Γέρων Εὐστράτιος Γκολοβάνσκι.

Ἡ σωματικὴ νηστεία εἶναι ἕνα βοηθητικὸ μέσο ποὺ μᾶς χορηγεῖ ἡ Ἐκκλησία μας, προκειμένου νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη. Ἂν ἡ νηστεία δὲν συντελεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, τότε εἶναι μάταιη καὶ ἀνώφελη. Ἀλήθεια, τί νόημα ἔχει τὸ νὰ ἀποφεύγει κανεὶς κάποιες τροφὲς καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐπιδίδεται ἀνεξέλεγκτα σὲ διάφορες κακίες καὶ ἁμαρτίες, ποὺ μολύνουν τὴν ψυχή; Σὲ μία τέτοια μολυσμένη ψυχὴ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἀναπαυθεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀπεναντίας, ὁ ἄνθρωπος ποὺ καὶ τὸ σῶμα του ταπεινώνει μὲ τὴ νηστεία τῶν τροφῶν καὶ τὴν ψυχὴ του καθαρίζει μὲ τὴ «νηστεία» τῶν παθῶν –αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματικὴ νηστεία–, ἀναδεικνύεται ἄξιο κατοικητήριο τοῦ Χριστοῦ.

Τὴ νηστεία τὴ νομοθέτησε ὁ Θεὸς στὸν παράδεισο, ἀμέσως μετὰ τὴν πλάση τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἀπαγόρευσε στοὺς πρωτοπλάστους νὰ φᾶνε «ἀπὸ τὸ δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ» (Γεν. 2:17). Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀναφέρονται πολλὲς περιπτώσεις νηστείας (Ἐξ. 34:28• Δευτ. 9:9,18• Κρ. 20:26• Α’ Βασ. 7:6• Β’ Βασ. 12:16• Γ’ Βασ. 20:27• Β’ Παραλ. 20:3• Α’ Ἔσδ. 8:49• Β’ Ἔσδ. 8:21• Νεεμ. 9:1• Α’ Μάκ. 3:47• Ἰων. 3:5 κ.α.). Ὁ βασιλιὰς καὶ προφήτης Δαβὶδ μὲ τὴ νηστεία ταπείνωνε τὴν ψυχὴ του (Ψαλμ. 34:13) καὶ νήστευε τόσο, ποὺ τὰ γόνατά του ἔτρεμαν, ὅπως ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος (Ψαλμ. 108:24). Σὲ κάθε δύσκολη περίσταση οἱ Ἰσραηλίτες κήρυσσαν γενικὴ νηστεία καὶ προσευχή. Ὁ μωσαϊκὸς νόμος ὅριζε τὴ νηστεία (Ἀριθ. 29:7).

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ ἦρθε ὄχι γιὰ νὰ καταργήσει τὸ Νόμο ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν συμπληρώσει (Ματθ. 5:17), ἐπικύρωσε τὴ νηστεία πρῶτα-πρῶτα μὲ τὸ παράδειγμά Του, ὅταν νήστεψε σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες (Ματθ. 4:2), καὶ ἔπειτα μὲ τὴ διδαχή Του: «Ὅταν νηστεύετε, νὰ μὴ γίνεστε σκυθρωποί…» (Ματθ. 6:16). Βεβαίωσε, ἄλλωστε, ὅτι «τὸ δαιμονικὸ γένος δὲν βγαίνει παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία» (Ματθ. 17:21).

Ὅ,τι δίδαξε μὲ τὰ λόγια Του καὶ μὲ τὴ θεανθρώπινη ζωὴ Του ὁ Χριστός, αὐτὸ ἀκολουθοῦσε πάντα καὶ συνεχίζει νὰ ἀκολουθεῖ ἡ Ἐκκλησία ἀπαρασάλευτα. Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καὶ οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τηροῦσαν τὴν ἐντολὴ τῆς νηστείας μὲ ἀκρίβεια, ὅπως πληροφορούμαστε ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (13:2• 14:23). Πολὺ νωρίς, μάλιστα, ἡ νηστεία θεσμοθετήθηκε μὲ συγκεκριμένους ἱεροὺς κανόνες (69ος Ἁγίων Ἀποστόλων, 89ος ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.).

Ἀπὸ τὶς ἑφτὰ ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας νηστεύουμε δύο, τὴν Τετάρτη καὶ τὴν Παρασκευή, ἐπειδὴ τότε ὁ Κύριος παραδόθηκε καὶ σταυρώθηκε ἀντίστοιχα. Νηστεύουμε, ἐπίσης, στὶς 29 Αὐγούστου (ἀνάμνηση τῆς ἀποτομῆς τῆς κεφαλῆς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου) καὶ στὶς 14 Σεπτεμβρίου (ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ).

Τέλος, μέσα στὸ ἔτος ὑπάρχουν τέσσερις περίοδοι νηστείας, δύο πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ –τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς-Μεγάλης Ἑβδομάδας καὶ τῶν Χριστουγέννων–, μία πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου –τοῦ Δεκαπενταυγούστου– καὶ μία πρὸς τιμὴν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων –ἀπὸ τὴ Δευτέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων μέχρι τὶς 28 Ἰουνίου.

Ἡ ὠφέλεια τῆς νηστείας εἶναι πολλαπλή:

Πρῶτον, αὐτὴ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀντιληφθεῖ σύντομα καὶ ξεκάθαρα πώς, γιὰ νὰ διατηρηθεῖ στὴ ζωή, δὲν χρειάζεται λουκούλλεια καὶ πολυδάπανη διατροφή, καὶ πώς, ἀπεναντίας, τὴν ὑγεία του τὴ διασφαλίζει καλύτερα μὲ τὴ λιτὴ δίαιτα.

Δεύτερον, ἀποκαλύπτει στὸν ἄνθρωπο τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες του, καθὼς αὐτός, μὲ τὴν αὐστηρὴ ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς τροφές, διαπιστώνει πόσο προσκολλημένη εἶναι ἡ ψυχή του στὴν ὕλη καὶ τὴν ἀπόλαυση.

Τρίτον, καθαρίζει τὸ νοῦ ἀπὸ τοὺς κακοὺς λογισμοὺς καὶ τὸν γεμίζει μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος νηστεύει, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, προσεύχεται μὲ ἀγαθὸ πνεῦμα.

Τέταρτον, κάνει τὴν ψυχὴ ἀνάλαφρη καὶ ρωμαλέα, τὴν ὑψώνει πάνω ἀπὸ τὰ γήινα καὶ τὴν ὁμοιώνει μὲ τὶς ἄσαρκες οὐράνιες δυνάμεις.

Πέμπτον, ἰσχυροποιεῖ τὴ θέληση καὶ ὑποτάσσει τὸ σῶμα στὸ πνεῦμα.

Ἕκτον, καταστέλλει τὶς σαρκικὲς ὁρμὲς καὶ συντελεῖ στὴ νέκρωση ὅλων τῶν παθῶν, στὴ γενικὴ δηλαδὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς, ἑπομένως καὶ στὴ σωτηρία της.