1.

«Μέλλει γάρ Ηρώδης ζητείν το Παιδίον ,του απολέσαι αυτό»

Στην Ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται μετά τη μεγάλη Δεσποτική εορτή των Χριστουγέννων, ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει ότι Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον Ιωσήφ σε όνειρο και τον πρόσταξε να πάρει το νεογέννητο βρέφος και τη μητέρα Του και να αναχωρήσει για την Αίγυπτο, διότι ο Ηρώδης σκόπευε να αναζητήσει τον Χριστό για να Τον φονεύσει.

Κατ’ αρχήν, πρέπει να πούμε ότι η «πολεμική» διάθεση κατά του Χριστού και της Εκκλησίας δεν είναι νέο φαινόμενο. Πάντοτε υπήρχε. Ουσιαστικά, το ορθόδοξο ήθος είναι σταυρικό ήθος. Και είναι όντως αδύνατο να εκφράσουμε, δια της λογικής μας και μόνο, τον αποστελλόμενο προς εμάς υπό του Θεού πλούτο της σταυρικής οδού. Το γεγονός αυτό του διωγμού, που επαναλαμβάνεται στην ιστορία του κόσμου, θέτει ενώπιόν μας ένα ερώτημα που πολλές φορές έχει ανάγκη κατηγορηματικής επιλύσεως: Πώς να αντιδρά κάποιος στους διωγμούς του κόσμου τούτου; Την απάντηση τη δίνουν οι Άγιοι και οι Μάρτυρες της Εκκλησίας.

Οι άνθρωποι του Θεού δεν είναι στωικοί και απαθείς, ούτε κατ’ ανάγκην εθελοντές μαχητές. Είναι συνήθως ταπεινές προσωπικότητες, που όμως αντί να σκληρυνθούν ή να επαναστατήσουν κατά την ώρα της δοκιμασίας, εγκαταλείπονται στον Χριστό με μιαν απεριόριστη εμπιστοσύνη. Ο Χριστός τότε τους ελευθερώνει από τον πόνο και τους γεμίζει από χαρά.

Υπάρχει όμως και μια άλλη όψη του μαρτυρίου. Ο διωγμός των Αγίων και των Χριστιανών τους τοποθετεί στην πρώτη γραμμή, μεταξύ εκείνων που γίνονται αντικείμενα εκμεταλλεύσεως και καταπιέσεως και τους κάνει να είναι αλληλέγγυοι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το χριστιανικό μαρτύριο προσλαμβάνει μια ιδιαίτερη σπουδαιότητα μέσα στη μεγάλη ιστορία του αγώνα υπέρ των δικαιωμάτων του ανθρώπου, υπέρ του σεβασμού του προσώπου και της κοινωνίας των προσώπων. Η πιστότητα στον Χριστό άχρι θανάτου διέρχεται απαραίτητα από την πιστότητα στην προσωπική συνείδηση. Ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού, έχει ουράνιες ρίζες, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος από τον κόσμο και την ιστορία, και για τον λόγο αυτό είναι αναλλοίωτος. Όταν τον θανατώνουν, ευλογεί τους δημίους του, απευθύνεται στη συνείδηση τους. Αρνείται τη βία, για να επικαλεστεί τη μόνη επανάσταση: την επανάσταση των συνειδήσεων. Αυτό μας αποκαλύπτει και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος.

Η μη υποταγή στο όνομα της συνειδήσεως και της πίστεως, στο όνομα της ύψιστης προσωπικής ελευθερίας, αποδεικνύει ότι η εξουσία βρίσκει τα όριά της στο μυστήριο του προσώπου. Το δίδαγμα του διωγμού είναι ότι ο Θεός είναι η ελευθερία του ανθρώπου. Το πρόσωπο δεν είναι εκ του κόσμου τούτου και για τον λόγο αυτό δύναται να τον μετατρέψει. Η παρουσία της Εκκλησίας και η μαρτυρία της ελευθερώνουν τον κόσμο από τη μοίρα, για να του δώσουν διέξοδο προς τις δυνάμεις και τους καρπούς του Πνεύματος.

Αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα εκείνων που διώκονται στο όνομα του Χριστού από τους «Ηρώδες» κάθε εποχής.

Σήμερα, που η λεγόμενη Νέα Τάξη πραγμάτων, μέσα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκφράζεται και ως μια εξουσιαστική παρουσία, η μαρτυρία της συνειδήσεώς μας προσλαμβάνει τεράστιες διαστάσεις που εγγίζουν το παρόν και μέλλον μας, την ανθρωπιά και τον πολιτισμό μας, το ήθος και τη δημιουργικότητα μας ,τη μαρτυρία και την παρουσία μας, ως ορθόδοξων χριστιανών, μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Οι Χριστιανοί, αρνούμενοι κάθε εξουσία, καλούμαστε να γίνουμε φτωχοί και ειρηνικοί δούλοι του Χριστού, που θεμελιώνει την ελευθερία του προσώπου, φορείς παντός του πληρώματος του Θεού.

 Γιώργος Σαββίδης

…………………………………..

Ματθ. 2,13        Ἀναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό.

Ματθ. 2,13               Οταν δε αυτοί ανεχώρησαν, ιδού άγγελος Κυρίου εφάνηκε δι’ ονείρου στον Ιωσήφ και του είπε· “σήκω αμέσως χωρίς αναβολήν και πάρε το παιδίον και την μητέρα του και φύγε εις την Αίγυπτον, και μένε εκεί, μέχρις ότου πάλιν εγώ σου είπω· διότι ο Ηρώδης θα αναζητήση το παιδίον, δια να το θανατώση”.

Ματθ. 2,14        Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον,

Ματθ. 2,14               Και ο Ιωσήφ εσηκώθηκε αμέσως, παρέλαβε νύκτα το παιδίον και την μητέρα αυτού και έφυγεν εις την Αίγυπτον.

Ματθ. 2,15        καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς Ἡρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου.

Ματθ. 2,15               Και έμενε εκεί, έως ότου απέθανε ο Ηρώδης και έτσι εξεπληρώθη και επραγματοποιήθη πλήρως εκείνο, που είχε λεχθή από τον Κυριον δια του προφήτου, ο οποίος είπε· “από την Αίγυπτον εκάλεσα τον υιόν μου”.

Ματθ. 2,16        Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων.

Ματθ. 2,16               Τοτε ο Ηρώδης, όταν είδε ότι οι Μαγοι τον εξεγέλασαν, ωργίσθη παρά πολύ, και επάνω εις την φονικήν οργήν του έστειλε δημίους και έσφαξε όλα τα παιδιά, που ήσαν εις την Βηθλεέμ και εις τα περίχωρα αυτής από ηλικίας δύο ετών και κάτω, σύμφωνα με τον χρόνον, τον οποίον είχε εξακριβώσει από τους μάγους.

Ματθ. 2,17        τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος·

Ματθ. 2,17               Τοτε εξεπληρώθη εκείνο που είχε λεχθή από τον προφήτην Ιερεμίαν, ο οποίος είχε προφητεύσει·

Ματθ. 2,18        Φωνὴ ἐν Ῥαμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν.

Ματθ. 2,18               “Κραυγή πόνου και σπαραγμού ηκούσθη εις την περιοχήν Ραμά· θρήνος μεγάλος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· όλαι αι μητέρες της περιοχής, απόγονοι της συζύγου του Ιακώβ Ραχήλ (η οποία είχε ταφή εκεί) έκλαιαν και εκόπτοντο δια τα φονευθέντα τέκνα των και δεν ήθελαν με κανένα τρόπον να παρηγορηθούν, διότι τα αθώα αυτά πλάσματα δεν υπάρχουν πλέον”.

Ματθ. 2,19        Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ

Ματθ. 2,19               Οταν δε απέθανε ο Ηρώδης, ιδού άγγελος πάλιν Κυρίου εφάνη δι’ ονείρου στον Ιωσήφ, που έμενε εις την Αίγυπτον

Ματθ. 2,20        λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου.

Ματθ. 2,20              και του είπε· “σήκω, πάρε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πήγαινε, χωρίς φόβον, εις την χώραν των Ισραηλιτών. Διότι έχουν πλέον αποθάνει εκείνοι, που εζητούσαν να αφαιρέσουν την ζωήν του παιδίου”.

Ματθ. 2,21        ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν Ἰσραήλ.

Ματθ. 2,21  Αυτός δε εσηκώθη, επήρε το παιδίον και την μητέρα του και επανήλθεν εις την Παλαιστίνην.

Ματθ. 2,22        ἀκούσας δὲ ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας,

Ματθ. 2,22              Οταν όμως ήκουσε ότι εις την Ιουδαίαν βασιλεύει αντί του Ηρώδου του πατρός του ο Αρχέλαος (μοχθηρός επίσης ηγεμών) εφοβήθη να μεταβή εκεί. Λαβών δε οδηγίας από τον Θεόν στο όνειρόν του ανεχώρησε και επήγε εις τα μέρη της Γαλιλαίας (όπου ηγεμόνευεν ο Ηρώδης Αντίπας, ολιγώτερον σκληρός από τον αδελφόν του Αρχέλαον).

Ματθ. 2,23        καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.

Ματθ. 2,23               Και αφού ήλθεν εκεί, εγκατεστάθη εις την πόλιν ονομαζομένην Ναζαρέτ· και έτσι εξεπληρώθη αυτό που είχε προαναγγελθή από τους προφήτας, ότι δηλαδή ο Ιησούς “θα ονομασθή (περιφρονητικώς από τους εχθρούς του) Ναζωραίος”

2.

Οἱ ἴδιοι Αὐτὸν οὐ παρέλαβον

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Δὲν ἔχει περάσει ἑβδομάδα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ποὺ ψάλλαμε «τὰ σύμπαντα σήμερον χαρᾶς πληροῦνται» καὶ ἀκοῦμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ γιὰ «θρῆνον καὶ κλαυθμὸν καὶ ὀδυρμὸν πολύν». Ἡ χαρὰ ποὺ ἔφερε σὲ ἐμᾶς ἡ Γέννηση τοῦ Σωτήρα, ἐκτός τοῦ ὅτι σὲ Ἐκεῖνον «ἐστοίχισε» τὴν Κένωση τῆς Ἐνανθρώπησής του, ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα τῆς Καθόδου του ἄρχισε νὰ τοῦ «κοστίζει» πίκρες: Κατ’ ἀρχὴν βρῆκε κλειστὲς τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν μας, καὶ ἀναγκάστηκε νὰ γεννηθεῖ σὲ στάβλο, γιατί «οὐκ ἦν αὐτῷ τόπος ἐν τῷ καταλύματι». Καὶ σήμερα ἀκοῦμε γιὰ ἀπειλὴ σφαγῆς, ποὺ τὸν ἀναγκάζει νὰ πάρει -βρέφος ἀκόμα- τὸν δρόμο τῆς ἐξορίας.

Ξένος ἐκ βρέφος

Δὲν εἶναι λοιπὸν ἄστοχη ἡ χαρακτηριστικὴ λεπτομέρεια στὴν ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς Γέννησης, ποὺ ἀπεικονίζει τὴ φάτνη μὲ σχῆμα τάφου. Ἡ ἐπὶ γῆς «φιλοξενία» τοῦ Θείου Βρέφους ἀρχίζει ἀπὸ μία φάτνη ἄλογων ζώων καὶ καταλήγει σὲ ἕναν τάφο -καὶ μάλιστα ξένο τάφο- μετὰ ἀπὸ θάνατο ἀτιμωτικό! Δὲν θὰ ἦταν ἑπομένως τελείως ἄκαιρο, μέρες χριστουγεννιάτικες, νὰ θυμηθοῦμε κάτι ἀπὸ τὸ θρηνητικὸ τροπάριο, ποὺ ψάλλουμε στὴν ἔξοδο τοῦ Ἐπιταφίου τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Ἐκεῖ παρουσιάζεται ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας ἅγιος Ἰωσὴφ νὰ ζητάει ἀπὸ τὸν Πιλάτο τὴν ἄδεια νὰ ἀποκαθηλώσει τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Σταυρὸ λέγοντας: «Δὸς μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα».

Ὁ Κύριος καὶ δημιουργός τοῦ σύμπαντος ἔρχεται νὰ σώσει τὸν κόσμο καὶ σχεδὸν ὅλοι τὸν ἀντιμετωπίζουν σὰν ξένο. «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον». Μόνο κάποιοι ποιμένες καὶ τρεῖς «μάγοι Περσῶν βασιλεῖς» ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀνατολῆς τὸν ἀναγνωρίζουν καὶ τὸν προσκυνοῦν. Ἔπρεπε νὰ ἔρθουν οἱ ξένοι, γιὰ νὰ ξυπνήσουν τοὺς «δικούς του» ποὺ τὸν θεωροῦσαν ξένο καὶ νὰ τοὺς ἀποκαλύψουν ὅτι εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Βασιλέας τους. Ἀλλὰ ποῦ νὰ βρεθεῖ θρόνος γιὰ τέτοιον Βασιλέα σὲ καρδιὲς πωρωμένες ἀπὸ τὴν πονηρία καὶ τὴν ὑποκρισία, καὶ πολὺ περισσότερο στὴ γεμάτη φιλοδοξία καρδιὰ τοῦ Ἡρώδη!

Μανία ἀνίατος

«Δὲν ἔπρεπε νὰ θυμώσει ὁ Ἡρώδης», λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «μὲ τὴν ἀναχώρηση τῶν Μάγων δι’ ἄλλης ὁδοῦ. Ἔπρεπε νὰ φοβηθεῖ καὶ νὰ συσταλεῖ, ἀφοῦ εἶχε ἀφορμὲς θεραπείας: καὶ ἐκεῖνοι τοῦ μίλησαν γιὰ τὸ ἀστέρι, καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς γιὰ τὶς προφητεῖες. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ψυχὴ εἶναι ἀγνώμων καὶ ἀνίατος, κανένα ἀπὸ τὰ φάρμακα ποὺ δίνει ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ φέρει ἀποτέλεσμα». «Ὢ τῆς Ἡρώδου πωρώσεως!», λέει τὸ στιχηρὸ τῶν αἴνων. «Ἀφοῦ τὸν ἔπιασε μανία κατὰ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε νήπιο, ἀφήνει τὸν θυμό του νὰ ξεσπάσει στὰ βρέφη».

Ἔτσι καὶ ὁ Ἡρώδης καὶ οἱ Ἰουδαῖοι, ἀντὶ νὰ γεμίσουν μὲ χαρὰ ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία, ποὺ ὑποτίθεται μὲ λαχτάρα περίμεναν, ταράσσονται καὶ πονοῦν. Λέει χαρακτηριστικὰ ὁ Οἶκος τῆς ἑορτῆς: «Ἐνῶ τὰ ἄνω καὶ τὰ κάτω συνευφραίνονται καὶ πανηγυρίζουν μὲ τὴ φανέρωση τοῦ πάντων Βασιλέως, μόνο ὁ Ἡρώδης ὑποφέρει μαζὶ μὲ τοὺς προφητοκτόνους Ἰουδαίους. Καὶ εἶναι φυσικὸ μόνο αὐτοὶ νὰ ὀδύρονται, γιατί τώρα τελειώνει ἡ βασιλεία τους. Μόνος ἀληθινὸς καὶ αἰώνιος πλέον Βασιλέας θὰ εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ τώρα φαίνεται ἐν τῇ φάτνῃ ὡς νήπιον κείμενον».

«Σκιρτάτω τὰ νήπια»

Πράγματι. Ἡ χαρὰ ποὺ φέρνει τὸ Βρέφος τῆς Βηθλεέμ, ἡ χαρὰ ποὺ γέμισε τὰ σύμπαντα τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων, δὲν εἶναι προσωρινή. Κανεὶς δὲν μπορεῖ πλέον νὰ μᾶς τὴν πάρει, ἔστω κι ἂν προσωρινὰ ἀκουστεῖ «ἐν Ραμᾷ θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς». «Πολλοὶ φλυαροῦν», λέει ὁ Χρυσορρήμων, «γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ ἔγινε μὲ τὴ σφαγὴ τῶν νηπίων. Ὅμως δὲν εἶναι αἴτιος τῆς σφαγῆς ὁ Χριστὸς ἀλλὰ ἡ ὠμότητα τοῦ βασιλέως. Τί λοιπὸν ζημιώθηκαν τὰ νήπια ποὺ ὁδηγήθηκαν γρήγορα στὸν ἀκύμαντο λιμένα; Δὲν ἀδικήθηκαν. Ἴσα-ἴσα τὸ πάθος τοὺς χάρισε στεφάνια ἄφθαρτα».

Γι’ αὐτὸ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ σκανδαλίζει ἡ τόσο «αἰσιόδοξη» γλώσσα τῶν ὑμνογράφων, ποὺ μιλοῦν γιὰ «σκιρτήματα χαρᾶς» καὶ «εὐθυμία»: «Ἂς σκιρτοῦν ἀπὸ χαρὰ τὰ νήπια ποὺ θυσιάζονται γιὰ τὸν Χριστό». «Βηθλεέμ, μὴ σκυθρωπάζεις ἀλλὰ νὰ εὐθυμεῖς, γιατί τὰ βρέφη προσφέρθηκαν ὡς τέλεια θυσία στὸν Δεσπότη Χριστὸ καὶ θὰ βασιλεύουν γιὰ πάντα μαζί του». «Μὴν κλαῖς, Ραχήλ, τὰ τέκνα σου· βρίσκονται στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραὰμ γεμάτα εὐφροσύνη». Οἱ «παράδοξοι» αὐτοὶ ὕμνοι δὲν στηρίζονται σὲ ψεύτικες παρηγοριὲς ἀλλὰ σὲ ἀλήθειες· ἢ μᾶλλον στὴν Ἀλήθεια, ποὺ γιὰ ἐμᾶς ἔλαβε σάρκα καὶ ἔγινε ’Ἄνθρωπος. «Ἦρθε ἡ Ἀλήθεια· ὁ Θεὸς φανερώθηκε σ’ ἐμᾶς ποὺ καθόμασταν στὴ σκιὰ τῆς πλάνης γιὰ νὰ μᾶς σώσει».

Χωρὶς τὸν Ἐπιφανέντα Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή, «ὁ κόσμος μας», ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἐν ἁγίοις πατὴρ Ἰουστῖνος Πόπoβιτς, «εἶναι μία χαώδης ἔκθεση ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν. Χωρὶς Αὐτὸν δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ παράλογο ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο· δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή. Δὲν ὑπάρχει πιὸ δυστυχισμένη ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πιστεύει σ’ Αὐτόν. Καλύτερα νὰ μὴν εἶχε γεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος», καταλήγει ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος χρησιμοποιώντας τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν Ἰούδα, ποὺ προφανῶς ἰσχύουν καὶ γιὰ τὸν «βασιλέα» Ἡρώδη καὶ γιὰ ὅσους ἀμεταvoήτως ὁμοφρονοῦν μὲ αὐτόν.

3.

Μετὰ τὰ Χριστούγεννα

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς το ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υιοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Με τὴν φαντασία μας, ἄς πᾶμε πίσω 2.000 χρόνια. Τὶ θαυμάσιο μᾶς συμβαίνει: σὲ μιὰ ἑβδομάδα κι ὁ κόσμος εἶναι διαφορετικός. Ὁ κόσμος ἦταν γιὰ χιλιάδες χρόνια σὰν ἕνα χαμένο πρόβατο, καὶ τὸ χαμένο πρόβατο τώρα βρέθηκε καὶ τὸ πῆρε στοὺς ὤμους Του, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σὰν τον υἱό τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἀγεφύρωτο κενό, ποὺ ἡ ἁμαρτία δημιούργησε ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν Θεό, ἄρχισε ἐπιτέλους νὰ γεφυρώνεται· ὁ Θεός μπῆκε στὴν ἱστορία, ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος. Ὁ Θεός ἔλαβε σάρκα καί ὅλα ἔγιναν ὁρατά, αὐτό που ἀντιλαμβανόμαστε μεσ’ τὴν τυφλότητα μας σὰν κάποιο ἀδιάφορης σημασίας γεγονός μπορεί μέσα ἀπό Κεῖνον νὰ τὸ δούμε σαν δόξα. Κάτι ἀπόλυτα νέο συνέβη· ὁ κόσμος δὲν εἶναι πιά ὁ ἴδιος.

Ὡστόσο, ὑπάρχει καὶ μιά ἄλλη διάσταση στὴν Ἐνανθρώπιση. Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλά ὁ Θεός σὰν Χριστός εἶπε ἀλήθειες καταλυτικές, ποὺ σταδιακά σὰν μαγιά ἔπεσαν στήν ζύμη καὶ ἄλλαξαν τὸν κόσμο· ὁ Θεός μᾶς ἀποκάλυψε το μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ὅτι ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος ἦταν ἀπόδειξη, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἀπόδειξη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο πλατύς, τόσο βαθύς, τόσο μυστηριωδῶς βαθύς, ποὺ θὰ μποροῦσε ὄχι μόνο νὰ γίνει ναός τῆς θείας παρουσίας, ἀλλά νὰ ἑνωθεῖ με τὸν Θεό (Ἐκείνον), νὰ γίνει μέτοχος τῆς θείας φύσης Του, ὅπως τὸ ἔθεσε ὁ Ἀπ. Πέτρος στὴν ἐπιστολή του. Καὶ πάλι, ὁ ἄνθρωπος εἶναι σπουδαῖος, κι ὅσο κι ἄν πέφτουμε κι ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τὸν προορισμό μας, ὅσο ἀνάξιοι κι ἄν γινόμαστε γι’ αὐτόν, ὁ Θεός δὲν θὰ ἀποκαθιστοῦσε μαζί μας μιά σχέση, κατώτερη ἀπ’αὐτήν τῆς πατρότητας, της δικῆς Του, καὶ τῆς δικῆς μας θυγατρικῆς ἤ υἱκής ἰδιότητας στὴν ὑψηλότερη μορφή της. Ὁ ἄσωτος υἱός ζήτησε ἀπ’τὸν πατέρα του νὰ τὸν πάρει σαν μισθωτό, γιατί ἦταν ἀνάξιος νὰ λέγεται γυιός· ἀλλά ὁ πατέρας δὲν τὸ δέχτηκε. Ὅταν ὁ γυιός ὁμολόγησε, ὁ πατέρας τὸν σταμάτησε προτού προφέρει αὐτά τὰ λόγια, γιατί ὁ Θεός δὲν θέλει τὸν ἐξευτελισμό μας, δὲν εἴμαστε σκλάβοι ἤ μισθωτοί. Δὲν τὸ εἶπε ο Κύριος στους μαθητές Του «Δὲν σᾶς καλῶ πιὰ ὑπηρέτες, γιατί ὁ ὑπηρέτης δὲν γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου Του, κι ἐγώ θὰ σὰς πῶ τὰ πάντα»;

Να καὶ πάλι ἡ δήλωση ἀπό τὸν Χριστό καὶ μέσα ἀπό Ἐκεῖνον ὅτι τὸν νοιάζει ὁ καθένας ἀπό μᾶς, δὲν εἶναι γιὰ τὸ σύνολο ποὺ ἐνδιαφέρεται, ἀλλά γιὰ τὸν καθένα ἀπό μᾶς. Ὁ καθένας ἀπό μᾶς, λέει στὴν Ἀποκάλυψη, θὰ πάρει ἀπό τὸν Θεό ἕνα ὄνομα, ἕνα ὄνομα ποὺ θὰ μᾶς ἀποκαλυφθεῖ στὸ τέλος τῶν καιρῶν, ἀλλά ποὺ κανείς δὲν θὰ τὸ γνωρίζει παρά μόνο ὁ Θεός καὶ αὐτός ποὺ τὄχει, γιατί αὐτό τὸ ὄνομα θὰ εἶναι ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεό, μοναδική κι ἀνεπανάληπτη. Ὁ καθένας εἶναι μοναδικός γιά Ἐκεῖνον. Τὶ θαῦμα! Ὁ ἀρχαῖος κόσμος γνώριζε ἔθνη καὶ φυλές, ἤξερε ἡγεμόνες καὶ δούλους, ἤξερε κατηγορίες ἀνθρώπων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ στὸν σύγχρονο κόσμο αὺτό γίνεται ὄχι μόνο κοσμικά ἀλλά εἰδωλολατρικά διακρίνουν κατηγορίες καὶ τύπους καὶ ὁμάδες· ὁ Θεός γνωρίζει μόνο ἄνδρες καὶ γυναῖκες ποὺ ζοῦν.

Καὶ τώρα μιά νέα νομοθεσία δημιουργήθηκε, ἤ μᾶλλον διακηρύχθηκε ἀπό Ἐκεῖνον, ὄχι δικαιωτικός καὶ τιμωρητικός νόμος, ἀλλά μιά ἄλλη δικαιοσύνη. Ὅταν ὁ Χριστός μᾶς εἶπε «ἄς ἀφήσουμε τὴν δικαιοσύνη πέρα ἀπ’ ὅσα οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι λένε». Μιλοῦσε γιά τὸν τρόπο ποὺ θὰ φερόταν ὁ Θεός στὸν καθένα μας. Δέχεται τὸν καθένα μας ὅπως εἶναι. Δέχεται καλό καὶ κακό. Ἀγάλλεται στὸ καλό καὶ πεθαίνει ἐξαιτίας καὶ γιά χάρη αὐτοῦ ποὺ εἶναι τὸ κακό. Κι αὐτό που μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός νὰ θυμόμαστε, κι αὐτό που μᾶς καλεῖ νἄμαστε καὶ νὰ ἀντανακλοῦμε μὲ τὴν συμπεριφορά μας, ὄχι μόνο μέσα στὸν χριστιανικό μας κύκλο, ἀλλά σ’ ὅλο τὸν κόσμο, νὰ βλέπουμε τὸν καθένα μ’ αὐτή τὴν δικαιοσύνη· ὄχι κρίνοντας καὶ καταδικάζοντας, ἀλλά νὰ βλέπουμε σε κάθε πρόσωπο τὴν ὀμορφιά πού ὁ Θεός ἐντύπωσε πάνω σ’αὐτόν, καὶ πού ὀνομάζουμε «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο». Νὰ σεβαστοῦμε αὐτή τὴν ὀμορφιά, νὰ δουλέψουμε γιά νὰ λάμψει σ΄ ὅλη της τὴν δόξα, διαλύοντας αὐτό ποὺ εἶναι κακό καὶ σκοτάδι και νὰ τὸ κάνουμε δυνατό, ἀναγνωρίζοντας ὀμορφιά στὸν καθένα, γιά να γίνει ἡ ομορφιά πραγματικότητα καὶ νὰ νικήσει.

Μᾶς δίδαξε τῆν ἀγάπη πού στὴν ἀρχαιότητα ἀγνοοῦσαν, καὶ ὁ σύγχρονος κόσμος, ὅπως κι ὁ παλιός, τὸν φοβᾶται: μιά ἀγάπη ποὺ δέχεται νὰ εἶναι εὐάλωτη, ἀβοήθητη, δοτική, θυσιαστική· μιά ἀγάπη ποὺ δίνει χωρίς να μετρᾶ, μιά ἀγάπη ποὺ δίνει ὄχι μόνο ὅ,τι κατέχει ἀλλά τὸν ἑαυτό της. Αὐτό εἶναι ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ ἐνανθρώπιση, ἔφερε στὸν κόσμο, καὶ παρέμεινε στὸν κόσμο. Ὁ Χριστός εἶπε: «τὸ φῶς λάμπει στὸ σκοτάδι καὶ τὸ σκοτάδι δὲν μπορεῖ να τὸ καταλάβει», ἀλλά δὲν μπορεῖ να τὸ ἐκδιώξει. Κι αὐτό τὸ φῶς λάμπει καὶ θὰ νικήσει ἀλλά μόνο ἄν ἀναλάβουμε να γίνουμε οἱ κήρυκες και αὐτοί που ὑλοποιοῦν τις ἐντολές τῆς δικαιοσύνης και τῆς ἀγάπης, ἄν δεχτοῦμε την θεϊκή ὀπτική τοῦ κόσμου καὶ φέρουμε σ’αυτόν τὴν πίστη μας, γιατί αυτή εἶναι ἡ βεβαιότητα καὶ ἡ ἐλπίδα μας, αὐτή εἶναι ἡ μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ να βοηθήσει κι ἄλλους νὰ ἀναγεννηθούν· ἀλλά γιὰ να ξαναγεννηθεῖ πρέπει να δεῖ τὴν ἀναγέννηση σε μᾶς.

Ὁ κόσμος μπορεῖ νὰ αρχίσει νὰ ἀναγεννᾶται, με μιά ἕνωση τοῦ Θεοῦ με τὸν ἄνθρωπο, ὅταν ὁ Λόγος πῆρε σάρκα· ἦταν γιά μᾶς μιά ἀποκάλυψη ανανέωσης, μεγαλοπρέπειας και λάμψης του Θεού στο σκοτάδι και τὴν σκοτεινιά αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Μακάρι νὰ μᾶς χαρίσει ὁ Θεός ἀνδρεία καὶ ἀγάπη καὶ μεγαλεῖο ψυχῆς να γίνουμε ἀγγελιαφόροι Του καὶ μάρτυρες Του, καὶ μακάρι το ἔλεος τοῦ Κυρίου να εἶναι μαζί σας καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ χάρη Του γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη, τώρα καὶ πάντα μέχρι το τέλος τοῦ κόσμου.

Ἀμήν.

4.

Εὐαγγελικὴ περικοπή Κυριακῆς μετὰ τὰ Χριστούγεννα.

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Φυγὴ τῆς Ἁγίας Οἰκογενείας εἰς Αἴγυπτον Ματθ. β’, 13-15

Εἴδομεν, ὅτι οἱ μάγοι ἀνεχώρησαν δι’ ἄλλης ὁδοῦ εἰς τὴν χώραν των. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος συνεχίζει τὰ κατοπινὰ γεγονότα ὡς ἑξῆς: «Ἀναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ Ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ’ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ λέγων. Ἐγερθείς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καί φεῦγε εἰς Αἰγυπτον καί ἴσθι» ἤτοι ἔσο «ἐκεῖ ἕως ἄν εἴπω σοι». Ἐκ τῆς λέξεως «ἰδοὺ» φαίνεται, ὅτι ὁ Ἄγγελος ἐφανερώθη εἰς τὸ ὄνειρον τοῦ Ἰωσὴφ τὴν αὐτὴν νύκτα, ὅτε ἀνεχώρησαν οἱ μάγοι, πρὶν ἀκόμη πληροφορηθῇ τῆς δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀναχωρήσεως τῶν μάγων ὁ Βασιλεὺς Ἡρῴδης. Ὁ φανερωθείς ἄγγελος δικαιολογῶν τὴν ἐντολήν τῆς ἀμέσου ἀναχωρήσεως προσθέτει «μέλλει γὰρ Ἡρώδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτὸ» ἤτοι πρόκειται ὁ Ἡρώδης νὰ ζήτησῃ νὰ εὕρῃ καὶ φονεύσῃ τὸν Ἰησοῦν. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ ἐγνώριζε τὰς φονικάς διαθέσεις τοῦ Ἡρώδου, πρὶν ζητήσῃ ὁ Ἡρώδης νὰ θανάτωσῃ τὸν Χριστόν. Ὁ Ἰωσὴφ ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐντολήν ταύτην «ἐγερθείς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτός» ἤτοι ἐν καιρῷ νυκτὸς «καί ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον».

Ὁδοί ἄγουσαι ἐκ Βηθλεὲμ εἰς Αἴγυπτον ἦσαν δύο. Ἡ πρώτη διερχόμενη τὴν παραλίαν τῆς Παλαιστίνης καί φθάνουσα ἐκεῖθεν εἰς Αἴγυπτον καί ἡ δευτέρα, ἤτις διήρχετο νοτίως τῆς Ἱερουσαλὴμ διὰ τῶν πόλεων Χεβρών — Βηρσαβεέ, διὰ τῆς ἐρήμου τῆς πέραν τῆς Βηρσαδεὲ καὶ φθάνουσα καὶ αὕτη εἰς Αἴγυπτον. Ἡ πρώτη ὁδὸς ἦτο εὐκολωτέρα καί ἑπομένως ἡ συνηθεστέρα. Ἦτο ὅμως ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἀστυνομίας τοῦ Ἡρώδου. Διά τοῦτο ἡ Ἁγία Οἰκογένεια θὰ ἐβάδισε τὴν δευτέραν ὁδόν, ἡ ὁποία ἦτο δυσκολωτέρα καὶ μεγαλύτερα ἄλλα καὶ ἀσφαλεστέρα ἀπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ Ἡρώδου. Ἡ Ἁγία οἰκογένεια ἔπειτα ἀπὸ τὸ ἐπίπονον αὐτὸ ταξίδιον διὰ τῆς ἐρήμου ἔφθασεν εἰς τὴν Αἴγυπτον.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς σημειώνει, ὅτι ἡ Ἁγία οἰκογένεια «ἦν ἐκεῖ ἕως τελευτῆς τοῦ Ἡρώδου», Ποῦ ἔμεινεν ἡ Ἁγία οἰκογένεια ἐν Αἰγύπτῳ; Ἐν μέσῃ Αἰγύπτω ὅπου βραδύτερον ἐκτίσθη ἡ μονὴ Koskam κατὰ τοὺς μέν, ἐν Ματταρέᾳ πλησίον τοῦ Καΐρου κατὰ τοὺς δέ. Πόσον χρονικὸν διάστημα ἔμεινεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς. Πιθανώτατα ἔμεινεν ἕν ἕως δύο ἔτη κατὰ τὴν γνώμην τῶν περισσοτέρων ἑρμηνευτῶν.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἐξ ἀφορμῆς τῆς παραμονῆς τοῦ Κυρίου ἐν Αἰγύπτῳ ἐνθυμεῖται τὴν προφητείαν τοῦ Ὠσηέ 11, 1 ἥτις λέγει «ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου». Ἡ προφητεία αὕτή ἀναφέρεται κατὰ λέξιν εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐγκατεστάθη ἐν Αἰγύπτῳ καὶ κατόπιν ἐκλήθη ἐκεῖθεν ὑπὸ τοῦ θεοῦ, ἵνα ἔλθη εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τὴν Παλαιστίνην. Ὁ ἱερὸς ὅμως Εὐαγγελιστὴς μὲ τὴν ἐλευθερίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς θεὸπνευστος συγγραφεύς, ἐφαρμόζει τὴν προφητείαν ταύτην εἰς τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ οὖτος τοῦ θεοῦ, εὑρισκόμενος ἤδη ἐν Αἰγύπτῳ, ἐκ τῆς ὁποίας ἀργότερον θὰ κληθῇ, θὰ ἀναχωρήσῃ διὰ τὴν γῆν Ἰσραήλ. Ἡ κατὰ λέξιν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου τούτου τοῦ Ὠσηέ ἀναφερομένη εἰς τὸν Ἴσραηλητικόν λαὸν λέγεται γραμματική, ἡ δὲ δευτέρα, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὸν Χριστόν, εἶναι εὐρυτέρα καὶ λέγεται ἀναγωγική. Τοιαύτας ἑρμηνείας θὰ ἴδωμεν καὶ ἄλλας κατωτέρω.

Θέμα: Οἱ τρεῖς πειρασμοὶ

Μετὰ τοὺς ὕμνους τῶν ἀγγέλων τὴν προσκύνησιν τῶν ποιμένων καὶ τῶν μάγων ἔρχονται οἱ πειρασμοὶ τῆς φυγῆς εἰς τὴν Αἴγυπτον. Οὗτοι εἶναι τριῶν εἰδῶν. Πρῶτον: πειρασμοί, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀποφύγῃ ἡ ἁγία οἰκογένεια. Δεύτερον: πειρασμοί, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ πολεμήσῃ. Τρίτον: πειρασμοί, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ὑπομείνῃ. Καὶ συγκεκριμένως:

Ά)Οἱ πειρασμοὶ τῆς Ἁγίας Οἰκογενείας

1)Ἀποφευκτέοι πειρασμοί: Τοιοῦτοι πειρασμοί εἶναι ὁ Ἡρώδης καὶ ὁ Ἀρχέλαος. Καὶ τὸν μὲν Ἡρώδην, τὸν πειρασμὸν τῆς ζωῆς τοῦ παιδίου, ἀποφεύγει ἡ ἁγία οἰκογένεια κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ὡς εἴδομεν εἰς τὸ κείμενον τοῦ Ματθαίου. Τὸν δὲ πειρασμόν τοῦ Ἀρχελάου ἀποφεύγει, ὡς θὰ ἴδωμεν, ἡ ἁγία οἰκογένεια κατόπιν ἰδίας σκέψεώς της, ὡς ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς ρητῶς: «ἀκούσας ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει τῆς Ἰουδαίας, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν» ὁ Ἰωσήφ. Συμπληρώνει τὴν σκέψιν του ὁ θεὸς ὁρίζων τὸν τόπον, ὅπου πρέπει νὰ μεταβῇ «χρηματισθείς δὲ κατ’ ὄναρ ἀνεχώρησε εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας» ὡς θὰ ἴδωμεν κατωτέρω.

2) Πολεμητέοι πειρασμοί: Ἀσφαλῶς εἰς τὸν Ἰωσήφ καὶ τὴν Μαρίαν ἠδύνατο νὰ περάσουν λογισμοί, οἱ ἑξῆς: Τὸ προνομιοῦχον αὐτὸ βρέφος πῶς φεύγει ἐνώπιον τοῦ ἀδίκου τυράννου; Δὲν δύναται ὁ Θεὸς νὰ καταστρέψῃ τὸν Ἡρώδην; Τοιοῦτον εἶναι τὸ μέλλον τοῦ παιδίου; Δὲν ἐπρόφθασε νὰ γεννηθῇ καὶ ἀμέσως διωγμός! Αἱ διηγήσεις τῶν μάγων καὶ τῶν ποιμένων ἦσαν ἐνισχυτικαί τῶν πεποιθήσεών των, πολὺ δὲ περισσότερον ἡ ἐκ παρθένου γέννησις τοῦ βρέφους, ἡ ὁποία ἦτο δι’ αὐτοὺς τὸ μόνον ἀναντίρρητον γεγονός, τοῦ ὁποίου ἦσαν οἱ μόνοι μάρτυρες. Βάσει λοιπὸν κυρίως τῆς θαυματουργικῆς γεννήσεως τοῦ βρέφους κατὰ πρῶτον λόγον καὶ κατὰ δεύτερον λόγον τῆς διηγήσεως τῶν μάγων καὶ τῶν ποιμένων ἡ ἁγία οἰκογένεια πεποιθυῖα εἰς τὸ μέλλον τοῦ παιδίου ἐπολέμησε τοὺς λογισμούς, τοὺς ὁποίους ἀνεφέρομεν ἀνωτέρω, ἐπιτυχῶς.

3) Πειρασμοί πρὸς ὑπομονήν. Φεύγουσα ἡ ἁγία οἰκογένεια εἰς Αἴγυπτον ἔπρεπε νὰ ὑπομείνῃ τὸν πειρασμὸν τῆς διαβάσεως τῆς ἐρήμου, ἥτις χωρίζει Παλαιστίνην καὶ Αἴγυπτον καί ἥτις ἔρημος εἶναι πλήρης ἀγρίων θηρίων. Ἔπρεπεν ἡ ἁγία οἰκογένεια ξένη ἐν μέσῳ ξένων ἐν Αἰγύπτῳ νὰ ὑπομείνῃ τόν πειρασμὸν τῆς ξενιτειᾶς. Ἐπίσης ἔπρεπεν ἡ ἁγία οἰκογένεια νὰ ὑπομείνῃ τὴν ξενιτειάν ἐπ’ ἀόριστον, διότι ὁ ἄγγελος λέγει ρητῶς πρὸς τὸν Ἰωσήφ, «φεῦγε εἰς Αἴγυπτον καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι». Ἰδοὺ οἱ τρεῖς πειρασμοὶ τῆς ἁγίας οἰκογενείας, ἥτις φεύγει εἰς Αἴγυπτον. Τρία εἴδη πειρασμῶν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς. Πειρασμούς, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν, νὰ πολεμῶμεν, νὰ ὑπομένωμεν. Καὶ συγκεκριμένως:

Β) Οἱ ἰδικοὶ μας πειρασμοὶ

Ἡ ζωὴ μας εἶναι διαρκὴς πόλεμος κατὰ διαφόρων πειρασμῶν. Εἰς πάντα ἐπίγειον πόλεμον τῶν Μεγάλων στρατηγῶν τρία χαρακτηριστικὰ ὑπάρχουν: ἄμυνα, ἐπίθεσις, ὑποχώρησις. Ἡ ἄμυνα ἔχει τὴν ὑπομονήν της, ἡ ἐπίθεσις τὴν νίκην, ἡ δὲ ὑποχώρησις δὲν εἶναι πάντοτε ἧττα ἀλλά πολλάκις στρατηγικὴ τέχνη, πολεμικὸς ἐλιγμός. Ὁ καλὸς στρατηγὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ πότε θὰ ἐφαρμόζῃ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, ὥστε νὰ εἶναι πάντοτε νικητής. Ἀλλά καὶ ὁ χριστιανὸς ἔχει τρία εἴδη πειρασμῶν. Ἔχει πειρασμούς, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀμύνεται κάμνων ὑπομονήν. Ἔχει πειρασμούς, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ κάμνων ὡς καλὸς στρατηγὸς τὴν ὑποχώρησιν, τὸν ἑλιγμόν καὶ ἔχει πειρασμούς, κατὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἐπιτίθεται νὰ πολεμῇ.

1) Πειρασμοὶ άποφευκτέοι: Ὅταν τόποι εἶναι ἀνθυγιεινοί, πρόσωπα πάσχοντα ἐκ μεταδοτικῆς νόσου καὶ πράγματα μολυσμένα ἐκ νόσων, τὰ ἀποφεύγομεν. Διά τοῦτο πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν καί τόπους, πρόσωπα, βιβλία μολυσμένα. Δὲν πρέπει δηλαδὴ νὰ συχνάζῃς εἰς τόπους, τὰ κοινῶς λεγόμενα νυφοπὰζαρα, τὰ ὁποῖα δύνασαι νὰ ἀποφύγῃς, οὐδὲ νὰ ἔχῃς τακτικὴν ἐπικοινωνίαν μὲ πρόσωπα, τὰ ὁποία εἶναι ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ἠθικήν σου, οὐδέ μὲ περιοδικὰ καὶ βιβλία, τῶν ὁποίων τό περιεχόμενον δὲν εἶναι εὐπρεπές. Δὲν πρέπει νὰ ἀδιάφορῇς πρὸς ταῦτα μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔχεις ἀρκετήν ἡλικίαν, ἀρκετήν μόρφωσιν, χαρακτῆρα σταθερὸν καὶ δὲν πρόκειται νὰ παρασυρθῇς. Λέγεις, ὅτι θὰ πολεμήσῃς καὶ θὰ νικήσῃς. Σοῦ ἀπαντῶ:Ὅ,τι κακὸν δύνασαι νὰ ἀποφύγῃς, ὁ Θεὸς δὲν σὲ βοηθεῖ νὰ τὸ νικήσῃς» «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου».

2) Πειρασμοὶ ὑπομονῆς: Ἔχεις συνοίκους ἤ συγγενεῖς ἤ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χαρακτῆρα σκληρόν. Δὲν δύνασαι νὰ τοὺς ἀποφύγῃς, οὔτε καὶ αἱ συμβουλαὶ σου φέρουν ὠφέλειαν. Θὰ ἀναγκασθῇς νὰ τοὺς ὑπομείνῃς. Πάσχεις ἐκ νόσου ἀνιάτου σὺ ἤ προσφιλές σου πρόσωπον. Ἰατροὶ καί φάρμακα δὲν ἐστάθησαν ἱκανὰ νὰ ἀπομακρύνουν τὴν νόσον. Θὰ ἀναγκασθῇς νὰ ὑπομείνῃς. Παρ’ ὅλην τὴν καλήν σου θέλησιν καί τὴν ἐργατικότητά σου ἡ πτωχεία δὲν σὲ ἐγκατέλειψε.Θά ἀναγκασθῇς νὰ ὑπομείνῃς ταύτην ἀγογγύστως. Ἔχεις ἀνθρώπους, οἱ ὅποιοι σὲ συκοφαντοῦν. Οὔτε νὰ ἀπομακρυνθῇς δύνασαι, οὔτε σωφρονισμὸν δέχονται. Θὰ ἀναγκασθῇς νὰ τοὺς ὑπομείνῃς κ. λ. π.

3) Πειρασμοὶ ποὺ πρέπει νὰ πολεμῶμεν: Ἔρχονται πειρασμοί, λογισμοὶ ἀπογνώσεως. Πρέπει νὰ τοὺς πολεμήσῃς μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Κύριος δὲν θέλει νὰ ἀπολεσθῇ οὐδεὶς ἄνθρωπος. Ἔρχονται λογισμοὶ ἀμφιβολίας. Ἡ Ἁγία Γραφὴ καί ἡ λογική σου εἶναι τὰ καλύτερα ὁπλοστάσια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δύνασαι νὰ λάβῃς ὅπλα, διὰ νὰ πολεμήσῃς τοὺς λογισμοὺς τούτους. Ἔρχονται ἄνθρωποι αἱρετικοὶ ἤ καὶ κακῶς πληροφορημένοι χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ κρημνίσουν τὸ πνευματικόν σου οἰκοδόμημα. Καὶ αὐτοὺς πρέπει νὰ πολεμήσῃς. Ἔρχονται πειρασμοί νεότητος. Πρέπει νὰ λάβῃς τὰ μέτρα σου καί διὰ προσοχῆς νὰ πολεμήσῃς αὐτούς. Ἔρχονται οἱ πειρασμοὶ τῆς φιλαργυρίας. Πρέπει νὰ τοὺς πολεμήσῃς διὰ τῆς ἐλεημοσύνης. Ἔρχονται πειρασμοί φλυαρίας. Πρέπει νὰ τοὺς πολεμήσῃς διὰ τῆς σιωπῆς. Ἔρχεται ὁ πειρασμὸς τῆς ἐκδικήσεως. Θὰ τὸν πολεμήσῃς διὰ τῆς χριστιανικῆς συγγνώμης κ.λ.π.

Παράδειγμα σπουδαιότατον πολέμου καὶ τῶν τριῶν πειρασμῶν εἶναι πάντες οἱ ἅγιοι, ἰδίᾳ ὅμως ὁ Μ. Ἀντώνιος. Οὗτος λαβών τὴν χάριν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἐγκλείεται εἰς πύργον ἐπί εἴκοσιν ἔτη, ὅπου ἔζησε διὰ ὕδατος καὶ παξιμαδίων. Πόση ὑπομονή ! Καθ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη οἱ δαίμονες ἐφανερώνοντο ποικιλοτρόπως διὰ νὰ τὸν ἀποσπάσωσιν ἀπὸ τὸν πύργον αὐτόν. Ἐκεῖνος διὰ προσευχῆς καὶ μελέτης ἐπολέμει αὐτούς. Πόσος πόλεμος! Ὅταν κάποτε ὁ ἅγιος μετέβη ἀπὸ τὸ ἕν μέρος εἰς τὸ ἄλλο, ἵνα εἶναι πὲ-ρισσότερον ἀφανής, συνήντησε καθ’ ὁδόν χρυσοῦν δίσκον. Ἦτο πειρασμὸς τοῦ Σατανᾶ. Τοῦτον παρέκαμψε, ἀπέφυγε νὰ τὸν ἐγγίσῃ. Ὅταν δὲ εἰς ἡλικίαν 105 ἐτῶν ἀπέθνησκεν, οἱ δαίμονες εἶπον εἰς αὐτόν. Ἀντώνιε μᾶς ἐξέφυγες. Ὄχι ἀκόμη ἀπαντᾷ ὁ Ἅγιος Πατήρ. Τί εἶναι λοιπὸν οἱ ἰδικοὶ μᾶς πειρασμοί, πολέμου, ὑπομονῆς καὶ ἀποφυγῆς ἐνώπιον τῶν πειρασμῶν τούτων τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου; Ἀφοῦ εἰς τὸ ψυχορράγημά του εἰς ἡλικίαν 105 ἐτῶν δὲν ἦτο ὁ Μ. Ἀντώνιος ἀσφαλής, θὰ εἶσαι σύ πού εἶσαι τόσον μικρός; Μάθε νὰ ἀγωνίζεσαι!

Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς εἴπομεν, εἰς τοὺς πειρασμοὺς ἒχομεν ἀνάγκην ἀπὸ φῶς καὶ ἀπὸ δύναμιν, φῶς μέν, ἵνα διακρίνωμεν τὰ εἴδη τῶν πειρασμῶν, δύναμιν δὲ ἵνα πολεμῶμεν, ὑπομένωμεν καὶ ἀποφεύγωμεν αὐτούς, ἅς παρακαλέσωμεν τὸν Θεὸν νὰ μᾶς δώσῃ καὶ τὰ δύο: φῶς καὶ δύναμιν εἰς τοὺς πειρασμούς, ἵνα διακρίνωμεν καλῶς καί πολεμῶμεν ἐπιτυχῶς. Ἀμήν!

Σφαγὴ τῶν νηπίων Ματθ. β’, 16-18

Ὁ Βασιλεὺς Ἡρώδης εἰς μάτην ἀναμένει τοὺς μάγους. Τέλος, ὅταν εἶχον ἀναχωρήσει οἱ μάγοι καὶ ἡ ἁγία οἰκογένεια, ἀντελήφθη ὁ Ἡρώδης, ὅτι «ἐνεπαίχθη» ἠπατἠθη ὑπὸ τῶν μάγων. Δία τοῦτο ἐθυμώθη λίαν καί ἀποστείλας» ἐθύμωσε πολὺ καί ἀποστείλας δημίους «ἀνεῖλεν» ἐφόνευσε «πάντας τοὺς παῖδας ἐν Βηθλεέμ καί πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς» εἰς ὅλα τὰ περίχωρα ταύτης χωρία καί καλύβας. Ἡ ἡλικία τῶν φονευθέντων παιδίων ἦτο «ἀπὸ διετοῦς καί κατωτέρω κατὰ τὸν χρόνον ὅν ἠκρίβωσε» ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ κάτω ὅπως ὁ Ἡρώδης ἐξηκρίβωσε «παρὰ τῶν Μάγων» Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ Συνέδριον τῶν Ἑβραίων ὤρισεν εἰς τὸν Ἡρώδην, ὅτι ἐν Βηθλεὲμ γεννᾶται ὁ Χριστός. Τὸ μῖσος ὅμως κατὰ τοῦ νεογέννητου Βασιλέως, τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖ αὐτὸν εἰς τὸ νὰ διπλασιάσῃ τὰ τοπικὰ ὅρια τῆς Βηθλεὲμ καί νὰ φονεύσῃ τοὺς παῖδας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καὶ ἐκτός ταύτης. Ὁ ὑπὸ τοῦ Ἡρώδου διπλασιασμὸς οὗτος τῶν τοπικῶν ὁρίων τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μᾶς κάμνει νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ὁ αἱμοβόρος οὗτος Ἡρώδης θὰ ἐδιπλασίασε καί τὸν χρόνον τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖον ἐξηκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων. Ἑπομένως διατάξαντος τοῦ Ἡρώδου νὰ φονευθῶσι τὰ βρέφη ἀπὸ 2 ἐτῶν καὶ κάτω, ὁ Ἰησοῦς θὰ ἦτο ὀλιγώτερον τῶν δύο ἐτῶν ἴσως καὶ ἑνὸς ἔτους.

Τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ Εὐαγγελιστὴς ἐνθυμεῖται καί ἀναφέρει τὴν προφητείαν τοῦ Ἱερεμίου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς: «Φωνὴ ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη κλαυθμὸς καί ὀδυρμός πολύς. Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καί οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ είσί».

Ραχὴλ εἶναι σύζυγος τοῦ πατριάρχου Ἰακὼβ καί μήτηρ τοῦ Βενιαμίν, τοῦ ὁποίου οἱ ἀπόγονοι μετὰ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα ἀπετέλεσαν τὸν Βασίλειον τοῦ Ἰούδα κατὰ τὸν χωρισμὸν τῶν ἐκ τῶν ἄλλων δέκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ. Ἡ Ραμὰ ἦτο κώμη 8 χιλιόμετρα βορείως τῆς Ἱερουσαλήμ. ΟΙ ἀπόγονοι οὗτοι τοῦ Βενιαμὶν μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Ἱερουσαλὴμ ὑπὸ τοῦ Ναβουχοδονόσορος μετεφὲρθησαν προσωρινῶς εἰς τὴν Ραμὰ καί ἦσαν ἕτοιμοι νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὴν Βαβυλῶνα ὡς αἰχμάλωτοι. Ὁ κλαυθμὸς οὗτος λοιπὸν τῆς Ραχήλ, ἡ ὁποία ἔζησε 1700 περίπου ἔτη πρὸ τῆς καταστροφῆς τῆς Ἱερουσαλήμ, εἶναι κλαυθμὸς ὄχι πραγματικὸς ἀλλά ποιητικός.

Κλαίει ἡ Ραχὴλ τὴν τύχην τῶν ἀπογόνων της, ὡς ἐὰν ἔζη κατὰ τὴν ἐποχήν των.

Ὁ κλαυθμὸς οὗτος τῆς Ραχὴλ δύναται νὰ ἀποδοθῇ καί εἰς τὰ σφαγιασθέντα νήπια τῆς Βηθλεὲμ ἀναγωγικῶς, διότι αὕτη εἶχεν ἐνταφιασθῆ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ. Κλαίει λοιπὸν ἡ Ραχὴλ ποιητικῶς μὲν διὰ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Βενιαμίν, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ πατρικῇ γῆ, ἀναγωγικῶς δὲ διὰ τὰ τέκνα τῆς Βηθλεέμ, διὰ τὰ νήπια ταῦτα, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ζωῇ. Ἡ προφητεία αὕτη ἀναφέρεται καί εἰς τὰ νήπια κατὰ τὸν Ἱερὸν Χρυσόστομον διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Ἐπειδὴ ἡ σφαγὴ τῶν νηπίων ἐγέμιζε ἀπὸ φρίκην τοὺς ἀκούοντας ταύτην καὶ ἐπειδὴ οὗτοι θὰ ἠπόρουν πῶς ἔγινε τοῦτο, ὁ Εὐαγγελιστὴς ἀπαντᾷ ὅτι αὐτὸ ἔγινεν ὄχι διότι ἠγνόει τοῦτο ὁ θεός, ἀλλά ὅτι Ἐκεῖνος ἐπέτρεψεν αὐτὸ ἀφοῦ καὶ τὸ προεῖπεν.

Ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν σφαγιασθέντων νηπίων; Ὑπὸ τῶν μὲν ἀναβιβάζεται εἰς τρεῖς χιλιάδας, ὑπὸ ἄλλων (μηναῖα τῆς ἐκκλησίας) εἰς δέκα τεσσάρας χιλιάδας. Οἱ ἀριθμοὶ οὖτοι εἶναι ὑπερβολικοί, διότι κατὰ τὰς στατιστικάς τῶν γεννήσεων οὐδέποτε ὁ ἀριθμὸς τῶν γεννήσεων ἀνέρχεται ἄνω τῶν 50 ἐπὶ 1000 κατοίκων κὰτ’ ἔτος. Ἀφαιρουμένων ὅμως ἐξ αὐτῶν 25 γεννήσεων θηλέων καὶ μερικῶν θανάτων ἀρρένων τέκνων, ὁ ἀριθμὸς τῶν γεννηθέντων καί φονευθέντων ἀρρένων ἂν ὑπολογίσωμεν τοὺς κατοίκους Βηθλεὲμ καί περιχώρων εἰς 2000 διὰ τὴν ἐποχήν ἐκείνην, ἐπὶ διετίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέρχεται ἄνω τῶν 50. Διά τοῦτο καὶ ὁ Ἑβραῖος ἱστορικὸς Ἰώσηπος δὲν ἀναφέρει εἰς τὸν βίον τοῦ Ἡρώδου τὸ ἀνο-σιούργημα τοῦτο. Ἦτο μικρὸν ἔναντι τῶν ἄλλων κακουργημάτων του!

Ἡ ἐκκλησία θεωρεῖ τὰ σφαγιασθέντα νήπια ὡς μάρτυρας καὶ ἑορτάζει τὴν μνήμην αὐτῶν τὴν 29ην Δεκεμβρίου.

Θέμα: Διπλῆ προστασία τοῦ Θεοῦ

Ἐξετάζοντες τὸν θάνατον τῶν νηπίων καί τὴν σωτηρίαν τοῦ Χριστοῦ ἐκ τῆς σπάθης τοῦ Ἡρώδου ἐρωτῶμεν: Τί ἔπταιον τὰ νήπια, ὥστε νὰ σφαγῶσιν; Ἀπαντῶ: Τὰ νήπια θεωροῦνται μάρτυρες. Ἑπομένως μετέβησαν εἰς τὴν χαρὰν τῆς αἰωνιότητος. Ἐκ τῆς σωτηρίας λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν σπάθην τοῦ Ἡρώδου καὶ ἐκ τῆς μεταβάσεως τῶν νηπίων διὰ τῆς σπάθης τοῦ Ἡρώδου εἰς τὴν αἰωνιότητα πειθόμεθα, ὅτι ὁ θεὸς ἔχει διπλῆν προστασίαν. Ἄλλους μὲν σώζει ἐκ τοῦ θανάτου καὶ ἄλλους δοξάζει διὰ τοῦ θανάτου. Ἂς ἴδωμεν ταῦτα καλλίτερον.

Ἐνώπιόν μας ὑπάρχουν θάνατος καί ζωή, ζωὴ καί αἰωνιότης,νόσος καί ὑγεία, πτωχεία καὶ πλοῦτος, συκοφαντία καί ὑπόληψις. Ὁ θεὸς δεικνύει δὶ’ αὐτῶν τὴν διπλῆν του προστασίαν. Καὶ ἰδοὺ πῶς: Ὁ θεὸς ἄλλους μὲν ἐκ τῶν ἀνθρώπων φυλάττει ἐκ τοῦ θανάτου ἄλλους ὅμως δοξάζει διὰ τοῦ θανάτου. Τὸν αὐτὸν ἄνθρωπον ἄλλοτε φυλάττει ἐκ τοῦ θανάτου καί ἄλλοτε δοξάζει διὰ τοῦ θανάτου. Τὸν Χριστὸν δηλαδὴ τώρα μὲν ἔφυλαξεν ἐκ τοῦ θανάτου, εἰς τὸ τέλος ὅμως τοῦ βίου του θὰ τὸν δοξάσῃ διὰ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου. Τὸ αὐτὸ ἔγινε καί εἰς τοὺς ἄλλους μάρτυρας τῆς πίστεως. Ἄλλοτε μὲν ἐφύλαξεν αὐτοὺς ἐκ τοῦ θανάτου κατὰ τὴν ἄλφα ἐποχήν, ἄλλοτε δὲ βραδύτερον ἐδόξασε διὰ τοῦ θανάτου. Ἄλλους ἐκ τῶν πιστῶν ἐπροστάτευσεν ἐκ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου, ἄλλους ὅμως νέους ὄντας ἐδόξασε διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου.

Ὁ Θεὸς δηλαδή δίδει ὡς δωρεᾶς ἄλλοτε τὴν ζωὴν καὶ ἄλλοτε τὴν αἰωνιότητα. Τὴν ζωὴν δίδει εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους προστατεύει ἐκ τοῦ θανάτου. Τὴν δὲ αἰωνιότητα δίδει εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δοξάζει διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Ἡμεῖς ἀπατώμενοι πολλάκις νομίζομεν, ὅτι προστασία τοῦ Θεοῦ εἶναι, ὅταν μᾶς ἀπαλλάσσῃ ἐκ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου μόνον, ὅταν δηλαδὴ μᾶς δίδει τὴν ζωήν. Ὄχι. Δῶρα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μόνον ἡ παροῦσα ζωὴ ἀλλά καὶ ἡ αἰωνιότης. Ἑπομένως καὶ σήμερον δὲν πρέπει νὰ δοξάζωμεν τὸν θεὸν μόνον, ὅταν διαφεύγωμεν τὸν θάνατον ἀπὸ κάποιαν ἀντίχριστον ὠργανωμένην κακίαν ἀλλά καὶ ὅταν διὰ τῆς σπάθης ταύτης τῆς ὠργανωμένης κακίας μᾶς δοξάσῃ εἰς τοὺς οὐρανούς.

Ἡ διπλὴ προστασία τοῦ Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν προστασίαν ἐκ τοῦ θανάτου καί διὰ τοῦ θανάτου ἀλλά καί εἰς πᾶσαν ἄλλην ἀντιξοότητα τῆς ζωῆς μας, νόσου δηλαδή, πτωχείας, συκοφαντίας κ.λ.π. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ εἰς ἄλλους ἐξ ἡμῶν παραχωρεῖ τὴν νόσον, εἰς ἄλλους δὲ δίδει τὴν ὑγείαν. Εἰς ἐκείνους μὲν τοὺς ὁποίους προστατεύει ἐκ τῆς νόσου καὶ δίδει ὑγείαν, εἶναι φανερὰ καὶ εὐκολονόητος εἰς τὴν ἀντίληψίν μας ἡ θεία προστασία. Πῶς ὅμως φαίνεται ἡ θεία προστασία διὰ τῆς νόσου; Ἀπαντῶ. Οἱ ἰατροὶ ἐπιβάλλουν νηστείας καί δίαιταν καὶ προβαίνουν εἰς ἐγχειρήσεις τοῦ σώματος προκειμένου νὰ φέρωσι τὴν ὑγείαν εἰς τὸ ὅλον σῶμα. Ὁ Θεός ὡς καλὸς ἰατρὸς κάμνει κι’ αὐτὸς τὴν ἐγχείρησιν εἰς τὸ ἀνθρώπινον σῶμα διὰ τῆς νόσου, διὰ τῆς ὁποίας καταρτίζει τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν ὑπομονήν, κόπτει τὴν προσκόλλησίν του εἰς τὰ ἐπίγεια, τὸν ἀναγκάζει νὰ σκεφθῇ, ὅτι εἶναι πρόσκαιρος κι’ ἂν διὰ τῆς νόσου ἀποθάνῃ, ἡ νόσος γίνεται προάγγελος τῆς αἰωνίου μακαριότητος, διότι διὰ τῆς νόσου ὁ ἄνθρωπος ἐκαθαρίσθη ἐκ τῶν ἐπιγείων. Ἑπομένως ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μόνον, ὅταν μᾶς δίδῃ τὴν ὑγείαν τοῦ σώματος ἀλλά καί ὅταν διὰ τῆς νόσου τοῦ σώματος δίδῃ τὴν ὑγείαν καὶ τὴν αἰωνιότητα τῆς ψυχῆς.

Ἐπίσης ἡ διπλὴ προστασία τοῦ Κυρίου εἶναι ὅταν μᾶς δίδῃ πλοῦτον καὶ πτωχείαν. Καὶ εἶναι μὲν δῶρον τοῦ Θεοῦ ὁ πλοῦτος, διότι διὰ τούτου κάμνομεν ἐλεημοσύνην, εἶναι δὲ δῶρον τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πτωχεία, διότι διὰ ταύτης κάμνομεν ὑπομονήν. Δίδει πλοῦτον ἀναλόγως τοῦ χαρακτῆρος μας, ἶνα προστατεύσῃ ἡμᾶς ἐκ τῶν πειρασμῶν τῆς πτωχείας. Παραχωρεῖ εἰς ἡμᾶς τὴν πτωχείαν, ἵνα προστατεύσῃ ἡμᾶς ἐκ τῶν πειρασμῶν τοῦ πλούτου. Πειρασμοὺς δὲν ἔχει μόνον ἡ πτωχεία ἀλλά καὶ ὁ πλοῦτος, διότι ὁ πολὺς πλοῦτος καὶ ἡ πολλὴ πτώχεια εἶναι μεγάλοι πειρασμοί. Ὁ Κύριος δίδων τὸν πλοῦτον εἰς τοὺς μέν, τὴν δὲ πτωχείαν εἰς τοὺς ἄλλους προστατεύει ἐκ τῶν πειρασμῶν.

Ὁ Κύριος δίδει ἄλλοτε μὲν ὑπόληψιν ἄλλοτε δὲ παραχωρεῖ συκοφαντίας. Ὁ Κύριος προστατεύει ὄχι μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποίοι ἔχουν ὑπόληψιν, ἀλλά καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συκοφαντοῦνται. Ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ εἰς τοὺς συκοφαντουμένους εἶναι μεγαλύτερα, διότι εἰς αὐτοὺς ἐπεμβαίνει περισσότερον ὁ Θεὸς καί οἱ ἴδιοι περισσότερον καταρτίζονται γινόμενοι προσεκτικώτεροι καὶ περισσότερον τῷ θεῷ ἀφιερωμένοι. Ἰδοὺ ἡ διπλῆ προστασία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ζωὴ μας εἶναι κέντημα εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ. Ὅπως εἰς τὰ κεντήματα ὑπάρχουν δύο ὄψεις ἡ ἐμπροσθία καί ἡ ὀπισθία αἱ κοινῶς λεγόμεναι ὄψη καὶ ἀνάποδη, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ ζωὴ μας ἔχει τὰς ἀντιξοότητας καὶ τὰ εὐχάριστα σημεῖα της. Ὅπως εἰς τὸ κέντημα αἱ αὐταί κλωσταί, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀκαλαίσθητοι εἰς τὴν ἀνάποδη πλευρὰν ἀπαρτίζουν τὴν ὡραιότητα τῆς ἐμπροσθίας ὄψεως, κατὰ παρόμοιον τρόπον, εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Κὰλλιτέχνου Θεοῦ τὰ δυσάρεστα, τὰ ἀνάποδα ἀπαρτίζουν τὴν ὡραιότητα τῆς ζωῆς. Ἀνάποδη ὄψη τοῦ κεντήματος τῆς ζωῆς εἶναι ἡ νόσος, ἡ οἰκονομικὴ ἀνέχεια, ἡ συκοφαντία, ἡ παροῦσα ζωή. Ἐμπροσθία ὄψις τοῦ κεντήματος τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονή, ἡ αὐταπάρνησις, ἡ αἰωνιότης τῆς μελλούσης ζωῆς. Τόσον στενὰ συνδέονται εὐχάριστα καί δυσάρεστα εἰς τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ ὄψη καί ἡ ἀνάποδη ἑνὸς κεντήματος.

Συμπεράσματα: Οὐδέποτε πρέπει νὰ μαγεύεσαι ἀπὸ τὰ χαρίσματα τῆς ζωῆς, διότι μέσα καταρτισμοῦ σου καί δείγματα προστασίας τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ αἱ ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς. Οὐδέποτε πρέπει νὰ ἀπογοητεύεσαι ἀπὸ τὰς ἀντιξοότητας τῆς ζωῆς, διότι καὶ δὶ’ αὐτῶν ἐκδηλοῦται ἡ προστασία τοῦ Θεοῦ. Οὐδέποτε πρέπει νὰ σκανδαλίζεσαι, ὅταν βλέπῃς ἀνθρώπους σήμερον νὰ ὑποφέρουν, ἐνῷ ἄλλοι νὰ καλοπερνοῦν, διότι δὲν γνωρίζεις, τί ἦσαν οὗτοι εἰς τὸ παρελθόν, τί θὰ εἶναι ἐκεῖνοι εἰς τὸ μέλλον. Δὲν γνωρίζεις, ἂν οἱ σήμερον δοκιμαζόμενοι εἶχον καλοπέρασιν εἰς τό παρελθόν ἤ θά δοκιμασθοῦν εἰς τό μέλλον. Σύ ὅταν εἶσαι πλησίον τοῦ Θεοῦ,εἴτε ευτυχεῖς, εἴτε δυστυχεῖς θά εἶσαι πλησίον τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι πλησίον τοῦ κέντρου αἱ ἀκτίνες τῆς ρόδας.

Ἐπιστροφὴ τῆς Ἁγίας Οἰκογενείας ἐξ Αἰγύπτου και ἐγκατάστασις εἰς Ναζαρὲτ (Ματθ. β’, 19-23)

Ὁ Ἡρώδης ἀπέθανε καὶ κατὰ τὸν ἱστορικὸν Ἰώσηπον 6 μῆνας μετὰ τὸν θάνατόν του ἀνέλαβε τὴν διακυβέρνησιν τῆς Ἰουδαίας καὶ Σαμαρείας ὁ υἱὸς τοῦ Ἀρχέλαος. Οὗτος ἦτο σκληρός, ὅπως καί ὁ πατήρ του. Λόγῳ λοιπὸν τῆς τυραννικότητός του ἐξωρίσθη ἀργότερα τὸ 6 μ.Χ. ὑπὸ τοῦ Αὐγούστου αὐτοκράτορος εἰς Γαλατίαν τὴν σημερινὴν δηλαδὴ Γαλλίαν καί ἐκεῖ ἀπέθανεν. Ἔκτοτε ἡ Παλαιστίνη ἔγινε Ρωμαϊκὴ ἐπαρχία. Εἰς τὴν Γαλιλαίαν ὅμως ὅπου εὑρίσκετο ἡ Ναζαρὲτ ἐβασίλευεν ὁ μαλακώτερος υἱὸς τοῦ Ἡρώδου ὁ Ἀντύπας. Ἔχοντες ταῦτα ὑπ’ ὄψιν μας ἂς παρακολουθήσωμεν τὸν Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον.

«Τελευτήσαντος τοῦ Ἡρώδου» ὅταν ἀπέθανε ὁ Ἡρώδης «ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ’ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ λέγων» ἐνεφανίσθη ἄγγελος Κυρίου εἰς τὸ ὄνειρον τοῦ Ἰὠσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ λέγων «ἐγερθείς παράλαβε τὸ παιδίον καί τὴν μητέρα αὐτοῦ καί πορεύου εἰς γῆν Ἰσραὴλ» Ἐγέρθητι ἐκ τοῦ ὕπνου καί παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα του καὶ πορεύου εἰς τὴν Ἰουδαίαν.«Τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν» διότι ἀπέθανον οἱ ζητοῦντες νὰ ἀφαιρέσωσι τὴν ζωὴν «τοῦ παιδιοῦ».

Ὁ καθορισμὸς τῆς γῆς τοῦ Ἰσραὴλ ἤτοι τῆς Ἰουδαίας ὡς τόπου διαμονῆς τῆς ἁγίας οἰκογενείας ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου δεικνύει, ὅτι ἡ μήτηρ του καὶ ὁ Ἰωσὴφ εἶχον ἀπόφασιν νὰ ἐγκατασταθῶσι μετὰ τοῦ Ἰησοῦ ἐν Βηθλεέμ, ὡς εἴπομεν και ἀνωτέρω, ἔνθα ὁ Κύριος ἐγεννήθη. Ὁ εὐαγγελιστὴς συνεχίζει. Ὁ Ἰωσὴφ «Ἐγερθείς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καί εἰσῆλθεν εἰς γῆν Ἰσραήλ». Γῆ Ἰσραὴλ εἶναι ἡ Ἰουδαία. Μὲ πόσην χαρὰν ἡ ἁγία οἰκογένεια ἐπιστρέφει! Καθ’ ὁδόν ὅμως ὁ Ἰωσὴφ μανθάνει «ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει τῆς Ἰουδαίας ἀντί Ἡρώδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καί ’εφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν» λόγῳ, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, τῆς σκληρότητος τούτου. «Χρηματισθεῖς δὲ κατ’ ὅναρ» λαβῶν δηλαδὴ ὁ Ἰωσὴφ ἀποκάλυψιν τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ὀνειρὸν τοῦ «ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας καί ἐλθών κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ». Ὁ Εὐαγγελιστής, ἵνα δήλωσῃ ὅτι ἡ ἐγκατάστασις τοῦ Κυρίου εἰς πόλιν μὴ Ἰουδαϊκήν, τὴν Nαζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας, δὲν ἔγινεν ἄνευ τῆς θείας προφητείας, λέγει, ὅτι ἡ ἐγκατάστασις αὕτη ἔγινεν «ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθἐν ὑπό τῶν προφητῶν, ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται».

Πράγματι οἱ Ἰουδαῖοι καὶ κυρίως ἐκεῖνοι ἐκ τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι δὲν παρεδέχοντο τὸν Χριστὸν ὡς Μεσσίαν, ὠνόμαζον αὐτὸν Ναζωραῖον ἤ Ναζαρηνόν. Τοῦτο φαίνεται ἐκ τῶν χωρίων Ματθ. 26, 71. Μάρκου 10, 47. Λουκ. 18, 37. Ὠνόμαζον δὲ αὐτὸν οὕτω διότι πιστεύοντες, ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ κατάγεται ἐκ Βηθλεὲμ (Ἰωάν. 7,41) καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ὅθεν οὐδεὶς προφήτης ἔρχεται (Ἰωάν. 7, 52) ἤθελον νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ὁ Χριστὸς ὡς καταγόμενος ἐκ Ναζαρὲτ δὲν εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας καὶ περιεφρόνουν αὐτόν. Ὁ Ματθαῖος ὅμως ἐπιθυμῶν νὰ πείσῃ τοὺς ἐξ Ἰουδαίων χριστιανούς, ὅτι ἡ παραμονὴ τοῦ Χριστοῦ ἐν Ναζαρέτ, ἥτις ἀνῆκεν εἰς τὴν εἰδωλολατρικὴν Γαλιλαίαν, ἦτο ἔργον τῆς θείας προνοίας οὐχὶ ἀξία περιφρονήσεως, ἐνθυμεῖται τὸν προφήτην Ἠσαΐαν, ὁ ὁποῖος περὶ τοῦ Χριστοῦ λέγει: «ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἱεσσαί καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται». Ἡ λέξις «ἄνθος» ἐν τῷ Ἑβραϊκῷ κειμένῳ ἀντικαθίσταται διὰ τῆς λέξεως ΝΕΖΕΡ, ἡ ὁποία σημαίνει βλαστός, κλωνάρι. Ὁ Μεσσίας λοιπὸν ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι μικρὸν καὶ ἀσήμαντον κλωνάρι ΝΕΖΕΡ ἐκ τῆς γενεᾶς τοῦ Ἰεσσαί τοῦ πατρός τοῦ Δαυΐδ, θὰ ἀναπτυχθῇ ἐν τῇ ἀσήμῳ πόλει, ἡ ὁποία ἔχει τὸ αὐτὸ ὄνομα ὀνομαζόμενη Ναζαρέτ. Ἡ σύμπτωσις τοῦ ὀνόματος τῆς Ναζαρὲτ πρὸς τὴν προφητείαν ταύτην τοῦ Ἡσαΐου διὰ τὸν εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον εἶναι ἔργον θείας προνοίας.

Ἐπειδὴ ὅμως ὁμώνυμοι ἐκφράσεις πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως τοῦ προφήτου Ἡσαΐου ΝΕΖΕΡ ὑπάρχουσι καὶ εἰς ἄλλους προφήτας, δὶ’ ὧν χαρακτηρίζεται ὁ Χριστός, (1) ὁ Ματθαῖος λέγει ὅτι θὰ κληθῇ ὁ Χριστὸς Ναζωραῖος, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ τῶν προφητῶν, ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται. Τὸ Ναζωραῖος δὲν ἐκφράζει λοιπὸν ὀνομασίαν τοῦ Χριστοῦ ἀλλά πραγματικότητα προφητείαν περιφρονήσεως, ἡ ὁποία ὡς προφητεία ἔχει μεγάλην ἀξίαν.

Ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυριάρχουν τοῦ κόσμου δύο μεγάλοι μονάρχαι ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτωρ Ὀκτάβιος Αὔγουστος ἐν Ρώμῃ καὶ ὁ βασιλεὺς τῆς Ἰουδαίας Ἡρώδης ὁ μέγας. Ὁ Χριστὸς ὑπήκουσεν εἰς τὸ διάταγμα τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορος καὶ διέφυγε τὴν θανατικὴν σπάθην τοῦ Ἡρώδου. Ὁ βίος καὶ τῶν δύο τούτων, ἂν καὶ ἦτο κακός, θὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς μεγάλα μαθήματα. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν τούτους τὸν Χριστὸν καὶ τὸν ἑαυτόν μας.

(1) Ἱεζ. 17, 22. Ἱερεμ. 23, 5 – 33, 15. Ζαχαρ. 3, 8 — 6, 12.

Θέμα: α) Ρωμαῖος Αὐτοκράτωρ καὶ Χριστὸς

Μεγαλεῖα — Ὑπακοὴ

Εἴδομεν τοὺς ἀγγέλους καὶ ποιμένας, τοὺς μάγους, τὸν γέροντα Συμεὼν καὶ τὴν γερόντισσαν Ἄνναν, τὴν προφήτιδα, οἱ ὁποῖοι ὑπετάγησαν εἰς τὸν Χριστὸν προσκυνοῦντες ἤ ὑμνοῦντες αὐτόν. Ὑπετάγη ὅμως, καὶ ὁ Χριστὸς εἰς τὸν Ρωμαῖον αὐτοκράτορα Ὀκτάβιον ὑπακούσας εἰς τὸ διάταγμα τῆς ἀπογραφῆς. Ὅπως ἡ ὑποταγὴ ἐκείνων τῶν μάγων καὶ λοιπῶν μᾶς ἔδωκε πολλὰ ὠφέλιμα διδάγματα, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἡ ὑποταγὴ τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ρωμαῖον αὐτοκράτορα θὰ μᾶς δώσῃ ὠφέλιμα διδάγματα. Προηγουμένως ὅμως πρέπει νὰ ἴδωιμεν, ποῖος ἦτο ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτωρ.

Αον. Ὁ Ὀ κ τ ά β ιο ς Αὔγουστος. Οὗτος ἦτο ὁ μόνος αὐτοκράτωρ κατὰ τὴν ἐποχήν ἐκείνην. Ἑπομένως τὸ κοσμικόν του μεγαλεῖον ἦτο ἄφθαστον. Ὡς ἄνθρωπος ὅμως ἦτο πολὺ μικρός. Καὶ συγκεκριμένως. Ὁ πατὴρ του ἦτο τοκογλύφος τις ὀνομαζόμενος Βαλετρί, Ὁ Ὀκτάβιος εἰς τοὺς πολέμους ἐφάνηκε δειλός, διότι εἰς τὴν πρώτην μάχην, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν, ἐσώθη διὰ τῆς φυγῆς. Εἰς τὰς νίκας του ὑπῆρξε μνησίκακος, διότι ἐνῷ εἶχε δώσει ἀμνηστείαν πρὸ τῆς νίκης εἰς τοὺς δολοφόνους τοῦ Καίσαρος, μετὰ ὅμως τὴν νίκην διέταξεν, ὅπως οὗτοι φονευθῶσιν. Εἰς τὰς ἀντεκδικήσεις του ὑπῆρξε πολὺ σκληρός, διότι αἱ προγραφαὶ του ἦσαν χειρότεραι τοῦ Σύλλα. Κατὰ τὰς προγραφάς δὲν ἐλυπήθη οὔτε τὰ μικρὰ παιδιά. Παῖδα τινὰ ἠνάγκασε νὰ φορέσῃ ἀνδρικήν ἐνδυμασίαν, ἵνα φονευθῇ ὡς ἀνήρ. Εἰς κάποιον, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν χάριν μετὰ τὸν θάνατόν του νὰ ἐνταφιασθῇ, ὁ Ὀκτάβιος Αὔγουστος ἀπήντησεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειὰ τῶν κοράκων καὶ τῶν σκυλιῶν. Εἰς τοὺς Περάγους, , οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ὁμαδικῶς ἐπιείκειαν, ἀπήντησεν. Moriendum. esse =Πρέπει νὰ ἀποθάνουν. Εἶχε κάποιαν ὑποψίαν κατὰ τοῦ Πραὶτορος Κοΐντου Καλλίου. Ἰδίαις χερσίν, ὁ αὐτοκράτωρ πρὶν τὸν φονεύσει, ἐξορύσσει τοὺς ὀφθαλμούς του!

Δὲν ἦτο μόνον κακοῦργος ἀλλά καὶ ἀσελγής. Νέος ὤν ἐπώλη-σὲ τὸν ἑαυτὸν του δὶς εἰς τὸν Ἰούλιο ν Καίσαρα καὶ βραδύτερον ἐν Ἱσπανίᾳ εἰς τὸν Χόρτιον ἀντὶ 300 χιλιάδων σεστερτίων ρωμαϊκῶν ἤτοι 75.000 δράχ. Ὅταν ἐνηλικιώθῃ, ἡ ἀσέλγεια του ἔλαβε διαφορωτέραν μορφήν. Εἶχε καθημερινῶς νέους γάμους καὶ ἄπειρα διαζύγια. Γυναῖκας τῶν φίλων του ἀπέσπα καὶ τὰς ἐνυμφεύετο. Ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἦτο καὶ ἀναιδής. Διεκήρυττε τὸν ἑαυτὸν του ἐπιεικῆ συγχωρῶν τινας καὶ ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του ὡς ὑπόδειγμα καλῶν ἠθῶν. Ἡ ἡλικία του προχωρεῖ καὶ τὸ γεροντικόν του ραμολλίριμα αὐξάνει. Φορεῖ ὑψηλὰ ὑποδήματα, ἵνα φαίνεται ὑψηλὸτερος τοῦ φυσικοῦ του μεγέθους. Ἀσθενεῖ καὶ μεταφέρεται εἰς τὴν ἔπαυλίν του. Ἐκεῖ ἐπιδίδεται εἰς πᾶν εἶδος ἀκολασίας. Γίνεται μεγάλος χαρτοπαίκτης. Μαζεύει τὰ ὠραῖα μικρὰ παιδιὰ καὶ παίζει μαζὺ τῶν καρύδια καὶ κότσι. Τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου του διατάσσει νὰ τὸν κτενίσουν καὶ νὰ φέρουν ἐνώπιόν του καθρέπτην. Ἐρωτᾷ τοὺς παριστάμενους λέγων «ὑπεκρίθην καλῶς τὸν μῖμον τῆς ζωῆς;» Ὑπῆρξα δήλ. καλὸς καραγκιόζης; Καὶ συνεχίζει: «χειροκροτήσατε καὶ σεῖς ὡς πελατεία καὶ θεαταὶ μου». Τέλος ἀπέθανε. Ἰδου ὁ Αὐτοκράτωρ!

Β’. Ὁ Χριστός. Εἰς τὸ Διάταγμα τούτου ὑπήκουσεν ὁ Χριστὸς καὶ ἐγεννήθη εἰς τὸν σταῦλον τῆς Βηθλεέμ. Ἑπομένως ὁ Χριστὸς ἐξωτερικῶς μὲν ὑπακούει εἰς τὸ Διάταγμα τῆς ἀπογραφῆς, ἐσωτερικῶς ὅμως διὰ τῆς γεννήσεως του εἰς τὴν φάτνην περιφρονεῖ τὰ .μεγαλεῖα του. Μάλιστα! Ὑπακούει!.

Ποῖος εἰς ποῖον ὑπακούει; Ὁ πτωχὸς Ἰησοῦς εἰς τὸν τοκογλύφον αὐτοκράτορα, ὁ παρθένος Κύριος εἰς τὸν πωλήσαντα τὴν παρθενίαν καὶ τὸν ἀφαρπάζοντα τὰς γυναῖκας τῶν φίλων του! Ὁ ἀγαπήσας Χριστὸς τὰ παιδία ὑπακούει (εἰς τὸν αὐτοκράτορα Ὀκτάβιον, ὁ ὁποῖος φονεύει σωματικῶς καὶ διαφθείρει ψυχικῶς τὰ μικρὰ παιδία! Ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος κατέβηκεν ἐκ τῶν οὐρανῶν ταπεινωθείς, ὑποτάσσεται εἰς τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος φορεῖ ὑψηλὰ ὑποδήματα διὰ να φαίνεται ὑψηλότερος του φυσικοῦ του μεγέθους! Ἕνας μεγάλος ἰδεολόγος, ὁ Χριστός, ὑποτάσσεται εἰς ἕνα μεγάλον χαρτοπαίκτην, ὁ ὁποῖος παίζει μὲ μικρὰ παιδιὰ καρύδια καὶ κότσι! Ὁ Χριστός, ὁ «ὁποῖος εἶχε τόσην συνέπειαν – εἰς τὴν ζωήν του, ὥστε διὰ τὴν ἰδέαν του ἀνέβηκεν εἰς τὸν σταυρόν, ὑποτάσσεται εἰς τὸ διάταγμα ἑνὸς αὐτοκράτορος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸν τοῦ καραγκιόζην!

Περιφρονεῖ ὅμως τὰ μεγαλεῖα τοῦ Αὐτοκράτορος. Καὶ συγκεκριμένως: Τὸ βρέφος Ἰησοῦς δὲν ἐκδίδει διάταγμα ἀλλὰ ὑπακούει εἰς διάταγμα. Δὲν ἔχει χρυσὸν καὶ ἀνάκτορα, ὅπως ὁ Ὀκτάβιος, ἀλλά περιφρονῶν αὐτὰ γεννᾶται ἐν τῇ φάτνῃ. Δὲν ἔχει ὁ Κύριος αὐλικοὺς κατὰ τὴν γέννησίν του. Περιφρονῶν αὐτοὺς ἔχει τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τον ἀγνοοῦν καὶ τὰ ζῷα τοῦ σταύλου, τά ὀποῖα δὲν ἐννοοῦν. Δὲν ἔχει βασιλικάς ἁλούργιδας, ἀλλά περιφρονῶν αὐτάς ἔχει σπάργανα, πτωχείαν. Πόσον θαυμάσιον παράδειγμα εἶναι ἡ ὑποταγὴ αὕτη τοῦ Κυρίου εἰς τὸ διάταγμα τοῦ Ὀκταβίου καὶ ἡ περιφρόνησις τῶν μεγαλείων!

Γ’ Ἡ μ ε ῖ ς; Ὅσον ἀποποιούμεθα τὴν ὑποταγήν, τὴν ὑπακοήν, εἰς κάποιον ἀνώτερόν μας, τόσον μαγευόμεθα ἀπὸ τὰ μεγαλεῖα του. Ἀγανακτοῦμεν, ὅταν ἀνώτερός τις μᾶς διατάσσῃ, ζηλεύομεν ὅμως τὸ μεγαλεῖον του, τὴν θέσιν του, ὥστε νὰ διατὰσσωμεν ἡμεῖς. Μισοῦμεν τὸν ἀνώτερόν μας, λαχταροῦμεν ὅμως τὴν θέσιν του, τὰ μεγαλεῖα του. Δύσκολα ὁ ἄνθρωπος ὑπακούει ὄχι μόνον εἰς τοὺς κακοὺς ἀνωτέρους του ἀλλά καὶ εἰς τοὺς καλούς. Τόση εἶναι ἡ ἀποστροφή μας πρὸς τὴν ὑποταγήν! Ὁ Κύριος ὑποταχθείς εἰς τὸν σκληρὸν καὶ φιλήδονον Ὀκτάβιον ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς παράδειγμα νὰ ὑποτασσώμεθα «οὐ μόνον τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ἐπιεικὲσιν ἀλλά καὶ τοῖς σκολιοῖς». Ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ἐπιεικεῖς ἄρχοντας ἄλλα καὶ εἰς τὰ στραβόξυλα. «Τοῦτο γὰρ χάρις, εἰ διὰ συνείδησιν Θεοῦ ὑποφέρει τὶς λύπας πάσχων ἀδίκως», λέγει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος (Ι).

Διατὶ λοιπὸν ἀρνεῖσαι σὺ νὰ ὑποταχθῇς εἰς τὰ διατάγματα τῶν ἀνωτέρων σου, ὅταν ταῦτα δὲν θίγωσι ζητήματα τῆς συνειδήσεώς σου; Διατὶ παραπονεῖσαι, ὅτι δὲν δύνασαι νὰ προκόψῃς, διότι ἔχεις κακοὺς προϊσταμένους; Ὑπῆρξε χειρότερος προϊστάμενος ἀπὸ τὸν Ὀκτάβιον; Καὶ ὅμως ὁ Χριστὸς κάτω ἀπ’ αὐτὸν ἐγεννήθη καὶ κάτω ἀπὸ τὸν ὅμοιον καὶ χειρότερον τούτου Ἠρώδην εἰργάσθη. Μάθε λοιπὸν καὶ σὺ νὰ ἐργάζεσαι κάτω ἀπὸ προϊσταμένους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀντίχριστοι εἰς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Δὲν ἔχουσι νὰ σὲ βλάψωσι, ὅπως δὲν ἔβλαψαν καὶ τὸν Χριστόν. Ἡ λαχτάρα τῶν μεγαλείων ταράσσει τὴν ζωήν, ἐνῷ ἡ κατὰ Χριστόν ὑπακοὴ γλυκαίνει αὐτήν.

Ὁ μικρὸς Ἰάκωβος κάθησε στὸ τραπέζι μὲ ξένους διὰ πρώτην φορὰν καὶ θέλων νὰ μιμηθῇ τοὺς ξένους χωρὶς νὰ ἐρώτησῃ τὴν Μαμὰ του ἄρχισε νὰ ἀνακατώνῃ τὸ τσάϊ του. Ὅταν σὲ λιγάκι τὸ ἐδοκίμασε, στράφηκε μὲ παραπόνον στὴν μητέρα του. Τόσες φορές τὸ ἀνακάτεψα Μαμὰ καὶ ἀκόμη δὲν ἐγλύκανε. Ἡ μητέρα ἀπαντᾷ. Τί ὠφελεῖ τὸ ἀνακάτωμα ἀφοῦ δὲν ἔχῃ ζάχαρι; Τί ὠφελεῖ ἡ δρᾶσις μὲ τὰ μεγαλεία της, ὅταν λείπῃ τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὑπακοή σου; Φρόντισε νὰ ὑπακούῃς χωρὶς νὰ προσκυνῇς καὶ νὰ ζηλεύῃς τὰ μεγαλεία! Γένοιτο!

Θέμα: β) Ὁ Ἡρώδης – Ἁμαρτία

Ἡ κακία ἔχει τρεῖς ὄψεις. Πρώτη εἶναι ἡ ὁρμή, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε ἑλκυστική. Δευτέρα εἶναι ἡ συγκάλυψις, ἡ ὁποία εἶναι ἀγωνιώδης. Τρίτη εἶναι ἡ ἀποκάλυψις, ἡ τιμωρία. Ἐνσάρκωσις καὶ τῶν τριῶν τούτων ὄψεων τῆς κακίας εἶναι ὁ σψαγεὺς τῶν νηπίων, ὁ Ἡρώδης.

Ἂς ἴδωμεν τοῦτον καὶ ἐν αὐτῷ τὴν τριπλῆν ὄψιν τῆς κακίας, ἡμῶν.

Πρῶτον: ὁ Ἡρώδης Ὁ Ἡρώδης οὗτος ἦτο ἕνα τέρας. Ἂν καὶ ἦτο 70 ἐτῶν ἄνθρωπος, φοβεῖται τὸν θρόνον του ἀπὸ ἕνα νήπιον, τὸν Ἰησοῦν καὶ διατάσσει νὰ φονευθῶσιν ὅλα τὰ βρέφη ἀπὸ 2 ἐτῶν καὶ κάτω ἐν Βηθλεὲμ καὶ γύρω αὐτῆς. Δὲν ἦτο οὔτε Ἰουδαῖος οὔτε Ἕλλην οὔτε Ρωμαῖος, ἦτο Ἰδουμαῖος. Ἦτο βάρβαρος, ὁ ὁποῖος ἕρπει ἐνώπιον τῶν Ρωμαίων καὶ μιμεῖται ὡς πίθηκος τοὺς Ἕλληνας διὰ νὰ στερεώσῃ τὸν θρόνον του εἰς τοὺς Ἰουδαίους. Ἦτο υἱὸς προδότου καὶ ἐσφετερίσθη τὸν θρόνον τῶν δυστυχισμένων Ἀσμοναίων. Νυμφεύεται μίαν ἀπὸ τὰς ἀνεψιάς του τὴν Μαριάμνην, ἵνα νομιμοποίησῃ τὴν βασιλείαν του. Δὲν ἐβράδυνεν ὅμως νὰ φονεύσῃ ταύτην βάσει ἀδίκων ὑποψιῶν. Διατάσσει νὰ πνιγῇ εἰς τὸ ὕδωρ ὁ γαμβρὸς του Ἀριστόβουλος καὶ κατεδίκασεν εἰς θάνατον τὸν ἄλλον του γαμβρὸν Ἰωσήφ ὡς καὶ τὸν Ὑρκανόν Β’ τὸν τελευταῖον βασιλέα τῶν Ἰουδαίων. Διέταξε νὰ φονευθῇ ἡ Ἀλεξάνδρα ἡ μήτηρ τῆς γυναικὸς του Μαριάμνης. Φονεύει τὰ τέκνα τοῦ Βάβα, διότι ἦσαν μακρινοὶ συγγενεῖς τῶν ἀρχαίων βασιλέων. Διατάσσει νὰ καῇ ζῶν ὁ Ἰούδας καὶ ὁ Ματθίας μὲ πολλοὺς ἄλλους Φαρισαίους. Βραδύτερον φοβηθεῖς μήπως οἱ δύο υἱοί, τοὺς ὁποίους ἀπέκτησεν ἐκ τῆς Μαριάμνης, θελήσωσι νὰ ἐκδικηθῶσι τὴν μητέρα των, διατάσσει, ὅπως οὗτοι στραγκαλισθῶσι. Πλησίον τοῦ θανάτου εὐρισκόμενος διέταξε νὰ φονευθῇ ὁ Ἀρχέλαος ὁ τρίτος υἱός του. Ἰδοὺ τὸ μέγεθος τῆς κακίας του. Ἔρχεται ὅμως δευτέρα ὄψις ἡ συγκάλυψις ταύτης, ὡς ἑξῆς:

Διὰ νὰ λησμονηθοῦν τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ἀποστέλλει εἰς Ρώμην 300 τάλαντα, ἵνα ἐξοδευθῶσι κατὰ τὰς ἑορτάς. Ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Αὐγούστου αὐτοκράτορος, ἵνα ἔχῃ αὐτὸν μὲ τὸ μέρος του νὰ καλύπτῃ τὰς ἀνομίας του καὶ ἀποθνήσκων ἀφίνει εἰς αὐτὸν ἐκτός τῶν 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐν χρυσοῦν καί ἕτερον ἀργυροῦν κόσμημα διὰ τὴν Λιβίαν τὴν γυναῖκα τοῦ αὐτοκράτορος. Κρύπτει τὴν κακίαν τοῦ εἰς τὴν γενναιοδωρίαν του. Ἐξωραΐζει τὸν ναὸν τῶν Ἰουδαίων δεικνύων εὐσέβειαν, ἵνα κρύψῃ καὶ εἰς ταύτην τὰ ἀνοσιουργήματά του. Καλεῖ τοὺς γραμματεῖς καί Φα-ρισαίους, ὅταν ἦλθον οἱ μάγοι εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καί ἐρωτᾷ αὐτούς ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός. Καλεῖ κατόπιν τοὺς μάγους καί ἀποστέλλει αὐτοὺς εἰς Βηθλεὲμ μὲ τὴν παράκλησιν, ἀφοῦ προσκυνὴσωσι, νὰ ἐπιστρέψωσι καὶ εἴπουν καὶ εἰς αὐτὸν ποῦ εἶναι ὁ Χριστός, ἵνα προσκύνησῃ, πράγματι δὲ ἵνα φονεύσῃ αὐτόν. Εἰς την εὐσέβειαν ταύτην κρύπτει τὴν κακίαν του. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀποθάνῃ, διατάσσει νὰ φονευθοῦν πολλοὶ πρόκριτοι Ἰουδαῖοι, ἵνα τὸ πένθος ἐπὶ τῷ θανάτῳ τῶν Ἰουδαίων συμπέσῃ μὲ τὸν θάνατόν του καὶ πενθήσωσιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐχαίροντο διὰ τὸν θάνατόν του. Ποία συγκάλυψις καὶ κακουργία!

Ἔρχεται ὅμως καὶ ἡ τιμωρία τοῦ κακοῦ, ἡ ἀποκάλυψις τούτου. Ἡ ζωὴ του ἦτο μία διαρκής ἀνησυχία καὶ τρόμος γνωστὰ εἰς ὅλους. Ἀσελγής, ἄπιστος, ἀναιδής, ἄπληστος ἀπὸ χρυσὸν καὶ δὸξαν, οὐδέποτε εἶχεν εἰρήνην ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ, ὅπου ἦτο βασιλεύς, ἐντός τοῦ οἴκου του καὶ μέσα εἰς τὴν ψυχήν του.Ἦτο πάντοτε περὶφοβος, ὅπως εἶναι περίφοβοι οἱ νέοι ἄρχοντες καὶ οἱ κακοποιοὶ γέροι.Ἐταράσσετο εἰς τὸν ἐλάχιστον ψίθυρον τοῦ φύλλου καὶ εἰς τὴν πλέον φανταστικὴν ὑποψίαν. Εἶχε καταντήσει δεισιδαίμων ἀνατολίτης προσεκτικὸς πολὺ εἰς προφητείας καί μάγια, ὥστε ἐταράχθη μὲ τὴν ἄφιξιν τῶν μάγων. Ἐνῷ πιστεύῃ, ὅτι ἡ γέννησις τοῦ βασιλέως τῶν Ἰουδαίων εἶναι ἐκ Θεοῦ, διότι ἀστὴρ ἐν Ούρανῷ καὶ προφῆται ἐν γῇ ὁμιλοῦσι περὶ αὐτοῦ, σκέπτεται νὰ δολοφονήσῃ αὐτόν! Πόση ἀνισορροπία! Ἡ ἰδέα μόνον ἑνὸς νεογέννητου βασιλέως τὸν ἔκανε νὰ τρέμῃ. Τὸ βρέφος Ἰησοῦς ἐτάραξε πολὺ τὴν βάρβαρον καρδίαν του, ὥστε εἰς τὰ φονευθέντα παιδία, λέγεται, ὅτι ἦτο ἐν ἰδικόν του.

Ἀλλά ἡ ἀποκάλυψις τῆς κακίας του καὶ ἡ τιμωρία ταύτης εἶναι μεγάλη. Ἠθέλησε νὰ ἀπατήσῃ τοὺς μάγους καὶ ἠπατήθη ὑπ’ αὐτῶν. Κυρίως ὅμως φαίνεται κατὰ τὸν θάνατόν του. Ὀλίγον χρόνον πρὶν ἀποθάνῃ, ἠοθένησεν. Ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ζωήν μὲ τὴν σειρὰ του βεβαρημένος ὑπὸ πλήθους κακουργημάτων. Κατὰ τὴν ἀσθένειάν του ταύτην οἱ πόδες του εἶχον ἀνάψῃ ἀπὸ φαγούρα, ἡ ἀναπνοὴ τοῦ ἔγινε βραχυτάτη καὶ ἡ κακοσμία τοῦ στόματος του ἀνυπόφορος. Ἔγινε σκωληκόβρωτος εἰς τὸ ἀπόκρυφον μέρος ἐκεῖνο τοῦ σώματός του, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξετέλει τὴν ἀσέλγειάν του. Βδελυττόμενος ἐν τοιαύτῃ καταστάσει τὸν ἑαυτὸν του προσπαθεῖ νὰ αὐτοκτονήσῃ διὰ τραπεζαμαχαίρας εὐρισκόμενης πλησίον του, ἀφοῦ διέταξε τὴν Σαλώμην νὰ διατάξῃ νὰ φονευθῶσιν ἀρκετοὶ νέοι εὑρισκόμενοι εἰς τὰς φυλακάς. Ὁ Ζυγαβινὸς ἀναφέρει τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ θανάτου του. «Πικράν τελευτὴν εἶχεν ὁ Ἡρώδης, πυρετῷ καί δυσεντερία καὶ κνησμῷ καί ὄγκῳ ποδῶν καὶ σήψει τοῦ αἵματος σκώληκας γεννώσῃ καί δυσπνοίᾳ καὶ τρόμῳ καὶ σπασμῷ τῶν μελῶν ἀπορρήξας τὴν πονηράν ψυχήν».

Ἰδοὺ ἡ κακουργία του, ἡ προσπάθεια τῆς συγκαλύψεως καὶ ἡ ἀποκάλυψις ταύτης δὶ’ ἧς καὶ ἐτιμωρήθη.

Καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ κακία ἔχει τὴν ὁρμήν, τὴν συγκάλυψιν καὶ τὴν

ἀποκάλυψίν της.

Δεύτερον: Ἡ κακία παρ’ ἡμῖν.

Εἴδομεν τὰ τρία χαρακτηριστικά τῆς κακίας εἰς τὸν Ἡρώδην, τὴν ὁρμήν πρὸς τὸ κακόν, τὴν συγκάλυψιν τοῦ κακοῦ καί τὴν ἀποκάλυψιν τούτου. Τὰ αὐτὰ χαρακτηριστικὰ ὑπάρχουσι καί εἰς ἡμᾶς καὶ συγκεκριμένως.

Ἡ ὁρμή τοῦ κακοῦ. Ἡ ὁρμή τοῦ κακοῦ εἶναι μεγάλη ὄχι μόνον εἰς τὸν Ἡρώδην ἀλλά καὶ εἰς ἡμᾶς. Τὰ κεντριὰ τῶν ἐπιθυμιῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι μέσα μας, ἔχουσι μεγάλην δύναμιν. Ὁ ἐγωϊσμὸς δηλαδὴ μᾶς κεντᾷ εἰς τὴν ἐπίδειξιν, ἡ πονηρὰ ἐπιθυμία μᾶς κεντᾷ εἰς τὴν σαρκικὴν ἐπιθυμίαν. Ἡ ζήλεια μᾶς κεντᾷ εἰς τὴν κατάκρισιν. Τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ μᾶς κεντᾷ εἰς τὰς ὕβρεις κ.λ.π. Τὰ κεντήματα ταῦτα εἶναι τόσον δριμέα, ὥστε ζαλιζόμεθα. Τόσον δὲ πολὺ ζαλιζόμεθα, ὥστε κατὰ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν παθῶν, ἔχομεν μεγάλην σκοτοδὶνην εἰς τὸν νοῦν μας. Τὰ κεντήματα τῶν παθῶν καὶ ἡ σκοτοδίνη τοῦ νοῦ εἶναι τόσον μεγάλα, ὥστε ὄχι μόνον κατὰ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν παθῶν ζαλιζόμεθα, ἀλλά καὶ μετὰ τὸ πάθος φροντίζομεν νὰ συγκαλύψωμεν τὰς κακίας μας.

Ἡ συγκάλυψις τοῦ κακοῦ.Ὁ σατανᾶς ἀφοῦ μᾶς ἀνάψῃ καὶ κάμωμεν τὸ κακόν, ἵνα ἀπαθανάτισῃ αὐτό, προβάλλει εἰς ἡμᾶς διαφόρους τρόπους συγκαλύψεώς του. Φθάνει μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ νὰ ἐξαγιάζῃ αὐτό. Ἐπί παραδείγματι. Ὁ ψεύτης λέγει: Εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ κανείς, ἂν δὲν εἴπῃ ψέματα. Ὁ σαρκολάτρης δικαιολογεῖ τὴν σαρκικὴν ἁμαρτίαν λέγων, ὅτι τοῦτο εἶναι φυσικὸν πρᾶγμα. Ὁ κλέπτης δικαιολογεῖ εἰς τὴν συνείδησίν του τὴν κλοπὴν λέγων, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃς, ἂν δὲν κλέψης. Ὁ ἐγωϊστὴς δικαιολογεῖ τὸν ἐγωϊσμόν του θεωρῶν τοῦτον ὡς ἀξιοπρέπειάν του. Ὁ ζηλότυπος σκεπάζει τὴν ζηλοτυπίαν του νομίζων, ὅτι ἐκφράζει τὴν γνώμην του διὰ τὴν κακίαν τοῦ ἄλλου. Ὁ ἄνθρωπος τῶν ἐπιδείξεων καλύπτει τὴν κακίαν τῆς ἐπιδείξεώς του συγχέων αὐτὴν μὲ κοινωνικὴν δρᾶσιν. Ὁ περιαυτολογῶν δικαιολογεῖ τὴν περιαυτολογίαν του θεωρῶν ταύτην ὡς ἄμυναν κατὰ τῶν ἐχθρῶν του. Καί οὕτω καθεξῆς. Ἀλλά ἔρχεται ἡ ἀποκάλυψις.

Ἡ Ἀποκάλυψις. Ὁ σατανᾶς ἀφοῦ δέσῃ τὸν ἄνθρωπον δία τῆς ἁμαρτίας καί τῆς δικαιολογίας αὐτῆς, ἔπειτα ἐκθέτει τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς τὰ ὄμματα τῶν ἄλλων μὲ τὸν σκοπόν, ὅπως ρίψῃ αὐτὸν εἰς τὴν ἀπόγνωσιν καὶ οὕτω κερδίσῃ αὐτὸν αἰωνίως. Ἐκθέτει, ἀποκαλύπτει κάθε ἁμαρτωλὸν κατὰ ἰδιαίτερον τρόπον. Τὸν κλέπτην λ.χ. ἀποκαλύπτει ἔπειτα ἀπὸ πολλάς κλοπάς καὶ φέρει αὐτὸν εἰς σύγκρουσιν μὲ ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου τὰ πράγματα ἔκλεψε, μὲ τὴν ἀστυναμίαν, μὲ τὴν κοινωνίαν, μὲ τὴν εἰρήνην τῆς ψυχῆς του. Τὸν ψεύτην ἀποκαλύπτει καί ἐκθέτει εἰς τὰ ὄμματα τῆς κοινωνίας καὶ καταντᾷ αὐτὸν ἀναξιόπιστον. Τὸν ἐπιδεικτικὸν φουσκώνει περισσότερον ὁ σατανᾶς, ἵνα γίνῃ περισσότερον μισητὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Τὸν σαρκολάτρην ἀποκαλύπτει καὶ ἐκθέτει κατὰ τρόπον τραγικόν, διότι οὗτος εἶναι πάντοτε ἀνήσυχος λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ σαρκικὴ ἐπιθυμία εἶναι καταβόθρα, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἱκανοποιεῖται. Τὸν ζηλότυπον ἐκθέτει, διότι τοῦ φέρει τὰς ψυχικάς ταραχάς καὶ συγκρούσεις πρὸς τοὺς ἄλλους κ.ο.κ.

Ἰδοὺ τὰ τρία χαρακτηριστικά τῆς κακίας τὸ κέντημα πρὸς τὴν κακίαν, ἵνα γίνῃ ἡ ἀρχὴ τοῦ κακοῦ, ἡ συγκάλυψις τῆς κακίας, ἵνα συνεχισθῇ ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ καὶ ἡ ἀποκάλυψις ἡ ἔκθεσις μὲ τελικὸν κατάντημα τὴν ἀπόγνωσιν, ἵνα οὕτω ἡ κακία γίνῃ αἰωνία διὰ τῆς ἀπελπισίας καὶ αὐτοκτονίας.

Ἐὰν θελήσωμεν νὰ παρομοιάσωμεν τὰ τρία ταῦτα χαρακτηριστικὰ τῆς κακίας πρὸς τρία ὅπλα τοῦ διαβόλου θὰ τὰ ὀνομάσωμεν: βουκέντρα, ράσον καὶ τύμπανον. Ὁ Σατανᾶς δηλαδὴ εἶναι ὡπλισμένος μὲ τρία ὅπλα: μὲ ἕνα ράσον, τὸ ὁποῖον φορεῖ, μίαν βουκέντραν καὶ ἕνα τύμπανον, τὰ ὁποῖα ἔχει κρυμμένα κάτω ἀπὸ τὸ ράσον του. Μὲ τὴν βουκέντραν κεντᾷ τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Μὲ τὸ ράσον, τὸ ὁποῖον φορεῖ, φροντίζει νὰ δώσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἵ ἅμαρτίαι εἶναι δικαιολογημένοι καί μὲ τὸ τύμπανον διατυμπανίζει, ἐκθέτει τὸν ἁμαρτωλόν, ὥστε νὰ φέρῃ αὐτὸν εἰς ἀπόγνωσιν. Μὲ λίγα λόγια ἡ ὁρμή τοῦ κακοῦ εἶναι ἡ βουκέντρα, ἡ συγκάλυψις τοῦ κακοῦ εἶναι τὸ ράσον καὶ ἡ ἀποκάλυψις ἡ ἔκθεσις, ἡ διαπόμπευσις εἶναι τὸ τύμπανον.

Εἶναι εὐνόητον ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάσις μας ἀπέναντι τῶν τριῶν τούτων ὅπλων τοῦ σατανᾶ. Καὶ ἐν πρώτοις πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν κάθε ἀφορμήν ταῆς κακίας, τὴν βουκέντραν ταύτην τοῦ σατανᾶ. Τόποι, πρόσωπα, τὰ ὁποία εἶναι ὀλισθηρὰ εἰς τὴν ἁμαρτίαν εἶναι βουκέντραι, πρέπει νὰ τὰ ἀποφεύγωμεν. Ὅταν ὅμως ὑποπέσωμεν πρέπει νὰ προσέχωμεν νὰ μὴ δικαιολογῶμεν, ἀλλὰ νὰ ἐλέγχωμεν τὸν ἑαυτὸν μᾶς ἔχοντες ἐλπίδα εἰς τὸν ἐλεήμονα Κύριον. Κυρίως ὅμως πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν τὴν ἀπόγνωσιν τὴν σφραγῖδα πάσης κακίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπήχθησαν ὁ Ἡρώδης καὶ ὁ Ἰούδας.

Ἰδοὺ ἡ παρότρυνσις ἤτοι ἡ βουκέντρα ἡ συγκάλυψις ἡ δικαιολογία ἤτοι τὸ ράσον καὶ τέλος ἰδοὺ ἡ ἀπόγνωσις τό τύμπανον τοῦ σατανᾶ. Ἰδοὺ ὅμως ἡ ἀποφυγὴ πάσης ἀφορμῆς τῆς ἀμαρτίας καὶ ἡ ἐλπίς εἰς τὴν θείαν εὐσπλαγχνίαν. Ἂς ἀποφεύγωμεν τὰ πρῶτα σατανικὰ ὅπλα καὶ ἄς ἔχωμεν τὴν προσοχὴν καὶ μετάνοιαν, ἵνα τύχωμεν τῆς αἰωνίου σωτηρίας. Γένοιτο!

5.

Ἡ ἀξία τοῦ προσώπου

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Μὲ τὴ φαντασία µας νὰ γυρίζουµε 2000 χρόνια πίσω. Πόσο θάµβος θὰ µᾶς εἶχε καταλάβει: µιὰ βδοµάδα, καὶ ὁ κόσµος ἔγινε ἀλλιώτικος! Ὁ κόσµος, ποὺ γιὰ χιλιάδες χρόνια ἔµοιαζε µὲ τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο, εἶναι τώρα τὸ πρόβατο ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, τὸ βρῆκε, καὶ τὸ πῆρε στοὺς ὤµους Του. Τὸ ἀγεφύρωτο κενὸ ποὺ ἡ ἁµαρτία εἶχε δηµιουργήσει µεταξύ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀρχίζει τώρα νὰ γεφυρώνεται. Ὁ Θεὸς µπῆκε στὴν ἱστορία, ἔγινε ὁ Ἴδιος ἄνθρωπος. Ὁ Θεὸς ἀνέλαβε τὴ σάρκα µας, καὶ ὅλα τὰ ὁρατὰ πράγµατα, αὐτὰ ποὺ µέσα στὴν τυφλότητά µας θεωροῦµε νεκρὴ ὕλη, ἀδρανῆ, µποροῦν στὸ δικό Του Σῶµα νὰ ἀναγνωρίσουν τὸν ἔνδοξο ἑαυτό τους. Κάτι ἐντελῶς καινούριο ἔχει συµβεῖ καὶ ὁ κόσµος δὲν εἶναι πιὰ ὁ ἴδιος.

Ὑπάρχει ὅµως καὶ µία ἄλλη πτυχὴ τῆς Ἐνσάρκωσης. Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλὰ διὰ τοῦ Χριστοῦ εἶπε κρίσιµες ἀλήθειες, ποὺ σταδιακὰ –ὅπως τὸ προζύµι ποὺ πέφτει στὴ ζύµη- ἐπρόκειτο νὰ ἀλλάξουν τὸν κόσµο. Ὁ Θεὸς µᾶς ἀποκάλυψε τὸ µεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος ἦταν, εἶναι καὶ θὰ παραµείνει γιὰ πάντα µία ἔνδειξη ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο πελώριος, τόσο µυστηριωδῶς βαθύς, ὥστε ὄχι µόνο µπορεῖ νὰ περιέχει- ὡς ναὸς- τὴ θεία παρουσία, ἀλλὰ µπορεῖ καὶ νὰ ἑνωθεῖ µὲ τὸν Θεό, νὰ γίνει «θείας κοινωνὸς φύσεως», κατὰ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο. Καὶ ἀκόµη, ὅσο πολὺ κι ἂν παρεξέκκλινε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν κλήση του, ὅσο ἀνάξιος κι ἂν ἔγινε γι’ αὐτήν, ποτὲ δὲν θὰ ἔχει µιὰ σχέση µὲ τὸν Θεὸ κατώτερη ἀπὸ αὐτὴ τῆς πατρότητας καὶ δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ ἔχει τὴ θέση τοῦ υἱοῦ ἢ τῆς θυγατέρας τοῦ Ὑψίστου.[…]

Καὶ πάλι, αὐτὸ ποὺ φανερώνεται ἐν Χριστῷ καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔχει ὑπέρτατη σηµασία εἶναι τὸ κάθε πρόσωπο ξεχωριστά, ὅτι ζεῖ καὶ πεθαίνει γιὰ τὸν καθένα µας, ὅτι δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν οἱ µάζες ἀλλὰ ὁ κάθε ἄνθρωπος.[…]

Καὶ κατόπιν εἰσήγαγε ἢ µᾶλλον ἐξήγγειλε µία νέα δικαιοσύνη, ὄχι τὴν κατανεµητικὴ ἢ κολαστήρια δικαιοσύνη τοῦ νόµου. Ὅταν µᾶς λέει «ἐὰν µὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑµῶν πλεῖον τῶν Γραµµατέων καὶ τῶν Φαρισαίων, οὐ µὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 20), ἀναφέρεται στὸν τρόπο µὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἀντιµετωπίζει τὸν καθένα ἀπό µᾶς.

Μᾶς ἀποδέχεται ὅπως εἴµαστε. Ἀποδέχεται τὸν καλὸ καὶ τὸν κακό, χαίρεται γιὰ τὸν καλὸ καὶ πεθαίνει ἐξ αἰτίας καὶ γιὰ χάρη τοῦ κακοῦ. Κι αὐτὸ ἀκριβῶς µᾶς καλεῖ νὰ θυµόµαστε: τί µᾶς καλεῖ νὰ γίνουµε καὶ πῶς θέλει νὰ συµπεριφερόµαστε- ὄχι µόνο µέσα στὸν κύκλο τῶν Χριστιανῶν ἀλλὰ σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσµο. Νὰ βλέπουµε κάθε ἄνθρωπο µ’ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς δικαιοσύνης, ὄχι κριτικὰ καὶ ἐπικριτικά. Στὸ πρόσωπο τοῦ καθενὸς νὰ ἀτενίζουµε τὴν ὀµορφιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἀποτύπωσε ἐπάνω του καὶ τὴν ὁποία ὀνοµάζουµε εἰκόνα Του. Νὰ τιµοῦµε αὐτὴ τὴν ὀµορφιά, νὰ ἐργαζόµαστε ὥστε ἡ ὀµορφιὰ αὐτὴ νὰ ἀναδειχθεῖ σὲ ὅλη της τὴ δόξα, ἀποβάλλοντας ὅ,τι εἶναι κακὸ καὶ σκοτεινό. Καὶ καθὼς ἐµεῖς θὰ ἀναγνωρίζουµε τὴν ὀµορφιὰ αὐτὴ στὸν ἄλλο, θὰ τῆς δίνουµε τὴ δυνατότητα νὰ γίνει πραγµατικότητα καὶ τελικὰ νὰ ἐπικρατήσει.

Μᾶς δίδαξε ἀκόµη µιὰ ἀγάπη τὴν ὁποία ὁ ἀρχαῖος κόσµος δὲν γνώριζε, καὶ ὁ σύγχρονος τόσο πολὺ φοβᾶται: Μία ἀγάπη ποὺ δέχτηκε νὰ γίνει τρωτή, ἀβοήθητη, δοτική, θυσιαστική, µία ἀγάπη ποὺ δίνει ὄχι µόνο ὅ,τι µετρᾶ, µία ἀγάπη ποὺ δίνει ὄχι µόνο ὅ,τι κατέχει ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτὸ της τὸν ἴδιο. Νὰ τί ἔφερε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἡ Ἐνσάρκωση στὸν κόσµο καὶ αὐτὰ ἔµειναν.

Ὁ Χριστὸς εἶπε «τὸ φῶς ἐν τὴ σκοτίᾳ φαίνει καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβε»- δὲν µπορεῖ νὰ τὸ σβήσει! Καὶ τὸ φῶς αὐτὸ φωτίζει καὶ θὰ φωτίζει, ἀλλὰ θὰ ἐπικρατήσει µόνον ἂν ἀναλάβουµε νὰ γίνουµε ἐµεῖς οἱ ἀγγελιαφόροι του, οἱ τηρητὲς τῶν ἐντολῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης, ἂν ἐνστερνιστοῦµε τὸ ὅραµα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσµο καὶ πιστέψουµε σ’ αὐτὸ µὲ ὅλη τὴ βεβαιότητα καὶ τὴν ἐλπίδα µας, τὴ µόνη δύναµή µας γιὰ νὰ βοηθήσουµε τοὺς ἄλλους νὰ κάνουν ἀρχή. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ξεκινήσουν οἱ ἄλλοι, πρέπει νὰ δοῦν τὴ δική µας καινότητα.

Ὁ κόσµος ἄρχισε νὰ ἀνανεώνεται ὅταν ὁ Θεὸς ἑνώθηκε µὲ τὸν ἄνθρωπο, ὅταν ὁ Λόγος ἔγινε Σάρξ. Δική µας ἀποστολὴ εἶναι νὰ ἀποκαλύψουµε αὐτὸ τὸ καινούριο, τὴ λαµπρότητα καὶ τὸ µεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ µέσα στὸ σκοτάδι ἢ τὸ µισοσκόταδο αὐτοῦ τοῦ κόσµου.

Εὔχοµαι νὰ µᾶς δώσει ὁ Θεὸς θάρρος καὶ ἀγάπη καὶ πλάτυνση καρδιᾶς, ὥστε νὰ γίνουµε ἀγγελιοφόροι καὶ µάρτυρές Του!

6.

Ανάλυση τοῦ Γαλ. α΄11-19

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ πέφτει μαζὶ μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου. Γι’ αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸ Τυπικό τῆς Ἐκκλησίας, ἀντὶ γιὰ τὴν περικοπὴ τῆς σειρᾶς διαβάζεται Ἀπόστολος τοῦ Ἁγίου. Καὶ θὰ ἀκολουθούσαμε καὶ σήμερα τὴν τακτικὴ ποὺ ἐφαρμόσαμε καὶ σὲ ἄλλη τέτοια περίπτωση, θὰ προτιμούσαμε δηλαδὴ τὴν περικοπὴ τῆς σειρᾶς γιὰ νὰ ‘χουμε τὴ συνέχεια τοῦ Κυριακοδρομίου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ περικοπὴ τῆς σειρᾶς εἶναι ἡ ἴδια ποὺ διαβάσαμε πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες, τὴν Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωση, γι’ αὐτὸ σήμερα θὰ μείνουμε πιστοὶ στὸ Τυπικό τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς ἀκούσουμε τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα.

Ἀδελφοί, σᾶς κάνω γνωστὸ πὼς τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ σᾶς κήρυξα δὲν εἶναι ἀνθρώπινη διδαχή, γιατί οὔτε ἐγὼ τὸ πῆρα οὔτε τὸ διδάχθηκα ἀπὸ ἄνθρωπο, μὰ μὲ ἀποκάλυψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔχετε ἀκουστὰ βέβαια ποιὰ ἦταν κάποτε ἡ συμπεριφορά μου ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους, ὅτι δηλαδὴ κυνηγοῦσα μὲ μανία καὶ ξωλόθρευα τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ ξεπερνοῦσα σὲ προκοπὴ μέσα στὸν Ἰουδαϊσμὸ πολλοὺς συνομήλικους συμπατριῶτες μου, ἐπειδὴ μ’ ἔκαιγε μέσα μου ὁ ζῆλος γιὰ τὶς παραδόσεις τῶν πατέρων μου. Μὰ ὅταν ὁ Θεός, ποὺ μὲ ξεχώρισε ἀφ’ ὅταν ἤμουν ἀκόμα στὴν κοιλιὰ τῆς μάννας μου καὶ μὲ κάλεσε μὲ τὴ χάρη του, εὐδόκησε νὰ ἀποκαλύψη μέσα μου τὸν υἱό του, γιὰ νὰ τὸν κηρύττω στὰ ἔθνη, ἀμέσως τότε δὲν ἐμπιστεύθηκα τὸν ἑαυτό μου σὲ ἀνθρώπους οὔτε ἀνέβηκα στὰ Ἱεροσόλυμα σ’ ἐκείνους ποὺ ἦσαν πρὶν ἀπὸ μένα ἀπόστολοι, μὰ ἔφυγα στὴν Ἀραβία κι ὕστερα ξαναγύρισα στὴ Δαμασκό. Ὕστερα, μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια, ἀνέβηκα στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ γνωρίσω προσωπικὰ τὸν Πέτρο κι ἔμεινα κοντὰ του δεκαπέντε ἡμέρες. Ἄλλον λοιπὸν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους δὲν εἶδα παρὰ μόνο τὸν Ἰάκωβο τὸν ἀδελφό τοῦ Κυρίου.

Ἡ βάση, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τοῦ κηρύγματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς λέγει σήμερα ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ στὴν ἀρχὴ τῆς περικοπῆς ποὺ ἀκούσαμε. Τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θεῖο· δὲν εἶναι λόγος ἀνθρώπινος, εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἂν ἦταν ἀνθρώπινος λόγος, κάθε φορὰ θὰ ἦταν ἄλλος, σήμερα «ναὶ» κι αὔριο θὰ ἦταν «ὄχι». Μὰ ὅπως εἶναι γραμμένο, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ «μένει εἰς τὸν αἰῶνα»· τὸ κήρυγμα δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ ἴδιο, ἀμετάβλητο καὶ ἀναλλοίωτο μέσα στὸ πέρασμα τῶν χρόνων. Γιατί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια κι ἡ ἀλήθεια εἶναι μιὰ καὶ δὲν ἀλλάζει κάθε τόσο· ἡ ἀλήθεια εἶν’ ὁ Θεός. Οἱ γνώσεις τῶν ἀνθρώπων ἀλλάζουνε, οἱ ἐπιστῆμες προοδεύουνε, τὰ παλιὰ δίδουνε τὴ θέση τους στὰ καινούργια· μὰ δὲν γίνεται τὸ ἴδιο μὲ τὴ θεία γνώση, μὲ τὴν ἀλήθεια ποὺ δὲν τὴν ἀνακάλυψε ἄνθρωπος, μὰ ὁ Θεὸς τὴν ἀποκάλυψε στὸν ἄνθρωπο.

Θὰ τύχη τώρα κάποιος νὰ πῆ· πὼς τάχα εἶναι πάντα τὸ ἴδιο τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας; Τὸ ἴδιο ἐκήρυτταν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, τὸ ἴδιο τὰ ‘λεγαν οἱ ἱεροὶ Πατέρες, τὸ ἴδιο τὰ λένε καὶ σήμερα οἱ ἱεροκήρυκες; Ἡ κάθε ἐποχὴ κι ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχουν τὸ δικό τους τρόπο ποὺ ἑρμηνεύουνε καὶ κηρύττουνε τὸ Εὐαγγέλιο. Πῶς λοιπὸν τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάντα τὸ ἴδιο;

Ἀλλά, χριστιανοί μου, ἄλλο τὸ τί κηρύττουμε κάθε φορὰ κι ἄλλο πῶς τὸ κηρύττουμε· ἡ οὐσία εἶναι πὼς ἡ Ἐκκλησία ἑρμηνεύει καὶ κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι πάντα τὸ ἴδιο· ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος κι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἔξω ἀπ’ αὐτὰ δὲν θὰ δοῦμε στὸ Εὐαγγέλιο κι ἔξω ἀπ’ αὐτὰ δὲν θὰ ἀκούσουμε στὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα, γιὰ ἐπιστῆμες, γιὰ τέχνες καὶ γιὰ γράμματα, μᾶς μιλᾶνε οἱ ἄνθρωποι κι οἱ σοφοί τοῦ κόσμου· γιὰ τὴ σωτηρία μας μᾶς μιλάει ὁ Θεός, ποὺ εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ κόσμου κι ὁ πλάστης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ γλώσσα λοιπὸν τοῦ κηρύγματος μπορεῖ ν’ ἀλλάζη καὶ νὰ εἶναι κάθε φορὰ ἐκείνη ποὺ μποροῦν νὰ καταλάβουν οἱ ἄνθρωποι, ὅμως τὸ κήρυγμα στὸ περιεχόμενό του εἶναι πάντα τὸ ἴδιο, καὶ τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι τὸ μήνυμα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάσταση εἶπε στοὺς μαθητάς του· «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» καὶ «κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιο πάσῃ τῇ κτίσει». Αὐτὸ τὸ ἴδιο Εὐαγγέλιο κατέχει καὶ κηρύσσει ἡ Ἐκκλησία κι ἐμεῖς μαθητεύουμε καὶ διδάσκουμε τὸ λαό, ὄχι ἀνθρώπινα λόγια, μὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι λόγος ζωῆς καὶ σωτηρίας.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅταν ἐξέλεγε τοὺς ἑβδομήντα Ἀποστόλους, τοὺς ἔλεγε· «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με». Δηλαδή· ὅποιος ἀκούει ἐσᾶς ἐμένα ἀκούει κι ὅποιος ἀθετεῖ ἐσᾶς ἐμένα ἀθετεῖ· μὰ ὅποιος ἀθέτει ἐμένα ἀθέτει ἐκεῖνον ποὺ μ’ ἔστειλε στὸν κόσμο. Τί ἐννοεῖ ἀκριβῶς μὲ τὸ «ἀθετεῖ» ποὺ λέγει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀθετεῖ τὸν Υἱὸ καὶ τὸν Πατέρα ποὺ ἔστειλε τὸν Υἱὸ στὸν κόσμο; Εἶναι ὅποιος ἀκούει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ περνάει ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς ἀκούει ἀνθρώπινα λόγια καὶ δὲν τὰ προσέχει καὶ τὰ περιφρονεῖ κι ἀκόμα χειρότερα τὰ κρίνει καὶ τὰ συζητάει καὶ ψάχνει νὰ βρῆ ἂν εἶναι τάχα ἀλήθεια κι ἂν ἔχη δίκηο ἡ Ἐκκλησία σὲ ὅσα κηρύττει. Μὰ τὸ εἴπαμε, χριστιανοί μου, κι ἄλλη φορὰ πὼς ὅταν μιλάη ὁ Θεὸς οἱ ἄνθρωποι ἀκοῦνε καὶ μόνο ὁ Διάβολος, ὅπως τὸ ἔκαμε στὸν παράδεισο μὲ τοὺς Πρωτοπλάστους, συζητάει καὶ κρίνει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ πάει ν’ ἀποδείξη πὼς ὁ Θεὸς τάχα δὲν ἔχει δίκηο καὶ δὲν λέγει τὴν ἀλήθεια. Ἄλλη φορὰ πάλι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μιλοῦσε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς εἶπε· «Ὁ ἀθετῶν ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ρήματά μου, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὅν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ». Δηλαδή· ὅποιος μὲ ἀθέτει καὶ δὲν δέχεται τὰ λόγιά μου, ἔχει ἐκεῖνον ποὺ τὸν κρίνει· ὁ λόγος ποὺ ἐγὼ ἐλάλησα ἐκεῖνος θὰ τὸν κρίνη στὴν τελευταία καὶ μεγάλη ἡμέρα τῆς κρίσεως.

Ὅλα ἐτοῦτα, χριστιανοί μου, μᾶς δίνουνε νὰ καταλάβουμε καὶ νὰ ἀναμετρήσουμε τὴν εὐθύνη μας ἀπέναντι στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς κηρύττει ἡ Ἐκκλησία. Τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως μᾶς εἶπε ὁ Ἀπόστολος σήμερα, «οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον», δὲν εἶναι ἀνθρώπινη διδαχή, δὲν εἶναι ἀλήθεια ποὺ τὴν ἀνακάλυψε νοῦς ἀνθρώπου, μὰ εἶναι ὁ λόγος τῆς σωτηρίας ποὺ τὸν ἀποκάλυψε ὁ Θεός. Ἂν ἦταν ἀνθρώπινη διδαχὴ κι ἂν ἦταν λόγος ἀνθρώπου, θὰ εἴχαμε δικαίωμα νὰ τὸν κρίνουμε, νὰ τὸν δεχθοῦμε ἤ νὰ μὴν τὸν δεχθοῦμε, μὰ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ μᾶς κρίνει· ἤ μᾶς δικαιώνει ἤ μᾶς καταδικάζει.

Ἐγὼ λοιπὸν τώρα, χριστιανοί μου, θὰ εἶχα νὰ πῶ σ’ ὅποιον μὲ ἀκούει καὶ μὲ ἀθετεῖ. Ἐσὺ δὲν ἀκοῦς ἐμένα ποὺ μ’ ἔβαλε ὁ Θεὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ σὲ διδάσκω καὶ νὰ σὲ ποιμαίνω, μόνο ἀκοῦς τὸν καθένα, πού σοῦ βρίζει τὴν Ἐκκλησία σου καὶ σοῦ συκοφαντεῖ τὸν ἱερέα σου καὶ σοῦ μιλάει γιὰ τὴν ἀπώλειά σου. Ὅταν ἐγὼ σὲ διδάσκω τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐσὺ σκέφτεσαι γιὰ μένα καὶ λὲς μέσα σου· Ἄραγε αὐτὸς αὐτὰ ποὺ λέγει τὰ κάνει; Κι ἐγὼ ποὺ καταλαβαίνω τὸ διαλογισμό σου, σοῦ λέγω. Ὁ Θεὸς θὰ κρίνη ἐμένα γιὰ ὅσα κάνω κι ὁ Θεὸς θὰ κρίνη ἐσένα γιὰ ὅσα σοῦ λέγω. Σὺ κὰνε ὅσα ἐγώ σοῦ λέγω γιὰ νὰ μὴ σὲ κρίνη ὁ Θεὸς καὶ προσεύχου καὶ γιὰ μένα νὰ μοῦ δίνη δύναμη ὁ Θεὸς γιὰ νὰ κάνω ὅσα λέγω καὶ διδάσκω. Ὁ Θεὸς δὲν σοῦ εἶπε νὰ μὲ παρατηρῆς γιὰ νὰ μὲ κρίνης, μά σοῦ εἶπε νὰ μὲ ἀκοῦς γιὰ νὰ σωθῆς. Ἐγὼ σὲ διδάσκω γιὰ νὰ σωθῆς καὶ σὺ μὲ κρίνης γιὰ νὰ δικαιωθῆς, ἐγὼ σὲ διδάσκω καὶ σὺ θαρρεῖς πὼς ἐγώ σοῦ λέγω λόγια δικά μου· ὅμως καὶ μένα καὶ σένα ὁ Θεὸς μᾶς διδάσκει κι ὁ Θεὸς μᾶς κρίνει.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Εὐαγγέλιο εἶναι ἡ καλὴ ἀγγελία, τὸ χαροποιὸ μήνυμα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας, ὕστερα ἀπὸ τὴν παρακοὴ καὶ τὴν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων. Καὶ τὸ μήνυμα αὐτὸ εἶναι λόγος καὶ ἔργο τοῦ Θεοῦ «διὰ τῶν Προφητῶν» καὶ «διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ»· ὅλη δηλαδὴ ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας. Αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιο κατέχει καὶ κηρύττει ἡ Ἐκκλησία, αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι καὶ τὸ κήρυγμα τὸ δικὸ μας· χρόνια τώρα προφορικὰ καὶ γραπτά σᾶς κηρύττουμε καὶ σᾶς διδάσκουμε, ὄχι «κατὰ ἄνθρωπον», ἀλλὰ καθὼς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴ θεία Γραφή, διὰ μέσου τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων, μᾶς μιλάει καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν ἀλήθεια τῆς σωτηρίας. Ἐπιποθῆστε λοιπόν, καθὼς τὸ γράφει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ἐπιποθῆστε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ λογικὸ καὶ ἄδολο γάλα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδαχῆς, «ἵνα ἐν αὐτῷ αὐξηθῆτε εἰς σωτηρίαν». Ἀμήν.

7.

Εἴκοσι χιλιάδες μάρτυρες

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Τὸ σημερινὸ κήρυγμα, ποὺ εἶναι τὸ τελευταῖο τῆς χρονιᾶς, ἀναφέρεται στὸ μαρτύριο εἴκοσι χιλιάδων χριστιανῶν, τῶν ὁποίων τὴν ἱερὴ μνήμη ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Μαρτύρησαν τὸ 304 μετὰ Χριστὸν στὴ Νικομήδεια, στὸ μεγάλο διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ὁ Διοκλητιανὸς ἦταν βασιλέας στὴν Ἀνατολή, μὲ ἕδρα τὴ Νικομήδεια, ὅταν βασιλέας στὴ Ρώμη ἦταν ὁ Μαξιμιανός. Οἱ δυὸ αὐτοὶ βασιλιάδες ἤ καίσαρες, διοίκησαν τὸ ρωμαϊκὸ κράτος, ὁ ἕνας τὴ Δύση κι ὁ ἄλλος στὴν Ἀνατολή, ἀπὸ τὸ 285 ὡς τὸ 305. Αὐτὰ τὰ χρόνια συνδέονται μὲ τοὺς τελευταίους μεγάλους διωγμοὺς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ποὺ ὕστερα ἀπὸ 7 χρόνια, τὸ 312 καὶ 313, ἔθεσε τέρμα στοὺς διωγμούς, μεγάλωσε στὴ Νικομήδεια, ὡς ὅμηρος στὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα τοῦ Διοκλητιανοῦ.

Τὸ 305, ὓστερ’ ἀπὸ μιὰ νικηφόρα ἐκστρατεία τοῦ Μαξιμιανοῦ στὴν Αἰθιοπία, θέλησαν νὰ πανηγυρίσουν σὲ ὅλο τὸ κράτος τὴ νίκη. Ἔστειλαν τότε γράμματα παντοῦ καὶ καλοῦσαν τοὺς ρωμαίους πολίτες νὰ ἔλθουν στὶς δύο πρωτεύουσες, γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὰ ἐπινίκια. Ἡ ἰσχυρὴ ρωμαϊκὴ διοίκηση ἐξασφάλιζε εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια, ὥστε νὰ μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ταξιδεύουν στὸ ἀπέραντο ρωμαϊκὸ κράτος. Ὁ τρόπος ποὺ καλοῦσαν τοὺς ρωμαίους πολίτες σὲ πάνδημες ἑορτὲς ὁμοιάζει καὶ θυμίζει, καθὼς διαβάζομε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στὸ βιβλίο τοῦ προφήτη Δανιήλ, τὴ γενικὴ πρόσκληση τοῦ βασιλέα τῶν Βαβυλωνίων, γιὰ νὰ ἔλθουν ὅλοι, «λαοί, φυλαί, καὶ γλῶσσαι», νὰ προσκυνήσουν τὸν τεράστιο ἀνδριάντα του, ποὺ εἶχε στήσει «ἐν πεδίῶ Δεϊρὰ ἐν χώρᾳ Βαβυ-λῶνος».

Ἦσαν τότε οἱ ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων κι οἱ χριστιανοὶ τῆς Νικομήδειας μὲ τὸν ἐπίσκοπο, τὸν ὕστερα ἱερομάρτυρα Ἄνθιμο, ἦσαν συναγμένοι στὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴ θεία Λειτουργία. Ὁ Διοκλητιανός, ποὺ εἶχε πιστέψει πὼς οἱ χριστιανοὶ τοῦ ἦσαν τὸ μεγάλο ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἀναδιοργάνωση ποὺ ἤθελε τοῦ κράτους, βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ τοὺς ξεκάμη στὴ Νικομήδεια, καθὼς ἦσαν συναγμένοι στὴν Ἐκκλησία. Φανάτισε λοιπὸν τοὺς ὄχλους καὶ τοὺς ἔβαλε καὶ μάζεψαν ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μεγάλους σωροὺς ἀπὸ ξύλα καὶ φρύγανα. Ἔζωσαν τὴν Ἐκκλησία μὲ στρατὸ κι ἄναψαν ὕστερα τὰ φρύγανα καὶ τὰ ξύλα. Ἔτσι λαμπάδιασε ἡ Ἐκκλησία καὶ κάηκαν ὅλοι ποὺ ἦσαν μέσα καὶ προσεύχονταν. Πρέπει νὰ ἦσαν ἀρκετοί, ὅσους μποροῦσε νὰ χωρέση μία Ἐκκλησία ἐκείνου τοῦ καιροῦ.

Ὁ ἐπίσκοπος ἅγιος ἱερομάρτυρας Ἄνθιμος, βλέποντας τί γινόταν ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, κατάλαβε ποιὸ θὰ ἦταν τὸ τέλος, γι’ αὐτὸ καὶ φρόντισε ἀμέσως νὰ βαπτίση τοὺς κατηχούμενους καὶ νὰ κοινωνήση ὅλους ὅσοι ἦσαν στὴ θεία Λειτουργία. Οἱ χριστιανοὶ πολλὲς φορὲς εἶπαν τὸ «Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς κινδύνου καὶ ἀνάγκης» καὶ τελευταία τὸ «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πάσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ἔμειναν κλεισμένοι στὸ ναό, βλέποντας νὰ τοὺς ζώνη ἡ φωτιά, καὶ προσφέρθηκαν θυσία ὁλοκαυτώσεως στὸ Θεό, μὲ τὴν προσδοκία καὶ τὸ ὅραμα τῆς ἀναστάσεως. Ἀπὸ θαῦμα Θεοῦ ὁ ἐπίσκοπος δὲν κάηκε τότε, μαρτύρησε ὅμως ἀργότερα καὶ πῆρε θέση στὴ χορεία τῶν ἱερομαρτύρων, καὶ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἱερὴ μνήμη του στὶς 3 Σεπτεμβρίου.

Οἱ εἴκοσι χιλιάδες δὲν εἶναι βέβαια αὐτοὶ ποὺ βρέθηκαν τότε μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅσοι μαρτύρησαν στὴν περιοχὴ τῆς Νικομήδειας. Ἡ πυρπόληση τοῦ ναοῦ μαζὶ μὲ τὸ ἔμψυχο περιεχόμενό του ὑπῆρξε τὸ κύριο γεγονός, ποὺ ἔμεινε ὡς πολὺ ἀπάνθρωπη πράξη καὶ ἀποτρόπαιο ἔγκλημα στὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Ἐκκλησία τέτοιες πράξεις τὶς κράτησε καὶ τὶς θυμᾶται μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ ἀπονέμει τιμὴ στὴ μνήμη τῶν ἁγίων, ποὺ ὑπῆρξαν λογικὰ θύματα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τοὺς ἐνέπνεε ἡ εἰδωλολατρία. Τὸ ἔγκλημα αὐτὸ τῆς Νικομήδειας δὲν εἶναι τὸ μόνο· κι ἄλλες τέτοιες ἱερὲς μνῆμες ἀνήκουστων ἐγκλημάτων διατηρεῖ ἡ Ἐκκλησία, ποὺ ἔγιναν στὴν ἀρχαία, ἀλλὰ καὶ στὴ σύγχρονη ἐποχή. Κάθε τόπος σὲ κάθε καιρὸ εἶναι γεμάτος μὲ λείψανα ἁγίων μαρτύρων.

Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀνώνυμους, ποὺ κάηκαν στὴ Νικομήδεια μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἶναι κι ἄλλοι δέκα γνωστοὶ μὲ τὰ ὀνόματά τους. Αὐτοὶ ἦσαν χριστιανοὶ τῆς Νικομήδειας, ἀλλὰ δὲν βρέθηκαν μέσα στὴν Ἐκκλησία. Οἱ διῶκτες ἔψαξαν καὶ τοὺς βρῆκαν καὶ τοὺς πρόσθεσαν στὰ ἱερὰ θύματα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ὁ Ἴνδης, ὁ Γοργόνιος καὶ ὁ Πέτρος, ποὺ τοὺς ἔδεσαν πέτρες καὶ τοὺς ἔρριξαν στὴ θάλασσα. Εἶναι ὁ στρατηγὸς Ζήνων, ποὺ ἀποκεφαλίσθηκε μαζὶ μὲ τὸν ἀνακτορικὸ ἀξιωματοῦχο Δωρόθεο. Εἶναι ὁ Μαρδόνιος καὶ ὁ ἱερέας Γλυκέριος, ποὺ κάηκαν ζωντανοί. Εἶναι ὁ διάκονος Θεόφιλος, ποὺ τοῦ ἔκοψαν τὴ γλώσσα κι ὕστερα τὸν ἀποκεφάλισαν. Εἶναι καὶ ἡ Δόμνα, ποὺ τὴν ἔπιασαν, ὅταν πῆγε νὰ θάψη τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτῶν ποὺ κάηκαν στὴν Ἐκκλησία. Ἀμήν.