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε, ἀλλ’ ὄχι ἀσεβεῖς. Παραβάτες τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὄχι ἀρνητὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀκάθαρτοι καὶ ἐλεεινοί, ἀλλὰ πιστεύουμε στὸν ἀναμάρτητο καὶ νοσταλγοῦμε τὸ καθαρὸ καὶ ἅγιο. «Σοὶ μόνῳ, Κύριε, ἁμαρτάνομεν, ἀλλὰ καὶ σοὶ μόνῳ λατρεύομεν».

Καὶ ὅσοι πιστεύουν κραυγάζουν ὅπως οἱ 10 λεπροί. Κραυγάζουν τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Δὲν τὸ λένε μονάχα ψαλτά. Τὸ λένε καὶ μὲ κραυγή, μὲ ἀγωνία, μὲ πίστη. Εἶναι ἡ πιὸ σύντομη, ἀλλὰ καὶ πιὸ ἐπιτυχὴς ἱκεσία τοῦ ἁμαρτωλοῦ πρὸς τὸν Δεσπότη θεό. «Ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν ὡς Δεσπότῃ οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς». Εἴμαστε ἁμαρτωλοί, Χριστέ, μὰ πιστεύουμε σ’ ἐσένα καὶ θέλουμε νάχουμε σχέσεις μ’ ἐσένα Κι ἡ γέφυρα ποὺ θὰ μᾶς ἑνώνει εἶναι τὸ ἔλεός σου… Ἐλέησέ μας!

3. Ὑπακοὴ

Εἴδαμε τὶς δύο στάσεις τῶν 10 λεπρῶν. Ἡ μία στάση τὸ «πόρρωθεν», ἡ δεύτερη στάση ἡ κραυγὴ τῆς ἱκεσίας. Ἀλλ’ ἔρχεται ἀμέσως ἡ τρίτη στάση. Ποιὰ εἶναι; Εἶναι ἡ στάση τῆς ὑπακοῆς. Γιὰ κοιτάξτε τους, ὑπακούουν πιστὰ σὲ κάτι ποὺ τοὺς λέει ὁ Χριστός. Ἄκουσε ὁ Χριστὸς τὴν κραυγή τους καὶ τοὺς ἐλεεῖ. Βλέπει τὸν πόνο τους καὶ τὴ δυστυχία τους καὶ τοὺς θεραπεύει. Ἀλλὰ πῶς τοὺς θεραπεύει; Δὲν τοὺς θεραπεύει ἀμέσως μ’ ἕνα του λόγο ἢ μία του ἐνέργεια, ὅπως ἔκαμε σὲ τόσα ἄλλα θαύματα. Τοὺς θεραπεύει διὰ τῆς ὑπακοῆς. Τοὺς θεραπεύει, ἀφοῦ προηγουμένως δοκίμασε τὴν πίστη τους μὲ ἕνα πρόσταγμα ποὺ τοὺς ἔδωσε. Τί τοὺς εἶπε; «Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι». Τρέξτε, τοὺς λέει, πηγαίνετε νὰ δείξετε τοὺς ἑαυτούς σας στοὺς ἱερεῖς.

-Μὰ Χριστέ, πῶς νὰ πᾶμε μὲ τέτοια κατάσταση λέπρας στοὺς ἱερεῖς; Πρῶτα – πρῶτα δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ πλησιάσουμε τὴν πόλη καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Κι ἔπειτα οἱ ἱερεῖς τί μποροῦν νὰ μᾶς κάνουν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ πᾶμε στοὺς ἱερεῖς; Δὲν μπορεῖς, Χριστέ, νὰ μᾶς θεραπεύσεις, ὅπως θεράπευσες τόσους ἄλλους; Κάνε μας καλά, κι ὕστερα πηγαίνουμε στοὺς ἱερεῖς νὰ πιστοποιήσουν τὴ θεραπεία μας, σύμφωνα μὲ τὴ συνήθεια τῆς ἐποχῆς…

Ἀλλ’ ὄχι, τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν σκέφτηκαν οὔτε εἶπαν οἱ 10 λεπροί. Κάνουν τυφλὴ ὑπακοὴ στὴν προσταγὴ τοῦ Χριστοῦ. Πιστεύουν ἀκράδαντα πὼς θὰ γίνουν καλά. Γι’ αὐτὸ καὶ ξεκινοῦν. Καὶ δὲν προλαβαίνουν νὰ ξεμακρύνουν πολύ, καὶ τὸ θαῦμα γίνεται στὸ δρόμο ποὺ τρέχουν γιὰ τοὺς ἱερεῖς. «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν». Ἡ πίστη τους καὶ ἡ ὑπακοή τους στὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ βραβεύτηκε. Ἡ λέπρα ἔφυγε ἀπὸ πάνω τους. Ἡ βρῶμα καὶ ἡ δυσωδία ἐξαφανίστηκε. Καθαρίστηκαν.

Γιὰ φαντασθῆτε νά ’ταν οἱ 10 λεπροὶ αὐθάδεις καὶ ἀνυπότακτοι, σὰν μερικοὺς σημερινοὺς χριστιανούς, καὶ νὰ περνοῦσαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπ’ τὸ κόσκινο τῆς λογικῆς τους!

-Καὶ γιατί νὰ πᾶμε στοὺς Ἱερεῖς νὰ ἐξομολογηθοῦμε; Δὲν μπορεῖ ἀπ’ εὐθείας ὁ Χριστὸς νὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες; Ἐγὼ θὰ πάω ἀπ’ εὐθείας στὸ Χριστό, θὰ γονατίσω καὶ θὰ τοῦ πῶ τ’ ἁμαρτήματά μου καὶ θὰ συγχωρεθῶ…

Αὐτὰ λένε πολλοὶ χριστιανοί, ποὺ δὲν θέλουν νὰ ταπεινωθοῦν μπροστὰ στὸν πνευματικὸ καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν μὲ συντριβὴ τὰ ἁμαρτήματά τους. Οἱ δυστυχεῖς! Ξεχνοῦν πὼς εἶναι προσταγὴ τοῦ Χριστοῦ. «Ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι». Δεῖξτε τὸν ἑαυτό σας, τὶς πληγές σας, τὶς ἁμαρτίες σας στὸν ἱερέα, στὸν πνευματικό. Πήγαινε, ἐξομολογήσου, θὰ ἐπιστρέψεις καθαρός. Τὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καθαρίζει ὅλα τὰ ἁμαρτήματα.

4. Εὐγνωμοσύνη

Εἴδατε, ἀδελφοί μου, τὶς τρεῖς στάσεις τῶν 10 λεπρῶν; Καὶ στὶς τρεῖς στάσεις εἶναι καὶ οἱ 10 μαζί. Ὅ,τι κάνει ὁ ἕνας κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι. Μαζὶ στὴν ἀπομόνωση, μαζὶ στὴ θλίψι, μαζὶ στὴν κραυγὴ τῆς ἱκεσίας, μαζὶ στὸ τρέξιμο γιὰ τοὺς ἱερεῖς. Δὲν εἶναι ὅμως μαζὶ στὴν τέταρτη καὶ τελευταία στάση. Ἐκεῖ χωρίζουν. Δὲν εἶναι μαζὶ στὴν ἐπιστροφή.

Οἱ 9 ἐπιστρέφουν στὰ σπίτια τους, στοὺς δικούς τους. Ὁ ἕνας μονάχα ἐπιστρέφει στὸ Χριστό. Τὸν βρίσκει, καὶ μὲ μάτια πλημμυρισμένα ἀπὸ δάκρυα πέφτει στὰ πόδια του καὶ μὲ φωνὴ μεγάλη καὶ ἰσχυρὴ δοξάζει τὸ Θεό, εὐχαριστεῖ τὸ Χριστὸ γιὰ τὴ μεγάλη δωρεά. Ὅπως κραύγαζε, ὅπως φώναζε παρακαλώντας, ἔτσι τώρα φωνάζει δοξολογώντας.

-Χριστέ, σ’ εὐχαριστῶ… Μὰ εἶναι μόνος στὴ στάση αὐτὴ τῆς εὐγνωμοσύνης. Κι ὁ Χριστὸς ἐκφράζει τὸ παράπονο: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;».

Χριστέ μου, σ’ ἀκούω καὶ σήμερα νὰ κάνεις τὸ ἴδιο παράπονο:

-Ὅλους δὲν τοὺς ἀγαπῶ; Γιὰ ὅλους δὲν σταυρώθηκα; Ποῦ ’νε τώρα οἱ 9; Ποῦ ’νε οἱ πολλοί; Ποῦ ’νε οἱ περισσότεροι; Δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεό;

Ὤ, ἡ ἀγνωμοσύνη τῶν ἀνθρώπων! Ἐδῶ κάποιος μεγάλος καὶ ἰσχυρός τῆς ἡμέρας σὲ ἐξυπηρετεῖ, καταδέχεται νὰ σὲ δεχθεῖ καὶ νὰ σ’ ἀκούσει, ἢ ἱκανοποιεῖ κάποιο αἴτημά σου, καὶ λειώνεις μπροστά του ἐκφράζοντας τὴν εὐχαριστία σου. Χίλια «εὐχαριστῶ» στοὺς ἀνθρώπους! Κι ὁ Θεός, ποὺ μέρα – νύχτα σὲ εὐεργετεῖ- ὁ Θεός, ποὺ ἔστειλε τὸ μονογενῆ του Υἱὸ γιὰ νὰ σὲ καθαρίσει ἀπὸ τὴ λέπρα τῆς ἁμαρτίας, ἕνα «εὐχαριστῶ» δὲν ἀκούει ἀπὸ τὸ στόμα σου. Ποῦ ’νε οἱ πιὸ πολλοὶ ἄνθρωποι; Ἕνα «Δόξα σοι, ὁ Θεὸς» δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τους. Μιὰ ὥρα δὲν θυσιάζουν νά ’ρθουν νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεὸ στὴν ἐκκλησία… Κι ὄχι μονάχα αὐτό. Ὄχι ἁπλῶς δὲν εὐχαριστοῦν τὸν Εὐεργέτη τους. Ὄχι ἁπλῶς δὲν ὑμνοῦν καὶ δὲν δοξολογοῦν. Ὄχι ἁπλῶς λησμονοῦν νὰ ἐπιστρέψουν. Ἀλλὰ καὶ ἀνοίγουν τὸ βρωμερὸ τους στόμα καὶ βλαστημοῦν τὸ Χριστό. Σὰν λυσσασμένα σκυλιὰ δαγκώνουν τὸ χέρι τοῦ Εὐεργέτη τους.

Χριστέ, ἀκοῦμε καὶ σήμερα ν’ ἀπευθύνεις τὸ παράπονο: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;». Σὺ γνωρίζεις ποῦ εἶναι οἱ 9, ποῦ γυρίζουν οἱ πιὸ πολλοί. Ἐμεῖς τίποτε ἄλλο δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, παρὰ νὰ σὲ ἱκετεύσουμε νὰ μᾶς ἐλεήσεις. Ἐλέησε τὸν κόσμο σου, γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, γιὰ τὴν ἀποστασία του, καὶ πρὸ παντὸς γιὰ τὴν ἀχαριστία του. «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς».

3.

Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ (Λουκ. ιζ΄ 12-19)

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Πολλὲς θεραπεῖες ἀρρώστων ἔκαμε ὁ Κύριος στὰ χρόνια ποὺ κράτησε τὸ δημόσιο ἔργο του ἐδῶ στὴ γῆ. Καὶ ἐκπληρώθηκε τότε ἡ προφητεία ποὺ λέγει πὼς «αὐτὸς πῆρε ἀπάνω του τὶς ἀσθένειές μας καὶ σήκωσε τὶς ἀρρώστιες μας». Καὶ δὲν τὸ λέγει βέβαια ὁ Προφήτης ἐτοῦτο μόνο γιὰ τὶς σωματικές μας ἀρρώστιες, μὰ πιὸ πολὺ καὶ γιὰ τὶς ψυχικές μας ἀσθένειες, γιατί ὁ Κύριος εἶναι τωόντι ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας. Μᾶς λέγει λοιπὸν καὶ σήμερα τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ποὺ ἔκαμε καλά τοὺς δέκα λεπρούς, ὅθεν ἂς ἀκούσουμε τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα πῶς ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς ἱστορεῖ ἐτοῦτο τὸ θαῦμα.

Ἐκεῖνον τὸν καιρό, ἐκεῖ ποὺ ἔμπαινε ὁ Ἰησοῦς σὲ κάποιο χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα λεπροὶ ἄνθρωποι, ποὺ ἐξαιτίας τῆς ἀρρώστιας τους στάθηκαν μακρυά. Αὐτοὶ λοιπὸν ἔβαλαν τὴ φωνή, λέγοντας. Διδάσκαλε Ἰησοῦ, λυπήσου μας. Κι ὅταν τοὺς εἶδε ὁ Ἰησοῦς, τοὺς εἶπε· πηγαίνετε νὰ δείξετε τοὺς ἑαυτούς σας στοὺς ἱερεῖς. Κι ἔγινε κεῖ ποὺ αὐτοὶ ἐπήγαιναν, καθαρίσθηκαν. Κι ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὅταν εἶδε ποὺ γιατρεύθηκε, γύρισε δοξάζοντας μὲ φωνὴ μεγάλη τὸ Θεό, κι ἔπεσε μπρούμυτα στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ εὐχαριστώντας τον· κι αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης. Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· μὴ καὶ oι δέκα δὲν καθαρίσθηκαν; Μὰ οἱ ἐννέα ποῦ εἶναι; Δὲν βρέθηκαν νὰ γυρίσουν γιὰ νὰ δώσουν δόξα στὸ Θεὸ παρὰ μόνο ἐτοῦτος ὁ ἀλλογενής; Καὶ τοῦ εἶπε· σήκω καὶ πήγαινε· ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε.

Στὰ τελευταῖα παραπάνω λόγια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, φαίνεται σὰν καὶ νὰ παραπονῆται ὁ Ἰησοῦς, μὰ στ’ ἀλήθεια ἐλέγχει ὁ Θεὸς τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων. Γιατί oἱ ἐννέα λεπροὶ ἔδειξαν τωόντι μεγάλη ἀχαριστία στὸν εὐεργέτη τους Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ πρέπει βέβαια νὰ εἶχαν κάποια πίστη, μὰ δὲν εἶχαν στὴν ψυχὴ τους αἴσθημα εὐγνωμοσύνης. Εἶχαν πίστη, μὰ δὲν εἶχαν ἀγάπη, γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη στὸ βάθος δὲν εἶναι παρὰ ἀγάπη. Καὶ τὸ λέγει καθαρὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος πὼς τίποτα δὲν εἴμαστε, ὅταν δὲν ἔχουμε ἀγάπη κι ἂς ἔχουμε τόση πίστη, ποὺ νὰ μετακινάη καὶ τὰ βουνά.

Καὶ πῶς τὸ ξέρουμε, θὰ πῆς, πὼς οἱ ἐννέα λεπροὶ εἶχαν πίστη; Πρῶτα τοὺς βλέπουμε νὰ φωνάζουν καὶ νὰ παρακαλοῦν γιὰ νὰ τοὺς λυπηθῆ ὁ Χριστός. Αὐτὸ φανερώνει πὼς εἶχαν κάποια πίστη καὶ γι’ αὐτὸ παρακαλοῦσαν. Ἡ ἀρρώστια κι ὁ πόνος μαλακώνουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν πλησιάζουνε στὸ Θεό, ἂν καὶ οἱ δέκα λεπροὶ δὲν ἤξεραν πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν Θεός, μὰ τὸν ἔβλεπαν μόνο σὰν ἕναν ἄνθρωπο μὲ θεϊκὴ δύναμη. Ἔπειτα οἱ ἐννέα λεπροί, ὅταν πῆραν τὴν ἐντολὴ νὰ πᾶνε στοὺς Ἱερεῖς, ξεκίνησαν χωρὶς δισταγμὸ καὶ μ’ ἐμπιστοσύνη στὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν εἶδαν πὼς καθαρίσθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τους. Δὲν θὰ γινότανε λοιπὸν τὸ θαῦμα, ἂν ἦταν καὶ δὲν εἶχαν πίστη. Μὰ εἴπαμε πὼς οἱ ἐννέα λεπροὶ εἶχαν κάποια πίστη, μὰ δὲν ἔδειξαν εὐγνωμοσύνη, ποὺ θὰ πῆ πὼς δὲν εἶχαν ἀγάπη.

Τέτοια λειψὴ πίστη, χριστιανοί μου, ἔχουνε πολλοί. Ὅταν εἶναι στὴν ἀνάγκη, τρέχουνε στὸ Θεὸ καὶ κλαῖνε μὲ θερμὰ δάκρυα καὶ ζητοῦνε τὸ θεῖο ἔλεος. Ὅταν περάση ἡ ἀνάγκη κι ὅταν λάβουνε τὴν εὐεργεσία, τότε ξεχνοῦνε τὸν εὐεργέτη. Κι ὄχι μόνο τὸν ξεχνοῦνε, μὰ καὶ τὸν βλασφημοῦνε καὶ τὸν βρίζουνε. Κι ἀφοῦ τέτοια κάνουν οἱ ἀχάριστοι στὸ Θεό, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα κάνουν καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ λένε πὼς ἔχουν πίστη καὶ δείχνουν πὼς εἶναι καλοὶ χριστιανοί, μὰ σὰν δὲν ἔχουν καλωσύνη κι ἀγάπη καὶ δὲν αἰσθάνονται εὐγνωμοσύνη σὲ κείνους ποὺ τοὺς κάνουνε καλό, δὲν εἶναι τίποτα. Ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν τέτοια λειψὴ πίστη, ποὺ δὲν ξέρει τὴν ἀγάπη καὶ ξεχνάει τὴν εὐγνωμοσύνη, εἶπε πικρὰ λόγια, ὅπως τ’ ἀκούσαμε σήμερα στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο.

Μὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅπως καταδίκασε τὴν ἀχαριστία στὸ πρόσωπο τῶν ἐννέα λεπρῶν, ἔτσι κι ἐδικαίωσε τὴν εὐγνωμοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ ἑνός. Γιατί μέσα στοὺς ἐννέα ἀχάριστους βρέθηκε ἕνας εὐγνώμονας. Νὰ παραδεχθοῦμε τάχα πὼς ἐτούτη εἶναι ἡ ἀναλογία; Πὼς ἕνας στοὺς δέκα βρίσκεται νὰ ‘χη εὐγνωμοσύνη κι ἐννέα εἶν’ ἀχάριστοι; Ἂς μὴν τὸ ποῦμε αὐτό, μόνο ἂς παραδεχθοῦμε γενικὰ πὼς ἡ ἀρετὴ στὸν κόσμο εἶναι πάντα λιγοστή. Τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς πολλοὶ εἶναι οἱ κλητοί, μὰ λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, ποὺ πάει νὰ πῆ πὼς κι οἱ ἀχάριστοι πλεονάζουνε μεταξύ μας, πὼς εἶναι πάντα λιγοστοὶ ὅσοι ἔχουνε μέσα τους αἴσθημα εὐγνωμοσύνης. Καὶ πρέπει νὰ ξέρουμε, χριστιανοί μου, πὼς ὅπου δὲν ὑπάρχει εὐγνωμοσύνη δὲν θὰ βροῦμε κι ἄλλη καμιὰ ἀπὸ τὶς ἀρετές. Ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι πρωταρχικὴ ἀρετή, εἶναι ἡ ἀρετὴ ποὺ γεννάει μία μία τὶς ἄλλες ἀρετές· ἂν πῆς ὅμως γιὰ τὴν ἀχαριστία, αὐτὴ ὅπου ὑπάρχει παίρνει μαζί της κι ὅλες τὶς ἄλλες κακίες. Νὰ μὴ φοβᾶσαι τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει νὰ εὐγνωμονῆ, ἂς εἶναι ξένος, ἂς εἶναι ἀλλόφυλος, ἂς εἶναι κι ἐχθρός. Ἀλλόφυλος ἦταν ὁ Σαμαρείτης κι ὅμως αὐτὸς ἐσώθηκε μέσα στοὺς δέκα λεπροὺς κι ἂς ἦταν οἱ ἄλλοι ἐννέα Ἰουδαῖοι. Γιατί ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε σ’ ἐτοῦτο τὸν εὐγνώμονα Σαμαρείτη· «πήγαινε καὶ ἡ πίστις σου σ’ ἔκαμε καλά». Μὰ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε καὶ ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε». Αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὸν εὐγνώμονα Σαμαρείτη κι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς εἶναι πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴ θεραπεία τῆς σωματικῆς του ἀρρώστιας· εἶναι σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Οἱ ἐννέα μόνο ποὺ θεραπεύθηκαν, ὁ ἕνας ἐσώθηκε. Κι ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς τὸν ἔσωσε ἡ πίστη του, ποὺ δὲν ἦταν πίστη λειψή, μὰ πίστη σωστὴ κι ἀληθινή, συνταιριασμένη μὲ τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη. Ὁ ἕνας ἐτοῦτος δὲν ἤξερε μόνο νὰ παρακαλῆ μὲ πίστη, μὰ ἤξερε καὶ νὰ πιστεύη μ’ εὐγνωμοσύνη. Οἱ ἐννέα βρῆκαν τὸ Χριστὸ γιὰ νὰ τὸν παρακαλέσουν, μὰ δὲν βρέθηκαν ὕστερα γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουν. Οἱ ἐννέα δὲν βρέθηκαν, ὁ ἕνας ἦταν παρών, γιατί ὅπως τὸ εἴπαμε κι ἄλλη φορά, ἡ ἀγάπη εἶναι παρουσία. Ὅποιος ἀγαπᾶ, ὅποιος εὐγνωμονεῖ δὲν χάνεται, μὰ εἶναι πάντα παρών· ἡ πίστη του τὸν ὁδηγάει νὰ βρίσκη τὸ Θεὸ κι ἡ εὐγνωμοσύνη του τὸν φέρνει νὰ βρίσκεται πάντα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Σὲ μιά του ἐπιστολὴ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει· «Εὐχαριστεῖτε πάντοτε ὑπὲρ πάντων», ποὺ θὰ πῆ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ καὶ πατέρα μας γιὰ ὅλα ποὺ μᾶς δίνει· γιατί ὅλα συνεργοῦνε στὴ σωτηρία μας, φτάνει μόνο ἐμεῖς νὰ ξέρουμε νὰ τὰ δεχθοῦμε. Ἂς ἔχουμε τὸ λοιπὸν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεὸ κι ἂς εἴμαστε καὶ μεταξὺ μας εὐγνώμονες κι ἂς εἶναι πάντα στὰ χείλη μας ἡ δοξολογία τῶν Ἁγίων· «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Ἀμήν.

4.

Ἡ θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν (Λουκ. ιζ, 12-19)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς, καὶ ἂν καὶ δὲν θυμόμαστε συνεχῶς τὴν ἀνάγκη ποὺ ἔχουμε νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες, πῶς μποροῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε μὲ εὐγνωμοσύνη σ’ ὅ,τι τὸ Εὐαγγέλιο φέρνει στὴ ζωή μας; Ὁ Θεὸς τόσο ἀγάπησε τὸν κόσμο ὥστε πρόσφερε τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος· καὶ ὁ Υἱὸς πρόσφερε ἐλεύθερα τὸν ἑαυτό Του σὲ μᾶς μέσα ἀπὸ τὴν κυρίαρχη ἐλευθερία τῆς Θεότητάς Του· κανεὶς δὲν ἔχει ἀφαιρέσει ἀπὸ Ἐκεῖνον τὴ ζωὴ- αὐτὰ εἶναι τὰ λόγια Του· πρόσφερε τὴ ζωή Του, ἐλεύθερα, πρόθυμα γιὰ νὰ ζήσουμε ἐμεῖς.

Καὶ σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε ἕνα μικρὸ παράδειγμα τοῦ τρόπου, ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς, δεχόμαστε τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ. Δέκα ἄνδρες ἦλθαν στὸν Κύριο, μὲ καλυμμένο τὸ σῶμα τους ἀπὸ τὴ λέπρα, καταδικασμένοι σ’ ἕνα σκληρὸ θάνατο, ἀλλὰ ποὺ εἶχαν ἐπίσης ἀπορριφθεῖ σύμφωνα μὲ τὸ τυπικό τῆς κοινωνίας ἀπὸ τοὺς δικούς τους ἀνθρώπους ἐξαιτίας τῆς ἀκαθαρσίας αὐτῆς τῆς μολυσματικῆς ἀσθένειας. Ἦλθαν πρὸς Αὐτόν, στάθηκαν σὲ ἀπόσταση, ἐπειδὴ γνώριζαν ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν Ἑβραϊκὸ Νόμο δὲν εἶχαν κανένα δικαίωμα, νὰ ἔλθουν κἄν κοντά Του, νὰ τὸν ἀκουμπήσουν. Καὶ ζήτησαν ἔλεος. Καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἔστειλε στοὺς ἱερεῖς γιὰ νὰ τοὺς φανερώσουν δεῖγμα τῆς εὐγνωμοσύνης τους γιὰ τὴν ἴαση ποὺ εἶχαν δεχτεῖ· καὶ πίστεψαν τὰ λόγια Του καὶ πῆγαν, καὶ θεραπεύτηκαν πρὶν πραγματοποιήσουν τὸν σκοπό τους. Θὰ περιμέναμε νὰ τρέξουν πίσω, νὰ πέσουν στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, νὰ τὸν ἀγγίξουν σὲ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης- ὄχι… Κανείς τους δὲν ἐπέστρεψε· τοὺς ἦταν ἀρκετὸ ποὺ θεραπεύτηκαν: αὐτὸ ἦταν ποὺ χρειάζονταν ἀπὸ τὸν Θεό. Ὡστόσο, ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ἐπέστρεψε καὶ ἦλθε νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο.

Δὲν εἶναι μία εἰκόνα τούτη ἡ παραβολὴ γιὰ τὸν τρόπο ποὺ τόσο συχνὰ φερόμαστε; Προσευχόμαστε· ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Κύριο κάτι ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει: μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου, ἴσως νὰ εἶναι ἁπλὰ κάτι ποὺ τόσο πολὺ χρειαζόμαστε· ἢ ποὺ δὲν χρειαζόμαστε τόσο πολύ, ἀλλὰ ποὺ ἔχουμε τόσο μεγάλη λαχτάρα γι’ αὐτό. Καὶ τότε μᾶς δίνεται αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε· καὶ παίρνουμε τὸ δῶρο, καὶ ὁρμᾶμε στὴ ζωὴ μὲ τὸ δῶρο στὰ χέρια, ὁρμᾶμε στὴ ζωὴ ἐπειδὴ μᾶς εἶναι ἀρκετὸ ποὺ ἐκπληρώθηκε ἡ προσευχή μας. Πόσο σπάνια ἐπιστρέφουμε, ἀφήνοντας τὸ δῶρο μας γιὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε ἀργότερα, ἀλλὰ πρῶτα ἀπ’ ὅλα γιὰ νὰ στραφοῦμε στὸ Θεὸ καὶ νὰ τοῦ ποῦμε: Τί θαῦμα! Ποιὰ εἶναι ἡ ἀγάπη Σου! Πόσο σπουδαία, πόσο σπλαχνικά, πόσο ταπεινὰ- ἀνταποκρίθηκες στὴν προσευχή μου.. Ἀπὸ τοὺς δέκα ἀνθρώπους ὁ ἕνας ἐπέστρεψε στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό: πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἦλθαν ἀμέσως, πρὶν ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὴ δωρεά, γιὰ νὰ στραφοῦν στὸν Θεὸ μὲ ἕνα χαμόγελο, ὅπως στρέφεται ἕνα παιδὶ καὶ λέει «Εὐχαριστῶ!», ἀκόμα καὶ μ’ ἕνα χαμόγελο, χωρὶς λόγια, πρὶν ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ τοῦ δόθηκε. Καὶ χάνουμε τόσα πολλὰ ὅταν δὲν εἴμαστε εὐγνώμονες· ἐπειδὴ ἂν μαθαίναμε νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες στὰ ἐμφανῆ δῶρα τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀνακαλύπταμε σταδιακὰ ὅτι μποροῦμε νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες σὲ πολὺ περισσότερα, γιὰ ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἡ Θεία Πρόνοια φέρνει στὸ δρόμο μας: ὄχι μόνο τὰ πράγματα ποὺ μᾶς χαροποιοῦν, ὄχι μόνο τὰ θαύματα τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τὶς προκλήσεις τῆς ζωῆς, τὰ πράγματα ποὺ ἀπαιτοῦν ἀπὸ ἐμᾶς κουράγιο, μεγαλεῖο, εὐγένεια, τὰ πράγματα ποὺ φοβόμαστε. Καὶ πόσο συχνὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ξεπεράσουμε τὴν ματαιοδοξία μὲ τὴν εὐγνωμοσύνη ποὺ θὰ νοιώθαμε! Ἐπειδὴ ματαιοδοξία σημαίνει νὰ κοιτάζουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ σκεφτόμαστε: πόσο ὑπέροχοι εἴμαστε, ξεχνώντας ὅτι αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, ὅλα ὅσα ἔχουμε εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ.

Ἂν μοναχά, κάθε φορὰ ποὺ ἔχουμε πεῖ, ποὺ ἔχουμε κάνει τὸ σωστό, κάθε φορὰ ποὺ εἴμαστε ἄξιοι τῆς ποιότητας, τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς εὐγένειας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἐπίσης τοῦ ὀνόματος τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ – ἂν κάθε στιγμὴ στρεφόμασταν στὸν Θεὸ καὶ Τοῦ λέγαμε, «Ναί! Πόσο ὑπέροχα εἶναι τὰ λόγια ποὺ εἶπα, πόσο καλὴ εἶναι ἡ πράξη ποὺ ἔκανα –καὶ τὰ πάντα ἦταν ἀπὸ Ἐσένα: Ἐσύ μοῦ ἔδωσες τὴν εὐκαιρία, Κύριε! Ἤμουν σὲ θέση νὰ ἀντιληφθῶ τὴν ἀνάγκη ἐπειδὴ Ἐσὺ ψιθύρισες στὴν καρδιά μου: Κοίταξε!… Θὰ μποροῦσα νὰ καταλάβω γιατί ὁ νοῦς μου θὰ φωτιζόταν ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο! Ἡ καρδιά μου ἀνταποκρίθηκε ἐπειδὴ τὴν ἄγγιξες Ἐσύ, καὶ ἡ πέτρινη καρδιὰ ποὺ κουβαλῶ στὸ στῆθος τὶς περισσότερες φορές, ἔγινε μία καρδιὰ ἀπὸ σάρκα γεμάτη συμπόνια καὶ κατανόηση! Καὶ μοῦ ἔδωσες τὰ μέσα γιὰ νὰ συναντῶ τὴν ἀνάγκη, καὶ τὴν χαρὰ νὰ τὴν συναντῶ!…

Ἂν θὰ μπορούσαμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο στὸ κάθε τι, θὰ ἀνακαλύπταμε ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ μία πράξη λατρείας καὶ εὐγνωμοσύνης.

Ἂς μελετήσουμε τὸ θέμα αὐτό, πλησιάζουμε τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ καρδιά μας θὰ πρέπει νὰ φλέγεται ἀπὸ εὐγνωμοσύνη: ὁ Θεὸς μᾶς ἀγάπησε τόσο πολὺ ὥστε νὰ γίνει ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς· ἂν καὶ ἤμασταν ξένοι, συχνὰ ἐχθρικοὶ ἀπέναντί Του, ἦρθε καὶ ἔδωσε τὴ ζωή Του γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε!…Πρέπει νὰ προετοιμαστοῦμε: ἡ χαρά, ἡ εὐγνωμοσύνη, ἡ πίστη, ἡ εἰλικρίνεια πρὸς τὸν Θεὸ δὲν ἔρχονται ξαφνικά· πρέπει νὰ ἑτοιμαστοῦμε γι’ αὐτό. Ἂς σκεφτοῦμε τί πρόκειται νὰ συμβεῖ· αὐτὸ ποὺ συνέβη σχεδὸν πρὶν 2000 χρόνια ποὺ θὰ θυμόμαστε σὰν ἕνα πραγματικὸ γεγονός· καὶ νὰ ἑτοιμαστοῦμε, μὲ καρδιὰ καλλιεργημένη, βαθιὰ χαραγμένη ἀπὸ πίστη, ἀπὸ σκέψη, ἔχοντας μελετήσει προσεχτικὰ ὅλη μας τὴ ζωή, ἕτοιμοι νὰ δεχτοῦμε τὸν Κύριο στὴν καρδιά μας μὲ ἁπλότητα καὶ ἁγνότητα, ὅπως ἕνας βοσκός, ἢ σὰν τοὺς Σοφοὺς Μάγους μέσα ἀπὸ τὴν βαθιὰ κατανόηση ποὺ προσφέρει ἡ σοφία. Ἀμήν!

5.

Οἱ ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων (Λουκ ιζ, 12-19)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν»

Ὅλες οἱ διατάξεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «τυπικὰ ἦν καὶ συμβολικὰ καὶ σκιώδη», δηλαδὴ ἦταν συμβολικὲς καὶ εἶχαν τὴ σημασία τους (Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς). Π.χ. ἡ λέπρα ἦταν ἀρρώστια φρικτὴ καὶ ἀποτρόπαιη, γι’αὐτὸ καὶ διέταζε ὁ Μωσαικὸς νόμος ὅσοι ἔχουν προσβληθεῖ στὴν πόλη ἀπ’ αὐτὴν νὰ μὴν κατοικοῦν μέσα σ΄αὐτήν, ὅπως ἐπίσης δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ πλησιάσει ἕνας ὑγιής τοὺς λεπρούς. Τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ εἶχαν πυορροοῦσες πληγὲς ἢ ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς νεκρούς. Προκειμένου νὰ ἀποτινάξουν τὸ μίασμα ὅσοι εἶχαν ἔλθει σὲ ἐπαφὴ μὲ ὅλους αὐτούς, ἔπρεπε νὰ ὑποστοῦν καθαρμοὺς ἢ νὰ κάνουν ἐξιλαστήριες θυσίες καὶ προσευχές. Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε τὸν Κύριο νὰ θεραπεύει δέκα λεπροὺς καὶ νὰ τοὺς ἀποδίδει ὑγιεῖς στὸ κοινωνικὸ σύνολο. Αὐτὸ ὅμως μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν ἀρρώστια καὶ τὶς αἰτίες ποὺ τὴν προκαλοῦν.

Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς ἡ αἰτία τῶν ἀσθενειῶν

Οἱ ἀρρώστιες δὲν εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι ποιητὴς τῶν καλῶν κι ὄχι τῶν δυσαρέστων καὶ ὀδυνηρῶν. «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησεν, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γεν 1,31). Ἡ ἀρρώστια ἔχει τὴν αἰτία καὶ τὴ ρίζα της στὴν ἁμαρτία. Αἰτία τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν, λέγει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι «ἡ πονηρία τῆς γνώμης». Τὰ περισσότερα νοσήματα αἰτία ἔχουν τὴν ἁμαρτία. Κατ’ ἀρχὴν ὁ Θεὸς μᾶς δημιούργησε χωρὶς φροντίδες καὶ ἀρρώστιες. Ἔπεσε ὅμως ὁ ἄνθρωπος στὴν ἁμαρτία, διεφθάρη ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ παρουσιάζει ἀτέλειες καὶ ἀρρώστιες. Ἀργότερα βέβαια, ὅταν γίναμε ἀδύναμοι βρῆκε τὴν εὐκαιρία ὁ διάβολος καὶ προκάλεσε κι αὐτὸς ἀσθένειες στὸν ἄνθρωπο. Παράδειγμα ἡ συγκύπτουσα, γιὰ τὴν ὁποία εἶπε ὁ Χριστός: «ταύτην δὲ θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν, ἥν ἔδησεν ὁ Σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη» (Λουκ. 13,16). Ἐπίσης ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του ἔμεινε καθηλωμένος τριάντα ὀκτὼ χρόνια ὁ παραλυτικὸς (Ἰωάν. 5,14).

Ὁ Χριστὸς εἶναι ἰατρός μας

Ὁ Χριστὸς θεράπευσε, κατὰ τοὺς Πατέρες, «πᾶσαν τὴν λεπρωθεῖσαν φύσιν». Γεύθηκε ὁ ἴδιος τὸν θάνατο γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὰ κακά τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς μας, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ἡ ἀρρώστια. Αὐτός, κατὰ τὸν προφήτη Ἠσαΐα, «τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν» (Ματθ. 8,17). Αὐτὸς θεράπευσε «τοὺς κακῶς ἔχοντας» (ὅπ. π. στίχ. 16). Ὄχι μόνο θεράπευσε σωματικά τοὺς ἀρρώστους ἀλλὰ καὶ ψυχικά.

Οἱ ἀρρώστιες τῶν ἀνθρώπων

Πράγματι ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὰ σωματικὰ καὶ ψυχικά μας νοσήματα. Εἴμαστε ὅμως ἄξιοι νὰ θεραπευθοῦμε; Ἐδῶ μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς πολλὲς φορὲς ἀσθένειες τοῦ σώματος ἔχουν ἐπίδραση στὴν ψυχή μας καὶ ἁμαρτίες τῆς ψυχῆς ἔχουν ἄμεσο ἀντίκτυπο στὸ σῶμα. Ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων εἶναι ὁ Χριστός. Ἕνας ἀρχαῖος ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας Τὸν ὀνομάζει «ἀρχίατρον ἐπιστήμονα». Ὅπου ὑπάρχει ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμη εἶναι παρατηρημένο πὼς οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι καλύτερα ἀντιμετωπίζουν τὴν ἀσθένεια μὲ ἐλπίδα καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό. Ἀντίθετα, ὅσοι βρίσκονται σὲ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν Θεὸ ταλαιπωροῦνται πιὸ πολύ. Δὲν ἠρεμοῦν, εἶναι ἀπότομοι, σκληροὶ καὶ ἰδιοτελεῖς. Ἁμαρτία καὶ ἀρρώστια συνδέονται.

Ἀδελφοί μου, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ μυστήρια εἶναι ἕνα ἰατρεῖο ἀδάπανο. Δὲν καταργεῖ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη. Ἀντίθετα τὴν βοηθεῖ πολὺ στὸ ἔργο της. Ἡ πίστη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ μετάνοια μᾶς ἀφαιροῦν τὶς ἁμαρτίες καὶ μᾶς πλησιάζουν μὲ περισσότερο θάρρος στὸν Χριστὸ γιὰ νὰ θεραπευτοῦμε. Σὲ μᾶς ὅλους ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου μας: «Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;». Περιμένει ἀπὸ μᾶς νὰ ποῦμε: «Ναὶ Κύριε» (Ματθ. 9,28). Μ’αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ πλησιάζουμε τὸν θεραπευτὴ Ἰησοῦ στὴν Ἐκκλησία μας. Ἀμήν.

6.

Τὸ εὐχαριστῶ τῆς εὐγνωμοσύνης

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ καθὼς ἔμπαινε ὁ Ἰησοῦς σ’ ἕνα χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα λεπροί. Στάθηκαν λοιπὸν ἀπὸ μακριὰ καὶ τοῦ φώναζαν δυνατά: «Ἰησοῦ, Δάσκαλε, ἐλέησέ μας!» Βλέποντάς τους ἐκεῖνος τοὺς εἶπε: «Πηγαίνετε νὰ σᾶς ἐξετάσουν οἱ ἱερεῖς». Καὶ καθὼς πήγαιναν, καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὅταν εἶδε ὅτι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας μὲ δυνατὴ φωνὴ τὸν Θεό, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε. Κι αὐτὸς ἦταν μάλιστα Σαμαρείτης. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε: «Δὲν θεραπεύτηκαν καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννιὰ ποῦ εἶναι; Κανένας τους δὲν βρέθηκε νὰ γυρίσει νὰ δοξάσει τὸν Θεὸ παρὰ μόνο τοῦτος ἐδῶ ὁ ἀλλοεθνής;» Καὶ σ’ αὐτὸν εἶπε: «Σήκω καὶ πήγαινε στὸ καλό Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε» (Λουκ. 17, 12-19).

Εἶναι τρομερὸ νὰ φανταστοῦμε γιὰ μία στιγμὴ τὸν ἑαυτὸ μας ἀπομακρυσμένο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, χωρὶς καμιὰ δυνατότητα ἐπαφῆς καὶ συναντήσεως, μὲ ἄρρωστο καὶ συνεχῶς φθειρόμενο κορμὶ ἀπὸ κάποια μεταδοτικὴ ἀρρώστια καὶ ἐπὶ πλέον συνοδευμένο μὲ τὴ μόνιμη καταφρόνια ὅτι ἡ ἀρρώστια ποὺ ἔχουμε ἀποτελεῖ τιμωρία γιὰ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή μας. Καὶ ξαφνικὰ κάποιος μᾶς πλησιάζει ἀψηφώντας τοὺς κινδύνους, καταπατώντας τὶς ἐπικρατοῦσες κοινωνικὲς προκαταλήψεις, δείχνοντας ἄφοβα καὶ ἀπεριόριστα τὴν ἀγάπή του. Δὲν θὰ αἰσθανθοῦμε ἄπειρη εὐγνωμοσύνη γι’ αὐτόν;

Μιὰ τέτοια περίπτωση δέκα τραγικῶν ἀσθενῶν μᾶς παρουσιάζει ἡ διήγηση τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ (τὴν Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ), τοὺς ὁποίους ἄγγισε ἡ σωστικὴ χάρη καὶ ἡ θεραπευτικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ σαρκώνει μέσα στὸν κόσμο καὶ ἀποκαλύπτει μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατό του ὁ Χριστὸς δὲν περιορίζεται στοὺς ὀλίγους, στοὺς ἐκλεκτούς, στοὺς δικούς του. Ἐκτείνεται σὲ ὅλους, ἀκόμη —ἢ μᾶλλον ἰδιαίτερα— σὲ αὐτοὺς ποὺ οἱ «σοβαροὶ» καὶ «εὐσεβεῖς» ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς του θεωροῦν μολυσμένους καὶ ἁμαρτωλούς. Δὲν γνωρίζει ὅρια κοινωνικά, πολιτικὰ ἢ θρησκευτικά. Ἐκδηλώνεται κατὰ τὴ διήγησή μας σὲ δέκα ἀνθρώπους ποὺ τοὺς ἕνωσε ὁ πόνος τῆς μολυσματικῆς ἀρρώστιας. Ὁ Ἰησοῦς τοὺς συναντᾶ καὶ διαλέγεται μαζί τους, ξεπερνώντας τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο ποὺ ἀπαγορεύει τὴ συνάντηση μὲ λεπρό. Ὁ ἕνας μάλιστα ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ἀλλοεθνής, ἦταν Σαμαρείτης.

Καὶ ὅμως, αὐτοῦ τοῦ τελευταίου ἡ στάση εἶναι ποὺ κάνει ἐντύπωση καὶ ὑπογραμμίζεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστή. Οἱ ἐννέα θεραπευμένοι, πλημμυρισμένοι ἀπὸ τὴ χαρὰ τῆς ὑγείας καὶ τῆς συναντήσεως μὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους, βλέποντας δυνατὸ καὶ καθαρὸ τὸ σῶμα τους, ξέχασαν νὰ ἐκφράσουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὸν εὐεργέτη Χριστὸ —τυπικὸ παράδειγμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐπικαλοῦνται τὸν Θεὸ στὴ θλίψη καὶ τὸν πόνο ἀλλὰ τὸν παραθεωροῦν στὴ χαρά, ποὺ νομίζουν ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τὸ τελευταῖο καταφύγιο στὴν ἀσθένεια, ὅταν ἐξαντληθοῦν ὅλες οἱ ἄλλες ἀνθρώπινες δυνάμεις καὶ ὄχι ὁ πρῶτος φίλος στὴν ὑγεία καὶ στὴ χαρά. Ἀσφαλῶς οἱ ἐναγώνιες κραυγὲς βοήθειας ποὺ ἀπευθύνονται στὸν Θεὸ καθημερινὰ εἶναι περισσότερες ἀπὸ τὶς προσευχὲς εὐχαριστίας καὶ εὐγνωμοσύνης!

Πολλὰ πράγματα τὰ θεωροῦμε αὐτονόητα μέσα στὴ ζωή, χωρὶς νὰ αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ εὐχαριστήσουμε κανένα γιὰ τὶς καθημερινὲς δωρεές. Ἡ αὐτοτέλεια καὶ ἡ αὐτοπεποίθηση δὲν ἀφήνουν περιθώρια εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν εὐεργέτη Θεό. Τὰ χείλη μας δύσκολα κινοῦνται γιὰ νὰ ποῦν ἕνα εὐχαριστῶ, ἐνῶ πολὺ εὔκολα, σχεδὸν αὐθόρμητα, ἀπευθύνουν κραυγὲς καὶ ἐπικλήσεις βοήθειας στὸν καιρὸ τῆς ἀνάγκης. Καὶ ἐδῶ συμβαίνει τὸ ἑξῆς χαρακτηριστικό: Ὅταν περάσει ἡ ἀνάγκη, ὄχι μόνο ξεχνοῦμε τὴ στιγμὴ τῆς ἀδυναμίας ἢ ντρεπόμαστε γι’ αὐτή, ἀλλὰ προσπαθοῦμε μὲ ἐκδηλώσεις λεονταρισμοῦ ἢ αὐτοπεποιθήσεως νὰ ἰσοσταθμίσουμε τὴν ἐπιδειχθεῖσα ἀδυναμία.

Ἡ στάση αὐτὴ εἶναι καθαρὰ ἀνθρώπινη καὶ δείχνει τὴν παγίδευσή μας μέσα στὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα τοῦ ἐγωιστικὰ σκεπτόμενου ἑαυτοῦ μας. Κι ὅμως, ἡ λυτρωτικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μᾶς περιβάλλει καθημερινά. Ὃ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ δὲν σημαίνει μόνο τὸ ἀποκορύφωμα μιᾶς σειρᾶς σωστικῶν ἐνεργειῶν ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ τὰ πλάσματά του, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀρχὴ ἀτέλειωτων δωρεῶν ποὺ πλημμυρίζουν τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ σπουδαιότερη δὲ ἀπὸ αὐτὲς συνίσταται στὴν κατανίκηση τοῦ φόβου τοϋ θανάτου καὶ στὴν ἄνθηση τῆς ἐλπίδας τῆς ἀναστάσεως.

Ὅταν ἡ ὀσμὴ τοῦ θανάτου ἀπειλεῖ νὰ μεταβάλει τὰ πάντα σ’ ἕνα νεκροταφεῖο γύρω μας, δὲν ἀποτελεῖ βασικὸ λόγο εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεὸ ἡ ἀνατολὴ τῆς ἐλπίδας γιὰ μία καινούργια ζωή, χωρὶς πόνο, χωρὶς θλίψη, χωρὶς τρόμο θανάτου; Τὸ κλείσιμο στὸν ἑαυτό μας, ἡ φαρισαϊκὴ αὐτάρκεια, ἡ φαινομενικὰ δυναμικὴ αὐτοπεποίθηση, φέρουν τὴ σφραγίδα τῆς ἀπειλῆς τοῦ θανάτου. Τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς μας στὸν Θεὸ εἶναι ἡ ἀπάντησή μας στὶς ἀπειρες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, στὸ δῶρο τῆς ζωῆς ποὺ γενναιόδωρά μᾶς προσφέρει, εἶναι τὸ μεγάλο «εὐχαριστῶ». Ἕνα «εὐχαριστῶ» εὐγνωμοσύνης ποὺ θὰ συνοδεύεται ἀσφαλῶς ἀπὸ συμπεριφορὰ ἀντάξια τῆς θείας δωρεᾶς. Στὴ διήγηση ποὺ σχολιάζουμε τὸ εὐχαριστῶ πρὸς τὸν Ἰησοῦ προῆλθε ἀπὸ ἕνα ἀλλοεθνῆ, ἕνα Σαμαρείτη, ποὺ περιφρονοῦσε ὁ καθαρὸς Ἰουδαῖος. Ὁ πόνος τῆς ἀρρώστιας ἕνωσε τοὺς δέκα λεπρούς, ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἑνός, τοῦ Σαμαρείτη προκαλεῖ τὸν ἔπαινο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀναγνώριση τῆς πίστης του στὸ τέλος τῆς διηγήσεως.

7.

Στὴν θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν

Μελέτιος Καλαμαρᾶς (Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης)

Ὅταν δέν βλέπομε τά δῶρα τοῦ Θεοῦ

Ὁ μεγάλος Ρῶσσος συγγραφέας, ὀρθόδοξος χριστιανός, ἀπό τούς σοφότερους ἀνθρώπους στόν κόσμο, Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι, λέγει:

«Ἡ ζωή, ἐδῶ στή γῆ εἶναι Παράδεισος. Μόνο πού οἱ ἄνθρωποι δέν τό ξέρουν ἤ δέν θέλουν νά τό καταλάβουν».

Τί θέλει νά πεῖ;

Ἔχομε τόσα καλά. Πολλά καλά. Ὁ καθένας πολλά. Ὅλα δῶρα καί εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Τά ἔχομε, μά δέν τά βλέπομε. Δέν ψάχνομε νά τά δοῦμε. Νά τά φέρομε στό νοῦ μας. Νά τά συνειδητοποιήσομε.

Καί συμβαίνει νά μήν ἔχω κάτι καί ἡ στέρηση του, μοῦ δηλητηριάζει ὁλόκληρο τό νοῦ καί τήν καρδιά. Καί θεωρῶ τόν ἑαυτό μου χωρίς αὐτό «τό κάτι», πού μπορεῖ νά εἶναι ἕνα τόσο δά πραγματάκι, δυστυχισμένο. Ἀποτέλεσμα; Καταντῶ ὅλο γκρίνια, παραξενιά καί ἰδιοτροπία στήν ἐπικοινωνία μου μέ τούς ἀνθρώπους καί δέν διστάζω νά γογγύζω κατά τοῦ Θεοῦ.

Ἁμαρτίες μεγάλες!

Ὄχι γκρίνια. Προσευχή.

Κάθε πρωτοχρονιά, ἐπικρατεῖ τό ἔθιμο, νά ἀγοράζομε δῶρα γιά μικρούς καί μεγάλους. Σέ κάποιο τόπο, συνήθιζαν νά βάζουν τά δῶρα στά παπούτσια ἤ στίς κάλτσες τῶν ἀγαπητῶν τους. Βέβαια, τίς παλαιότερες ἐποχές, ἐκεῖνοι πού δέν εἶχαν παπούτσια, τό μεγαλύτερο δῶρο πού σκέπτονταν γιά τά παιδιά τους ἤ γιά τόν ἑαυτό τους, ἦταν ἕνα ζευγαράκι παπούτσια, ὁπότε τά παιδάκια στήν καλύτερη περίπτωση, θά εὕρισκαν σάν δῶρο τους, τά ἴδια τά παπούτσια.

Γιά φαντασθεῖτε, ἕνας ἄνθρωπος νά ψάχνει τό παπούτσι του καί τήν κάλτσα του, νά βρεῖ μέσα μιά καραμέλα ἤ ἔστω κάποιο παιγνιδάκι. Καί ἅμα δέν τά βρίσκει, νά ἀρχίζει τήν γκρίνια καί νά μή θυμᾶται ὅτι μέσα σ’ αὐτά τά παπούτσια, βάζει κάτι πολύ πιό πολύτιμο. Τά πόδια του.

Ὅμως, ὑπάρχει κάτι πολύ πιό ἀνώτερο καί πιό ὄμορφο ἀπό τά πόδια. Τά μάτια μας. Ὅταν θέλομε νά προστατεύσομε κάτι τό πολύ σπουδαῖο λέμε: «Νά τό προσέχεις σάν τά μάτια σου». Ἄν μᾶς ρωτήσουν:

«Τί προτιμᾶς νά χάσεις; Χέρι, πόδι ἤ τά μάτια σου;»

Τό χέρι καί τό πόδι, θά πεῖς.

Τά μάτια μας νά εἶναι καλά.

Διηγεῖται ἕνας κληρικός:

Στήν ἐκκλησία πού ἤμουν, ἔψαλλε κάθε Κυριακή ἕνας ἐντελῶς τυφλός. Μά πῶς ἔψαλλε; Ἀριστουργηματικά. Καί τίς λέξεις τίς ἔλεγε καλύτερα ἀπό ἐκείνους πού βλέπουν. Ὁλοκάθαρα! Μέ ὅλο τους τό νόημα. Μέ τά δάκτυλά του, ψηλαφοῦσε ἕνα εἰδικό βιβλίο γιά τυφλούς καί διάβαζε. Ἦταν δέ τόσο εὐσεβής, πού τά ἔλεγε μέ τέτοιο πόνο καί κέφι, πού δέν χόρταινες νά τόν ἀκοῦς.

Ὅταν κουβεντιάζαμε, ἔλεγε:

«Δόξα νἄχει ὁ Θεός, πού μοῦ ἔχει δώσει τό ἐσωτερικό φῶς καί Τόν βλέπω. Καί πιστεύω. Δέν εἶμαι δυστυχισμένος. Εἶμαι εὐχαριστημένος πού ἔχω τά μάτια τῆς ψυχῆς μου ἀνοικτά καί μπορῶ νά διαβάζω τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, νά τόν κατανοῶ καί νά πιστεύω στόν Κύριο».

Πρῶτα, πρέπει νά ἀναζητοῦμε καί νά «διαβάζομε» τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς! Πρῶτα, νά προσπαθοῦμε νά τήν κατανοοῦμε. Μετά ὁτιδήποτε ἄλλο.

Πρῶτα, νά κυττάζομε τόν ἑαυτό μας, νά δοῦμε τί ὄμορφο μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός, πόσα ὄμορφα δῶρα Του ἔχομε ὁ καθένας μας. Μετά νά κυττάζομε ἄν εἶναι κάτι πού μᾶς λείπει. Τίποτε δέν ἐμποδίζει νά προσπαθοῦμε νά διορθώσομε τήν ἔλλειψή του. Νά τό ἀποκτήσομε καί ἐκεῖνο.

Μά ὄχι μέ γκρίνια καί μαυρίλα στήν ψυχή καί γογγυσμό, ἀλλά μέ τίς καλές μας προσπάθειες, μέ τήν καλή μας ἐπικοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους καί μέ τήν πιό καλή ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό.

Δηλαδή μέ τήν ταπεινή προσευχή.

Ὁ πόνος ἑνώνει

Τό σημερινό Εὐαγγέλιο τῶν δέκα λεπρῶν, μᾶς λέει ὅτι αὐτοί οἱ ταλαίπωροι, πού ἔπασχαν ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια, εἶχαν ἕνα καλό. Τό καλό ἦταν, ὅτι ἡ ἀρρώστια τούς εἶχε ἑνώσει καί εἶχαν ἀποτελέσει μία καλή παρέα. Καί μάλιστα στήν καλή αὐτή παρέα ὑπαγόταν καί ἕνας Σαμαρείτης. Πού θεωρεῖτο ἐχθρός τοῦ ἔθνους τους. Ἤ κάτι ἀκόμη χειρότερο.

Ἔτσι ἦταν οἱ Σαμαρεῖτες γιά τούς Ἑβραίους.

Οὔτε καλημέρα δέν ἔλεγαν ὅταν συναντιόντουσταν.

Ὅμως οἱ δέκα λεπροί εἶχαν γίνει μιά γροθιά. Τί σημαίνει αὐτό; Ἤξεραν νά ἔχουν κατανόηση, ἀγάπη καί συμπόνια ὁ ἕνας στόν ἄλλο. Νά ἕνας πνευματικός πλοῦτος.

Κάποια μέρα, ἄκουσαν ὅτι περνᾶ ἀπό ἐκεῖ ὁ Χριστός. Ἔτρεξαν ὅλοι μαζί καί στάθηκαν μακρυά.

Γιατί στάθηκαν μακρυά; Ἀξίζει νά τό προσέξομε. Καί σίγουρα θά ποῦμε:

-Μά τί θαυμάσιοι ἄνθρωποι ἦταν αὐτοί οἱ δέκα λεπροί.

Γιατί θαυμάσιοι; Ἡ ὄψη τους, ἦταν ἀποκρουστική. Ὅταν τήν ἔβλεπες, αἰσθανόσουν τόν ἐσωτερικό σου κόσμο νά ταράζεται τόσο πολύ, πού γιά μέρες δέν εἶχες ὄρεξη οὔτε νά φᾶς, οὔτε νά κοιμηθεῖς, οὔτε νά γελάσεις, οὔτε τίποτε. Τέτοια ἦταν ἡ ἐξωτερική τους ἀθλιότητα!

Στάθηκαν λοιπόν μακρυά, ἀπό εὐλάβεια στόν Χριστό καί σεβασμό στούς ἄλλους ἀνθρώπους. Πράγματα πού μερικές φορές δέν τά προσέχομε. Δέν φερόμαστε στούς ἄλλους, μικρότερους ἤ μεγαλύτερους, μέ σεβασμό, ἀγάπη, τιμή.

Εἶναι δύσκολο τό «εὐχαριστῶ»;

Καί ἐνῶ ἦταν μακρυά, ἄρχισαν νά φωνάζουν: «Ἰησοῦ, Υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησον ἡμᾶς». Τό «ἐλέησον», σημαίνει «λυπήσου μας».

Ὁ Χριστός δέν χρειάστηκε νά τούς πεῖ «τί θέλετε νά κάνω»; Κατάλαβε ἀμέσως καί τούς εἶπε:

«Πηγαίνετε νά σᾶς δοῦν οἱ ἱερεῖς».

Γράφει ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅτι ὅταν ἕνας λεπρός γίνει καλά, ἤ ἄν κάποιος ἔχει τήν ὑποψία ὅτι εἶναι λεπρός, νά πάει νά τόν δεῖ ὁ ἱερέας καί αὐτός νά γνωματεύσει, ἄν ὑπάρχει ἤ ὄχι πρόβλημα.

Οἱ λεπροί, ξεκίνησαν ἀμέσως.

Τί σημαίνει «ξεκίνησαν ἀμέσως»; Εἶχαν πίστη!

Δέν εἶπαν: «Μπᾶ! Τί μᾶς λέει; Περίπατο θά κάνομε. Πρῶτα νά γίνομε καλά καί μετά θά ξεκινήσομε». Μήπως τούς εἶχαν δίπλα τους τούς ἱερεῖς; Ἐκείνη τήν ἐποχή, οἱ ἱερεῖς ἦταν στήν Ἱερουσαλήμ. Ἔπρεπε νά κάνουν δρόμο.

Ξεκίνησαν οἱ λεπροί καί στή μέση τοῦ δρόμου, διαπίστωσαν ὅτι εἶχαν γίνει καλά. Ὁ ἕνας ἔβλεπε τόν ἄλλο νά ἔχει γίνει καλά. Δέν ἦταν πιά, οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι μέ τήν φρικτή ἀρρώστια. Μά, ὅταν τό εἶδαν, ἄρχισαν οἱ διχογνωμίες:

-Γίναμε καλά! Πᾶμε σπίτια μας!

-Βρέ δέν εἶναι σωστό. Νά γυρίσουμε νά ποῦμε ἕνα «εὐχαριστῶ» σ’ Αὐτόν πού μᾶς γιάτρεψε.

-Ἔλα καϋμένε. Θά κάνομε τώρα τόσο δρόμο γιά τό «εὐχαριστῶ»; Ἔχομε καιρό γιά χάσιμο; Τόν συναντᾶμε ἄλλοτε καί τοῦ τό λέμε…

Τό βρῆκαν λογικό οἱ ἐννέα καί τράβηξαν γιά τά σπίτια τους.

Μά ἕνας ἀπό αὐτούς –Σαμαρείτης ἦταν- δέν τούς μιμήθηκε.

Γύρισε, ἔψαξε, βρῆκε τόν Χριστό καί τοῦ εἶπε:

«Εὐχαριστῶ. Εὐχαριστῶ».

Τόν ρώτησε ὁ Κύριος:

-Καλά, δέν εἴσαστε δέκα; Οἱ ἄλλοι ποῦ εἶναι; Δέν μποροῦσαν κι’ αὐτοί, νά κάνουν μιά μικρή παρέκκλιση, νά ἔλθουν ἐδῶ, νά μέ βροῦν, νά μοῦ ποῦν «εὐχαριστῶ» καί μετά νά πᾶνε στή δουλειά τους;

Ἔχομε ἕνα κακό ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι…

Ὅταν μᾶς λείπει κάτι, χαλᾶμε τόν κόσμο νά τό βροῦμε.

Ὅταν, τό βροῦμε ὅλα καλά. Καί ποιό εἶναι τό πιό κακό ἀπό ὅλα; Τό πιό κακό ἀπό ὅλα, εἶναι μιά νοοτροπία πού κυβερνᾶ τά συναισθήματά μας, τίς πράξεις μας καί τίς ἐνέργειές μας. Ποιά νοοτροπία;

Ἄς τό ἀναλύσομε λίγο. Λέει ἕνα σλόγκαν τῆς σύγχρονης ἐποχῆς: «πάνω ἀπό ὅλα ἡ ὑγεία». Ὅμως, δέν εἶναι ἔτσι.

Ἐκείνων τῶν δέκα τούς ἔλλειπε ἡ ὑγεία καί ἔψαχναν νά τήν βροῦν. Ὅταν τήν βρῆκαν καί τήν διαπίστωσαν –χειροπιαστή πραγματικότητα- εἶναι φυσικό νά γέμισαν χαρά, χαρά, χαρά. Ἀπέραντη χαρά.

Ὅμως δέν σκέφθηκαν σοβαρά: «ποιός μᾶς τήν ἔδωσε»; «Πιό εἶναι τό πρῶτο μας χρέος»; Ἀγνόησαν τά ἐρωτήματα αὐτά. Πῆραν ἄλλους δρόμους. Ἔτσι, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἔδειξαν πνευματική φτώχεια.

Γιατί ὁ πλοῦτος ὁ πνευματικός εἶναι: Ἀγάπη, ἀναγνώριση, τιμή, εὐγνωμοσύνη σ’ ἐκεῖνον πού μᾶς ἔκανε «ἕνα κουκουτσάκι» καλό. Καί ἄν πάνω ἀπό ὅλα εἶναι, ὅπως νομίζουν, ἡ ὑγεία, πῶς θά ἔπρεπε νά φερθοῦν σ’ Αὐτόν πού τούς ἔδωσε τό «πάνω ἀπό ὅλα»;

Ἀφοῦ λοιπόν δέν ἐκδήλωσαν τήν εὐγνωμοσύνη τους, ἀπέδειξαν ὅτι ἦταν ἀπελπιστικά φτωχοί. Ἐσωτερικά βέβαια· πνευματικά.

Ἀπό ποῦ τό συμπεραίνομε;

Νά μᾶς πιάνει ἀγωνία

Ἐπανερχόμαστε στό «πάνω ἀπό ὅλα ἡ ὑγεία».

Ἀλλά ἡ σωστή, ἡ ρεαλιστική τοποθέτηση λέει:

Τό σῶμα ἔχει μιά προθεσμία.

Τό πόδι, τό μάτι, τό χέρι ἔχουν μιά προθεσμία. Ἔρχονται τά γηρατειά, καί τίποτε πιά δέν δουλεύει καλά. Κάποια στιγμή ὅλα τά μέλη μας, θά ἀκυρωθοῦν. Θά παύσουν νά ἔχουν στό σύνολό τους, ἀξία γιά τόν ἄνθρωπο.

Μιά μέρα, θά ρίξει πάνω στό σῶμα ὁ παπᾶς μιά φτυαριά χῶμα καί λίγο λάδι καί θά πεῖ: «γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ». «Τελείωσε ἡ ἀποστολή σου».

Ἀλλά γιά τόν ἄνθρωπο δέν τελείωσε ἡ ἀποστολή του. Ἀνοίγει ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ἄλλος δρόμος, ἄλλες προοπτικές, ἄλλη ζωή. Αἰώνια ζωή.

Μά ὅταν γι’ αὐτή τήν αἰώνια ζωή, ὁ ἄνθρωπος δέν κάνει τίς πρέπουσες φροντίδες καί μέριμνες;

Ὅταν δέν τήν σκέπτεται ὅσο πρέπει καλά;

Ὅταν τήν βάζει σέ δεύτερη μοῖρα ἀπό τό σῶμα;

Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἔχει μυαλό σωστό;

Δέν ἔχει! Ἤ ἔχει λίγο. Λιγότερο ἀπό ὅτι πρέπει.

Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Χριστός: «Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ»; Λίγο ἦταν αὐτό πού πῆραν;

Γιατί τό εἶπε καί τό ἔγραψαν οἱ εὐαγγελιστές; Γιατί τό διαβάζομε; Γιά νά ἀνοίγουν τά μάτια τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς μας καί νά καταλαβαίνομε ποῖο εἶναι τό πρῶτο καί ποιό εἶναι τό δεύτερο. Τί πρέπει νά προτιμᾶμε καί τί νά κάνομε.

Καί ὅταν διαπιστώνομε, ὅτι δέν ἔχομε μυαλό, σκέψη καί νοοτροπία ὅπως μᾶς τήν ὑποδεικνύει τό φῶς τοῦ κόσμου ὁ Χριστός, νά μᾶς πιάνει ἀγωνία γιά τόν ἑαυτό μας.

Ὑπακοή. Ὄχι ἐρωτήσεις

Ἦταν κάπου ἕνα λεπροκομεῖο. Τότε πού ἡ λέπρα ἦταν ἀνίατη. Ἀνάμεσα στούς ἀσθενεῖς, ξεχώριζε κάποιος, γιατί ὅλη μέρα σκοτωνόταν νά βοηθᾶ τούς ἄλλους. Εἶχε λίγο γερό σῶμα. Ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ, δούλευε.

Τόν ρώτησαν:

-Μέ ὅλα αὐτά πού κάνεις, κουράζεσαι τόσο πολύ! Εἶσαι καί τῆς Ἐκκλησίας ἀπό ὅτι φαίνεται…

-Γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τά κάνω ὅλα. Πιστεύω ὅτι ὅσο ζῶ, πρέπει νά κάνω καί ἐγώ κάτι, γιά τούς ἀνθρώπους πού πονοῦν σάν καί μένα.

-Καλά. Ἀφοῦ πιστεύεις στό Θεό, ὅταν θά σταθεῖς μπροστά Του, δέν τοῦ κάνεις καμιά ἐρώτηση;

-Σάν τί ἐρώτηση νά κάνω ἐγώ τοῦ Θεοῦ;

-Νά τοῦ πεῖς: «Θεέ μου, τό διαπίστωσες, ὅτι εἶχα τόσο καλή διάθεση, νά σκοτώνομαι, νά κάνω τοῦ κόσμου τίς δουλειές καί τίς θυσίες γιά τούς ἄλλους… Γιατί λοιπόν δέν μοῦ ἔδινες ὑγεία, νά ἔκανα ἀκόμη περισσότερα»;

-Δέν πρόκειται νά ρωτήσω τέτοια πράγματα τόν Θεό!

-Γιατί;

-Διότι ἡ σχέση μου καί ἡ θέση μου μέ τόν Θεό, δέν εἶναι νά τοῦ κάνω ἐρωτήσεις, οὔτε νά τοῦ ζητάω τόν λόγο. Ἡ δική μου σχέση καί θέση ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, εἶναι νά τόν ἀκούω καί νά κάνω ἐκεῖνο πού μοῦ λέει. Καί ἄν μέ ρωτᾶ, τότε νά τοῦ ἀπαντῶ. Μέ ταπείνωση, μέ ἀγάπη, μέ πίστη καί μέ ὑπομονή.

Ἐρώτημα: Ὅποιος σκέπτεται κάπως ἔτσι, δέν πιό εἶναι ὑγιής ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι ὑγιέστατος στό σῶμα;

Δέν εἶναι προτιμότερο νά σκεπτόμαστε περισσότερο καί πιό σωστά, γιά τήν αἰώνια ὕπαρξή μας καί γιά τόν Θεό, ἀπό ὅσο σκεπτόμαστε γιά τό πόδι, τό μπράτσο, τό στομάχι μας;

Εἶναι χίλιες φορές προτιμότερο νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σωστός στήν ψυχή καί στά μυαλά, παρά σέ μερικά μέλη τοῦ σώματος του.

Τί θέλομε νά ποῦμε;

Νά προσέχομε, ἐμεῖς πού νομίζομε πῶς βλέπομε τά πράγματα πιό καλά. Πολλούς, πού τούς καταδικάζομε καί τούς θεωροῦμε ἄξιους γιά περιφρόνηση, μπορεῖ νά εἶναι πιό καλοί ἀπό μᾶς. Ἔχομε δουλειά νά κάνομε. Νά ἀνοίξομε τά μάτια μας νά βλέπομε πιό καλά καί πιό σωστά, γιά πόσα πρέπει νά εὐχαριστοῦμε τόν Κύριο. Καί πόσο νά τόν εὐχαριστοῦμε.

«Καθεῖλε δυνάστας ἀπό θρόνων»

Βέβαια ἄνθρωποι εἴμαστε· μᾶς ἀρέσει νά ἔχομε ὑγεία, δύναμη, πλοῦτο. Μακάρι νά δώσει ὁ Θεός νά ἔχομε ὅλοι. Εἶναι πολύτιμα ἀγαθά γιά τήν παρούσα ζωή. Μόνο νά μή ξεχνᾶμε ποτέ, ὅτι ἡ Παναγία, δηλαδή ὁ Θεός μέ τό στόμα τῆς μεγάλης προφήτιδας καί διδασκάλου καί εὐεργέτιδος ὅλου τοῦ κόσμου, τῆς Ἁγίας Μαρίας, τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου λέγει: «καθεῖλε δυνάστας ἀπό θρόνων καί ὕψωσε ταπεινούς».

Ἅμα δέν πᾶνε καλά στά μυαλά, τούς σαρώνει ὁ Θεός ἐκείνους πού εἶναι καί ὑγιεῖς καί δυνατοί καί πλούσιοι. Στή θέση τους, βάζει ταπεινούς. Οὔτε τόν κόσμο, οὔτε τή ζωή μου θά κυβερνήσω ἐγώ, ἔστω καί ἄν ἔχω ὑγεία, δύναμη, πλοῦτο.

Τόν κόσμο, τόν κυβερνᾶ ὁ Θεός.

Ἡ μεγαλύτερη σοφία εἶναι νά στέκω ἀπέναντι τοῦ Κυρίου, στή θέση πού πρέπει καί σωματικά καί μέ τά μυαλά καί μέ τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μου.

Νά μᾶς βοηθᾶ καί νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός, νά καταλαβαίνομε τά διδάγματα πού μᾶς δίδει μέσα ἀπό τό Εὐαγγέλιό Του, πού εἶναι φῶς γιά τή ζωή μας. Ἀμήν.-

8.

Ὁμιλία γιὰ τὴν εὐγνωμοσύνη

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Δέκα λεπροὶ ἦρθαν στὸν Κύριο· δέκα ἄνθρωποι ποὺ ἦταν τελετουργικὰ ἀκάθαρτοι καὶ γι’ αὐτὸ εἶχαν ἀπορριφθεῖ ἀπὸ τὴν κοινότητα τους, ἀδυνατοῦσαν νὰ παραβρεθοῦν στὴν κοινὴ λατρεία στὸ Ναό, ἀδυνατοῦσαν νὰ πλησιάσουν τὶς κατοικίες τῶν ἀνθρώπων ἐπειδὴ ἡ ἀρρώστεια τους μποροῦσε νὰ μεταδοθεῖ στοὺς ἄλλους: θὰ μποροῦσαν νὰ μολυνθοῦν, νὰ ἀρρωστήσουν θανατηφόρα.

Ἦρθαν στὸν Κύριο καὶ στάθηκαν μακρυὰ ἐπειδὴ γνώριζαν ὅτι δὲν εἶχαν δικαίωμα νὰ πλησιάσουν, νὰ Τὸν ἀγγίξουν καθὼς ἔκανε ἡ αἱμορροούσα καὶ θεραπεύτηκε. Ἀπὸ μακρυὰ κραύγασαν γιὰ ἔλεος, καὶ ὁ Κύριος τοὺς θεράπευσε· τοὺς ἔστειλε στοὺς ἱερεῖς γιὰ νὰ καθαριστοῦν τυπικά. Δέκα πῆγαν καὶ οἱ ἐννέα δὲν γύρισαν πίσω ποτέ. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἀνακαλύπτοντας καθ’ ὁδὸν ὅτι θεραπεύτηκε, ἄφησε κάθε ἄλλο ἐνδιαφέρον ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐγνωμοσύνη σ’ Ἐκεῖνον ποὺ τὸν κατέστησε ὑγιῆ ψυχικὰ καὶ σωματικά. Ἐπέστρεψε καὶ εὐχαρίστησε τὸν Κύριο, καὶ τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέει ὅτι ἦταν Σαμαρείτης, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἀνῆκε στὴν Ἑβραϊκὴ κοινότητα, ἕνας ἄνθρωπος δίχως δικαιώματα στὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἦταν μόνο ξένος ἀλλὰ ἀπορριπτέος.

Γιατὶ- ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τὸν ρωτᾶ -γιατὶ συμβαίνει καὶ οἱ ἐννέα ἀπ’ αὐτοὺς δὲν σκέφτηκαν νὰ ἐπιστρέψουν; Ἐπειδὴ ἔνοιωσαν ὅτι τὴ στιγμὴ ποὺ καθαρίστηκαν ἐπανῆλθαν πλήρεις ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἱσραὴλ· δὲν χρειάζονταν τίποτα περισσότερο, εἶχαν τὰ πάντα.

Ὁ Σαμαρείτης ἤξερε ὅτι καθαρίστηκε, ὅτι θεραπεύτηκε, ἀποκαταστάθηκε δίχως νὰ ἔχει κανένα δικαίωμα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ τούτη τὴ πράξη τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ εὐγνωμοσύνη ἀνθίζει στὶς καρδιές μας πιὸ δυνατὰ ὅταν αὐτὸ ποὺ δεχόμαστε δὲν τὸ ἀξίζουμε, ὅταν εἶναι ἕνα θαῦμα θεϊκῆς καὶ ἀνθρώπινης ἀγάπης; Ὅταν νομίζουμε ὅτι ἀξίζουμε κάτι καὶ τὸ δεχόμαστε, τὸ δεχόμαστε σὰν νὰ μᾶς ὀφείλεται· αὐτὸ ἔκαναν καὶ οἱ ἐννέα Ἑβραῖοι. Ἀλλὰ ὁ Σαμαρείτης ἤξερε ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, στὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, καὶ ἡ καρδιά του γέμισε μ’ εὐγνωμοσύνη.

Αὐτὸ δὲν ἰσχύει καὶ σ’ ἐμᾶς; Πράγματι! Πράγματι ἔχει νὰ κάνει μ’ ἐμᾶς δυστυχῶς, ἐπειδὴ ὅλοι μας νοιώθουμε ὅτι ἔχουμε δικαίωματα: δικαίωμα στὸ ἀνθρώπινο ἐνδιαφέρον, δικαίωμα στὴν ἀγάπη, σὲ ὅ,τι μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει ἡ γῆ καὶ οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις, δικαίωμα στὴν φροντίδα τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν πρὸς ἐμᾶς ἀγάπη. Καὶ γι’ αὐτὸ, ὅταν δεχόμαστε ἕνα δῶρο εἴμαστε ἐξωτερικὰ εὐγνώμονες, λέμε ἕνα ἐπιπόλαιο «εὐχαριστῶ»· ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μεταμορφώνει τὴ σχέση μας, εἴτε πρὸς τὸν Θεό, εἴτε πρὸς ἐκείνους ποὺ ὑπῆρξαν ἐλεήμονες πρὸς ἐμᾶς. Τὸ δεχόμαστε ὅπως μᾶς ἁρμόζει καὶ εἴμαστε εὐγνώμονες σ’ ἐκείνους ποὺ ἔπαιξαν καθοριστικὸ ρόλο στὸ νὰ μᾶς ἀποδοθεῖ αὐτὸ ποὺ «ἁπλῶς» εἴχαμε δικαίωμα νὰ ἔχουμε.

Ὁ πρῶτος Μακαρισμὸς μᾶς μιλάει ἐν προκειμένῳ ξεκάθαρα: Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, διότι σ’αὐτοὺς ἀνήκει ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.. Ποιοὶ εἶναι «οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι;» Δὲν εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἁπλῶς πτωχοί· ἡ φτώχεια δὲν προκαλεῖ τὶς μεγάλες ἀρετὲς ἀπὸ μόνη της· «πτωχοὶ τῷ πνεύματι», εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ στὴν καρδιὰ καὶ στὸ μυαλό, μ’ ὅλο τους τὸ εἶναι, γνωρίζουν ὅτι δὲν κατέχουν τίποτα ποὺ δὲν εἶναι δῶρο καὶ δὲν ἀξίζουν τίποτα ἀπ’ ὅ,τι μᾶς δίνεται δωρεάν. Ἄς τὸ σκεφτοῦμε λίγο αὐτὸ.

Δὲν ἀποκτήσαμε ὑπόσταση ἀπὸ δική μας θέληση· ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε ὕπαρξη, ὄχι μ’ ἐντολή, ἀλλὰ μὲ μιὰ πράξη ἰσχύος. Ἀπὸ μιὰ πράξη ἀγάπης, ἐπειδή μᾶς ἀγάπησε τόσο ὥστε μᾶς ἔδωσε ὑπόσταση. Μὲ αὐτὴν τὴν πράξη μᾶς λέει: Σᾶς ἀγαπῶ! Δίχως ἐσᾶς ὁ κόσμος ποὺ δημιούργησα δὲν θὰ ἦταν ὁλοκληρωμένος στὰ μάτια μου· ἀλλὰ ἔχω πίστη ὅτι δὲν θὰ προδώσετε τὴν ἐμπιστοσύνη μου. Ἐλπίζω στὸ καλὸ ποὺ ὑπάρχει μέσα σας. Ἡ ἀγάπη μου δὲν θὰ λαθέψει ποτέ, ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα μου σ’ ἐσᾶς θὰ παραμείνουν ἀκλόνητες – ἀνταποκριθῆτε σ’ αὐτὲς. Τὸ θαῦμα εἶναι ὅτι, ὅσο λίγο κι ἄν πιστεύουμε στὸν Θεό, Ἐκεῖνος πιστεύει σ’ ἐμᾶς. Αὐτὸ δὲν εἶναι θαῦμα; Καὶ ὑπάρχουμε μόνο ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς πίστης τοῦ Θεοῦ σ’ ἐμᾶς, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς περιέβαλε.

Καὶ ἄν πᾶμε λίγο πιὸ πέρα, δὲν ὑπάρχουμε ἁπλῶς- εἴμαστε ζωντανοὶ μὲ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς κάνει ὅμοιούς Του, ἱκανοὺς νὰ Τὸν γνωρίζουμε! Καὶ ἀποκαλύφθηκε σ’ ἐμᾶς μὲ τόσους πολλοὺς τρόπους, ἀλλὰ ἐν τέλει στὴν Ἐνσάρκωση Του: ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ ἐμᾶς γιὰ νὰ δοῦμε πόσο ἔχουμε ἀγαπηθεῖ ἀπὸ Ἐκεῖνον, πόσο σπουδαῖοι εἴμαστε στὰ μάτια Του, καὶ πόσο πραγματικὰ σπουδαῖοι εἴμαστε ἐν δυνάμει στὴν ἀνθρώπινή μας φύση. Κοινωνοῦντες τὸν Χριστὸ μποροῦμε νὰ γίνουμε ὅλοι υἱοὶ καὶ θυγατέρες τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, μέτοχοι τῆς Θεϊκῆς φύσεως. Καὶ γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχει αὐτὸ ὁ Χριστὸς μᾶς πρόσφερε τὴ ζωή Του, τὴ διδασκαλία Του, τὸν θάνατο Του, τὴν συγχώρεση ποὺ ἔδωσε σ’ ἐκείνους ποὺ Τὸν σταύρωσαν: «Ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τὶ ποιοῦσι!» Αὐτὸ μᾶς ἀφορᾶ συνεχῶς, μέρα μὲ τὴν μέρα, ἀπὸ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τὴ διακήρυξη τῆς ἀνθρώπινης δόξας μας, ἀφοῦ κάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἄν θέλεις νὰ ξέρεις πόσο σπουδαῖος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, κοίταξε στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ – θὰ δεῖς τὸν Ἄνθρωπο καθισμένο στὰ δεξιὰ τῆς δόξης!

Δὲν εἶναι σ’ μᾶς ἀρκετὸ νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες ἐνώπιον ὁποιασδήποτε ἄλλης δωρεᾶς ποὺ μᾶς παραχωρήθηκε: ἡ ἀγάπη τῶν πιὸ κοντινῶν μας προσώπων καὶ ἄλλων ποὺ νοιάζονται, ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς, τῆς τροφῆς, τοῦ ἀέρα, ἡ ὑγεία. Ἀλλὰ ὅλοι μας τὰ θεωροῦμε δεδομένα· δὲν εἴμαστε «πτωχοὶ τῷ πνεύματι» – θεωροῦμε σὰν νὰ μᾶς τὰ ὡφείλουν· γιατὶ νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες ποὺ μᾶς δίνεται ὅ,τι δικαιούμαστε; Γιατὶ δὲν μᾶς δίνει ὁ Θεὸς ὅ,τι ἔχει ὑποχρέωση νὰ μᾶς δώσει; Αὐτὴ εἶναι ἡ στάση μας, δὲν τὸ διατυπώνουμε τόσο ὡμά, ἀλλὰ ζοῦμε ἔτσι!

Ὁ Σαμαρείτης δὲν ἔκανε τὸ ἴδιο· δὲν εἶχε κανένα δικαίωμα νὰ μοιραστεῖ κάτι ποὺ ἦταν δικαίωμα τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ- καὶ τοῦ δόθηκε! Καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη του ἦταν φλεγόμενη, λάμπουσα!

Δὲν μποροῦμε νὰ μάθουμε κάτι ἀπ’ αὐτόν; Κι ἐπίσης, δὲν μποροῦμε νὰ συνειδητοποιήσουμε πόσο ὑπέροχο θὰ ἦταν ἄν ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ζούσαμε κατὰ αὐτὸν τὸν τρόπο ὥστε νὰ δώσουμε χαρὰ στὸν Κύριο, τὴ χαρὰ ὄτι δὲν μᾶς δημιούργησε μάταια, ὅτι δὲν πιστεύει μάταια σ’ μᾶς, ὅτι δὲν μᾶς ἐμπιστεύτηκε μάταια, ὅτι ἡ ἀγάπη ποὺ λάβαμε εἶναι τώρα σαρκωμένη, ὄχι μόνο συναισθηματικά, ἀλλὰ στὴν πράξη!

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι εἶναι μεγαλύτερη χαρὰ νὰ δίνεις ἀπὸ τὸ νὰ παίρνεις· εἶναι αὐτὴ ἡ στάση μας; Ἄν εἴμαστε ἀληθινὰ εὐγνώμονες γιὰ τὰ χαρίσματα ποὺ εἶναι δικά μας- πόσο γενναιόδωρα, μὲ πόση χαρὰ θὰ προσφέραμε στὸν καθένα γύρω μας μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη ἀγάπης ποὺ θὰ ἦταν τὸ μερίδιο μας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἄν συνειδητοποιήσαμε ὅτι ὅλα ποὺ ἔχουμε στὴν ψυχή, στὸ σῶμα, σὲ καταστάσεις τῆς ζωῆς συμβαίνουν ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μᾶς ἔστειλε στὸν κόσμο σὰν ἀγγελιοφόρους Του νὰ φέρουμε τὴν θεϊκὴ παρουσία μὲ τίμημα ἄν χρειαστεῖ τὴ ζωή μας- πόσο εὐγνώμονες θὰ εἴμασταν καὶ πῶς θὰ ζούσαμε ἔτσι ποὺ ὁ Θεὸς ποὺ θὰ κοίταζε τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς, θὰ ἔλεγε: νὰ ἕνας μαθητής μου ποὺ κατανόησε τὸ θέλημα μου καὶ ζεῖ σύμφωνα μ’ αὐτὸ!

Ἄς προβληματιστοῦμε· ἄς μάθουμε νὰ ζοῦμε μ’ εὐγνωμοσύνη, μὲ τὴ χαρὰ ὅτι ἀγαπηθήκαμε μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ γνωρίζοντας ὅτι πρόκειται γιὰ μιὰ πράξη εὐγνωμοσύνης, χαρισμένης γενναιοδωρίας, δὲν ἔχουμε δικαιώματα καὶ ὅμως κατέχουμε τὰ πάντα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶπε τοῦτο: Δὲν ἔχω τίποτα καὶ ὅλα τὰ κατέχω. Ὁ καθένας μας θὰ μποροῡσε νὰ εἶναι τόσο πλούσιος μέσα στὴν ἀπόλυτη πτωχεία, πλούσιος ἀπὸ τὴν ἀγάπη, τὴ δύναμη καὶ τὸν πλοῦτο τοῦ Θεοῦ.

Ἄς προβληματιστοῦμε καὶ ἄς προσφέρουμε στὸν Θεό, μὲ μιὰ πράξη εὐγνωμοσύνης ὄχι μόνο στὰ λόγια, ποὺ ἀμυδρὰ νοιώσαμε, ἀλλὰ ἔμπρακτα στὴ ζωή μας: ἄς τοῦ δώσουμε τὴ χαρὰ καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι δὲν μᾶς δημιούργησε μάταια, δὲν ἔζησε καὶ δὲν πέθανε μάταια γιὰ ἐμᾶς, ὅτι εἴμαστε ἀληθινοὶ μαθητές Του ποὺ ἔχουμε καταλάβει καὶ θέλουμε νὰ ζήσουμε τὸ Εὐαγγέλιό Του. Ἀμήν.

9.

Δοξασμένοι μαζί με τον Χριστό!

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Κολασ. γ’ 4-11

1. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωή μας

Θαυμάζει κανεὶς καὶ διδάσκεται ἀπὸ τὴ ζωντανὴ σχέση ποὺ διατηροῦσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ διαρκὴς αὐτὴ ἕνωση μαζί Του ἀποτυπώνεται καὶ στὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα.

«Ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ». Δηλαδή, ὅταν ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ὁ αἴτιος καὶ χορηγὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς μας, φανερωθεῖ στὴ Δευτέρα Του Παρουσία, τότε κι ἐσεῖς οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ θὰ φανερωθεῖτε μαζί Του δοξασμένοι. Τόσο ἔντονα αἰσθάνεται τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὁ Ἀπόστολος, ποὺ Τὸν ὀνομάζει «ἡ ζωὴ ἡμῶν»!

Πράγματι, Ἐκεῖνος εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς. Πρωτίστως ὁ χορηγὸς τῆς φυσικῆς ζωῆς στὰ δημιουργήματά Του, ἀφοῦ «πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο» (Ἰω. α΄ 3), ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἐπιπλέον ὅμως, παρέχει καὶ τὴν αἰώνια καὶ μακαρία ζωὴ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, στὰ πιστὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του. Σὲ ὅσους, δηλαδή, παραμένουν ἑνωμένοι μαζί Του μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια· σὲ ὅσους ἐπικαλοῦνται τὸ ἅγιο ὄνομά Του καὶ ἐπικοινωνοῦν μαζί Του μὲ τὴν προσευχή· σὲ ὅσους ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸ δικό Του θέλημα. Ζεῖ τότε μέσα τους ὁ Χριστός. Αὐτὸ ἔνιωθε καὶ ὁμολογοῦσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β΄ 20). Δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ὁ παλαι­ὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός.

Εἴμαστε γεννημένοι γιὰ νὰ ζοῦμε. Αὐτὸς εἶναι ὁ βαθὺς πόθος κάθε ἀνθρώπου: νὰ μὴν πεθάνει ποτέ· νὰ ζήσει αἰώνια! Καὶ τὴν ἀληθινὴ καὶ ἀτελεύτητη ζωὴ θὰ τὴ βροῦμε μόνο κοντὰ στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὅταν Τοῦ παραδώσουμε ὁλοκληρωτικὰ τὴν ὕπαρξή μας. Ἐκεῖνος ἄλλωστε εἶναι ὁ Δημιουργός μας καὶ ὁ προορισμὸς τῆς ζωῆς μας.

2. Ἡ δόξα τῶν Χριστιανῶν

Στὸν στίχο ποὺ ἀναφέραμε, ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἀποκαλύπτει καὶ μία ἀκόμη σπουδαία ἀλήθεια· ὅτι κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία, μαζὶ μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ θὰ φανερωθοῦμε δοξασμένοι κι ὅλοι οἱ πιστοὶ Χριστιανοί. Δηλαδή, ὅταν ὁ Κύριος θὰ ἔλθει μὲ ὅλο τό μεγαλεῖο τῆς Θεότητός Του, περιστοιχιζόμενος ἀπὸ ὅλες τὶς οὐράνιες δυνάμεις Του, τότε καὶ κάθε πιστὸς ἀκόλουθός Του, θὰ φανερωθεῖ μαζί Του μὲ ἀπερίγραπτη καὶ ὑπερκόσμια δόξα, τέτοια ποὺ ἀδυνατεῖ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς μας νὰ συλλάβει. Σὲ τί ὕψος, πράγματι, μᾶς ἀνεβάζει ὁ Κύριος! Μὲ πόση τιμὴ καὶ δόξα περιμένει νὰ στεφανώσει κάθε πιστὸ Χριστιανό!

Ἀκόμη λοιπὸν κι ἂν εἴμαστε ἄσημοι, πτωχοί, περιφρονημένοι ἢ συκοφαντημένοι στὴ ζωὴ αὐτή· ἀκόμη κι ἂν τὸ βάρος κάποιας ἀδικίας ἢ ὁ πόνος κάποιας ἀθεράπευτης ἀσθένειας μᾶς κλονίζει, ἂς σηκώνουμε μὲ ὑπομονὴ τὴν κάθε δοκιμασία. Διότι κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου θὰ λάμψουμε μαζί Του ὅπως ὁ ἥλιος. «Τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρὸς αὐτῶν» (Ματθ. ιγ΄ [13] 43), μᾶς τονίζει ὁ ἀδιάψευστος λόγος τοῦ Κυρίου.

3. Νέκρωση τῶν παθῶν μας

Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ Ἀπόστολος ὑπογραμμίζει τὴν προϋπόθεση ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ ἔχει ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ μετέχει στὴ δόξα καὶ μακαριότητα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ποιὰ εἶναι αὐτή; Ἡ νέκρωση τῶν παθῶν του. «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς», γράφει. Δηλαδή, νεκρῶστε τὰ μέλη σας ποὺ ἐπιθυμοῦν τὶς γήινες ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές. Δὲν μᾶς ζητᾶ βέβαια νὰ σκοτώσουμε τὸν ἑαυτό μας, ἢ νὰ ἀχρηστεύσουμε κάποια μέλη τοῦ σώματός μας, ἀλλὰ νὰ νεκρώσουμε κάθε πάθος καὶ κάθε κατώτερη ἐπιθυμία μας· νὰ ἀφήσουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, τὶς ἄσχημες συνήθειες ποὺ εἴχαμε στὸ παρελθόν. «Ἁπόθεσθε τὰ πάντα», συν­εχίζει ὁ Ἀπόστολος. Βγάλτε καὶ πετάξτε ἀπὸ πάνω σας σὰν ἀκάθαρτο ἔνδυμα κάθε ἁμαρτωλή σας πράξη.

Σὲ ριζικὴ καὶ ἀποφασιστικὴ ἀλλαγή, χωρὶς διαπραγματεύσεις μᾶς προτρέπει ὁ φλογερὸς Ἀπόστολος. Ὅπως ἕνας νεκρός, ἀδυνατεῖ νὰ κινήσει τὰ μέλη τοῦ σώματός του γιὰ κάποιον ἄσχημο σκοπό, ἔτσι κι ἐμεῖς καλούμαστε νὰ συμπεριφερόμαστε ὡς νεκροὶ ἀπέναντι σὲ κάθε ἁμαρτωλὴ πρόκληση. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τονίζει ὅτι «μεγαλυτέρα νίκη εἶναι τὸ νὰ νικήσῃς ἕν σου πάθος, καὶ μίαν ἡδονὴν τῶν αἰσθήσεών σου, παρὰ τὸ νὰ νικήσῃς ἑκατὸν ἐχθρούς, καὶ περιφανέστερος λογίζεται θρίαμβος, τὸ νὰ ὑποτάξῃς τὰς αἰσθήσεις καὶ ὅλον τὸ σῶμα σου εἰς τὸν ἡγεμόνα σου νοῦν, παρὰ νὰ ὑποτάξῃς εὐρύχωρα βασίλεια» (Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον, κεφ. η΄).

Πρέπει, λοιπόν, νὰ προηγηθεῖ θάνατος· ὁ θάνατος τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἡ νέκρωση τῶν παθῶν μας, προκειμένου νὰ κερδίσουμε τὴν ζωή· τὴν ἀληθινή, ἔνδοξη καὶ αἰώνια ζωὴ ποὺ μᾶς ὑπόσχεται ὁ Κύριός μας.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”