1.

Μοναξιὰ καὶ ἀγωνία (Λουκ. ιβ΄16-21)

Οἱ ἄνθρωποι δέν δικαιοῦνται νά κατηγοροῦν τήν Ἐκκλησία. Καί τοῦτο διότι ὡς στοργική μητέρα ὅλων, ἀσχέτως ἄν κάποιοι ἐπιμένουν νά τήν ἀρνοῦνται, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία φροντίζει καί παρέχει ὑποθῆκες ζωῆς, τόσο μέσω τῶν ἁγιογραφικῶν κειμένων, ὅσο καί μέσω τῆς ἑρμηνείας τους. Μάλιστα δέ οἱ ὑποθῆκες εἶναι τέτοιες πού γίνονται ἀντικειμενικά παραδεκτές καί ἔχουν γενικότερη ἐφαρμογή. Βεβαίως, πολλοί ἀντιπαρέρχονται τό γεγονός ὅτι οἱ προτάσεις ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ὡς προοπτική τήν οὐσιαστική σχέση καί βίωση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, συνομολογοῦν ὅμως, ὅτι ἀποτελοῦν τήν ὑγιέστερη βάση γιά τήν ὀργάνωση καί διάρθρωση τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας.

Τό παράξενο εἶναι πώς ἐνῶ παραδέχονται τήν ὠφέλεια τοῦ ὀρθόδοξου τρόπου ζωῆς, ἤ ἔστω αἰσθάνονται ἀνομολόγητα τό ὀρθό τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους, ἐπιμένουν νά ἀρνοῦνται τήν υἱοθέτησή του ἐμμένοντας σέ ἀγκυλώδη πιστεύματα καί ἀνάδελφες πρακτικές, ὑπεύθυνες γιά τήν πολλαπλή ὑπονόμευση καί διάβρωση τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ καί τῶν ἀνθρώπινων σχέσεων. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία μέ τήν προαιώνια πείρα της δέν παύει νά προειδοποιεῖ, καί οἱ ἄνθρωποι ὡς ἄτακτα παιδιά δέν παύουν νά πιστεύουν ὅτι «ξέρουν καλύτερα». Κι ἡ Ἐκκλησία αὐτό τό σέβεται, γιατί σκοπός της δέν εἶναι νά ὑποχρεώσει, νά πειθαναγκάσει καί νά ἐπιβάλλει, ἀλλά νά πείσει σεβόμενη τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, νά ἐμπνεύσει ξυπνώντας τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν λήθαργό του καί νά ὑποστηρίξει τήν πορεία πρός τήν αἰωνιότητα τῆς θείας Βασιλείας.

Τό κυνήγι τοῦ πλούτου

Κομβικό σημεῖο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἠθικῆς, πρωταρχικό μέλημα στή διαπαιδαγώγηση τοῦ ἀνθρώπου, καταλύτη στή λήψη τῶν ὅποιων ἀποφάσεων θεωρεῖ ἡ Ἐκκλησία τήν τοποθέτηση τοῦ πλούτου. Ὄχι γενικότερα ἔναντι τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἤ τῆς ὕλης αὐτῆς καθ’ ἑαυτῆς, τά ὁποῖα ὡς δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ ἀντιμετωπίζονται ἀναλόγως. Ἀλλά τοῦ πλούτου εἰδικά. Δηλαδή, τῆς διάθεσης τοῦ ἀνθρώπου νά κατοχυρώσει ὑπέρ του μέ ὅποιον τρόπο καί σέ ὅποια μορφή, πλεονάσματα ὑλικῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα δέν τοῦ χρειάζονται γιά νά καλύψει ἄμεσες καί πρωταρχικές του ἀνάγκες. Καί μάλιστα μέ τρόπο ὑποβολιμαῖο, συναρτώμενο πολλές φορές μέ ἀθέμιτα μέσα στήν ἀπόκτησή του καί ἀνήθικους σκοπούς στή διάθεσή του.

Στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή ὁ Κύριος διηγεῖται τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου. Τί παράξενο ἀλήθεια. «Ἄφρων» στήν Ἁγία Γραφή χαρακτηρίζεται ἀφ’ ἑνός ἐκεῖνος πού στρέφει τά νῶτα του στόν Θεό καί ἀφ’ ἑτέρου ἐκεῖνος πού προσκολλᾶται στόν πλοῦτο, ἴσως γιατί τό ἕνα δέν εἶναι ἄσχετο μέ τό ἄλλο. Εἶναι κοινή διαπίστωση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀρνεῖται τή σχέση μέ τόν Θεό, πιστεύοντας ὅτι «δέν τόν συμφέρει», γιατί συνήθως ἡ καρδιά του εἶναι κολλημένη ἀλλοῦ, συνήθως στό κυνήγι τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, στό ἐδῶ καί τώρα.

Τί κάνει ὁ ἄφρων πλούσιος; Ταλαιπωρεῖται. Ἤ καλύτερα, αὐτοταλαιπωρεῖται, μιᾶς πού εἶναι ὑπεύθυνος γιά τή δυστυχία του. Τό πρῶτο πού μποροῦμε εὔκολα νά παρατηρήσουμε στήν εὐαγγελική διήγηση εἶναι τό προφανές της ἀγωνίας τοῦ πλουσίου νά ἐξασφαλίσει τόν πλοῦτο του. Παράξενο. Κοινό πίστευμα τῆς πλειοψηφίας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ὅτι ὁ πλοῦτος ἐξασφαλίζει, γι’ αὐτό καί ἔχουν ἀγωνία νά τόν ἀποκτήσουν καί νά τόν κατοχυρώσουν. Κι ἐδῶ ἔρχεται ἡ Ἐκκλησία γιά νά τονίσει τήν ἀλήθεια ὅτι ὁ πλοῦτος εἶναι κακός ἀφέντης, πού ὑποδουλώνει τόν ἄνθρωπο καί τόν ταλαιπωρεῖ ὅσο περισσότερο προσκολλᾶται σέ αὐτόν. Ἡ ἀγωνία τοῦ πλουσίου νά μή χάσει οὔτε τό ἐλάχιστο ἀπό τά ἀποκτήματά του, τόν ὑποβάλλει σέ σωρεία φροντίδων, περιττῶν ἐνεργειῶν, ἔμπονων προσπαθειῶν γιά νά τά ἐξασφαλίσει ὑπέρ τοῦ ἑαυτοῦ του, «ἀπολαμβάνοντας» μόνο ἀνασφάλεια καί φοβία γιά τήν ἀπώλειά τους.

Τό τελικό ἀποτέλεσμα

Κάτι πού δέν ἀναφέρεται ρητά στό Εὐαγγέλιο, παρατηρεῖται ὅμως εὔκολα στήν ὅλη διήγηση, εἶναι ἡ μοναξιά πού χαρακτηρίζει τόν ἄφρονα πλούσιο. Δέν κάνει κανένα διάλογο, δέν συμβουλεύεται κανέναν, ἀποφασίζει γιά ὅλα μόνος του μέ ἀπόλυτη αὐτοπεποίθηση καί μοναδικό προσανατολισμό τή διαφύλαξη τοῦ πλούτου του γιά τόν ἐαυτό του. Τελικά, ἡ ὅλη μοναξιά ὑπαγορεύεται, δημιουργεῖται καί ἐπιβάλλεται ἀπό τόν πλοῦτο. Ὁ πλούσιος εἶναι ἀνίκανος γιά σχέση ὄχι μέ τόν Θεό πού δέν βλέπει, ἀλλά μέ τούς ἀνθρώπους πού βλέπει, καθώς ὅλοι θεωροῦνται ὡς ὕποπτοι ὑφαρπαγῆς τοῦ πλούτου του. Καί ὀχυρώνεται στή μοναξιά του νομίζοντας ἐπαρκῆ συντροφιά τόν πλοῦτο.

Ἀκριβῶς στή στιγμή πού πιστεύει ὅτι ἐπιτέλους κατοχύρωσε τόν πλοῦτο καί μπορεῖ ν’ ἀρχίσει ν’ ἀπολαμβάνει τή σχέση του μαζί του, ἀκούει κάποιον ἄλλον πού ὡς ἐκείνη τή στιγμή συνειδητά παραθεωροῦσε, σκόπιμα ἀγνοοῦσε καί ἐμπρόθετα ξεχνοῦσε, νά τοῦ κάνει μιά ἐρώτηση: Ἀνόητε, ἐσύ πού ζήτησες τήν ἐξασφάλιση στόν πλοῦτο καί τοῦ ἀφιερώθηκες, αὐτή τή νύκτα πού νόμιζες ὅτι θά ξεκινοῦσε ἡ ἀναπαυτική καί ἀπολαυστική ζωή σου, αὐτή τήν ἴδια νύκτα ἔρχονται καί ζητοῦν νά πάρουν τήν ψυχή σου. Πεθαίνεις, καί αὐτά πού ἑτοίμασες, ἀκριβῶς ἐπειδή δέν μποροῦν νά σέ συνοδεύσουν, ποιοί θά τά χαροῦν;

Αὐτός πού ρωτᾶ εἶναι ὁ Κύριος της ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ἡ ἐρώτηση δέν ἐπιδέχεται ἀπάντηση, παρά μόνον εἶναι ἐκφραστική τοῦ ἀδιεξόδου μιᾶς ζωῆς προσκολλημένης στόν πλοῦτο. Διαζωγραφίζεται ἀνάγλυφη ἡ ἀνικανότητα τοῦ πλούτου ὄχι νά δώσει ἀπάντηση στό μυστήριο τοῦ θανάτου, ἀλλά νά δικαιολογήσει τήν ἀνάλωση ὑπέρ του μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς. Ἀποτυπώνεται ἡ ματαιότητα στό κυνήγι τῆς σπουδαιότερης χίμαιρας τοῦ ἀνθρώπου πού λέγεται πλοῦτος. Γι’ αὐτό καί σέ κάθε περίπτωση ἡ ἐρώτηση προκαλεῖ μόνο θλίψη.

Μιά παρατήρηση ἀκόμη. Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου δέν ζητᾶ τήν ψυχή τοῦ πλουσίου. Ἄλλοι προσδιορίζονται ὅτι τήν «ἀπαιτοῦν». Οἱ Πατέρες ἀντιδιαστέλλουν μεταξύ τῶν τρόπων ἐκδημίας ἑνός δικαίου καί ἑνός ἁμαρτωλοῦ. Γιά τόν δίκαιο συνήθως λέγεται ὅτι παραθέτει τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τήν καταθέτει ὡς κάτι τό ὁλοκληρωμένο, τό ὁποῖο ὁ Ἅγιος Θεός παραλαμβάνει μέ πολύ σεβασμό ὡς κάτι ἱερό.

Γιά τόν ἁμαρτωλό χρησιμοποιεῖται ἡ ἔκφραση «ἀπαιτοῦν» καί ἐννοοῦνται συνήθως οἱ δαίμονες, γιά νά φανεῖ τό δισυπόστατό της ψυχῆς ὅταν δέν ἔχει αἰώνιο προσανατολισμό, ἀλλά ἐπίγεια προσκόλληση, καθώς ἡ διαδικασία τῆς ἀποχώρησης εἶναι μεγάλο μαρτύριο. Ἀλλά καί κάτι ἄλλο διευκρινίζεται. Ἡ ψυχή τοῦ πλούτου, τήν ὁποία νόμιζε δική του, ἀποδεικνύεται ὅτι δέν εἶναι, καθώς ἔρχονται οἱ κύριοί της, αὐτοί στούς ὁποίους παραδόθηκε, αὐτοί τούς ὁποίους ὑπήκουε ἐπί γῆς, νά τήν ἀπαιτήσουν. Πόσος πόνος καί «ἐν ζωῇ καί μετά θάνατον».

Ἀδελφοί μου, ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή διαβάζεται δυό χιλιάδες χρόνια τώρα σαλπίζοντας στήν ἀνθρωπότητα τή μοναξιά καί τήν ἀγωνία πού προξενεῖ ἡ παράδοση στή διεκδίκηση τοῦ πλούτου. Καί ἡ ἀνθρωπότητα ἐθελοτυφλώντας ἀδικαιολόγητα ἀφοσιώνεται σ’ αὐτή τή διεκδίκηση ἀγνοώντας τήν προειδοποίηση τῆς Ἐκκλησίας, εἰσπράττοντας πόνο, ἀδικία καί μαῦρες σελίδες ἱστορίας. Προσευχή, νά φωτίζει ὁ Ἅγιος Θεός ποῦ ἀξίζει νά προσκολληθεῖ ἡ καρδιά μας καί πῶς θά τόν ἐξασφαλίσουμε ὡς τήν αἰώνια εἰρηνική συντροφιά μας.

2.

Ἡ μόνη ἀνατροπή (Γαλ. στ΄11-18)

Ἀνατροπὴ. Νεωτερικὸς ὅρος μὲ μεγάλη ἀπήχηση, καθὼς ἀναβιώνει πολλὲς φορὲς διαψευσθεῖσες ἐλπίδες γιὰ κατάργηση τῆς κάθε ἀδικίας, τῆς κάθε μορφῆς ὑποταγῆς, τῆς κάθε ἀνισότητος στὸν κόσμο μας. Κι ὅπως εἶναι ἀνεξίτηλη ἡ ἀνάμνηση ἀπὸ τὴν προδοσία ὁραμάτων, ὑποσχέσεων καὶ διεκδικήσεων στὶς ἀνὰ τὸν πλανήτη καὶ κατὰ περιόδους καταγραφόμεvες σχετικὲς πρoσπάθειες, καθὼς παλαιότερη συνθηματολογία παραπέμπει σὲ λαϊκὴ ἀπογοήτευση, ἔρχεται στὶς μέρες μας ὁ ὅρoς αὐτὸς γιὰ νὰ ὑποδηλώσει τὸ διαρκῶς διεκδικούμενο· τὴν πάλη γιὰ ἐξαφάνιση τοῦ καταπιεστικοῦ καὶ ἀνελεύθερου κατεστημένου μὲ τὴ γλυκιὰ ἐλπίδα τῆς ἀνατολῆς ἑνὸς καλύτερου, πιὸ δίκαιου κόσμου γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅπου γῆς.

Κι ὅσο περνᾶ ὁ καιρὸς καὶ οἱ ἀγῶνες, εἴτε ἀποτυγχάνουν καὶ ἀποδεικνύονται μάταιοι, εἴτε ἐπιτυγχάνουν καὶ ἐκτρέπονται σὲ ὠφελιμιστικὴ ἀναδιάρθρωση τοῦ ἐξουσιαστικοῦ φαινομένου, τόσο κατοχυρώνεται ὡς οὐτοπικὴ ἡ διεκδίκηση καὶ ἡ ἐλπίδα μιᾶς ἠθικῆς ἐξύψωσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ μιᾶς δίκαιης κοιvωvίας μέσα ἀπὸ θεωρήσεις, ἰδέες καὶ τρόποι ἐγκoσμιoκρατικoὺς ἀνθρώπιvης ἔμπvευσης.

Κι ὅμως, ἡ μεγάλη ἀνατροπὴ στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας συνέβη! Καὶ μάλιστα ἦταν ἐπιτυχέστατη! Κι ὄχι ἁπλῶς ἔφερε τὰ πάνω κάτω, ἀλλὰ τὰ διατηρεῖ ἔτσι, σὲ μία ἀνατρεπτικὴ λογικὴ ποὺ καθιστᾶ καταγέλαστο ὡς περιττὸ ὀ,τιδήποτε ἄλλο ἀντιπροβάλλεται ὡς νεώτερο, ἐπαναστατικὸ ἢ πρωτότυπο. Κι ἡ ἀνατροπὴ αὐτὴ εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.

Προσοχή! Ὄχι ὁ Σταυρὸς μὲ τὸν Χριστὸ ἐπάνω, ἀλλὰ ὁ Σταυρὸς ὅπως ἡ Ὀρθόδοξη Λειτουργική, Δογματικὴ καὶ Ἀσκητικὴ Παράδοση προβάλλει διαρκῶς, ἰδίως ὅμως κατὰ τὴν ἐπερχομένη ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Παράξενο! Τὰ πάντα ἡ Ἐκκλησία μας τὰ προβάλλει μὲ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ χριστοποιήσει τὰ πάντα, ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐξοχὴν ὅπλο τοῦ θριάμβου τοῦ Χριστοῦ, τὸν Τίμιο Σταυρό, τὸν προβάλλει χωρὶς τὸν Χριστό!

Ἡ καύχηση

Κι ὁ Παῦλος στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα καυχᾶται γιὰ αὐτὸν τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας κι ὄχι γιὰ τὸν Σταυρωμένο Κύριό μας! Γιατί καυχᾶται γιὰ τὸν σκέτο Σταυρό; Γιατί ἡ Ἐκκλησία μας, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ Ρωμαιοκαθολική, προβάλλει μόνο τὸν Σταυρὸ καὶ ὄχι καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό; Γιατί αὐτὸς ὁ Σταυρὸς σκέτος, μόνος του εἶναι τὸ εὐγλωττότερο κήρυγμα, τὸ σπουδαιότερο μήνυμα, ἡ μεγαλύτερη ἐλπίδα! Ὁ κενὸς Σταυρὸς παραπέμπει στὴν Ἀνάσταση, στὴν ἀνικανότητα τοῦ θανάτου νὰ κρατήσει δέσμια τὴν πηγὴ Τῆς ζωῆς, στὴ βέβαιη ἐλπίδα Τῆς κοιvῆς ἀναστάσεως ὅλων μας!

Τὸ σπουδαῖο δὲν εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς καρφώθηκε στὸν Σταυρὸ κι ἔχυσε τὸ αἷμα Του γιά μᾶς, ἀλλὰ ὅτι ἂν καὶ ἔγινε αὐτό, ὁ θάνατος δὲν μπόρεσε νὰ Τὸν νικήσει! Τὸ πρωτοφανὲς δὲν εἶναι ὅτι διὰ τοῦ Σταυροῦ κατάφεραν οἱ ἐχθροί Του νὰ Τὸν ἀτιμάσουν, νὰ Τὸν προσβάλουν, νὰ Τὸν ἐμπαίξουν κι Αὐτὸς ὑπέμεινε, ἀλλὰ τὸ ὅτι Αὐτὸς ἔτσι δοξάσθηκε! Τὸ ἀξιοθαύμαστο δὲν εἶναι τὸ ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἀνατροπέας τῶν αἰώνων ὑπομένει τὴν ἐξόντωσή του, ἀλλὰ τὸ ὅτι διὰ Τῆς ἐξovτώσεως αὐτῆς ἀνατρέπει τὰ πάντα καὶ στὰ ἐπίγεια καὶ στὰ ἐπουράνια!

Γι’ αὐτὸ κι ὁ Σταυρὸς εἶναι τὸ καύχημα ὅλων μας, ὅσοι θέλουμε νὰ λεγόμαστε καὶ νὰ εἴμαστε χριστιανοί. Γιατί καταργεῖ τὸν καθωσπρεπισμὸ ὅσων «θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί», ὅσων «συσχηματίζονται τῷ αἰῶνι τούτῳ» καὶ ζοῦν κολλημένοι στὸ «ἐδῶ καὶ τώρα» ἀγνοώντας τὴν προοπτική τῆς αἰωνιότητας. Ὁ Σταυρὸς εἶναι τὸ σύμβολο τῆς μεγάλης ἀνατροπῆς, μιᾶς ποὺ ἀπὸ ὄργανο θανάτου ἔγινε τὸ ξύλο Τῆς ζωῆς, ἀπὸ ἔσχατη ταπείνωση ἔγινε ἡ μεγίστη δόξα, ἀπὸ μέσο ὕβρεως ἔγινε πηγὴ ἁγιασμοῦ καὶ θέωσης…

Ἡ στοίχιση

Γίνονται ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα περισσότερα, ἀνείπωτα καὶ ἀσύλληπτα γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ, ὁ Τίμιος Σταυρός, ἀλλὰ ὑπὸ ἕναν ὅρο! Ὑπὸ τὸν ὅρο ποὺ ἀναφέρει τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, τὸ ἴδιο ποὺ καταγράφει τὴν καύχηση τοῦ Παύλου γιὰ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ ὅρoς εἶναι ἡ «στοίχηση». Καὶ μάλιστα «στοίχησις τῷ κανόνι»!

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἀφορμὴ καύχησης γιὰ ὅσoυς κατακολουθοῦν συμμoρφώvovτας τὴ ζωή τους στὸν κανόνα «Τῆς καινῆς κατὰ Χριστὸν πολιτείας, τῆς καινῆς κατὰ Χριστὸν κτίσεως». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι συμμορφώνονται καὶ ἀκολουθοῦν κανόνα συμπεριφορᾶς καὶ διδασκαλίας, ὄχι δικῆς τους ἐπινόησης, ἀλλὰ καθορισμένο καὶ προδιαγεγραμμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό! Καὶ ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ κανόνας στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ «στοιχηθοῦμε»; Δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ κοιτάξουμε τὸν ἄδειο Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄδειος γιατί μᾶς περιμένει!

Ὁ Σταυρὸς ποὺ προβάλλεται ὡς σημεῖο καύχησης, προβάλλεται συνάμα καὶ ὡς τρόπος ζωῆς! Κι ἂν προβάλλεται κενός, χωρὶς τὸν Ἐσταυρωμένο, αὐτὸ δὲν γίνεται μόνο ὡς ὁμολογία τῆς Ἀναστάσεώς Του, ἀλλὰ καὶ ὡς πρόσκληση νὰ σταυρωθοῦμε ἀκολουθώντας τὴν ἴδια μὲ τὸν Χριστὸ πεπατημένη! Μὲ τὴ βέβαιη ἐλπίδα ὅτι κι ἐμεῖς θὰ «πάθουμε» τὸ ἴδιο, θὰ συσταυρωθοῦμε γιὰ νὰ συναναστηθοῦμε. Θ’ ἀνατρέψουμε τὸ φίλαυτο θέλημά μας γιὰ ν’ ἀνατραπεῖ ἡ κόλαση ποὺ ζοῦμε! Θὰ τρέψουμε εἰς τὰ ἄνω τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας γιὰ νὰ μεταττραποῦν σὲ «ἡγεμόνα νοῦ καὶ ἀγαπῶσα καρδία»! Θὰ τραποῦμε εἰς τὰ ἄνω, ὄχι γιὰ νὰ ἀποφύγουμε τὰ κάτω, ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνουν ὅλα ἄνω κάτω, ὅπως στὸν ἅδη μετὰ τὸ πέρασμα τοῦ Χριστοῦ, στὸν ἀπόλυτο θρίαμβό Του!

Ὁ Σταυρὸς εἶναι τὸ ὑπέρτατο σύμβολο ἀνατροπῆς, γιατί προσκαλεῖ στὴ θυσία τοῦ ἴδιου μας τοῦ ἑαυτοῦ γιὰ νὰ πραγματωθεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».