1.

«φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ…»

Αύριο εορτάζουμε τα Θεοφάνεια. Μεγάλη εορτή της χριστιανοσύνης. Ο Ιησούς Χριστός, προσέρχεται στον Ιορδάνη ποταμό, όπου ο Ιωάννης, ο βαπτιστής, θα τον βαπτίσει. Είναι η κορυφαία στιγμή, όπου για πρώτη φορά, θα φανερωθούν μαζί τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Ο Ιησούς βαπτιζόμενος από τον Ιωάννη, το Άγιο Πνεύμα, σαν ένα περιστέρι και η φωνή από τον ΘεόΠατέρα: «σύ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοί εὐδόκησα».

 Κύριο και σημαντικό πρόσωπο, μετά την θαυματουργική εμφάνιση του Τριαδικού Θεού, είναι ο Ιωάννης ο βαπτιστής, αγαπητοί μου αδελφοί. Προφήτης και βαπτιστής, ο Ιωάννης, σύγχρονος του Ιησού Χριστού, με αποστολή καθορισμένη από τον Θεό, να προετοιμάσει την έλευση του Κυρίου μας.

Έφτασε στην έρημο ο Ιωάννης για να καλέσει τους ανθρώπους να μετανοήσουν. Βρισκόταν εκεί στην έρημο, για να ετοιμάσει «τήν ὁδόν Κυρίου» υπακούοντας στην εντολή του Θεού, όπως αναφερόταν στην προφητεία. «Ἰδού ἐγώ ἀποστέλλω τόν ἄγγελόν μου πρό προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τήν ὁδόν σου ἒμπροσθέν σου», λέγει ο επουράνιος Πατήρ, διά του προφήτου.

 Στέλνω πριν από τον Μεσσία, τον απεσταλμένο μου, να προετοιμάσει τις ψυχές των ανθρώπων, για να δεχτούν τον Σωτήρα. Πιστός στην εντολή, ο Ιωάννης, έσπευσε στον έρημο και αφιλόξενο τόπο, κοντά στον Ιορδάνη ποταμό και άρχισε να κηρύττει. Με το κήρυγμά του καλούσε τους ανθρώπους να συναισθανθούν την αμαρτωλότητα τους, να μετανοήσουν για τις αμαρτίες τους και να βαπτισθούν στα νερά του Ιορδάνη ποταμού. Κόσμος πολύς συνέρρεε από την Ιουδαία ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα του και ακούοντας το κήρυγμα πήγαιναν, εξομολογούντο τις αμαρτίες τους και βαπτίζονταν.

 Από την εποχή που οι πρωτόπλαστοι παραβαίνοντας την εντολή του Θεού, έχασαν τον παράδεισο, ο Θεός δεν έπαυσε να φροντίζει για τα δημιουργήματά Του. Πολλές φορές, ο Θεός έστειλε προφήτες, οι οποίοι προσπάθησαν, κυρίως με το δημόσιο κήρυγμά τους αλλά και με προσωπικές συμβουλές, να επαναφέρουν τους ανθρώπους στον δρόμο του Θεού. Οι άνθρωποι δυστυχώς έμειναν προσκολλημένοι στην αμαρτία. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τα μηνύματα που έστελνε με τους πολλούς προφήτες που έστειλε κατά καιρούς στον Ισραήλ. Τελευταίος λοιπόν, από τους προφήτες είναι ο Ιωάννης. Προπομπός, πρόδρομος, που προετοιμάζει τον κόσμο να υποδεχθεί, τον Μεσσία Χριστό, ο Ιωάννης. Είναι όπως αναφέρει άλλη προφητεία: «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τάς τρίβους αὐτοῦ». Ο προφήτης στον οποίο αναφερόμαστε, ο μεγαλοφωνότατος των προφητών Ησαϊας: Φωνή του ανθρώπου που κραυγάζει στην έρημο, λέγει. Ετοιμάσετε τον δρόμο, δηλαδή τις ψυχές των ανθρώπων, να τις επισκεφθεί ο Κύριος, κάμετε ίσιους και ομαλούς τους δρόμους, από όπου θα περάσει. Αυτό λοιπόν ήταν το έργο, που έπρεπε να ολοκληρώσει ο Πρόδρομος Ιωάννης: Κηρύττει την ανάγκη μετανοίας για την συγχώρηση των αμαρτιών. Εξομολογεί τους προσερχομένους σ’ αυτόν και τους βαπτίζει. Τόνιζε ωστόσο, στο κήρυγμά του. «ἒρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου, ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμί ικανός κύψας λῦσαι τόν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ». Μετά από εμένα έρχεται ο ισχυρότερος, που εγώ δεν είμαι ικανός ούτε να σκύψω και να λύσω τα κορδόνια των υποδημάτων του. Και συμπληρώνει, τονίζοντας την ταπεινοφροσύνη του, αλλά και τη διαφορά του από τον Μεσσία. Λέγει, λοιπόν, «εγώ σας βάπτισα στο νερό, ενώ Εκείνος, ο Χριστός, θα σας βαπτίσει με το Άγιο Πνεύμα και θα καθαρίσει τις ψυχές σας». Η ανταπόκριση του λαού είναι θεαματική. Πράγμα που φανερώνει ότι ο Ιωάννης έχει πετύχει στο έργο του. Είναι πλέον έτοιμος ο Εβραϊκός λαός να υποδεχτεί και το κήρυγμα σωτηρίας του προαναγγελθέντος Μεσσίου. Δυστυχώς όμως μόνο μέρος του περιούσιου λαού, θα αντιληφθεί ότι έφθασε ο Μεσσίας και αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός.

 Εμείς όμως, αγαπητοί μου αδελφοί, είχαμε την θεία ευλογία να γεννηθούμε και βαπτισθούμε Χριστιανοί, να δεχτούμε το «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» βάπτισμα, να ακούσουμε τη διδασκαλία Του στη γλώσσα μας, να γίνουμε ο πραγματικά περιούσιος λαός του Κυρίου. Ωστόσο δεν είναι αρκετό αυτό, και δεν παύει να ισχύει και για εμάς η πρόσκληση του Ιωάννη του Πρόδρομου, για μετάνοια και εξομολόγηση. Είναι το ένα από τα δυο τουλάχιστον μηνύματα που μας τονίζει η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Ιδιαίτερα τώρα με τον νέο χρόνο. Να αποφασίσουμε να αλλάξουμε τρόπο ζωής. Να μετανοήσουμε, δηλαδή να αντιληφθούμε τα λάθη μας και να αποφασίσουμε να μην τα επαναλάβουμε, να εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας. Υπάρχει κι ένα άλλο μήνυμα για τον σύγχρονο υπερόπτη άνθρωπο, που πιστεύει ότι είναι παντοδύναμος, και ότι δεν έχει καμιά, και από κανένα ανάγκη. Ο Πρόδρομος Ιωάννης, ζούσε στην ερημιά της Ιουδαίας, «ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου και ζώνην δερματίνην περί τήν ὀσφῦν αὐτοῦ, καί ἐσθίων ἀκρίδας καί μέλι ἂγριον». Απλό και απέριττο το ένδυμά του, φτιαγμένο από μαλλί της καμήλας και μια δερμάτινη ζώνη στη μέση του. Η τροφή του; Και αυτή απλή και φτωχική. Λίγα τρυφερά αγριόχορτα και μέλι από άγριες μέλισσες της περιοχής. Αλλά δεν είναι αυτό το κυριότερο δείγμα της μεγάλης του ταπεινοφροσύνης. Τόνιζε πάντοτε με έμφαση στο κήρυγμά του, «ὅτι ἒρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου» και «αὐτός βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Αυτός, δηλαδή ο Ιωάννης ήταν απλώς ο προπομπός. Δε δυσκολεύτηκε να τονίζει ότι αυτός μόνο ετοίμαζε, εξομάλυνε τον δρόμο του Χριστού. Ήταν ταπεινόφρων, πιστός στο θέλημα του Θεού, αλλά είχε και το θάρρος να ελέγχει τα κακώς κείμενα. Να ελέγχει τον αμαρτωλό Ηρώδη, και την Ηρωδιάδα για την παράνομη σχέση και τον αμαρτωλό βίο τους, χωρίς να φοβάται τις συνέπειες, που δεν άργησαν. Δεν άργησαν όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όταν είχε ολοκληρώσει πλέον το έργο του οδοποιού για τον Μεσσία Χριστό. Και έμεινε κηρύττων και βαπτίζων μέχρι τη σύλληψή του από τους στρατιώτες του Ηρώδη, τη φυλάκιση και τελικά τον αποκεφαλισμό του, για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της Ηρωδιάδας. Να κρατήσουμε και να βιώσουμε και εμείς τα διδάγματα από τη ζωή μας, και το κήρυγμα του Ιωάννη, αρχίζοντας από σήμερα. Γένοιτο! 

Δ.Γ.Σ.

2.

Εγώ γάρ ήδη σπένδομαι

Ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι, καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκε” (Β᾽ Τιμ. 4,6)

“Ἐγὼ εἶμαι ἔτοιμος νὰ χύσω τὸ αἷμά μου σὰν σπονδὴ καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἀναχωρήσεώς μου ἔφθασε”.

 Όλες οι θρησκείες έχουν ως χαρακτηριστικό τους την θυσία. Βεβαίως η θυσία νοοείται είτε ως προσφορά αίματος, συνήθως ζώων, είτε ως προσφορά καρπών της γης προς την θεότητα που οι θρησκείες λατρεύουν.

  Στην χριστιανική παράδοση- όπως και στις άλλες δύο μονοθεϊστικές θρησκείες, τον ισλαμισμό και τον ιουδαϊσμό (μετά κυρίως την διασπορά των Εβραίων)- η θυσία πήρε χαρακτήρα προσφοράς των δικαιωμάτων του ανθρώπου στον Θεό, ακόμη και της ίδιας της ζωής του, ως έσχατη απόδειξη της αγάπης και της αφοσίωσης. Βλέπουμε στην πίστη μας αυτούς που είναι έτοιμοι για το μαρτύριο του αίματος αλλά και εκείνους που είναι έτοιμοι για το μαρτύριο της συνειδήσεως, δηλαδή όσους αποφασίζουν τα πάντα στην ζωή τους να είναι ο Χριστός και να παραιτηθούν εκούσια από ό,τι κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ότι χρειάζεται για να ζήσει μία όμορφη ζωή: την ελευθερία του να τρώει ό,τι θέλει, να κάνει ό,τι θέλει, να απολαμβάνει ό,τι θέλει, ακόμη και πιο κλειστά σχήματα όπως η οικογένεια και το σπίτι. Κάποτε, ο χριστιανός παραιτείται και από το δικαίωμα να παλέψει ώστε οι άλλοι να έχουν καλή γνώμη γι’ αυτόν. Κι όλα αυτά για την αγάπη του Θεού.

 Αυτή η στάση ζωής σήμερα χτυπά έντονα σε σχέση με τον πολιτισμό μας, ο οποίος, μολονότι έχει χριστιανικά στοιχεία, εντούτοις στην ιδεολογία του θεοποιεί ό,τι ο χριστιανισμός αφήνει, αν χρειαστεί, κατά μέρος, όπως επίσης και αρνείται την απόφαση της θυσίας, διότι ο μόνος θεός που έχει ο άνθρωπος σήμερα είναι ο εαυτός του. Τα πάντα γίνονται ή προβάλλονται ως υπηρεσία του εγώ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο πολιτισμός μας να έχει θεοποιήσει τα δικαιώματα του ανθρώπου, αν και συχνά υποκριτικά, γι’ αυτό και βλέπουμε τόση εκμετάλλευση, χωρίς να δίνει έμφαση στην προσφορά του ανθρώπου στον συνάνθρωπο, όπως επίσης και στην ανάγκη της αγάπης, προκειμένου ο κόσμος να ζήσει με κριτήριο την συνύπαρξη και την ανθρωπιά και όχι μόνο την

επικράτηση. Η περιθωριοποίηση ή και η απόρριψη του Θεού γεννά έναν κόσμο αφθονίας, αλλά και κακίας που φέρνει θάνατο στις καρδιές.

  Για να γίνει όμως πράξη η θυσία, ο άνθρωπος χρειάζεται να ακολουθήσει πρότυπα. Να μιμηθεί. Κι εδώ η πίστη μας έχει ως πρότυπο τον ίδιο τον αρχηγό της, τον Θεάνθρωπο Κύριο, ο Οποίος ήρθε και προχώρησε εν κόσμω με κριτήριο την θυσία του εαυτού Του στον απόλυτο βαθμό, όπως φάνηκε στην ενανθρώπηση, οπότε και παραιτήθηκε από το να είναι μόνο Θεός, καθώς προσέλαβε την δική μας φύση, για να την αγιάσει και να την λυτρώσει από κάθε μορφής θάνατο, φάνηκε στην βάπτιση, οπότε και παραιτήθηκε από την εξουσία επάνω στους ανθρώπους, καθώς υποτάχτηκε εκούσια στον προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης και στον τρόπο που αυτός έδειχνε στους ανθρώπους, στο βάπτισμα δηλαδή της μετανοίας, χωρίς να το χρειάζεται διότι αμαρτία δεν είχε, ούτε δόλος βρέθηκε σ’ αυτόν, φάνηκε στα πάθη, τον σταυρό, τον θάνατο, την ταφή, καθώς παραιτήθηκε και από το δικαίωμα στην αθάνατη κατά άνθρωπον ζωή, για να ζήσει τα ανθρωπινα κατά πάντα δίχα αμαρτίας και να κατεβεί στον άδη για να μας αναστήσει εις ζωήν αιώνιον.

 Εύλογα αναρωτιόμαστε: είναι δυνατόν ο καθένας μας να προχωρήσει σε μία τέτοια μίμηση;

 Πριν βιαστούμε να πούμε ότι αυτό δεν γίνεται, ας θυμηθούμε ότι από τον Θεό μας δόθηκε ως υπαρξιακό δώρο η θυσία ως κορυφαία έκφραση αγάπης. Αρκεί να δούμε τον έρωτα, αλλά και την οικογένεια. Ο αυθεντικός έρωτας προϋποθέτει ως έκφραση την έξοδο από το εγώ και την παράδοση του ανθρώπου στο εμείς της σχέσης, σωματικά και ψυχικά. Ο αληθινός έρωτας είναι ένας συνεχής αγώνας παραίτησης από ό,τι δικαιούμαστε και αφιέρωσης στον άλλο. Η οικογένεια η οποία χαρακτηρίζεται από την πατρότητα και την μητρότητα είναι μία αυτονόητη θυσία, τόσο του άντρα, όσο και της γυναίκας, για χάρη των παιδιών. Αυτή η θυσία κάποτε φτάνει και μέχρι το έσχατο σημείο: τον θάνατο, αλλά εκφράζεται και με την αφιέρωση του χρόνου, του κόπου, της μέρας, της νύχτας, την παραίτηση από δικαιώματα, την υπέρβαση του εγώ. Είναι μία ευθύνη αγάπης που νοηματοδοτεί την ζωή.

  Ο Θεός έρχεται να προσθέσει στην δωρεά αυτή την πίστη. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στον μαθητή του Τιμόθεο, επισημαίνει ότι ήρθε η ώρα να προσφέρει τον εαυτό του ως σπονδή, ως θυσία στον Χριστό. Δεν είναι θυσία που θα καταστρέψει άλλους, θυσία μίσους, θυσία αυτοδικαίωσης, θυσία επίδειξης. Είναι το επιστέγασμα μίας ζωής γεμάτης από επί μέρους θυσίες: την αφιέρωση στον ευαγγελισμό των ανθρώπων, τα βάσανα, τις μετακινήσεις, την κακοπραγία από τους εχθρούς της αλήθειας, την απόρριψη που υπέστη, το αίσθημα της μοναξιάς, τις φυλακίσεις, τις κακουχίες από τα φυσικά φαινόμενα, το ναυάγιο στην Μελίτη, τον σκώλωπα, αλλά και την αδυναμία των οικείων να κατανοήσουν και να ζήσουν το ήθος της πίστης. Γι’ αυτό με πόνο ψυχής γράφει τις επιστολές του, οι οποίες είναι απόπειρα να δείξει σε όσους δίδαξε τον Χριστό ότι ο τρόπος τους θέλει αλλαγή και έκφραση κάποτε και της λύπης του για ό,τι δεν μπορούσαν να αποδεχτούν και να ζήσουν, ακριβώς διότι δεν παραιτούνταν από τα δικαιώματά τους χάριν της αγάπης.

 Ο τρόπος του Παύλου είναι ο τρόπος όλων μας. Κληθήκαμε να παραιτηθούμε πρώτα από την αυτάρκεια της εγωκεντρικής μας σκέψης, όχι να πάψουμε να κρίνουμε, αλλά να εμπιστευτούμε πρωτίστως την πνευματική μας παράδοση, τα πρότυπα της πίστης μας. Να μην είναι ο πολιτισμός μας το Α και το Ω, αλλά η Εκκλησία. Να ζούμε εν κόσμω, με προοπτική αιωνιότητας. Να μην βλέπουμε τον άλλον ως εχθρό ή ως αντικείμενο εκμετάλλευσης, αλλά ως συνοδοιπόρο αγάπης. Και η τελική μας πορεία να είναι άφημα του εαυτού μας στο θέλημα του Θεού, όποιο κι αν είναι αυτό.

Ας ξεκινήσουμε με μικρές θυσίες και θα γίνουμε έτοιμοι για μεγαλύτερες, για την καταξίωση της αγάπης! Ο Θεός θα μας ενισχύσει!

Κέρκυρα, 5 Ιανουαρίου 2020

3.

Ὁ Ἰησοῦς στὸν Ἰορδάνη

Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983)) 

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος περιγράφει ὡς ἑξῆς τὴ βάπτιση τοῦ Χριστοῦ:

Ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμῖται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν· ἦν δὲ ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον· καὶ ἐκήρυσσε λέγων· ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ. Ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην· καὶ εὐθέως ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτόν· καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν· σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ ηὐδόκησα. (Μάρκ. 1, 4-11).

Ὅπως μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε, ὁ Ἰωάννης ὄχι μόνο καλοῦσε τοὺς ἀνθρώπους νὰ μετανοήσουν, ἀλλὰ ἰσχυριζόταν ἐπίσης πὼς ἡ διδασκαλία του ἀποτελοῦσε προετοιμασία τοῦ δρόμου γιὰ κάποιον ἄλλο δυνατότερό του, γι’ Αὐτὸν ποὺ δὲ θὰ βάπτιζε μόνο μὲ νερὸ ἀλλὰ μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ὅταν αὐτὸς ὁ «ἰσχυρότερός μου», ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ὁ Ἰωάννης, ἦρθε στὸν Ἰορδάνη γιὰ νὰ βαπτιστεῖ κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, ἡ στιγμὴ συνοδεύτηκε ἀπὸ μυστηριώδη γεγονότα ποὺ ἐπιβεβαίωσαν τὴν ἀλήθεια τῆς προφητείας τοῦ Ἰωάννη, καὶ ἦταν σὰν νὰ ἔλεγε «μάλιστα, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ἐρχομὸ τοῦ ὁποίου σᾶς προανήγγειλα». Αὐτὴ ἡ σύντομη εὐαγγελικὴ ἱστορία συγκεντρώνει πολλὰ θέματα καὶ νήματα καὶ τὰ ὑφαίνει ὅλα μαζὶ σ’ ἕνα ἀδιάσπαστο ὅλο.

Πρῶτο θέμα εἶναι ὁ Ἰωάννης καὶ τὸ κήρυγμα μετανοίας καὶ βαπτίσματος. Ὁ Ἰωάννης ἀνήκει σ’ αὐτὴ τὴν τάξη τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων ποὺ ἡ κλήση τους εἶναι νὰ ἀποκαλύψουν σὲ μία συγκεκριμένη κοινωνία καὶ σὲ μία συγκεκριμένη ἱστορικὴ στιγμὴ τὴν ἀδικία, τὰ ψέματα καὶ τὸ κακὸ ποὺ δηλητηριάζει αὐτὴ τὴν κοινωνία. Ἀποστολὴ ἔχει νὰ προκαλέσει μία πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ κρίση ποὺ νὰ ἐξαναγκάσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐξετάσουν τὸ κακό, νὰ τρομοκρατηθοῦν, καὶ ἔτσι νὰ ἐπιθυμήσουν τὴν ἀπελευθέρωση. Τὸ βάπτισμα εἶναι ἀκριβῶς τὸ σημεῖο τῆς ἀπελευθέρωσης, μία θεμελιακὴ μεταβολὴ τῆς ζωῆς, καθὼς ὁ ἄνθρωπος καταδύεται στὸ νερό, ποὺ εἶναι σύμβολο τῆς ζωῆς καὶ ταυτόχρονα πηγὴ τῆς ζωῆς, καὶ σύμβολο καθαρμοῦ καὶ ἀναγεννητικῆς δύναμης. Μποροῦμε συνεπῶς νὰ συμπεράνουμε ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση πὼς ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ κηρύγματός Του συνέπεσαν μὲ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ κρίση τῆς κοινωνίας, μία κρίση ποὺ ὑποδαύλιζε τὴ μετάνοια καὶ τὴ δίψα γιὰ ἀνανέωση.

Στενὴ σχέση μ’ αὐτὴν τὴν ἠθικὴ κρίση εἶχε καὶ τὸ αἴσθημα προσδοκίας ποὺ ὑπῆρχε γιὰ κάποιο ἐξαιρετικὸ γεγονός, καθὼς καὶ ὁ ἐρχομὸς κάποιου ποὺ θὰ ἐκπλήρωνε καὶ θὰ ὁλοκλήρωνε τὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννη, μεταμορφώνοντας τὸ βάπτισμά του σὲ μυστικὸ βάπτισμα τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ προσδοκία λοιπὸν εἶναι τὸ δεύτερο νῆμα ποὺ διατρέχει τὴν εὐαγγελικὴ ἱστορία καὶ γνωρίζουμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους εὐαγγελιστὲς πὼς κέντρο της ἦταν ὁ ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ, δηλ. τοῦ Σωτήρα ποὺ εἶχε «ἐπαγγείλει» ὁ Θεὸς καὶ εἶχαν προείπει οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ ἀπόστολος Λουκᾶς π.χ. μιλάει ἄμεσα γι’ αὐτό: «Προσδοκῶντος δὲ τοῦ λαοῦ καὶ διαλογιζομένων πάντων ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν περὶ τοῦ Ἰωάννου, μήποτε αὐτὸς εἴη ὁ Χριστός…» (Λουκ. 3, 15). Ἔτσι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν Ἰωάννη, στὸν Ἰορδάνη, ἦταν ἡ ἐμφάνιση τοῦ «ἐπηγγελμένου» καὶ «προοραθέντος», ἡ ὁλοκλήρωση καὶ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν προφητειῶν ποὺ ἀφοροῦσαν τὸν Σωτήρα. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἐπιβεβαιώνει αὐτὴ τὴν ἐκπλήρωση: «ὁ δὲ Ἰωάννης διεκώλυεν αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρὸς με; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν• ἅφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην…» (Ματθ. 3, 14-15).

Τὸ τρίτο νῆμα εἶναι ἡ βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, ἡ κατάδυσή Του στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη ἀπὸ τὸν Ἰωάννη. Ἂν ὅμως Αὐτὸς εἶναι ὁ Σωτήρας, γιατί χρειάζεται νὰ βαπτισθεῖ; Δὲν εἶναι τὸ βάπτισμα σύμβολο μετανοίας καὶ ἐξαγνισμοῦ; Ὅταν ὅμως ὁ Ἰωάννης ἐκφράζει αὐτὲς τὶς ἀμφιβολίες, ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾶ μὲ τὴ σταθερὴ ἀπαίτηση νὰ βαπτισθεῖ, καὶ ὁ Ἰωάννης συναινεῖ. Γιὰ αἰῶνες τώρα ἡ Ἐκκλησία θεολογεῖ πάνω σ’ αὐτὴ τὴν κάθοδο, στὴν αὐτοκένωση Αὐτοῦ ποὺ ἀναγνωρίζει ὡς Σωτήρα καὶ Θεό, θεολογεῖ πάνω στὸ νόημα τῆς συγκατάβασής Του γιὰ τὸν κόσμο, τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ γιὰ τὸν καθένα ἀπό μᾶς.

Τὸ τέταρτο καὶ τελευταῖο νῆμα ἀρχίζει ἀκριβῶς μετὰ τὴ βάπτιση, μὲ τὴ σκοτεινή, μεταφορικὴ περιγραφὴ ἑνὸς περιστεριοῦ ποὺ μυστηριωδῶς ἐμφανίζεται πάνω στὸ Χριστὸ καθὼς Αὐτὸς ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ νερό, τὴ φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ τὰ λόγια: «καὶ ἰδοὺ ἀνεώχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοὶ» (Ματθ. 3, 16).

Βλέπουμε πὼς ὄχι ἕνα, ἀλλά τέσσερα τουλάχιστον θέματα, τέσσερις διαστάσεις τοῦ εὐαγγελικοῦ γεγονότος ἑνώνονται σ’ αὐτή τὴ χαρμόσυνη ἑορτή τῆς βάπτισης τοῦ Κυρίου.