1.

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ: Καθώς ο Ιησούς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός, που επαιτούσε στην άκρη του δρόμου, ακούγοντας το πλήθος που περνούσε, ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Του είπαν ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος, κι εκείνος φώναξε δυνατά: “Ιησού Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!” Αυτοί που προπορεύονταν τον μάλωναν να σωπάσει, εκείνος όμως φώναζε ακόμη πιο δυνατά: «Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Τότε ο Ιησούς στάθηκε και είπε να τον φέρουν κοντά του. Όταν αυτός πλησίασε, τον ρώτησε: “Τι θέλεις να σου κάνω;” Εκείνος αποκρίθηκε: “Κύριε, θέλω ν’ αποκτήσω το φως μου”. Και ο Ιησούς του είπε: “Απόκτησε το φως σου! Η πίστη σου σε έσωσε”. Αμέσως βρήκε το φως του κι ακολουθούσε τον Ιησού δοξάζοντας το Θεό. Όλοι μετά απ΄αυτό δοξολογούσαν το Θεό.

ΟΙ ΕΜΠΟΔΙΖΟΝΤΕΣ ΑΝΑΛΓΗΤΟΙ “ΠΙΣΤΟΙ”: Ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής διήγησης κίνησε σε όλους μας την συμπάθεια καθώς ακούσαμε την ικετευτική φωνή του: “Ιησού υιέ Δαβίδ ελέησον με”. Όταν πληροφορήθηκε ότι “Ιησούς παρέρχεται” μια λάμψη ελπίδας φώτισε το πονεμένο πρόσωπο του. Στύλωσε τα απλανή μάτια του προς το μέρος όπου έρχονταν ο Χριστός και με όλη τη δύναμη της φωνής του άρχισε να τον παρακαλεί να του δώσει το φως του.

Μερικοί, όμως όχι εχθροί του Χριστού, αλλά ενθουσιώδεις οπαδοί Του, στην προσπάθεια του τυφλού να προσεγγίσει τον Κύριο, αντί να τον βοηθήσουν “επετίμον αυτόν ίνα σιωπήσει”! Τους ενοχλούσαν οι παρακλητικές φωνές του τυφλού; Νόμιζαν ότι ενοχλούσαν τον Ιησού Χριστό; Το βέβαιο είναι ότι αδιαφορούν στον ξένο πόνο. Δεν τους ενδιέφερε αν ο τυφλός θα έμενε για πάντα στο σκοτάδι, ενώ υπήρχε η ελπίδα, τώρα που ερχόταν ο θαυματουργός Ιησούς στον τόπο τους, να άνοιγαν τα μάτια του. Δεν έδειξαν αγάπη και ενδιαφέρον για την εξυπηρέτηση ενός δυστυχισμένου συμπολίτη τους. Όμως, αντί να τους κατακρίνουμε, ας ανακρίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας, μήπως και εμείς δείχνουμε την ίδια αδιαφορία ή, και το χειρότερο, αντί να κάνουμε το καλό εμποδίζουμε και τους άλλους να το κάνουν! Πώς, όμως, αυτοί οι άνθρωποι που με ενθουσιασμό συνόδευαν τον Χριστό, έδειξαν σκληρότητα σ’έναν απόκληρο της ζωής; Κι όμως και σήμερα, άνθρωποι της Εκκλησίας, που θα έπρεπε να είναι υποδείγματα αγάπης, παρουσιάζονται ανάλγητοι μπροστά στον ανθρώπινο πόνο.

Άλλωστε, τα περιστατικά που διασώζουν οι ευαγγελιστές είναι αρκετά. Σ’ολες τις περιπτώσεις οι περισσότεροι ευσεβείς άνθρωποι της εποχής εκείνης, αντί να χαρούν μαζί με τον θεραπευμένο και να δοξάσουν τον Θεό, θύμωναν και, το χειρότερο, προσπαθούσαν να υπονομεύσουν Εκείνον που έδειχνε την θαυματουργική αγάπη Του στους ασθενείς. Αλλά αυτά έγιναν κυρίως από εχθρούς του Χριστού, που το μίσος τους είχε κλείσει τα μάτια. Το θλιβερό είναι, ότι στο σημερινό περιστατικό πρόκειται για οπαδούς και θαυμαστές του Χριστού, που δίδασκε εμπράκτως τη μεγάλη εντολή της αγάπης! Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη θλιβερότερο: Ότι από τότε, έχουν περάσει πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια και τέτοια περιστατικά όχι μόνο δεν εξέλειπαν, αλλά έγιναν περισσότερα. Έχει ξεχαστεί το “πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη”! Και ενώ ο Χριστός ήλθε να ζεύσει την πίστη με την αγάπη, εμείς οι νομιζόμενοι “μαθητές είναι Εκεινου”, χωρίσαμε και πάλι την αγάπη από την πίστη και φθάσαμε στο σημείο να νομίζουμε, ότι είμαστε ευάρεστοι στο Θεό, αν έχουμε πίστη, χωρίς να έχουμε αγάπη. Λησμονήσαμε ότι πίστη χωρίς αγάπη έχει ακόμη και ο διάβολος και οι ακόλουθοί του! Έτσι, όμως, όπως μαρτυρεί η ιστορία, συνέβη να υπάρχουν άνθρωποι που έφεραν το όνομα του χριστιανού και μισούνταν θανάσιμα μεταξύ τους! Έτσι φθάσαμε το Μεσαίωνα στο παπικό φαινόμενο της Ιερής Εξέτασης, εν ονόματι δήθεν της χριστιανικής πίστης, στη διάπραξη εγκλημάτων που παραμένουν στίγμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κι ενώ σήμερα δεν γίνονται τέτοιου είδους εγκλήματα στο όνομα της χριστιανικής πίστης, ανάλογη νοοτροπία εξακολουθεί να παραμένει. Έτσι, νομίζουμε, ότι είμαστε εντάξει με την αγάπη προς τον Θεό, παρότι αδιαφορούμε, για την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Νιώθουμε ότι είμαστε απόλυτα σωστοί με την Εκκλησία, επειδή κάνουμε το σταυρό, την προσευχή μας, ή γιατί εκκλησιαζόμαστε, νηστεύουμε, κοινωνούμε. Όμως αδιαφορούμε τελείως και ούτε υποψιαζόμαστε να ερευνήσουμε τον εαυτό μας ως προς την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, που ο Χριστός ήθελε μόνιμο και αχώριστο σύντροφο της πίστης. Όσοι από εμάς που έχουμε την τιμή να καλούμαστε χριστιανοί, δεν συνδυάζουμε την πίστη με την αγάπη, πρέπει να φοβούμαστε ότι η πίστη μας παραμένει νεκρή και ανενεργής! Γιατί “ώσπερ το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν έστιν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων νεκρά έστιν” [Ιακ.β΄26].

ΕΝΘΡΕΡΜΗ ΠΙΣΤΗ: Είν΄αλήθεια ότι δε ζήτησε κάτι ασήμαντο ή ευτελές από τον Κύριο ο τυφλός. Ούτε χρήμα, ούτε τροφές, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο, όπως ίσως ζητούσε από τους ανθρώπους, αλλά μόνον του έλεγε: “Κύριε, θέλω ίνα αναβλέψω”. Κανένας άλλος δε μπορεί να μου το δώσει αυτό, διότι μόνον ο Θεός έχει την δυνατότητα να ελεεί και να σώζει. Γι’ αυτό και προσέρχεται και γονατιστός Τον ικετεύει, ως τον ποιητήν και Κύριον των όλων, και βοά το “ελέησον” και Τον ονομάζει “υιόν Δαβίδ”. Επειδή πιστεύει ότι Αυτός είσαι ο προσδοκώμενος απόγονος του Δαβίδ, ο οποίος ήλθε να σώσει το γένος του. Και δεν του είπε ο τυφλός: “ζήτησε από τον Θεόν ή προσευχήσου για μένα ή παρακάλεσε ή ικέτευσε”, αλλά “ελέησόν με”, επειδή ακριβώς γνώριζε ότι είναι Υιός του Θεού. Γι’ αυτό και κατά την πίστη του έλαβε την ίαση. Αυτός είναι ο ορισμός της καρτερικής και φλεγομένης ψυχής! Αν δεν ήταν ένθερμη η πίστη του τυφλού, δεν θα κραύγαζε περισσότερο, όταν του φωνάζαν να σιωπήσει. Η πίστη του τυφλού γίνεται φανερή και από την ίδια την απόκρισι του Κυρίου: “θέλεις να αναβλέψης;”, του λέγει, “Ανάβλεψον”! Και την ίδια στιγμή, “παραχρήμα”, ανέβλεψε και έδρεψε τον καρπόν της πίστης, την σωτηρία! “Η πίστις σου σέσωκέ σε”. Αυτή είναι η μαρτυρία του Χριστού, ο οποίος με τα λόγια αυτά έδειξεν ότι αίτιος της θεραπείας του έγινε ο ίδιος ο τυφλός. Έγινε με την πίστη του συνεργός του θαυμαστού αυτού κατορθώματος. Πράγματι, την στιγμή που του είπε “ανάβλεψον”, η φωνή του Κυρίου έγινε φως για τον τυφλό, επειδή η φωνή, ο λόγος, ήταν του Φωτοδότου. Όταν ο τυφλός δέχθηκε από τον Χριστόν παραδόξως την ευεργεσία, δεν αμέλησε να συμπορευθεί μ’ Αυτόν, και τον ακολουθούσε με ευγνωμοσύνη δοξάζοντάς Τον ως Θεόν. Αυτό έγινε αφορμή να δοξάζουν και να υμνούν τον Θεόν και οι άλλοι. “Πας γαρ ο λαός”, λέγει, “ιδών έδωκεν αίνον τω Θεώ”. Και πριν από τη δωρεά φάνηκε καρτερικός ο τυφλός, και μετά την δωρεάν φαίνεται ευγνώμων. Καρτερικός διότι, αν και τον περιφρονούσαν και πολλοί τον ημπόδιζαν να φωνάζη, αυτός επέμενε κραυγάζοντας. Και ευγνώμων επειδή όταν έλαβε την χάρι, δεν έτρεξε να φύγει, όπως κάνουν πολλοί μετά τις ευεργεσίες, φερόμενοι με αγνωμοσύνη προς τους ευεργέτες.

ΕΜΕΙΣ: Αυτόν ας μιμηθούμε και εμείς με ζήλο και προθυμία και ας γίνουμε καρτερικοί στις προσευχές και πριν λάβωμε αυτά που ζητούμε, και αφού τα λάβωμε να μη μένωμε αχάριστοι προς τους ευεργέτες, αλλά ας αναφωνούμε, ό,τι κάθε Κυριακή αναπέμπουμε στη Θεία Λειτουργία: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω”! Και να προσευχόμεθα με πόθο προς τον Κύριο ώστε να λαμβάνουμε από Αυτόν τα αιτήματα προς το συμφέρον μας. Διότι ο τυφλός εκείνος ούτε οδηγόν είχε, ούτε μπορούσε να δει τον Σωτήρα, ούτε βρήκε συνήγορον κάποιον από τους Αποστόλους, αλλά, μολονότι του απαγόρευαν να μιλήσει και να πλησιάσει, μπόρεσε να υπερβεί όλα τα εμπόδια και πλησίασε Αυτόν τον ίδιον τον θεραπευτήν και Σωτήρα Χριστό. Ούτε η κοινωνική θέση, ούτε ο τρόπος ζωής τού έδωσαν το θάρρος, αλλά αντί όλων αυτών αρκούσε η προθυμία την οποία τίποτα δεν στάθηκε ικανό να εμποδίσει. Την ιδία προθυμίαν ας προσπαθήσωμεν να αποκτήσουμε και εμείς στις δεήσεις μας. Κι αν ο Κύριος αναβάλλει, και πολλοί μας απομακρύνουν ή μας εμποδίζουν, ας προσπαθήσωμε περισσότερο, και ο φιλάνθρωπος Θεός θα μας πλησιάσει και θα εκπληρώσει τα αιτήματά μας. Μας διδάσκει εδώ ο ίδιος ο τυφλός με την επιμονή του. Να επιμένουμε, διότι ίσως να μην είμαστε άξιοι να μας ακούσει ο Θεός. Ίσως θα πρέπει πρώτα να καθαρίσουμε την ψυχή μας με εξομολόγηση, με μετάνοια και κατόπιν να έχουμε το θάρρος να ζητήσουμε και να θέλουμε να μας ακούσει ο Θεός. Ίσως και η προσευχή μας να μην είναι αληθινή, θερμή προσευχή, εξ όλης της ψυχής και καρδιάς.

ΟΙ ΕΣΩ ΟΦΘΑΛΜΟΙ: Όμως, ας μην αγνοήσουμε, ότι δεν άνοιξε ο Κύριος μόνον τους εξωτερικούς οφθαλμούς του τυφλού, αλλά και τους εσωτερικούς, της ψυχής. Με το θείο νεύμα Του χάρισε στον τυφλό και το αισθητό φως και το νοητό φως. Διότι Αυτός είναι που στην αρχή της γενέσεως του κόσμου διαχώρισε το σκότος από το φως, αλλά και δημιούργησε αυτό το ίδιο το φως. Και ο Κύριος εμφανίζεται στις ψυχές των αξίων μεταδίδοντας πάντοτε την λαμπρότητά Του. Και όλων τα στόματα τότε μιλούσαν για τον Ιησού, όλων οι οφθαλμοί έβλεπαν τον τυφλό θεραπευμένο. Έτσι κι εκείνοι, με όσα έβλεπαν, αποκτούσαν εμπιστοσύνη στις διδασκαλίες του Κυρίου και επίστευαν ότι και οι προρρήσεις του Κυρίου θα πραγματοποιηθούν, διαβεβαιούμενοι και πληροφορούμενοι, και με τα εσώτερα της ψυχής των όμματα. Ας “δοξάσωμε τον Θεόν εν τω σώματι ημών” κι εμείς, πειθόμενοι στον Απ. Παύλο. Και πώς δοξάζεται ο Θεός από τα μέλη του σώματός μας; Δοξάζουμε τον Θεόν όταν δια μέσου των ορατών κτισμάτων του βλέπωμε τα αόρατα, και τον ευχαριστούμε για όλα όσα έκανε. Γενικώς, ο Θεός δοξάζεται με όλα τα μέλη μας, όταν πιστεύωμε ορθά σ’ Αυτόν και εκπληρώνωμε τις άγιες εντολές Του. Ο προφήτης Ωσηέ λέγει: “έλεον και κρίμα φυλάσσου (δηλαδή, φύλαξε την ελεημοσύνη και τη δικαιοσύνη) και έγγιζε προς τον Θεόν σου διαπαντός”. Και ο Κύριος προσθέτει: “Καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηρίου, ίνα γένηται και το εκτός αυτού καθαρόν”. Γι’ αυτό ας φοβηθούμε κι ας αγωνισθούμε να αναβλέψουμε προς το φως των προσταγμάτων του Θεού, έστω και αν είμαστε τυφλοί, και ας προσέλθουμε στον Κύριο με μετάνοια και αποχή από τα αισχρά έργα, απορρίπτοντας τα ιμάτια που έχουμε ενδυθεί, δηλαδή τα έργα του σκότους, ή και τις γήινες και υλικές φροντίδες, και “ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός” και ας “περιπατήσωμεν ως εν φωτί και ημέρα ευσχημόνως” και οσίως, ώστε να μπορέσωμε να ακολουθήσουμε Αυτόν, τον Δεσπότην και Ελευθερωτήν και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν τον Θεόν.

Η ΟΡΑΣΗ-ΔΙΑΚΡΙΣΗ: Και ο τυφλός ζητούσε την θεραπεία των ματιών του, όμως σκεφτήκαμε πόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχουμε εμείς και πόσο πρέπει να ζητούμε και να παρακαλούμε το Θεό να κρατά ανοικτά τα ψυχικά μας μάτια, να διακρίνουμε το καλό από το κακό, τον ίσιο δρόμο του Θεού και να μην πέφτουμε στους γκρεμούς της αμαρτίας, να ξεχωρίζουμε το αιώνιο συμφέρον μας από το προσωρινό και ψεύτικο; Ο τυφλός μας διδάσκει να μην υπολογίζουμε τα εμπόδια που βρίσκουμε πολλές φορές μπροστά μας, προκειμένου να πλησιάσουμε το Θεό. Εμπόδια από οργανωμένες προσπάθειες σκοτεινών δυνάμεων που θέλουν να ξεγράψουν το Θεό, την πίστη μας, από τη ψυχή μας και την κοινωνία. Οργανώσεις χωρίς Θεό, αιρέσεις διάφορες, ξενόφερτες νεοεποχιτικες ιδέες, άθεοι ή και αντίχριστοι ηγήτορες. Άλλοτε, ίσως, η ειδική μας χλιαρότητα στη πίστη, ο φόβος του κόσμου μήπως μας χαρακτηρίσουν καθυστερημένους και θρησκόληπτους, όπως πολύ εύκολα και επιπόλαια χαρακτηρίζουν κάθε εκδήλωση πίστης, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι ποιος λέγεται θρησκόληπτος, άλλα εμπόδια από την ίδια μας την ψυχή, από το φόβο μήπως τα συμφέροντα μας όταν ζούμε “με το Σταυρό στο χέρι”, όπως συνήθως λέγεται, αλλά ακόμα και η σαρκολατρία, η οποία καλπάζει τα τελευταία χρόνια, είναι τα εμπόδια που μας απομακρύνουν από την πίστη μας στο Θεό. Ας ανοίξουμε λοιπόν τους ψυχικούς οφθαλμούς κι ας διακρίνουμε το Φως από το σκότος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ομιλία Γερμανού [Β], Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, εις την Δεκάτην Τετάρτην Κυριακήν κατά Λουκάν.

2.

Ἡ ἱστορία τοῦ Βαρτίμαιου

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Καὶ ἔρχονται εἰς Ἱεριχώ· καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἀπὸ Ἱεριχὼ καὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ ὄχλου ἱκανοῦ, ὁ υἱὸς Τιμαίου Βαρτίμαιος τυφλὸς ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν. καὶ ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖός ἐστιν, ἤρξατο κράζειν καὶ λέγειν· υἱὲ Δαυΐδ Ἰησοῦ, ἐλέησόν με. καὶ ἐπετίμων αὐτῷ πολλοὶ ἵνα σιωπήσῃ· ὁ δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. καὶ στὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· φωνήσατε αὐτόν· καὶ φωνοῦσι τὸν τυφλὸν λέγοντες αὐτῷ· θάρσει, ἔγειρε· φωνεῖ σε. ὁ δὲ ἀποβαλὼν τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν Ἰησοῦν. καὶ ἀποκριθεὶς λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ τυφλὸς εἶπεν αὐτῷ· ῥαββουνί, ἵνα ἀναβλέψω. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ εὐθέως ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ἐν τῇ ὁδῷ. (κατὰ Μάρκον εὐαγγέλιο, κεφ. 10, 41-52).

Πιστεύω πὼς μία ἀπὸ τὶς αἰτίες ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ γνωρίζουμε τὸν πραγματικὸ ἑαυτό μας καὶ νὰ βρίσκουμε τὸν προσωπικό μας δρόμο εἶναι τὸ ὅτι δὲν ἔχουμε συναίσθηση πόσο τυφλοὶ εἴμαστε!

Πόσο ἐπίμονα θ’ ἀναζητούσαμε τὴ θεραπεία ἂν ξέραμε ὅτι εἴμαστε τυφλοί! Θὰ τὴν ἀναζητούσαμε ὅπως, ἴσως, ἔκανε ὁ Βαρτίμαιος: ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς γιατρούς, τοὺς ἱερεῖς, τοὺς θεραπευτές, ὕστερα, μὴ ἔχοντας πιὰ καμιὰ ἐλπίδα στοὺς «ἄρχοντες, τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων ἐν οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» μπορεῖ νὰ γυρίζαμε στὸ Θεό. Ἀλλὰ ἡ τραγωδία εἶναι ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουμε τὴν τύφλωσή μας. Τόσα πολλὰ πράγματα ξεπηδοῦν μπροστὰ στὰ μάτια μας, ποὺ μᾶς κάνουν νὰ μὴ βλέπουμε τὰ ἀόρατα γιὰ τὰ ὁποῖα εἴμαστε τυφλοί. Ζοῦμε σ’ ἕνα κόσμο πραγμάτων ποὺ ἀποσποῦν τὴν προσοχή μας καὶ μᾶς ἐπιβάλλονται. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐμεῖς νὰ τὰ προσέξουμε. Ἐκεῖνα ἀπὸ μόνα τους στέκονται μπροστά μας! Τὰ μὴ ὁρατὰ ὅμως δὲν ἐπιβάλλονται μόνα τους, πρέπει ἐμεῖς νὰ τὰ ἀναζητήσουμε καὶ νὰ τὰ ἀνακαλύψουμε. Ὁ γύρω κόσμος ἀπαιτεῖ τὴν προσοχή μας, ὁ Θεὸς μᾶς προσκαλεῖ διακριτικά.

Θυμᾶμαι κάτι ποὺ ἕνας γέροντας μοναχός μου εἶπε κάποτε: «Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοιάζει σὰν ἕνα μεγάλο δισταχτικὸ πουλὶ ποὺ κατέβηκε κάπου κεῖ κοντά μας. Ὅταν τὸ βλέπεις νὰ ἔρχεται πιὸ κοντά, μὴν κουνιέσαι γιὰ νὰ μὴν τὸ τρομάξεις. Ἄφησέ το νὰ ρθεῖ δίπλα σου».

Αὐτὸ ἴσως μπορεῖ νὰ μᾶς θυμίσει τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Αὐτὴ ἡ εἴκονα ἑνὸς πουλιοῦ ποὺ κατεβαίνει δισταχτικὸ καὶ ταυτόχρονα ἕτοιμο νὰ προσφερθεῖ εἶναι μία βιβλικὴ εἰκόνα γεμάτη βαθιὰ νοήματα — ἂν καὶ ἕνας Ἰάπωνας κάποτε μοῦ ἔλεγε: «στὴ χριστιανικὴ θρησκεία νομίζω ὅτι μπορῶ νὰ καταλάβω τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἄλλα δὲ μπορῶ ν’ ἀνακαλύψω τὴ σπουδαιότητα τοῦ »ἀξιότιμου» περιστεριοῦ!»

Γιὰ νὰ συνεχίσουμε λίγο ἀκόμα μὲ τὰ σύμβολα τῆς διακριτικότητας ποὺ εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ μιᾶς καρδιᾶς ποὺ προσφέρεται ἀλλὰ δὲν ἐξευτελίζεται, ἂς ξαναρίξουμε μία ματιὰ στὸ «Μικρὸ Πρίγκιπα» τοῦ Αntoine de Saint-Exupery. Στὸ σημεῖο ὅπου ἡ ἀλεποῦ περιγράφει πῶς ὁ μικρὸς Πρίγκιπας θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἐξημερώσει. Θὰ χρειαστεῖ νὰ εἶναι πολὺ ὑπομονετικός, νὰ κάθεται λίγο μακριά της, νὰ τὴν κοιτάζει μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ του καὶ νὰ μὴν λέει τίποτε, γιατί τὰ λόγια προκαλοῦν παρεξηγήσεις. Μέρα μὲ τὴ μέρα θὰ κάθεται πιὸ κοντὰ καὶ σιγὰ σιγὰ θὰ γίνουν φίλοι. Βάλε τὸ «Θεὸ» στὴ θέση τῆς ἀλεποῦς καὶ θὰ δεῖς τὴν ἀγάπη, τὴν παρθενικὴ σεμνότητα,τὴ διακριτικότητα ποὺ προσφέρεται ἀλλὰ δὲν ἐξευτελίζεται. Ὁ Θεὸς δὲ δέχεται μία γλειώδη, ἀβασάνιστη σχέση, οὔτε ἐπιβάλλει τὴν παρουσία Του, τὴν προσφέρει. Κι ἡ προσφορὰ Του αὐτὴ δὲ μπορεῖ νὰ γίνει δεχτῆ παρὰ μόνο μὲ ἴσους ὅρους. Δηλαδὴ μὲ τὴν ἀντίστοιχη προσφορὰ μιᾶς ταπεινῆς, γεμάτης ἀγάπη καρδιᾶς. Μιᾶς προσφορᾶς κι ἀπ’ τοὺς δύο ποὺ σεμνὰ καὶ διακριτικὰ θ’ ἀναζητοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ βαθὺ κι ἀμοιβαῖο σεβασμὸ καὶ μὲ ἐπίγνωση τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἄφατης ὀμορφιᾶς ποὺ χαρίζει ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη.

Ὁ ἐξωτερικὸς κόσμος μᾶς ἐπιβάλλεται. Ὁ ἐσωτερικὸς κόσμος μπορεῖ νὰ γίνεται ἀντιληπτός, ἀλλὰ δὲν ἐκλιπαρεῖ τὴν προσοχή μας: πρέπει νὰ προχωροῦμε σιγὰ καὶ προσεκτικά. Νὰ καιροφυλαχτοῦμε γιὰ τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο, σὰν τὸ θαυμαστὴ τῶν πουλιῶν ποὺ γιὰ νὰ τὰ παρατηρήσει παίρνει μία θέση στὸ δάσος ἢ στοὺς ἀγροὺς καὶ κάθεται σιωπηλός, ἀλλὰ γεμάτος ἔνταση. Στέκει ἀκίνητος, ἀλλ’ ὅμως ἄγρυπνος καὶ παρατηρητικός.

Αὐτὴ τὴν ἔνταση τῆς προσοχῆς ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει ν’ ἀντιληφτοῦμε ὅσα ἀλλιώτικά μᾶς διαφεύγουν, τὴν ἀποδίδουν τὰ λόγια αὐτοῦ τοῦ παιδικοῦ τραγουδιοῦ:

Μία γέρικη σοφὴ κουκουβάγια

ζοῦσε σὲ μία βελανιδιὰ

Ὅσο ἔβλεπε περσότερο,

τόσο μιλοῦσε λιγότερο.

Κι ὅσο μιλοῦσε λιγότερο,

τόσο ἄκουγε περσότερο.

Ἄχ! νὰ μοιάζαμε καὶ μεῖς

τῆς γέρικης τῆς κουκουβάγιας τῆς σοφῆς!

Τυφλωμένοι ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν γύρω πραγμάτων ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὸς δὲ φτάνει τὸ βάθος στὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἱκανὸς νὰ διεισδύσει. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μικρὸς καὶ ταυτόχρονα μεγάλος. Ὅταν ἀναλογιζόμαστε τὸν ἑαυτὸ μας μέσα στὸ σύμπαν ποὺ συνεχῶς ἁπλώνεται — ἀμέτρητα μεγάλο ἢ ἄπειρα μικρὸ — τὸν βλέπουμε σὰν ἕναν κόκκο σκόνης παροδικό, εὔθραυστο καὶ χωρὶς σημασία. Ἀλλὰ ὅταν στραφοῦμε πρὸς τὰ μέσα μας, ἀνακαλύπτουμε ὅτι τίποτε σ’ αὐτὴ τὴν ἀπεραντοσύνη δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλο γιὰ νὰ μᾶς γεμίσει ἐντελῶς. Ὅλη ἡ δημιουργία εἶναι σὰν ἕνας κόκκος ἄμμου στὰ βάθη τοῦ εἶναι μας. Εἴμαστε ἀπέραντα μεγάλοι γιὰ νὰ μᾶς γεμίσει ἢ ἱκανοποιήσει ὁ κόσμος αὐτός. Μόνο ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἔπλασε γιὰ νὰ γίνουμε «κοινωνοὶ θείας φύσεως» μπορεῖ νὰ μᾶς γεμίσει. Ὅπως λέει ὁ Αngelus Sillesius: «Εἶμαι τόσο μεγάλος ὅσο ὁ Θεός. Ἐκεῖνος εἶναι τόσο μικρὸς ὅσο ἐγώ».

«Κοιτάζοντας ἀπὸ τὸν οὐρανό, τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ διακρίνουμε περισσότερο πάνω στὴ γῆ; Ὄχι τὰ βουνὰ οὔτε οἱ θάλασσες οὔτε οἱ πόλεις οὔτε οἱ οὐρανοξύστες. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Διότι ἡ θεοειδῆς ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας ἥλιος ἐπὶ τῆς γῆς. Ὅσοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τόσοι εἶναι οἱ ἥλιοι ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ καθένας ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἥλιους εἶναι ὁρατὸς ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἀγαπημένο θαῦμα τοῦ Θεοῦ! Ἡ μικρούτσικη γῆ, ἕνα ἀστεράκι ἀπὸ τὰ πιὸ μικρά, νὰ χωράει δισεκατομμύρια ἥλιους! Μέσα ἀπὸ τὸ χωματένιο σῶμα τοῦ ἀνθρώπου λάμπει ὁ ἥλιος! Ὁ ἄνθρωπος! Ἕνας μικρὸς θεὸς μέσα στὴ λάσπη» (ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς).

Ὁ ὑλικὸς κόσμος ἔχει ἀδιαφάνεια, πυκνότητα, βάρος καὶ ὄγκο, ἄλλα δὲν ἔχει βάθος. Μποροῦμε νὰ εἰσδύσουμε στὴν καρδιὰ τῶν πραγμάτων καὶ ὅταν φτάσουμε στὸ πιὸ βαθὺ σημεῖο τους — ποὺ εἶναι τὸ τελικὸ σημεῖο — δὲ βρίσκουμε δρόμο πρὸς τὸ ἄπειρο. Τὸ κέντρο μιᾶς σφαίρας, λόγου χάρη, εἶναι τὸ ἐσωτερικότερο σημεῖο της. Ἂν προσπαθήσουμε νὰ πᾶμε πέρα ἀπ’ αὐτὸ ξαναγυρίζουμε στὴν ἐπιφάνεια τῆς σφαίρας, στὸν ἀντίποδα.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ μιλάει γιὰ τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς. Πρόκειται γιὰ ἕνα βάθος ποὺ εἶναι ἀμέτρητο ἀπὸ τὴ φύση του. Εἶναι ἀπέραντο καὶ ξεπερνάει κάθε ὅριο μέτρησης. Τὸ βάθος αὐτὸ εἶναι ριζωμένο στὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.

Πότε ἄραγε μποροῦμε νὰ ἀρχίσουμε τὴν ἔρευνα γιὰ νὰ γνωρίσουμε μέχρι ποιὸ σημεῖο εἴμαστε τυφλοί, τυφλωμένοι δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ὁρατὰ ποὺ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ συλλάβουμε τ’ ἀόρατα; Μόνο ὅταν καταλάβουμε τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα σὲ μία παρουσία ποὺ ἐπιβάλλεται καὶ σὲ μία ἄλλη ποὺ πρέπει νὰ τὴν ἀναζητήσουμε ἐπειδὴ τὴ νιώσαμε στὴν καρδιά μας. Ἀκόμα, ὅταν καταλάβουμε τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ βάρος, τὴν ἀδιαφάνεια καὶ τὴν πυκνότητα τῶν ἀντικειμένων τοῦ γύρω μας κόσμου καὶ στὸ ἀνθρώπινο βάθος ποὺ μόνο ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ γεμίσει. Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ καὶ στὸ βάθος κάθε δημιουργήματος ποὺ προορισμὸς του εἶναι νὰ γίνει τόπος τῆς θείας παρουσίας, ὅταν στὴ συντέλεια ὁ Θεὸς θὰ εἶναι «τὰ πάντα ἐν πᾶσι».

Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς τυφλὸς στὰ ἀόρατα καὶ νὰ βλέπει μόνο τὸ «χειροπιαστὸ» κόσμο σημαίνει ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς γνώσης, ἔξω ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς καθολικῆς ἀλήθειας, δηλαδὴ ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ Θεὸ καὶ ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι ἡ καρδιά του.

Ὁ τυφλὸς Βαρτίμαιος εἶχε ὀδυνηρὴ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος, γιατί ἐξ αἰτίας τῆς φυσικῆς τυφλότητάς του δὲν εἶχε ἐπαφὴ μὲ τὸν ὁρατὸ κόσμο. Μποροῦσε νὰ ἐπικαλεῖται τὸν Κύριο γεμάτος ἀπογοήτευση, μὲ ὅλη τὴν ἀπεγνωσμένη ἐλπίδα ποὺ ἔνιωθε ὅταν περνοῦσε πλάι του ἡ σωτηρία, καθὼς αἰσθανόταν τὸν ἑαυτὸ του ἀποκομμένο.

Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὅλοι ἐμεῖς πολὺ συχνὰ δὲ μποροῦμε νὰ ἐπικαλεστοῦμε τὸ Θεὸ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο εἶναι γιατί δὲν καταλαβαίνουμε πόσο ἀπομονωμένοι εἴμαστε μὲ τὸ νὰ μένουμε τυφλοὶ στὴν καθολικὴ θέα τοῦ κόσμου — μία θέα ἐν τούτοις ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ὁλοκληρωμένη ὑπόσταση καὶ στὸν ἴδιο τὸν ὁρατὸ κόσμο.

Πόσο καλὰ θὰ ἦταν ἂν μπορούσαμε νὰ μάθουμε νὰ εἴμαστε τυφλοὶ στὰ ὁρατὰ γιὰ νὰ βλέπουμε πέρα ἀπ’ αὐτά, νὰ βλέπουμε στὸ βάθος,νὰ βλέπουμε τὸ ἀόρατο νὰ διαπερνάει μὲ τὴν παρουσία του μέσα καὶ γύρω μας ὅλα τὰ πράγματα! Αὐτὴ ἡ τύφλωση εἶναι πολύμορφη. Συμβαίνει ὄχι φυσικὰ σ’ ἐμᾶς, ἀλλὰ στοὺς ἁγίους ἀπὸ τὴν ἐμπειρία μιᾶς ἐκθαμβωτικῆς λάμψης. Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, μιλώντας γιὰ τὸ θεῖο σκότος, λέει ὅτι εἶναι περίσσεια φωτός, ἑνὸς φωτὸς τόσο ἐκτυφλωτικοῦ, ὥστε αὐτὸς ποὺ τὸ ἔχει δεῖ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ δεῖ τίποτε ἄλλο.

Μπορεῖ ἐπίσης νὰ εἶναι κανεὶς τυφλὸς ἐνῶ ἔχει ἀνοιχτὰ μάτια. Ὁ Τολστόι στὸ βιβλίο τοῦ «Πόλεμος καὶ Εἰρήνη» μιλάει γιὰ τὸν Pierre Bezuhov ποὺ κοιτάζει μέσα στὰ μεγάλα ὡραῖα μάτια τῆς Ἑλένης καὶ δὲ βλέπει σ’ αὐτὰ τίποτε ἄλλο παρὰ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, ἀπαλλαγμένο μάλιστα ἀπ’ ὅλα τὰ σφάλματα, ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως τὸν ἔβλεπε ἐκείνη ἡ φτωχή! Ἐκεῖνος κοίταζε στὰ μάτια της ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε παρὰ μόνο τὸν ἑαυτό του — ἡ εἰκόνα της χανόταν ἐντελῶς! Καὶ μεῖς τὸ ἴδιο κάνουμε ἀκόμα καὶ μὲ τὸν ὑλικὸ κόσμο: ἀνάλογα μὲ τὸ ποῦ συγκεντρώνεται τὸ βλέμμα μας ὅταν κοιτάζουμε πρὸς τὸ παράθυρο, μποροῦμε νὰ δοῦμε ἢ τὸ εἴδωλό μας ἢ τὸ τζάμι ἢ τὴ θέα πέρα ἀπ’ αὐτό.

Μπορεῖ ἀκόμα νὰ βλέπουμε μὲ μάτια ἀδιαφορίας, Ὅπως ἔκαναν οἱ διαβάτες ποὺ προσπερνοῦσαν τὸ Βαρτίμαιο. Μπορεῖ νὰ βλέπουμε μὲ μάτια ἄπληστα σὰν τὸ λαίμαργο τοῦ Dickens, ποὺ βλέποντας τὶς ἀγελάδες νὰ βόσκουν στὰ λιβάδια τὸ μόνο ποὺ σκεπτόταν ἦταν τὸ «θαυμάσιο βοδινὸ κρέας»! Μπορεῖ νὰ βλέπουμε μὲ μάτια γεμάτα μίσος ὅταν γίνουμε ἐπιτήδειοι, τὸ ἴδιο ἐπιτήδειοι ὅπως ὁ διάβολος ποὺ δὲ βλέπει παντοῦ τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ κακό, μεταμορφώνοντας τὰ πάντα σὲ μία ἀπαίσια γελοιογραφία.

Τέλος μπορεῖ νὰ βλέπουμε μὲ τὰ μάτια τῆς ἀγάπης, μὲ καθαρὴ καρδιὰ ἱκανὴ νὰ βλέπει τὸ Θεὸ καὶ τὴν εἰκόνα Του στὸ πρόσωπο τῶν ἀνθρώπων: ἀκόμα καὶ κείνων ὅπου ἡ εἰκόνα Του, κάτω ἀπὸ στρώματα προσωπείων καὶ παραποιήσεων, μόνο ἀμυδρὰ πιὰ ἀπεικονίζει τὴν ἀληθινὴ καὶ βαθιὰ μυστικὴ ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως λέει καὶ ἡ ἀλεποῦ στὸ μικρὸ Πρίγκιπα: «μόνο μὲ τὴν καρδιὰ μποροῦμε νὰ δοῦμε ἀληθινά. Ἡ οὐσία ξεφεύγει σὰν ψάχνεις μὲ τὰ μάτια».

Πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι δὲν ἔχουμε συνειδητοποιήσει τὸ βάθος τῶν πραγμάτων, τὴν ἀπεραντοσύνη καὶ τὸ κάλεσμα τῆς αἰωνιότητας ποὺ ὑπάρχει σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Καὶ τὸ συνειδητοποιοῦμε μόνο ἐφ’ ὅσον, ὑστέρα ἀπὸ μιὰ ὑπαρξιακὴ ἐμπειρία, βεβαιωθοῦμε ὅτι πραγματικὰ ὑπάρχει ἐσωτερικὸς κόσμος.

Κι εἶναι μὲ τὴν πίστη μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ ἔχουμε σταθερὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ ἀόρατος κόσμος εἶναι πραγματικός, παρὼν καὶ ἀξίζει νὰ τὸν ἀναζητήσει κανεὶς πέρα ἀπὸ τὸν ὁρατὸ κόσμο καὶ μέσα ἀπ’ αὐτόν. Αὐτὴ ἡ κίνηση πίστης σημαίνει ἀποδοχὴ τῆς μαρτυρίας ἐκείνων ποὺ εἶδαν τὸν ἀόρατο κόσμο, ἔστω κι ἂν δεχτοῦμε τὴ μαρτυρία τους σὰν ὑπόθεση προσωρινὴ ἴσως, ὥσπου νὰ κάνουμε τὴν ἔρευνά μας. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ὑπόθεση τίποτε δὲν εἶναι δυνατό, γιατί δὲ μποροῦμε ν’ ἀρχίσουμε μία ἔρευνα γιὰ τὰ ἀόρατα πράγματα ἂν εἴμαστε ἀπὸ πρὶν σίγουροι ὅτι δὲν ὑπάρχουν. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴ μαρτυρία ὄχι μόνο ἀπὸ ἕναν ἢ δύο ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀπὸ ἑκατομμύρια πού, μέσα στὴν πορεία τῆς ἱστορίας (τόσο στὴ χριστιανικὴ ὅσο καὶ στὶς ἄλλες θρησκεῖες), εἶχαν αὐτὴ τὴν ἐμπειρία καὶ ὁμολόγησαν τὴν παρουσία τοῦ ἀόρατου κόσμου.

3.

Ἡ ἴαση τοῦ τυφλοῦ

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὅπως τὸν καιρὸ τῆς διακονίας τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς μετανοίας, τὰ καλὰ νέα ὅτι ἡ μετάνοια, ὅταν στρεφόμαστε πρὸς τὸν Θεό, μᾶς φέρνει πάντα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέσα σ’ἕνα πνεῦμα συμφιλιώσεως, ἔτσι κάνει τώρα καὶ ἡ Ἐκκλησία πρὶν τὴν Σαρακοστή, μᾶς φέρνει ἐνώπιον μιᾶς περιόδου προετοιμασίας, ὅπου ἐξετάζουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ὅσο πιὸ βαθιὰ καὶ τίμια μποροῦμε, πρὶν βρεθοῦμε ἐνώπιον τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ, τῆς δύναμης Του καὶ τοῦ παραδείγματος ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔφυγαν μακρυὰ ἀπὸ τὸ κακό, πρόσφεραν τὸν ἑαυτό τους στὸν Θεό, ὁλοκληρώθηκαν καὶ σώθηκαν.

Καὶ πρὶν ἀκόμα προετοιμαστοῦμε γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ, θυμόμαστε τὸν Βαρτίμαιο, τὸν τυφλὸ ἄνδρα ἀπὸ τὴν Ἰεριχώ, ποὺ ἔρχεται νὰ μᾶς θυμίσει ὅτι ὅλοι μας εἴμαστε τυφλοί, ὅτι ἔχουμε ξεχάσει πῶς νὰ πηγαίνουμε στὸ βάθος τῶν πραγμάτων. Ἦταν τυφλὸς ἐξαιτίας κάποιας ἀρρώστειας· τυφλωνόμαστε ἀπὸ ὅ,τι βλέπουμε γύρω μας· δὲν βλέπουμε πέρα ἀπὸ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἐπειδὴ κάθε τι ποὺ αἰχμαλωτίζει τὴν ὅραση μας, μᾶς ἐμποδίζει νὰ καταδυόμαστε στὸ βάθος τῶν πραγμάτων.

Τὸ μήνυμα τῆς σημερινῆς περικοπῆς εἶναι αὐτό: εἴμαστε τυφλοὶ, καὶ πρέπει νὰ μάθουμε νὰ βλέπουμε. Νὰ βλέπουμε τὸν ἑαυτὸ μας ὅπως εἶναι, τὸ κακό, τὶς ἀτέλειες ποὺ βρίσκονται παραμορφωμένες μέσα μας, καὶ συνάμα τὴν ὀμορφιὰ τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ ποὺ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ σβήσει, νὰ καταστρέψει, ποὺ μπορεῖ νὰ καλυφθεῖ προσωρινὰ, ὅπως ἡ σκόνη ποὺ καλύπτει μιὰν εἰκόνα, ἀλλὰ παραμένει φωτεινὴ. Καὶ θα πρέπει νὰ μάθουμε νὰ βλέπουμε μέσα μας καὶ νὰ διακρίνουμε τὸ κακὸ ἀπὸ τὸ καλό: ὄχι μόνο τὸ κακό, ἀλλὰ τὸ καλὸ ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς ἐμπνεύσει νὰ παλέψουμε, ν’ ἀγωνιστοῦμε καὶ νὰ ξεπεράσουμε καθε τι ποὺ μᾶς καθιστᾶ ἀνάξιους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλὰ στὴ διάρκεια αὐτῶν τῶν ἑβδομάδων θὰ πρέπει νὰ κοιτάζουμε τὸν καθένα γύρω μας καὶ νὰ βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, νὰ ξεχνᾶμε τὶς ἀτέλειες ποὺ μᾶς τυφλώνουν, νὰ βλέπουμε τὴν ὀμορφιὰ κάθε προσώπου, νὰ κοιτάξουμε βαθύτερα στὴν ψυχή του καθενὸς ποὺ εἶναι ὁ πλησίον μας καὶ μ’ εὐλάβεια, μὲ πίστη ν’ ἀνακαλύψουμε τὴν θεϊκὴ παρουσία, τὴν θεϊκὴ ὁμοιότητα του μ’ Ἐκεῖνον.

Μόνο τότε θὰ συνεχίσουμε νὰ προχωρᾶμε κατὰ τῆς διάρκειας αὐτῆς τῆς περιόδου ποὺ σταδιακὰ θὰ μᾶς φέρει ἐνώπιον τῶν πιὸ συνηθισμένων καὶ καταστροφικῶν μας παθῶν. Ἄν προσπαθήσουμε νὰ ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας, νοιώθουμε συχνὰ ὅτι δὲν ἔχουμε μάτια γιὰ νὰ δοῦμε, ὅτι δὲν ἔχουμε κάποια σημεῖα ἀναφορᾶς: πῶς λοιπὸν μποροῦμε νὰ δοῦμε; Ὑπάρχει ἕνας καθρέφτης ὅπου μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὸ κακὸ καὶ τὸ καλό. Ἄς μελετήσουμε, στὴ διάρκεια τούτων τῶν ἡμερῶν, μὲ ἀνοιχτὸ νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ μὲ εὐλάβεια, τὸ Εὐαγγέλιο. Θὰ δοῦμε μὲσα ὰπὸ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη˙ θὰ δοῦμε μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία Του τὶ καλοῦμε νὰ γίνουμε· θὰ δοῦμε στὴ ζωὴ τῶν Ἀποστόλων Του, σ’ ἐκείνους ποὺ ἦταν γύρω Του τὸν ἀγώνα γιὰ τελειότητα. Ἄς δοῦμε τὸ Εὐαγγέλιο καθὼς κοιτάζει κάποιος ἕναν καθρέφτη, ἄς συγκρίνουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας μὲ αὐτὸ ποὺ βλέπουμε, καὶ τότε θ’ ἀνακαλύψουμε ὄχι μόνο τὸ κακὸ, ἀλλὰ τὴ δόξα ποὺ ὑπάρχει μέσα μας. Καὶ ἀφοῦ ἐμπνευστοῦμε ἀπ’ αὐτὸ, ἄς προχωρήσουμε, καθὼς μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπὸ δόξα σὲ δόξα, ἀφήνοντας τὸ παρελθόν καὶ ὁρμώντας νὰ ἐκπληρώσουμε τὸ θεϊκό μας κὰλεσμα. Ἀμήν.

4.

Ἀποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ στὴν Ἱεριχὼ εἶναι τὸ τελευταῖο θαῦμα, ποὺ τοποθετεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴν πορεία του πρὸς τὸ Πάθος. Καὶ ἴσως δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ὁ ὑμνωδὸς βάζει στὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ τὸ πικρὸ παράπονο, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὰ λόγια: «Λαός μου, τί ἐποίησά σοι ἢ τί σοι παρηνώχλησα; τοὺς τυφλούς σου ἐφώτισα…· τί ἐποίησά σοι καὶ τί μοι ἀνταπέδωκας;».

Ἡ στερεὰ τροφὴ τοῦ πόνου

Γιὰ τὴν τυφλή, φτωχὴ καὶ ἀχάριστη ἀνθρωπότητα σταυρώθηκε ὁ Χριστός. Γι’ αὐτὸ ἦρθε· γιὰ νὰ τὴ φωτίσει μὲ τὸ φῶς του καὶ νὰ τὴν πλουτίσει μὲ τὸν ἀνεξάντλητο πλοῦτο τῶν χαρισμάτων του. Μόνο ποὺ αὐτὲς τὶς δωρεὲς δὲν τὶς ἐπέβαλε στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν μπορεῖς νὰ ἐπιβάλεις κάτι σὲ κάποιον ποὺ καμαρώνει ὅτι «εἶναι πλούσιος καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη κανέναν», ἔστω κι ἂν στὴν πραγματικότητα «εἶναι ταλαίπωρος καὶ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλός». Μόνο συμβουλὴ μπορεῖς νὰ τοῦ δώσεις «νὰ βάλει στὰ μάτια του κολλύριο, γιὰ νὰ δεῖ» (Ἀποκ. 3,17-18).

Τέτοιο κολλύριο φαίνεται πὼς χρησιμοποιοῦσε ὁ τυφλὸς Ἱεριχοῦς, γιατί ἐνδιαφερόταν νὰ μάθει τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ λόγια τῶν προφητῶν. Ἔτσι ἦταν ἀπαλλαγμένος ἀπὸ ψευδεῖς αὐτάρκειες καὶ κομπασμούς, κάτι βέβαια ποὺ δὲν συμβαίνει ὑποχρεωτικὰ μὲ ὅλους τοὺς ἀναγκεμένους. Ὅσο καὶ νὰ φαίνεται παράξενο, δὲν εἶναι σπάνιο, οἱ δοκιμασίες νὰ φέρνουν ἔπαρση καὶ νὰ ὁδηγοῦν σὲ αὐθάδεια καὶ ἀλαζονεία· κάποτε καὶ βλασφημία. Ἡ στερεὰ τροφὴ τοῦ πόνου τὰ ὑγιῆ «στομάχια» τὰ τρέφει, ἐνῶ στὰ ἄρρωστα προκαλεῖ ἐμετό.

Ὑγιὲς «στομάχι» σίγουρα εἶχε καὶ ὁ τυφλὸς τῆς σημερινῆς περικοπῆς. Εἶχε ἀφήσει τὸν πόνο νὰ τὸν θρέψει καὶ νὰ τὸν ὡριμάσει σὲ τέτοιο «μέτρον ἡλικίας», ὥστε πληροφορούμενος γιὰ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ θαύματά του, ἀναγνώρισε στὸ πρόσωπό του τὸν Μεσσία. Γι’ αὐτό, ὅταν ἄκουσε ὅτι περνάει ἀπὸ τὸν δρόμο ὅπου καθόταν ἐπαιτώντας, ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με».

Ἀνάγκη συνεργασίας

Ὅμως οἱ φωνὲς του ἐνοχλοῦν τὸ πλῆθος. Δὲν ἐπιτρέπεται ἕνας, ποὺ ἡ ἰουδαϊκὴ κοινωνία τὸν θεωροῦσε μὴ καθαρό, νὰ τοὺς ἀναστατώνει. Τοὺς ἐλέγχει καὶ ἡ αἴσθηση ὅτι ὁ ἀπόβλητος τυφλὸς -ἀντίθετα μὲ τοὺς περισσότερους- βλέπει στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τὸν Μεσσία. Ἐνῶ αὐτοὶ τοῦ εἶπαν ἁπλῶς ὅτι περνάει «ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος», ἐκεῖνος τὸν φωνάζει «υἱὸ τοῦ Δαυίδ». Ὅλοι ἤξεραν ὅτι ὁ Μεσσίας θὰ ἦταν ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Δαβίδ· ἀλλὰ δὲν εἶχαν ὅλοι πεισθεῖ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Χριστός· μερικοὶ δὲν ἤθελαν οὔτε νὰ τὸ ἀκούσουν. Πάντως ὅλους τοὺς ἐνοχλοῦν οἱ φωνὲς τοῦ τυφλοῦ· γι’ αὐτὸ τὸν ἐπιτιμοῦν νὰ σωπάσει. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς ἀγνοεῖ καὶ ἀρχίζει νὰ φωνάζει περισσότερο.

Ἡ σταθερὴ καὶ θερμή του πίστη συγκινεῖ τὸν Χριστὸ· ζητάει νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Καὶ γιὰ νὰ καταλάβει ὁ ὄχλος ὅτι ἀπὸ Αὐτὸν δὲν ζητιανεύει χρήματα, ἀλλὰ τὸ φῶς του, τὸν ρωτάει: «Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω;» «Νὰ ἀναβλέψω», ἀπαντάει ὁ τυφλός. Καὶ ὁ Χριστὸς τὸν θεραπεύει μὲ τὸν ἐξουσιαστικό του λόγο «ἀνάβλεψον» καὶ τὸν προβάλλει ἐπαινώντας τὴν πίστη του: «Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε».

Ἡ σωτηρία τοῦ τυφλοῦ δὲν εἶναι μόνο ἡ θεραπεία τῶν σωματικῶν του ματιῶν. «Ἀπὸ διπλὴ τυφλότητα τὸν ἐλευθέρωσε ὁ Χριστός», τονίζει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας· «τὴν σωματικὴν καὶ τὴν εἰς νοῦν καὶ καρδίαν». Καὶ ἡ μὲν θεραπεία τῆς σωματικῆς τυφλότητας εἶναι ἀποκλειστικὰ δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεραπεία ὅμως τῆς ψυχικῆς τυφλότητας ἀπαιτεῖ καὶ τὴν ἐλεύθερη συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου· πρόκειται γιὰ κόπο διαρκοῦς καθάρσεως καὶ μετανοίας, ποὺ καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δεκτικό τοῦ θείου φωτισμοῦ. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ ὅρoς «ὁ βλέπων» ἀναφερόταν στοὺς θεόπτες προφῆτες.

Γιατί ὁ βλέπων ἐνοχλεῖ;

Μόνο ποὺ ὁ ἄνθρωπος ποὺ βλέπει καθαρὰ τὸν Θεὸ καὶ πορεύεται κάτω ἀπὸ τὸ Φῶς του, γίνεται -ἄθελά του- ἐνοχλητικὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ «ἠγάπησαν μᾶλλον τὸ σκότος» καὶ ὡς «τὰ φαῦλα πράσσovτες μισοῦν τὸ φῶς» (Ἰω. 3,1921). Ἡ ζωὴ τοῦ «βλέποντος» ἀποτελεῖ ἔλεγχο γιὰ αὐτοὺς ποὺ παραπατᾶνε στὰ σκοτάδια. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια περιγράφεται συμβολικὰ μὲ εὔστοχο τρόπο στὸ διήγημα «Ἡ χώρα τοῦ τυφλοῦ» τοῦ Ἀμερικανοῦ λογοτέχνη X. Τζ. Οὐέλς: Κάποιος νεαρὸς βρίσκει καταφύγιο σὲ μία ἀπομονωμένη φυλὴ ἐκ γενετῆς τυφλῶν. Σύντομα διαπιστώνουν ὅτι οἱ συνήθειες, οἱ κινήσεις καὶ γενικότερα ἡ συμπεριφορὰ του εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὸν δικὸ τους τρόπο ζωῆς, καὶ αὐτὸ ἀρχίζει νὰ τοὺς ἐνοχλεῖ. Ἔτσι τὸν φέρνουν νὰ ἐξεταστεῖ ἀπὸ τοὺς γιατρoὺς τῆς φυλῆς. Ὁ γεροντότερος καὶ πιὸ σοφὸς ἀπὸ αὐτοὺς γνωματεύει ὅτι ἔχει πειραχθεῖ τὸ μυαλό του, διότι ἀρρώστησαν «αὐτὰ τὰ παράξενα πράγματα ποὺ ἔχει στὰ βαθουλώματα τοῦ προσώπου του (τὰ μάτια του)». Καὶ προτείνει μὲ χειρουργικὴ ἐπέμβαση νὰ τὰ ἀφαιρέσουν, ὥστε νὰ γίνει «ἀπόλυτα ὑγιὴς καὶ ἀληθινὰ νομοταγὴς πολίτης».

Ὁ μύθος ἐπανέρχεται μὲ διάφορες παραλλαγὲς στὴν παγκόσμια λογοτεχνία καὶ οὐσιαστικὰ ἀποτυπώνει αὐτὸ ποὺ διαβάζουμε στὴ Σοφία Σολoμώvτoς (2,12-15): «Δύσχρηστος μᾶς εἶναι ὁ δίκαιος· ἐναντιώνεται στὰ ἔργα μας· μᾶς ἐλέγχει καὶ μᾶς κατηγορεῖ ὅτι παραβαίνουμε τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμα καὶ ἡ παρουσία του μᾶς ἐνοχλεῖ».

Γιὰ μᾶς ἂς εἶναι ὄχι μόνο χρήσιμος ὁ βλέπων καὶ δίκαιος, ἀλλὰ καὶ ἀσφαλὴς ὁδηγός μας. Μόνο ἔτσι μποροῦμε νὰ συμψάλλουμε μὲ τὸν Βλέποντα προφήτη Δαβίδ: «Μέτοχος ἐγὼ εἰμι πάντων τῶν φοβουμένων σε καὶ τῶν φυλασσόντων τὰς ἐντολάς σου… Ἀποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ κατανοήσω τὰ θαυμάσια ἐκ τοῦ νόμου σου» (Ψαλμ. 118,63.18).

5.

Ἡ προσευχὴ τοῦ Βαρτίμαιου

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Ἡ περίπτωση τοῦ Βαρτίμαιου, ὅπως ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Μάρκο ( 10,46), μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε κάπως ἱκανοποιητικὰ μερικὰ θέματα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν προσευχή.

«Καὶ ἔρχονται στὴν Ἱεριχώ. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, Αὐτὸς καὶ οἱ μαθητές του καὶ λαὸς πολύς, καθόταν κοντὰ στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε ὁ τυφλὸς Βαρτίμαιος, ὁ γιὸς τοῦ Τίμαιου. Καὶ ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ἦταν ἐκεῖ, ἄρχισε νὰ φωνάζει δυνατὰ καὶ νὰ λέει: Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Δαυίδ, ἐλέησέ με. Καὶ τὸν ἀπόπαιρναν μερικοὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν νὰ σιωπήσει. Αὐτὸς ὅμως φώναζε ὅλο καὶ περισσότερο: υἱὲ τοῦ Δαυίδ, ἐλέησέ με. Τότε σταμάτησε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Πῆγαν λοιπὸν καὶ εἶπαν στὸν τυφλό. Κουράγιο, σήκω νὰ πᾶς, σὲ φωνάζει. Κι αὐτός, ἀφοῦ πέταξε τὸ ἐξωτερικό του ροῦχο, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐμποδίζει στὸ τρέξιμο, σηκώθηκε καὶ ἦρθε κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκρίθηκε καὶ τοῦ εἶπε: Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω; Καὶ ὁ τυφλός τοῦ ἀπάντησε: Δάσκαλε, θέλω νὰ ξαναβρῶ τὸ φῶς μου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε: Πήγαινε, ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε. Καὶ ἀμέσως ξαναβρῆκε τὸ φῶς του καὶ ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ στὴν πορεία Του.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ὁ Βαρτίμαιος, δὲν πρέπει, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται νὰ ἦταν νέος. Στεκόταν ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια στὴν πύλη τῆς Ἱεριχῶ, ζώντας ἀπὸ τὴν εὔσπλαχνη ἢ τὴν ἀδιάφορη βοήθεια τῶν περαστικῶν. Πιθανὸν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του νὰ εἶχε δοκιμάσει ὅλα τὰ γνωστὰ φάρμακα καὶ ὅλες τὶς θεραπευτικὲς μεθόδους. Θὰ τὸν εἶχαν ἀσφαλῶς πάει, ὅταν ἦταν μικρός, στὸ Ναό, θὰ εἶχαν προσευχηθεῖ καὶ θὰ εἶχαν προσφέρει θυσίες γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ὑγεία του. Εἶχε ἐπισκεφθεῖ ὅλους ἐκείνους πού, εἴτε γιατί εἶχαν κάποιο χάρισμα, εἴτε γιατί εἶχαν εἰδικὲς γνώσεις, μποροῦσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Εἶχε ἀσφαλῶς πολὺ ἀγωνιστεῖ γιὰ νὰ βρεῖ τὸ φῶς του καὶ τελικὰ εἶχε ἐντελῶς ἀπογοητευτεῖ. Εἶχε δοκιμάσει ὅλα ὅσα μποροῦσε νὰ βάλει τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ παρόλα αὐτὰ ἦταν ἀκόμα τυφλός.

Πιθανὸν εἶχε ἀκόμα ἀκούσει ὅτι τοὺς τελευταίους μῆνες εἶχε ἐμφανιστεῖ στὴ Γαλιλαία ἕνας νέος κήρυκας, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγαποῦσε τὸ λαό, ἦταν εὔσπλαχνος, καὶ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ποὺ μποροῦσε νὰ θεραπεύει καὶ νὰ κάνει θαύματα. Ὁ Βαρτίμαιος πιθανὸν νὰ εἶχε πολλὲς φορὲς σκεφθεῖ ὅτι ἂν μποροῦσε θὰ πήγαινε νὰ τὸν συναντήσει. Ὁ Χριστὸς ὅμως πήγαινε ἀπὸ τὸν ἕνα τόπο στὸν ἄλλο καὶ ὑπῆρχε πολὺ μικρὴ πιθανότητα ἕνας τυφλὸς ἄνθρωπος νὰ τὸν ἀπαντήσει. Ἔτσι, μ’ αὐτὴ τὴ σπίθα τῆς ἐλπίδας, ποὺ ἔκανε τὴν ἀπελπισία ἀκόμα πιὸ βαθιὰ καὶ πιὸ ἔντονη, καθόταν κοντὰ στὴν πύλη τῆς Ἱεριχῶ.

Μία μέρα ἕνα πλῆθος πέρασε δίπλα του, ἕνα πλῆθος μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ συνηθισμένο, ἕνα θορυβῶδες ἀνατολίτικο μπουλούκι. Ὁ τυφλὸς τὸ ἄκουσε καὶ ρώτησε ποιὸς ἦταν. Ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι ἦταν ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ἄρχισε νὰ φωνάζει. Κάθε σπίθα ἐλπίδας, ποὺ εἶχε στὴν ψυχή του, ἔγινε ξαφνικὰ φωτιά, μία πυρκαϊὰ ἐλπίδας. Ὁ Ἰησοῦς τὸν Ὁποῖον δὲν μπόρεσε μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ νὰ συναντήσει, πέρναγε τώρα ἀπὸ κοντά του. Ἦταν δίπλα του καὶ κάθε βῆμα τὸν ἔφερνε ὅλο καὶ κοντύτερα. Μετὰ ὅμως κάθε βῆμα θὰ τὸν πήγαινε ἀπελπιστικὰ ὅλο καὶ πιὸ μακριά.

Ἄρχισε τότε νὰ φωνάζει : «Ἰησοῦ, Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησέ με». Αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἦταν ἡ πιὸ τέλεια ὁμολογία πίστεως. Ἀναγνώρισε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ τὸν ἀπόγονό τοῦ Δαυίδ, τὸ Μεσσία. Δὲν μποροῦσε τότε νὰ τὸν ἀποκαλέσει Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτὸ δὲν τὸ ἤξεραν ἀκόμα οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ μαθητές του. Στὸ πρόσωπό Του ἀναγνώρισε τὸ «ἀναμενόμενο».

Τότε συνέβη κάτι ποὺ πολὺ συνηθίζεται καὶ στὴ δική μας τὴ ζωή. Μερικοὶ τριγύρω του τοῦ ἔλεγαν νὰ σιωπήσει. Μήπως δὲν συμβαίνει πολὺ συχνὰ αὐτὸ καὶ σέ μᾶς, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἀναζήτηση καὶ ἀγώνα πολλῶν ἐτῶν ἀρχίζουμε ἀπροσδόκητα νὰ φωνάζουμε στὸ Θεό; Πόσες φωνὲς τότε δὲν προσπαθοῦν νὰ κατασιγάσουν τὴν προσευχὴ μας! Φωνὲς ἐξωτερικὲς καὶ ἐσωτερικές. Ἀξίζει, λένε, νὰ προσεύχεσαι; Τόσα χρόνια ἀγωνιζόσουν κι ὁ Θεὸς δὲν νοιάστηκε γιὰ σένα. Τώρα θὰ νοιαστεῖ; Τί νόημα ἔχει ἡ προσευχὴ; Ξαναγύρισε στὴν ἀπελπισία σου, εἶσαι τυφλὸς καὶ τυφλὸς γιὰ πάντα.

Ὅσο ὅμως μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀντίσταση τόσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἡ βοήθεια εἶναι πολὺ κοντά. Ὁ διάβολος ποτὲ ἄλλοτε δὲν μᾶς ἐπιτίθεται τόσο βίαια ὅσο ὅταν βρισκόμαστε ἕνα βῆμα πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα καὶ ἔχουμε ἀκόμα δυνατότητα σωτηρίας, τὴν ὁποία ὅμως τελικὰ χάνουμε, γιατί τὴν τελευταία στιγμὴ ὑποχωροῦμε. Ὑποχώρησε, λέει ὁ διάβολος, βιάσου, προσπάθησες πάρα πολύ, βγῆκες ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀντοχῆς σου. Τελείωσε ἀμέσως, μὴν καθυστερεῖς, δὲν μπορεῖς νὰ ἀντέξεις περισσότερο. Καὶ τότε αὐτοκτονοῦμε σωματικά, ἠθικά, πνευματικά. Ἐγκαταλείπουμε τὴν ἀγώνα καὶ ἀγκαλιάζουμε τὸ θάνατο, τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ἡ βοήθεια βρίσκεται δίπλα μας καὶ μποροῦμε νὰ σωθοῦμε.

Δὲν πρέπει νὰ δίνουμε σημασία σ’ αὐτὲς τὶς φωνές. Ὅσο δυνατότερα ἠχοῦν τόσο πιὸ γερὰ πρέπει νὰ δενόμαστε μὲ τὸ σκοπό μας. Πρέπει νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ κραυγάσουμε τόσο, ὅσο χρειάζεται. Νὰ φωνάξουμε τόσο δυνατά, ὅσο ὁ Βαρτίμαιος. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πέρναγε δίπλα του. Ἡ τελευταία του ἐλπίδα βρισκόταν σιμά του, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν περιτριγύριζαν ἦταν ἀπέναντί του ἀδιάφοροι ἢ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κάνουν νὰ σιωπήσει. Ὁ πόνος καὶ ἡ θλίψη του δὲν εἶχαν θέση. Ἐκεῖνοι ποὺ περιτριγύριζαν τὸ Χριστὸ – καὶ ποὺ τὸν χρειάζονταν πολὺ λιγότερο- ἤθελαν νὰ ἀσχολεῖται μαζί τους. Γιατί αὐτὸς ὁ τυφλὸς καὶ βασανισμένος ἄνθρωπος νὰ τοὺς διακόπτει;

Ὁ Βαρτίμαιος ὅμως ἤξερε καλὰ ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε πιὰ γι’ αὐτὸν ἄλλη ἐλπίδα, ἂν ἔχανε κι αὐτὴ τὴν τελευταία. Ἡ βαθιὰ αὐτὴ ἀπελπισία τοῦ ἔγινε πηγὴ ἀπ’ τὴν ὁποία ἀνέβλυσε μία πίστη, μία προσευχὴ γεμάτη ἀπὸ τέτοια πεποίθηση καὶ μία ἐπιμονὴ ποὺ ἔσπασε ὅλους τοὺς φραγμοὺς. Μία προσευχὴ πού, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ἠχεῖ στὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ἡ ἀπόγνωσή του ἦταν τόσο βαθιά, ὥστε δὲν ἄκουγε καθόλου τὶς φωνὲς τοῦ πλήθους ποὺ τὸν πρόσταζαν νὰ ἡσυχάσει καὶ νὰ καθήσει στὴν ἄκρη. Καὶ ὅσο προσπαθοῦσαν νὰ τὸν ἐμποδίσουν νὰ πλησιάσει τὸ Χριστό, τόσο περισσότερο κι αὐτὸς φώναζε: «Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησέ με». Ὁ Χριστὸς σταμάτησε, ζήτησε νὰ τὸν φέρουν μπροστά του καὶ ἔκανε τὸ θαῦμα.

Μποροῦμε νὰ διδαχτοῦμε ἀπὸ τὸ Βαρτίμαιο πρακτικά, τὸ πῶς μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἐξοικειωθοῦμε μὲ τὴν προσευχὴ. Ὅταν στρεφόμαστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ στὸ Θεό, ὁ Θεὸς πάντα μᾶς ἀκούει.

Συνήθως δὲν ἔχουμε τὴν ἑτοιμότητα νὰ ἀρνηθοῦμε ἀμέσως ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βρίσκονται στὸ περιβάλλον μας καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουμε συνηθίσει νὰ ἐμπιστευόμαστε, μόλις διαπιστώσουμε ὅτι δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ἑξαρτώμαστε ἀπ’ αὐτά. Βλέπουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα ὅσο καὶ ἂν ἀνακινήσουμε ἀνθρώπινα καὶ ἐπίγεια μέσα. Ἔχουμε ἕνα σκοπό. Ψάχνουμε γιὰ τὸ φῶς μας καὶ συνέχεια ἀπογοητευόμαστε. Αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ μαρτύριο, εἶναι ἀπόγνωση καὶ ἂν σταματήσουμε ἐκεῖ, ἔχουμε νικηθεῖ. Ἂν ὅμως αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ στιγμή, στραφοῦμε στὸ Θεό, γνωρίζοντας ὅτι μόνο ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει πιὰ ἀπομείνει καὶ τοῦ ποῦμε, «Σὲ ἐμπιστεύομαι καὶ παραδίδω στὰ χέρια Σου τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μου, ὁλόκληρη τὴ ζωή μου», τότε ἡ ἀπόγνωση μᾶς ἔχει ὁδηγήσει στὴν πίστη.

Ἡ ἀπόγνωση ὁδηγεῖ σὲ μία νέα πνευματικὴ ζωή, ὅταν ἔχουμε τὸ κουράγιο νὰ προχωρήσουμε βαθύτερα καὶ μακρύτερα, ἀναγνωρίζοντας ὅτι κεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχουμε ἀπογοητευθεῖ δὲν εἶναι τὸ ὅτι τελικὰ χάσαμε τὴ νίκη, ἀλλὰ τὸ ὅτι μᾶς ἀπογοήτευσαν τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιήσαμε γιὰ νὰ φθάσουμε σ’ αὐτή. Τότε ἀρχίζουμε νὰ βάζουμε θεμέλια μὲ ἕνα νέο τρόπο. Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ξαναφέρει σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα ποὺ εἴχαμε ἤδη δοκιμάσει, τὸ ὁποῖο ὅμως τώρα, κάτω ἀπὸ τὴ δική Του καθοδήγηση, θὰ μπορέσουμε νὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε μὲ ἐπιτυχία. Πρέπει πάντα νὰ ὑπάρχει ἀληθινὴ συνεργασία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου καὶ τότε ὁ Θεὸς χαρίζει φρόνηση, σοφία καὶ δύναμη νὰ κάνουμε τὸ σωστὸ καὶ νὰ βρίσκουμε τὸν ἐπιδιωκόμενο στόχο μας.

6.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ Η ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΣ

1. Ἡ εἰρήνη

Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ εἰρήνη μας. «Αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν», λέει. Αὐτὸς ἔκανε τοὺς δύο ἀντιμαχόμενους κόσμους, τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸν Ἐθνισμό, ἕνα λαό. Γκρέμισε τὸν τοῖχο ποὺ δημιουργοῦσε ὁ φραγμὸς τοῦ νόμου, ποὺ ὀρθωνόταν ἀνάμεσα στοὺς δύο λαούς. Δηλαδὴ κατέλυσε τὴν ἔχθρα τῶν δύο λαῶν, ἀφοῦ κατήργησε μὲ τὸ αἷμα του τὸ νόμο τῶν ἐντολῶν ποὺ ἐνῶ πε­ρι­εῖχε ἐπιβλητικὲς προσταγές, δὲν ἔδινε ὅ­μως καὶ τὴ χάρη γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ καὶ τὴν τήρηση τῶν προσταγμάτων αὐτῶν. Καὶ ἑνώνοντας τοὺς δύο λαοὺς μὲ τὸν Ἑαυτό του δημιούργησε μιὰ νέα ἀνθρωπότητα, κι ἔτσι ἔφερε εἰρήνη μεταξύ τους. Καὶ μὲ τὸ σταυρικό του θάνατο ἕνωσε σ’ ἕνα σῶμα τοὺς δύο λαοὺς καὶ τοὺς συμφιλίωσε καὶ μὲ τὸν Θεό, ἀφοῦ προηγουμένως θανάτωσε τὴν ἔχθρα μὲ τὸ θάνατό του. Κι ἀφοῦ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ, κήρυξε χαρμόσυνο μήνυμα εἰρήνης σὲ σᾶς τοὺς ἐθνικούς, ποὺ ἤσασταν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ σὲ μᾶς τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ ἤμασταν κοντά του. Διότι ὁ Χριστὸς μᾶς ἔφερε καὶ τοὺς δύο λαοὺς διὰ τοῦ ἑνὸς Ἁγίου Πνεύματος­ κοντὰ στὸν Πατέρα. Διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἡ προσέγγισή μας αὐτὴ μὲ τὸν Θεό.

Ἐπιγραμματικὰ λοιπὸν ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἐξηγεῖ πῶς ὁ Θεὸς ἕνωσε τοὺς δύο ἀντιμαχόμενους κόσμους, τοὺς Ἰου­δαίους καὶ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ὑπῆρχε, λέει, μία μεσοτοιχία ἀνάμεσα στοὺς δύο λαούς, ὑπῆρχε μεγάλη ἐχθρότητα ἀνά­μεσά τους. Τὴν ἔχθρα αὐτὴ τὴν κατήργησε ὁ Κύριος ὄχι μόνο μὲ τὴ διδασκαλία του ἀλλὰ κυρίως καὶ προπαντὸς μὲ τὴ θυσία του. Δὲν ἀνέμειξε τοὺς δύο λαούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς δύο τοὺς ἀνύψωσε σὲ μιὰ ὑψηλότερη πνευματικὴ κατάσταση. Ὁ Ἰησοῦς Χρι­στὸς ἔφερε τοὺς δύο λαοὺς κοντὰ στὸν Πατέρα του καὶ ἔτσι τοὺς ἕνωσε καὶ μεταξύ τους. Καὶ ἀπὸ τοὺς δύο λαοὺς προῆλθε ἕνας νέος λαός, ἡ Ἐκκλησία, μιὰ νέα κοινωνία πιστῶν ποὺ λατρεύει τὸν ἴδιο Θεό, καὶ ἔχει τὸν ἴδιο Σωτήρα. Σώθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια θυσία, ἐλπίζει στὴν ἴδια ἐλπίδα, ἀποβλέπει στὸν ἴδιο οὐρανό.

Ὁ Χριστὸς λοιπὸν δὲν ἔγινε μόνο ὁ εἰρηνοποιὸς ὅλων τῶν πιστῶν ἀλλὰ καὶ ὁ δεσμὸς τῆς εἰρήνης τους, ἡ ἴδια ἡ εἰρήνη τους. Τί ἔχει νὰ πεῖ ὅμως αὐτὸ γιὰ μᾶς σήμερα; Ὅτι ὁ μοναδικὸς τρόπος γιὰ νὰ εἰρηνεύσουμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας εἶναι τὸ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριο. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουμε τὸν Χριστὸ καὶ ζοῦμε μέσα στὴν ἀγάπη του, πλησιάζου­με καὶ μεταξύ μας. Ὅσο περισσότερο ἀγα­ποῦμε τὸν Κύριο, τόσο περισσότερο ἀγα­ποῦμε καὶ τοὺς συνανθρώπους μας καὶ συνδεόμαστε στενότερα μαζί τους. Φεύγει κάθε ἀποξένωση καὶ ψυχρότητα. Μέσα στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία γινόμαστε ὅλοι ἕνα σῶμα.

2. Λίθοι ζωντανοί

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴ συνέχεια τονίζει συμπερασματικά: Δὲν εἶστε λοιπὸν πλέον ξένοι καὶ προσωρινοὶ κάτοικοι στὴ Βασι­λεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶστε συμπολίτες τῶν ἁγίων καὶ μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ Θε­οῦ. Μέσα στὸ πνευματικὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας εἶστε ζωντανοὶ λίθοι ποὺ κτισθήκατε πάνω στὰ θεμέλια τῶν Ἀπο­στόλων καὶ τῶν Προφητῶν. Καὶ ὁ ἀκρο­­γωνιαῖος λίθος – τὸ γωνιακὸ ἀγκωνάρι ποὺ πιάνει καὶ δένει τοὺς δύο τοίχους – καὶ στηρίζει ὅλο τὸ οἰκοδόμημα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἔτσι ὅλη ἡ οἰκοδομὴ τῆς Ἐκκλη­σίας ἑνώνεται ἁρμονικὰ καὶ στερεὰ καὶ αὐξάνει, ὥστε νὰ γίνεται ναὸς ἅγιος. Μὲ τὴν ἕνωσή σας λοιπὸν μὲ τὸν Κύριο «καὶ ὑμεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ», κι ἐσεῖς οἰκοδομεῖσθε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πιστοὺς γιὰ νὰ γίνετε ναὸς στὸν ὁποῖο κατοικεῖ ὁ Θεός.

Στὸ ἱερὸ αὐτὸ κείμενο ὁ ἅγιος Ἀπόστο­λος παρουσιάζει τὴν Ἐκκλησία ὡς ἕνα πνευματικὸ οἰκοδόμημα ποὺ τὸ ἔκτι­σε ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας. Θεμέλιο στὸ οἰκο­δόμη­μα αὐτὸ καὶ ἀκρογωνιαῖο λίθο ἔθεσε τὸν ἴδιο τὸν Ἑαυτό του. Πρῶτοι λίθοι στὰ θεμέλιά του τέθηκαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Προφῆτες. Αὐτοὶ ἀποτελοῦν τὸ πνευμα­τι­κὸ ὑπόβαθρο τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ εἴμαστε οἱ λίθοι ποὺ κτίζον­ται πά­νω στὸ πνευματικὸ αὐτὸ θεμέλιο. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς ἀκρογωνιαῖος λίθος συγκρατεῖ καὶ δένει τοὺς τοίχους καὶ τὰ θεμέλια. Ἑνώνει ὅλους μας. Αὐτὴ ἡ οἰ­­­­κο­δόμηση συνεχίζεται ἀκόμη. Καθένας πιστὸς προστίθεται στὴν οἰκοδομὴ αὐτή. Καὶ ὅλοι μαζὶ ἑνωνόμαστε ὑπερφυσικὰ καὶ ἀδιάσπαστα σὲ μία στέρεη ἑνότητα. Καθὼς ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μεταξύ μας μὲ τὴ Χάρη τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ μὲ μία ἀγάπη πνευματική, ἀποτελοῦμε ἕνα ναὸ ἅγιο, μέσα στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἔχει ἀδιά­κοπη κοινωνία μὲ τὸ λαό του. Μέσα στὸ ναὸ αὐτὸ οἱ πιστοὶ λατρεύουμε τὸν Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς φανερώνεται μέσα μας καὶ ἐπι­δαψιλεύει σὲ μᾶς τὶς εὐλογίες του καὶ τὶς δωρεές του. Πόσο ἅγιοι πρέπει νὰ εἴμαστε μέσα στὸ ναὸ αὐτό! Σὲ ποιὰ ἁγνότητα καὶ καθαρότητα ὀφείλουμε νὰ διατηροῦμε τὸν ἑαυτό μας, ὥστε νὰ ἐνοικεῖ μέσα μας τὸ Ἅγιον Πνεῦμα! Πόσο ἁγιασμένη καρδιὰ πρέπει νὰ ἔχουμε! Καὶ πόσο θὰ πρέπει νὰ ἀγωνιζόμαστε, ὥστε νὰ μὴ διώχνουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀπὸ μέσα μας! Γι’ αὐτὸ ἂς προσέχουμε πολύ. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ ἱερὰ ἂς τὰ σκεπτόμαστε καὶ ἂς τὰ ζοῦμε. Μὲ συναίσθηση καὶ δέος. Μὲ πίστη καὶ ἁγιασμό.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

7.

ΤΟ ΔΙΔΥΜΟ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ

Ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής διήγησης οπωσδήποτε κίνησε σε όλους μας την συμπάθεια καθώς ακούσαμε την μονότονη ικετευτική φωνή του: «Ιησού υιέ Δαβίδ ελέησόν με».

Όταν πληροφορήθηκε «ότι Ιησούς ο Ναζωραίος παρέρχεται» μια λάμψη ελπίδας φώτισε το πονεμένο πρόσωπο του. Στύλωσε τα απλανή μάτια του προς το μέρος όπου έρχονταν ο Χριστός και με όλη τη δύναμη της φωνής του άρχισε να τον παρακαλεί να του δώσει το φως του. Μερικοί, όμως όχι εχθροί του Χριστού, αλλά ενθουσιώδεις οπαδοί Του, στην προσπάθεια του τυφλού να προσεγγίσει τον Κύριο, αντί να τον βοηθήσουν «επετίμων αυτών ίνα σιωπήση».

Και ο τυφλός θεραπεύτηκε. Μένει όμως ένα ερώτημα: Πώς αυτοί οι άνθρωποι που με τόσο ενθουσιασμό συνόδευαν τον Χριστό, έδειξαν τόση σκληρότητα σ’ έναν απόκληρο της ζωής;

Η περίπτωση δεν είναι μεμονωμένη. Συμβαίνει, άνθρωποι της Εκκλησίας που θα έπρεπε να είναι υποδείγματα αγάπης και συμπόνιας, παρουσιάζονται σκληροί και ανάλγητοι μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Και τα περιστατικά που διασώζουν οι ιεροί ευαγγελιστές είναι αρκετά. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις οι περισσότεροι ευσεβείς άνθρωποι της εποχής εκείνης, αντί να χαρούν μαζί με τον θεραπευμένο και να δοξάσουν τον Θεό, θύμωναν και το χειρότερο προσπαθούν να υπονομεύσουν Εκείνον που έδειχνε την θαυματουργική αγάπη Του στα θύματα των ποικίλων ασθενειών.

 Όλα αυτά γίνονταν από τους εχθρούς του Χριστού, από εκείνους που το μίσος τους είχε κλείσει τα μάτια χειρότερα από τα μάτια του δυστυχισμένου τυφλού της σημερινής διήγησης. Το θλιβερότερο είναι, ότι στο σημερινό περιστατικό πρόκειται για οπαδούς και θαυμαστές του Χριστού, ο Οποίος ερχόταν να δώσει νέα ώθηση στην μεγάλη εντολή της αγάπης. Αυτό πράγματι προκαλεί μεγαλύτερη λύπη ακόμη και από την τύφλωση του τυφλού.

Υπάρχει όμως και κάτι θλιβερότερο από αυτό: Ότι από τότε που συνέβη αυτό έχουν περάσει πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια και τα περιστατικά αυτού του είδους όχι μόνο δεν έλειψαν, αλλά έγιναν περισσότερα.

Το «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» έχει σχεδόν παραθεωρηθεί. Και ενώ ο Χριστός ήλθε να ενώσει την πίστη με την αγάπη, εμείς οι λεγόμενοι «μαθητές» Του χωρίσαμε και πάλι την αγάπη από την πίστη και φθάσαμε στο σημείο να νομίζουμε, ότι είμαστε ευάρεστοι στο Θεό, αν υποτεθεί ότι έχουμε πίστη, χωρίς να έχουμε καθόλου αγάπη. Και λησμονήσαμε, ότι πίστη χωρίς αγάπη έχει ακόμη και ο διάβολος , αφού «και τα δαιμόνια πιστεύουσιν» ( Ιακ. 2,19), αλλά τα δαιμόνια δεν έχουν κανένα ίχνος αγάπης. Μια τέτοια λοιπόν πίστη καταντήσαμε δυστυχώς να έχουμε, όταν την έχουμε βέβαια κι αυτή.

Με τον τρόπο αυτό όμως όπως μαρτυρεί η ιστορία έφθασε να υπάρχουν άνθρωποι που έφεραν το όνομα του χριστιανοί και μισούνταν θανάσιμα μεταξύ τους. Ή νόμιζαν, ότι λόγω αυτής της πίστης μπορούσαν να συκοφαντήσουν ή και να εξοντώσουν τους αντιπάλους τους, για να διασώσουν όπως ισχυρίζονταν την πίστη. Έτσι φθάσαμε τον μεσαίωνα στο φαινόμενο της Ιερής Εξέτασης εν ονόματι και για προστασία, τάχα, της χριστιανικής πίστης στη διάπραξη εγκλημάτων τα οποία θα παραμένουν αιώνιο στίγμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Και είναι αλήθεια, ότι σήμερα δεν γίνονται τέτοιου είδους εγκλήματα στο όνομα της χριστιανικής πίστης. Η νοοτροπία όμως εξακολουθεί να παραμένει και επιτρέπει να νομίζουμε, ότι είμαστε εντάξει με την αγάπη προς τον Θεό, παρά το γεγονός, ότι δεν είμαστε διόλου εντάξει με την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον.

Έτσι φθάσαμε ακόμα και σήμερα στο σημείο να συναντούμε χριστιανούς που νομίζουν ότι είναι απόλυτα σωστοί με την Εκκλησία, επειδή κάνουν το σταυρό τους, την προσευχή τους, ή γιατί εκκλησιάζονται, νηστεύουν και κοινωνούν τακτικά. Και μάλιστα θεωρούν τον εαυτό τους ένοχο, αν συμβεί ποτέ να παραλείψουν κάτι από όλα αυτά. Όμως αδιαφορούν τελείως και ούτε υποψιάζονται να εξετάσουν μήπως κάνουν λάθος ως προς την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον τους, που ο Χριστός την ήθελε μόνιμο και αχώριστο σύντροφο της πίστης, δηλαδή της αγάπης μας προς τον Θεό.

Όσοι από εμάς που έχουμε την τιμή να ονομαζόμαστε χριστιανοί δεν προσπαθήσαμε να συνδυάσουμε την πίστη με την αγάπη, πρέπει να φοβούμαστε, ότι η πίστη μας θα παραμένει νεκρή. Γιατί όπως μας λέγει ο ευαγγελικός λόγος « ώσπερ… το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν έστιν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων νεκρά έστιν». ( Ιακ.2,26).

 Είθε ο Κύριος που συνδύασε την πίστη με την αγάπη να μας δώσει την δύναμη να ζωοποιήσουμε αυτό το δίδυμο των αρετών, ώστε να ζωντανέψουμε τη ζωή μας και τον κοινωνικό μας περίγυρο.

Γεώργιος Σαββίδης