Ἀλεβιζόπουλος Ἀντώνιος (Πρεσβύτερος (+))

4. Η δεκτικότης του ανθρώπου

Μέσα, λοιπόν, εις την νεφέλην, εκεί όπου δεν ήτο δυνατόν εις τον Μωυσή να διακρίνη τίποτε με τα σωματικά του μάτια και τας δυνατότητας του ανθρώπου, του ομιλεί και του αποκαλύπτεται ο Θεός.

Με τον τρόπον αυτόν ηδύνατο ο Μωυσής να εννοήση, ότι η φανέρωσις της δόξης του Θεού δεν ήτο αποτέλεσμα προσπάθειας διανοητικής, αλλά έργον Θεού, καρπός της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος εις την ιδικήν του καρδίαν.

Δια να ομιλήση ο Θεός εις τους Ισραηλίτας, έπρεπε να καθαρισθούν εσωτερικώς και να εξαγνισθούν. Και η θεία αποκάλυψις ήτο ανάλογος με την εσωτερικήν αυτήν καθαρότητα του καθενός.

Ο πολύς λαός, ο οποίος τόσας φοράς εταλαντεύετο εις την αγάπην του προς τον Θεόν και εις την καθαρότητα της καρδίας του, επροχώρησε μόνον έως τους πρόποδας του όρους. Τοιουτοτρόπως, ημπορούσε να βλέπη την δόξαν του Θεού από μακριά, ως φλόγα εις την κορυφή του όρους.

Οι συνοδοί του Μωυσέως ανεβαίνουν μαζί με αυτόν επάνω εις το όρος και βλέπουν «τον τόπον όπου εστάθη ο Θεός».

Ο Ιησούς του Ναυή ανέρχεται ακόμη περισσότερον.

Τέλος, ο Θεός καλεί τον Μωυσή να εισέλθη εις την νεφέλην, εις το υψηλότερον σημείον του όρους και να μείνη εκεί σαράντα ημερονύκτια, δια να λάβη ολόκληρον την αποκάλυψιν του Θεού.