π. Γεώργιος Δορμπαράκης.

Ὡς γνωστόν, ὁ Γέροντας γιά τήν ᾽Εκκλησία μας δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι προχωρημένης ἡλικίας, ἀλλά εἶναι ὁ ἁγιασμένος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, πού ἀνεξάρτητα πολλές φορές ἀπό ἡλικία (ἔχουμε καί παιδιά Γέροντες, τούς λεγομένους παιδαριογέροντες ) διακρίνεται γιά τήν ὑπακοή του στήν ᾽Εκκλησία καί γιά τά ἰδιαίτερα χαρίσματα μέ τά ὁποῖα ὁ Θεός τόν χαρίτωσε, ἰδίως μάλιστα γιά τή μεγάλη  ἀγάπη του, τέτοια πού τόν κάνει νά λειτουργεῖ ὡς μία τεράστια ἀγκαλιά γιά ὅλους. ῞Ενας τέτοιος Γέροντας  πού ὄντως ἦταν καί εἶναι (γιατί οἱ ἅγιοί μας ἐξακολουθοῦν καί ζοῦν καί μετά τόν θάνατό τους) μιά ἀγκαλιά γιά ὅλους εἶναι καί ὁ ἅγιος Γέροντας Πορφύριος, γιά τόν ὁποῖο ἔχουν γραφεῖ καί γράφονται ἀκόμη πάρα πολλά βιβλία, τά ὁποῖα μαρτυροῦν τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἐν αὐτῷ. Καί στόν ἅγιο Πορφύριο τόν Καυσοκαλυβίτη δηλαδή ἐφαρμόζεται ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού ἔλεγε: ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽.

1. Λίγα βιογραφικά γιά τή ζωή του, ὅπως καταγράφονται ἀπό τά κυκλοφορημένα γι᾽ αὐτόν βιβλία τοῦ ἡσυχαστηρίου πού εἶχε ἱδρύσει στό Μήλεσι ᾽Αττικῆς, εἶνα καταρχάς ἀπαραίτητα.

῾῾Ο Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε τό 1906 στό μικρό χωριό ῞Αγιος ᾽Ιωάννης τῆς Εὔβοιας. Πῆγε στό δημοτικό σχολεῖο δυό χρόνια μόνο. Μικρό παιδί διάβασε τόν βίο τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Καλυβίτου καί θέλησε νά τόν μιμηθεῖ. ῎Ετσι, σέ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν, ἔφυγε γιά τόν ἅγιον ῎Ορος καί ἔγινε ὑποτακτικός σέ δυό ἀδελφούς πού ἀσκήτευαν στά Καυσοκαλύβια. ῎Εκανε σ᾽ αὐτούς ἄρα καί χαρούμενη ὑπακοή καί σέ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Νικήτας. ᾽Αγάπησε πολύ τόν Χριστό καί τούς γέροντές του καί πολύ νωρίς ἔλαβε τό χάρισμα τῆς διοράσεως.

Δεκαοκτώ ἐτῶν ἀρρώστησε βαριά καί οἱ γέροντές του τόν ἔστειλαν σέ μοναστήρι ἐκτός τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους γιά νά ὑποβληθεῖ εὐκολώτερα σέ θεραπεία. ᾽Επέστρεψε σύντομα μέ βελτιωμένη ὑγεία, ἀλλά ξανακύλησε, ὅπως λέμε, καί γι᾽ αὐτό οἱ γέροντές του τοῦ εἶπαν νά μείνει ὁριστικά σέ μοναστήρι ἔξω ἀπό τό ῞Αγιον ῎Ορος. Πῆγε στήν ῾Ιερά Μονή ῾Αγίου Χαραλάμπους Αὐλωναρίου. ᾽Εκεῖ φιλοξενήθηκε γιά λίγο ὁ ἀρχιεπίσκοπος Σιναίου Πορφύριος ὁ Γ´, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ διαπίστωσε τήν ἀρετή του, τόν χειροτόνησε ἱερέα στίς 27 ᾽Ιουλίου 1927 μέ τό ὄνομα Πορφύριος.

Τόν ᾽Οκτώβριο τοῦ 1940 ἀπό ἀγάπη πρός τούς ἀσθενεῖς, ζήτησε καί διορίστηκε ἐφημέριος στήν Πολυκλινική ᾽Αθηνῶν, δίπλα στήν ῾Ομόνοια. ῾Υπηρέτησε σ᾽ αὐτήν τριάντα τρία χρόνια. Μετά τήν συνταξιοδότησή του ἐγκαταστάθηκε στά Καλλίσια Πεντέλης καί τό 1979, ἀφοῦ ἔλαβε τήν προφορική ἄδεια τοῦ ἐπιχωρίου Μητροπολίτου ᾽Αττικῆς Κυροῦ Δωροθέου, ἐγκαταστάθηκε σέ ἀγρόκτημα στό Μήλεσι ᾽Αττικῆς, ὅπου στήν συνέχεια, πάλι μετά ἀπό γραπτή ἄδεια τοῦ ἰδίου Μητροπολίτου, ἔκτισε τό μετόχι τοῦ ῾Ιεροῦ Γυναικείου ῾Ησυχαστηρίου ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος.

Προηγουμένως, μέ ἔγκριση τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου καί τοῦ  ῾Υπουργείου Παιδείας καί Θρησκευμάτων, εἶχε ἱδρύσει τό Νομικόν Πρόσωπον τοῦ ῾Ησυχαστηρίου μέ ἕδρα τήν ᾽Αθήνα, πού ἀναγνωρίστηκε νόμιμα μέ Προεδρικό Διάταγμα. Στό Μήλεσι τόν ἐπεσκέπτοντο πολλοί χριστιανοί γιά νά πάρουν τήν εὐλογία του καί τίς συμβουλές του, διότι εἶχε γίνει γνωστός ὡς ἄνθρωπος προσευχῆς, σοφίας, ταπεινώσεως καί ἀγάπης πολλῆς.

῾Ο Γέροντας εἶχε τά χαρίσματα τῆς διοράσεως, τῆς ἰάσεως καί τῆς προοράσεως, τά ὁποῖα χρησιμοποίησε πάντοτε μέ διάκριση καί ταπείνωση πρός βοήθειαν τῶν ἀνθρώπων καί ποτέ γιά προσωπική προβολή. Εὐεργέτησε ἔτσι χιλιάδες ἀνθρώπους.

῞Οταν προεῖδε τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του ἐπέστρεψε στό ῞Αγιον ῎Ορος, στό κελλί τῶν Καυσοκαλυβίων, ὅπου εἶχε γίνει μοναχός, γιά νά κοιμηθεῖ τόν αἰώνιο ὕπνο μέ εἰρήνη καί ταπείνωση καί νά ταφεῖ ἀθόρυβα. Στίς 2 Δεκεμβρίου 1991 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ καί τήν ἑπομένη τό σῶμα του ἐτάφη ῾μοναχικά᾽, ἐνῶ ἡ ψυχή του εἶχε ἤδη ἀνέβη στόν οὐρανό, κοντά στόν Χριστό, τόν ῾Οποῖο εἶχε ἀγαπήσει περισσότερο ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο.

Μετά τήν κοίμησή του ἐγράφησαν γι᾽ αὐτόν πολλά βιβλία σέ διάφορες γλῶσσες. ῎Ετσι ὁ ταπεινός ἱερομόναχος Πορφύριος ἔγινε εὐρύτατα γνωστός καί συνεχίζει νά θαυματουργεῖ καί νά βοηθεῖ ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται᾽

 (῾Μαθητεύοντας στόν Γέροντα Πορφύριο᾽ ἔκδ. ῾Η Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Μήλεσι 2001).

2. ᾽Εκεῖνο πού κυρίως θά μᾶς ἀπασχολήσει δι᾽ ὀλίγων εἶναι κάποια λόγια του πού ἀναφέρονται στό πῶς πρέπει νά βλέπουμε τόν Χριστό, δηλαδή ἀναφέρονται στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντί μας. ᾽Αποτελοῦν θά λέγαμε τήν πεμπτουσία τῆς ὅλης ζωῆς τοῦ ὁσίου Γέροντα, κάτι πού συνιστᾶ τόν πυρήνα τῆς ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Τά λόγια του αὐτά εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα μίας ἀπομαγνητοφωνημένης συζήτησης πού ἔγινε τόν ᾽Ιούλιο τοῦ 1988, στις τρεῖς τό πρωΐ, μέσα σ᾽ ἕνα ἐρημοκκλήσι στήν Εὔβοια. ᾽Εκεῖ ἀποσυρόταν μερικές φορές ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ὅταν πιά ἦταν τυφλός καί ἀνήμπορος. (Σημ.: τό CD πού περιλαμβάνει τή συζήτηση αὐτή  ἔχει κυκλοφορηθεῖ ἀπό τό μοναστήρι τοῦ ὁσίου Πορφυρίου).

«Λοιπόν, ἔτσι πράγματι πρέπει νά βλέπωμε τόν Χριστό. Εἶναι φίλος μας, εἶναι ἀδελφός μας, εἶναι ὅ,τι καλό καί ὡραῖο. Εἶναι τό πᾶν. ᾽Αλλά εἶναι φίλος καί τό φωνάζει: ῾Σᾶς ἔχω φίλους, βρέ, δέν τό καταλαβαίνετε; Εἴμαστε ἀδέλφια. Βρέ, ἐγώ δέν εἶμαι… Δέν βαστάω τήν κόλαση στό χέρι, δέν σᾶς φοβερίζω, σᾶς ἀγαπάω, σᾶς θέλω νά χαίρεστε μαζί μου τή ζωή᾽.

῾Ο Χριστός εἶναι τό πᾶν. Εἶναι ἡ χαρά, εἶναι ἡ ζωή, εἶναι τό φῶς, τό φῶς τό ἀληθινό, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πετάη, νά βλέπη ὅλα, νά βλέπη ὅλους, νά πονάη γιά ὅλους, νά θέλη ὅλους μαζί του, ὅλους κοντά στόν Χριστό.

᾽Αγαπήσατε τόν Χριστό καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ. ῾Ο Χριστός εἶναι τό πᾶν, εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, εἶναι τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν, εἶναι τό πᾶν. ῞Ολα στόν Χριστό ὑπάρχουν τά ὡραῖα.

῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Χρστοῦ πρέπει νά ἀγαπήση τόν Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήση τόν Χριστό, ἀπαλλάττεται ἀπό τόν διάβολο, ἀπό τήν κόλαση καί ἀπό τόν θάνατο».

3. Σχόλια

(α) ῾Λοιπόν, ἔτσι…εἶναι φίλος μας, εἶναι ἀδελφός μας…᾽.

– ῾Ο Χριστός δέν ἀποτελεῖ τό φόβητρο καί τήν ἀπειλή τῆς ζωῆς μας λόγω τῆς παντοδυναμίας Του – μία τέτοια εἰκόνα περί Θεοῦ ἔχουν οἱ ἄλλες θρησκεῖες, διότι ἐκφράζουν τόν πεσμένο στήν ἁμαρτία ἄνθρωπο. ῾Ο ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας ἔχει φράγμα στήν ψυχή του πού τόν χωρίζει ἀπό τόν Θεό, ὁπότε νιώθοντας τήν ἀνάγκη γιά Θεό (ἐπειδή εἶναι δημιουργημένος ἀπό ᾽Εκεῖνον), ψάχνει νά τόν εὕρει, χωρίς ὅμως ἐπιτυχία λόγω τῆς ἁμαρτίας πού λειτουργεῖ ὡς φράγμα στήν ψυχή του. Δημιουργεῖ ἔτσι εἴδωλα, πλάσματα τῆς φαντασίας του· καί φαντάζεται τόν Θεό ἤ τούς θεούς μέσα στήν παντοδυναμία τους ὡς τρομερά καί ἀπειλητικά ὄντα. Μέ ἄλλα λόγια δημιουργεῖ θεότητες κατ᾽ εἰκόνα καί ὁμοίωση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν παθῶν του, ὅπως γιά παράδειγμα οἱ  ῾θεοί᾽ τοῦ ᾽Ολύμπου τῶν ᾽Αρχαίων ῾Ελλήνων. Μέσα στά πάθη τους περιδινίζονταν, γι’ αὐτό καί τό γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων μέ τίς «θεότητες» αὐτές δέν μποροῦσε νά ἦταν κάτι ἄλλο πέρα ἀπό τόν φόβο.

– ῾Ο Χριστός ὡς ὁ Θεός πού ἀποκαλύπτεται φέρνει τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτή εἶναι τοῦ φίλου καί ἀδελφοῦ, τοῦ Πατέρα πάνω ἀπό ὅλα τοῦ ἀνθρώπου, πού κύριο γνώρισμά Του ἔχει τήν ἀγάπη, ὅπως κατεξοχήν μᾶς τό δείχνει ἡ γνωστότερη ἐξ ὅλων παραβολή τοῦ ἀσώτου.

῾Ο ὅσιος Πορφύριος λοιπόν ἐκφράζει τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ καί τή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας. Δέν λέει προσωπικές του ἀπόψεις. Βρίσκεται μέσα στό ποτάμι τῆς παραδόσεως τῆς ᾽Εκκλησίας καί συνεπῶς καταθέτει τήν ἐκκλησιαστική του ἐμπειρία περί τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ. Αὐτό πού λέει ἀποτελεῖ τήν κοινή ἐμπειρία τῶν ἀποστόλων καί ὅλων τῶν Πατέρων. ῾Ο ἅγιος Χρυσόστομος μεταξύ τῶν ἄλλων γιά παράδειγμα θά πεῖ:

 ῾᾽Εγώ Πατήρ, ἐγώ νυμφίος, ἐγώ οἰκία, ἐγώ τροφεύς, ἐγώ ρίζα, ἐγώ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἄν θέλῃς ἐγώ…᾽Εγώ καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ. Πάντα ἐγώ. Μόνον οἰκείως ἔχε πρός ἐμέ. ᾽Εγώ πένης διά σέ καί ἀλήτης διά σέ, ἐπί σταυροῦ διά σέ, ἐπί τάφου διά σέ, ἄνω ὑπέρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί. Κάτω ὑπέρ σοῦ πρεσβευτής παραγέγονα παρά τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σύ καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί φίλος καί μέλος. Τί πλέον θέλεις;᾽

(β) ῾Η μαρτυρία τοῦ ἁγίου Πορφυρίου περί τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε ὅτι κινεῖται μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο: ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ῾τό πᾶν καί ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί ὅλων τῶν ὡραίων᾽, ἀλλά εἶναι καί ῾ὁ φίλος καί ὁ ἀδελφός᾽. ῾Ο Χριστός δηλαδή γιά τόν ὅσιο εἶναι καί ὁ παντοδύναμος Θεός, ἀλλά καί ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός πού ἦλθε στόν κόσμο, ἔζησε καί ἔπαθε καί σταυρώθηκε γιά ἐμᾶς. ῾Η διπλή αὐτή προσέγγιση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ καί ἀνθρώπου ἀποτελεῖ, ὡς γνωστόν, τή βάση τῆς πίστεώς μας στήν ᾽Εκκλησία, πού ὅταν ἡ πίστη αὐτή ἀμφισβητήθηκε ἀπό αἱρετικούς, διατυπώθηκε ἀπό τούς Πατέρες σέ Οἰκουμενική Σύνοδο ὡς δόγμα, δηλαδή ὡς ὅριο πού θέτει τό ὀρθό πλαίσιο στήν πίστη: «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας».  Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἐκφράζοντας μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο ὁ ὅσιος Πορφύριος τήν πίστη του καί τήν ἐμπειρία του γιά τόν Χριστό – πίστη καί ἐμπειρία τῆς ᾽Εκκλησίας ὅπως εἴπαμε – καταδικάζει καί αὐτός τόσο τόν μονοφυσιτισμό,  ὅσο καί τόν νεστοριανισμό, δηλαδή τόσο τήν αἵρεση πού ἀμφισβητοῦσε τήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καί τήν αἵρεση πού ἀμφισβητοῦσε τή θεότητά Του. 

Κι ἀκόμη πιό πέρα. Ἡ αἴσθηση τοῦ ὁσίου περί Χριστοῦ φανερώνει αὐτό πού ἡ ᾽Εκκλησία μας διδάσκει περί τοῦ Θεοῦ ὡς οὐσίας καί ἐνεργείας: ὅτι εἶναι ἀπείρως μακριά μας καί ἀπρόσιτος ὡς πρός τήν οὐσία Του·  ὅτι εἶναι ἀπείρως κοντά μας ὡς ἐνέργεια – ὅ,τι ἰδιαιτέρως ἐτόνισε ὁ μέγας Πατήρ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, (προεκτείνοντας τή θεολογία τοῦ Μ. Βασιλείου), καί συνοδικῶς κατοχύρωσε ἡ Ἐκκλησία τόν 14ο αἰώνα.

(γ) Αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ (῾σᾶς ἀγαπάω…᾽) – λέει ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ – κάνει καί τόν ἄνθρωπο νά τή ζεῖ μέ τόν τρόπο ᾽Εκείνου: ῾κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πονάη γιά ὅλους…᾽ Δηλαδή ὁ πιστός σάν τόν ὅσιο  ὄχι μόνο νιώθει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὡς Πατέρα καί φίλου καί ἀδελφοῦ, ἀλλά καί τή βιώνει παρομοίως ὡς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Ποῦ ὀφείλεται αὐτό; Πῶς ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ γίνεται ζωή καί τοῦ πιστοῦ; ᾽Ασφαλῶς διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος, μυστήρια μέ τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος γίνεται μέλος ᾽Εκείνου, συνεπῶς ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ ἐξακτινώνεται ὡς ζωή καί τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως γιά παράδειγμα τό μαρτυρεῖ καί ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος: ῾Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός᾽.

(δ) Προσοχή ὅμως! ῞Οταν μιλᾶμε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πού γίνεται ἀγάπη καί τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐννοοῦμε μία ἐγωϊστική ἀγάπη ἤ μία οὐδέτερη ἀγάπη. Γιατί ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν ῾ἀγάπες᾽ πού δέν σώζουν τόν ἄνθρωπο. ῾Υπάρχει ἡ παρά φύσιν ἀγάπη (ὁ νοσηρός ἐγωϊσμός), ὑπάρχει ἡ κατά φύσιν ἀγάπη (ἕνα δοῦναι καί λαβεῖν στίς ἀνθρώπινες σχέσεις) καί ὑπάρχει ἡ ὑπέρ φύσιν ἀγάπη (ἡ ἀληθινή), γιατί εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού ‘χει ὡς κύριο γνώρισμα τή θυσία τοῦ ἑαυτοῦ γιά χάρη τοῦ ἄλλου. ῾Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς. Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τήν ψυχήν αὐτοῦ θῇ ὑπέρ τῶν φίλων αὐτοῦ᾽.

(ε) ῾Ο Χριστός ὅμως  – κι εἶναι ἐξόχως σημαντικό αὐτό πού λέει ὁ ὅσιος Πορφύριος – εἶναι καί ῾ἡ χαρά…πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται…᾽. Και πρέπει αὐτό νά τό σημειώσουμε ἔντονα. Διότι κατηγοροῦν τόν χριστιανισμό οἱ μή χριστιανοί ἤ καί κάποι ῾χριστιανοί᾽ πού ἔχουν χάσει τήν πίστη τους, ὅτι ἡ πίστη αὐτή εἶναι θλίψη καί κατήφεια. Προφανῶς μπερδεύουν τήν κακή μαρτυρία ζωῆς πολλῶν χριστιανῶν πού πράγματι εἶναι μονίμως θλιμμένοι καί κατσουφιασμένοι, πού περιφέρουν ὅπως λέμε διαρκῶς τή μιζέρια τους, μπερδεύουν λοιπόν τήν κακή αὐτή μαρτυρία μέ αὐτό πού εἶναι ἀληθῶς ἡ ἐν Χριστῷ πίστη καί ἡ ἁγιότητα. Κι αὐτό πού δίνει ἡ πίστη αὐτή εἶναι ἡ χαρά. ῾Ο χριστιανός δηλαδή εἶναι ὁ χαρούμενος ἄνθρωπος, ὄχι ὅμως μέ τήν ἔννοια τοῦ ῾χαζοχαρούμενου᾽ ὅπως λέμε, ἀλλά οὔτε καί μέ τήν ἔννοια ἁπλῶς μίας ἐξωτερικῆς καί ἐπιφανειακῆς καί ἐπίπλαστης χαρᾶς. ῾Ο χριστιανός εἶναι χαρούμενος ἐσωτερικά, γιατί ἡ καρδιά του χαίρεται πού ἔχει ἔνοικό της τόν Δημιουργό της Χριστό, πράγμα πού ἀντανακλᾶ καί στό πρόσωπό του καί σέ ὅλη του τήν ὕπαρξη (῾καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει᾽ κατά τίς Παροιμίες). Αὐτή εἶναι ἡ λάμψη πού ὑπῆρχε καί ὑπάρχει στά πρόσωπα τῶν ἁγίων μας, ἔστω κι ἄν αὐτοί βρίσκονταν μέσα στίς θλίψεις καί τίς ἐξωτερικές δοκιμασίες.

Κι εἶναι εὐθύνη τῶν χριστιανῶν νά μή γινόμαστε αἴτιοι βλασφημίας τοῦ Θεοῦ μας καί τῆς πίστεώς μας μέ τήν κακή καί θλιμμένη μονίμως ζωή μας, λόγω βεβαίως τῆς ὀλιγοπιστίας ἤ καί τῆς ἀπιστίας μας ἀκόμη. Ὁπότε ἡ χαρά αὐτή τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανοῦ εἶναι καρπός τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς καρπός τῆς ἀγάπης. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔτσι καθορίζει τή σειρά τῶν πραγμάτων στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή: θέτει τή χαρά μετά τήν ἀγάπη. ῾῾Ο καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη…᾽.

(στ) Τί ἐπιλέγει ὅμως ὁ ἅγιος Γέρων; Προτρέπει νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό ὑπεράνω ὅλων τῶν ἄλλων ἀγαπῶν. ῾᾽Αγαπήσατε τόν Χριστόν καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ᾽. ῾Ο ἅγιος τό ἐτόνιζε, γιατί ὁ ἴδιος Τόν εἶχε ἀγαπήσει. Εἶναι ἡ παρόμοια κραυγή ὅλων τῶν ἁγίων. Τά ἴδια λόγια ἀκριβῶς ἔλεγε καί ὁ ἅγιος ᾽Αντώνιος, τά ἴδια πιό πίσω ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος: ῾Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλίψις ἤ στενοχωρία… Οὐδέν ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ᾽. ᾽Αλλά ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργός μας καί στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη αὐτό δίνει ὡς ἐντολή γιά τή φυσιολογία τοῦ ἀνθρώπου: ῾᾽Αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽.

Κι ἀκριβῶς τό τελευταῖο σημαίνει ὅτι κανείς δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό χωρίς ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Μέτρο τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό  εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Τό σημειώνει θεόπνευστα ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ Θεολόγος στήν Α´ καθολική ἐπιστολή του: ῾῎Αν δέν ἀγαπᾶς τόν συνάνθρωπό σου πού τόν βλέπεις μέ τά μάτια σου, πῶς θά ἀγαπήσεις τόν Θεό πού εἶναι ἀόρατος;᾽. Τό ἴδιο, μέ βάση τή θεόπνευση ρήση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, τόνιζε κατά τρόπο ἀπόλυτο καί ὁ ὅσιος Πορφύριος. Εἶχε δώσει ἐντολή μάλιστα νά τυπώσουν ἕνα κείμενο τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου μέ μικρό σχόλιο τοῦ ἴδιου, πού ἀκριβῶς ἀναφερόταν στήν παραπάνω ἀλήθεια. Τό καταθέτουμε στή συνέχεια: «Ὅλους τούς πιστούς ὀφείλομε νά τούς βλέπομε σάν ἕνα καί νά σκεπτόμαστε ὅτι στόν καθένα ἀπό αὐτούς εἶναι ὁ Χριστός. Καί νά ἔχομε γιά τόν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσομε γιά χάρη του καί τή ζωή μας. Γιατί ὀφείλομε νά μή λέμε, οὔτε νά θεωροῦμε κανένα ἄνθρωπο κακό, ἀλλά ὅλους νά τούς βλέπομε ὡς καλούς. Κι ἄν δεῖς ἕναν ἀδελφό νά ἐνοχλεῖται ἀπό πάθη, νά μήν τόν μισήσεις αὐτόν· μίσησε τά πάθη πού τόν πολεμοῦν. Κι ἄν τόν δεῖς νά τυραννεῖται ἀπό ἐπιθυμίες καί συνήθειες προηγουμένων ἁμαρτιῶν, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μήν τυχόν δοκιμάσεις καί σύ πειρασμό, ἀφοῦ εἶσαι ἀπό ὑλικό πού εὔκολα γυρίζει ἀπό τό καλό στό κακό”.

(Συμεών Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια Θεολογικά καί Πρακτικά, ρ΄, SC 51)

 Ἡ ἀγάπη  πρός τόν ἀδελφό  σέ προετοιμάζει ν’ ἀγαπήσεις περισσότερο τόν Θεό. Τό μυστικό, λοιπόν, τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό. Γιατί, ἄν δέν ἀγαπάεις τόν ἀδελφό σου πού τόν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀγαπάεις τόν Θεό πού δέν Τόν βλέπεις; “Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;”» (Α΄ Ἰωάν. 4, 20).

(ζ) Καί νά τό ἀποτέλεσμα, λέει ὁ ἅγιος: ἡ ἀγάπη αὐτή ῾ἀπαλλάττει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν διάβολο, τήν κόλαση, τόν θάνατο᾽. ῎Ηδη ἀπό τή ζωή αὐτή δηλαδή βιώνει ὁ πιστός τόν Παράδεισο. Ποῦ χῶρος ὅταν κανείς παλεύει στήν ἀγάπη γιά μιζέριες, γιά ἐχθρότητες, γιά ψυχολογικά προβλήματα; ῞Ολα αὐτά ξεπερνιοῦνται καί χάνονται…

π. Γ. Δορμπαράκης