Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))

Ἂν ξεκινῶ αὐτὴ τὴν ἀναφορὰ στὰ μυστήρια μὲ γενικὲς παρατηρήσεις ποὺ ἀφοροῦν τὴν κατάσταση τοῦ κόσμου καὶ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι γιατί εἶμαι πεπεισμένος ὅτι τὸ νέο ἐνδιαφέρον πάνω στὶς μυστηριακὲς πρακτικὲς καὶ τοὺς κανόνες πηγάζει ἀπὸ αὐτὴ τὴ μεγάλη κρίση καὶ συνδέεται ἄμεσα μαζί της. Ἔχω τὴ γνώμη ὅτι ὁ προβληματισμὸς γιὰ τὴ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ στὰ Μυστήρια εἶναι στὴν πραγματικότητα τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν εἴσοδο στὴν καθολικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, στὴ λύση αὐτοῦ τοῦ προβλήματος στηρίζεται ἐν τέλει τὸ μέλλον τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀναγέννηση ἢ ἡ ἀποσύνθεσή της.

Ἐκεῖ ὅπου ἡ Εὐχαριστία καὶ ἡ θεία Κοινωνία ἔχουν γίνει καὶ πάλι “τὸ κέντρο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς”, τὰ προβλήματα τῶν σχέσεων τῆς ἐνορίας μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ἱεραρχία, τὰ προβλήματα μὲ τοὺς κανόνες καὶ τὶς οἰκονομικὲς δεσμεύσεις, παύουν νὰ ὑπάρχουν. Κάτι, βέβαια, ποὺ δὲν εἶναι τυχαῖο. Γιατί, ὅπου ἡ ἐνοριακὴ ζωὴ δὲν θεμελιώνεται πάνω ἀπ’ ὅλα στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ – ποὺ σημαίνει πάνω σὲ μία ζωντανὴ καὶ σταθερὴ κοινωνία μαζί Του καὶ μέσω Αὐτοῦ μὲ τὸ μυστήριο τῆς Παρουσίας Του, τὴ θεία Εὐχαριστία – ἐκεῖ, ἀργὰ ἢ γρήγορα ἀλλὰ ἀναπόφευκτα, κάτι διαφορετικὸ θὰ ἀναδυθεῖ καὶ θὰ ἐπικρατήσει: τὰ “περιουσιακὰ” καὶ ἡ “διεκδίκηση τους”, οἱ πολιτικὲς σκοπιμότητες, τὰ ἐθνικιστικὰ φρονήματα, οἱ ὑλικὲς ἐπιτυχίες, ἡ “καύχηση” τῆς κοινότητας. Σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις δὲν εἶναι πλέον ὁ Χριστός, ἀλλὰ κάτι ἄλλο ποὺ διαμορφώνει, καὶ ἐντέλει ἀποικοδομεῖ, τὴν ἐνοριακὴ ζωή.

Μέχρι πρόσφατα καὶ γιὰ πολὺ καιρό, οἱ ἐνορίες μας παράλληλα μὲ τὴ θρησκευτική τους ἀποστολὴ εἶχαν ἕνα εἶδος φυσικοῦ ὑποστηρίγματος: φυλετικοῦ, ἐθνικοῦ, γλωσσικοῦ. Οἱ ἐνορίες ἦταν τὸ πλαίσιο καὶ ὁ τρόπος ἕνωσης τῶν μεταναστῶν, δηλαδὴ τῶν ἐθνικῶν ἐκείνων μειονοτήτων ποὺ ἀναζητοῦσαν συγκροτημένη ταυτότητα καὶ ἐπιβίωση στὴν Ἀμερικανικὴ κοινωνία, ποὺ ἀρχικὰ ἦταν ξένη καὶ ἀργότερα ἐχθρικὴ ἀπέναντί τους. Τώρα, ὡστόσο, αὐτὴ ἡ “μεταναστευτικὴ” περίοδος τῆς ἱστορίας τῆς ἐκκλησίας μας ὁδηγεῖται ραγδαία πρὸς τὸ τέλος της. Αὐτὴ ἡ “φυσικὴ” βάση γρήγορα καταρρέει καὶ ἐξαφανίζεται. Τὸ ἑπόμενο ἐρώτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Τί θὰ τὴν ἀντικαταστήσει; Μήπως εἶναι ὀδυνηρὰ ξεκάθαρο ὅτι ἐὰν δὲν ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀλήθεια καὶ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας – τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα – τότε ἀναγκαστικὰ θὰ ἐκφυλιστεῖ σὲ μία ἀθεολόγητη, ἢ καὶ ἀντίχριστη θεώρηση τῆς ἐνορίας ὡς ἁπλοῦ ἀποδέκτη καὶ διαχειριστῆ περιουσιακῶν στοιχείων; … Γιατί, εἶναι πλέον γνωστὸ καὶ ἀποδεδειγμένο ὅτι αὐτὸ ποὺ δὲν καταφέρνει νὰ ἑνώσει τοὺς ἀνθρώπους γύρω του, τοὺς συσπειρώνει ἐναντίον του. Κι ἐδῶ βρίσκεται ἡ τραγικὴ διάσταση τῆς παρούσας κατάστασης.

Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ τὸ ἐρώτημα περὶ μυστηρίων ἔχει τέτοια ἰδιαίτερη σημασία. Μόνο στὰ μυστήρια μποροῦμε νὰ βροῦμε αὐτὸ ποὺ μᾶς τροφοδοτεῖ μ’ ἕναν θετικὸ τρόπο: τὴν ἀρχὴ τῆς ἑνότητας, ποὺ τόσο φανερὰ λείπει ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ σήμερα. Μόνο στὰ μυστήρια εἶναι ριζωμένη αὐτὴ ἡ δυνατότητα γιὰ ἀλλαγὴ τῆς νοοτροπίας μας. Ἐὰν ἔχει προκύψει ἕνας ἔντονος προβληματισμὸς σήμερα, εἶναι γιατί ὅλο καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ἀναζητοῦν μία ἐπαναθεώρηση, μία νέα “βάση” ποὺ θὰ ἔδινε τὴ δυνατότητα στὴν ἐνορία νὰ ἀνακαλύψει τὸ ἐκκλησιαστικό της νόημα καὶ νὰ θέσει τέρμα στὴ ραγδαία καὶ λυπηρὴ “ἐκκοσμίκευση”.

Πολὺ περιεκτικὰ θὰ συνοψίζαμε τὴν δογματικὴ καὶ ἱστορικὴ πλευρὰ τῆς συμμετοχῆς τῶν πιστῶν στὴ θεία Εὐχαριστία, ὡς ἑξῆς: Εἶναι γνωστὸ καὶ ἀδιαμφισβήτητο ὅτι στὴν πρώτη Ἐκκλησία ἡ κοινωνία ὅλων τῶν πιστῶν, σὲ κάθε Λειτουργικὴ σύναξη, εἶναι αὐταπόδεικτος κανόνας. Αὐτὸ ποὺ πρέπει ἐδῶ νὰ ὑπογραμμιστεῖ εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ συγκροτημένη συμμετοχὴ γίνεται ἀντιληπτὴ ὄχι μόνο ὡς πράξη προσωπικῆς εὐσέβειας καὶ ἁγιασμοῦ, ἀλλὰ πάνω ἀπ’ ὅλα, ὡς πράξη ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας: πλήρωση καὶ πραγμάτωση τῆς συμμετοχῆς. Ἡ Εὐχαριστία προσδιορίζεται καὶ βιώνεται ὡς “τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας”, “τὸ μυστήριο τῆς συναξης”, “τὸ μυστήριο τῆς ἐνότητας”. “Ενώθηκε μαζί μας καὶ σκήνωσε τὸ Σῶμα Του μέσα μας, ὥστε νὰ συγκροτήσουμε μία ὁλότητα, νὰ γίνουμε ἕνα σῶμα ἑνωμένο μὲ τὴν Κεφαλή”, γράφει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.

Ἡ πρώτη Ἐκκλησία ἁπλὰ δὲν γνωρίζει σημεῖο ἢ κριτήριο γιὰ τὰ μέλη της ἄλλο, ἀπὸ τὴ μετοχὴ στὸ μυστήριο. Ὁ ἀφορισμὸς ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ὁροθετεῖται μὲ τὸν ἀφορισμὸ ἀπὸ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη μέσα στὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἐκπληρώνει καὶ ἀποκαλύπτει ἑαυτὴν ὡς Σῶμα Χριστοῦ. Ἡ Κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄμεση συνέπεια τοῦ βαπτίσματος: τοῦ μυστηρίου τῆς εἰσόδου μας στὴν Ἐκκλησία, ὅπου δὲν τίθενται πλέον ἄλλοι “ὅροι” γιὰ τὴ μετοχή μας. Τὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ πρόσωπο πού, μέσα ἀπὸ τὰ μυστήρια, βρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ αὐτήν· Αὐτὴ ἡ κατανόηση τῆς Κοινωνίας, ὡς τὸ πλήρωμα τῆς μετοχῆς στὴν Ἐκκλησία, μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ἐκκλησιολογική. Καὶ παρόλο ποὺ ἀργότερα συσκοτίστηκε ἢ ἔγινε πολύπλοκη, δὲν ἐγκαταλείφθηκε ποτὲ· παραμένει πάντοτε τὸ οὐσιαστικὸ μέρος τῆς Παράδοσης.

Ἔτσι, λοιπόν, κανεὶς δὲν πρέπει ν’ ἀναρωτιέται γιὰ τὴν ἴδια τὴν πρακτική, ἀλλὰ τί ἦταν αὐτὸ ποὺ συνέβη καὶ τὴν ἀλλοίωσε. Πῶς ἔγινε κι ἀπομακρυνθήκαμε τόσο ἀπ’ αὐτήν, ὥστε ἀκόμα κι ἡ ἁπλὴ ἀναφορά της νὰ φαίνεται σὲ μερικοὺς – ἰδιαίτερα κληρικοὺς – σὰν ἀνήκουστη καινοτομία, σὰν τριγμὸς στὰ θεμέλια. Γιατί, ἐδῶ καὶ αἰῶνες, ἐννιὰ στὶς δέκα Λειτουργίες τελοῦνται χωρὶς τὴν προσέλευση κοινωνούντων; – γεγονὸς ποὺ δὲν προκαλεῖ καμία ἔκπληξη, κανέναν φόβο ἐνῶ ἀντιθέτως, ἡ ἐπιθυμία γιὰ συχνὴ θεία Κοινωνία ξεσηκώνει ἀληθινὸ τρόμο; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ διδασκαλία περὶ ἅπαξ τοῦ ἔτους κοινωνίας νὰ καλλιεργεῖται μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς μία ἀποδεκτὴ συνήθεια, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν ὁποία σηματοδοτεῖ μόνο τὴν ἐξαίρεση; Πῶς, μὲ ἄλλα λόγια, ἡ κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας ἔφθασε νὰ γίνει τόσο ἐξατομικευμένη, τόσο ξένη πρὸς τὴν Ἐκκλησία, τόσο ἀλλότρια πρὸς τὴν ἴδια τὴν προσευχὴ τῆς θείας Μετάληψης;

Τὸ πνευματικὸ αἴτιο γιὰ ὅλα αὐτά, ἂν καὶ πολύπλοκο ἱστορικά, εἶναι ἁπλό: Εἶναι ὁ φόβος τῆς βεβήλωσης τῆς ἱερότητας τοῦ μυστηρίου, ἡ ἀνησυχία γιὰ τὴν ἀνάξια μετοχή, τὴν καταπάτηση τῆς μυσταγωγίας τῶν ἱερῶν καὶ ὁσίων. Εἶναι ἕνας φόβος, βέβαια, πνευματικὰ ὀρθός, ἀφοῦ “πῦρ ὑπάρχων καὶ φλέγων ἀναξίους”. Ἡ περιδεὴς αὐτὴ ἀντιμετώπιση ἐμφανίστηκε ἀρκετὰ νωρίς, ἀμέσως μετὰ τὴ νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν αὐτοκρατορία τῶν Ἐθνικῶν, μία νίκη ποὺ μεταμόρφωσε τὴν χριστιανοσύνη σὲ σύντομο σχετικὰ διάστημα σὲ μία θρησκεία τῶν μαζῶν, καὶ ὁδήγησε στὴν ἵδρυση Κρατικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἐκλαΐκευση τῆς λατρείας.

Ἐὰν κατὰ τὴ διάρκεια τῶν διωγμῶν ἡ συμμετοχὴ στὴν Ἐκκλησία ἐπέβαλε στοὺς πιστοὺς νὰ ἀκολουθήσουν τὴ “στενὴ ὀδὸ” καὶ νὰ θέσουν ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς καὶ τὸν “κόσμο” μία αὐτονόητη διαχωριστικὴ γραμμή, τώρα πλέον μὲ τὴ μετοχὴ ὁλόκληρου τοῦ “κόσμου” στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ γραμμὴ αὐτὴ ἔτεινε πρὸς κατάργηση καὶ ἔτσι ἐμφανίστηκε ὁ πολὺ πραγματικὸς κίνδυνος μίας κατ’ ὄνομα, ἐπιφανειακῆς, καὶ χλιαρῆς κατανόησης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἐάν, πρωτύτερα, ἡ ἴδια ἡ ἔνταξη στὴν Ἐκκλησία εἶχε κάποια δυσκολία,τώρα, μὲ τὴν δεσμευτικὴ συμπερίληψη οὐσιαστικά τοῦ καθενὸς μέσα στοὺς κόλπους της, κατέστη ἀναγκαῖο νὰ θεσμοθετηθοῦν κάποιοι ἔλεγχοι καὶ περιορισμοί. Ἦταν λοιπὸν στὰ μυστήρια ποὺ κυρίως ἀφοροῦσαν οἱ ὅποιες ρυθμίσεις.

Ὡστόσο ἐδῶ, πρέπει νὰ τονίσει κανείς, ὅτι οὔτε οἱ Πατέρες οὔτε τὰ λειτουργικὰ κείμενα ἐνθαρρύνουν τὴ μὴ συμμετοχὴ στὰ Μυστήρια· μάλιστα οὔτε κἄν ἀφήνουν νὰ ἐννοηθεῖ κάτι παρόμοιο. Δίνοντας ἔμφαση στὴν ἱερότητα τῆς Κοινωνίας καὶ τὴν “φοβερὰ” της φύση καὶ καλώντας σὲ ἀνάλογη πνευματικὴ ἑτοιμότητα, οἱ Πατέρες οὔτε ὑποστήριξαν, οὔτε ἐνέκριναν τὴν εὐρέως διαδεδομένη σύγχρονη ἀντίληψη ὅτι ἐφόσον τὸ Μυστήριο εἶναι ἱερὸ καὶ μεγαλοπρεπές, οἱ πιστοὶ δὲν πρέπει νὰ προσέρχονται συχνὰ σ’ αὐτό. Στοὺς Πατέρες, ἡ θεώρηση τῆς Εὐχαριστίας ὡς τοῦ μέγιστου Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τοῦ πληρώματος τῆς ἑνότητας καὶ τῆς ἄνθισής της, συνεχίζουν νὰ εἶναι αὐταπόδεικτα.

“Δεν θὰ πρέπει”, γράφει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Κασσιανός, “ν’ ἀποφεύγουμε τὴν Μετάληψη ἐπειδὴ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ νὰ προσερχόμαστε ἀκόμα πιὸ συχνὰ γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς καὶ τὸν ἐξαγιασμὸ τοῦ νοῦ, ἔχοντας ὅμως ταπείνωση καὶ πίστη, ὥστε ἀναλογιζόμενοι τὴν ἀναξιότητά μας… νὰ ἐπιθυμοῦμε διακαῶς τὴν ἴαση τῶν πληγῶν μας. Εἶναι ἀνάρμοστο νὰ μεταλαμβάνουμε μία φορὰ τὸν χρόνο, ὅπως ὁρισμένοι συνηθίζουν, θεωρώντας τὴν ἱερότητα τῶν θείων Μυστηρίων προσιτὴ μόνο στοὺς ἁγίους. Εἶναι προτιμότερο νὰ σκεφτόμαστε ὅτι ἡ Χάρη ποὺ λαμβάνουμε μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο μᾶς ἐξαγιάζει.

Κάθε ἄλλη συμπεριφορὰ φανερώνει περισσότερο οἴηση παρὰ ταπείνωση, καθὼς οἱ ἄνθρωποι τὶς σπάνιες φορὲς ποὺ προσέρχονται πιστεύουν ὅτι εἶναι ἄξιοι τῆς Κοινωνίας. Πολὺ καλύτερο θὰ ἦταν ἐάν, μὲ ταπείνωση καρδιᾶς, γνωρίζοντας ὅτι ποτὲ δὲν εἴμαστε ἄξιοι τῶν θείων Μυστηρίων μετέχουμε κάθε Κυριακὴ πρὸς ἴαση τῶν ἀσθενειῶν μας, παρὰ τυφλωμένοι ἀπὸ περηφάνια νὰ νομίζουμε ὅτι μετὰ τὴν πάροδο ἑνὸς χρόνου ἀποχῆς γινόμαστε ἄξιοι τῆς θείας Μετάληψης”.

Ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἐξίσου διαδεδομένη θεωρία ποὺ διακρίνει τὴν Μετάληψη ἀνάμεσα σὲ κληρικοὺς καὶ λαό, κηρύσσοντας ὅτι οἱ πρῶτοι πρέπει νὰ κοινωνοῦν σὲ κάθε Λειτουργία, ἐνῶ οἱ λαϊκοὶ νὰ ἀποθαρρύνονται ἀπὸ παρόμοια πρακτική, χρήσιμο θὰ ἦταν νὰ ἀκούσουμε τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ποὺ ὅσο κανεὶς ἄλλος ἐπέμενε στὴν μετοχὴ στὴ θεία Κοινωνία: “Ὑπάρχουν περιπτώσεις”, γράφει, “ὅπου ὁ ἱερέας δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸν λαϊκό, ἰδιαίτερα ὅσον ἀφορᾶ στὴν προσέλευση στὰ θεῖα Μυστήρια. Ἐκεῖ, τὰ δεχόμαστε ὅλοι ἰσότιμα σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν πρακτική τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅπου ἄλλη τροφὴ προορίζονταν γιὰ τοὺς ἱερεῖς καὶ διαφορετικὴ γιὰ τὸν λαό, ἐνῶ στὰ τῶν ἱερέων δὲν ἐπιτρεπόταν ἡ πρόσβαση ἀπὸ τοὺς λαϊκούς. Τώρα δὲν συμβαίνει πλέον ἔτσι, ἀλλὰ σὲ ὅλους προσφέρεται τὸ ἴδιο Σῶμα καὶ τὸ ἴδιο Αἷμα…”

Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἐπαναλάβω ὅτι εἶναι ἁπλὰ ἀδύνατον νὰ βρεῖ κανεὶς στὴν Παράδοση κάποια βάση ποὺ νὰ δικαιώνει τὴν παροῦσα πρακτική τῆς σπανιότατης, ἂν ὄχι ἐτήσιας, Μετάληψης τῶν λαϊκῶν. Ὅλοι ὅσοι μὲ σοβαρότητα καὶ εὐθύνη ἔχουν προσεγγίσει τὴν Παράδοση, …] διακρίνουν σ’ αὐτὴ τὴν πρακτικὴ μία ἀποσύνθεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, μία ἀπόκλιση ἀπὸ τὰ παραδεδομένα καὶ τὶς γνήσιες ὑποδομὲς τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἡ πιὸ τρομακτικὴ πλευρὰ αὐτῆς τῆς κατάπτωσης εἶναι ὅτι βρίσκει τὴ δικαίωση καὶ αἰτιολόγησή της μέσα ἀπὸ τοὺς ὅρους τοῦ “σεβασμοῦ” καὶ τοῦ “δέους” ἀπέναντι στὴν ἱερότητα τοῦ μυστηρίου.

Ἀλλά, σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, οἱ μὴ κοινωνοῦντες θὰ ἔπρεπε νὰ βιώνουν τουλάχιστον κάποια θλίψη κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Λειτουργίας, μία αἴσθηση ἐλλιποῦς μετοχῆς καὶ συντριβῆς, κάτι ποὺ στὴν πραγματικότητα δὲν συμβαίνει. Ἡ μία γενιὰ Ὀρθοδόξων μετὰ τὴν ἄλλη “παρακολουθοῦν” τὴ Λειτουργία ἀπόλυτα πεπεισμένοι ὅτι ἡ παρουσία τους ἐκεῖ εἶναι ἀρκετὴ καὶ ὅτι ἁπλούστατα ἡ Κοινωνία δὲν προορίζεται γι’ αὐτούς. Καὶ μία φορὰ τὸ χρόνο ἐκπληρώνουν τὸ “καθῆκον” τους προσερχόμενοι στὸ Μυστήριο ὕστερα ἀπὸ μία σύντομη ἐξομολόγηση. Τὸ νὰ προσπαθεῖ κανεὶς νὰ ἀνακαλύψει ἕναν θρίαμβο τῆς ἱερότητας, μία πρακτικὴ προστατευτική τῆς ἁγιότητας, ἢ πολὺ περισσότερο νὰ δημιουργεῖ νέους κανόνες ποὺ νὰ δικαιώνουν τὴν παραφθορά, εἶναι ἀληθινὰ ἀπίστευτο.

Σὲ κάποιες ἐνορίες, ἐκεῖνοι ποὺ ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμία νὰ προσέρχονται συχνότερα ὑποβλήθηκαν σὲ πραγματικὸ κατατρεγμό, τοὺς ζητήθηκε νὰ μὴν ἐπιμένουν “γιὰ χάρη τῆς εἰρήνης”, κατηγορήθηκαν ἀκόμη καὶ γιὰ παρέκκλιση ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία! Θὰ μποροῦσα νὰ παραθέσω ἀποσπάσματα ἀπὸ φυλλάδια ἐνοριῶν ποὺ διδάσκουν ὅτι ἐφόσον ἡ Μετάληψη εἶναι γιὰ μετανοοῦντες, κανεὶς πρέπει νὰ ἀπέχει ἀπὸ τὸ μυστήριο κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Ἀνάστασης προκειμένου νὰ μὴν ἀμαυρώσει τὴ χαρὰ τῆς ἡμέρας! Καὶ τὸ πιὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ κατάσταση δὲν προκαλεῖ κἄν τρόμο καὶ δέος γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία γίνεται ἐμπόδιο στὴν πορεία τοῦ πιστοῦ πρὸς τὸν Χριστό! Ἀλήθεια, “ὅταν οὖν ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως… ἐστὼ ἐν τόπῷ ἁγίῳ…” (Ματθ. 24:15)

Τελικά, δὲν θὰ ἦταν δύσκολο νὰ δείξει κανεὶς ὅτι ὅποτε καὶ ὅπου ἔχει παρατηρηθεῖ μία γνήσια ἀναζωογόνηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, αὐτὴ γεννήθηκε μέσα ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ χαρακτηρίζαμε ὡς “εὐχαριστιακὴ πεῖνα”. Τὸν εἰκοστὸ αἰώνα ἡ Ὀρθοδοξία πέρασε ἀπὸ μεγάλη κρίση. Καὶ μόλις ἡ κρίση αὐτὴ ἔγινε ἀντιληπτὴ καὶ κατανοήθηκε, ὑπῆρξε μία στροφὴ πρὸς τὴ θεία Κοινωνία ὡς “τὸ κέντρο τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς”. Ἔτσι συνέβη στὴν κομμουνιστικὴ Ρωσία, ὅπως μαρτυροῦν ἑκατοντάδες πιστῶν. Τὸ ἴδιο συνέβη σὲ ἄλλα κέντρα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ στὴ διασπορά. [..] Ὅ,τι εἶναι ἀληθινό, ζωντανό, ἐκκλησιαστικό, γεννήθηκε μέσα ἀπὸ τὴν ταπεινὴ καὶ χαροποιὸ ἀνταπόκριση στὸν λόγο τοῦ Κυρίου: “ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κάγὼ ἐν αὐτῷ” (Ἰω. 6:56).

Τώρα, λοιπόν, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ὁ εὐχαριστιακὸς ἐγκεντρισμός, αὐτὴ ἡ δίψα γιὰ συχνότερη, κανονικὴ προσέλευση στὴ θεία Κοινωνία καὶ κατ’ ἐπέκταση ἐπιστροφὴ σὲ μία πιὸ γνήσια ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ἔκανε τὴν ἐμφάνισή της ἐδῶ στὴν Ἀμερική. Εἶμαι βέβαιος ὅτι τίποτα δὲν θὰ προσφέρει μεγαλύτερη χαρὰ στοὺς ἱερεῖς καὶ ἰδιαίτερά τοὺς ἐπισκόπους ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀναγέννηση ποὺ μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα ν’ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὶς πνευματικὰ νεκρὲς ἔριδες περὶ “περιουσιακῶν” καὶ “δικαιωμάτων”, ἀπὸ τὴν ἰδέα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἑνὸς ἐθνικο-κοινωνικοῦ ὁμίλου τῆς διασκέδασης καὶ τοῦ πὶκ-νίκ, ἀπὸ τὶς ὀργανωμένες “νεολαῖες” ὅπου τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἐνδιαφέρον καὶ βίωμα ἔχουν μειωθεῖ στὸ ἐλάχιστο. Γιατί, ὅπως ἤδη ἔχω πεῖ, δὲν ὑπάρχει ἄλλου εἴδους ὑποδομὴ ποὺ νὰ ἐπιτρέπει αὐτὴ τὴν ἀνακαίνιση τῆς Ἐκκλησίας ὡς ὁλότητας, καὶ οὔτε θὰ ὑπάρξει ποτέ. Ἡ ὅποια ἐθνικο-φυλετικὴ βάση σταδιακὰ ξεθωριάζει. Κάθε τί ποὺ κινεῖται στὰ ὅρια μόνο τοῦ ἐθίμου, μόνο τοῦ τύπου, ποὺ λειτουργεῖ συμπληρωματικὰ στὴ ζωὴ ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ ἴδιο ζωή, ἐξαφανίζεται. Ὁ λαὸς ἀναζητᾶ τὸ γνήσιο, τὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ ζωντανό. Ἔτσι, ἂν θέλουμε νὰ ζοῦμε προοδεύοντας εἶναι φανερὸ ὅτι πρέπει νὰ τὸ κάνουμε μόνο πάνω στὴ βάση τῆς ἀληθινῆς φύσης τῆς Ἐκκλησίας… κι αὐτὴ ἡ φύση εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ ἡ μυστικὴ ἑνότητα στὴν ὁποία ἐνσωματωνόμαστε μέσα ἀπὸ τὴ συμμετοχή μας “στὸν ἕνα Ἄρτο καὶ Οἶνο, στὴν κοινωνία τοῦ ἰδίου Πνεύματος…”