1.

«Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας τίνι έσται;»

Κατέστρωσε καλά τα σχέδιά του ο πλούσιος της παραβολής. Προς στιγμήν βρέθηκε, βέβαια, σε απορία και αμηχανία, πού να συγκεντρώσει και ασφαλίσει τα πλούσια προϊόντα της μεγάλης αγροτικής περιοχής του. Βρήκε, όμως, την λύση. Αποφάσισε και σχεδίασε να γκρεμίσει τις αποθήκες του, να οικοδομήσει άλλες πιο ευρύχωρες για να αποθηκεύσει σ’ αυτές όλα τα προϊόντα του, ώστε να τα έχει και να τα απολαμβάνει αυτός μόνος για χρόνια πολλά. Και το εγωιστικό σχέδιο το έθεσε σε εφαρμογή, Ένα, εκτός των άλλων, δεν υπολόγισε∙ τον θάνατο. Και ιδού ότι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, ο Κύριος των πάντων του είπε: «άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας τίνι έσται;».

Πιθανόν μερικοί σύγχρονοι του, όταν είδαν την δραστηριότητα που ανέπτυξε, τις αποθήκες που έκτισε, τα ανυπολόγιστα αγαθά που συγκέντρωσε, πιθανόν να τον θαύμασαν, να τον παίνεψαν και να τον ζήλεψαν. Αλλά πολλοί άνθρωποι κρίνουν επιπόλαια και επιφανειακά τα πράγματα, όχι με σύνεση και με ορθά κριτήρια. Όσα επαινετικά και αν είπαν οι άλλοι γι’ αυτόν, όσα συγχαρητήρια για την εξυπνάδα και νοικοκυροσύνη του αν του έδωσαν, δεν έχουν καμιά αξία. Αξία και σημασία έχει ο χαρακτηρισμός που του έδωσε ο Θεός. Και ο Θεός τον ονόμασε άφρονα, δηλαδή μωρόν, ανόητο, απερίσκεπτο. Γιατί;

Πρώτον, διότι υπέπεσε στο μεγάλο λάθος να θεωρήσει αποκλειστικά δική του την «χώραν», τα χωράφια και τα κτήματά του, δικά του επίσης και τα προϊόντα της, τα οποία από μεγάλη φιλαυτία κυριευμένος, τα χαρακτήρισε ως «αγαθά του», ως «γενήματά του». Λησμόνησε ότι τους αγρούς δεν τους κατασκεύασε εκ του μη όντος αυτός, δεν τους έφερε από κάποια άλλη περιοχή και ούτε, φυσικά, μπορούσε να τους μετακινήσει από τόπο σε τόπο. Και ακόμη περισσότερο δεν έχει την δύναμη να τους πάρει μαζί του μετά θάνατο. Αυτός γυμνός γεννήθηκε, γυμνός και θα έφευγε. Η γη και όσα βρίσκονται σ’ αυτήν είναι έργα του Θεού και ανήκουν σε Αυτόν: «Του γαρ Κυρίου η γη, και το πλήρωμα αυτής», λέγει ο Ψαλμωδός (Ψαλμ. κγ’ 1).

Αλλά ούτε και τα προϊόντα της «χώρας» του ανήκαν, έστω και αν αυτός κανόνιζε τις εργασίες, επέβλεπε και φρόντιζε για την παραγωγή. Διότι, αν ο Θεός δεν στείλει τους κατάλληλους καιρούς, μάταιοι και άκαρποι είναι οι κόποι και οι μόχθοι των ανθρώπων. Ο Θεός όρισε την ευεργετική διαδοχή των εποχών. Αυτός στέλλει τους εύκρατους καιρούς, δίνει στην γη, κατά τον κατάλληλο χρόνο, τη βροχή, ώστε να ευοδώνεται η καρποφορία και να μαζεύουν οι άνθρωποι «τον σίτον και τον οίνον και το έλαιον (Δεύτερ. ια’ 14). Δεν είναι, λοιπόν, παραλογισμός και αφροσύνη, να οικειοποιείται κανείς ξένα αγαθά και να καυχάται γι’ αυτά σαν να είναι δικά του;

Ήταν ακόμα άφρων ο πλούσιος της παραβολής, διότι ήταν αχόρταγος και σκληρόκαρδος. Είχε αποθήκες, όχι μια αλλά πολλές. Και οι πολλές και ευρύχωρες αυτές αποθήκες του, θα μπορούσαν να χωρέσουν ένα πολύ μεγάλο, το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων του. Όσα θα του περίσσευαν θα μπορούσε να τα διαθέσει για τους φτωχούς, για τα ορφανά και τις χήρες, ώστε και εκείνοι λιγότερο, και αυτός περισσότερο, να απολαύσουν την ευλογία αυτή του Θεού. Αλλά τους φτωχούς, ίσως και τους εργαζόμενους στα κτήματά του, δεν τους υπολόγισε καθόλου, και κυριεύθηκε από καταθλιπτικές μέριμνες, υπεβλήθη σε εξαντλητικούς κόπους για το κτίσιμο των αποθηκών, ταλαιπωρήθηκε ασφαλώς πολύ, ενδεχομένως μέρα και νύκτα, για να αποθηκεύσει τα πάντα, ώστε να μη χαθεί τίποτε. Όλα δε αυτά πιθανόν να του κλόνισαν την υγείαν και να συντόμευσαν τη ζωή του. Δεν είναι αυτό παραφροσύνη;

Το μέγεθος της αφροσύνης φαίνεται και από τα λόγια, που είπε ενόψει της συγκέντρωσης των πολλών αγαθών του. Είπε: «ερώ τη ψυχή μου, ψυχή έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά, αναπαύσου, φάγε, πίε, ευφραίνου». Ταλαίπωρος πλούσιος! Γυμνός από κάθε ευγενές ιδανικό, εντελώς άμοιρος και από ίχνος αγάπης, ασυγκίνητος και ακίνητος προς κάθε καλή πράξη, υπεβίβασε τον εαυτόν του στην τάξη των ζώων, τα οποία από το ένστικτον και μόνον κινούμενα ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνον γιά να φάνε, να πιούν και να αναπαυθούν.

Το αποκορύφωμα της μωρίας και ανοησίας του φαίνεται και στην ανεδαφική διαβεβαίωση που έδωσε στον εαυτόν του, ότι θα ζήσει για χρόνια πολλά για να απολαμβάνει τα αγαθά του! Αλλά αυτός ήταν ο κύριος της ζωής και του θανάτου του; Αυτός είχε ορίσει την μέρα της γεννήσεως του, την ώρα της εκδημίας του, την διάρκεια του βίου του; Είχε κάμει κανένα συμβόλαιο με τον θάνατον, ή είχε καμμιάν εξουσία να τον διατάξει, να έλθει μετά «έτη πολλά»; Λησμόνησε ότι στα χέρια του Θεού βρίσκεται η ζωή και ο θάνατος των ανθρώπων. Αλλά όταν κυριεύσει τον άνθρωπο η υλοφροσύνη και η πλεονεξία, τότε σκοτίζεται το λογικό, σβήνει η ορθοφροσύνη και ο άνθρωπος παραλογίζεται, γίνεται άφρων, ανόητος.

Αδελφοί μου,

Ας φυλαχθούμε από αυτήν την τρομερή αφροσύνη. Ποτέ να μην υποδουλώσουμε τον εαυτόν μας στα υλικά αγαθά, είτε πολλά είτε λίγα είναι αυτά, και να μην εξαρτήσομε από αυτά την χαρά και ευτυχίαν μας. Θα τα απολαμβάνουμε με μέτρο ως δώρα του Θεού, θα προσφέρουμε από αυτά σ’όσους έχουν ανάγκη και ποτέ να μη λησμονούμε ότι είμαστε πάροικοι και παρεπίδημοι στην γη αυτή. Η αιώνια ζωή, για την οποίαν έχουμε κληθεί, υπάρχει στον ουρανό, πλησίον του Θεού. Αμήν.

Γεώργιος Σαββίδης

2.

Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἄφρονος Πλουσίου(Λουκ. ιβ΄16-21)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὸ τέλος τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι μιὰ προειδοποιήση γιὰ κάτι ποὺ ὅλοι μας θὰ μπορούσαμε νὰ ἔχουμε συνειδητοποιήσει, – ὅτι ὁ θάνατος εἶναι δίπλα μας, ὅτι πολλά, πάρα πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κάνουμε θὰ χαθοῦν μ’ ἐμᾶς ἐπειδὴ εἶναι περιττὰ, θνητά.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ προειδοποιήση τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πόσο κοντὰ εἶναι ὁ θάνατος θὰ μᾶς τρομοκρατοῦσε καὶ θὰ μᾶς στεροῦσε ἀπὸ τὴν δημιουργική μας δύναμη; Ὄχι, ἀντίθετα· οἱ Πατέρες συνήθιζαν νὰ λένε, «νὰ ἔχουμε συνεχῆ μνήμη θανάτου» ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο καὶ νὰ ζοῦμε κάτω ἀπὸ τὴν σκιά του, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπειδὴ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ γνώση ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι σύντομη, ὅτι μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ τελειώσει, μπορεῖ νὰ δώσει στὴν κάθε στιγμὴ τὸ τελικό της νόημα, καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τὴν αἴσθηση ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό, ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ ζήσουμε ὅπως θὰ ζούσαμε γνωρίζοντας ὅτι ἀνὰ πάσα στιγμὴ ὁ θάνατος μᾶς ὑπερβαίνει, ἡ ζωή μας θὰ εἶναι μιὰ ζωὴ θριαμβευτική. Ἄν μοναχὰ εἴχαμε συνεχῶς αὐτὸ κατὰ νοῦ, θὰ ζούσαμε τόσο βαθιά, τόσο ἔντονα. Ἄν γνωρίζαμε ὅτι τὰ λόγια ποὺ τώρα σᾶς λέω ἦταν τὰ τελευταῖα, πόσο διαφορετικὰ θὰ τὰ ἔλεγα, καὶ πόσο διαφοτετικὰ θὰ τ’ ἀκούγατε!

Ἄν ἐπρόκειτο νὰ νοιώσουμε ὅτι τὸ πρόσωπο ποὺ μιλούσαμε μπορεῖ νὰ εἶναι νεκρὸ σὲ λίγα λεπτά, πόσο προσεκτικοὶ θὰ εἴμασταν ὥστε τὰ λόγια καὶ οἱ πράξεις μας θὰ ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα ὅλης μας τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φροντίδας, ὁ θρίαμβος σὲ ὅ,τι ἄριστο καὶ ὑψηλὸ χαρακτηρίζει τὶς σχέσεις μας.

Ὁ λόγος ποὺ ζοῦμε τὸσο ἄσχημα, ποὺ λέμε τόσα πολλὰ κούφια λόγια, λόγια χωρὶς ζωή, ποὺ διαπράτουμε τόσες πράξεις ποὺ ἀργότερα καῖνε σὰν πληγὲς τὴν ψυχή μας, εἶναι ὅτι ζοῦμε σὰν νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ζωὴ μονάχα ἕνα πρόχειρο σχέδιο τῆς ζωῆς ποὺ θὰ ζοῦμε μιὰν ἡμέρα, ὅταν θὰ ἔχουμε χρόνο νὰ διαμορφώσουμε τὸ σχέδιο στὴν τελικὴ ἱστορία. Ἀλλὰ δὲν λειτουργοῦν ἔτσι τὰ πράγματα· ἔρχεται ὁ θάνατος καὶ τὸ σχέδιο μένει ἀδούλευτο, ἁπλῶς μουτζουρωμένο, καὶ αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι μιὰ θλίψη γιὰ τὸ πρόσωπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι σπουδαῖο, ἀλλὰ ποὺ ἀποδείχτηκε ἐπιπόλαιο καὶ ἀσήμαντο.

Γι’ αὐτὸ μιλάει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ὄχι γιὰ τὸ ὅτι θὰ πρέπει νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο, ἀλλὰ γνωρίζοντας ὅτι μπορεῖ νὰ ἔλθει ὁποιαδήποτε στιγμή, κάθε στιγμή πρέπει νὰ εἶναι τέλεια, κάθε λόγος πρέπει νὰ εἶναι λόγος ζωῆς, γεμάτος ἀπὸ πνεῦμα, νὰ ταιριάζει στὴν αἰωνιότητα. Καὶ κάθε μας πράξη σὲ σχέση μὲ μᾶς θὰ εἶναι τέτοια ποὺ θὰ γεννᾶ ζωὴ καὶ θὰ ἐκφράζει τὴν πληρότητα, τὸ μέγεθος, τὴν δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐλάβειας ποὺ θὰ πρέπει νὰ νοιώθουμε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον καὶ γιὰ τὸ κάθε τι. Ἄς τὸ σκεφτοῦμε, καὶ τότε ἄν μποροῦμε νὰ ἐνεργήσουμε σύμφωνα μ’ αὐτὸ, κάθε λόγος καὶ πράξη μας θ’ ἀποκτήσει τὴν διάσταση τῆς αἰωνιότητας καὶ θὰ λάμψει στὸ φῶς της. Ἀμήν.

3.

Ἡ ὀλέθρια ἀφροσύνη (Λουκ. ιβ΄ 16-21)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

«Κάποιος ἀπὸ τὸ πλῆθος εἶπε στὸν Ἰησοῦ: «Διδάσκαλε, πὲς στὸν ἀδερφό μου νὰ μοιράσουμε τὴν κληρονομιά μας». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε: «’Ἀνθρωπέ μου, ἐγὼ δὲν εἶμαι δικαστὴς γιὰ νὰ χωρίζω τὴν περιουσία σας». Καὶ στὸ πλῆθος εἶπε: «Νὰ προσέχετε καὶ νὰ φυλάγεστε ἀπὸ κάθε εἴδους πλεονεξία, γιατί τὰ πλούτη, ὅσο περίσσια κι ἂν εἶναι, δὲ δίνουν στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀληθινὴ ζωή». Τοὺς εἶπε μάλιστα τὴν ἑξῆς παραβολή: «Κάποιου πλούσιου ἀνθρώπου τὰ χωράφια ἔδωσαν ἄφθονη σοδειά. Τότε ἐκεῖνος σκεφτόταν καὶ ἔλεγε: “τί νὰ κάνω; Δὲν ἔχω μέρος νὰ συγκεντρώσω τὰ γεννήματά μου! Ἀλλὰ νὰ τί θὰ κάνω”, εἶπε. “Θα γκρεμίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες γιὰ νὰ συγκεντρώσω ἐκεῖ ὅλη τὴ σοδειά μου καὶ τ’ ἀγαθά μου. Μετὰ θὰ πῶ στὸν ἑαυτό μου: τώρα ἔχεις πολλὰ ἀγαθά, ποὺ ἀρκοῦν γιὰ χρόνια πολλά• ξεκουράσου, τρῶγε, πίνε, διασκέδαζε”. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Θεός: “ἀνόητε. Αὐτὴ τὴ νύχτα θὰ παραδώσεις τὴ ζωή σου. Αὐτά, λοιπόν, ποὺ ἑτοίμασες σὲ ποιὸν θὰ ἀνήκουν;” Αὐτά, λοιπόν, παθαίνει ὅποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυροὺς καὶ δὲν πλουτίζει τὸν ἑαυτό του μὲ ὅ,τι θέλει ὁ Θεὸς» (Λουκ. 12, 16-21).

Ἡ συγκέντρωση ἀγαθῶν ποὺ ἐξυπηρετοῦν τὴ ζωὴ ἀποτελεῖ μία πολὺ φρόνιμη καὶ λογικὴ ἐνέργεια γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ μάλιστα γιὰ τὸν οἰκογενειάρχη ποὺ ἀπὸ τὴν ἐργατικότητα καὶ προνοητικότητά του ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειάς του. Τὴν ὀκνηρία καὶ ἀπρονοησία κανεὶς ποτὲ δὲν ἐπαίνεσε. Γιατί λοιπὸν παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ πλούσιος τῆς σημερινῆς παραβολῆς χαρακτηρίζεται ὡς «ἄφρων»; Γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: α) Πρῶτα-πρῶτα γιατί ὁ ὁρίζοντας τοῦ κόσμου γι’ αὐτὸν τελειώνει στὰ ὅρια τοῦ ἑαυτοῦ του. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴ διήγησή μας ἐπικρατεῖ ἡ κτητικὴ ἀντωνυμία «μου». Ὁ πλησίον εἶναι ἀνύπαρκτος γιὰ τὴ σκέψη καὶ τὴ ζωὴ τοῦ πλουσίου μας. β) Γιατί νομίζει ὅτι ἡ ὑλικὴ εὐδαιμονία του εἶναι ἀτέρμονη καὶ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ τοῦ τὴν ἀφαιρέσει κανείς. Ἔτσι καταστρώνει μακρόπνοα σχέδια λέγοντας στὸν ἑαυτό του: «ψυχή, ἔχεις, πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλὰ- ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Καὶ γ) γιατί καταπίεσε τελείως μέσα στὰ βάθη τοῦ ὑποσυνειδήτου του τὸν Θεό, νομίζοντας ὅτι τὸν ἀφάνισε καὶ γλύτωσε ἀπὸ τὸν ἔλεγχό του.

Νὰ λοιπὸν ποὺ βρίσκονται τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴ φρόνηση καὶ στὴν ἀφροσύνη, ἀνάμεσα στὴ λογικὴ προνοητικότητα καὶ στὴν παράλογη ἀποθεματοποίηση ἀγαθῶν. Στὴ μία περίπτωση διευκολύνει κανεὶς καὶ ἐξυπηρετεῖ τὴ ζωὴ τὴ δική του καὶ τῶν οἰκείων του, στὴν ἄλλη τὴν καταστρέφει, γιατί δημιουργεῖ ἀγχώδεις καταστάσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες δύσκολα ἐλευθερώνεται. Πραγματικά, ἡ χωρὶς λόγο συσσώρευση ἀγαθῶν προκαλεῖ ἄγχος καὶ προβλήματα, ὀφείλεται δὲ κατὰ βάση στὸν πόθο τοῦ ἀνθρώπου νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴ σκέψη τοῦ θανάτου. Ἔτσι μαζεύει ὑλικὰ ἀγαθά, ὀχυρώνεται μέσα σ’ αὐτά, γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ ἀσφαλὴς καὶ σίγουρος, μὲ συνέπεια νὰ πετρώσει ἡ καρδιά του γιὰ τὸν διπλανό του, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶναι τελείως ἀδιάφορος ἢ καὶ ἀνύπαρκτος. Κι ὅταν λέμε ἀγαθά, ἂς μὴ πηγαίνει ὁ νοῦς μας μόνο στὰ χρήματα. Ὑπάρχουν τόσα ἄλλα πράγματα ποὺ θεωροῦνται σὰν μέσα ποὺ ἐξασφαλίζουν τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι οἱ γνώσεις, ἡ ἐπιστήμη, τὰ ἀξιώματα, οἱ τίτλοι, οἱ γνωριμίες, οἱ δεσμοί. Καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ χαράξει κανεὶς τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴ φρόνιμη ἱεράρχηση τῶν ἀγαθῶν καὶ στὴν ἄφρονα ἢ ἀγχώδη ἀναζήτηση στηριγμάτων γιὰ μία ζωὴ χωρὶς τὸ φόβο τοῦ τερματισμοῦ της. Εἶναι πράγματι ἀφροσύνη νὰ ξεχάσει κανεὶς ὅτι ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως δὲν εἶναι τρόποι ἐξασφαλίσεως τοῦ ἐγὼ ἔναντι τῶν ἄλλων ἀλλὰ μέσα ἐξυπηρετήσεως εἴτε τοῦ ἐγὼ εἴτε τῶν ἄλλων κι εἶναι ἀφροσύνη ἀκόμη νὰ νομίζουμε ὅτι μ’ αὐτὰ γίναμε πανίσχυροι, ἐκθρονίσαμε τὸν Θεὸ καὶ ξεφύγαμε τὸ θάνατο.

Ἔρχονται στιγμὲς ποὺ σ’ ἕνα ξέσπασμα τῆς καταπιεσμένης συνειδήσεώς μας ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ θυμίζει ἀλήθειες ξεχασμένες καὶ πραγματικότητες ποὺ θελήσαμε νὰ τὶς παρακάμψουμε. Σ’ αὐτὲς τὶς στιγμὲς βλέπει κανεὶς τὴ γύμνια καὶ τὴν ἀφροσύνη του παρ’ ὅλο ποὺ νόμιζε ὅτι ἦταν θωρακισμένος μὲ πολλὰ ἀγαθὰ καὶ ὅτι ἡ ὀργάνωση τῆς ζωῆς του ἦταν ἄρτια καὶ ἀπρόσβλητη. Πολὺ εὔκολα ξεγελιέται κανείς! Κι αὐτὸ ἀκριβῶς θέλει νὰ τονίσει ἡ σημερινὴ παραβολή: Ἡ ἀνασφάλεια ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴ φθορὰ ποὺ βασιλεύουν μέσα στὸν κόσμο δὲν θεραπεύεται μὲ τὴ συσσώρευση ὑλικῶν ἀγαθῶν, μὲ τὴ δημιουργία ὑποκατάστατων τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ὀχύρωση τοῦ ἑαυτοῦ μας σὲ ψεύτικα καὶ εὐπρόσβλητα χαρακώματα. Ἀσφαλὴς καὶ σώφρων εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος, χωρὶς νὰ παραμελεῖ τὶς βιοτικὲς ἀνάγκες του, βλέπει τὸν Θεὸ σὰν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ δωρητὴ τῶν ἀγαθῶν. Ἀλλιῶς, μόνο ὡς ἄφρων μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ, μὲ ὅλες τὶς τραγικὲς συνέπειες τῆς ἀφροσύνης του.

4.

 Τὸ πάθος τῆς ἀπληστίας (Λουκ. ιβ΄16-21)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;»

Ὁ Κύριος ἐξαιτίας μιᾶς ἐρωτήσεως κάποιου γιὰ κληρονομικὲς ὑποθέσεις μὲ τὸν ἀδελφό του εἶπε «ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. 12,15), δηλ. κι ἂν ἔχει κάποιος ἀφθονία, τὰ πλούτη του δὲν τοῦ δίνουν ζωή. Ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲ συμπαρεκτείνεται μὲ τὰ ἀνθρώπινα πλούτη. Στὴ συνέχεια γιὰ νὰ στηρίξει τὴ διαπίστωσή Του αὐτὴ ὁ Κύριος εἶπε τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονος καὶ ἄπληστου πλουσίου. Ἂς δοῦμε τὰ σημεῖα τῆς ἀπληστίας του.

Τὰ σημεῖα τῆς ἀπληστίας τοῦ πλουσίου.

Πρῶτα πρῶτα στὴν παραβολὴ φαίνεται ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Δὲν εὐφόρησε κάποιο χωράφι τοῦ πλουσίου, ἀλλὰ «ἡ χώρα» (ὅπ. π. στίχ. 16). Ὅλα τὰ κτήματά του τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἦταν καρποφόρα. Μπροστὰ στὰ ἀναμενόμενα ἀγαθὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ λάβει ὁ ἄπληστος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, συμπεριφέρθηκε ἀνόητα. Καταλήφθηκε ἀπὸ ἄπληστους λογισμούς. Θέλοντας νὰ μαζέψει ὅλους τοὺς καρποὺς του ἐξαιτίας τῆς πλεονεξίας του καὶ μὴν μπορώντας, ἐπειδὴ ὁ ὄγκος τῶν ἀγαθῶν ἦταν μεγάλος, «ἑξαπορεῖται καὶ στεναχωρεῖται, ὡς ἄγαν πένης, ὁ ἄγαν πλούσιος», δηλ. στενοχωριέται σὰν εἶναι πάρα πολὺ φτωχός, ἐκεῖνος ποὺ ἦταν πολὺ πλούσιος, τονίζει ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός. Ἔπρεπε ἢ νὰ δώσει τοὺς παλαιοὺς καρποὺς στοὺς πτωχοὺς ἢ νὰ εὐχαριστήσει τὸ Θεὸ γιὰ τὴν εὐφορία. Τίποτε ἀπὸ τὰ δύο δὲν ἔκανε. Δὲν κατάλαβε πὼς ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τόσα ἀγαθὰ ὄχι γιὰ νὰ τρώγει αὐτός, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς καὶ τοὺς ἀνήμπορους. Τὸ ὅτι εὐφόρησε ἡ χώρα του δείχνει τὸ βάθος τοῦ πλούτου του. Αὐτὸς ποὺ εἶχε τόσο πλοῦτο, φωνάζει σὰν φτωχός. Ὁ Θεὸς ἔδωσε ἀγαθὰ κι ὁ ἄνθρωπος ἀπάντησε μὲ ἀπληστία.

Ἐντύπωση προκαλεῖ καὶ ὁ τρόπος ποὺ ὁμιλεῖ. Λέγει: «Οἱ ἀποθῆκες μου, οἱ καρποί μου, τὰ ἀγαθά μου, τὰ γεννήματά μου· «ἡ ψυχή μου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (ὅπ. π. στίχ. 17 καὶ ἑξ.). Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς φαίνεται στὴν παραβολὴ σὰν νὰ μὴν ἔχει συγγενεῖς, οἰκογένεια, παιδιά, γνωστοὺς καὶ οἰκείους. Μόνο γιὰ τὸν ἑαυτὸ του κάνει λόγο. Σὰν νὰ λέγει: «Οὐδένα ἔχω κοινωνόν, οὐδένα μεριστὴν ποιοῦμαι, οὐ τοῦ Θεοῦ εἰσιν, ἀλλ’ ἐμά, μόνος οὖν ἀπολαύσω» (ἅγιος Θεοφύλακτος), δηλ. «δὲν ἔχω κανέναν ποὺ νὰ συμμεριστεῖ τὰ πλούτη μου, κανένας δὲ θὰ τὰ μοιραστεῖ μαζί μου, δὲν εἶναι τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δικά μου, μόνος μου θὰ τὰ ἀπολαύσω». Ἡ ἀπληστία κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ στεγνώσει ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινο αἴσθημα. Διαλύει συγγενικοὺς δεσμοὺς καὶ ἀποξενώνει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σύνολο.

Ἄλλο σημεῖο τῆς ἀπληστίας τοῦ πλουσίου εἶναι οἱ ἐπιθυμίες του γιὰ τὸ μέλλον. Τὸ φαγητό, ἡ εὐωχία καὶ ἡ ἀπόλαυση ἦταν τὰ μόνα ποὺ ἐπιθυμοῦσε, ὅταν θὰ μάζευε τὸν πλοῦτο. Σημειώνει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας πὼς μὲ τὴ λέξη «εὐφραίνου» ὑποδηλώνονται τὰ ὑπογάστρια πάθη· «ἀκολουθεῖ γὰρ τῷ κόρῳ τὰ ἀφροδίσια», δηλ. ἀκολουθοῦν τὸν κόρο (τὴν πληθώρα τῶν ἀγαθῶν) τὰ ἀφροδίσια πάθη. Πράγματι τὰ σαρκικὰ πάθη πολλὲς φορὲς συμβαδίζουν μὲ τὴν πλησμονὴ (χόρτασμα) τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ μάλιστα τῆς γαστριμαργίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς λέγουν πὼς ἡ γαστριμαργία εἶναι ἡ μητέρα τῆς πορνείας. Μετὰ ἀπὸ φαγοπότια καὶ κραιπάλες καὶ μέθες εἶναι συνηθισμένο φαινόμενο νὰ πέφτουν οἱ συμμετέχοντες σὲ τέτοιες καταστάσεις στὴν πορνεία. Ἡ ἀπληστία καταστρέφει τὸν ἄνθρωπο.

Εἶναι μεγάλο πάθος ἡ ἀπληστία.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σὲ μία ὁμιλία του γράφει πὼς τὰ πάθη ποὺ πολεμοῦν τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ πλεονεξία, ἡ ἀκολασία καὶ ἡ κακὴ ἐπιθυμία· «Τὰ τυραννοῦντα μάλιστα τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος,ταῦτά ἐστι· πλεονεξία καὶ ἀκολασία καὶ ἐπιθυμία κακή». Ὁ πλεονέκτης, ποὺ εἶναι εἰδωλολάτρης (Ἐφεσ. 5,5), δὲν εἶναι ποτὲ εἰρηνικός. Πάντοτε εἶναι στὴν ταραχή. Μηχανεύεται τρόπους νόμιμους ἤ ἀνόμους γιὰ νὰ συλλέξει περισσότερα ἀγαθὰ στὴ ζωή του. Εἶναι καχύποπτος γιατί δὲν ἐμπιστεύεται κανέναν ἀπὸ τοὺς οἰκείους του ἢ γνωστοὺς ἤ, ἀκόμη, κι ἐκείνους ποὺ τὸν πλησιάζουν μὲ καλὴ πρόθεση. Ὅλους τοὺς ὑποψιάζεται καὶ τοὺς ἀντιμετωπίζει μὲ ἀμφιβολία. Φοβᾶται μήπως τὸν ἀδικήσουν ἢ τὸν ζημιώσουν. Ὁ ἄπληστος δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καθαρὰ νοήματα καὶ καρδιά. Ὁ Κύριος εἶπε πὼς μέσα ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου ἐκπορεύονται μεταξὺ ἄλλων καὶ «πλεονεξίαι» (Μάρκ. 7,22). Μάλιστα τονίζει πὼς ὅλα αὐτὰ «κοινοῖ τὸν ἀνθρωπον» (ὅπ. π. στίχ. 23), δηλ. μολύνουν τὸν ἄνθρωπο. Ἡ πλεονεξία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μᾶς ἀποθηριώνει.

Ἀδελφοί μου,

Τὸ πάθος τῆς ἀπληστίας κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν ἔχει ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό, ἀλλὰ στὰ χρήματα καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἡ πλεονεξία εἶναι ὄντως μιὰ εἰδωλολατρία. Σὲ πολλοὺς ἔχει ὑποκαταστήσει τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἂς ἐπαναστήσουμε ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἂς ἀναζητήσουμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι πλοῦτος ἄσυλος καὶ θησαυρὸς «ἀνέκλειπτος» (Λουκ. 12,33). Εἶναι ἀγαθὸ ποὺ ἔχει πάντοτε τὴν ἀξία του καὶ ἐκεῖνο ποὺ κατ’ ἐξοχὴν πάντοτε ἔχουμε ἀνάγκη.

5.

Ἡ Παραβολὴ τοῦ Ἄφρονος Πλουσίου

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἡ Παραβολὴ τοῦ Ἄφρονος πλουσίου, Λουκ. 12,13—21.

Εἶναι ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος δίδει εἰς τοὺς μαθητάς Του τὰς ἀνωτέρω ἀναφερθείσας συμβουλάς, ὅτε «εἶπε τις ἐκ τοῦ ὄχλου αὐτῷ. Διδάσκαλε, εἰπὲ τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι μετ’ ἐμοῦ τὴν κληρονομίαν». Ὁ παραπονούμενος οὗτος ἀδελφὸς ἦτο προφανῶς ὁ νεώτερος. Παρεπονεῖτο, διότι ὁ πρεσβύτερος ἀδελφός του δὲν ἤθελε νὰ μοιρασθῇ τὴν περιουσίαν μαζί του καὶ τὴν ἐξεμεταλλεύετο. Ὁ νεώτερος οὗτος ἀδελφὸς θέλων νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν ἠθικὴν ἐπιρροὴν τοῦ Κυρίου, παρακαλεῖ νὰ τὸν βοηθήσῃ εἰς τὴν διανομὴν τῆς πατρικῆς κληρονομιᾶς. Ὁ Κύριος δηλῶν, ὅτι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον, δὲν εἶναι ν’ ἀναμιγνύεται εἰς οἰκονομικὰ ζητήματα, λέγει πρὸς αὐτόν: «Ἄνθρωπε, τίς μὲ κατέστησε κριτὴν ἢ μεριστὴν ἐφ’ ὑμᾶς;» Ἡ προσφώνησις τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν παραπονούμενον ἀδελφὸν «ἄνθρωπε» δεικνύει ἀποδοκιμασίαν Του πρὸς αὐτόν, διότι μέσα εἰς τόσα πνευματικὰ λόγια τοῦ Κυρίου ὁ νοῦς τούτου ἦτο κολλημένος εἰς ὑλικὰ ζητήματα. Ποῖος Μὲ διώρισε, λέγει ὁ Κύριος, κριτήν, ὥστε νὰ δικάσω τὴν διαφοράν σας καὶ μεριστήν, ὥστε νὰ διανείμω τὴν περιουσίαν μεταξύ σας; Αὐτὸ δὲν εἶναι δουλειὰ ἰδική Μου, εἶναι δουλειὰ τῶν ἐπιγείων ἀρχῶν.

Ὁ Κύριος ἀντιληφθείς, ὅτι αἰτία τῆς διαφορᾶς τῶν δύο ἀδελφῶν ἦτο ἡ πλεονεξία καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν, διορθώνων βαθύτερον τὰ πράγματα καὶ στραφεὶς πρὸς τὸν λαὸν «εἶπε πρὸς αὐτούς˙ ὁρᾶτε» προσέχετε «καὶ φυλάσσεστε ἀπὸ πάσης πλεονεξίας, ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ». Δὲν ἐξαρτᾶται δηλαδή, λέγει ὁ Κύριος, ἡ ζωὴ τοῦ ἄνθρωπου ἐκ τῶν πολλῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ ἐκ τοῦ Θεοῦ. Πρὸς τοῦτο φέρει τὴν ὡραίαν παραβολὴν καὶ λέγει τὰ ἑξῆς.

« Ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα». Ἑνὸς πλουσίου ἐκαρποφόρησαν τὰ χωράφια του πολύ. Ἔγινε πλούσιος οὐχὶ ἐξ ἀδικιῶν ἢ δικαίων μόχθων ἀλλὰ διὰ τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐλογία αὕτη ἔγινεν εἰς αὐτὸν σκάνδαλον, «καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ» ἐσκέπτετο καθ’ ἑαυτὸν «λέγων τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;». Αἱ ἀποθῆκαι του ἦσαν μικραὶ καὶ δὲν ἐχώρουν τοὺς καρπούς. Σκέπτεται ποῦ νὰ τοποθέτησῃ τὰ ἀγαθά του. Κατόπιν σκέψεως «εἶπε˙ τοῦτο ποιήσω» αὐτὸ θὰ κάμω «καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας» θὰ κρημνίσω τὰς ἀποθήκας «καὶ μείζονας οἰκοδομήσω» καὶ θὰ τὰς μεγαλώσω. «Καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου» ἐκεῖ θὰ συγκεντρώσω ὅλους τοὺς καρποὺς καὶ λοιπὰ κινητὰ ἀγαθά μου, ποίμνια, ἀντικείμενα κ.λπ. καὶ τότε «ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου» θὰ εἴπω εἰς τὸν ἑαυτόν μου «ψυχή μου ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλὰ» πολλὰ ἀγαθὰ διὰ πολλὰ χρόνια. «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός˙ ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου» τὴν ζωήν σου «ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ» ἀπροσδόκητοι ἐχθροί σου˙ «ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» ὅσα ἐμάζευσες, εἰς ποῖον θὰ μείνουν; «Οὕτως ὁ θυσαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν». Τὸ ἴδιον θὰ πάθῃ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θησαυρίζει οὐχὶ κατὰ Θεὸν ὑλικὰ ἀγαθά.

Ἡ κυρία ἰδέα ἐδῶ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ πλεονεξία δὲν κάμνει τὴν ζωήν μας μεγαλυτέραν καὶ εὐτυχεστέραν, διότι ὁ θάνατος ἀναμένεται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν. Ἐπίσης ἡ πλεονεξία θέτει τὴν ψυχὴν εἰς κίνδυνον, διότι πνίγει τὸν ἀγαθὸν σπόρον τοῦ θείου λόγου καὶ δυσκολεύει τὴν σωτηρίαν μας.

Θέμα: Ἡ ἀφροσύνη τῶν πλουσίων

Δύο πρόσωπα ἐν τῇ παραβολῇ βλέπομεν. Τὸν ἀνώνυμον πλούσιον καὶ τὸν πολυώνυμον Θεόν. Τὸν πλούσιον σκεπτόμενον καὶ τὸν Θεὸν ἀπαντῶντα εἰς τὰς ἐνδομύχους σκέψεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ πλουσίου. Μὲ βαθεῖαν ὁ πλούσιος, ὡς νομίζει, σκέψιν καὶ σύνεσιν ἀρχίζει τοὺς συλλογισμούς του «διελογίζετο», μὲ μομφὴν ἀφροσύνης ἀπαντᾷ ὁ Θεὸς εἰς τὰς σκέψεις τοῦ πλουσίου λέγων αὐτὸν ἄφρονα. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν ποία ἡ ἀφροσύνη τοῦ πλουσίου καὶ ἡ τοῦ Κυρίου ἀπάντησις καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν ὠφέλεια.

Α’. Ἡ ἀφροσύνη τοῦ πλουσίου. Διὰ πάντα ἄνθρωπον τοῦ κόσμου τούτου δύο εἶναι τὰ πολύτιμα ἀγαθά: ἡ ζωή του καὶ τὰ πρὸς συντήρησιν ταύτης ἀγαθά. Καὶ τὰ δύο ἀνήκουσιν εἰς τὸν Θεόν. Διὰ τὸν πλούσιον ὅμως καὶ τὰ δύο ἀνήκουσιν εἰς τὸν ἑαυτόν του, εἰς τὴν ἐξουσίαν του, διότι λέγει «τὰ γεννήματά μου», «τὰ ἀγαθά μου», «τὰς ἀποθήκας μ ο υ» «τῇ ψυχῇ μ ο υ», «τοὺς καρπούς μ ο υ». Ἡ ἐσφαλμένη αὕτη βάσις γίνεται πηγὴ πολλῶν ἀνοησιῶν. Καὶ πρῶτον ὁ πλεονέκτης λέγει: «τί ποιήσω;» Πρὶν ἀποκτήσῃ τὰ ἀγαθά του, ἐνόμιζε, ὅτι ὅταν τὰ ἀπέκτα, θὰ εἶχεν εἰρήνην. Καὶ ὅμως! Τώρα ἀρχίζουν αἱ φροντίδες, αἱ σκοτοῦρες. Πρὶν εἶχε τὴν φροντίδα τῆς ἀποκτήσεως ἢ τῆς ὑπομονῆς τῆς στερήσεως. Τώρα μὲ τὸν πλουτισμὸν περιπίπτει καὶ εἰς φροντίδας διατηρήσεως. Βηματισμοὶ ἐν τῷ δωματίῳ, στριφογυρίσματα ἐν τῇ κλίνῃ, ἀνησυχία! «Τί ποιήσω;» Πόση ἀνησυχία καὶ ἀνοησία!

Δευτέρα ἀνοησία. «Εἶπε˙ τοῦτο ποιήσω˙ καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας…καὶ τότε ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου…». Αἱ πρὶν θεωρητικαὶ σκοτοῦρες γίνονται πραγματικαί. Γκρεμίζονται αἱ ἀποθῆκαι πρὸς ἀνοικοδόμησιν ἄλλων. Ἡ ἀπόλαυσις τῶν ἀγαθῶν ἀναβάλλεται. «Τότε ἐρῶ…». Λύεται ἡ μία σκοτοῦρα, ἀφοῦ γεννηθοῦν ἄλλες μεγαλύτερες κατὰ τὸν τρόπον τῆς Λερναίας ὕδρας καὶ ἀναβάλλεται ἡ ἀπόκτησις τῆς εὐτυχίας του. Πόσον τρομερὰ ἡ δευτέρα διπλῆ αὕτη ἀνοησία! Τρίτη ἀνοησία. Ὁ πλούσιος λέγει. «Ἔχεις ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά.» Ἡ ἀνοησία αὕτη ἀφορᾷ τὰ ἀγαθά του. Ἰδικά σου, λέγει, εἶναι αὐτὰ καὶ οὐδενὸς ἄλλου ἀνθρώπου ἢ Θεοῦ. Πολλὰ εἶναι τὰ ἀγαθά, μεγάλη θὰ εἶναι καὶ ἡ ἰδική σου ἐπίγειος διάρκεια. Πόσον μεγάλη εἶναι ἡ διπλῆ αὕτη ἀνοησία, ὅταν νομίζῃ, ὅτι ἰδικά του εἶναι τὰ ἀγαθὰ καὶ δι’ αὐτῶν θὰ παρατείνῃ τὴν ζωήν!

Ἀποτέλεσμα τῶν βασικῶν τούτων ἀνοησιῶν τοῦ πλουσίου ἐπὶ τῆς ζωῆς καὶ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν εἶναι τετάρτη ἀνοησία˙ «φάγε, πίε, εὐφραίνου. Ἰδικά σου εἶναι ταῦτα καὶ οὐδενὸς ἄλλου. Ἀπόλαυσέ τα! Οὔτε ὁ πλούσιος Θεὸς oὔτε οἱ πτωχοὶ συνάνθρωποί σου ἔχουν δικαίωμά τι ἐπ’ αὐτῶν. Κάμε τα ὡραῖα φαγητά, οἰνοπνευματώδη ποτὰ καὶ πᾶν ὅ,τι σὲ εὐφραίνει καὶ ἀπόλαυσέ τα. Ἐκεῖ θὰ εὕρῃς τὴν εὐτυχίαν σου.» Πόση ἀνοησία εἶναι νὰ νομίζῃ, ὅτι μὲ τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν θὰ εὕρῃ τὴν εὐτυχίαν του!

Β’. Ἡ Σοφία τ ο ῦ Θ ε ο ῦ. «Ἄφρον» λέγει ὁ Θεὸς πρὸς τὸν πλούσιον. Ποῦ εἶναι ἡ ἀφροσύνη τοῦ πλουσίου, εἴπομεν ἀνωτέρω. Ποῦ ὅμως εἶναι ἡ εὐφυΐα τοῦ ἐρωτοῦντος αὐτὸν Θεοῦ; Ἰδού˙ «ψυχὴ» λέγει ὁ πλούσιος «ἔχεις ἀγαθά…». «Τὴν ψυχήν σου ἀπὸ σοῦ αἰτοῦσι» λέγει ὁ Θεός. «Κείμενα εἰς ἔτη πολλὰ» λέγει ὁ πλούσιος. «Ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσι» λέγει ὁ Θεός. «Φάγε, πίε, εὐφραίνου » λέγει ὁ πλούσιος. «Ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται», λέγει ὁ Θεός. Ἰδοὺ ἡ λακωνικωτάτη ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ. Πόσον βάθος νοημάτων! Καὶ συγκεκριμένως: «Τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ» λέγει ὁ Θεὸς πρὸς αὐτόν. Ἔναντι τῆς νομιζομένης ὑπὸ τοῦ πλουσίου ἀπολύτου κυριότητος ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ Θεὸς προβάλλει εἰς αὐτὸν τοὺς μύριους κινδύνους «ἀπαιτοῦσι», τοὺς ὁποίους διατρέχει ἡ ζωή, ἰδιαιτέρως τοῦ πλουσίου, θάνατος αἰφνίδιος δι’ ἀποπληξίας λόγῳ τῶν πολλῶν φροντίδων, θάνατος βίαιος διὰ τῶν λῃστῶν τῶν ὀρέων καὶ τῶν κοινωνικῶν ἐπαναστάσεων τῶν πόλεων, δολοφονίαι, ἀπαγωγαί.

Διὰ δὲ τὰ ἀγαθά του πόσοι κίνδυνοι! Ἦσαν ὑποκείμενοι εἰς κατάρρευσιν ἐκ σεισμοῦ, εἰς ἀποτέφρωσιν ἐκ κεραυνοῦ ἢ ἐκ πυρκαϊᾶς. «Ταύτῃ τῇ νυκτί». Ἔναντι τῆς νομιζομένης μακροβιότητας τοῦ πλουσίου ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: «ταύτῃ τῇ νυκτί». Ὄχι ἔτη πολλὰ ἀλλ’ οὐδὲ ὀλίγα, ὄχι μῆνες ἀλλ’ οὐδὲ ἑβδομάδες, ὄχι ἑβδομάδες ἀλλ’ οὐδὲ ἡμέραι, οὐδὲ ἓν εἰκοσιτετράωρον θὰ ζήσῃ, θὰ ἀποθάνῃ ταύτῃ τῇ νυκτί. Ἡ ὀνειρευομένη νὺξ εὐτυχίας θὰ γίνῃ νὺξ δυστυχίας. Ἔναντι τῆς τοῦ πλουσίου ἀνοησίας «φάγε, πίε, εὐφραίνου, προβάλλεται ἡ τρίτη αὕτη ἀπάντησις τοῦ Κυρίου» ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κορύφωμα τῆς σοφίας τοῦ Κυρίου καὶ τῆς μωρίας τοῦ πλουσίου. «Ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» Εἶναι σὰν νὰ ἔλεγεν εἰς τὸν πλούσιον. Τὰ ἀγαθά σου δὲν θὰ τὰ χαρῇς. Αὐτὸ σὲ πικραίνει εἰς τὸ σῶμα καὶ σὲ πειράζει εἰς τὴν ψυχήν, διότι τὸ μὲν σῶμα σου στερεῖται τῆς ἀπολαύσεως αὐτῶν, ἡ δὲ ψυχὴ πικραίνεται, διότι τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμες τὸ εὐφρόσυνον μέλλον, αἰφνιδίως σοῦ ἀφαιρεῖται ἐκ τῆς ψυχῆς σου πᾶσα ἐλπὶς ἀπολαύσεως. Εἰς ποίους θὰ περιέλθουν;

Φίλους ἢ ἐχθρούς;

Γ’. Ἡ μ ε ῖ ς; Τὸ βάθος τῶν νοημάτων, τὸ ὁποῖον ἔχουν αἱ ἐρωτήσεις αὗται τοῦ Θεοῦ, κλείει μὲν τὸ στόμα τοῦ πλουσίου πρὸς ἀπάντησιν, ἀνοίγει ὅμως τὴν ψυχήν σου, ἀναγνῶστα μου, εἰς σκέψεις. Καὶ ἰδού! Ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Κυρίου ἔχει πάντοτε τὴν ἐφαρμογήν του, περισσότερον ὅμως σήμερον. Καὶ σήμερον αἱ αὐταὶ ἀνοησίαι τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ αὐτὴ ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐφορία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν γεννᾷ πολλὰς ἀνοησίας καὶ ἀνησυχίας. «Τί ποιήσω;» Τί νὰ κάμω; λέγει ὁ πτωχός, διότι δὲν ἔχει τί νὰ φάγῃ˙ τί νὰ κάμω; λέγει καὶ ὁ πλούσιος, διότι δὲν γνωρίζει τί νὰ πρωτοφάγῃ καὶ τί νὰ κάμῃ τὸν πλοῦτον του, χρῆμα ἢ εἶδος; «Ἔχεις ἀγαθὰ» λέγει ὁ πλούσιος εἰς τὸν ἑαυτόν του, ὡς ἐὰν ἦτο ἀπόλυτος κύριος τῶν ὑλικῶν του ἀγαθῶν. Καὶ ὅμως σήμερον πόσον ἄπιστος δοῦλος εἶναι ὁ πλοῦτος! Φεύγει χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσωμεν. «Κείμενα εἰς ἔτη πολλὰ» λέγει διὰ τὰ ἀγαθά του ὁ πλούσιος σήμερον. Καὶ ὅμως πόσοι πλούσιοι ἀποθνῄσκουν ἐν μέσῳ τόσων ἀγαθῶν χωρὶς νὰ δυνηθοῦν τὰ ἀγαθὰ νὰ βοηθήσουν αὐτούς! «Φάγε, πίε, εὐφραίνου» φωνάζουν οἱ σημερινοὶ πλούσιοι, ὡς ἐὰν τὸ φαγητὸν καὶ τὸ ποτόν, τὰ ὁποῖα διέρχονται διὰ τοῦ λάρυγγος καὶ εἰσέρχονται εἰς τὴν κοιλίαν δύνανται νὰ δώσουν χαρὰν καὶ εὐτυχίαν εἰς τὴν ψυχήν. Οἱ πλούσιοι γενικῶς λησμονοῦν, ὅτι εἶναι πρόσκαιροι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, πολὺ περισσότερον τὰ ὑλικά των ἀγαθά. Ἐπίσης οἱ πλούσιοι λησμονοῦν, ὅτι εἶναι ταμίαι ἐπὶ τῶν ὑλικῶν των ἀγαθῶν, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ δώσουν λόγον, πῶς διεχειρίσθησαν αὐτά. Ἔχουν τὴν νομὴν καὶ ὄχι τὴν κυριότητα ἐπ’ αὐτῶν. Πόσας ἀνησυχίας καὶ ἀνοησίας γεννοῦν ταῦτα!

Καὶ σήμερον ὁ Κύριος ἀπαντᾷ ὡς ἑξῆς: «Τί ποιήσω» λέγει ὁ πλούσιος, ὅταν ζῇ, «ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται» ἐρωτᾷ ὁ Θεὸς κάθε πλεονέκτην πλούσιον, ὅταν ἀποθνῄσκῃ. Τί νὰ κάμω δηλαδή, ἐρωτᾷ, ὅταν ζῇ, ὁ πλούσιος τὸν ἑαυτόν του. Τί θὰ τὰ κάμῃς, ἐρωτᾷ ὁ Θεὸς κάθε πλούσιον, ὅταν ἀποθνῄσκῃ. Ἀνησυχίαν καὶ ἀνοησίαν εἶχεν ὁ πλούσιος, ὅταν ἔζη, τρομερωτέραν ἀνησυχίαν καὶ ἀνοησίαν αἰσθάνεται, ὅταν ἀποθνῄσκῃ, διότι δὲν ἀποκλείεται νὰ μείνουν τὰ ἀγαθά του εἰς τοὺς ἐχθρούς του.

Παράδειγμα ἀφροσύνης πλουσίου εἶναι τὰ ἑξῆς: Κάποιος, πολὺ φιλάργυρος, εἶχε κατασκευάσει εἰς τὸ ὑπόγειον τοῦ σπιτιοῦ του ἕνα διαμέρισμα, ὅπου ἔθετε τὰ χρήματά του. Τὸ διαμέρισμα τοῦτο ἔκλεινε μὲ μία σιδερένια πόρτα, ἡ ὁποία ἦτο ἀφανής. Μία ἡμέρα κατέβηκε ἐκεῖ φέρων πολλὰ χρήματα. Ὅταν εἰσῆλθεν, ἐλησμόνησε νὰ βγάλῃ τὸ κλειδὶ ἀπὸ τὴν κλειδαριὰ ἀπερροφημένος ὅπως ἦτο ἀπὸ τὰ χρήματά του. Ἔκλεισε τὴν πόρτα, ἔμεινε τὸ κλειδὶ πρὸς τὰ ἔξω καὶ ἤρχισε νὰ μετρᾷ μὲ ἡδονὴ τὸν θησαυρόν του. Ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ ἐξέλθῃ, ἀλλὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ. Φωνάζει, κτυπᾷ τὴν πόρτα, ἀλλὰ εἰς μάτην. Οὐδεὶς ὑποπτεύεται τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ἐπειδὴ ὅμως πέρασαν ὧρες, ἡμέρες καὶ δὲν ἐνεφανίσθη, ἡ οἰκογένειά του τὸν ἀναζητεῖ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὸν εὕρῃ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπληροφορήθηκεν ἕνας σιδηρουργός. Οὗτος ἐνεθυμήθη, ὅτι κατὰ παραγγελίαν του εἶχε κατασκευάσει μία πόρτα μὲ κλειδαριὰ σούστινη. Ἴσως νὰ ἦτο ἐκεῖ. Πράγματι μεταβαίνουν, ὁ σιδηρουργὸς καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ πλουσίου, εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἀνοίγουν τὴν πόρτα καὶ βλέπουν τὸν φιλάργυρον νεκρὸν ἀπὸ τὴν πεῖναν!

Ὅλαι αἱ ἀνησυχίαι καὶ ἀνοησίαι τοῦ πλουσίου ἔγκεινται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἤθελε οὗτος νὰ κάμῃ ἐλεημοσύνην, ὥστε νὰ στείλῃ τὰ ἀγαθά του εἰς τὴν ἄλλην ζωήν.

6.

Εἶπε δὲ ὁ Θεός: Ἄφρον (Λουκ. ιβ΄16-21)

Δορμπαράκης Γεώργιος (Πρωτοπρεσβύτερος)

α. Ἂν ἡ προηγουμένη Κυριακὴ πρόβαλε ὡς πρότυπο ζωῆς πρὸς ἔνταξη στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ τὸν εὔσπλαχνο Σαμαρείτη, τὸν ἀνιδιοτελῆ ἄνθρωπο τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης, ἡ σημερινὴ Κυριακὴ προβάλλει τὸ ἀρνητικὸ κακέκτυπο: τὸν ἄφρονα πλούσιο, τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἡ μόνη ἔγνοια του ἦταν πῶς νὰ ἔχει καὶ νὰ κατέχει τὰ ὑλικά του ἀγαθά, πῶς νὰ αὐξάνει τὰ γεννήματά του, σὲ βαθμὸ τέτοιο, ποὺ τελικῶς νὰ δυστυχεῖ μέσα στὴν ὑποτιθέμενη «εὐτυχία» του: ἡ καρποφορία τῶν χωραφιῶν του τὸν κάνει νὰ γεμίζει ἀπὸ ἄγχος καὶ στενοχώρια. Μέχρις ὅτου ἐμφανίζεται ἀπὸ τὸ «πουθενὰ» ὁ παράγων Θεός, γιὰ νὰ βάλει τέλος στοὺς προβληματισμοὺς καὶ τὶς λύσεις του: «σήμερα θὰ πεθάνεις! Ζητᾶνε τὴν ψυχή σου!» Κι ὁ θάνατος ἔρχεται ὡς τὸ ὅριο ποὺ φωτίζει τὴν ποιότητα τῆς ὅλης προγενέστερης ζωῆς του, ποὺ τοῦ ἀνοίγει τὰ μάτια γιὰ νὰ δεῖ ὅτι τελικῶς ὅλα τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν ἦταν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μία ἀνοησία. «Εἶπε δὲ ὁ Θεός: Ἄφρων!»

β. 1. Δὲν πρόκειται γιὰ ἐκτίμηση καὶ ἀξιολόγηση ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσει τὸ περιεχόμενό της. Ποιὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ κατέχει τὸ ἀλάθητο; «Ὁ νόμος τοῦ ἀνθρώπινου μυαλοῦ εἶναι ἡ πλάνη» σημειώνουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας. Οὔτε πρόκειται γιὰ μία κρίση, ποὺ μπορεῖ νὰ κινεῖται στὸ ἐπίπεδο τῆς κατάκρισης, καρποῦ ζηλοφθονίας καὶ ἐμπάθειας. Μία τέτοια ἐμπαθὴς κρίση δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, διότι ὑφαρπάζει δικαίωμα ποὺ ἀνήκει μόνον σ’ Ἐκεῖνον. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τὸ ἐπισημαίνει: «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε». «Ἐὰν δὲ κάποιος χαρακτηρίσει τὸν ἀδελφό του «ἀνόητο» εἶναι ἔνοχος ἐνώπιον τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ».

Ἐδῶ, στὸ περιστατικὸ ποὺ περιγράφει ὁ Κύριος γιὰ τὸν πλούσιο, ἔχουμε τὴν κρίση τοῦ ἴδιου του Θεοῦ, δηλαδὴ Ἐκείνου ποὺ ἡ κρίση Του εἶναι ἀπολύτως δίκαιη, διότι «γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τὰ πάντα ἐνώπιόν Του», συνεπῶς ἀνοίγει τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ δεῖ κι αὐτὸς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐπιλογῶν καὶ τῶν συμπεριφορῶν τῆς ζωῆς του. Κι εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ κρίση, διότι πηγάζει ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ ἡ ἀγάπη Του πρὸς τὰ πλάσματά Του εἶναι ἄπειρη καὶ συνεπῶς ἔχει πάντοτε γνήσιο ἐνδιαφέρον γι’ αὐτά. Μόνον ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ μπορεῖ καὶ νὰ κρίνει ὀρθά, πέρα ἀπὸ στρεβλώσεις τῶν ἐμπαθῶν κινημάτων τῆς καρδιᾶς του. Ὅπως τὸ λέει καὶ πάλι ὁ Κύριος: «Μὴ κρίνετε κατ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Καὶ δικαία κρίση εἶναι αὐτὴ ποὺ πηγάζει ἀπὸ καρδιὰ ποὺ ἀγαπᾶ. Ἡ ἄπειρη ἀγάπη λοιπὸν τοῦ Θεοῦ ἀποδεικνύει καὶ τὴν ἀληθινότητα τῆς κρίσεώς Του.

2. Κι ἀκόμη περισσότερο: ἡ κρίση αὐτὴ τοῦ Θεοῦ, ὅπως φαίνεται στὸ περιστατικὸ τῆς παραβολῆς, ἠχεῖ πολὺ πένθιμα, σὰν καμπάνα ποὺ σημαίνει τὸν θάνατο κάποιου, διότι ὄχι μόνον εἶναι ἀληθινή, ἀλλὰ καὶ τελεσίδικη καὶ ἀμετάκλητη: λέγεται τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἄλλο περιθώριο ἀλλαγῆς του. Ὁ θάνατος συνιστᾶ τὸ ἀπόλυτο ὅριο, μετὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς κρίνεται γιὰ ὅλο τὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς του, γιὰ ὅ,τι ἔπραξε, γιὰ ὅ,τι εἶπε, γιὰ ὅ,τι σκέφτηκε ἀκόμη. «Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, καὶ μετὰ τοῦτο κρίσις» κατὰ τὸν ἀπόστολο. Ὅ,τι διάφορες φιλοσοφίες καὶ θρησκεῖες ἔχουν διδάξει περὶ μεταλλαγῆς τοῦ ἀνθρώπου, περὶ μετενσάρκωσης ἢ μετεμψύχωσής του σὲ ἄλλες καταστάσεις, μέσα στὸν κόσμο τοῦτο, ἀποτελοῦν φληναφήματα καὶ ἀνοησίες, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν σκοτισμένο λόγω τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀλήθεια ποὺ ἀπεκάλυψε ὁ Κύριος εἶναι κρυστάλλινη: ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν θάνατό του κρίνεται ἀπὸ τὸν Θεό, κατὰ μερικὸ πρῶτα τρόπο, λόγω τῆς συνέχειας μόνο τῆς ψυχῆς του, κι ἔπειτα, κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, θὰ κριθεῖ καὶ γενικά, διότι τότε μὲ τὴν Παρουσία αὐτὴ τοῦ Κυρίου θὰ ἀναστηθεῖ καὶ τὸ σῶμα του, ὥστε ἑνωμένο μὲ τὴν ψυχὴ νὰ σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματός Του. Ἡ γενικὴ αὐτὴ ὅμως κρίση δὲν θὰ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν πρώτη. Ἁπλῶς θὰ εἶναι ἐπιτεταμένη, διότι θὰ συνυπάρχει μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Καὶ βεβαίως ἡ κρίση αὐτὴ ὁδηγεῖ εἴτε στὴν αἰώνια ζωὴ εἴτε στὴν αἰώνια κόλαση, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πῶς «εἰσπράττει» ὁ ἄνθρωπος τὴ μία καὶ ἑνιαία ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς ὅλους: εἴτε θετικά, ἂν φεύγει ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴ ἐν μετανοίᾳ εἴτε ἀρνητικά, ἂν φεύγει ἐναντιωμένος πρὸς τὸν Θεὸ ἢ μὲ ἀδιαφορία πρὸς Αὐτόν.

3. Ποιὰ ἦταν τὰ γνωρίσματα τῆς ζωῆς τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ποὺ ὁδήγησαν στὸν χαρακτηρισμό του ὡς ἄφρονος καὶ ἀνοήτου; Πότε συνεπῶς κάποιος ζεῖ ἀνόητα, κατὰ τὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ;

(α) Ὄχι ἀσφαλῶς ἐπειδὴ «εὐφόρησεν ἡ χώρα του». Ἡ εὐφορία αὐτὴ τῶν χωραφιῶν του ὑπῆρξε μία εὐλογία ποὺ τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ – δὲν φαίνεται νὰ κοπίασε γι’ αὐτὴν ὁ πλούσιος· ὁ Θεὸς ἁπλῶς ἐπέτρεψε νὰ συμβεῖ, προφανῶς γιὰ νὰ τοῦ δώσει εὐκαιρία νὰ ἀνοιχτεῖ στὸν συνάνθρωπο. Ἀλλὰ ἐκεῖνος πῶς τὴν ἀντιμετώπισε; Μ’ ἕναν ἀπόλυτα ἐγωιστικὸ τρόπο. Πέντε «μου» τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας μετρᾶμε στὸν προβληματισμό του: «ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;..Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας…καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τὴ ψυχή μου». Τὰ πάντα περιστρέφονται γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Δὲν ὑπάρχει ἴχνος προβληματισμοῦ γιὰ τὸν ὁποιονδήποτε συνάνθρωπό του, ἔστω καὶ συγγενῆ του. Ἔτσι ἡ ἀφροσύνη του ἦταν ὁ ἐγωιστικὸς τρόπος σκέψεως καὶ ζωῆς του.

(β) Αὐτὸς ὁ ἐγωισμός του, ὡς νοσηρὴ στροφὴ μόνον στὸν ἑαυτό του, δὲν περιέχει ἴχνος ἀναφορᾶς καὶ πρὸς τὸν Θεό. Συνήθως, ἀκόμη καὶ σὲ ἀσχέτους πρὸς τὴν πίστη τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπους, σὲ στιγμὲς εὐτυχίας τοὺς ἀκοῦμε καὶ ἕνα «δόξα τῷ Θεῷ». Ἐδῶ, δὲν ὑπάρχει τίποτε τέτοιο: καμία δοξολογικὴ ἐνατένιση τοῦ Θεοῦ, γιὰ κάτι ποὺ ἐξώφθαλμα σχετιζόταν μ’ Ἐκεῖνον: εἴπαμε ὅτι ἡ εὐφορία τῆς γῆς του δὲν εἶχε νὰ κάνει μὲ καμία ἀπὸ τὶς δικές του προσπάθειες. Ἦταν μία δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἡ ἀφροσύνη του δὲν ἔχει ἀποκλείσει μόνον τὸν συνάνθρωπο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, τὸν χορηγό τοῦ πλούτου του. Κι εἶναι τοῦτο πράγματι ποὺ ἐπισημαίνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστιν Θεός». Μπορεῖ θεωρητικὰ νὰ μὴν ἀκούγεται στὴν παραβολὴ ἡ ἀθεΐα τοῦ πλουσίου, διαπρυσίως ὅμως καταγγέλλεται αὐτὴ στὸ ἐπίπεδο τῆς ζωῆς του. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ καθοριστικό.

(γ) Ἡ διαγραφὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου ὅμως φέρνει ἄγχος. Ἀντὶ ὁ πλουτισμὸς νὰ τοῦ δίνει χαρὰ – ὡς εὐκαιρία, εἴπαμε, προσφορᾶς χαρᾶς σὲ ἄλλους – τοῦ προσθέτει θλίψη καὶ στενοχώρια. Ἀλλὰ πάντοτε αὐτὸ εἶναι τὸ τίμημα τοῦ ἐπιλέγοντος τὸν ἐγωιστικό, δηλαδὴ τὸν ἁμαρτωλό, τρόπο ζωῆς. Τὸ σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «θλίψις καὶ στενοχωρία παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ κακόν». Ὁ ἄφρων πλούσιος, δηλαδή, ἤδη ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴ ζοῦσε μὲ στοιχεῖα κόλασης. Ἡ πορεία του ἦταν προδιαγεγραμμένη, ἐφόσον δὲν ἔδειχνε σημεῖα μετάνοιας. Κι ἐπιπλέον: τὸ ἄγχος του γιὰ τὸ «ἔχει» του, σὰν τοῦ «ἔκλεβε» καὶ τὸ μυαλό του: τὸν ἔκανε νὰ ἀδυνατεῖ νὰ σκεφτεῖ τὸ αὐτονόητο, ὅτι δηλαδὴ τὰ γεννήματά του, κλεισμένα σὲ ἀποθῆκες, θὰ σάπιζαν. Συνήθως ὁ ἐγωιστὴς ἄνθρωπος χάνει καὶ τὴν ὅποια «ἐξυπνάδα» του.

(δ) Ἡ ἀφροσύνη του ὅμως ἔγκειται καὶ στὴν ψευδαίσθηση τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ὁ πλούσιος δὲν ἐλάμβανε ὑπόψη του τὸ πιὸ βέβαιο γεγονὸς τῆς ζωῆς: τὴν ὕπαρξη τοῦ θανάτου. Ὁ προβληματισμός του, βλέπουμε, κινεῖται σὲ ἐπίπεδο σχεδὸν «αἰωνιότητας» γι’ αὐτὸν τῆς παρούσας ζωῆς. «Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθά, κείμενα εἰς ἔτη πολλά». Πράγματι, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι κυριολεκτικὰ «πετάει στὰ σύννεφα». Τὸ φαντασιακὸ ἐπίπεδο εἶναι ὁ χῶρος τῆς ζωῆς του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ «προσγείωση» ἔρχεται τόσο ἀπότομα καὶ «ἀνώμαλα» γι’ αὐτόν.

4. Τὰ κύρια αὐτὰ στοιχεῖα τῆς ἀφροσύνης τοῦ πλουσίου, ποὺ ὁδηγοῦν, ὅπως εἴπαμε, σ’ ἕνα τέλος τραγικὸ – ὄχι μόνον ἔρχεται ὁ θάνατος, ἀλλὰ ἔρχεται μὲ μία συνοδεία «δυνάμεων» ξένων πρὸς τὸν Θεό: «τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ», ἄρα δείχνουν καὶ τὴν αἰώνια συνέχεια ἐκτὸς Θεοῦ – μᾶς ὁδηγοῦν ἐκ τοῦ ἀντιθέτου στὴν ἐπισήμανση τῶν στοιχείων ποὺ ἐπαινοῦνται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μποροῦν νὰ χαρακτηριστοῦν ὡς ἐμφροσύνη καὶ σωφροσύνη. Πρόκειται γιὰ τὸν «πλουτισμὸν κατὰ Θεόν», ποὺ λέει ὁ Κύριος στὴν κατακλείδα τῆς παραβολῆς, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸν ἔχει νὰ βρίσκεται μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ χαίρεται ἀενάως τὴ χαρὰ τῆς παρουσίας Του. Πῶς λοιπὸν πρέπει νὰ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὥστε στὸ τέλος του νὰ ἀκούσει μὲ χαρὰ ὅτι εὐαρέστησε τὸν Θεό; Μά, ἀσφαλῶς, πρῶτον, νὰ στέκεται καλὰ ἔναντι τοῦ συνανθρώπου του, δηλαδὴ μὲ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον, ἔστω κι ἂν τοῦτο μπορεῖ νὰ σημαίνει καὶ θυσία γι’ αὐτόν. Τὸ παράδειγμα τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, ὅπως εἴπαμε, συνιστᾶ καθοδηγητικὸ στοιχεῖο ἐπ’ αὐτοῦ. Δεύτερον, νὰ πιστεύει καὶ νὰ ἀγαπᾶ τὸν Θεό. Γιὰ τὸν σώφρονα ἄνθρωπο, ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀμελητέα ἢ ἀνύπαρκτη κατάσταση, ἀλλὰ τὸ κέντρο τῆς ζωῆς του. Προτεραιότητά του συνεπῶς εἶναι τὸ πῶς θὰ θεμελιώνει ἀδιάκοπα τὴ ζωή του, τὶς σκέψεις του, τὰ λόγια του, τὴ συμπεριφορά του, στὸ θέλημα Ἐκείνου. Μὲ ἀποτέλεσμα νὰ νιώθει ὡς τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πατέρα του. Ὁ σώφρων ἄνθρωπος, ἔτσι, τρίτον, δὲν ζεῖ μὲ ἄγχη καὶ ἀνασφάλειες, ἀλλὰ ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ βραβεύει τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του. Καὶ βεβαίως, τέλος, ὁ σώφρων, στὸν ὁποῖο εὐαρεστεῖται ὁ Θεός, ἔχει συναίσθηση τῆς προσωρινότητας καὶ τῆς φθαρτότητάς του. «Καθ’ ἡμέραν ἀποθνήσκει», ὅπως λέει καὶ ὁ ἀπόστολος, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν τρέμει τὸν θάνατο, ἀλλὰ τὸν προσδοκᾶ μὲ χαρά, γνωρίζοντας ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς θὰ παραλάβει τὴν ψυχή του καὶ ὄχι κάποιοι ποὺ τὸ μόνο ποὺ ἐπιζητοῦν εἶναι ἡ δυστυχία του.

γ. Τί ἄραγε ἐπιθυμοῦμε νὰ ἀκούσουμε καὶ ἐμεῖς στὸ τέλος τῆς ζωῆς μας ὡς κριτικὴ γι’ αὐτὴν ἀπὸ τὸν Θεό; «Ἄφρων» ἢ «σώφρων καὶ ἔμφρων;» Τὸ ἐρώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἢ πλουτίζουμε κατὰ Θεόν; Κι εἶναι τοῦτο ἡ καθημερινὴ καὶ ἀδιάκοπη πρόκληση ἐπιλογῆς μας σὲ κάθε κίνηση τῆς ὕπαρξής μας. Στὴ μία περίπτωση, τὸ κέντρο βάρους εἶναι ὁ κόσμος μὲ τὴ φθαρτότητά του καὶ τὴ διαρκῆ ταραχή του, ὑπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ διαβόλου, τοῦ ἄρχοντος τοῦ κόσμου τούτου. Στὴν ἄλλη, τὸ κέντρο βάρους εἶναι ὁ Θεὸς καὶ τὸ ἅγιο θέλημά Του, μὲ ὅλες τὶς χαρὲς καὶ τὴ δόξα ποὺ συνοδεύουν τὴν παρουσία Του. Ὁ Χριστιανὸς βεβαίως δὲν προβληματίζεται: ἐπιλέγει πάντοτε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐπιλέγει δηλαδὴ ὄχι μόνον τὸ αἰώνιο, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόσμου τούτου ἀληθινὸ συμφέρον του.

7.

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ: Η πλεονεξία βασιλεύει γύρω μας. Το πάθος της απληστίας είναι ολοφάνερο, σαν τη σκουριά στο σίδερο, στις καθημερινές σχέσεις των ανθρώπων. Πόσες αντιπάθειες και έχθρες γεννώνται απ΄αυτή! «Να μην τον ξαναδώ στα μάτια μου τον ατομιστή!» ή «Ούτε την καλημέρα του δεν θέλω πια, ύστερα απ΄αυτό που μου έκανε!» ακούμε συχνά να λέγονται σαν επίλογος συγκρούσεων για θέματα ειδικά περιουσιακά. Και βλέπουμε δεσμούς φιλίας, και αίματος ακόμη, να θρυμματίζονται και να αντικαθίστανται από μίση. Με έμβλημα, φανερό ή κρυφό, το «άρπαξε να φας και κλέψε νάχης» δεν διστάζει να σκορπίζει γύρω του ο πλεονέκτης πίκρα και θλίψη, αρκεί να ωφεληθεί ο ίδιος. Κάποιοι θα πουν: «Ας τα ακούσουν οι πλούσιοι!» Κι όμως τα παραπάνω δεν αφορούν μόνον αυτούς. Η πλεονεξία είναι αρρώστια διαδεδομένη σε όλες τις τάξεις. Κυριαρχεί στην καρδιά πλουσίων και φτωχών και εκδηλώνεται με ποικιλοτρόπως.

ΚΕΡΔΗ ΕΠΙΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΙΑ:Θέλοντας, λοιπόν, κι ο Κύριος να δείξει πόσο ολέθριο είναι το πάθος της απληστίας και με αφορμή τη φιλονικία δύο αδελφών στο μοίρασμα της πατρικής περιουσίας, είπε την παρακάτω Παραβολή: “Κάποιου πλουσίου τα χωράφια απέδωσαν πλούσια παραγωγή. Κι αντί ο πλούσιος αυτός να χαρεί και να ευχαριστήσει το Θεό για την πλούσια σοδειά, κυριεύθηκε από έγνοιες: Τι να κάνω; Πού να μαζέψω τους καρπούς που μου περισσεύουν; Έχασε την ειρήνη του, έχασε και τον ύπνο του. Επιτέλους κάποτε βρήκε τη λύση: “Θα γκρεμίσω” μονολογούσε “τις αποθήκες μου και θα οικοδομήσω μεγαλύτερες. Και θα μαζέψω εκεί όλα τα αγαθά μου. Κι ύστερα θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά και σου φθάνουν για πολλά χρόνια. Τώρα πλέον ήρθε η ώρα να χαρείς με φαγοπότια και διασκεδάσεις”. Ο δύστυχος! Νόμιζε ότι θα ευτυχήσει με τα πλούτη! Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτά δεν κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο. Άλλωστε ο ίδιος ζούσε τη δυστυχία και μόνο με τη σκέψη των πολλών αγαθών, πριν ακόμη τα συγκεντρώσει και τα αποθηκεύσει. Δεν μπορούσε να χαρεί, διότι η πλεονεξία του τον ταλαιπωρούσε και τον βασάνιζε. Θα μπορούσε βέβαια να γίνει ευτυχισμένος, εάν έπαιρνε μία γενναία απόφαση. Να δωρίσει τα περισσευάμενα αγαθά στους φτωχούς, να χορτάσει τα πεινασμένα τους στόματα, και να ευχαριστήσει το Θεό που του δώρισε μια τέτοια ευφορία και δυνατότητα φιλανθρωπίας. Αλλά… Συνεπώς, όσο περισσότερα αποκτούμε, τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε σε συλλογισμούς και ανησυχίες: πώς θα διατηρήσουμε τα αποκτηθέντα και πώς θα τα αυγατίσουμε περαιτέρω. Συχνά χάνουμε και τον ύπνο μας με τις εναγώνιες σκέψεις μας. Η ψυχή, όμως, ως πνευματική οντότητα ζει και ευτυχεί μόνο με ουράνια, πνευματικά αγαθά. Η αφθονία των υλικών αγαθών, των φαγητών, των διασκεδάσεων δεν μας κάνουν ευτυχισμένους. Άλλωστε, στη ζωή υπάρχουν προβλήματα που δεν λύνονται με το χρήμα, αρρώστιες και θλίψεις, πειρασμοί και εντάσεις, οικογενειακά και άλλα προβλήματα που αφαιρούν συχνά κάθε χαρά και ειρήνη. Όμως, τα όντως αγαθά, που δίνουν ανάπαυση και ευτυχία, προέρχονται από τον ουρανό κι εκεί καταλήγουν.

ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΩΡΑ: Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως περίμενε ο πλούσιος. Πριν προφθάσει να μονολογήσει τα “υψηλά” του σχέδια, του μίλησε ο Θεός: “Άμυαλε άνθρωπε! Τη νύχτα αυτή, που την ονειρευόσουν ως νύχτα ευτυχίας, δαίμονες ζητούν να πάρουν την ψυχή σου, σε λίγο θα πεθάνεις. Κι όλα αυτά που αποθήκευσες, σε ποιον θα ανήκουν;” Κι ο Κύριος έκλεισε την Παραβολή λέγοντας: Τέτοιο τέλος θα έχει κι όποιος μαζεύει μόνο για τον εαυτό του τα υλικά αγαθά και δεν αποταμιεύει θησαυρούς στον ουρανό με έργα αγάπης. Αλήθεια, έχουμε σκεφθεί ποτέ πώς θα είναι το δικό μας τέλος, η δική μας τελευταία μέρα, ή νύχτα; Η νύχτα αυτή του πλουσίου της Παραβολής ήταν η πιο εφιαλτική και αποτρόπαιη της ζωής του, η νύχτα την οποία ονειρευόταν ως νύχτα ευτυχίας, και την περίμενε με τη βεβαιότητα ότι θα άρχιζε να απολαμβάνει για πολλά χρόνια τα πλούτη του. Η νύχτα όμως εκείνη έγινε γι’ αυτόν νύχτα αγωνίας και τρόμου, νύχτα ατελείωτη και φρικτή. Κι αυτί γιατί οι προσκολλημένοι στα υλικά αγαθά, τη μεγάλη εκείνη ώρα, εγκαταλείπουν πίσω τους όλα εκείνα για τα οποία μόχθησαν και με αγωνιώδεις φροντίδες συγκέντρωσαν, απερχόμενοι πάμφτωχοι, άδειοι από καλά έργα κι απ’ τη χάρη του Θεού. Σκοτάδι απόγνωσης απλώνεται γύρω τους καθώς παραλαμβάνουν την ψυχή τους οι σκοτεινοί δαίμονες. Για τους δικαίους όμως, και ελεήμονες, η τελευταία μέρα ή νύχτα είναι η ωραιότερη ανατολή μιας ημέρας ατελεύτητης και άδυτης. Είναι η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού. Κι ο κάθε ακροατής της Παραβολής, ας καταπολεμά κάθε πλεονεξία, κι ας αποταμιεύει τα αγαθά του στις αποθήκες του ουρανού, μοιράζοντάς τα στους πεινασμένους και ενδεείς, για να παραλάβουν την ψυχή του οι αγαθοί άγγελοι και να την οδηγήσουν στην αγκαλιά του Θεού.

Η ΚΡΙΣΗ: Εδώ, στο περιστατικό που περιγράφει ο Κύριος για τον πλούσιο, έχουμε την κρίση του ίδιου του Θεού, δηλαδή Εκείνου που η κρίση Του είναι απολύτως δίκαιη. Κι είναι η μόνη αληθινή κρίση, διότι πηγάζει από Εκείνον που η αγάπη Του προς τα πλάσματά Του είναι άπειρη και συνεπώς έχει πάντοτε γνήσιο ενδιαφέρον γι’ αυτά. Η κρίση αυτή του Θεού, ηχεί πένθιμα, σαν καμπάνα που σημαίνει τον θάνατο κάποιου, διότι όχι μόνον είναι αληθινή, αλλά και τελεσίδικη και αμετάκλητη: λέγεται την ώρα του θανάτου, που ο άνθρωπος δεν έχει περιθώριο αλλαγής. Ο σωματικός θάνατος συνιστά το απόλυτο όριο, μετά το οποίο ο άνθρωπος απλώς κρίνεται για όλο το περιεχόμενο της ζωής του, για ό,τι έπραξε, για ό,τι είπε, για ό,τι σκέφτηκε. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, και μετά τούτο κρίσις». Έτσι, ο άνθρωπος με τον θάνατό του κρίνεται από τον Θεό, κατά μερικό πρώτα τρόπο, λόγω της συνέχειας μόνο της ψυχής του, κι έπειτα, στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα κριθεί και γενικά, διότι τότε θα αναστηθεί και το σώμα του, ώστε ενωμένο με την ψυχή να σταθεί ενώπιον του φοβερού βήματός Του. Η γενική αυτή όμως κρίση δεν θα είναι διαφορετική από την πρώτη. Απλώς θα είναι επιτεταμένη, διότι θα συνυπάρχει μαζί με την ψυχή και το σώμα. Και βεβαίως η κρίση αυτή οδηγεί είτε στην αιώνια ζωή είτε στην αιώνια κόλαση, με την έννοια του πώς «εισπράττει» ο άνθρωπος τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους: είτε θετικά, αν φεύγει από τη ζωή αυτή εν μετανοία, είτε αρνητικά, αν φεύγει εναντιωμένος προς τον Θεό ή με αδιαφορία προς Αυτόν.

ΤΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ: Πότε κάποιος ζει ανόητα, κατά την κρίση του ίδιου του Θεού; 1. Η ευφορία των χωραφιών του υπήρξε ευλογία που του δόθηκε από τον Θεό∙ ο Θεός επέτρεψε να συμβεί, προφανώς για να του δώσει ευκαιρία βοήθειας στον συνάνθρωπο. Αλλά εκείνος την αντιμετώπισε με εγωιστικό τρόπο. Πέντε «μου» της προσωπικής αντωνυμίας μετράμε στον προβληματισμό του: «πού συνάξω τους καρπούς μου;..Καθελώ μου τας αποθήκας…συνάξω πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, ερώ τη ψυχή μου». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του. Έτσι η αφροσύνη του ήταν ο εγωιστικός τρόπος σκέψης και ζωής. 2. Αυτός ο εγωισμός του, δεν περιέχει ίχνος αναφοράς και προς τον Θεό. Συνήθως, ακόμη και άσχετοι προς την πίστη άνθρωποι, σε στιγμές ευτυχίας λένε κι ένα «δόξα τω Θεώ». Συνεπώς, η αφροσύνη του δεν έχει αποκλείσει μόνον τον συνάνθρωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, τον χορηγό του πλούτου του. Μ΄άλλα λόγια: «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού∙ ουκ έστιν Θεός». Μπορεί θεωρητικά να μην ακούγεται στην παραβολή η αθεΐα του πλουσίου, όμως καταδεικνύεται στο επίπεδο της ζωής του. 3. Η διαγραφή του Θεού και του ανθρώπου φέρνει άγχος. Αντί ο πλουτισμός να του δίνει χαρά, ως ευκαιρία προσφοράς, του προσθέτει θλίψη και στενοχώρια. Ο άφρων πλούσιος, ήδη από τη ζωή αυτή, ζούσε με στοιχεία κόλασης. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, εφόσον δεν έδειχνε σημεία μετάνοιας. Κι επιπλέον: το άγχος του για το «έχει» του, του «έκλεβε» και το μυαλό του, τον έκανε να αδυνατεί να σκεφτεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή τα γεννήματά του, κλεισμένα σε αποθήκες, απλώς θα σάπιζαν! Συνήθως ο εγωιστής άνθρωπος χάνει και την όποια «εξυπνάδα» του. 4. Η αφροσύνη του όμως έγκειται και στην ψευδαίσθηση της αληθινής ζωής. Ο πλούσιος δεν ελάμβανε υπόψη του το πιο βέβαιο γεγονός της ζωής: την ύπαρξη του θανάτου. Ο προβληματισμός του κινείται σε επίπεδο σχεδόν «αιωνιότητας» γι’ αυτόν της παρούσας ζωής. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Πράγματι, ο άφρων «πετάει στα σύννεφα». Γι’ αυτό και η «προσγείωση» έρχεται τόσο απότομα και «ανώμαλα» γι’ αυτόν.

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗΣ: Αντιθέτως χαρακτηριστικό της σωφροσύνης είναι ο «πλουτισμός κατά Θεόν», που λέει ο Κύριος στην κατακλείδα της παραβολής, ο οποίος κάνει τον άνθρωπο να βρίσκεται με τον Θεό και να χαίρεται αενάως τη χαρά της παρουσίας Του. Πώς λοιπόν πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ώστε στο τέλος του να ακούσει με χαρά ότι ευαρέστησε τον Θεό; Μα, πρώτον, να στέκεται καλά έναντι του συνανθρώπου του, δηλαδή με ανιδιοτελή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον, ακόμη και με θυσιαστική διάθεση. Δεύτερον, να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό, που είναι το κέντρο της ζωής του. Προτεραιότητά του συνεπώς είναι το πώς θα θεμελιώνει αδιάκοπα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, στο θέλημα Εκείνου. Ο σώφρων άνθρωπος, έτσι, τρίτον, δεν ζει με άγχη και ανασφάλειες, αλλά η υπερέχουσα ειρήνη του Χριστού βραβεύει τον νου και την καρδιά του. Και, τέλος, ο σώφρων, στον οποίο ευαρεστείται ο Θεός, έχει συναίσθηση της προσωρινότητας και της φθαρτότητάς του. «Καθ’ ημέραν αποθνήσκει», με την έννοια ότι δεν τρέμει τον θάνατο, αλλά τον προσδοκά με χαρά, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Θεός θα παραλάβει την ψυχή του και όχι κάποιοι που το μόνο που επιζητούν είναι η δυστυχία του.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Τι άραγε επιθυμούμε να ακούσουμε και εμείς στο τέλος της ζωής μας από τον Θεό; «Άφρων» ή «σώφρων και έμφρων;» Το ερώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε για τον εαυτό μας ή πλουτίζουμε κατά Θεόν; Από τη μια, το κέντρο βάρους είναι ο κόσμος με τη φθαρτότητά και τη διαρκή ταραχή, υπό την κυριαρχία του διαβόλου, του άρχοντος του κόσμου τούτου. Από την άλλη, το κέντρο βάρους είναι ο Θεός και το άγιο θέλημά Του, με όλες τις χαρές και τη δόξα που συνοδεύουν την παρουσία Του. Ο Χριστιανός βεβαίως δεν προβληματίζεται: επιλέγει όχι μόνον το αιώνιο, αλλά και του κόσμου τούτου το αληθινό συμφέρον του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: http://www.egolpion.com/44ACB994.el.aspx#ixzz2mEdhVURL “Κυριακή του άφρονος πλουσίου” παπα Γιώργης Δορμπαράκης http://pgdorbas.blogspot.gr. Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος, Ιεροκήρυκας, Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας, Κυριακή Θ΄ Λουκά – Η Παραβολή του άφρονος πλουσίου. Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”. Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή Αρχιερατικού Επιτρόπου Καμπανίας: Απληστία και αφροσύνη.

8.

Ἡ θεομάχος ἀφροσύνη

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια τὰ λεωφορεῖα τῆς Ἀγγλίας εἶχαν «διακοσμηθεῖ» μὲ ἕνα σύνθημα, ποὺ εἶχε πατρονάρει ὁ μεγαλύτερος ἴσως θεωρητικός τῆς σύγχρονης ἀθεΐας Ρίτσαρντ Ντόκινς. Τὸ σύνθημα ἔλεγε: «Ὁ Θεὸς πιθανότατα δὲν ὑπάρχει. Ἑπομένως σταματῆστε νὰ ἀνησυχεῖτε καὶ ἀπολαῦστε τὴ ζωή σας». Ἂν ὁ Ντόκινς εἶχε διαβάσει προσεκτικὰ τὴ σημερινὴ παραβολή, θὰ εἶχε διαπιστώσει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἐνδιαφέρεται ἀληθινὰ νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴ ζωὴ μας· καὶ μάλιστα, ὄχι μόνο ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ ἐδῶ.

Ἔχουν καὶ οἱ πλούσιοι ἄγχος;

Εἶναι φανερὸ ὅτι γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς χαρακτήρισε τὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς «ἄφρονα». Οὐσιαστικὰ ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ: Ἐσύ, ποὺ εἶσαι τόσο ἱκανὸς στὴ «διοίκηση ἐπιχειρήσεων», δὲν ἐπιτρέπεται νὰ βλέπεις τὰ πράγματα τόσο μυωπικά. Θὰ ἔπρεπε νὰ διαχειρίζεσαι τὰ ὑπάρχοντά σου βλέποντας τόσο μακριά, ὥστε νὰ χαίρεσαι τὴ ζωή σου ὄχι μόνο εἰς ἔτη πολλά», ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν βιολογικό σου θάνατο. Ἐσύ, ὅμως, οὔτε καὶ τώρα φαίνεται νὰ περνᾶς καλά, ἀφοῦ «σφόδρα ὀδυνώμενος καὶ πάσχων», κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο, ἐπαναλαμβάνεις γεμάτος ἄγχος τὴ φράση «τί νὰ κάνω;»· μία φράση, ποὺ ταιριάζει περισσότερο σὲ φτωχοὺς παρὰ σὲ πλούσιους σὰν κι ἐσένα. Θὰ μποροῦσες πολὺ πιὸ εὔκολα καὶ πιὸ ἀποδοτικὰ νὰ ἔκανες εὐρυχωρία στὶς ἀποθῆκες σου ἀδειάζοντας τοὺς παλαιοὺς καρποὺς σὲ «γαστέρες πενήτων» καὶ συγχρόνως «θησαυρίζοντας θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ».

«Καὶ ἔστω», συνεχίζει ὁ ἅγιος Κύριλλος, «τοὺς καρποὺς τοὺς ἐξασφάλισες στὶς καινούργιες ἀποθῆκες σου. Τὰ «ἔτη πολλά», ὅμως, ἀπὸ ποῦ θὰ τὰ ἐξασφαλίσεις; Μὴ καὶ τοῦτο γέννημα σόν; Μὴ καὶ τοῦτο ἀγαθὸν σόν;». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεoς τὸν ἐπιπλήττει: «Δὲν ξέρεις ὅτι ἡ ζωὴ μας «ἀτμίς ἐστι πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ ἀφανιζομένη»; Ἑπομένως, πρὶν κάνεις ὁτιδήποτε θὰ ἔπρεπε νὰ λές: «Ἐὰν ὁ Κύριος θελήση καὶ ζήσωμεν» (Ἰακ. 4,13). Ἀντίθετα, ἐσὺ ἀγνοώντας τὸν Θεὸ διακηρύττεις, κατὰ τὸν ἅγιο Θεοφύλακτο: «Οὐδένα θέλω κοινωνόν. Μὲ κανένα δὲν θέλω νὰ τὰ μοιραστῶ. Δικά μου εἶναι· δὲν εἶναι τοῦ Θεοῦ. Μόνος μου λοιπὸν θὰ τὰ ἀπολαύσω. Οὐ τὸν Θεὸν προσλήψομαι εἰς τὴν τούτων ἀπόλαυσιν. Οὔτε μὲ τὸν Θεὸ δὲν θέλω νὰ τὰ μοιραστῶ».

«Νοῦς ἀποστὰς ἀπὸ Θεοῦ»

Ἰδοὺ λοιπόν, πὼς ἡ ἀφροσύνη τῆς φιλοκτημοσύνης καὶ φιλαργυρίας ἀργὰ ἢ γρήγορα ὁδηγεῖ σὲ ἑωσφορικὴ ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεό. Καταλήγει ὁ πλούσιος νὰ βλέπει τὸν Θεό, ὅπως ὁ ταλαίπωρος ὁ Ντόκινς, σὰν ἀπειλὴ γιὰ τὴ δῆθεν «εὐτυχία» του καὶ σὰν «διεκδικητὴ» τῶν δῆθεν «ἀγαθῶν» του. Ἄρα ἡ πλεονεξία εἶναι κάτι χειρότερο ἀπὸ τὴν «εἰδωλολατρία», ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀφοῦ μπορεῖ νὰ καλλιεργήσει στὸν πλεονέκτη θεομάχο διάθεση, ὁδηγώντας τον στὴ βλάσφημη κραυγή: «Φύγε ἀπὸ μένα. Δὲν θέλω νὰ ξέρω τὸ θέλημά σου… Τί θὰ κερδίσω ἂν σὲ ἐπικαλοῦμαι καὶ προσεύχομαι σὲ σένα;» (Ἰὼβ 21,14).

«Ὢ τῆς ἀλογίας», ξεσπάει δικαιολογημένα ὁ Μέγας Βασίλειος. Μοναδικὸ «κέρδος» γιὰ τὸν πλούσιο εἶναι νὰ ἔχει νὰ φάει, νὰ πιεῖ καὶ νὰ εὐφραίνεται ἡ ψυχή του γιὰ πολλὰ χρόνια. Μὰ μπορεῖ νὰ χορτάσει ἡ ψυχὴ μὲ ὑλικὰ ἀγαθά; «Μόνο ἂν ἦταν χοίρου ἡ ψυχή σου», συνεχίζει μὲ πρωτοφανῆ ὀξύτητα ὁ θεοφάντωρ τῆς Καισαρείας, «μόνο τότε θὰ τῆς ἔταζες τέτοια δῆθεν καλοπέραση. Τόσο ἀποκτηνωμένος εἶσαι νὰ τὴν ταΐζει μὲ τὶς τροφὲς τῆς σάρκας, καὶ ὅσα ὁ ἀφεδρώvας ὑποδέχεται, αὐτὰ νὰ τῆς παραπέμπεις;»

Ἀπαίτηση φορολόγων ἢ παράδοση εἰς Θεὸν Λόγον;

Τελικὰ τὰ «πολλὰ χρόνια», ποὺ περίμενε νὰ ζήσει ὁ πλούσιος, δὲν ἦταν οὔτε μία μέρα. Τὸ ἴδιο βράδυ, κάποιοι «φοβεροὶ ἄγγελοι ὥσπερ ἀπηvεῖς φορολόγοι» θὰ πήγαιναν νὰ «ἀπαιτήσουν» τὴν ψυχή του. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος, λέει ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος, «οὐκ ἀπαιτεῖται τὴν ψυχήν, ἀλλὰ ὁ ἴδιος τὴν παραδίδει στὸν Θεὸ χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος. Ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλός, ποὺ ἔχει καταντήσει τὴν ψυχὴ του σκέτη σάρκα, τὴν ἔχει κάνει νὰ εἶναι δυσαπόσπαστη ἀπὸ τὸ σῶμα. Γι’ αὐτὸ κι αὐτοὶ ποὺ θὰ ἔρθουν νὰ τὴν πάρουν, θὰ τὴν ἁρπάξουν, χωρὶς ἐκείνη νὰ θέλει». Ἐκείνη λοιπὸν τὴ στιγμή, τί θὰ τὴν ὠφελήσουν ὅλα αὐτὰ τὰ «ἀγαθά», ποὺ εἶχε μαζέψει; Ποιὸς θὰ τὰ καρπωθεῖ;

Ὅταν τὸ 306 π.Χ. ὁ Δημήτριος ὁ Πολιορκητὴς κατέλαβε τὰ Μέγαρα καὶ τὰ λεηλάτησε, θέλοντας νὰ δείξει ὅτι εἶναι καλλιεργημένος ἄνθρωπος, ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν τύχη τοῦ Μεγαρέως φιλοσόφου Στίλπωνος. Ὅταν οἱ στρατιῶτες του βρῆκαν τὸν γέροντα φιλόσοφο, ὁ Δημήτριος τὸν χαιρέτησε μὲ σεβασμὸ καὶ τὸν ρώτησε, μήπως τοῦ ἅρπαξαν τίποτε ἀπὸ τὰ πράγματά του. Τότε ὁ Στίλπων μὲ κάποια εἰρωνεία τοῦ ἀπάντησε: «Δὲν εἶδα κανέναν νὰ κουβαλάει τὰ πράγματά μου. Ἡ δική μου περιουσία εἶναι τέτοια ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μοῦ τὴν ἁρπάξει, γιατί τὴν ἔχω κρυμμένη μέσα μου. Πόλεμος γὰρ οὐ λαφυραγωγεῖ ἀρετήν».

Προφανῶς πολλοὶ «ἐν σκιᾷ καθήμενοι» πρὸ Χριστοῦ – καὶ φυσικὰ καὶ μετὰ Χριστὸν μὴ χριστιανοὶ – ἦταν καὶ εἶναι πολὺ πιὸ μυαλωμένοι ἀπὸ τὸν ἀνόητο πλούσιο τῆς παραβολῆς. Ὅμως ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε νὰ μᾶς διδάξει μία νεφελώδη ἠθικὴ καὶ ἀρετολογία, καὶ μάλιστα μὲ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου. Ἦρθε νὰ «μαρτυρήσῃ τῇ ἀληθείᾳ». Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ἡ χαρὰ τοῦ κόσμου· καὶ ἡ ἐκ μέρους μας ἐν ἐλευθέριᾳ καὶ κατὰ τὸ δικό του θέλημα διαχείριση ὅλων τῶν χαρισμάτων του ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα, ἀπὸ ἐδῶ καὶ τώρα νὰ μοιραζόμαστε μὲ Αὐτὸν τὸν ἀνεξάντλητο καὶ ἀναφαίρετο «πλοῦτο τῆς δόξας τῆς κληρονομίας του ἐν τοῖς ἁγίοις» (Ἐφεσ. 1,18).

9.

Ἡ ἐλευθερία τοῦ Σταυροῦ (Γαλ. στ΄11-18)

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀποτελεῖ τὸν ἐπίλογο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Γαλάτες. Τελειώνοντας τὴν ἐπιστολὴ του τοὺς τονίζει ὅτι τὴν ἔγραψε μὲ τὸ χέρι του. Ἡ τελευταία φράση του ὅμως μαρτυρεῖ ὅτι δὲν χρησιμοποίησε μελάνι ἀλλὰ τὸ αἷμα «τῶν στιγμάτων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ»· τὰ βάσταζε μὲν στὸ σῶμα του, «φώναζαν» δὲ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιστολή του, ὄχι μόνο μαρτυρώντας γιὰ τὶς ὑπὲρ τοῦ Εὐαγγελίου θυσίες του, ἀλλὰ καὶ ἐκφράζοντας τὸν βαθὺ ἐσωτερικό του πόνο γιὰ τὴν ἐκ μέρους τῶν ἰουδαϊζόντων νόθευση τοῦ κηρύγματός του.

Ἄνομοι οἱ νόμῳ καυχώμενοι

Ὅπως ὁ Ἀρχιποίμην Χριστὸς «δακτύλους θείους ἡμάτωσε, φονικῆς χειρὸς τὸν Ἀδὰμ ἐκλυτρούμεvος» (τροπάριο Παρακλητικῆς), ἔτσι καὶ ὁ «ἐσταυρωμένος» γιὰ τὸν κόσμο Παῦλος προσπαθεῖ μὲ τὴ «ματωμένη» γραφίδα του νὰ λυτρώσει τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῶν ἐπίσης φονικῶν γι’ αὐτοὺς ἐμμονῶν τῶν ψευδαδέλφων. Αὐτοὶ οἱ «ταράσσοvτες» (Γαλ. 1,7) τὴν Ἐκκλησία ἀμφισβητοῦσαν τὴ γνησιότητα τοῦ ἀποστολικοῦ του ἀξιώματος καὶ τὸν ἀποδοκίμαζαν, διότι καταργοῦσε τὴν περιτομὴ καὶ τὰ τυπικὰ στοιχεῖα τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. Δὲν ἔλειπαν βέβαια καὶ ἐκεῖνοι ποὺ διέδιδαν ψευδῶς ὅτι καὶ ὁ Παῦλος εἶναι ὑπὲρ τῆς περιτομῆς.

Καὶ οἱ μέν, κατηγορώντας τὰ οἰκουμενικά του ἀνοίγματα πρὸς τοὺς ἐθνικούς, ἀλλὰ καὶ οἱ δὲ καμάρωναν παριστάνοντας τοὺς παραδοσιακούς· καὶ ἤθελαν νὰ αὐξήσουν τὴν καύχησή τους ἐξαναγκάζοντας καὶ τοὺς ἐθνικοὺς σὲ περιτομή. O Ἀπόστολος ὅμως τοὺς ξεσκεπάζει ὅτι οὔτε τηροῦν τὸν νόμο ποὺ τοὺς παρεδόθη, οὔτε ἔχουν καταλάβει τὸν σκοπὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης. Ὁ νόμος παραδόθηκε, γιὰ νὰ εἶναι «παιδαγωγὸς εἰς Χριστὸν»· καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ἦρθε, «οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγὸν ἐσμέν». Ἄρα, τελικά, εἶναι πράξη ὑπακοῆς στὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἡ κατάργηση τῶν τύπων του καὶ εἰδικά τῆς περιτομῆς, ὥστε νὰ οἰκειοποιηθοῦμε τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία. Ἀπερίφραστα τὸ ὁμολόγησε λίγο πιὸ πρὶν ὁ Παῦλος: «Ἐγὼ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον ἵνα Θεῷ ζήσω».

Ἡ ζωοποιὸς διπλὴ νέκρωση

Γι’ αὐτὸ «μὴν πᾶτε μακριά, ἀδελφοί», συμβουλεύει ὁ πρώην διώκτης. «Γίνεσθε ὡς ἐγώ, ὅτι κἀγὼ ὡς ὑμεῖς» (Γαλ. 4,12). «Σᾶς ξέρω καὶ μὲ ξέρετε». Καὶ ὁ γνήσιος ἑρμηνευτὴς του ἱερὸς Χρυσόστομος ἀναλύει τὴν πρότασή του: «Ἂν δὲν ἔχετε ἄλλον γιὰ ὑπόδειγμα, σᾶς εἶναι ἀρκετὴ ἡ δική μου ἀλλαγὴ· ἀπὸ αὐτὴν πάρτε θάρρος γιὰ νὰ δεχθεῖτε τὴν κατάργηση τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Ἐμένα παλιότερα μὲ ἔκαιγε περισσότερο ἀπὸ ἐσᾶς ἡ λαχτάρα γιὰ τὴν τήρηση τοῦ νόμου (σφόδρα καὶ περιεκαιόμην τοῦ νόμου)· ὕστερα ὅμως ἀπὸ τὴ μεταστροφή μου δὲν εἶχα κανένα φόβο νὰ ἀφήσω τὸν νόμο καὶ νὰ ἀλλάξω τρόπο ζωῆς».

Βέβαια, ὁ νέος τρόπος ζωῆς εἶναι κατ’ ἀρχὴν τρόπος θανάτου. Πρέπει νὰ νεκρωθοῦν τὰ παλαιά, γιὰ νὰ ζήσουν τὰ «καινά», δηλαδὴ τὰ καινούργια· εἶναι οὐσιαστικὰ σταυρός, καὶ μάλιστα διπλὸς σταυρός· διπλὴ νέκρωση. «Ὄχι μόνο ἐγώ», λέει ὁ Ἀπόστολος, «ἔγινα νεκρὸς γιὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου (πλοῦτο, δόξα καὶ ἡδονὲς) καὶ δὲν τὰ ἐπιθυμῶ πλέον, ἀλλὰ καὶ ὁ κόσμος μὲ τὰ τερπνά του -δηλαδὴ «ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου» (Α΄ Ἰω. 2,16)- ἔχασαν γιὰ μένα τὴ γοητεία καὶ τὴ δύναμή τους καὶ δὲν μποροῦν πλέον νὰ μὲ κυριεύσουν καὶ νὰ μὲ ὑποδουλώσουν στὶς ἀπάτες τους. Καὶ αὐτὸς ὁ σωτήριος διπλὸς θάνατος, εἶναι καρπὸς τοῦ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ μοναδικό μου καύχημα εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ».

Κρατήσου ἀπὸ τὰ ζωοφόρα κλαδιά!

Πηγὴ τῆς σωτηρίας μας δὲν εἶναι ἡ τήρηση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου ἀλλὰ ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς μᾶς ἐλευθέρωσε καὶ ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ στὶς τυπικὲς διατάξεις τοῦ νόμου -ποὺ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τηρήσει στὴν ἐντέλεια- ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρικὴ ἀσυδοσία. «Οὔτε περιτομὴ οὔτε ἀκροβυστία» μποροῦν νὰ χαρίσουν τὴν ἀληθινὴ σωτηρία. Στὴν «καινὴ» ὅμως κτίση, στὴν καινούργια δημιουργία ποὺ θεμελίωσε ὁ Χριστός, δὲν βασιλεύει ἀναρχία. Ὑπάρχει ἕνας κανόνας ποὺ τὴ διέπει, τὴν ὁδηγεῖ καὶ τὴν κυβερνάει: εἶναι ὁ Σταυρός του. Μόνο ὅποιος ἐλεύθερα σταυρώνει γιὰ τὸν Χριστὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες του, μόνο ὅποιος συσταυρώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἑκούσια ὑποτάσσει τὸ θέλημά του στὸ θεῖο θέλημα, μπορεῖ νὰ ἀπολαμβάνει τὴν εἰρήνη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ ἀγαθὰ ποὺ χαρίζονται στὸν νέο πλέον «Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ», στὸν νέο λαό του, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία του.

Ἡ συσταύρωση μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἕνα συνεχὲς ἄθλημα μετανοίας, μία ἀδιάκοπη «περιτομὴ καρδίας ἐν πνεύματι» (Ρωμ. 2,29), ὅπου τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τυπικὸ καὶ μηχανιστικό. «Ποιὰ ἡ ὠφέλεια τῆς τυπικῆς περιτομῆς», θὰ πεῖ ὁ Παῦλος στοὺς Ρωμαίους, «ἂν δὲν τηρεῖς τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ;». Τὸ γνήσιο πνευματικὸ τέκνο τοῦ Ἀβραὰμ καθὼς καὶ ὁ ἀληθινὸς πολίτης τοῦ «νέου Ἰσραήλ», τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν περιπατεῖ «κατὰ σάρκα, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα». Διότι «ὁ νόμος τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου» (8,2).

Καὶ ἡ ἐμπειρία αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν κορυφαία αἴσθηση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ποὺ γευόταν ὁ ἅγιος Θεόδωρος τῆς Πέργης (19 Ἀπριλίου)· ὅταν μαρτυρώντας γιὰ τὸν Χριστὸ καρφώθηκε στὸν σταυρό, φώναξε: «Τώρα κρατῶ τοὺς κλάδους τοῦ Δένδρου τῆς Ζωῆς»! Κρατοῦσε τὰ ζωηφόρα κλαδιά, ὄχι ἐπειδὴ ἄλλοι τοῦ κάρφωσαν τὰ χέρια στὸν σταυρό, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐκεῖνος μία ζωὴ «ἅρπαζε» αὐτὰ τὰ κλαδιὰ μὲ τὸν ἁγιασμένο ἀγώνα τῆς ἄσκησης καὶ ὑπακοῆς του στὶς ἐντολὲς Ἐκείνου, ποὺ εἶπε: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν».