1.

Η θεραπεία της αιμορροούσης.

1. «Κάποιος μὲ ἄγγιξε»

Ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα ὅτι ὁ Κύριος περνώντας ἀνάμεσα ἀπὸ πλήθη λαοῦ ποὺ Τὸν στριμώχνουν, κατευθύνεται στὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν κόρη του. Κάποια στιγμὴ ἐρωτᾶ:

–«Τίς ὁ ἁψάμενός μου;». Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ ἄγγιξε;

Ἐνῶ ὅλοι ἀρνοῦνται, ὁ Πέτρος λέει:

–Κύριε, τὰ πλήθη Σὲ ἔχουν περικυκλώσει καὶ Σὲ πιέζουν ἀσφυκτικά, κι Ἐσὺ λές, «ποιὸς μὲ ἄγγιξε;»;

–«Ἥψατό μού τις», ἐπιμένει ὁ Κύριος. Κάποιος μὲ ἄγγιξε. «Ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ». Ἐγὼ κατάλαβα ὅτι βγῆκε ἀπὸ πάνω μου δύναμη θαυματουργική.

Τότε ἡ αἱμορροούσα γυναίκα ποὺ εἶχε ἀκουμπήσει «τὸ κράσπεδον», τὴν ἄκρη τοῦ χιτώνα Του, καὶ εἶχε θεραπευθεῖ, ἦλθε μπροστά Του καὶ ὁμολόγησε μπροστὰ σὲ ὅλους τὸ θαῦμα ποὺ ἔζησε. Ὁ Κύριος τὴν εὐλόγησε:

–Ἔχε θάρρος, κόρη μου! Ἡ πίστη σου σὲ ἔχει σώσει. Πήγαινε στὸ καλὸ εἰρηνική!

Ὁ Κύριος εἶχε τὴν αἴσθηση ὅτι μόνο ἕνας Τὸν ἄγγιξε· ὅλοι ὅσοι Τὸν στρίμωχναν, ἀρνήθηκαν ὅτι Τὸν ἄγγιξαν· μόνο μία γυναίκα εἶχε τὴ συνείδηση ὅτι Τὸν ἄγγιξε οὐσιαστικά, μὲ πίστη καὶ ταπείνωση!…

Ἀπὸ τότε ἑκατοντάδες χιλιάδες πλησιάζουν τὸν Κύριο: ὅταν προσεύχον­ται, ὅταν μελετοῦν τὴν Ἁγία Γραφή, ὅταν προσέρχονται στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ κυρίως ὅταν κοινωνοῦν. Πλήθη πιστῶν! Πλήθη πιστῶν Τὸν πλησιάζουν, ἀλλὰ ποιὸς πραγματικὰ Τὸν ἀγγίζει ὅπως ἡ αἱμορροούσα γυναίκα καὶ νιώθει θεία δύναμη νὰ πλημμυρίζει τὴν ὕπαρξή του, καὶ τὴν θεία Χάρι νὰ τὸν ἀναγεννᾶ; Γιὰ ποιὸν ὁ Κύριος μπορεῖ νὰ πεῖ: Σήμερα «ἥψατό μού τις»; Σήμερα κάποιος μὲ ἄγγιξε, ἦλθε σὲ ἀληθινὴ κοινωνία μαζί μου.

Εὐτυχὴς ὅποιος προσέρχεται στὸν Κύριο μὲ πίστη καὶ ταπείνωση, μὲ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του στραμμένη σ᾿ Ἐκεῖνον, μὲ ὅλη του τὴν ἀγάπη, μὲ ὅλη του τὴν εὐγνωμοσύνη! Ἐκεῖνος θὰ θεραπεύεται ἀπὸ τὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς του καὶ θὰ λαμβάνει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ!

2. Ἀσάλευτη πίστη

Ἐκείνη τὴν ὥρα ὅμως ἔρχεται κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι φέρνοντας τὴ θλιβερὴ εἴδηση στὸν Ἰάειρο ὅτι ἡ κόρη του ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωή· νὰ μὴν κουράζει τὸν Διδάσκαλο. Ὁ Κύριος ὅμως εἶπε στὸν συντετριμμένο πατέρα:

–«Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται». Μὴ φοβᾶσαι· μόνο συνέχισε νὰ πιστεύεις, καὶ θὰ σωθεῖ ἡ κόρη σου ἀπὸ τὸν θάνατο.

Εἶναι κάποιες στιγμὲς στὴ ζωή μας κατὰ τὶς ὁποῖες νιώθουμε ὅτι δὲν ἀντέχουμε, ὅτι λυγίζουμε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν θλίψεων καὶ τῶν πειρασμῶν· θύελλα λογισμῶν σηκώνεται μέσα μας καὶ μᾶς συνταράζει: Τί δυστυχία! Πῶς θὰ τὸ σηκώσω αὐτό; Λοιπὸν χάθηκαν ὅλα;».

«Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε», λέει τότε καὶ σ᾿ ἐμᾶς ὁ Κύριος. Μὴν καταποντίζεσαι στὸ πέλαγος τῶν φόβων καὶ τῆς ἀγωνίας· κράτα σταθερὴ καὶ ἀσάλευτη τὴν ἐμπιστοσύνη σου σ᾿ Ἐμένα. Δὲν θὰ σὲ ἀφήσω μόνο…

Τέτοιες δύσκολες ὧρες νὰ μὴ σβήσει μέσα μας ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα.

Ὁ ἅγιος Δωρόθεος ἔγραφε κάποτε σὲ Μοναχὸ ποὺ περνοῦσε μεγάλο πειρασμό, ἀπαντώντας σὲ ἐπιστολή του:

«Παιδί μου, ἄφησε κάθε δικό σου λογισμό, ἀκόμη κι ἂν εἶναι συνετός, καὶ κράτα τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό… νὰ στερεωθεῖς στὸν δρόμο τῆς ἐλπίδας στὸν Θεό· γιατὶ εἶναι ὁ πιὸ ἀσφαλὴς καὶ ἀμέριμνος δρόμος»(*).

3. Πένθος μετρημένο

Στὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου ὅλοι ἔκλαιγαν καὶ θρηνοῦσαν γιὰ τὴ νεκρὴ κόρη τοῦ Ἰαείρου χτυπώντας τὸ κεφάλι καὶ τὸ στῆθος τους, κατὰ τὴ συνήθεια τῆς ἐποχῆς. Τότε ὁ Κύριος τοὺς εἶπε:

–«Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται.

Ἐκεῖνοι ὅμως Τὸν περιγελοῦσαν, ἐπει­δὴ γνώριζαν καὶ εἶχαν βεβαιωθεῖ ὅτι τὸ κοριτσάκι εἶχε πεθάνει.

Ὁ Κύριος περιγελάσθηκε τὴν ὥρα ποὺ ἔδινε μιὰ πολύτιμη συμβουλὴ σὲ βαρυπενθοῦντες, ὅταν φανέρωνε τὴν πιὸ ἐλπιδοφόρα ἀλήθεια τῆς ζωῆς μας, ὅτι δηλαδὴ ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος. Εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ σ᾿ ἐκείνους, διότι σὲ λίγο θὰ ξαναχάριζε στὴν κόρη τὴ ζωή, θὰ τὴν ἀνέσταινε. Ἀπευθύνει ὅμως τὰ ἴδια λόγια καὶ σὲ μᾶς γιὰ νὰ μᾶς βεβαιώσει γιὰ τὴν τελικὴ ἀνάσταση.

Μὲ τὰ λόγια Του αὐτὰ ὁ Κύριος δὲν μᾶς ἀποτρέπει νὰ πενθοῦμε τὸν νεκρό μας· μᾶς ἀποτρέπει νὰ τὸν πενθοῦμε ἀπαρηγόρητοι καὶ ἀπελπισμένοι· διότι δὲν χάθηκε γιὰ πάντα, οὔτε ἰσχύει ὅτι δὲν θὰ τὸν ξαναδοῦμε ποτέ. Στὴν κοινὴ ἀνάσταση θὰ «ξυπνήσει», θὰ ἀναστηθεῖ καὶ ἐκεῖνος ὅπως ὅλοι οἱ νεκροί, «οἱ κεκοιμημένοι», καὶ ἔτσι ὅλοι μαζὶ ἀχώριστοι γιὰ πάντα θὰ ὑμνοῦμε τὴν Ἁγία Τριάδα στὴν ἀπέραντη αἰωνιότητα. Μακάρι ὅλοι νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀποκτήσουμε τέτοια πίστη στὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου, τὸν Κύριο καὶ Λυτρωτή μας, ὥστε νὰ ζήσουμε ἀπὸ τώρα τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κοίμηση, ὕπνος.

(*) «Τέκνον, ἄφες πάντα λογισμὸν ἴδιον, κἂν συνετὸς ᾖ, καὶ κράτει τὴν εἰς Θεὸν ἐλπίδα, τὸν ἐκ περισσοῦ ποιοῦντα ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν. Ἠδυνάμην πᾶσιν οἷς εἶπας ἀντιθῆναι, ἀλλ᾿ οὐ θέλω ἀντιστῆναί σοι οὐδὲ ἐμαυτῷ, εἰ μὴ μᾶλλον ἐμμεῖναί σε τῇ ἐπὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ ὁδῷ· αὕτη γὰρ ἀμεριμνοτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα ἐστίν. Ὁ Κύριος μετὰ σοῦ» (Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα ἀσκητικά, ἐκδ. «Ἑτοιμασία», Καρέας 20006, Ἐπιστ. η´, § 193, σελ. 418).

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

2.

Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄, 41-56)

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος.

Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, Ὁμιλια λα΄.

(Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος αὐτοῖς, ἰδοὺ ἄρχων εἰσελθὼν προσεκύνει αὐτὸν λέγων· Ἡ θυγάτηρ μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλὰ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν χεῖρά σου ἐπ’ αὐτὴν, καὶ ζήσεται.)

α.Τὸ ἔργο πρόφτασε τοὺς λόγους κι οἱ Φαρισαῖοι ἀποστομώθηκαν· ἦταν ἀρχισυνάγωγος αὐτὸς ποὺ ἦρθε καὶ τὸ πένθος βαρύ. Τὸ παιδὶ, μοναχογέννητο, ἦταν στὰ δώδεκά του χρόνια, λουλούδι τῆς ζωῆς. Καὶ τὸ ἀνάστησε μὲ μιᾶς. Ἄν ὁ Λουκᾶς λέη ὅτι ἦρθαν κι εἶπαν· Μὴ βάζης στὸν κόπο τὸ Δάσκαλο· ἔχει πεθάνει· θὰ ποῦμε τοῦτο, ὅτι ἡ φράση «πέθανε πρὶν ἀπὸ λίγο» εἰπώθηκε ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ στοχαζόταν τὴν ὥρα ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ πᾶνε στὸ σπίτι ἤ ποὺ μεγάλωνε τὴ συμφορά. Συνηθίζουν ὅσοι παρακαλοῦν νὰ παραμεγαλώνουν μὲ τὰ λόγια τους τὶς συμφορές τους καὶ νὰ λένε καὶ κάτι παραπάνω, ὥστε νὰ τραβήξουν περισσότερο αὐτοὺς ποὺ δέχονται τὴν παράκληση. Προσέξετε τὴν ἁπλοϊκότητά του. Δύο αἰτήματα ὑποβάλλει στὸ Χριστό· καὶ νὰ πάη ὁ ἴδιος καὶ νὰ βάλη τὸ χέρι του ἐπάνω. Σημάδι ὅτι εἶχε ἀφήσει τὸ παιδὶ ζωντανό. Τὸ ἴδιο ζητοῦσε κι ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος ἀπὸ τὸν προφήτη· Ἔλεγαν καὶ θὰ βγῆ ἔξω καὶ τὸ χέρι του θὰ βάλη ἐπάνω.

Γιατὶ καὶ νὰ δοῦν καὶ νὰ αἰσθανθοῦν ἔχουν ἀνάγκη οἱ πιὸ ἁπλοϊκοί. Ὁ Μᾶρκος πάλι λέει ὅτι πῆρε μαζί του τοὺς τρεῖς μαθητάς καθὼς κι ὁ Λουκᾶς. Τοῦτος ὅμως λέει ἀόριστα τοὺς μαθητάς. Γιὰ ποιὸ λόγο λοιπὸν δὲν πῆρε μαζί του τὸ Ματθαῖο, ἄν καὶ μόλις εἶχε ἔρθει καὶ αὐτός; Ἤθελε νὰ τοῦ δημιουργήση μεγαλύτερη ἐπιθυμία καὶ γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε τελειοποιθῆ. Γι’ αὐτὸ τοὺς τιμᾶ ἐκείνους, γιὰ νὰ γίνουν καὶ τοῦτοι σὰν κι αὐτούς. Ἦταν ἀρκετό γι’ αὐτὸν ποὺ εἶδε τὴν αἱμορροοῦσα, ποὺ τιμήθηκε μὲ τὸ τραπέζι κι ἔφαγε μαζί του. Κι ὅταν σηκώθηκε, τὸν ἀκολούθησαν πολλοί. Ἤθελαν νὰ δοῦν τὸ μεγάλο θαῦμα, ἦταν καὶ γιὰ τὸ πρόσωπο ποὺ εἶχε ἔρθει. Ἀκόμα οἱ πολλοὶ ἦσαν ἁπλοϊκοὶ καὶ δὲν ἔρχονταν νὰ ζητήσουν τόσο τὴ φροντίδα τῆς ψυχῆς ὅσο τὴ θεραπεία τοῦ σώματος. Τούτους τοὺς ἔσπρωχναν τὰ πάθη τους νἀρθοῦν, ἐκεῖνο ἔτρεχαν γιὰ νὰ δοῦν πῶς διωρθώνονταν οἱ ἄλλοι· γιὰ τοὺς λόγους ὅμως καὶ τὴ διδασκαλία του πολὺ λίγοι ἦσαν ποὺ τὸν πλησίαζαν ὥς τότε. Δὲν τοὺς ἄφησε νὰ μποῦν στὸ σπίτι, παρὰ μονάχα τοὺς μαθητὰς κι αὐτοὺς πάλι ὄχι ὅλους, πάντα διδάσκοντάς μας ν’ ἀποφεύγωμε τὴ δόξα τῶν πολλῶν.

Γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς· Μιὰ γυναῖκα ποὺ δώδεκα χρόνια αἰμορροοῦσε, ἦρθε πίσω του κι ἄγγιξε τὴν ἄκρη τῶν ρούχων του. Ἔλεγε μέσα της, Ἄν ἀγγίσω μονάχα τὸ ροῦχο του, θὰ σωθῶ. Γιὰ ποιὸ λόγο δὲν τὸν πλησίασε θαρρετά; Ντρεπόταν τὴν ἀρρώστια της, νομίζοντας πὼς εἶναι ἀκάθαρτη. Γιατὶ ἄν ἡ γυναῖκα ποὺ ἔχει τὰ ἔμμηνά της νομίζει πὼς δὲν εἶναι καθαρὴ, πολὺ περισσότερο ἔχει αὐτὴ τὴ γνώμη ὅποια ἔχει τέτοια ἀρρώστια. Ὁ νόμος θεωροῦσε τὴν ἀσθένεια πολὺ ἀκάθαρτη. Γι’ αὐτὸ καὶ προσπαθεῖ νὰ κρυφτῆ καὶ νὰ μὴ γίνη ἀντιληπτή. Δὲν εἶχε ἀκόμη σωστὴ καὶ τέλεια ἰδέα γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλιῶς δὲ θὰ πίστευε πὼς θὰ περνοῦσε ἀπαρατήρητη. Ἔτσι πλησιάζει πρώτη αὐτὴ ἡ γυναῖκα μέσα στὸν κόσμο: εἶχε ἀκούσει ὅτι θεραπεύει καὶ γυναῖκες, καὶ ὅτι πηγαίνει νὰ θεραπεύση τὸ πεθαμένο κορίτσι. Στὸ σπίτι της βέβαια δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸν καλέση, μόλο ποὺ ἦταν ἡ σειρά της καλή, οὔτε πάλι ἦρθε κοντά του φανερά, μόνο κρυφὰ ἄγγιξε μὲ πίστη τὰ ροῦχα του. Οὔτε εἶχε ἀμφιβολία, οὔτε εἶπε μέσα της· Θὰ ἐλευθερωθῶ τάχα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια; Μήπως δὲ θὰ ἐλευθερωθῷ; Πλησίασε μ’ ἐλπίδα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας της. Ἔλεγε μέσα της, διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστής· Μόνο ν’ ἀγγίξω τὸ ροῦχο του καὶ θὰ σωθῶ. Εἶδε ἀπὸ ποιό σπίτι εἶχε βγῆ, τοῦ τελώνη καὶ ποιοί τὸν ἀκολουθοῦσαν, τελῶνες καὶ ἁμαρτωλοί. Ὅλ’ αὐτὰ τῆς ἔδωσαν ἐλπίδες.

Κι ὁ Χριστος; Δὲν τὴν ἄφησε νὰ διαφύγη ἀλλὰ τὴ φέρνει στὸ κέντρο καὶ τὴ φανερώνει γιὰ πολλὲς αἰτίες. Ἄν καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους λένε ὅτι τὸ ἔκαμε αὐτό, ἐπειδὴ ποθοῦσε τὴ δόξα. Γιατί λένε δὲν τὴν ἄφησε νὰ περάση ἀπαρατήρητη; Τί λένε, μωροὶ καὶ ἀνόητοι; Αὐτὸς ποὺ ἐπιβάλλει σιωπή, ποὺ μύρια θαύματα ἀποσκιάζει, αὐτὸς ποθεῖ τὴ δόξα; Γιὰ ποιό λόγο λοιπὸν τὴ φέρνει στὴ μέση; Πρῶτα διαλύει τὸ φόβο τῆς γυναίκας, γιὰ νὰ μὴν τὴν ἐνοχλῆ ἡ συνείδησή της, σὰ νἄχη κλέψει τὴ χάρη, καὶ ζῆ σὲ ἀγωνία. Δεύτερο τὴ βγάζει ἀπὸ τὴν πλάνη της ποὺ νομίζει ὅτι πέρασε ἀπαραίτητη. Τρίτο παρουσιάζει σ’ ὅλους τὴν πίστη της, ὥστε νὰ τὴ ζηλέψουν καὶ οἱ ἄλλοι. Κι ἀπ’ τὸ σταμάτημα τῆς ροῆς τοῦ αἵματος δίνει σημάδι ὄχι μικρότερο· τὴν ἀπόδειξη ὅτι γνωρίζει τὰ πάντα. Ἔπειτα μὲ τὴ στάση τῆς γυναίκας κερδίζει τὸν ἀρχισυνάγωγο, ποὺ ἦταν ἕτοιμος ν’ ἀμφιβάλη καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ καταστρέψη τὸ πᾶν. Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ ἦρθαν ἔλεγαν· Μὴν ταλαιπωρῆς τὸν Δάσκαλο, γιατὶ ἔχει πεθάνει τὸ κορίτσι. Κι’ οἱ σπιτικοὶ του περιγελοῦσαν τὸ Χριστὸ ποὺ εἶπε ὅτι κοιμᾶται. Ἦταν φυσικὸ τὴν ἴδια διάθεση νὰ νιώση κι ὁ πατέρας.

β. Γι’ αὐτὸ προλαβαίνοντας τὴν ἐκδήλωση αὐτή, φέρνει στὴ μέση τὴ γυναῖκα. Ὅτι αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τοὺς πολὺ ἀπλοϊκούς, ἄκουσε τί τοῦ εἶπε· Μὴ φοβᾶσαι, σὺ πίστευε μόνο καὶ θὰ σωθῆ. Γιατὶ βέβαια ἐπίτηδες περίμενε νὰ ἐπέλθη ὁ θάνατος καὶ τὸτε νὰ πάη, γιὰ νὰ γίνη φανερὴ ἡ ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ βαδίζει κάπως ἀργὰ καὶ παρατείνει τὴ συνομιλία του, γιὰ ν’ ἀφήση νὰ πεθάνη τὸ κορίτσι καὶ νἀρθοῦν οἱ ἀγγελιοφόροι τοῦ θανάτου της λέγοντας· Μὴν ταλαιπωρῆς τὸ Δάσκαλο. Αὐτὸ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς ὑπονοεῖ καὶ τὸ ἐπισημαίνει λέγοντας· Ἐνῷ αὐτὸς μιλοῦσε ἀκόμα ἦρθαν οἱ δικοί του λέγοντας. Πέθανε ἡ κόρη σου, μὴ βάζης στὸν κόπο τὸν Δάσκαλο. Ἤθελε νὰ διαπιστωθῆ ὁ θάνατος, γιὰ νὰ μὴ γίνη ὕποπτη ἡ ἀνάσταση. Αὐτὸ κάνει παντοῦ. Ἴδια καὶ στὸ Λάζαρο, περίμενε μία καὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρες. Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὴ φέρνει στὴ μέση καὶ τῆς λέει· Κουράγιο κόρη μου. Ὅπως ἔλεγε καὶ στὸν παράλυτο. Κουράγιο, παιδί μου. Γιατὶ ἦταν τρομαγμένη ἡ γυναῖκα. Γι’ αὐτὸ τῆς λέει κουράγιο καὶ τὴν ἀποκαλεῖ κόρη· ἡ πίστη της τὴν εἶχε κάνει κόρη. Κι’ ἀκολουθεῖ τὸ ἐγκώμιο· Ἡ πίστη σου σ’ ἔχει σώσει.

Ὁ Λουκᾶς μᾶς ἀναφέρει γιὰ τὴ γυναῖκα ἀκόμα περισσότερα ἀπ’ αὐτά. Ὅταν πλησίασε, γράφει, ἔλαβε τὴν ὑγεία της· δὲν τὴν ἐκάλεσε ἀμέσως ὁ Χριστὸς ἀλλὰ ρώτησε πρῶτα. Ποιός μ’ ἄγγιξε; Ὕστερα ὁ Πέτρος κι οἱ ἄλλοι παρατήρησαν· Δάσκαλε, ὁ κόσμος σὲ τριγυρίζει καὶ σὲ πνίγει καὶ ρωτᾶς· Ποιὸς μ’ ἄγγιξε; (Ἀφήνω πόσο μεγάλη ἀπόδειξη ἀποτελοῦσε αὐτὸ ὅτι εἶχε ντυθῆ σάρκα ἀληθινὴ κι ὅτι καταπατοῦσε κάθε περηφάνεια· δὲν ἀκολουθοῦσαν τουλάχιστο ἀπὸ μακρυὰ ἀλλὰ τὸν τριγύριζαν ἀπὸ παντοῦ). Αὐτὸς ὅμως ἔλεγε μ’ ἐπιμονή. Κάποιος μ’ ἄγγισε. Ἐγὼ κατάλαβα νὰ βγαίνη δύναμη ἀπὸ μένα. Μιλοῦσε μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο κατεβαίνοντας στὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο τῶν ἀκροατῶν του. Καὶ τὸ ἔλεγε αὐτὸ γιὰ νὰ τὴν κάμη νὰ ὁμολογήση μόνη της τὴν πράξη της. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὴ φανέρωσε ἀμέσως. Ἤθελε νὰ δείξη ὅτι τὰ γνώριζε καθαρὰ ὅλα καὶ νὰ τὴν πείση νὰ τ’ ἀποκαλύψη ὅλα αὐθόρμητα, νὰ τὴ φέρη στὸ σημεῖο νὰ ὁμολογήση ἡ ἴδια ὅ,τι εἶχε γίνει καὶ νὰ μὴ γίνη ὕποπτος λέγοντάς το ὁ ἴδιος.

Βλέπετε ὅτι ἡ γυναῖκα ἦταν καλύτερη ἀπὸ τὸν ἀρχισυνάγωγο; Δὲν τὸν σταμάτησε, δὲν τὸν κράτησε, μὲ τ’ ἀκροδάχτυλά της· μόνο τὸν ἄγγιξε κι ἐνῷ ἦρθε ἔπειτ’ ἀπ’ αὐτὸν, πρὶν ἀπ’ αὐτὸν ἔφυγε θεραπευμένη. Αὐτὸς τὸν γιατρὸ καλοῦσε σπίτι του· σ’ αὐτὴν τὸ ἄγγισμά του μόνο στάθηκε ἀρκετό. Ἄν ἦταν δεμένη στοῦ πάθους της τὰ δεσμά, τὴν ἐφτέρωνε ἡ πίστη της. Προσέξετε πῶς τὴν παρηγορεῖ· ἡ πίστη σου σ’ ἐσωσε, τῆς λέει. Δὲ θὰ τὄλεγε βέβαια αὐτό, ἄν τὴν εἶχε φέρει στὸ κέντρο τῆς προσοχῆς γιὰ νὰ ἐπιδειχθῆ. Εἶχε πολλαπλὸ στόχο· καὶ τὸν ἀρχισυνάγωγο διδάσκει νὰ πιστέψη καὶ τὴ γυναῖκα διαλαλοῦσε σὲ ὅλους καὶ εὐχαρίστηση κι ὠφέλεια τῆς προξενοῦσε μὲ τὶς λέξεις αὐτὲς ὄχι μικρότερη ἀπὸ τὴ σωματικὴ ὑγεία. Ὅτι αὐτὴν ἤθελε νὰ δοξάση καὶ τοὺς ἄλλους νὰ διορθώση κι ὄχι νὰ προβάλη τὸν ἑαυτό του εἶναι φανερὸ ἀπὸ τοῦτο. Αὐτὸς καὶ δίχως τοῦτο ὅμοια ἀξιοθαύμαστος ἔμελλε νὰ εἶναι· περισσότερα ἀπὸ χιονονιφάδες τὸν τριγύριζαν τὰ θαύματα- καὶ πολὺ μεγαλύτερα ἀπ’ αὐτὸ κι ἔκαμε κι ἦταν νὰ κάμη. Ἡ γυναῖκα ὅμως, ἄν δὲν εἶχε γίνει αὐτό, θὰ ἔφευγε ἀπαρατήρητη καὶ θὰ ἔχανε ὅλους αὐτοὺς τοὺς μεγάλους ἐπαίνους. Γι’ αὐτὸ ἀφοῦ τὴν ἔφερε στὸ κέντρο, τὴν παρουσίασε μεγαλόφωνα κι ἀπ’ αὐτὴν ποὺ πλησίασε, λέει, τρέμοντας, ἀφοῦ ἔδιωξε τὸ φόβο τὴν ἔκαμε νὰ πάρη θάρρος. Τέλος μαζὶ μὲ τὴ σωματικὴ ὑγεία τῆς ἔδωσε κι ἄλλα ἐφόδια λέγοντάς της Πήγαινε μὲ εἰρήνη.

Ὅταν ἦρθε στὸ σπίτι τοῦ ἄρχοντα κι εἶδε τοὺς αὐλητὰς καὶ τὸν ὄχλο ἀνήσυχο, τοὺς ἔλεγε· Φύγετε, δὲν πέθανε ἡ κόρη, κοιμᾶται· τὸν κορόϊδευαν. Ὡραῖες οἱ διακρίσεις τῶν ἀρχισυναγώγων, αὐλοὶ καὶ κύμβαλα ποὺ ἀρχίζουν τὸν θρῆνο στὸ θάνατό της, κι ὁ Χριστός; Ἔβγαλε ἔξω ὅλους τοὺς ἄλλους κι ἔμπασε μέσα τοὺς γονεῖς, ὥστε νὰ γίνη ἀδύνατο νὰ ποῦν ὅτι ἡ θεραπεία ἔγινε μ’ ἄλλο τρόπο. Καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάστασή του, ἀνασταίνει μὲ τὸ λόγο του, ὅτι· Δὲν πέθανε, ἡ κόρη κοιμᾶται. Πολλὲς φορὲς τὸ κάμει αὐτό. Ὅπως λοιπὸν καὶ στὴ θάλασσα ἐπιτιμᾶ πρῶτα τοὺς μαθητὰς, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ τώρα διώχνει τὴν ταραχὴ ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν παρόντων καὶ δείχνει συνάμα ὅτι τοῦ ἦταν εὔκολο νὰ σηκώνη τοὺς νεκρούς. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς δὲν ἔκαμε στὸ Λάζαρο λέγοντας ὅτι ὁ φίλος μας ὁ Λάζαρος κοιμήθηκε; Ἀλλὰ ἐδίδασκε κιόλα νὰ μὴ φοβούμαστε τὸ θάνατο· γιατὶ αὐτὸς δὲν ἦταν θάνατος, μόνο εἶχε καταντήσει ὕπνος. Ἐπειδὴ ἔμελλε νὰ πεθάνη κι ὁ ἴδιος, ἀκόνιζε τὸ θάρρος τῶν μαθητῶν του στὰ σώματα τῶν ἄλλων, γιὰ νὰ ὑποφέρουν τὸ τέλος του μὲ ἡρεμία. Μετὰ τὸν ἐρχομό του ὕπνος στὸ ἑξῆς ὁ θάνατος ἦταν. Ὡστόστο τὸν περιγελοῦσαν. Αὐτὸς ὅμως δὲ θύμωσε ποὺ δὲν τὸν πίστευαν γιὰ πράγματα ποὺ ἦταν νὰ ἐπιτελέση σὲ λιγο θαυματουργῶντας. Οὔτε τοὺς μάλλωσε γιὰ τὸ γέλιο τους, ὥστε κι αὐτὸ κι οἱ αὐλοὶ καὶ τὰ κύμβαλα κι ὅλα τὰ ἄλλα νὰ γίνουν ἀπόδειξη τοῦ θανάτου.

γ. Ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς μετὰ τὰ θαύματα οἱ ἄνθρωποι δυσπιστοῦν, τοὺς προλαμβάνει μὲ τὶς ἴδιες ἀπαντήσεις τους. Ὅπως ἔγινε καὶ στὸ Λάζαρο καὶ στὸ Μωϋσῆ. Στὸ Μωϋσῆ εἶπε· Τὶ κρατᾶς στὸ χέρι σου; Γιὰ νὰ μὴ λησμονήση, ὅταν δῆ νὰ μετατρέπεται σὲ φίδι ὅτι ἤτανε πρῶτα ραβδί· νὰ θυμηθῆ τὴν ἀπάντησή του καὶ νὰ σαστίση μὲ τὸ θαῦμα. Καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Λαζάρου ρωτᾶ· Ποῦ τὸν ἔχετε θάψει; Γιὰ νὰ τοῦ ποῦν «Ἔλα νὰ δῆς κι Ὅτι μυρίζει, γιατὶ πέρασαν τέσσερες μέρες», καὶ νὰ μὴν μποροῦν πιὰ ν’ ἀρνηθοῦν ὅτι ἀνάστησε νεκρό. Ὅταν εἶδε λοιπὸν τὰ κύμβαλα καὶ τὸν κόσμο τοὺς βγάζει ὅλους καὶ μπροστὰ στοὺς γονεῖς θαυματουργεῖ· δὲν τῆς βάζει ἄλλη ψυχὴ ἀλλὰ τὴν ἴδια ποὺ βγῆκε τὴν ξαναφέρνει καὶ σὰν ἀπὸ ὕπνο τὴν ξυπνᾶ. Καὶ τὴν κρατεῖ ἀπ’ τὸ χέρι φωτίζοντας ὅσους παρακολουθοῦσαν, ὥστε μὲ ὅ,τι ἔβλεπαν νὰ τοὺς προετοιμάση γιὰ τὴν πίστη στὴν Ἀνάσταση. Ὁ πατέρας ἔλεγε· Βάλε ἐπάνω τὸ χέρι σου. Αὐτὸς κάμει κάτι περισσότερο· δὲν τὸ βάζει μόνο ἐπάνω της ἀλλὰ τὴν κρατᾶ καὶ τὴ σηκώνει, δείχνοντας ὅτι τὸν ὑπάκουαν τὰ πάντα. Καὶ δὲν τὴν σηκώνει μονάχα· προστάζει νὰ τῆς δώσουν καὶ τροφή, γιὰ νὰ μὴ νομίσουν ὅτι εἶναι φαντασία ὅ,τι ἔγινε. Καὶ δὲν τὴ δίνει ὁ ἴδιος ἀλλὰ προστάζει ἐκείνους. Ὅπως εἶπε καὶ στὸν Λάζαρο· Λύσετέ τον κι ἀφῆστε τον νὰ περπατήση κι ἔπειτα τὸν πῆρε μαζί του στὸ τραπέζι. Συνήθως φροντίζει καὶ γιὰ τὰ δυό· καὶ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως κάμει μὲ κάθε ἀκρίβεια τὴν ἀπόδειξη. Σεῖς ὅμως μὴ βλέπετε τὴν ἀνάσταση μόνο ἀλλὰ καὶ τὴν παραγγελία νὰ μὴν ἀνακοινώσουν σὲ κανένα. Κι ἀπ’ ὅλα τοῦτο προπάντων διδάξου, τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν σοβαρότητα. Μαζὶ μ’ αὐτὸ μάθε καὶ τοῦτο· ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι αὐτοὺς ποὺ φώναζαν καὶ τοὺς ἔδειξε ἀνάξιους νὰ δοῦνε τὸ θαῦμα. Ἔτσι, μὴ βγῆς μ’ ἐκείνους ποὺ παίζουν τὸν αὐλὸ ἀλλὰ μεῖνε μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Ἰάκωβο. Ἄν ἔβγαλε τότε ἐκείνους ἔξω, πολὺ περισσότερο θὰ τὸ κάμη τώρα. Τότε δὲν ἦταν ἀκόμα φανερὸ ὅτι ὁ θάνατος εἶχε γίνει ὕπνος. Τώρα εἶναι κι ἀπὸ τὸν ἥλιο πιὸ φανερό. Δὲ σοῦ ἀνάστησε τὸ κορίτσι τώρα, θὰ πῆς· θὰ σοῦ τὸ ἀναστήση ὅμως ὁπωσδήποτε, καὶ μὲ περισσότερη δόξα. Τοῦτο δῶ ἀναστήθηκε ἀλλὰ πέθανε πάλι. Τὸ δικό σου ὅταν ἀναστηθῆ, μὲνει ἀθάνατο στὸ ἑξῆς.

Κανένας λοιπὸν ἄς μὴ δέρνεται, κι ἄς μὴ θρηνῆ, κι ἄς μὴ διαβάλλη τὸ κατόρθωμα τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ἐνίκησε τὸ θάνατο. Τί θρηνεῖς λοιπὸν ἄδικα; Τὸ πρᾶγμα ἔγινε ὕπνος. Γιατὶ ὀδύρεσαι καὶ κλαῖς; Ἔτσι ἄν ἔκαμαν οἱ Ἕλληνες, ἔπρεπε νὰ τοὺς περιγελᾶς. Ὅταν ὅμως κάμνη ὁ πιστὸς τέτοιες ἀσχημίες, ποιὰ δικαιολογία καὶ ποιὰ συγνώμη γιὰ μᾶς στὶς τέτοιες ἀνοησίες μας καὶ μάλιστα ὕστερα καὶ ἀπὸ τόσον καιρὸ κι ἀπὸ τόσο ξεκάθαρη ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως; Σεῖς σὰν γιὰ νὰ μεγαλώνετε τὸ ἔγκλημα κι Ἑλληνίδες μοιρολογίστρες καλεῖτε, ἀνάβοντας τὴ λύπη καὶ τὸ καμίνι ἀναρριπίζοντας καὶ δὲν προσέχετε τὸν Παῦλο ποὺ λέει· Ποιὰ συμφωνία τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ Βελίαρ καὶ τὶ μερίδιο ἀνάμεσα στὸν πιστὸ καὶ στὸν ἄπιστο; Καὶ τὰ παιδιὰ τῶν Ἑλλήνων, ποὺ δὲν ἔχουν καμμιὰ γνώση γιὰ τὴ ἀνάσταση, βρίσκουν ὡστόσο λόγους παρηγοριᾶς. Ὑπόμενε μὲ γενναιότητα, λένε. Δὲν μπορεῖς νὰ καταργήσης ὅ,τι ἔγινεν, οὔτε νὰ τὸ ἐπανορθώσης μὲ τοὺς θρήνους του. Σὺ ὅμως ποὺ ἀκοῦς πιὸ πνευματικοὺς καὶ πιὸ ὠφέλιμους λόγους, δὲν ντρέπεσαι νὰ κάμης μεγαλύτερες ἀπ’ αὐτοὺς ἀσχημίες. Οὔτε λέμε· Ὑπόμεινε μὲ γενναιότητα, ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ καταργήσουμε ὅ,τι ἔγινε. Ἀλλὰ ὑπόμεινε μὲ γενναιότητα, γιατὶ θ’ ἀναστηθῆ ὁπωσδήποτε. Κοιμᾶται τὸ παιδὶ, δὲν πέθανε. Ἀναπαύεται, δὲ χάθηκε. Τὸ περιμένει ἀνάσταση καὶ παντοντινὴ ζωὴ καὶ ἀθανασία καὶ κατάσταση ἀγγελική. Δὲν ἀκοῦτε τὸν ψαλμὸ ποὺ λέει· Γύρισε, ψυχή μου, στὴν ἀνάπαυσή σου, γιατὶ ὁ Κύριος σ’ εὐεργέτησε; Εὐεργεσία ὀνομάζει ὁ Θεὸς τὸ πρᾶγμα καὶ σὺ θρηνεῖς; Καὶ τὶ περισσότερο θὰ ἔκαμες, ἄν ἤσουν ἀντίπαλος κι ἐχθρὸς ἐκείνου ποὺ πέθανε; Ἄν πρέπη νὰ θρηνῆ κάποιος, πρέπει νὰ θρηνῆ ὁ διάβολος. Ἐκεῖνος ἄς θρηνῆ καὶ ἄς ὀδύρεται, γιατὶ ὀδεύομε στὰ μεγαλύτερα ἀγαθά. Σ’ ἐκείνου τὴν πονηρία ἀξίζει αὐτὸς ὁ θρῆνος ὄχι σ’ ἐσένα ποὺ σοῦ μέλλεται στεφάνωμα κι ἀνάπαυση. Γαλήνιο ὁ θάνατος λιμάνι. Κοίταξε πόσα κακὰ γεμίζουν τὴ ζωὴ αὐτή, σκέψου πόσες φορὲς καταράστηκες τὴν ζωὴν αὐτὴν ὁ ἴδιος. Τὰ πράγματα προχωροῦν στὸ χειρότερο κ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ δὲν ἦταν μικρὴ ἡ καταδίκη ποὺ σοῦ ἔλαχε. Μὲ λύπες θὰ γεννᾶς τὰ παιδιὰ σου, λέει· καὶ μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου θὰ φᾶς τὸ ψωμί σου· καὶ μέσα στὸν κόσμο θὰ δοκιμάσετε θλίψη. Γιὰ τὰ ἐκεῖ ὅμως τίποτα τέτοιο δὲν ἔχει λεχθῆ, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο ὁλότελα· Λείπει ὁ πόνος, ἡ λύπη κι ὁ στεναγμὸς καὶ· Θἀρθοῦν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ τὴ δύση καὶ θ’ ἀναπαυθοῦν στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ· ἀκόμα, Εἶναι παστάδα τὰ ἐκεῖ πνευματικὴ καὶ λαμπάδες χαρούμενες καὶ ταξίδι στὸν οὐρανό.

δ. Γιατὶ λοιπὸν ντροπιάζεις τὸν νεκρό; Γιατὶ προδιαθέτεις τοὺς ἄλλους νὰ φοβοῦνται καὶ νὰ τρέμουν τὸ θάνατο; Γιατὶ σπρώχνεις πολλοὺς νὰ κατηγοροῦν τὸ Θεό, ἐπειδὴ ἐδημιούργησε μεγάλα δεινά; Ἥ μᾶλλον, γιατὶ ἔπειτ’ ἀπ’ αὐτὰ καλεῖς τοὺς φτωχοὺς, προσκαλεῖς τοὺς ἱερεῖς νὰ παρακαλέσουν; Γιὰ νὰ καταλήξη λέει στὴν ἀνάπαυση αὐτὸς ποὺ πέθανε, γιὰ νὰ εὕρη τὸ δικαστὴ σπλαχνικό. Γι’ αὐτὰ λοιπὸν θρηνῆς καὶ ὀλολύζεις; Τὸν ἑαυτὸ σου λοιπὸν μάχεσαι καὶ πολεμᾶς, τρικυμία δημιουγργῶντας γιὰ σένα ἐνῷ ἐκεῖνος ὀρθοπλώρισε γιὰ τὸ λιμάνι. Καὶ τὶ νὰ κάμω; λέει. Τέτοια εἶναι ἡ φύση. Δὲν εἶναι τῆς φύσης τὸ ἔγκλημα, οὔτε συνέπεια ἀναπόφευκτη.

Ἐμεῖς εἴμαστε ποὺ ἀναστατώνομε τὰ πάντα, ποὺ ἐκφυλιζόμαστε, καὶ τὴν εὐγενικὴ προδίδοντας καταγωγή μας κάνομε τοὺς ἄπιστους χειρότερους. Πῶς θὰ μιλήσω σὲ ἄλλον περὶ ἀθανασίας; Πῶς θὰ πείσωμε τὸν ἐθνικό, ὅταν περισσότερο ἀπὸ κεῖνον φοβώμαστε καὶ τρέμωμε τὸ θάνατο; Πολλοὶ στὴν Ἑλλάδα, ἄν καὶ δὲν ἤξεραν τίποτα γιὰ τὴν ἀθανασία, ἐφόρεσαν στεφάνι, ὅταν πέθαναν τὰ παιδιά τους, ντύθηκαν στὰ λευκά, γιὰ νὰ κερδίσουν τὴν τωρινή δόξα. Σὺ ὅμως ἀκόμα καὶ γιὰ τὴ μέλλουσα ζωή δὲν παύεις νὰ θρηνῆς σὰ γυναῖκα. Δὲν ἔχεις κληρονόμους τῆς περιουσίας σου καὶ διάδοχο; Μὰ θὰ ἐπιθυμοῦσες νὰ κληρονομοῦσε πράγματα ποὺ καταστρέφονται, ποὺ θὰ τἄφηνε ἔπειτα ἀπὸ λίγο; ἤ πράγματα ποὺ μένουν ἀκίνητα καὶ σταθερά; Δὲν τὸν ἔκαμες δικό σου κληρονόμο ἀλλὰ τὸν ἔκαμε στὴ θέση σου ὁ Θεός· δὲν ἔγινε συγκληρονόμος τῶν ἀδελφῶν του ἀλλὰ τοῦ Χριστοῦ. Σὲ ποιόν, λέει, θ’ ἀφήσωμε τὰ ροῦχα, σὲ ποιόν τὰ σπίτια, σὲ ποιὸν τοὺς δούλους καὶ τὰ χωράφια; Σ’ αὐτὸν νὰ τ’ ἀφήσετε πάλι καὶ μάλιστα μὲ περισσότερη ἀσφάλεια ἀπ’ ὅ,τι ἄν ἦταν ζωντανός. Τίποτα δὲν ἐμποδίζει. Ἄν οἱ βάρβαροι καῖνε τὰ ὑπάρχοντα ἐκείνων ποὺ φεύγουν, πολὺ περισσότερο εἶναι δίκαιο νὰ στείλης μαζὶ μ’ αὐτὸν ποὺ πέθανε, ὅ,τι τοῦ ἀνήκει, ὄχι γιὰ νὰ γίνουν στάχτη καθὼς ἐκεῖνα ἀλλὰ γιὰ νὰ συντελέσουν στὴ μεγαλύτερη δόξα του. Κι ἄν ἔφυγε ἁμαρτωλός, θὰ διαγράψη τ’ ἁμαρτήματά του· ἄν ὅμως δίκαιος, θὰ τοῦ γίνη πρόσθεση μισθοῦ κι ἀνταμοιβῆς. Ποθεῖς ὅμως νὰ τὸν δῆς. Τὴν ἴδια ζῆσε ζωὴ μ’ αὐτὸν καὶ γρήγορα θ’ ἀπολαύσης τὴν ἱερὴ ἐκείνη ὄψη.

Στοχάσου καὶ τοῦτο κοντὰ σ’ αὐτά· κι ἄν δὲν ἀκούσης ἐμένα, θὰ σὲ πείση ὁ χρόνος. Μόνο ποὺ δὲν θἄχης τότε κανένα μισθό. Γιατὶ ἡ σειρὰ τῶν ἡμερῶν φέρνει τὴν παρηγορία. Ἄν ὅμως θελήσης νὰ φιλοσοφήσης, θὰ κερδίσης δύο, τὰ πιὸ μεγάλα· καὶ τὸν ἑαυτό σου θ’ ἀπαλλάξης ἀπὸ τὰ δεινὰ αὐτὰ καὶ μὲ λαμπρότερο στεφάνι θὰ σὲ στεφανώση ὁ Θεός. Γιατὶ ἀπ’ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τ’ ἄλλα εἶναι πολὺ ἀνώτερη ἡ ἡρεμία στὴ συμφορά. Σκέψου ὅτι καὶ ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ πέθανε· κι ἐκεῖνος γιὰ σένα, σὺ ὅμως γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Καὶ μόλο ποὺ εἶπε Ἄν εἶναι δυνατὸ ἄς περάση ἀπὸ μένα τὸ ποτήριο, καὶ μόλο ποὺ λυπήθηκε καὶ δοκίμασε ἀγωνία, ὡστόσο δὲν ἀπόφυγε τὸ τέλος ἀλλὰ τὸ βάσταξε κι ἄς ἦταν μὲ πολὺ σπαραγμό. Γιατὶ δὲ βάσταξε ἁπλὸ θάνατο, παρὰ τὸ χειρότερο· Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο μαστιγώματα, καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ μαστιγώματα ἐξευτελισμοὺς καὶ εἰρωνεῖες καὶ ὕβρεις· ἤθελε νὰ σὲ διδάξη νὰ τὰ ὑποφέρης ὅλα μὲ γενναιότητα. Ὅταν ὅμως πέθανε καὶ χωρίστηκε τὸ σῶμα, τὸ ξαναπῆρε πάλι πιὸ λαμπρό, ἁπλώνοντας σου ἐσένα καλὲς ἐλπίδες. Ἄν αὐτὰ δὲν εἶναι μῦθος μὴ θρηνῆς. Ἄν αὐτα τὰ νομίζης ἀξιοπίστευτα, μὴ δακρύζης. Ἄν ὅμως κλαῖς, πῶς θὰ μπορέσης νὰ πείσης τὸν Ἕλληνα, ὅτι πιστεύεις;

ε. Ἀκόμα κι ἐτσι σοῦ φαίνεται ἀβάσταχτο τὸ πάθημά σου; Μὰ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν ἀξίζει νὰ τὸν θρηνῆς· ἀπὸ πολλὲς τέτοιες συμφορὲς γλύτωσε ἐκεῖνος. Μὴ νιώθης λοιπὸν ζήλεια καὶ φθόνο. Ἡ ἀποζήτηση τοῦ θανάτου ἀπὸ μέρος σου γιὰ τὸ πρόωρο τέλος ἐκείνου καὶ τὸ πάθος γι’ αὐτὸν ποὺ δὲν ζῆ γιὰ νὰ ὑποφέρη πολλὰ τέτοια δεινά, δείχνει κάποιον ποὺ φθονεῖ καὶ ζηλεύει. Μὴ σκέφτεσαι λοιπὸν πὼς δὲ θὰ ἐπιστρέψει πιὰ στὸ σπίτι ἀλλὰ ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ πᾶς σὲ λίγο κοντά του. Μὴ συλλογίζεσαι, πὼς δὲ θὰ ξαναρθῆ πιὰ ἐδῶ ἀλλ’ ὅτι κι αὐτὰ τὰ ἴδια ποὺ βλέπομε δὲ μένουν τὰ ἴδια· κι αὐτὰ μεταβάλλονται. Γιατὶ κι ὁ οὐρανὸς κι ἡ γῆ κι ἡ θάλασσα κι ὅλα μετασχηματίζονται καὶ τότε θὰ πάρης τὸ παιδί μὲ λάμψη μεγαλύτερη. Κι ἄν ἔφυγε ἁμαρτωλός, σταμάτησαν ὥς ἐκεῖ τὰ ἔργα τῆς κακίας του· γιατὶ ἄν ἐγνώριζε ὁ Θεός, ὅτι θ’ ἄλλαζε ἀργότερα, δὲ θὰ τὸν ἔπαιρνε πρὶν μετανοήσει. Ἄν ἔφυγε δίκαιος, κράτησε ἀσφαλισμένα τ’ ἀγαθά. Φανερὸ λοιπὸν πὼς δὲν μαρτυροῦν φιλοστοργία τὰ δάκρυά σου ἀλλὰ πάθος ἀλόγιστο. Γιατὶ ἄν ἀγαποῦσες αὐτὸν ποὺ ἔφυγε, ἔπρεπε νὰ χαίρεσαι καὶ ν’ ἀναγαλλιάζης ποὺ γλύτωσε ἀπὸ τὰ κύματα τοῦτα. Πέστε μου ποιό εἶναι τὸ παραπάνω; Ποιὸ εἶνει τὸ νέο καὶ ἀσυνήθιστο; Δὲ βλέπομε νὰ ἐπανέρχωνται κάθε μέρα καὶ τὰ ἴδια; Μέρα καὶ νύχτα, νύχτα καὶ μέρα, χειμῶνας καὶ καλοκαίρι, καλοκαίρι καὶ χειμῶνας, καὶ τίποτα παραπάνω. Κι αὐτὰ πάντα τὰ ἴδια· οἱ συμφορὲς, ὅμως ὅλο καὶ πιὸ νέες, ὅλο καὶ πιὸ ἀσυνήθιστες.

Αὐτὰ λοιπὸν ἤθελες νὰ ὑποφέρη κάθε μέρα καὶ νὰ μένη ἐδῶ, ν’ ἀρρωσταίνη, νὰ πεινᾶ, νὰ φοβᾶται, νὰ τρέμη· καὶ νὰ ὑποφέρη ἄλλα ἀπ’ αὐτὰ τὰ δεινά, κι ἄλλα νὰ φοβᾶται μήπως τὰ ὑπομείνη; Οὔτε βέβαια μπορεῖς νὰ πῆς, ὅτι ταξιδεύοντας στὴν ἀτέλειωτη αὐτὴ θάλασσα, ἦταν δυνατὸ ν’ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὶς φροντίδες καὶ τὰ παρόμοια. Σκέψου ὅμως καὶ τοῦτο· δὲν γέννησες ἀθάνατο κι ἄν δὲν πέθαινε τώρα, θὰ πέθαινε σὲ λίγο. Μὰ δὲν ἐχόρτασες τὸ γιό σου; Θὰ τὸν ἀπολαύσης ἐκεῖ. Θὰ ἤθελες ὅμως νὰ τὸν βλέπης κι ἐδῶ. Τί σ’ ἐμποδίζει; Μπορεῖς κι ἐδῶ, ἄν εἶσαι νηφάλιος. Ἡ ἐλπίδα γιὰ τὰ μελλοντικὰ εἶναι πιὸ φανερὴ ἀπὸ τὴ θέα τους. Κι ἄν ζοῦσε μέσα σ’ ἀνάκτορα δὲ θὰ ζητοῦσες σὺ ἡ μάννα νὰ τὸν δῆς, ἀκούοντας τὰ μεγαλεῖα του. Βλέποντας ὅμως νἄχει φύγει γιὰ τὰ πολὺ ἀνώτερα, λιγοψυχεῖς γιὰ λίγο καιρὸ κι ἐνῷ ἔχεις στὴ θέση του τὸ σύζυγό σου. Κι ἄν δὲν ἔχης σύζυγο, ἔχεις παρηγορητὴ τὸν Πατέρα τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτὴ τῶν χηρῶν. Ἄκουσε καὶ τὸν Παῦλο ποὺ μακαρίζει τὴ χηρεία καὶ λέει. Ἡ ἀληθινὴ χήρα καὶ μόνη ἐλπίζει στὸν Κύριο. Γιατὶ αὐτὴ φανερώνεται πιὸ δόκιμη, δείχνοντας περισσότερη ὑπομονή.

Μὴ θρηνῆς λοιπὸν γιὰ τὴν κατάστασή σου, ποὺ θὰ σοῦ δώση στέφανο καὶ ποὺ γι’ αὐτὴ ζητεῖς ἀμοιβή. Ἐπέστρεψες τὴν παρακαταθήκη, ἄν παρέδωσες ὅ,τι σοῦ εἶχε ἐμπιστευθῆ. Μὴ φροντίζης πιὰ λοιπόν, ἀφοῦ ἐφύλαξες τὸ θησαυρό του σὲ ἀσύλητο θησαυροφυλάκιο. Κι ἄν σκεφθῆς τί εἶναι ἡ παροῦσα καὶ τὶ ἡ μέλλουσα ζωή, κι ὅτι ἡ πρώτη εἶναι ἀράχνη καὶ ἴσκιος, ἐνῷ τὰ ἐκεῖ ὅλα ἀσάλευτα καὶ παντοτινά, δὲ θέλης πιὰ ἄλλους λόγους. Τώρα τὸ παιδί σου ἔχει γλυτώσει ἀπὸ κάθε μεταβολή. Ὅταν ὅμως ζοῦσε ἐδῶ ἴσως ἔμενε ἐνάρετος, μὰ ἴσως ὄχι. Ἤ δὲ βλέπεις πόσοι ἀποκηρύττουν τὰ παιδιά τους; Καὶ πόσοι πάλι, ἀκόμα χειρότερα ἀπ’ τ’ ἀποκηρυγμένα παιδιὰ ἀναγκάζονται νὰ τὰ ἔχουν στὸ σπίτι τους; Μὲ τέτοιες σκέψεις ἄς συγκρατούμαστε. Ἔτσι καὶ τὸν νεκρό μας εὐχαριστοῦμε κι οἱ ἄνθρωποι θὰ μᾶς ἐπαινέσουν πολὺ κι ἀπ’ τὸ Θεὸ θὰ λάβωμε τοὺς μεγάλους μισθοὺς τῆς ὑπομονῆς καὶ θὰ κερδίσωμε τὰ αἰώνια ἀγαθά. Αὐτὰ μακάρι νὰ τὰ ἐπιτύχωμε ὅλα μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

3.

Ἡ ζωὴ μέσα ἀπὸ τὸν θάνατο (Λουκ. η΄41-56)

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

«Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τότε ἔτσι καὶ σήμερα, προκαλεῖ τὴ λογική μας καὶ θὰ μᾶς προσκαλεῖ πάντοτε νὰ ἀφεθοῦμε μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ παραδοθοῦμε μὲ ἐλπίδα στὴν πραγματικότητα τοῦ μυστηρίου καὶ τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ. Θὰ μᾶς προσκαλεῖ, γιὰ νὰ δοῦμε μὲ τὴν πίστη τί κρύβεται στὸ σκοτεινὸ καθρέπτη τοῦ θανάτου. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ γεννηθεῖ ἕνας ἄνθρωπος δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἄλλη βεβαιότητα, παρὰ μόνο ὅτι κάποτε θὰ πεθάνει. Καὶ ὅμως, αὐτὴ ἡ βεβαιότητα παραμένει μιὰ ἄγνωστη ἐμπειρία. Κανεὶς δὲν ἔχει ἐμπειρία τοῦ θανάτου του. Κανεὶς δὲν «ἔζησε» τὸ βιολογικό του θάνατο, γιὰ νὰ μᾶς πεῖ τί σημαίνει αὐτό. Κανεὶς δὲν μᾶς εἶπε τί βιώνει, ὅταν εἶναι νεκρός. Βέβαια, ὁ Χριστὸς καὶ τὰ χαρισματικὰ μέλη τοῦ Σώματός Του, οἱ Ἅγιοί Του, φανέρωσαν τὴν ἀντίπερα ὄχθη τῆς ζωῆς, τὴν πραγματικὴ καὶ ἄφθαρτη ζωὴ τῆς αἰωνιότητας μετὰ τὸ θάνατο.

Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα, λοιπόν, εἶναι πίστη καὶ ἀποκάλυψη, εἶναι μιὰ ἄλλη διάσταση ὕπαρξης καὶ ζωῆς, ἡ ὁποία, ὅμως, ἂς μὴν ξεχνᾶμε, ὑπερβαίνει πολὺ τὴ γήινη ἐμπειρία μας. Ἐδῶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὰ μοναδικὰ σημεῖα στήριξης τῆς ὕπαρξής μας, ποὺ ἀποκαλύπτουν τὸ θαῦμα τῆς Ἀνάστασης καὶ ὑποδηλώνουν τὸ μυστήριο τῆς αἰωνιότητας. Χωρὶς αὐτά, καμία λογικὴ καὶ καμία ἐπιστήμη, καμία φιλοσοφία καὶ καμία γνώση, καμία δύναμη τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ κόσμου τούτου δὲν μπορεῖ νὰ φωτίσει τὰ σκοτάδια καὶ νὰ διαλύσει τὰ ἀδιέξοδά μας. Μόνο ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνεται πίστη τοῦ ἄνθρωπου εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ ὑπαρξιακό μας πρόβλημα. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια μᾶς λέει ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι πλέον τέρμα, ἀλλὰ ἔγινε ἐν Χριστῷ πέρασμα καὶ μετάβαση στὴν αἰωνιότητα. Μοιάζει νὰ εἶναι μιὰ ἄλλου εἴδους γέννηση στὴν ὄντως ζωή.

Ἡ ζωὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ θάνατο

Ὁ θάνατος δὲν εἶναι κάτι ποὺ θὰ ἔλθει τὴν τελευταία μέρα τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας, ἀλλὰ κάτι ποὺ ἀντιμετωπίζουμε καθημερινά. Ὁ τρόπος ποὺ ζοῦμε ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπουμε τὸ θάνατο. Ἡ σχέση μας μὲ τὸ θάνατο διαδραματίζει καθοριστικὸ ρόλο στὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας, σὲ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε κοσμοθεωρία, δηλαδὴ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε τὴ σχέση μας μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν Θεό, τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δεχθεῖ ὅτι ὁ θάνατος εἶναι διάλυση καὶ ἀποσύνθεση καὶ ἀφανισμός, τότε ὁδηγεῖται στὴν ἀπόγνωση καὶ τὸ κενό. Μέσα στὸν παραλογισμὸ ὅτι ζεῖ γιὰ νὰ πεθάνει, δὲν ἔχει ἄλλη ἐπιλογή, παρὰ τὸ «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν». Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὑλιστής, ἰδιοτελὴς καὶ κυνικός, ὅπως ἐπιβεβαιώνει ἡ καθημερινή μας πείρα. Ἐδῶ ἡ πίστη εἶναι περιττὴ καὶ γραφική, ἐδῶ ἡ ἠθικὴ παραμερίζεται καὶ ἡ ἁμαρτία γελοιοποιεῖται. Ὁ χῶρος τοῦ πνεύματος μικραίνει ἐπικίνδυνα καὶ ἐξαφανίζεται. Τὸ σῶμα καὶ οἱ αἰσθήσεις, ἡ ὕλη καὶ οἱ ποικίλες ἀνάγκες της ἀπολυτοποιοῦνται. Τότε ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ βιαστεῖ, γιὰ νὰ προλάβει νὰ χαρεῖ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Ἡ ἀγωνία τοῦ τέλους ποὺ ἔρχεται καὶ διαλύει τὰ πάντα σκιάζει τὴν ὕπαρξή του. Καὶ μετὰ τὸ θάνατο, δὲν ὑπάρχει τίποτα. Αὐτὴ εἶναι ρίζα τοῦ μηδενισμοῦ σὲ ὅλη τὴ γυμνότητά του. Ὅμως, εὐτυχῶς γιὰ ἐμᾶς τοὺς πιστούς, ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἐκμηδένιση τοῦ θανάτου καὶ ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς πέρα ἀπὸ τὸν τάφο. Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου μᾶς ὑποδεικνύει μιὰ ζωὴ μὲ νόημα καὶ πληρότητα, μᾶς ὑπόσχεται καὶ μᾶς ἐγγυᾶται τὸ «περισσόν τῆς ζωῆς», τὸ περίσσευμά της καὶ τὴ συνέχειά της στὴν αἰωνιότητα.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ παροῦσα ζωὴ δὲν εἶναι καταπίεση, γιὰ νὰ ὑποτιμήσουμε καὶ νὰ ἀρνηθοῦμε αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ νὰ θελήσουμε ἕναν ἄλλον, ποὺ δὲν γνωρίσαμε. Δὲν εἶναι μιζέρια καὶ περιφρόνηση κάθε ὀμορφιᾶς καὶ χαρᾶς, ὅπως συχνὰ τὴν παραμορφώνουμε. Εἶναι ἀγώνας γιὰ ἀλήθεια, πίστη, ἀγάπη καὶ ἐλπίδα. Εἶναι σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Μιὰ τέτοια ζωὴ ὑπερφαλαγγίζει τὸ φράγμα τοῦ θανάτου καί, τότε, ὄχι μόνο οἱ χαρὲς καὶ οἱ ὀμορφιὲς τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ αὐτὲς οἱ λύπες καὶ τὰ δάκρυά της μεταμορφώνονται λυτρωτικά. Ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔτσι βλέπουμε τὴ ζωὴ μποροῦμε ἐν Χριστῷ νὰ βιώσουμε τὸ θάνατο σὰν ὕπνο ποὺ θὰ μᾶς ξυπνήσει στὴν κοινὴ ἀνάσταση. Ἀμήν.

4.

Ἡ ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (Λουκ. η΄41-56)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀφορᾶ μόνο στὰ θαύματα καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι ἀφορᾶ στὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Στὴν περίπτωση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου βλέπουμε ἕνα παιδὶ ἤδη νεκρό. Ὅλοι τὸ γνωρίζουν. Ὑπάρχει τέτοια βεβαιότητα ὥστε ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, λέει: «Ὄχι! Αὐτὸ τὸ παιδὶ δὲν ἔχει πεθάνει, ἀλλὰ κοιμᾶται», ὅλοι τὸν ἀντικρούουν: «Ὄχι αὐτὸ τὸ παιδὶ ὄντως ἔχει πεθάνει». Καὶ τότε ὁ Χριστὸς μὲ ἕναν λόγο δύναμης, ἀλλὰ μὲ μιὰ πράξη ἀγάπης καλεῖ καὶ πάλι τὸ παιδὶ στὴν ἐπίγεια ζωή.

Δὲν εἶναι αὐτὸ -ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας μας -δὲν εἶναι ἐπίσης καὶ μία ἀλληγορία, καὶ μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τόσες πολλὲς ἀνθρώπινες περιπτώσεις; Πόσο συχνὰ θὰ λέγαμε, «Δὲν ἔχει νόημα νὰ κάνουμε ὁτιδήποτε γι’ αὐτὸ τὸ πρόσωπο, αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἔχει χαθεῖ ἔτσι κι ἀλλιῶς. Δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ κάνει κάποιος γιὰ νὰ σώσει μιὰ δεδομένη κατάσταση, αὐτὴ ἡ περίπτωση εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν σωτηρία. Καὶ πρέπει νὰ θυμόμαστε τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο ὅταν ὁ τελευταῖος εἶπε: «Ποιὸς λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Καὶ ὁ Κύριος τοῦ εἶπε «Ὅ,τι εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο, εἶναι δυνατὸ στὸν Θεό».

Ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα: Ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε καλοὺς λόγους νὰ ἐλπίζουμε, ἀλλὰ ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ μᾶς διακατέχει μιὰ παθιασμένη βεβαιότητα ὅτι ὄχι μόνο ἡ θεϊκὴ ἀγάπη ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη μπορεῖ νὰ φέρει πίσω στὴ ζωὴ αὐτὸ ποὺ χάθηκε. Ἄνθρωποι ποὺ ἔπεσαν μέσα στὴ βαθύτερη ἐγκατάλειψη, ἄνθρωποι ποὺ μᾶς φαίνονται ἀπελπιστικὰ κακοὶ, ἂν συναντήσουν τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη- καὶ ἡ λέξη «θυσιαστικὴ» εἶναι ἀπαραίτητη- τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἴδια θυσιαστικὴ ἀγάπη μέσα μας, μπορεῖ αὐτοὶ νὰ λυτρωθοῦν.

Στὴν περίπτωση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως. Στὶς σχέσεις μεταξύ μας καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μπορεῖ νὰ πάρει χρόνια, χρόνια ὑπομονετικῆς ἀγάπης, χρόνια κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων θὰ δώσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ ἐπίσης θ’ ἀντέχουμε, θ’ ἀντέχουμε ἀτελείωτα, τὰ πιὸ ἀνυπόφορα πράγματα. Καὶ στὸ τέλος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση. Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση σ’ αὐτὴ τὴ γῆ, μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς προσώπου ποὺ θεωρεῖτο ἀπελπισμένο, πέρα ἀπὸ κάθε βοήθεια, καὶ ποὺ ἀρχίζει ν’ ἀλλάζει, καὶ τότε βλέπουμε ἕνα θαῦμα, καὶ εἴμαστε περιχαρεῖς καὶ ἡ ἐλπίδα γίνεται τέλεια καὶ πραγματική, καὶ ἡ χαρὰ γεμίζει τὴν καρδιά μας.

Ὡστόσο ὑπάρχει ἀκόμη ἕνας ἄλλος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπολύτρωση. Ἕνας δυτικὸς θεολόγος κατὰ τὴν περίοδο τοῦ τελευταίου πολέμου, ὅταν τὰ συναισθήματα ἦταν βαθιὰ καὶ ὁ πόνος ἔντονος, εἶπε ὅτι τὰ βάσανα εἶναι τὸ σημεῖο συνάντησης μεταξὺ κακοῦ καὶ ἀνθρωπότητας. Τὰ βάσανα προκαλοῦνται πάντοτε ἀπ’ τὸν ἀνθρώπινο παράγοντα ἀκόμα κι ἂν ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας φεύγει μακριὰ ἀπ’ αὐτὰ καὶ δὲν τὰ ξαλαφρώνει. Καὶ τὰ βάσανα πάντοτε τεμαχίζουν τὴν ψυχὴ ἢ τὸ σῶμα τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ὅταν συμβαίνει, τὸ θύμα χρειάζεται τὴν θεϊκὴ ἀγάπη γιὰ νὰ συγχωρήσει, καὶ μέσα ἀπὸ τὴ συγχώρηση νὰ ξεκάνει τὸ κακό, καὶ νὰ λυτρώσει ἐκείνους ποὺ ἔχουν κάνει κακό.

Ἂς στρέψουμε τὴ σκέψη μας σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Αὐτὴ ἡ σκέψη δὲν μοῦ ἦρθε ἀπ’ τὸ νοῦ, ἀλλὰ στ’ ἀλήθεια οὔτε μέσα ἀπ’ τὴ ζωή μου ποὺ πάντοτε ὑπῆρξε πολὺ εὔκολη γιὰ μένα ὥστε νὰ μπορῶ νὰ μιλῶ κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμως μετὰ τὸν πόλεμο βρέθηκε ἕνα ἔγγραφο σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γράφτηκε πάνω σ’ ἕνα σκισμένο κομμάτι τυλιγμένου χαρτιοῦ ἀπὸ ἕναν ἄντρα ποὺ πέθανε σ’ αὐτὸ τὸ στρατόπεδο. Καὶ ἡ οὐσία αὐτοῦ τοῦ μηνύματος ἦταν μιὰ προσευχὴ στὴν ὁποία ἔλεγε, «Κύριε, ὅταν θὰ ἔλθεις ὡς Κριτὴς ἐπὶ τῆς γῆς, μὴν καταδικάσεις τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς ἔχουν κάνει τόσο ἀπάνθρωπα πράγματα. Μὴν τοὺς τιμωρήσεις γιὰ τὴ σκληρότητά τους καὶ γιὰ τὰ βάσανα ποὺ μᾶς προκάλεσαν, γιὰ τὴ βία τους καὶ τὴν ἀπόγνωσή μας, ἀλλὰ παρατήρησε τὸν καρπὸ ποὺ γεννήθηκε μέσα στὴν ὑπομονή, στὴν ταπείνωση, στὴν καρτερία, στὴ συγχώρηση, στὴν πίστη, στὴν ἀλληλεγγύη. Καὶ ἂς μετρήσουν αὐτοὶ οἱ καρποὶ γιὰ τὴν σωτηρία τους. Μὴν ἐπιτρέψεις ἡ μνήμη μας νὰ εἶναι τρόμος γι’ αὐτοὺς στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ ἂς εἶναι σωτηρία γι’ αὐτούς».

Αὐτὴ εἶναι ἐπίσης ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Καὶ συνδέεται γιὰ μένα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτωλή, λανθασμένη, τυφλὴ ἀντίληψη ποὺ ἐκφράζεται ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους στὸ σπίτι (τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου). Αὐτοὶ κοροϊδεύουν τὸ Χριστό, ἐπειδὴ ξέρουν ὅτι τὸ παιδὶ εἶναι νεκρό, ἡ ἐλπίδα εἶναι περιττή, πνιγμένη στὴν ἀπόγνωση – καὶ ἡ νίκη τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους ποὺ φαίνεται σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀλλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξαπλωθεῖ μὲ τόσους διαφορετικοὺς τρόπους στὶς προσωπικές μας ζωὲς σὲ ἁπλούστατο ἐπίπεδο, καὶ στὶς πιὸ ἡρωικὲς ζωὲς ἀκόμη.

Ἂς τὸ ἀναλογιστοῦμε λοιπόν, καὶ ἂς ἐπιλέξουμε τὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη ποὺ κατακτᾶ. Ἀμήν.

5.

Ἡ θεραπεία κόρης Ἰαείρου καὶ αἱμορροούσης.

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ματθ. 9,18—26. Μάρκ. 5,21—43. Λουκ. 8,40 -56.

Τὰ δύο ταῦτα θαύματα ἔγιναν ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὸ θαῦμα τῶν δαιμονιζομένων τῶν Γερασηνῶν «διαπεράσαντος τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ πλοίῳ εἰς τὸ πέραν, πάλιν συνήχθη ὄχλος πολὺς ἐπ’ αὐτόν». Ὁ Ἰησοῦς δηλαδὴ ἐπιστρέψας ἐκ τῆς πόλεως τῶν Γερασηνῶν διὰ θαλάσσης ἦλθεν εἰς Καπερναούμ. Ἐκεῖ «ἀπεδέξατο αὐτὸν ὁ λαὸς» μετὰ χαρᾶς, διότι «ἦσαν πάντες προσδοκῶντες αὐτόν». Ὁ λαὸς δηλαδή, τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ ὁ Ἰησοῦς ἀναχωρήσας τὴν προηγουμένην ἡμέραν καὶ μεταβὰς εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, τὸν ἀνέμενε καὶ «ἦν παρὰ τὴν θάλασσαν» ἦτο πλησίον τῆς παραλίας τῆς λίμνης. Πόσον διάφορος ἡ διαγωγὴ τούτου ἔναντι τῶν Γεργεσηνῶν! Ὅταν καὶ ἡμᾶς διώκουν τινές, ἄλλοι μᾶς περιμένουν. Ἐκεῖ «ἰδοὺ» αἴφνης «εἷς τῶν ἀρχισυναγώγων» ἕνας ἐκ τῶν πολλῶν ἀρχόντων τῶν Συναγωγῶν τῆς Καπερναοὺμ «ὀνόματι Ἰάειρος» ἐλθών καὶ «πεσών παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ». Ὁ Ἰάειρος οὗτος ἦτο εἶς τῶν ἀρχισυναγώγων, διότι οἱ διευθύνοντες τὴν Ἐβραϊκὴν Συναγωγὴν ἦσαν πολλοί, ὠνομάζοντο ἀρχισυνάγωγοι καὶ ἦσαν ὡς οἱ ἰδικοὶ μας ἐπίτροποι τῶν ἐκκλησιῶν. Ἡ διὰ λόγων καὶ προσκυνήσεων θερμὴ παράκλησις αὕτη τοῦ ἀρχισυναγώγου τούτου ὠφείλετο εἰς τὸ «ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα». Αὕτη κατὰ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφυγεν ὁ ἀρχισυνάγωγος ἀπὸ τὴν οἰκίαν του ἐρχόμενος πρὸς τὸν Ἰησοῦν, «ἐσχάτως εἶχεν, ἀπέθνῃσκεν» ψυχορραγοῦσε. Ὅτε ὅμως ἔφθασεν ὁ ἀρχισυνάγωγος εἰς τὸν Ἰησοῦν, αὕτη κατὰ νεωτέρας πληροφορίας εἶχεν ἀποθάνει. Διά τοῦτο κατὰ τὸν Ματθαῖον ὁ ἀρχισυνάγωγος εἶπεν εἰς τὸν Ἰησοῦν «ὅτι ἡ θυγάτηρ μου ἄρτι ἐτελεύτησεν» μόλις ἀπέθανεν.

Εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν ἦτο ἔκφρασις εὐλογιῶν (Γεν. 48,14). Ταύτην ἐχρησιμοποίει ὁ Κύριος πρὸς θεραπείαν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν τοῦ Κυρίου εἰς τοὺς ἀσθενεῖς ἦτο σύνηθες μέσον θεραπείας Του (1) παρακαλεῖ τὸν Ἰησοῦν ὁ ἀρχισυνάγωγος λέγων «ἐλθών ἐπίθες τὴν χεῖρά σου ἐπ’ αὐτὴν καὶ ζήσεται». Ὁ Ἰησοῦς ὑπακούει εἰς τὴν παράκλησιν καὶ «ἐγερθείς ἠκολούθει αὐτῷ» τὸν ἀρχισυνάγωγον προπορευόμενον εἰς τὸν οἶκόν του. Ὄπισθεν αὐτῶν ἠκολούθουν «οἱ μαθηταί Αὐτοῦ». Ὄπισθεν τῶν μαθητῶν Του «ἠκολούθει ὄχλος πολύς, ὥστε συνέθλιβον καὶ συνέπνιγον αὐτόν». Ἦτο μεγάλος συνωστισμὸς !

Τῆς περιστάσεως ταύτης ἠθέλησε νὰ ἐπωφεληθῇ γυνὴ τις «οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος δώδεκα ἔτη». Τὸ νόσημα τοῦτο θὰ προήρχετο πιθανὸν ἐξ ἀποστήματός τινος τῆς μήτρας. Ἡ γυνὴ αὕτη «πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν» κυρίως ἐμπειρικῶν, κομπογιανιτῶν, ὅπως θὰ ἐλέγομεν σήμερον, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐν ἀφθονίᾳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην «καὶ δαπανήσασα τὰ παρ’ ἑαυτῆς πάντα» ἐξοδεύσασα ὅλην τὴν περιουσίαν της «καὶ μηδὲν» οὐδόλως «ὠφεληθεῖσα ἀλλὰ εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα,» ἀλλὰ χειροτερεύσασα «ἀκούσασα τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου Αὐτοῦ». Πληροφορηθεῖσα δηλαδὴ ἡ γυναῖκα αὕτη τὰ θαύματα καὶ τὴν καλωσύνην τοῦ Ἰησοῦ ἔρχεται πλήρης ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτόν. Ἀναμιχθεῖσα αὕτη εἰς τὸν λαὸν ἔλεγε καθ’ ἑαυτήν: «ἐὰν μόνον ἅψωμαι τῶν ἱματίων Αὐτοῦ, σωθήσομαι». Ἡ γυνὴ αὕτη κρυφίως ἀπεφάσισε νὰ ἐγγίσῃ τὰ ἱμάτια τοῦ Κυρίου λόγῳ τῆς φύσεως τῆς νόσου, τῆς ὁποίας ἡ ἀποκάλυψις ἔφερε ἐντροπὴν εἰς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ τὸν Νόμον Λευϊτ. 15,24—25 ἦτο ἀκάθαρτος καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγγίσῃ. Ἤθελε νὰ θεραπευθῇ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ἰησοῦ καὶ μείνῃ ἀπαρατήρητος ἡ θεραπεία αὕτη. Τοῦτο δεικνύει μεγάλην πίστιν τῆς γυναικός.

Καὶ πράγματι «προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ». Κράσπεδα εἶναι οἱ ἱεροὶ θύσανοι ἐκ λευκοῦ ἐρίου, τοὺς ὁποίους ἔφερον οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὸν νόμον (2) εἰς τὰς τέσσαρας κάτω γωνίας τοῦ ἐπανωφορίου των. Ἀφοῦ ἤγγισε μὲ τὴν πίστιν αὐτὴν ἡ γυνὴ αὕτη, ἡ θεραπεία ὑπῆρξεν ἄμεσος καὶ πλήρης καὶ λίαν αἰσθητὴ εἰς τὴν γυναῖκα ταύτην διότι «ἔγνω τῷ σώματι,» ᾐσθάνθη «ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος», ὅτι ἐθεραπεύθη ἀπὸ τῆς βασανιστικῆς ταύτης νόσου. Ὑπῆρξε πλήρης ἡ θεραπεία, διότι «εὐθὺς ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς» ἔκλεισε ἡ πληγή. Ὑπῆρξε δὲ ἄμεσος ἡ θεραπεία, διότι «παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» ἀμέσως ἐσταμάτησε ἡ αἱμορραγία.

Ὁ Ἰησοῦς «ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν» αἰσθανθείς δηλαδὴ ὁ Κύριος τὴν ἐξ αὐτοῦ ἐξελθοῦσαν θεραπευτικὴν δύναμιν καὶ θέλων νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ, ἵνα ἀμείψῃ τὴν πίστιν τῆς αἱμορροούσης «ἐπιστραφείς τῷ ὄχλῳ λέγει˙ τὶς ἥψατο τῶν ἱματίων;» Ὁ Κύριος διὰ τῆς θείας γνώσεως ἐγνώριζε, ποῖος τὸν ἤγγιζεν. Ἐρωτᾷ ὅμως, ἵνα δηλώσῃ εἰς τὴν γυναῖκα, ὅτι οὐχὶ ἄνευ τῆς γνώσεως καὶ τῆς θελήσεως Του ἐθεραπεύθη αὕτη καὶ ἵνα εἴπῃ ἡ γυναῖκα αὕτη πῶς ἐθεραπεύθη καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον φανῇ ἡ παντοδύναμος θαυματουργικὴ χείρ Του καὶ ἡ θεία παγγνωσία Του καὶ ἵνα μὴ ἐλέγχεται βραδύτερον ὑπὸ τῆς συνειδήσεώς της, ὅτι κρυφίως ἔλαβε τὴν χάριν. «Ἀρνουμένων δὲ πάντων ἔλεγον οἱ μαθηταί αὐτοῦ» καὶ ἰδίᾳ «ὁ Πέτρος» ἐξ ὀνόματος πάντων: «Ἐπιστάτα» Κύριε «οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσὶ σε καὶ λέγεις, τὶς ὁ ἀψάμενός μου;» Οἱ δρόμοι ἦσαν πολλοὶ στενοί, ὁ κόσμος ἦτο πολὺς ἑπομένως ὁ συνωστισμὸς μεγάλος. Ὁ Κύριος ἐπιμένει καὶ λέγει˙ «ἥψατό μου τὶς» κάποιος μὲ ἤγγισεν «ἔγνων γὰρ δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἐξ ἐμοῦ» ᾐσθάνθην δύναμιν θεραπευτικὴν ἐξελθοῦσαν ἐξ ἐμοῦ «καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν», ἔψαχνε νὰ εὕρῃ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν του τὴν ἐγγίσασαν τὸ φόρεμά του.

Ἐνῷ ὁ Κύριος περιέφερεν τὸ βλέμμα του νὰ γνωρίσῃ διὰ τῆς θείας γνώσεως, ποῖος τὸν ἤγγισεν «ἡ γυνὴ εἰδυῖα, ὅ γέγονεν αὐτῇ» ἔχουσα δηλαδὴ συναίσθησιν τῆς θεραπείας της καὶ ἀντιληφθεῖσα «ὅτι οὐκ ἔλαθεν» ὅτι δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ Κυρίου «φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα ἦλθε καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν ἐνώπιον παντός τοῦ λαοῦ, δι’ ἥν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα». Ἡ γυνὴ δηλαδὴ αὕτη νομίσασα, ὅτι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς κλέψασα τὴν θεραπείαν ταύτην καὶ παρανόμως ὡς ἀκάθαρτος ἐγγίσασα Αὐτὸν διὰ τοῦτο τρέμουσα ἀπαγγέλλει ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ λαοῦ, πῶς ἐσκέφθη καὶ πῶς ἐθεραπεύθη, ὁλόκληρον δηλαδὴ τὴν ἱστορίαν τῆς θεραπείας της, πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ, «θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» παιδί μου ἡ πίστις σου σὲ ἔσωσε. «Ὕπαγε εἰς εἰρήνην καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου» πήγαινε στὸ καλὸ καὶ ἔσο ὑγιὴς ἀπὸ τῆς βασανιστικῆς ταύτης αἱμορραγίας.

«Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων, ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου, μηκέτι σκύλλε τὸν Διδάσκαλον» μὴ ἐνόχλει τὸν Διδάσκαλον, διότι ἀπέθανεν ἡ κόρη σου, λέγει ὁ ἀπεσταλμένος πρὸς τὸν ἀρχισυνάγωγον. Οὗτοι δὲν ἐπιστευον, ὅτι ὁ Χριστὸς ἠδύνατο νὰ ἀναστήσῃ τὴν νεκράν, διότι δὲν ἐγνώριζον ἤ ἐλησμόνησαν τὴν ἀνάστασιν τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας ἐν Ναΐν.

Ὁ ἀρχισυνάγωγος λαβών τὴν εἴδησιν ταύτην φαίνεται, ὅτι ἀπεγοητεύθη. Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος «παρακούσας τὸν λόγον λαλούμενον» λέγει τῷ ἀρχισυναγώγῳ «μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε καὶ σωθήσεται» ἡ κόρη σου. «Παρακούσας» τὸν λόγον σημαίνει μὴ δώσεις προσοχὴν εἰς τὸν λόγον τοῦ ἀπεσταλμένου. Ὁ Κύριος συνεχίζει τὸν δρόμον του «καὶ οὐκ ἀφῆκεν οὐδένα» ἄλλον ἐκ τῶν μαθητῶν του «μετ’ Αὐτοῦ συνακολουθῆσαι εἰ μὴ τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν Ἰακώβου». Ἐν τῷ μεταξὺ προχωροῦντες «ἔρχονται εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχισυναγώγου». Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς «θεωρεῖ θόρυβον καὶ κλαίοντας καὶ ἀλαλάζοντας πολλά, τοὺς αὐλητάς, τὸν ὄχλον θορυβούμενον, ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν». Αὐληταὶ ἦσαν οἱ θρηνῳδοὶ ὀργανοπαῖκται, οἱ ὁποῖοι ἔπαιζον θρηνώδη μουσικὰ τεμάχια, ἵνα δίδωσι περισσότερον τόνον εἰς τὸ πένθος. Ἀλαλαγμοὶ ἦσαν οἱ μονότονοι ὀλοφυρμοὶ τῶν ἐπὶ πληρωμῇ θρηνουσῶν γυναικῶν. Καὶ ὁ πτωχότερος Ἑβραῖος ἔπρεπε κατὰ τὴν κηδείαν νὰ ἔχῃ δύο ἐκ τῶν αὐλητῶν τούτων καὶ μίαν μοιρολογίστραν. «Ἐκόπτοντο» σημαίνει ἐκτύπων κεφαλὴν καὶ στῆθος μετὰ κραυγῶν καὶ ὀλολυγμῶν.

Εἰσελθών ὁ Κύριος λέγει πρὸς αὐτούς: «τί θορυβεῖσθε καὶ κλαίετε; Τὸ παιδίον οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Κατεγέλων αὐτοῦ ἐκεῖνοι εἰδότες, ὅτι ἀπέθανε». Πράγματι εἶχεν ἀποθάνει ἡ κόρη αὕτη, ἀλλὰ διὰ τὸν Κύριον ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος. Τόσον εὔκολος εἶναι διὰ τὸν Ἰησοῦν ἡ νεκρανάστασις, ὥστε παρομοιάζεται πρὸς ξύπνημα. Ὁ ὕπνος εἶναι βραχὺς θάνατος καὶ ὁ θάνατος μακρὸς ὕπνος. Οἱ παρευρισκόμενοι περιεγέλων τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀμέσως θὰ γελοιοποιηθοῦν οἱ ἴδιοι. Τὰ γέλοια των βοηθοῦν τὴν θαυματουργικὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, διότι ἀποδεικνύουν τὸν θάνατον τῆς κόρης. Ἑπομένως δὲν ἦτο νεκροφάνεια. Ἄρα ἡ νεκρανάστασις γεγονός. Καὶ ἀμέσως ὁ Κύριος «ἐκβαλών πάντας παραλαμβάνει τὸν πατέρα τοῦ παιδίου καὶ τὴν μητέρα καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ» ἀποστόλους, Πέτρον, Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην «καὶ εἰσπορεύεται» εἰς τὸν θάλαμον «ὅπου ἦν τὸ παιδίον». Ὁ Κύριος παραλαμβάνει τοὺς τρεῖς στενωτέρους του μαθητάς, διότι τόσους μόνον ἐχώρει τὸ δωμάτιον τῆς νεκρᾶς καὶ αὐτοὶ ἦσαν λόγῳ τῆς πίστεώς των οἱ πλέον ἄξιοι, ἵνα ἴδωσι τὴν ἀνάστασιν. Ὁ Κύριος ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐγείρῃ αὐτὴν ἐκ τοῦ ὕπνου «κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων : Ταλιθὰ κοῦμι, ὅ ἔστι μεθερμηνευόμενον, τὸ κοράσιον, σοὶ λέγω ἔγειρε. Τὸ πνεῦμα αὐτῆς ἐπέστρεψε, ἀνέστη παραχρῆμα καὶ περιεπάτει».

Εἰς βεβαίωσιν τῆς πλήρους καὶ ἀμέσου νεκραναστάσεως «ὁ Κύριος διέταξε δοθῆναι αὐτῇ φαγεῖν» διέταξε ἡ κόρη νὰ φάγῃ. Μετὰ ταῦτα «ἐξέστησαν εὐθὺς ἐκστάσει μεγάλη» ἐξεπλάγησαν ὑπερβολικῶς «οἱ γονεῖς αὐτῆς» ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ παριστάμενοι, διότι ἀμέσως ἠγέρθη καὶ περιεπάτει! «ὁ δὲ Κύριος παρήγγειλε μηδενί εἰπεῖν τὸ γεγονὸς» ταπεινοφρονῶν καὶ ἵνα μὴ ἐξάψῃ τὰς μεσσιανικάς ἰδέας τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐμποδίσωσι τὸ ἔργον αὐτοῦ. Παρ’ ὅλην τὴν διαταγὴν ταύτην ἡ «φήμη ἐξῆλθεν εἰς ὅλην τὴν γῆν ἐκείνην». Ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος σημειώνει διὰ τὴν ἡλικίαν τῆς κόρης λέγων ὅτι «ἦν ἐτῶν δώδεκα» ἦτο 12 ἐτῶν. Ἤγγισεν ὁ Κύριος μόνον καὶ ἀνέστησεν αὐτήν. Ἤγγισεν ἡ αἱμορροοῦσα τὸ ἄκρον τοῦ ἐπανωφορίου του καὶ ἐθεραπεύθη. Πόσην δύναμιν θαυματουργικὴν ἔχουσιν ἡ ἀφὴ τῆς χειρός του καὶ τὸ ἔνδυμά του! Ὁμοίως καὶ σήμερον τὰ Ἅγια λείψανα!

Ἐπὶ δύο γυναικῶν ὁ Κύριος θαυματουργεῖ. Ἡ μία ἔπασχε ἐξ ἀνιάτου νόσου, ἡ ἄλλη ἦτο θῦμα τραγικοῦ θανάτου. Ἡ μία ἦτο κόρη, ἡ ἄλλη γυνή. Ἡ κόρη ἦτο ἡλικίας δώδεκα ἐτῶν, ἡ γυνὴ εἶχεν ἐπὶ 12 ἔτη αἱμορραγίαν. Ἡ γυνὴ δαπανήσασα ὅλην τὴν περιουσίαν της ἐπείσθη περὶ τοῦ ἀνιάτου τῆς νόσου ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. Διά τὴν ἄλλην εἰς ἔνδειξιν οὐδεμιᾶς ἐλπίδος οἱ συγγενεῖς της ἔκλαιον καὶ ἐκόπτοντο. Περιεγέλων δὲ τοῦ Κυρίου, ὅταν ἤκουσαν, ὅτι δὲν ἀπέθανεν ἀλλὰ κοιμᾶται.

Τὸ ἔργον τῆς θεραπείας τῆς νόσου καὶ ἀναστάσεως ἐκ νεκρῶν εἶναι τόσον μέγα, ὥστε οὐδεμία ἀμοιβὴ ἦτο ἀξία νὰ δοθῇ δι’ αὐτό. Ὡς μόνη ἀμοιβὴ θεωρεῖται ὑπὸ τοῦ Κυρίου λίαν ἱκανοποιητικὴ ἡ πίστις, ἤτοι ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἀναγνώρισις, εὐγνωμοσύνη, εὐχαριστία διὰ τὸ θεῖον του ἔργον. Διά τοῦτο ἡ ἀδιαφορία καὶ ἀπιστία τῶν τότε Ἑβραίων ἦτο ἀξιοκατάκριτος, διότι αὕτη ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἀχαριστία. Σὲ ἕνα τόσον μεγάλο ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐτέλει ὁ Κύριος, ἐκεῖνοι δὲν ἠδύναντο βέβαια νὰ δώσουν καμμίαν ἀμοιβήν, ἀλλὰ οὔτε διὰ τῆς πίστεως τὸ «εὐχαριστῶ»! Ὁποία ἀχαριστία!

Ὁ Κύριος, ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, θεραπεύει τὴν μίαν ἐκ τῆς ἀνιάτου νόσου, τὴν δὲ ἄλλην ἀνιστᾷ ἐκ τοῦ θανάτου. Πῶς; Κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴν ἡ αἱμορροοῦσα «ἥψατο τοῦ κρασπέδου καὶ «ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος», ἐσταμάτησεν ἡ αἱμορραγία. Μεγάλη ἡ εὐλάβειά της ! Ἡ δευτέρα ἀνέστη χάριν τῆς πίστεως τοῦ πατρός της. Ἑπομένως ἔχομεν δύο θέματα : Εὐλάβειαν τῆς αἱμορροούσης καὶ πίστιν τοῦ Ἰαείρου.

Θέμα: α) Εὐλάβεια αἱμορροούσης καὶ ἡμῶν.

Αον) Ἡ Αἱμορροοῦσα

Ἐπὶ τὴν αἱμορροοῦσαν διακρίνομεν ἐξωτερικὴν εὐλάβειαν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν πίστιν.

1) Ἡ εὐλάβεια, εὐγένεια τῆς ψυχῆς της καταφαίνεται ἐκ τῆς πρὸς τὸν Σωτῆρα συμπεριφορᾶς της. Εὐλαβὴς κατὰ λέξιν λέγεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος «εὖ λαμβάνει», πιάνει μετὰ προσοχῆς κάτι, ὁ καθ’ ἡμᾶς εὐγενής. «Ἥψατο», «κρασπέδου», «λάθρᾳ» καὶ «τρέμουσα» ἰδοὺ τὰ κύρια σημεῖα τῆς εὐλαβείας τῆς αἱμορροούσης. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἂν ὄχι ἀνευλαβῶς, ἀπροσέκτως ὅμως «συνέχουσι καὶ συνθλίβουσι τὸν Ἰησοῦν» κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ἀπ. Πέτρου, ἐκείνη ἥψατο μόνον, ἤγγισε διὰ τοῦ ἄκρου τῶν δακτύλων της τὸν Ἰησοῦν! Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν ὄχλον, κατὰ τὸν Λουκᾶν, ὁ ὁποῖος «συνέπνιγε τὸν Ἰησοῦν» ἐκείνη ἥψατο διὰ τοῦ ἄκρου τῶν δακτύλων της ὄχι κεφαλήν, χεῖρας, ἀλλὰ τὸ κράσπεδον, τὴν φοῦνταν τοῦ φορέματος τοῦ Κυρίου, τὸ ἄκρον τοῦ ἐνδύματός του, ποὺ ἐσύρετο κατὰ γῆς. Ὥστε διὰ τῶν ἄκρων δακτύλων της τὸ εὐτελέστερον ἄκρον τοῦ ἐνδύματος τοῦ Κυρίου! Ὁποία εὐλάβεια !

Ὄχι μόνον «ἥψατο» ἤτοι ἤγγισε τὰ εὐτελέστερα ἄκρα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ κρυφά, λάθρᾳ καὶ ὄπισθεν τοῦ Κυρίου εὑρισκομένη ἐν ἀγνοίᾳ τῶν Ἀποστόλων καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ Κυρίου ὡς ἀνθρώπου. Διά τοῦτο ὁ Κύριος ἐρωτᾷ, «τὶς ὁ ἀψάμενός μου;» ἐντεῦθεν ἡ ἀπάντησις τῶν Ἀποστόλων «ὁ ὄχλος συνέχουσι καὶ συνθλίβουσι….» Ὅταν ὅμως ὁ Ἰησοῦς ὡς Θεὸς διεβεβαίωνεν ὅτι κάποιος τὸν ἤγγισεν, «ἰδοῦσα ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθεν» ἔρχεται καὶ τρέμουσα πίπτει εἰς τοὺς πόδας του καὶ ὁμολογεῖ τὴν πίστιν της καὶ εὐγένειάν της. Μεγάλη ἡ συστολὴ τῆς γυναικὸς !

2) Ἡ ἐσωτερικὴ πίστις. Τὰ ἀνωτέρω δὲν ἦσαν ξηροὶ τύποι, ἐξωτερικὰ τινα ψιμμύθια. Ἦσαν γεμᾶτα ἀπὸ ψυχικὸν πλοῦτον ἀγάπης, σεβασμοῦ, ἀφοσιώσεως καὶ ἰδίως πίστεως πρὸς τὸν Σωτῆρα. Ὅσον κρυφά, δειλὰ καὶ ἐγγίζουσα μόνον προσέρχεται εἰς τὸν Σωτῆρα, τόσον περισσότερον σεβασμὸν δεικνύει δι’ αὐτῶν εἰς τὸν Χριστόν, ἀγάπην, πίστιν. Ἡ τρομάρα της δὲν εἶναι δεῖγμα ἀπιστίας, ἀλλὰ σεβασμοῦ καὶ λατρείας. Ἡ ὄπισθεν τοῦ Κυρίου καὶ ἐν ἀγνοίᾳ Ἐκείνου κάμψις τῆς σπονδυλικῆς στήλης της, ἵνα ἐγγίσῃ μόνον καὶ ἡ ἐνώπιόν Του καὶ ἐν γνώσει τοῦ Κυρίου κάμψις τῆς σπονδυλικῆς στήλης καὶ γονάτων της, ἵνα προσκυνήσῃ τρέμουσα τὸν Σωτῆρά της, εἶναι δείγματα τοῦ ψυχικοῦ πλούτου, τὸν ὁποῖον πολὺ ἤ ὀλίγον ἐστερεῖτο ὁ λαός, ὁ ὁποῖος συνέπνιγε, συνέθλιβεν αὐτόν. Τόσον ψυχικὸν πλοῦτον πίστεως εἶχεν αὕτη, ὥστε ἐνόμιζεν, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ του θὰ θεραπευθῇ! Τόσον πλοῦτον πίστεως εἶχεν, ὥστε ἂν καὶ οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχεν ἴδῃ τοιαύτην συμπεριφοράν, τὴν ἐσκέφθη αὐτή! Τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἰπών αὐτῇ, «ἡ πίστις σου σέσωκε σε». Τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι «παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» ἀμέσως ἐθεραπεύθη.

Δεῖγμα δὲ τῆς εὐσεβείας καὶ εὐγνωμοσύνης, τοῦ ψυχικοῦ τούτου πλούτου τῆς γυναικὸς ταύτης εἶναι τὸ ἱστορικόν, τὸ ὁποῖον διηγεῖται περὶ αὐτῆς ὁ ἱστορικός τῆς ἐκκλησίας Εὐσέβιος. Οὗτος λέγει, ὅτι ἐν Καισαρείᾳ τῆς Φιλίππου εἶδεν ἰδίοις ὄμμασι ἐν τῷ ἄνω μέρει τῆς θύρας τῆς οἰκίας, ἐν ᾖ κατῴκει ἡ αἱμορροοῦσα ἄγαλμα ἐκ χαλκοῦ παριστάνον τὸν Κύριον θεραπεύοντα τὴν αἱμορροοῦσαν. Τὸ ἄγαλμα τοῦτο εἶχε κατασκευασθῆ δαπάναις τῆς ἰδίας. Ὥστε ἡ αἱμοροοῦσα ἦτο εὐγενής τοὺς τρόπους καὶ τὴν ψυχὴν πρὸς τὸν Θεάνθρωπον.

Βὸν) Ἡμεῖς; Πρέπει νὰ εἴμεθα εὐλαβεῖς καὶ εὐγενεῖς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους τύποις καὶ οὐσία.

Εὐλαβεῖς πρὸς τὸν Θεόν. Ὅταν πρόκηται νὰ λάβωμεν τὸ ἀντίδωρον κατὰ τὸ τέλος τῆς θείας λειτουργίας, νὰ κοινωνήσωμεν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κατὰ τὰς Μεγάλας ἑορτάς, νὰ προσκυνήσωμεν τὸν Σταυρὸν κατὰ τὴν Μ. Παρασκευήν, τὴν εἰκόνα τῆς Πολιούχου κατὰ τὴν μνήμην της, ὁμοιάζομεν πρὸς τοὺς Ἰουδαίους τῆς παραβολῆς ταύτης, οἱ ὁποῖοι συνέπνιγον, συνέθλιβον τὸν Ἰησοῦν. Καὶ ἡμεῖς συμπνίγομεν καὶ συμπνιγόμεθα, σπρώχνομεν καὶ σπρωχνόμεθα. Παρατηρήσατε, πῶς μπαίνουν καὶ πῶς βγαίνουν μερικοὶ ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, Νομίζουν, ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι καφενεῖον ἤ ἐκλογικὸν κέντρον. Δὲν τηροῦν τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον τηροῦν εἰς μίαν κοσμικὴν συγκέντρωσιν ἤ εἰς τὸ σπίτι ἑνὸς σεβαστοῦ συμπολίτου των ἤ πολιτικοῦ ἄρχοντος. Ἄλλοι νομίζουν τὴν ἐκκλησίαν κατάλληλον ὄχι διὰ περισυλλογήν καὶ τόπον εὐλαβείας ἀλλὰ τόπον ἀνευλαβοῦς προκλήσεως, κοσμικῆς ἐπιδείξεως, ἀπροσεξίας, ῥεμβασμοῦ, περιέργου περιφορᾶς βλεμμάτων, συνομιλιῶν, συζητήσεων, συνάψεως συνοικεσίων. Τί δὲ νὰ εἴπωμεν διὰ τὰς ἀκολουθίας τῶν χαιρετισμῶν, τῶν παθῶν τῆς Μεγάλης ἑβδομάδος, τοῦ ἐπιταφίου, τοῦ Πάσχα, ὅπου ὁ θόρυβος, τὰ σπρωξίματα, οἱ ἀκατανόμαστοι σκόπιμοι συνωστισμοὶ μολύνουν τὸν τύπον τότε καὶ τὴν μνήμην μας τώρα. Τότε τὰ μπαινοβγαίματα ἀπὸ τοὺς ναοὺς τὰ παντὸς εἴδους πυροτεχνήματα, αἱ θορυβώδεις καὶ ἐπικίνδυνοι ἐκρήξεις πολλάκις καὶ ἐντός τοῦ Ναοῦ κατὰ τὴν περιφορὰν τοῦ ἐπιταφίου! Πόσα ἐγκλήματα κατὰ τὴν περιφορὰν τοῦ ἐπιταφίου!

Τοῦτο οὔτε εὐλάβεια εἰς τὸν Θεόν, οὔτε εὐγένεια εἰς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι. Τοὐναντίον ! Εἶναι δεῖγμα μὴ ἐσωτερικοῦ καταρτισμοῦ, λείπει τὸ βάθος, ἡ πραγματικὴ πίστις, ὁ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλος, ἡ λεπτότης ἐκείνη ἡ χριστιανικὴ ἡ παρατηρηθεῖσα εἰς τὴν αἱμορροοῦσαν τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ ὁποία μόνον ἥψατο καὶ τοῦτο λάθρᾳ, μόνον τοῦ κρασπέδου καὶ τρέμουσα ἀνήγγειλε ταῦτα εἰς τὸν Ἰησοῦν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πραγματικὴ ψυχικὴ εὐλάβεια θὰ εὕρῃ τρόπους λεπτοὺς πρὸς ἔκφρασιν, ὅπως εὗρε καὶ ἡ τῆς αἱμορροούσης.

Ἀλλὰ ἡ ἰδία ἐξωτερικὴ καὶ ἐσωτερικὴ εὐλάβεια καὶ ψυχικὴ εὐγένεια πρέπει νὰ εἶναι πρὸς τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶναι φωτογραφίαι τοῦ Θεοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ. Ἀκροθιγῶς ἥψατο ἡ αἱμορροοῦσα καὶ εὗρε θεραπείαν ἡ ἰδία καὶ συνεκίνησε τὸν Ἰησοῦν. Ἡ λεπτότης εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θίγει χορδάς τῆς ψυχῆς, τὰς ὁποίας δὲν ἀγγίζουν κἄν φωνές, σπρωξίματα, σκοτωμοί. Νὰ ἀφίνῃς πολλάκις νὰ ἐννοῇ ὁ ἄλλος πολλά, λέγων ὀλίγα καὶ ταῦτα εὐγενῶς, εἶναι προτιμότερον τοῦ σοφωτέρου καὶ ἁγνοτέρου ἐλέγχου. Γλυκύτερον πρᾶγμα ἀπὸ τὴν σκέψιν, ὅταν αὕτη ἐρευνᾷ τὸν ἑαυτόν μας, δὲν ὑπάρχει. Κάμε τὸν ἄλλον νὰ αἰσθάνεται δύναμιν ἐν ἐαυτῷ, σκέψιν συγκινοῦσαν τὸ βάθος του διὰ τῆς ἄκρης τῆς χειρὸς θίγων τὰ μύχια τῆς καρδίας Μὴ ἀρκούμεθα εἰς τύπους τινὰς εὐγενείας ἐξαντλοῦντες πᾶσαν τὴν εὐγένειαν μέσα εἰς ἕνα pardon, if you please, bitte κ.λ.π. σὲ ὑποκλίσεις ξηράς γενομένας. Ὄχι! Ὅταν τὸ βάθος εἶναι βαθύ, δι’ ὀλίγων λέγει καὶ πολλά.

Ἂς μάθωμεν λοιπὸν νὰ εἴμεθα εὐλαβεῖς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εὐγενεῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.

Θέμα: β) Ἡ πίστις Ἰαείρου καὶ ἡμῶν.

Α) Ἡ πίστις τοῦ Ἰαείρου. Οὗτος ἔδειξε μεγάλην πίστιν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἦτο Ἀρχισυνάγωγος δηλαδὴ προϊστάμενος τῆς Συναγωγῆς τῆς Καπερναοὺμ καὶ ἑπομένως ἡ μεγαλυτέρα Ἰουδαϊκὴ Ἀρχὴ τοῦ τόπου. Οἱ συνάδελφοί του Φαρισαῖοι διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὸν λαὸν ἀπὸ τοῦ νὰ πιστεύσῃ εἰς τὸν Ἰησοῦν ἰσχυρίζοντο καὶ ἔλεγον˙ «Μὴ τις τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς Αὐτόν; Ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος!» (Ἰωάν. 7,48). Ἡ πίστις λοιπὸν αὐτοῦ εἶναι σπάνιον φαινόμενον λόγῳ τῆς θέσεώς του. Ἀλλὰ ἡ πίστις τοῦ Ἰαείρου προχωρεῖ. Μερικοὶ χριστιανοὶ στέλλουν δευτερεύοντα πρόσωπα διὰ νὰ προσευχηθοῦν εἰς τὴν ἐκκλησίαν διὰ τὸν ἄρρωστόν των. Ὁ Ἰάειρος δὲν ἔστειλε ἄλλους νὰ παρακαλέσουν τὸν Χριστόν, ἀλλὰ μετέβη ὁ ἴδιος. Μεταβὰς δὲ δὲν ἵστατο ὄρθιος παρακαλῶν Αὐτόν, ἀλλὰ «πεσών παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρακαλεῖ Αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ». Τόσον ἡ γονυπετὴς θέσις τοῦ Ἀρχισυναγώγου, ὅσον καὶ ἡ ἐπὶ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα ἱκεσία του «παρεκάλει», φανερώνουσι τὴν πίστιν του πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστόν. Ἀπεσταλμένοι ἐκ τοῦ οἴκου του ἀγγέλλουσιν, ὅτι ἀπέθανεν ἡ θυγάτηρ του, ἂς μὴ ἐνοχλῇ τὸν Διδάσκαλον. Ὁ Ἰάειρος ἐταράχθη, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ Κύριος μόνον ἀσθενεῖς δύναται νὰ θεραπεύσῃ ὄχι ὅμως καὶ νεκροὺς νὰ ἀναστήσῃ. Ἀκούσας ὅμως τὸν Ἰησοῦν «μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε» ἀκούει τὸν Χριστὸν καὶ ὄχι τοὺς ἄλλους καὶ τὴν γνώμην των ποὺ εἶχον διὰ τὸν Χριστόν. Φθάνουν εἰς τὸ σπίτι. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι κατεγέλων τὸν Ἰησοῦν πεπεισμένοι ὅτι ἀπέθανεν ἡ κόρη, ὁ πατὴρ ἀκούει τὸν Ἰησοῦν καὶ ὁδηγεῖ Αὐτὸν εἰς τὸν νεκρικὸν θάλαμον τῆς κόρης. Ἡ ἀμοιβὴ ἦτο πλουσία ! Ὁ ἀρχισυνάγωγος ἔδειξε πίστιν καὶ ἠμείφθη. Καὶ πράγματι! Ἡ ἀπιστία εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀναισθησία καὶ ἀχαριστία, ἡ δὲ πίστις εἶναι εὐγνωμοσύνη.

α) Ἀπιστία. Ἀποροῦν τινες καὶ λέγουν, διατὶ ἡ ἀπιστία εἰς τὸν Χριστὸν εἶναι τόσον κακόν, ὥστε νὰ καταφέρωνται κατὰ τῶν ἀπίστων τόσαι ἀπειλαὶ αἰωνίας τιμωρίας; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος, λέγουν, νὰ κρίνω οὕτως ἤ ἄλλως τὰ πράγματα ; Ἀπαντῶ: ἡ ἀπιστία εἶναι ἀναισθησία. Διότι, ὅταν διέλθῃ τις τὴν αἰωρουμένην γέφυραν τοῦ Μπροῦκλιν εἰς Ἀμερικήν, θὰ προσέξῃ καὶ θὰ θαυμάσῃ τὸ μεγαλούργημα ἐκεῖνο τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Ὅταν κατὰ πρώτην φορὰν ἀκούσῃ τις τὸ ῥαδιόφωνον, τὸν ἀσύρματον, θὰ αἰσθανθῇ ἐντός του νὰ ἐγείρεται τὸ ἐνδιαφέρον τῆς προσοχῆς καὶ θαυμασμοῦ. Ἐὰν παρέρχεται τὰ πράγματα αὐτὰ χωρὶς προσοχήν, ἐνδιαφέρον, στερεῖται τῆς στοιχειώδους εὐπάθειας, εἶναι ἀναίσθητος. Πόσον ὑπερέχει τούτων τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ Μοναδικὸν Θαῦμα εἰς τὴν Ἱστορίαν ! Καὶ ἂν εἶναι ἀναισθησία ἡ μὴ συγκίνησις, ἡ ἀδιαφορία στὰ προϊόντα τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, πόση ἀναισθησία καὶ ψυχικὴ πώρωσις εἶναι ἡ ἀδιαφορία τῶν ἀπίστων, ἡ ἀπιστία εἰς τὸ θεῖον τοῦ Σωτῆρος ἔργον; Ἐὰν ἀναίσθητος εἶναι ὁ μὴ θαυμάζων τὴν γέφυραν τοῦ Μπροῦκλιν, πόσῳ μᾶλλον ἀναίσθητος εἶναι ὁ μὴ θαυμάζων τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν θάνατον γέφυραν γῆς καὶ Οὐρανοῦ; Ἡ ἀπιστία εἶναι καὶ

β) Ἀχαριστία. Τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσον μέγα, ὥστε οὐδεμία ἀνθρωπίνη ἀμοιβὴ δύναται νὰ ἀμείψῃ. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον πρὸς οὐδένα˙ ἀφορᾷ πάντα καὶ εἰς τὸ καίριον καὶ κυριώτατον σημεῖον, τὴν ζωήν μας καὶ ταύτην αἰωνίαν, ἐν ᾧ ἡ γέφυρα τοῦ Μπροῦκλιν δυνατὸν νὰ μὴ ἐξυπηρετήσῃ ἡμᾶς προσωπικῶς. Ἐνώπιον τοιούτου ἔργου ἡ ἀδιαφορία τῶν ἀπίστων εἶναι ἀναισθησία εἰς τὸν ὕψιστον βαθμόν, ἀλλὰ καὶ ἀχαριστία χειρίστη, διότι τόσον χυθὲν θεϊκὸν αἷμα χάριν ἡμῶν παραθεωρεῖται. Καὶ ἄλλο παράδειγμα. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι σὺ ὁ ἀναγνώστης εἶσαι κάτοικος Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τινὰ πόλεμον ἤ σεισμὸν κατεστράφησαν ἐκ θεμελίων. Ἔρχεται ὅμως μία μεγάλη δύναμις λ.χ. ἡ Ἀμερικὴ καὶ μὲ ἕνα σχέδιον Μάρσαλ κτίζει τὴν Ἀθήνα ὡραιοτέραν ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἦτο πρὶν καταστραφῇ. Σὺ ὁ κάτοικος Ἀθηνῶν εἰσέρχεσαι εἰς μίαν καινούργια Ἀθήνα καὶ ἐπειδὴ δὲν δύνασαι νὰ πληρώσῃς τὴν ἀνακαινισθεῖσαν πόλιν ἤ τὸν οἶκόν σου, σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ καθίσῃς δωρεάν. Ἂν δὲν αἰσθανθῇς τὴν εὐγνωμοσύνην σου διὰ τὴν τοιαύτην δωρεάν, δὲν θὰ εἶσαι ἀναίσθητος καὶ ἀχάριστος ; Αἴ! Πολὺ περισσοτέρα ἀναισθησία καὶ ἀχαριστία εἶναι ἡ ἀπιστία εἰς τὸ ἔργον τοῦ Σωτῆρος, τὸ ὁποῖον εἴτε πιστεύομεν εἴτε ὄχι ζῶμεν ὀλίγον ἤ πολὺ εἰς τὴν εὐτυχίαν του, διότι ὁ γύρω μας κόσμος εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ἔργα χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ.

γ) Ἡ πίστις. Τοὐναντίον εἶναι δεῖγμα εὐαισθησίας καὶ τοῦτ’ αὐτὸ εὐχαριστία. Πιστεύω εἰς τὸν Χριστόν, σημαίνει ἀναγνωρίζω τὸ μεγάλον ἔργον Του. Ἡ καρδία μου εἶναι εὐπαθὴς εὐαίσθητος, εὐγνώμων πρὸς Ἐκεῖνον, διότι τόσον ἐνδιεφέρθη δι’ ἐμέ, ὥστε νὰ σταυρωθῇ. Εἶναι τόσον μέγα τὸ ἔργον Του, ὥστε καμμίαν ἄλλην ἀμοιβὴν δὲν δύναμαι νὰ δώσω εἰς Ἐκεῖνον παρὰ τὴν πίστιν μου, τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἔργου Του! Ὅπως ὡς ἀρχηγὸς ζωῆς καὶ θανάτου ὁ Κύριος ἀπήλλαξε τῆς ἀνιάτου ἀλλὰ προσκαίρου νόσου τὴν αἱμορροοῦσαν καὶ τοῦ θανάτου τὴν δωδεκαετῆ κόρην, οὕτω δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ καὶ ἡμᾶς τῆς πολυχρονίου, ἀνιάτου ἀνθρωπίνης ἁμαρτίας, ἐφ’ ὅσον ζῶμεν καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου, τῆς κολάσεως, ὅταν ἀποθάνωμεν! Ὡς ὅρον δὲ τῆς ἀπαλλαγῆς ζητεῖ τὴν πίστιν ἤτοι τὴν εὐαισθησίαν καὶ εὐγνωμοσύνην εἰς τὸ μεγάλον τοῦτο διπλοῦν ἐν ἡμῖν ἔργον Του. Ζητεῖ νὰ προσέλθωμεν πρὸς Αὐτόν, ὅπως προσῆλθεν ἡ αἱμορροοῦσα καὶ ὁ πατὴρ τῆς κόρης ὁμολογοῦντες τὴν ἀδυναμίαν μας καὶ τὴν κυριότητά Του. Τὰ δυστυχήματα τῆς ζωῆς πρέπει νὰ μᾶς σπρώχνουν πρὸς τὸν Ἰησοῦν, ὅπως ἔσπρωξαν τὴν αἱμορροοῦσαν καὶ τὸν Ἰάειρον. Ὡραῖον παράδειγμα τούτου εἶναι τὸ ἑξῆς:

Κάποτε ἕνας τσοπάνης εἶχεν ἑτοιμάσει καλὴν τροφὴν εἰς τὴν μάνδραν του διὰ τὰ πρόβατά του. Ἄνοιξε λοιπὸν τὴν θύραν διάπλατα καὶ ἤρχισαν νὰ μπαίνουν τὰ πρόβατα. Μία ὅμως προβατίνα μὲ τὰ ἀρνάκια της δὲν ἔμπαινε. Ἐὰν ἔμενεν ἔξω, θὰ ἐχάνετο. Ὁ ποιμὴν μὲ ἕνα ἀπότομον πήδημα ἅρπαξε τὸ ἀρνάκι καὶ ἔτρεξεν εἰς τὴν μάνδραν. Ἡ προβατίνα, ὅταν εἶδε νὰ μεταφέρουν τὸ ἀρνάκι εἰς τὴν μάνδραν, ἐτρεξεν ὄπισθεν βελάζοντας καὶ ἐμπῆκεν εἰς τὴν μάνδραν. Τὸ ἴδιον κάμνει καὶ ὁ Θεός, ὅταν πλανώμεθα μακρὰν Αὐτοῦ. Ἁρπάζει κἄποιο προσφιλές μας πρόσωπον καὶ μᾶς φέρει ὡς ἄλλος ποιμὴν εἰς τὴν μάνδραν του, εἰς τὴν Βασιλείαν του.

(1) 6,5 – 7,23 – 8,23

(2) Ἀριθμοὶ 15,38-39

6.

Κυριακή Ζ΄ Λουκά: Δυο θαύματα πίστης.

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου στο 16ο Δ. Σχ. Λάρισας.

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ: Όταν επέστρεψε ο Κύριος στην Καπερναούμ, Τον υποδέχθηκαν πλήθη λαού, που ανυπομονούσε να Τον δει. Ανάμεσά τους, ο Ιάειρος, άρχοντας της Συναγωγής. Μόλις Τον είδε, έπεσε στα πόδια Του παρακαλώντας Τον να έλθει στο σπίτι του, γιατί η δωδεκάχρονη μοναχοκόρη του ήταν βαριά άρρωστη, ετοιμοθάνατη. Ο Κύριος σπλαχνίστηκε τον πατέρα κι αμέσως τον ακολούθησε. Στο δρόμο όμως τα πλήθη του λαού Τον πίεζαν ασφυκτικά. Κάποτε, έγινε κάτι που κανείς από τα πλήθη δεν το αντελήφθη. Μία γυναίκα που υπέφερε δώδεκα χρόνια από αιμορραγία, χωρίς να βρει πουθενά ίαση, πλησίασε τον Κύριο κρυφά από πίσω, μη θέλοντας να φανερώσει το νόσημά της, άγγιξε την άκρη του ενδύματός του Κυρίου ελπίζοντας στο θαύμα. Ντρεπόταν για την αρρώστια, επειδή ενόμιζε ότι είναι ακάθαρτη, σύμφωνα και με το νόμο της Π. Διαθήκης. Και πράγματι, αμέσως το θαύμα έγινε, σταμάτησε η αιμορραγία της! Τότε ο Κύριος άρχισε να ρωτά: Ποιος με άγγιξε; Κι επειδή κανείς δεν αποκρινόταν, είπαν οι μαθητές: “Διδάσκαλε, τόσα πλήθη λαού Σε έχουν περικυκλώσει και Σε πιέζουν, κι Εσύ ρωτάς: ποιος με άγγιξε;” Μα ο Κύριος επιμένει: “Κάποιος με άγγιξε. Αισθάνθηκα να βγαίνει από πάνω μου δύναμη θαυματουργική”. Τότε η γυναίκα, ήλθε τρέμοντας κι αφού έπεσε γονατιστή, ομολόγησε μπροστά σ’ όλους το θαύμα. Και ο Κύριος της είπε:” Κόρη μου, η πίστη σου σε έχει θεραπεύσει. Πήγαινε στο καλό”.

Η ΠΙΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ: Ο Κύριος ασφαλώς ήξερε ποιος Τον άγγιξε. Αλλά ήθελε να δείξει ότι δεν αγνοούσε το γεγονός κι ότι η γυναίκα αυτή δεν “υπέκλεψε” τη θεραπεία της, αλλά την έλαβε από την πανάγαθη θέλησή Του, επειδή εκείνη έδειξε μεγάλη πίστη. Αυτήν ακριβώς την πίστη της ήθελε να επιβραβεύσει, για να διδαχθεί το πλήθος και, πολύ περισσότερο, ο σκληρά δοκιμαζόμενος αρχισυνάγωγος. Ακόμη, έτσι ο Κύριος κάνει τη γυναίκα αυτή αιώνιο παράδειγμα πίστεως. Την ονομάζει «κόρη του», διότι με την πίστη αυτή η γυναίκα δεν βρήκε μόνο τη θεραπεία του σώματός της αλλά κυρίως τη σωτηρία της ψυχής της. Πίστεψε ολοκληρωτικά στον Κύριο και έγινε αγία της Εκκλησίας μας, η αγία Βερονίκη, και σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή της διακήρυττε το θαύμα του Κυρίου. Και μας εμπνέει η αγία Βερονίκη να έχουμε κι εμείς την πίστη, τη βεβαιότητά της, ότι μόνο στον Χριστό μπορούμε να βρούμε λύτρωση και σωτηρία. Ακόμη κι όταν καταφεύγουμε στους γιατρούς, να έχουμε τη βεβαιότητα ότι ο Χριστός είναι ο μέγας ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας.

ΠΙΣΤΗ ΠΟΥ ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΙ: Καθώς ο Κύριος συνέχιζε την πορεία του, ήλθε κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου λέγοντάς του: “Η κόρη σου πέθανε· μην κουράζεις άλλο τον διδάσκαλο”. Τι θα ένιωσε τη φοβερή εκείνη ώρα ο δύστυχος πατέρας; Όμως ο Κύριος, ακόυγοντας την είδηση, του είπε: “Μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί η κόρη σου”. Όταν έφθασε στο σπίτι του Ιαείρου, αντίκρισε ένα σπαρακτικό θέαμα. Έκλαιγαν όλοι χτυπώντας τα στήθη και τα κεφάλια τους για τη νεκρή. Όμως, Αυτός τότε τους είπε: “Μην κλαίτε· δεν πέθανε, αλλά κοιμάται”. Εκείνοι δυσπιστούσαν και τον περιγελούσαν. Αυτός όμως, αφού τους έβγαλε όλους έξω, άφησε να μείνουν στο δωμάτιο της νεκρής μόνο ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και οι γονείς του παιδιού. Εκεί ο Κύριος έπιασε το χέρι του κοριτσιού και φώναξε: “Κόρη, σήκω επάνω!”. Η στιγμή συγκλονιστική: Το πρόσωπο της μικρής ροδίζει, τα ακίνητα πριν μάτια της ανοίγουν, η χλωμάδα του θανάτου σβήνει και το φως της ζωής επανέρχεται! Οι γονείς κοιτούν εκστατικοί, γεμάτοι ασυγκράτητη χαρά. Κι Εκείνος τους προστάζει να δώσουν στη μικρή φαγητό. Ακόμη τους είπε να μην πουν σε κανένα το γεγονός, διότι θα ερεθιζόταν ο φθόνος των εχθρών Του. Κι αυτό γιατί το θαύμα αυτό “φώναζε” ότι ο Κύριος δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά έχει τη δύναμη να νικά το θάνατο! Αυτή η πραγματικότητα δεν είναι λεπτομέρεια στην Πίστη μας αλλά η μεγαλύτερη αλήθεια. Ο Χριστός, κύριος της ζωής και του θανάτου, ανέστησε νεκρούς, αναστήθηκε και ο ίδιος, για να μας δείξει ότι είναι ο καθαιρέτης του Άδη, η ζωή των απάντων. Η πίστη αυτή πρέπει να κυριαρχεί διαρκώς στη σκέψη μας, να αλλάξει τη ζωή μας. «Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ηµέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει». Κι όμως, δεν τρέμουμε μπροστά στο θάνατο, δεν τον φοβόμαστε όπως όσοι ζουν χωρίς ελπίδα. Δεν είμαστε πλασμένοι για τα λίγα χρόνια της επίγειας ζωής μας. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή μιας άλλης, ατελεύτητης ζωής. Η γήινη ζωή είναι ένα μικρό επεισόδιο, ή, καλύτερα, ένα σχολείο, μπροστά στην αιωνιότητα. Κάποτε θα αναστήσει ο Κύριος όλους μάς. Θα ακούσουμε τη φωνή του να μας καλεί και πάλι στη ζωή, στην αιώνια πια ζωή. Η ζωή μας νοηματοδοτείται μόνο επειδή υπάρχει ο Χριστός, που είναι «η ζωή και η ανάστασις». Συνεπώς, με την προοπτική της αιωνιότητας, ο πιστός δε φοβάται παρά μόνο το κακό, προσμένοντας και τη δική του ανάσταση.

Η ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ: Αιτία της πραγμάτωσης των δύο αυτών θαυμάτων ήταν η θερμή πίστη, που επέδειξαν τόσο η αιμορραγούσα, όσο και ο πονεμένος πατέρας, επιβεβαιώνοντας την ευαγγελική ρήση, που λέγει: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται». Η αληθινή, η θερμή, η ζέουσα πίστη στο Θεό και το «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανο της ζωής», καθιστά τον άνθρωπο ήρωα, ισχυρό, άγιο, ενάρετο, τέλειο και τον οδηγεί σε μεγάλα κατορθώματα και προπάντων στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα. Όμως η Χριστιανική πίστη δεν είναι μία απλή γνώση ή θεωρία, δεν είναι ένα σύστημα φιλοσοφικό, διατυπωμένο από ανθρώπους, αλλά είναι θεία δύναμη, είναι θάρρος και φλόγα που φωτίζει. Η πίστη, κατά τον Απ. Παύλο, είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Πίστη, δηλαδή, στον εν Τριάδι Θεό, στον Πατέρα, στο σαρκωμένο Λόγο και στο Άγιο Πνεύμα. Πιστεύουμε στη Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική Ορθόδοξο Εκκλησία. Ακόμη, η πίστη μας αυτή δεν είναι πείραμα, που μπορεί να γίνει στο επιστημονικό εργαστήριο και έτσι να αποκτήσουμε γνώση και εμπειρία των φαινομένων, που ακολουθούν. Δεν είναι επιστημονική μάθηση, δεν είναι ατομική ή υποκειμενική γνώμη. Η αληθινή πίστη είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Είναι η ακατάληπτη πνευματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται ο νους τα ουράνια, εν Αγίω Πνεύματι. Το θέμα γνώσεως και πίστεως αποτελεί για πολλούς δίλημμα, το οποίο προβάλλει το επιχείρημα ότι όποιος πιστεύει, εγκαταλείπει τη γνώση(!). Υπάρχει επίσης, και η αντίληψη ότι η γνώση προπορεύεται της πίστεως, καθώς και η αντίθετη αντίληψη ότι η πίστη προπορεύεται της γνώσεως και αναζητεί τη λογική της, (ιερός Αυγουστίνος). Η απάντηση σε αυτό το δίλημμα είναι ότι εάν δεν γνωρίσεις, δεν μπορείς να αγαπήσεις. Δηλαδή, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κάτι, που δεν το γνωρίζουμε. Επομένως η σχέση που δημιουργούμε με ένα ον προϋποθέτει την αντικειμενική αναγνώριση αυτού του όντος. Αυτό στηρίζεται στην προϋπόθεση, ότι η γνώση είναι θέμα διανόησης, ενώ η αγάπη είναι θέμα συναισθήματος . Όμως δεν μπορεί να σταθεί αυτό, ως σωστό, ούτε επίσης να λέμε, ότι η γνώση προηγείται της αγάπης, αλλά ούτε, ότι η αγάπη προηγείται της γνώσεως. Δεν αγαπάμε για να γνωρίσουμε, διότι αυτά τα δύο ταυτίζονται. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για την πίστη. Η πίστη και η γνώση βασικά ταυτίζονται. Είναι το ίδιο πράγμα. Πίστη, λοιπόν, δεν είναι κάθε τι, που μας φανερώνεται, ως υποχρεωτική γνώση ή φύση των πραγμάτων, ούτε οτιδήποτε μας επιβάλλει, ως υποχρεωτική γνώση η εμπειρία και η ιστορία, αλλά αυτό που μας έρχεται, ως υπόσταση, από τα μέλλοντα, που δεν προέρχεται από την ιστορία και την εμπειρία, ή από τα μη βλεπόμενα. Αυτό σημαίνει ότι δεν προέρχεται η πίστη από τα ελεγχόμενα της φύσης μας και των αισθήσεών μας, γι’ αυτό και ερμηνεύεται, ως εμπιστοσύνη, που έχει κάποιος προς κάποιον άλλον. Αυτή όμως η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αποτελέσει τον ορισμό της πίστεως, διότι δεν στηρίζεται η πίστη στην εμπειρία των ήδη βεβαιωμένων πραγμάτων. Αλλά προέρχεται από τη στροφή προς τα πράγματα, τα οποία δεν ελέγχονται με τις αισθήσεις. Πίστη λοιπόν είναι να μη στηρίζεται η ασφάλειά μας, η υπόστασή μας, σε ό,τι ελέγχεται λογικά με τις αισθήσεις ή με την εμπειρία, διότι αυτό συνεπάγεται αναγκαστικότητα. Η πίστη στηρίζεται στην κατάσταση των ελπιζομένων και μη βλεπομένων, τα οποία καλούμαστε να τα αναγνωρίσουμε, ως όντα. Ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ, λέγει ότι η πίστη στο Θεό «δεν είναι το συμπέρασμα σε μια σειρά συλλογισμών ή η λύση σ’ ένα μαθηματικό πρόβλημα». Πίστη δεν σημαίνει απλά βαθιά πεποίθηση, αλλά υποδηλώνει κάτι πολύ βαθύτερο και αμεσότερο. Δεν είναι παθητική έννοια, αλλά κατεξοχήν ενεργητική. Δεν είναι στάση, αλλά «κίνηση». Είναι «γίγνεσθαι» που προϋποθέτει επαφή, αναφορά, εμπειρία προσωπικής αντάμωσης. Εκφράζεται δε καλύτερα, μέσω της αυτογνωσίας μας, στην κατάφαση της παρακλήσεως «βοήθει μοι τη απιστία”! Στην εποχή μας επικρατεί σύγχυση, ως προς το «είδος» της χριστιανικής μας πίστεως και τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της, που επηρεάζει και κατευθύνει ολόκληρη τη ζωή και πορεία του πιστού στην Εκκλησία. Γι’ αυτό εμείς ας αντιληφθούμε, ότι η χριστιανική πίστη βοήθησε τον άνθρωπο, ανύψωσε τον άνθρωπο, κατέλυσε τις κοινωνικές ανισότητες, καθιέρωσε την αρχή της φιλανθρωπίας, δημιούργησε τις μεγάλες και θεάρεστες πράξεις και εμφύτευσε στον άνθρωπο έργα αγάπης και φιλαλληλίας. Έτσι και εμείς, ας είμαστε, παρά τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, στερεοί και ακλόνητοι στην πίστη μας και ας μη μας κλονίζουν οι σειρήνες του κόσμου τούτου, ούτε να μας φοβίζουν οι διάφορες δοκιμασίες, αλλά αφού ειρηνεύουμε πρώτα τα του εαυτούς μας, να πράττουμε έργα αγάπης, δια να ακούσουμε και εμείς το: «μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται», που είπε στον πονεμένο πατέρα, καθώς και το, «η πίστις σου σέσωκέ σε πορεύου εις ειρήνην», είπε στην θεραπευμένη αιμορροούσα γυναίκα.

ΠΑΡΑΘΕΜΑ: Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ: “Εάν κάποιος πρέπει να θρηνεί, αυτός είναι ο διάβολος. Εκείνος ας οδύρεται για το ότι οδεύουμε προς μεγαλύτερα αγαθά. Στην ιδικήν του πονηρίαν αρμόζουν αυτές οι γοερές κραυγές, όχι σ’ εσέ, που μέλλεις να στεφανωθείς και να εύρεις ανάπαυση. Ένα γαλήνιο λιμάνι είναι ο θάνατος. Παρατήρησε από πόσα κακά είναι γεμάτη η ζωή αυτή, σκέψου πόσες φορές την έχεις καταρασθεί. Και τα πράγματα προχωρούν προς το χειρότερο. Αλλά και απ’ αρχής δεν εκληρονόμησες μικρήν καταδίκη: «Εν λύπαις τέξη τέκνα», λέγει, και «εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγεί τον άρτον σου», και «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε». Για τα εκεί όμως τίποτε παρόμοιον δεν έχει λεχθεί, αλλά το εντελώς αντίθετον, ότι «απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός», και ότι «από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται εις τους κόλπους του Αβραάμ», του Ισαάκ και του Ιακώβ. Και ότι τα εκεί είναι νυμφών πνευματικός και χαρμόσυνες λαμπάδες και ταξίδι στον ουρανό. Γιατί κάνεις πολλούς να κατηγορούν τον Χριστόν ότι είναι αίτιος μεγάλων δεινών; Ή μάλλον γιατί μετά από αυτά προσκαλείς τους πτωχούς και παρακαλείς τους ιερείς να προσεύχονται; Για να εύρει ανάπαυσιν ο νεκρός, λέγεις, για να τον αντιμετωπίσει ο Δικαστής με ευσπλαχνία. Γι’ αυτά λοιπόν θρηνείς και μοιρολογείς; Άρα τον εαυτόν σου μάχεσαι και πολεμείς, προκαλώντας για σένα καταιγίδαν, ενώ εκείνος έχει προσαράξει σε λιμάνι. Και πώς να αντιδράσω, λέγει, έτσι είναι η φύσις. Δεν ευθύνεται όμως η φύσις ούτε αυτό είναι αναπόφευκτον, αλλά εμείς είμεθα που κάνουμε τα άνω κάτω, εκφυλιζόμεθα και προδίδουμε την ευγένεια των χριστιανών, και τους απίστους τους κάνουμε χειροτέρους. Πώς θα ομιλήσωμε στον άλλον περί αθανασίας; Πώς θα πείσωμε τον εθνικόν, όταν φοβούμεθα και φρίττωμε τον θάνατο περισσότερο από εκείνον; Και τί θα προτιμούσες γι’ αυτόν, να κληρονομήσει την περιουσία σου ή τους ουρανούς; Τί θα επιθυμούσες, να κληρονομήσει πράγματα που αφανίζονται, τα οποία μετά από λίγο θα τα άφηνε, ή τα μόνιμα και ακίνητα; Δεν τον έκαμες κληρονόμο σου, αλλά τον έκαμε ο Θεός ιδικόν του. Δεν έγινε συγκληρονόμος των αδελφών του, αλλά του Χριστού. Και σε ποίον θα αφήσωμε τα ενδύματα, σε ποίον τα οικήματα, σε ποίον τους δούλους και τους αγρούς; Πάλι σ’ αυτόν, και μάλιστα με περισσοτέραν ασφάλειαν από ό,τι αν ζούσε. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, για να του συγχωρηθούν οι αμαρτίες. Εάν δίκαιος, για να αυξηθεί ο μισθός και η ανταμοιβή του. Επιθυμείς όμως να τον ιδείς; Ζήσε την ιδίαν ζωή μ’ εκείνον, και γρήγορα θα απολαύσεις το ιερόν του πρόσωπο. Εάν όμως θέλεις τώρα να φιλοσοφήσεις, θα κερδίσεις δύο, τα μεγαλύτερα: και τον εαυτόν σου θα απαλλάξεις από αυτά τα δεινά, και με το πιο λαμπρό στεφάνι θα σε στεφανώσει ο Κύριος. Διότι και από την ελεημοσύνη και από τα άλλα, πολύ ανώτερον είναι το να υπομείνεις την συμφορά με πραότητα. Αναλογίσου ότι και ο Υιός του Θεού απέθανε. Εκείνος για σένα, και συ για τον εαυτόν σου. Και μολονότι είπε «ει δυνατόν παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον», και ελυπήθη, δεν απέφυγε όμως τον θάνατον, αλλά τον εβίωσε σε όλη του την τραγικότητα. Και δεν υπέμεινε έναν κοινόν θάνατον, αλλά τον χειρότερο. Και πριν τον θάνατο μαστιγώσεις, και πριν τις μαστιγώσεις ονειδισμούς και ειρωνείες και ύβρεις, για να σε μάθει να τα υπομένεις όλα γενναίως. Αφού όμως απέθανε και απέθεσε το σώμα, το έλαβε πάλι πιο ένδοξο, προσφέροντας έτσι σε σένα τις καλλίτερες ελπίδες. Εάν αυτά δεν είναι μύθος, τότε μη θρηνείς. Εάν τα θεωρείς αυτά αξιόπιστα, μη δακρύζεις. Εάν όμως δακρύζεις, πώς θα ημπορέσεις να πείσεις τον εθνικόν ότι πιστεύεις; Μη συλλογίζεσαι ότι πλέον δεν θα επανέλθει εδώ, αλλά ότι και όλα αυτά που βλέπουμε γύρω μας δεν θα παραμείνουν όπως είναι τώρα, αλλά θα μετασχηματισθούν. Διότι και ο ουρανός και η γη και η θάλασσα και τα πάντα θα αναμορφωθούν και τότε θα λάβεις το παιδί σου πίσω λαμπρότερο. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, ο θάνατος εσήμανε την παύση των έργων της κακίας. Διότι εάν ο Θεός εγνώριζε ότι θα παρουσίαζε μεταβολή, δεν θα τον έπαιρνε πριν μετανοήσει. Εάν όμως έφυγε δίκαιος από την ζωή, κατέχει τώρα τα αγαθά με ασφάλεια. Άρα είναι φανερόν ότι τα δάκρυά σου δεν μαρτυρούν φιλοστοργίαν, αλλά πάθος αλόγιστον. Επειδή αν αγαπούσες αυτόν που έφυγε, έπρεπε να χαίρεις και να ευφραίνεσαι που απηλλάγη από αυτήν την τρικυμία. Τί περισσότερον υπάρχει εδώ; Ειπέ μου, τι το νέο και ασύνηθες; Τα ίδια δεν βλέπουμε συνεχώς να επαναλαμβάνονται; Ημέρα και νύκτα, νύκτα και ημέρα. Χειμών και θέρος, θέρος και χειμών, και τίποτε περισσότερο. Και αυτά μεν είναι πάντοτε τα ίδια. Τα κακά όμως πάντοτε παράδοξα και ανανεωμένα. Με αυτά λοιπόν ήθελες να ταλαιπωρείται καθημερινώς μένοντας εδώ, να αρρωσταίνει, να πενθεί, να φοβείται, να τρέμει και, άλλα μεν από τα δεινά να τα υποφέρει, άλλα δε να φοβείται μήπως τα υποστεί; Ούτε βεβαίως ημπορείς να ισχυρισθείς ότι ταξιδεύοντας στο μέγα τούτο πέλαγος, ήταν δυνατόν να απαλλαγεί από την λύπη και τις μέριμνες και τα άλλα παρόμοια. Και εκτός αυτού συλλογίσου και το άλλο, ότι δεν τον εγέννησες αθάνατον. Και ότι αν δεν απέθαινε τώρα, θα το υφίστατο αυτό λίγο αργότερα. Αλλά δεν τον εχόρτασες; Θα τον απολαύσεις όμως εκεί οπωσδήποτε. Αλλά επιθυμείς να τον βλέπεις και εδώ; Και τι σε εμποδίζει; Έχεις και τώρα αυτήν την δυνατότητα, εάν νήφεις, διότι η ελπίς των μελλόντων είναι πιο φανερά από την όραση. Και αν ζούσε μέσα στα ανάκτορα, συ η ιδία η μητέρα του δεν θα ζητούσες να τον ιδείς, ακούγοντας ότι ευδοκιμεί. Τώρα όμως που τον βλέπεις να έχει αποδημήσει προς τα πολύ ανώτερα, μικροψυχείς για τον σύντομον αυτόν καιρό, και μάλιστα ενώ έχεις αντί εκείνου τον σύζυγό σου; Αλλά δεν έχεις άνδρα; Έχεις όμως παρηγορία τον «Πατέρα των ορφανών και κριτήν των χηρών». Άκου ότι και ο Παύλος αυτήν την χηρεία την μακαρίζει, λέγοντας: «Η δε όντως χήρα και μεμονωμένη ήλπισεν επί Κύριον». Πράγματι αυτή θα ευαρεστήσει περισσότερο τον Θεόν, δεδομένου ότι επέδειξε περισσοτέραν υπομονή. Μη θρηνείς λοιπόν γι’ αυτό το γεγονός, το οποίο θα γίνει αφορμή να στεφανωθείς, για το οποίο θα απαιτήσεις μισθόν. Απλώς επέστρεψες την παρακαταθήκην, εάν παρέδωσες αυτό που ο Θεός σου είχε εμπιστευθεί. Μη μεριμνάς πλέον, αφού εφύλαξες τον θησαυρό σε ασύλητο θησαυροφυλάκιο. Τώρα το παιδί έχει απαλλαγεί από κάθε είδους μεταβολήν. Εάν όμως ήταν εδώ, ίσως παρέμενεν ενάρετος, αλλά ίσως και όχι. Ή δεν βλέπεις πόσοι αποκηρύττουν τα παιδιά τους; Πόσοι αναγκάζονται να τα κρατούν κοντά τους αν και είναι χειρότερα από τα αποκηρυγμένα; Ας συλλογιζόμεθα όλα αυτά, και ας φιλοσοφούμε. Με τον τρόπον αυτόν, και τον νεκρό θα ευχαριστήσωμε, και από τους ανθρώπους θα απολαύσωμε πολλούς επαίνους, και από τον Θεόν θα λάβωμε τον μεγάλο μισθό της υπομονής, και θα γίνωμε μέτοχοι των αιωνίων αγαθών”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τ.1988

Μητροπ.. Αντινόης Παντελεήμωνος: 7th Sunday of St Luke.

Λόγος του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, εις την ανάστασιν της θυγατρός του Ιαείρου και εις την αιμορροούσαν  Migne, PG τομ. 57, στ. 369.

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου: «Η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην».

konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon

Ομιλία του μακαριστού γέροντα π. Αθαν. Μυτιληναίου: https://www.youtube.com/watch?v=HiOoxVo2g1E&t=1311s και ύμνοι τησ Κυριακής: