1.

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΓΑΔΑΡΗΝΩΝ

1. «Καμία σχέση μ᾿ Ἐσένα»!

Στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ἀκοῦμε τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονιζομένου τῶν Γαδαρηνῶν. Στὴ χώρα αὐτὴ ὑπῆρχε ἕνας δαιμονισμένος ποὺ εἶχε κυριευθεῖ ἀπὸ πολλὰ δαιμόνια καὶ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς: Γύριζε γυμνὸς καὶ κατοικοῦσε στὰ μνήματα. Τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες καὶ δεσμά, ἀλλὰ αὐτὸς τὰ ἔσπαζε καὶ ἔφευγε στὴν ἔρημο. Μόλις λοιπὸν εἶδε τὸν Κύριο, ἔπεσε στὰ πόδια Του καὶ φώναξε – δηλαδὴ φώναξαν τὰ δαιμόνια ποὺ ἦταν μέσα του:

–«Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς». Τί σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σ᾿ ἐμένα καὶ σ᾿ Ἐσένα, Ἰησοῦ Υἱὲ τοῦ ὕψιστου Θεοῦ; Σὲ παρακαλῶ, μὴ μὲ βασανίσεις. Δηλαδή: Μὴ μοῦ ἐπιβάλεις ἀπὸ τώρα τὴν τιμωρία νὰ κλειστῶ στὸν Ἅδη.

Τὸ εἶπε αὐτό, διότι ὁ Κύριος εἶχε δώσει ἐντολὴ νὰ βγοῦν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο.

Οἱ δαίμονες ἀναγνωρίζουν τὴ θεότητα τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἀπόλυτη κυριαρχία Του ἐπάνω τους· γνωρίζουν ὅτι τελικὰ θὰ τιμωρηθοῦν· καὶ ὅμως δὲν μετανοοῦν, ἀλλὰ ἀναφωνοῦν: «Τί ἐμοὶ καὶ σοί;». Τί σχέση ἔχουμε μὲ Σένα; Δηλαδὴ δὲν θέλουμε νὰ ἔχουμε καμία σχέση μαζί Σου. Μὲ αὐτὴ τὴν κραυγή τους ἐκφράζουν τὴν ἀθεράπευτη πλέον ἀμετανοησία καὶ ὑπερηφάνειά τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπελπισία τους. Γνωρίζουν, ἀλλὰ δὲν διορθώνονται.

Τὸ ἴδιο φρόνημα – ἀλίμονο! – ἔχουν καὶ ὅσοι συνειδητὰ ἀρνοῦνται τὸν Θεὸ καὶ τὸν Νόμο Του. «Ἀπόστα ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι», λέει ὁ ἀσεβὴς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Ἰὼβ κα´ [21] 14). Φύγε ἀπὸ μένα, Θεέ· δὲν θέλω νὰ ξέρω τὸ θέλημά Σου.

Ἐμεῖς μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ δὲν εἴμαστε ἄθεοι οὔτε ἀσεβεῖς· πέφτουμε ὅμως καθημερινὰ σὲ ἁμαρτίες, καὶ εἶναι δυνατὸν κάποτε, ἂν δὲν προσέξουμε, νὰ ἐπιμείνουμε στὴν πτώση μας, εἴτε εἶναι αὐτὴ ὁ θυμός ἢ ἡ μνησικακία, ἡ κατάκριση, ἡ ἀδικία, ἡ κλοπή, ἡ ἔκτρωση… Τὸ συντομότερο νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὴν πτώση μας καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴ διόρθωσή μας, μὴν τυχὸν ἡ πληγή μας γίνει ἀθεράπευτη.

2. Ἡ θαυμαστὴ μεταβολὴ

Ὁ Κύριος ἔδωσε ἄδεια στὰ δαιμόνια νὰ κυριεύσουν τοὺς χοίρους, οἱ ὁποῖοι ἐκτρέφονταν παρὰ τὴ ρητὴ ἀπαγόρευση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Πράγματι, ἐκεῖνα μπῆκαν σ᾿ αὐτούς, καὶ οἱ χοῖροι ὅρμησαν στὸν γκρεμό, ἔπεσαν στὴ λίμνη καὶ πνίγηκαν. Οἱ βοσκοὶ ἀνήγγειλαν παντοῦ τὸ γεγονός. Ὅλοι ἔτρεξαν ἐκεῖ· καὶ εἶδαν τὸν γνωστὸ σὲ ὅλους δαιμονισμένο «ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα», ντυμένο καὶ σωφρονισμένο, νὰ κάθεται κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου· «καὶ ἐφοβήθησαν».

Αὐτὸ ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ ἐπιτύχουν οἱ ἁλυσίδες καὶ τὰ σιδερένια δεσμὰ τῶν κατοίκων, τὸ ἐνήργησε ἡ θεία Χάρις. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μεταβάλει τὸν ἄνθρωπο: τὸν δαιμονισμένο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια, ἀλλὰ καὶ τὸν ἁμαρτωλὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία του καὶ νὰ τὸν καταστήσει Ἅγιο. Καμία ἄλλη δύναμη, οὔτε ἡ φιλοσοφία, οὔτε ἡ ψυχολογία, οὔτε ἄλλη ἐπιστήμη, οὔτε ἡ βία καὶ τὰ ὅπλα μποροῦν νὰ ἀλλάξουν τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ἐλευθερώσουν ἀπὸ τοὺς φόβους, τὰ πάθη, τὶς προκαταλήψεις του καὶ νὰ τὸν καταστήσουν ἀληθινὰ εὐτυχισμένο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ κάτοικοι ὅταν εἶδαν τὴ θαυμαστὴ μεταβολή, φοβήθη­καν. Αἰσθάνθηκαν τὴν παρουσία καὶ ἐνέργεια ὑπερφυσικῆς δυνάμεως.

Αὐτὴ ἂς εἶναι καὶ ἡ δική μας ἐλπίδα: ὁ Κύριος, ἡ Χάρις Του· ἡ μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ μεταμορφώσει καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸ ἐσωτερικό μας.

3. Μάρτυρες τῶν θαυμασίων Του

Ἡ θεία Χάρις εἶναι βέβαια παντοδύναμη, δὲν παραβιάζει ὅμως τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ κάτοικοι τῆς χώρας τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ τὸν τόπο τους. Ἔδιωξαν τὸν Φιλάνθρωπο, ἀπώθησαν τὴν Χά­ρι, τὴν ἀνεκτίμητη εὐκαιρία ν᾿ ἀλλάξει ριζικὰ ἡ ζωή τους! Τί φοβερό! Ἀπὸ τὴν ἄλλη, αὐτὸς ποὺ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς, ὁ πρώην δαιμονισμένος, παρακαλοῦσε τὸν Κύριο νὰ τὸν πάρει μαζί Του. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπάντησε:

–«Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός». Γύρισε πίσω στὸ σπίτι σου καὶ νὰ διηγεῖσαι ὅσα σοῦ ἔκανε ὁ Θεός.

Πράγματι, ἐκεῖνος ἔφυγε καὶ διακήρυττε ὄχι μόνο στοὺς δικούς του ἀλλὰ σὲ ὁλόκληρη τὴν πόλη ὅσα τοῦ ἔκανε ὁ Κύριος. Κι ἐμεῖς μαζὶ μὲ ἐκεῖνον νὰ μὴ διστάζουμε νὰ διακηρύττουμε ταπεινὰ τὰ θαυμαστὰ ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ Κύριος, κάποιο θαῦμα ποὺ ζήσαμε, τὴν ἐμπειρία τῆς θείας Πρόνοιας στὴ ζωή μας ἢ τὸ πόσο ζωντανὴ εἶναι ἡ Πίστη μας, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν στὴ ζωή μας καὶ ὅλους μᾶς καλεῖ καὶ μᾶς θέλει κοντά Του. Ἴσως κάποια συνείδηση ἔτσι ξυπνήσει, κάποια ψυχὴ ἴσως βρεῖ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ σωτηρία της.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

2.

Ἡ κακουργία τοῦ διαβόλου (Λουκ. η΄ 26-39)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Δέομαί σου, μὴ μὲ βασανίσῃς»

Πολλοὶ ἄνθρωποι τὴ μανία τοῦ διαβόλου ποὺ στρέφεται κατὰ τῆς ψυχῆς μας καὶ μᾶς δημιουργεῖ πολλὰ προβλήματα «συνορᾶν οὐκ ἔχουσι», δηλαδὴ ἀδυνατοῦν νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν, γι’ αὐτὸ παρεχώρησε ὁ Θεὸς καὶ κατὰ τὸ σῶμα «δαιμονοφορήτους γίνεσθαι», νὰ δαιμονισθοῦν μερικοὶ καὶ στὸ σῶμα, ὥστε νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅλοι πόσο φοβερὸ πράγμα εἶναι νὰ κάνει κάποιος ἔνοικο τῆς ψυχῆς του τὸ διάβολο, ὅταν πραγματοποιεῖ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα περιγράφει ἕνα δαιμονισμένο στὰ Γάδαρα. Ἡ περιγραφὴ εἶναι φοβερὴ καὶ ἀξίζει νὰ δοῦμε μερικὰ σημεῖα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής.

Ἡ παράκληση τοῦ διαβόλου

Κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ τονίσουμε πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ καταργήσει τὸ κράτος τοῦ διαβόλου· «ἵνα καταργήσῃ τὸν τὸν κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον» (Ἑβρ. 2, 14), θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ δείξει πὼς εἶναι παντοδύναμος ἐκδιώκει τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ μᾶς χαρίζει τὴν αἰώνια ζωή. Ἀπὸ εὐσπλαχνία ἦλθε στὸν αἰγιαλὸ ὅπου διέτριβε καθημερινῶς ὁ δυστυχισμένος ἄνθρωπος, ποὺ εἶχε καταληφθεῖ ἀπὸ πολλὰ δαιμόνια. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο τὸ παμμίαρο ἐκεῖνο σμῆνος τῶν δαιμόνων, ὅταν ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου τοὺς μάστιζε ἀνηλεῶς, βρέθηκε σὲ ἀμηχανία κι ἄρχιζε νὰ κραυγάζει· «τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου μὴ μὲ βασανίσῃς» (Λουκ. 8,28). Φοβήθηκαν πὼς θὰ τοὺς παραδώσει στὴν αἰώνια κόλαση. Ἡ κόλαση γιὰ τὸ διάβολο, γράφει ὁ προμημονευθεὶς ἅγιος, εἶναι νὰ παραδοθεῖ σὲ ἀκινησία καὶ νὰ καταργηθεῖ κάθε πονηρή του ἐνέργεια. Νὰ μὴν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ κακό. Ἀναγκάσθηκε λοιπὸν ἡ λεγεώνα τῶν δαιμονίων νὰ ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν παρακαλέσει χρησιμοποιώντας μάλιστα λόγια κολακείας.

Τὸ πλῆθος τῶν δαιμονίων ἐξαιτίας τῆς πονηρῆς κοινωνίας ποὺ εἶχαν μεταξύ τους, ὁμιλοῦν σὰν νὰ εἶναι ἕνας καὶ χρησιμοποιοῦν τὸ στόμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου. Ὁ Κύριος ρώτησε τὸ δαιμονισμένο ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά του· «ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι εἰσῆλθεν δαιμόνια πολλὰ εἰς αὐτόν» (ὅπ.π. στίχ. 30). Ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ ρωτήσει γιὰ νὰ μάθει τί γίνεται μέσα στὸ δαιμονισμένο, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς πληροφορήσει πόσοι φονευτὲς δαίμονες ταλαιπωροῦσαν ἐκεῖνον τὸ δυστυχισμένο. Ἐπίσης ἤθελε ὁ Χριστὸς νὰ μᾶς δείξει πὼς ὅλος αὐτὸς ὁ συρφετὸς ποὺ ἐξεστράτευε καθημερινῶς ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου, «ἀνελεῖν οὐκ ἐξίσχυσεν», δὲν μπόρεσε νὰ τὸν σκοτώσει, θὰ ὑπογραμμίσει ἰδιαίτερα ὁ Βασίλειος Σελευκείας. Ὁ διάβολος ὅλα θὰ τὰ κατάστρεφε καὶ κανένα πλάσμα δὲ θὰ ἔμενε ἀπείρακτο ἀπ’ τὶς ἐνέργειές του, ἐὰν δὲν τὰ προστάτευε ἡ ἀκαταγώνιστη δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη κι ἡ παράκληση τῶν δαιμονίων νὰ μποῦν μέσα στοὺς χοίρους, δείχνει τὴν ἀδυναμία τους, ὅταν ἐμφανισθεῖ μπροστά τους ὁ Θεὸς καὶ τοὺς καταργήσει τὴν πονηρὴ δραστηριότητα.

Ἀναγωγικὲς ἑρμηνεῖες

Κάθε πονηρὸ πάθος ἐξαιτίας τῆς ἀκαθαρσίας του δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο χοιρώδη βίο. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μόλυναν τὸ χιτώνα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, περιφέρονται σὰν χοῖροι. Ἀπ’ αὐτοὺς προεξέχουν αὐτοὶ ποὺ ἀγάπησαν τὴν ἡδυπάθεια καὶ προνοοῦν ἁμαρτωλὰ γιὰ τὴ σάρκα τους. Ὁ Παῦλος λέγει: «ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας» (Ρωμ. 13,14). Ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος προσθέτει πὼς κάθε ἄνθρωπος ποὺ στερεῖται λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του τὴ στολὴ τοῦ βαπτίσματος, δὲ μένει μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ στὰ μνήματα, δηλαδὴ ζεῖ μέσα στὰ νεκρὰ ἔργα, ὅπως π.χ. στὴν πορνεία καὶ στὶς ἀκάθαρτες πράξεις.

Ἕνας ἄλλος ἑρμηνευτὴς θὰ συμπληρώσει. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ βαρύνεται μὲ φαῦλες πράξεις, συνέχεται ἀπ’ τὸν πονηρὸ δαίμονα. Βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τῶν ἀρετῶν, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία καὶ σὰν νὰ εἶναι δεσμὰ οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ τὶς ἀποτίθεται βγάζοντας τῆς σωφροσύνης τὸ χιτώνα, ἐνῶ παραδίδεται στὴν ἀπραξία τῶν ἐναρέτων ἔργων. Ἡ ἀπραξία αὐτὴ συμβολίζεται μὲ τὴν κατοίκηση τοῦ δαιμονισμένου στὰ μνήματα «νεκρός τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας γενόμενος» (Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς). Ἡ τραγικότητα τοῦ διαβόλου εἶναι ὅτι ξέρει τί τὸν περιμένει κι ὅμως δὲ μετανοεῖ. Παραμένει ἀμετανόητος καὶ μάλιστα μὲ λυσσώδη μανία ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίζονται. Ἡ ἀμετανοησία, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸ διάβολο, εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Παραμένοντας στὰ πάθη μας δὲν ἀφήνουμε περιθώριο στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήσει.

Ἀδελφοί,

Ὁ πονηρὸς ἔχει δεσμεύσει τὴ βούλησή μας καὶ μᾶς ἔκανε ἄπρακτους γιὰ τὰ καλὰ ἔργα καὶ τοὺς θεοφιλεῖς ἀγῶνες. Ἂς ἀναζητήσουμε τὸ Θεὸ μὲ ὅλη μας τὴν ψυχικὴ δύναμη κι ἂς καλλιεργήσουμε τὶς ἐντολές Του μὲ ταπείνωση, ὥστε νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὶς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου καὶ νὰ νιώσουμε ἐλεύθεροι μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

3.

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέει σήμερα γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κι ἔβγαλε τὰ δαιμόνια ἀπὸ ἕναν ταλαίπωρο ἄνθρωπο. Πολλὲς φορὲς τὸ χρόνο ἀκοῦμε νὰ διαβάζεται στὴ θεία Λειτουργία Εὐαγγέλιο ποὺ μιλάει γιὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ γιὰ δαιμονιζόμενους, ποὺ βρῆκαν θεραπεία στὴ θεϊκὴ δύναμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι γιατί ἡ Ἐκκλησία θέλει ὅλο καὶ νὰ θυμώμαστε τὸν ἐχθρό μας καὶ νὰ μὴν ξεχνοῦμε τὸν κίνδυνο ποὺ πάντα μᾶς παραμονεύει. Ὁ κίνδυνος κι ὁ ἐχθρός μας εἶναι ὁ διάβολος κι ἂς τὸ δοῦμε στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἦρθε ὁ Ἰησοῦς στὴν περιοχὴ τῶν Γαδαρηνῶν ποὺ εἶναι ἀντίπερα στὴ Γαλιλαία. Ἐκεῖ τὸν ἀπάντησε ἕνας ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν πόλη, ποὺ εἶχε δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια καὶ δὲν ἔβανε ροῦχο ἐπάνω του καὶ σὲ σπίτι δὲν ἔμενε, ἀλλὰ μέσα στὰ μνήματα. Ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἔβαλε μία μεγάλη φωνή, ἔπεσε κάτω μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε δυνατά. Τί δουλειὰ ἔχω ἐγὼ μὲ σένα, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; Σὲ παρακαλῶ νὰ μὴν μὲ βασανίσης. Ὁ Ἰησοῦς λοιπὸν παράγγειλε στὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ βγῆ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχε αἰχμαλωτισμένο· τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες χέρια πόδια καὶ τὸν φύλαγαν, μὰ ἐκεῖνος ἔσπαζε τὰ δεσμὰ κι ἔτρεχε σερνόμενος ἀπὸ τὸν δαίμονα στὶς ἐρημιές. Τὸν ρώτησε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ λέγει· ποιὸ εἶναι τ’ ὄνομά σου; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Λεγεώνα· καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ μὴν τὰ προστάξη νὰ πᾶνε στὴν ἄβυσσο. Κι ἦταν ἐκεῖ ἕνα κοπάδι ἀπὸ πολλοὺς χοίρους ποὺ ἔβοσκαν στὸ βουνὸ καὶ τὰ δαιμόνια παρακαλοῦσαν τὸν Ἰησοῦ νὰ τοὺς ἐπιτρέψη νὰ μποῦνε στοὺς χοίρους· καὶ τοὺς ἐπέτρεψε· καὶ βγῆκαν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ μπῆκαν στοὺς χοίρους καὶ χύμηξε τὸ κοπάδι κατὰ πάνω στὸ γκρεμὸ κι ἔπεσαν στὴ λίμνη καὶ πνίγηκαν ὅλοι. Κι ὅταν εἶδαν οἱ χοιροβοσκοὶ τὸ τί γίνηκε, ἔφυγαν καὶ τὸ διαλάλησαν στὴν πόλη καὶ στὰ χωράφια. Βγῆκαν τότε νὰ δοῦν ἐτοῦτο ποὺ ‘γινε κι ἦρθαν στὸν Ἰησοῦ καὶ βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ‘χαν βγῆ ἀπὸ μέσα του τὰ δαιμόνια, νὰ κάθεται ντυμένος καὶ φρόνιμος κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ φοβήθηκαν. Τοὺς εἶπαν ἔπειτα κι ἐκεῖνοι ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα πῶς ἐσώθηκε ὁ δαιμονισμένος. Κι ὅλος ὁ κόσμος ἀπὸ τὰ περίχωρα τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τὸν Ἰησοῦ νὰ φύγη ἀπ’ αὐτούς, γιατί τοὺς εἶχε πιάσει μεγάλος φόβος. Τότε ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ ξαναγύρισε στὴ Γαλιλαία. Κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχαν βγῆ ἀπὸ μέσα τὰ δαιμόνια τὸν θερμοπαρακαλοῦσε νὰ εἶναι μαζὶ του· μὰ ὁ Ἰησοῦς τὸν ἀπόλυσε καὶ τοῦ εἶπε· πήγαινε πίσω στὸ σπίτι σου καὶ νὰ λὲς ὅσα ἔκαμε σ’ ἐσένα ὁ Θεός. Κι ἒφυγ’ ἐκεῖνος καὶ διαλαλοῦσε σ’ ὅλη τὴν πόλη ὅσα ἔκαμε σ’ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς.

Ἦταν ἕνας καιρός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ διάβολος, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἡ ἁμαρτία στὴ γῆ, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ θάνατος. Ὁ διάβολος ἀκόμα τότε ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαγγέλους, ὁ Ἑωσφόρος, κι οἱ Πρωτόπλαστοι ζοῦσαν στὴ μακαριότητα τοῦ παραδείσου. Ἀγκάθια δὲ φύτρωναν στὴ γῆ, τὰ ζῶα ἦσαν ἥμερα καὶ ὑπηρετούσανε τὸν ἄνθρωπο, καὶ ἡ φύση κι ἐκείνη ἦταν στὴν ὑποταγὴ καὶ τὴ δούλεψη τοῦ Ἀδάμ. Μὰ περιφανεύτηκε ὁ Ἑωσφόρος καὶ σήκωσ’ ἐπανάσταση στὸν οὐρανὸ καὶ γκρεμίστηκε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους ποὺ τὸν ἀκολούθησαν στὰ τάρταρα τοῦ Ἅδη. Ἀπὸ τότε εἶναι ὁ σατανᾶς, ἐκεῖνος δηλαδὴ ποὺ ἀντιμάχεται καὶ πολεμάει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Πῆγε μὲ τὴ μορφὴ τοῦ φιδιοῦ στὸν Παράδεισο καὶ ξεγέλασε τοὺς Πρωτοπλάστους καὶ παράκουσαν ἐκεῖνοι τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ κι ἐξαιτίας τῆς παρακοῆς ξωρίστηκαν ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ἀπὸ τότε ἀρχίζουν τὰ δεινά τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἁμαρτία σὰν κληρονομιὰ ἀπὸ τοὺς Πρωτοπλάστους κι ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας ἡ ἀρρώστια, ἡ φτώχεια, ὁ πόνος, ὁ θάνατος. Μὰ ἀπὸ τότε ἀρχίζει καὶ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων· ἀπὸ τότε ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε πὼς θὰ ‘ρθῆ ὁ σωτήρας νὰ γλυτώση τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου.

Ὁ Ἰησοῦς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι ὁ Χριστός, ἐκεῖνος ποὺ ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε στοὺς Πρωτοπλάστους, στοὺς Πατριάρχες καὶ στοὺς Προφῆτες. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ σωτήρας, καθὼς τὸ λέει καὶ τ’ ὄνομά του, γιατί Ἰησοῦς θὰ πῆ Σωτήρας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λοιπὸν ἦρθε γιὰ νὰ κατάργηση τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου. Ὅ,τι κακὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο, εἶναι ἀπὸ τὸ διάβολο, ἐκεῖνος πειράζει τοὺς ἀνθρώπους, ἐκεῖνος γεννάει μέσα τους ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες, ἐκεῖνος τοὺς τραβάει σὲ κακὲς πράξεις. Πρὶν νὰ ‘ρθῆ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, οἱ ἄνθρωποι ἦσαν στὰ νύχια τοῦ θηρίου ποὺ εἶναι ὁ διάβολος· ὅταν ἦρθε ὁ Χριστὸς κι ὕστερα, εἴμαστε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάβολος βέβαια δὲν καταργήθηκε· ὑπάρχει ἀκόμα «ἄχρι καιροῦ», μέχρι δηλαδὴ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως· ὑπάρχει καὶ πειράζει τοὺς ἀνθρώπους. Μὰ τώρα, φτάνει νὰ μὴν τὸ θέλουμε, δὲ μᾶς νικᾶ καὶ δὲν μᾶς αἰχμαλωτίζει. Γιατί τώρα ἔχουμε τὴ θεία χάρη, τώρα ἔχουμε τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ Αἷμα του, τώρα ἔχουμε τὴν πρεσβεία τῆς Θεοτόκου κι ὅλων τῶν Ἁγίων, ποὺ μᾶς φυλᾶνε καὶ μᾶς ἐλευθερώνουν ἀπὸ τὴν κακία τοῦ διαβόλου. Αὐτὸ μᾶς ἔμαθε ὁ Χριστὸς νὰ προσευχώμαστε καὶ νὰ λέμε «ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ», δηλαδὴ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὴν κακία τοῦ διαβόλου.

Ὅλα ἐτοῦτα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ ἐμεῖς τὰ λέμε ἁπλὰ καὶ σύντομα, ὅλα ἐτοῦτα εἶναι γραμμένα στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ κηρύττει καὶ τὰ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας. Τὸ βλέπουμε καὶ στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ποὺ καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν πέση στὰ νύχια τοῦ διαβόλου. Μήτε σπίτι τὸν χωράει μήτε ροῦχο τὸν βαστάει· γυρίζει στὶς ἐρημιές, κοιμᾶται μέσ’ στὰ μνήματα κι εἶναι ὁ φόβος κι ὁ τρόμος τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτό, χριστιανοί μου, πρέπει νὰ ‘χουμε τὰ μάτια μας ἀνοιχτά, τὸ μυαλὸ μας ἀνύσταχτο καὶ νὰ προσέχουμε· νὰ φυλᾶμε τὶς πύλες ἀπὸ τὶς ὁποῖες βρίσκει τρόπο καὶ μπαίνει μέσα μας ὁ πειρασμός. Θὰ πῆς· πῶς νὰ προσέχω καὶ τί θὰ πῆ νὰ φυλᾶμε τὶς πύλες; Θὰ πῆ νὰ μὴν ἀφίνης ξένιαστο τὸν ἑαυτό σου, νὰ θυμᾶσαι πὼς ἔχεις ψυχή, νὰ μὴν θέλης ὅ,τι εὐχαριστάει μόνο τὶς αἰσθήσεις σου, νὰ μὴν ξεμακραίνης ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία· στὴν Ἐκκλησία δὲν μπαίνει ὁ διάβολος. Καὶ πρὶν ἀπ’ ὅλα νὰ φοβᾶσαι τὸ Θεό· ὅποιος φοβᾶται τὸ Θεὸ νικάει τὸ διάβολο.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ὁ Θεὸς θέλει τὴ σωτηρία μας κι ὁ διάβολος θέλει τὸ χαμό μας. Ἐμεῖς τί θέλουμε καὶ τί θὰ προτιμήσουμε; Στὸ Θεὸ εἶναι ἡ ἀσφάλειά μας, στὸ Θεὸ εἶναι ἡ εἰρήνη κι ἡ χαρά μας, στὸ Θεὸ εἶναι ἡ ζωὴ κι ἡ προκοπή μας, στὸ Θεὸ εἶναι ἡ σωτηρία μας. Ἀμήν.

4.

Ἡ διάσπαση τῆς ἁμαρτίας (Λουκ. η΄ 26-39)

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Τὴ μανία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων περιγράφει μὲ μελανὰ χρώματα τὸ περιστατικὸ τοῦ δαιμονισμένου τῶν Γαδαρινῶν. Αὐτὴ ἡ μανία ἀποτυπώνεται στὴ δύναμη τοῦ κακοῦ, ποὺ μὲ τὶς πολλὲς καὶ ποικίλες μορφὲς του μᾶς ταλαιπωρεῖ, μᾶς βασανίζει καί, κάποτε, μᾶς δυναστεύει κυριολεκτικά. Σήμερα θὰ σταθοῦμε σὲ ἕνα χαρακτηριστικό, ἀλλὰ καὶ τραγικὸ σύμπτωμά του, τὸ διχασμὸ ποὺ προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία.

Ἐσωτερικὴ διάσπαση: δαιμονικὸ σύμπτωμα τῆς ἁμαρτίας

Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ δαιμονοπληξία, ὅπως ὅλες οἱ ψυχικὲς καὶ σωματικὲς ἀσθένειες, συνδέεται μὲ τὴν πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς παρουσίας τοῦ κακοῦ καὶ τῆς φθορᾶς στὸν κόσμο. Στὸ ἐπεισόδιο τοῦ δαιμονισμένου τῶν Γαδαρινῶν φαίνεται ἡ κυριαρχία τοῦ διαβόλου, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀνθρώπινη δυστυχία καὶ διάλυση. Πρόκειται γιὰ μιὰ κατάσταση στὴν ὁποία μία ἐχθρικὴ δύναμη πρὸς τὸν ἄνθρωπο δηλητηριάζει τὴ ζωή του, μηχανεύεται τεχνάσματα καὶ μεθόδους ποὺ τὸν καταστρέφουν καὶ τὸν ὁδηγοῦν σὲ ἀδιέξοδο καὶ ἀπόγνωση. «Τί σοὶ ὄνομα ἐστίν; Ὁ δὲ εἶπε: Λεγεών». Ὁ δαιμονισμένος ἦταν κατοικητήριο πολλῶν δαιμόνων. Ἐδῶ βλέπουμε καθαρὰ τὴ διασπαση τῆς προσωπικότητας τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, γιὰ τὴν ὁποία γίνεται τόσος πολὺς λόγος στὶς μέρες μας.

Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας δίνει τὴ δική της ἀπάντηση καὶ ἐρμηνεύει αὐτὸ τὸ φαινόμενο μέσα ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὴν προοπτική τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πτώση στὴν ἁμαρτία φέρνει τὴν ἐσωτερικὴ διάσπαση στὸν ἄνθρωπο καὶ προξενεῖ τὴ διαίρεση, τὸ διχασμό. Ὁ Θεὸς ἑνώνει, ἐνῶ ὁ διάβολος διαιρεῖ. Ὁ Θεὸς δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπο ὡς ἑνοποιημένη ψυχοσωματικὴ προσωπικὴ ὕπαρξη, ἐνῶ ὁ διάβολος τὸν τεμαχίζει καὶ τὸν θρυμματίζει σὲ ἀπρόσωπη μάζα. Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνουν οἱ ἐγωπαθεῖς προτιμήσεις καὶ οἱ ἀλλοπρόσαλλες συμπεριφορὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, νεκρώνει τὶς ἐσωτερικὲς καὶ πνευματικὲς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸν συνάνθρωπό του. Κέντρο τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀναζητήσεών του γίνεται πλέον ὁ ἐαυτός του καὶ ἐγωκεντρισμό του. Χάνοντας τὴν ἀναφορὰ στὸν Θεό, ὑποτάσσεται ἀναπόφευκτα στὸ νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ προσωπικότητά του διασπᾶται ἀπὸ τὰ ἀλληλοσυγκρουόμενα ἐνδιαφέροντα καὶ τὶς εὐμετάβλητες προτιμήσεις του σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἡ ἀνθρώπινη καρδιά, τὸ κέντρο τῆς ὕπαρξή του, νὰ χάνει τὴν ἰσσοροπία καὶ τὴν ἁρμονία της ἀπὸ ἕνα πλῆθος δυνάμεων. Ποικίλα καὶ συμφέροντα, ρόλοι καὶ συμπεριφορὲς ἀσύνδετες μεταξύ τους, διαιροῦν τὸν ἐσωτερικό του κόσμο καὶ τὸν μετατρέπουν σὲ μιὰ κατακερματισμένη καὶ χαώδη κατάσταση. Ἕνας ἄνθρωπος διχασμένος ἐσωτερικὰ καὶ ἀπομονωμένος ἐξωτερικὰ δὲν μπορεῖ νὰ νιώθει καὶ νὰ εἶναι λυτρωμένος.

Ἡ ἀντίδραση τῶν κατοίκων στὴν θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου

Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἐνόχλησε τοῦ κατοίκους τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν. Τυφλωμένοι καὶ ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὸ ὑλικὸ κέρδος δὲν διέκριναν τὸ νόημα τῆς θαυματουργικῆς θεραπείας τοῦ δαιμονισμένου. Δὲν τοὺς ἔλεγξε ἡ συνείδηση γιὰ τὸ παράνομο ἐμπόριο τῶν χοίρων ποὺ ἔκαναν, παρὰ τὴν ἀπαγορεύση τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. Ζημιωμένοι ἀπὸ τὰ συμφέροντά τους, διώχουν τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν περιοχή τους. Σκεπτόνται ἐγκεφαλικὰ καὶ συμφεροντολογικά. Ὅ,τι δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ σχέδια καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τους τὸ παραμερίζουν καὶ τὸ πολεμοῦν, ὄχι μόνο ὡς ἀνεπιθύμητο, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπικίνδυνο. Μένουν στὴν ἐπιφάνεια καὶ χάνουν τὴν οὐσία. Ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι σήμερα ἀκολουθοῦν τὴν ἴδια τακτική. Διώχνουν τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς ζωῆς τους καὶ τὸ ἔδαφος τῆς ψυχῆς τους. Καὶ ἐδῶ ὁ φαῦλος κύκλος τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐσωτερικῆς διάσπασης βιώνεται μὲ ἰδιαίτερα σκληρὸ τρόπο. Ἡ μαζοποίηση καὶ ἡ ἀπώλεια τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου στὴν σύγχρονη κοινωνία εἶναι κραυγαλέα. Ὁ διασπασμένος ἐσωτερικὰ ἄθρωπος ἔχει, φυσικά, καὶ διχασμένες λειτουργίες. Ἄλλα θέλει, ἄλλα λέει καὶ ἄλλα κάνει. Τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ δὲν συνεργάζονται ἁρμονικὰ μεταξύ τους. Γίνονται ἀντίπαλα καὶ ἀνταγωνιστικά.

Ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὁ θεραπευμένος τῆς περικοπῆς, ἀπελευθερωμένος ἀπὸ ὅ,τι μέχρι τότε τὸν βασάνιζε, ἐπιθυμεῖ νὰ μείνει κοντὰ στὸν Χριστό. Βίωσε τὴν ἀγάπη καὶ τὴ χαρή Του, ποὺ ἑνοποίησε τὴν κομματιασμένη ἀπὸ τοὺς δαίνομες ὕπαρξή του. Οἱ κάτοικοι τῶν Γαδαρηνῶν διώχνουν τὸν Χριστό. Διχασμένοι ἐσωτερικά, χωρὶς βέβαια νὰ τὸ καταλαβαίνουν, βλέπουν καὶ αἰσθάνονται τὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ὄχι ὅμως καὶ τὴν ἀγάπη Του. Δὲν θέλουν νὰ δοῦν τὴν ζωὴ τους πέρα ἀπὸ τὴν καθημερινότητα, μέσα σὲ μιὰ ἄλλη προοπτική. Δύο διαφορετικὲς ἐπιλογὲς τῆς ἀνθρώπνης ἐλευθερίας. Ἡ μία σώζει καὶ ἡ ἄλλη καταστρέφει. Ἐμεῖς ποιά, ἄραγε, προτιμοῦμε;

5.

Οἱ δαιμονιζόμενοι Γεργεσηνοί

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

(Ματθ. 8, 28-34. Μάρκ. 5, 1-20. Λούκ. 8, 26-39)

Ὁ Ἰησοῦς μετὰ τῶν μαθητῶν του, μετὰ τὴν κατάπαυσιν τῆς νυκτερινῆς τρικυμίας τῆς Τιβεριάδος θαλάσσης, τὴν πρωΐαν ἦλθον εἰς τὸ πέραν τῆς θαλάσσης, εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν, «τῶν Γαδαρηνῶν» κατὰ τὸν Λουκᾶν, «ἥτις ἐστὶν ἀντιπέραν τῆς Γαλιλαίας». Τὰ Γέρασα εἶναι τὰ ἐρείπια τῆς πόλεως (Kursi) Κέρσα ἀνατολικῶς τῆς λίμνης, ὅπου εὑρίσκοντο Ἰουδαῖοι καὶ εἰδωλολάτραι, τὰ δὲ Γάδαρα εἶναι χώρα, ὅπου εὑρίσκοντο τὰ Γέρασα. Πρῶτος ἀπεβιβάσθη ὁ Χριστός. «Ἐξελθόντι δὲ αὐτῶ ἐπὶ τὴν γῆν εὐθὺς ὑπήντησαν αὐτῶ δύο δαιμονιζόμενοι, ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν τῆς ὁδοῦ ἐκείνης» ἦσαν τόσον τρομεροί, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ περάση ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν δρόμον ὅπου εὑρίσκοντο αὐτοί. Ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν τῶν δαιμονιζομένων ἦτο «ἀνὴρ ἐκ τῆς πόλεως ἔχων δαιμόνια καὶ χρόνῳ ἰκανῳ οὐκ ἐνεδιδύσκετο ἱμάτιον καὶ οὐδὲ ἁλύσει οὐκέτι οὐδεὶς ἠδύνατο αὐτὸν δῆσαι καὶ ἐν οἰκία οὐκ ἔμενεν ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασι». Τόσον τρομερὸς ἦτο ὁ εἷς τῶν δαιμονιζομένων, ὥστε ἔμενεν εἰς τὰ μνήματα, ἦτο γυμνὸς ἐπὶ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα καὶ οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ δέση αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας δι᾿ ἁλύσεως.

Ὁ Μᾶρκος συνεχίζων τὴν περιγραφὴν τοῦ τρομεροῦ τούτου δαιμονιζομένου λέγει τὰ ἑξῆς ἀκόμη. «Οὐδεὶς ἠδύνατο αὐτὸν δῆσαι διὰ τὸ αὐτὸν πολλάκις πέδαις καὶ ἁλύσεσι δέδεσθαι καὶ διεσπᾶσθαι ὑπ᾿ αὐτὸν τὰς ἁλύσεις καὶ τὰς πέδας συντετρῖφθαι καὶ οὐδεὶς ἴσχυεν αὐτὸν δαμᾶσαι· καὶ διὰ παντὸς» χρόνου «νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐν τοῖς μνήμασι καὶ ἐν τοῖς ὄρεσιν ἦν κράζων καὶ κατακόπτων ἑαυτὸν λίθοις». Τόση ἦτο ἡ ἀγριότης τοῦ δαιμονιζομένου τούτου, ὥστε ἔσπαζε τὰς ἁλύσεις διὰ τῶν ὁποίων ἐδένοντο αἱ χεῖρες καὶ «τὰς πέδας» τὰς ἁλύσεις δι᾿ ὧν ἐδένοντο οἱ πόδες καὶ ἦτο νύκτα καὶ ἡμέραν εἰς τὰ μνήματα, ἔτρεχεν εἰς τὰ ὄρη κραυγάζων καὶ διὰ λίθων κτυπῶν τὸν ἑαυτόν του.

Ὁ δαιμονιζόμενος οὗτος «ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ μακρόθεν» καὶ ὑπὸ ἀοράτου δυνάμεως κινηθείς ὁ τοσοῦτον τρομερὸς «ἔδραμεν» ἔτρεξεν καὶ πεσών «προσεκύνησεν αὐτῶ» τὸν Ἰησοῦν «κράξας φωνῆ μεγάλῃ» μετὰ τοῦ ἄλλου δαιμονιζομένου λέγων· «τί ἡμῖν καὶ σοὶ Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου;» Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξύ σοῦ καὶ ἡμῶν, λέγουσιν πρὸς τὸν Ἰησοῦν οἱ δαίμονες. Ἐξ αὐτῶν φαίνεται, ὅτι οἱ δαίμονες εἶχον γνῶσιν τινὰ ὅτι ὁ Χριστὸς ἦτο υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Οὐδόλως ὅμως ὠφέλησεν αὐτοὺς ἡ θεολογικὴ αὐτὴ γνῶσις, διότι τὰ ἔργα τῶν ἦσαν ἀπάνθρωπα. Οὐδόλως θὰ ὠφελήση ἡμᾶς πᾶσα θεολογικὴ γνῶσις, ἂν δὲν παύσωμεν τὰ ἀπάνθρωπα ἔργα μας.

Οἱ δαίμονες συνεχίζουσιν. «Ἦλθες ὧδε πρὸ καιρὸν βασανίσαι ἡμᾶς». Ἐπίσης γνωρίζουσιν οἱ δαίμονες ὅτι ἔχουσι δικαίωμα βασανισμοῦ τῶν ἀνθρώπων, ἐφ᾿ ὅσον ὑπάρχει ἡ παροῦσα ζωή. «Ἐλεγεν ὁ Κύριος ἔξελθε τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον ἐκ τοῦ ἀνθρώπου» ὁ Κύριος διέταξε τὰ δαιμόνια νὰ φύγωσιν ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους, διότι εὐσπλαχνίσθηκεν αὐτούς. Τοὺς εὐσπλαχνίσθηκε δέ, διότι τὸν ἕνα «πολλοῖς χρόνοις συνηρπάκει αὐτὸν καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἔρημους», εὑρίσκετο ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Σατανᾶ δεμένος μὲ ἁλυσίδες εἰς χεῖρας καὶ πόδας καὶ σπάζων τὰς ἁλυσίδας ἐφέρετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἔρημους.

Οἱ δαίμονες λαβόντες τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξέλθουν καὶ νομίσαντες, ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἀπέστελλεν αὐτοὺς εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν λέγουσι πρὸς αὐτόν·«ἦλθες ὧδε πρὸ καιρὸν βασανίσαι ἡμᾶς. Δέομαί σου, ὁρκίζω σε εἰς τὸν Θεὸν μὴ μὲ βασανίσῃς». Σὲ ἐξορκίζω νὰ μὴ μὲ βασανίσης. Οἱ δαίμονες ὠμολόγησαν προηγουμένως, ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ των καὶ τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ὅμως ἐδῶ ἀναγνωρίζουσιν Αὐτὸν ὡς δικαστὴν των. Πᾶς ἄνθρωπος μὴ ἔχων σχέσιν μὲ τὸν Χριστόν, ἔχει παρ᾿ ὅλα ταῦτα Αὐτὸν δικαστήν.(Ματθ. 8, 28-34. Μάρκ. 5, 1-20. Λούκ. 8, 26-39).

Ὁ Κύριος «ἐπηρώτα αὐτὸν· τί ὄνομά σοι;» Ὁ Κύριος ἐρωτᾷ οὐχὶ ἵνα μάθη Αὐτός, ἀλλὰ ἵνα μάθουν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τὸν ἀριθμὸν τῶν δαιμόνων καὶ κατόπιν τὴν δύναμίν του διὰ τῆς ἐκδιώξεως των. Ὁ ἀρχηγὸς αὐτῶν δαίμων ἀπαντᾷ: «Λεγεὼν ὅτι πολλοὶ ἐσμεν».

Λεγεὼν ἦτο Ρωμαικὸν στράτευμα 5000-6000 ἀνδρῶν. Ἑπομένως εὐρίσκοντο ἐντός τοῦ δαιμονιζόμενου 5000-6000 δαίμονες ! Πόσοι θὰ εἶναι εἰς ὅλον τὸν κόσμον! Ἐντεῦθεν ἡ μεγάλη δύναμις τοῦ δαιμονιζομένου. Οἱ δαίμονες ὁμολογοῦν τὴν ἀλήθειαν ἴσως, ἵνα τρομοκρατήσωσι διὰ τοῦ ἀριθμοῦ των τὸν Ἰησοῦν ἢ τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ δαίμονες ἂν καὶ εἶναι τόσον πολλοί, συνεννοοῦνται μεταξὺ των, οἱ ἄνθρωποι ὅμως ὄχι! Ἀμέσως ὅμως οἱ δαιμονιζόμενοι οὗτοι καὶ ἰδίως οἱ δαίμονες αἰσθάνονται τὴν ἀδυναμίαν των καὶ παρεκάλουν τὸν Ἰησοῦν «ἵνα μὴ ἀποστείλη αὐτὰ ἔξω τῆς χώρας» καὶ «ἵνα μὴ ἐπιτάξη αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν». Παρακαλοῦν τὸν Ἰησοῦν νὰ μὴ τοὺς ἀποστείλη ἔξω της χώρας τῶν Γεργεσηνων, διότι ἡ χώρα αὐτὴ ἦτο πλήρης ἀνθρώπων εἰδωλολατρῶν καὶ Ἰουδαίων ἀποστατῶν 1. Ἑπομένως εἶχον θέσιν ἐκεῖ οἱ δαίμονες.

Τὸν παρεκάλουν δὲ νὰ μὴ τοὺς διατάξη νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν ἄβυσσον, εἰς τὴν κόλασιν, ἵνα μένοντες ἀκόμη εἰς τὴν γῆν βασανίζουν τοὺς ἀνθρώπους. Ἔρχεται ὅμως καὶ τρίτη παράκλησις τῶν δαιμονιζομένων, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς: «πρὸς τῷ ὄρει μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη». Ἠτο ἐκεῖ πλησίον του ὅρους καὶ μακρὰν αὐτῶν ἕνα κοπάδι χοίρων τὰ ὁποῖα ἔβοσκον. «Παρεκάλεσαν αὐτὸν πάντες οἱ δαίμονες λέγοντες πέμψον ἡμᾶς» ἀπόστειλόν μας «εἰς τοὺς χοίρους, ἵνα εἰς αὐτοὺς εἰσέλθωμεν. Καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς» ὁ Κύριος. Ὥστε οὐδὲ τοὺς χοίρους δύνανται νὰ βλάψωσιν οἱ δαίμονες, ἂν δὲν λάβωσιν ἄδειαν τοῦ Θεοῦ. Πόσῳ μᾶλλον ἡμᾶς!

Πάντες οἱ δαίμονες ἐξ ἑνὸς στόματος παρακαλοῦν τὸν Χριστόν, ἴνα εἰσελθωσιν εἰς τοὺς χοίρους, ἴνα ἀποφύγωσι τὴν ἀποπομπὴν των εἰς τὸν Ἅδην ἀλλὰ καὶ διότι ἀφοῦ δὲν ἠδυναντο νὰ βασανίζωσι τὸν ἄνθρωπον, νὰ βλάψωσιν αὐτὸν οἰκονομικῶς διὰ τοῦ πνιγμοῦ τῶν χοίρων καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξερεθίσωσι τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νὰ εἰσέλθωσιν οἱ δαίμονες εἰς τοὺς χοίρους, διότι πιθανώτατα ὁ ἰδιοκτήτης τῶν χοίρων ἦτο Ἑβραῖος τις, ὁ ὁποῖος παρὰ τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τοὺς χοίρους ὡς ἀκάθαρτα ζῶα, ἦτο χοιροβοσκός. Εἴς τινας εἰδωλολάτρας οἱ χοῖροι ἧσαν ἱερὰ ζῶα, παρ᾿ Ἐβραίοις ἀκάθαρτα. Τὰ ἀκάθαρτα ζῶα φιλοξενοῦν τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα. Ὁποία ἐπιτυχής συντυχία!

«Ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους καὶ ὤρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν ὡς δισχίλιοι καὶ ἐπνίγοντο ἐν τῇ θαλάσςῃ». Δύο δηλαδὴ χιλιάδες χοῖροι ἀφηνιάσαντες ἐκ τῶν εἰσελθόντων εἰς αὐτοὺς δαιμόνων ἐρρίφθησαν ἐκ τινὸς κρημνοῦ, ὁ ὁποῖος εὐρισκετο πλησίον της χώρας τῶν Γεργεσηνῶν, ἐντός της λίμνης Γεννησαρέτ. Ἡ ὁρμή, μετὰ τῆς ὁποίας ὤρμησαν οἱ δαιμονισμένοι χοῖροι νὰ πνιγῶσι καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, δεικνύουσι τὴν κακίαν καὶ δύναμιν τοῦ Σατανᾶ ἐνώπιόν της ὁποίας θὰ εἴμεθα ἄχυρα, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ,

«Ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες» οἱ χοιροβοσκοὶ «ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγροὺς ἀπήγγειλαν πάντα» τὰ συμβάντα καὶ λεπτομερείας αὐτῶν καὶ ἰδίᾳ «τὰ τῶν δαιμονιζομένων» πὼς ἐθεραπεύθησαν ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ. Οἱ χοιροβοσκοὶ οὗτοι ἀνέφερον τὰ συμβάντα ταῦτα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν χοίρων καὶ εἰς τοὺς λοιπούς κατοίκους τῆς πόλεως καὶ ἔξω εἰς τοὺς ἀγρούς, ἵνα λογοδοτήσωσι διὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν χοίρων. «Καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς ὑπάντησιν τῷ Ἰησοῦ καὶ ἰδεῖν τὸ γεγονὸς» καὶ βεβαιωθῶσι περὶ αὐτοῦ. Ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ «εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον ἀφ᾿ οὗ» ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὰ δαιμόνια ἐξῆλθεν, τὸν ἐσχηκότα τὴν λεγεώνα «ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐφοβήθησαν». Ὁ φόβος οὗτος ἦτο τὸ ἱερὸν δέος, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται πᾶς ἄνθρωπος εὑρισκόμενος ἐνώπιον ὑπερφυσικῶν φαινομένων.

Ἐκεῖ ὅπως ἦσαν συγκεντρωμένοι συμπληρωματικῶς «διηγήσαντο οἱ ἰδόντες» χοιροβοσκοὶ «περὶ τῶν χοίρων καὶ πὼς ἐσώθη ὁ δαιμονισθεὶς». Τὸ συγκεντρωθέν ἐκεῖ «πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γεργεσηνῶν» μὴ βλέπον τὸν ἰαθέντα ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν χοίρων «παρεκάλεσαν τὸν Ἰησοῦν ὅπως μεταβῆ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο» διὰ τὴν ἐμφάνισιν τοιούτου θείου προσώπου, ἀλλὰ καὶ διὰ νέαν ὑλικὴν τινὰ ζημίαν. «Ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ». Παρεκάλει δὲ αὐτὸν καὶ ὁ δαιμονισθείς νὰ μείνῃ μαζί ἀπὸ εὐγνωμοσύνην καὶ πίστιν ἢ φόβον μήπως δαιμονισθῆ καὶ πάλιν. «Οὐκ ἀφῆκεν αὐτόν» ἀπέλυσεν αὐτὸν «λέγων ὕπαγε εἰς τὸν οἶκον σου πρὸς τοὺς σοὺς καὶ διηγοῦ», ἀνάγγειλον αὐτοῖς «ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεὸς καὶ ἠλέησέ σε».

Διατάσσει τὸν δαιμονιζόμενον ὁ Χριστὸς νὰ κηρύξη τὴν ἀλήθειαν τοῦ θαύματος, ἐνῶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἀπαγορεύει τοῦτο, διότι εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν δὲν ὑπῆρχεν ὁ φόβος ἐξάψεως τῶν μεσσιανικῶν ἐλπίδων, ἥτις ἔξαψις θὰ ἠμπόδιζε τὸ ἔργον του, διότι ἡ χώρα αὐτὴ κατῳκεῖτο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπὸ ἐθνικῶν, εἰδωλολατρῶν. Ὁ ἰαθείς οὗτος δαιμονιζόμενος «ἀπῆλθεν καὶ ἤρξατο κηρύσσειν καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν» τῶν Γερασηνῶν καὶ «ἐν τῇ Δεκαπόλει, ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς». Δεκάπολις εἶναι περιοχὴ δέκα παλαιῶν πόλεων, κειμένη ἀνατολικῶς τῆς λίμνης Γεννησαρέτ. Ὁ Κύριος ταπεινοφρονῶν ἀποδίδει τὴν ἴασιν τοῦ δαιμονιζομένου εἰς τὸν Πατέρα του. Ὁ θεραπευθείς δαιμονιζόμενος εὐγνωμονῶν κηρύττει τὸν Χριστόν. Πόσον πρέπει νὰ εἴμεθα ταπεινοί, ὅταν εὐεργετῶμεν καὶ εὐγνώμονες, ὅταν εὐεργετούμεθα! Ὁ Κύριος ἐκδιωχθεῖς ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς χώρας ἐκείνης ἀφίνει ἀντικαταστάτην του τὸν θεραπευθέντα δαιμονιζόμενον. Πόση ἡ καλωσύνη τοῦ Κυρίου ! Οἱ ἀκούοντες κάτοικοι τῶν χωρῶν αὐτῶν «πάντες ἐθαυμαζον».

Ἐνταῦθα ἔχομεν τὸν δαιμονιζόμενον καὶ τοὺς δαίμονας πλησίον καὶ μακράν του Κυρίου.

Θέμα: Πλησίον καὶ μακράν του Χριστοῦ.

Ὁ δαιμονισμένος δίδει μίαν ὡραίαν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου μακρὰν καὶ πλησίον του Χριστοῦ. Ἂς ἴδωμεν!

Α’. Μακράν του Χριστοῦ: Οἱ δαιμονισμένοι ὡς κατοικίαν εἶχον τὰ μνήματα, ὅπου βασιλεύει ὁ θάνατος. Οἱ ἴδιοι ἦσαν νεκροταφεῖον κινούμενον, διότι ἔφερον τὸ κακὸν καὶ εἰς ἄλλους ἀνθρώπους, «ἦσαν χαλεποὶ λίαν». Ὁσάκις οὗτοι ἐκινοῦντο, ἀπεμακρύνοντο τῶν πόλεων, ὅπου ὑπάρχει ζωή, ἔτρεχον εἰς τὰ ὅρη καὶ εἰς τὰς ἐρημίας, εἰς τὸ δεύτερον τοῦτο νεκροταφεῖον. Μακράν τοῦ Χριστοῦ ὁ δαιμονιζόμενος οὗτος ἦτο σωματικῶς γυμνὸς καὶ ψυχικῶς τεταραγμένος. Ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως ἦτο μακρὰν πάσης πόλεως. Ἑπομένως ὁ δαιμονισμένος οὗτος ἦτο σωματικῶς, ψυχικῶς, κοινωνικῶς, οἰκονομικῶς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως διαμονῆς καὶ κινήσεως εἰς ἀθλιωτάτην κατάστασιν.

Εἰς ὁμοίαν κατάστασιν εὑρίσκεται καὶ ὁ μακράν του Χριστοῦ. Οὗτος μένει εἰς τὸ σπίτι του. Μεταβάλλει ὅμως αὐτὸ εἰς νεκροταφεῖον, διότι τόση εἶναι ἡ ταραχή, τὴν ὁποίαν σκορπίζει, τόσα εἶναι τὰ δάκρυα τὰ ὁποία ἀναγκάζει τοὺς οἰκείους του νὰ χύνουν μὲ τὰ διάφορα πάθη του, ὥστε μεταβάλλει τὸν οἶκον του καθημερινῶς εἰς νεκροταφεῖον. Ὁ μὲν δαιμονιζόμενος εἰς τὴν ἔξαψιν του ἦτο ἀπρόσιτος, ὁ ἐμπαθὴς εἰς τὴν ἔξαψιν τοῦ πάθους του εἶναι ἀπρόσιτος. Ὅπως ὁ δαιμονιζόμενος ἔσπαζε τὰς ἁλυσίδας, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ ἐμπαθὴς εἰς τὴν ἔξαψιν τοῦ πάθους του σπάζει πάντα φραγμὸν ἐντροπῆς καὶ ἀξιοπρέπειας. Ὅπως ὁ δαιμονιζόμενος εἰς τὴν κρίσιν τῆς δαιμονικῆς ἐνεργείας ἔφευγεν ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖον καὶ ἔπαιρνε τὰ ὅρη καὶ τὰ βουνά, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ ἐμπαθής, ἀφοῦ μεταβάλη τὸ σπίτι του εἰς νεκροταφεῖον, εἶναι ἕτοιμος νὰ ἐξέλθη ἐπάνω εἰς τὴν ἔξαψιν τοῦ θυμοῦ του καὶ νὰ πάρῃ τὰ ὅρη καὶ τὰ βουνὰ!

Ὁ δαιμονιζόμενος ἦτο γυμνὸς σωματικῶς καὶ τεταραγμενος ψυχικῶς. Ὁ ὑπὸ τοῦ πάθους τοῦ θυμοῦ κατεχόμενος ἐμπαθὴς σχίζει τὰ ροῦχα του καὶ βράζει ἡ ψυχή του ἀπὸ τὸν θυμόν του. Ὁ δαιμονιζόμενος μεταβαίνων εἰς τὰ ὅρη, γυμνός ὧν, κατέκοπτε τὸν ἑαυτόν του διὰ λίθων. Ποσάκις καὶ σήμερον δὲν βλέπομεν γυναίκας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τόσην τάσιν εἰς τὸν γυμνισμόν, ὥστε νὰ μὴ ἐντρέπωνται μὲ τὴν ἀδιάντροπον γύμνωσιν των ἐνώπιον νέων παριστάμεναι. Καὶ αὖται εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐπήρρειαν τοῦ δαιμονίου, ὅπως καὶ ὁ δαιμονιζόμενος τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Ὅπως ὁ δαιμονιζόμενος εἶχεν ἄθλια τὰ οἰκονομικά του, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ἀρκετοὶ ἐκ τῶν ἐμπαθῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἶναι οἱ μέθυσοι, οἱ ἄσωτοι, οἱ χαρτοπαίκται, μεταβάλλουσι τὰ σπίτια των εἰς ἐρείπια οἰκονομικά. Οἱ ἐμπαθεῖς ὁσονδήποτε καὶ ἂν φαίνωνται ὅτι εἶναι κοινωνικοί, τὰ πάθη των ἀναγκάζουσιν αὐτοὺς νὰ εἶναι ἀκοινώνητοι μισοῦντες πολλοὺς ἀνθρώπους καὶ μισούμενοι ὑπὸ πολλῶν ἀνθρώπων. Ἐὰν εὑρίσκωνται οὗτοι εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ ὠρισμένους ἀνθρώπους, εἶναι διότι εὑρίσκουσιν ἀνθρώπους τῶν αὐτῶν παθῶν, ὅπως ἦσαν καὶ οἱ δύο αὐτοὶ δαιμονιζόμενοι. Πόσαι νόσοι ἐκ τῶν ψυχικῶν παθῶν δὲν ἐγέμισαν τὰς κλινικάς! Πόσοι θάνατοι ἐκ τῶν παθῶν δὲν ἐγέμισαν τὰ νεκροταφεῖα! Εἰς τὰ βάθη τῆς λίμνης Γεννησαρέτ ἐσυντρόφευσαν οἱ δαίμονες τοὺς χοίρους, εἰς τὴν καιομένην λίμνην τοῦ πυρὸς θὰ ὁδηγήσουν τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους οἱ δαίμονες, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι μεταβῶσιν εἰς τὴν ἄβυσσον, εἰς τὸ βάραθρον τῆς κολάσεως, ὡς αἴτιοι παντός κακοῦ.

Ἑπομένως οἱ διάφοροι ἐμπαθεῖς εἶναι ὅπως οἱ δαιμονιζόμενοι «χαλεποὶ λίαν», τεταραγμένοι, ἀσθενεῖς, ἀκοινώνητοι καὶ ἔχουσι ὅ,τι ἄλλον κακὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ.

Β’. Πλησίον του Χριστοῦ: Ὁ δαιμονιζόμενος πλησίον του Χριστοῦ ἦτο ἰματισμένος καὶ σωφρόνων. Ἑπομένως εἶχεν ὑγείαν, ἠρεμίαν, οἰκονομίαν, κοινωνίαν. Πράγματι! Πόσην ὑγείαν, πόσην ἠρεμίαν, ποίαν κοινωνίαν εἶχεν ὁ πρώην δαιμονιζόμενος εὑρισκόμενος εἰς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ ἰματισμένος καὶ σωφρονῶν! Ἡ εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ ὀρθίου καὶ τοῦ πρώην δαιμονιζομένου εὑρισκομένου εἰς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ εἶναι εἰκὼν ὡραιότατη, ἀξία ζωγραφικοῦ πίνακος, ἐὰν σκεφθῶμεν ποὺ ἐγύριζεν οὗτος πρίν, ποὺ ἔμενε καὶ πὼς ἦτο.

Τὴν αὐτὴν ὡραίαν ἐξωτερικὴν καὶ ψυχικὴν κατάστασιν ἔχει καὶ ὁ χριστιανός, ὁ ὁποῖος εἶναι πλησίον του Χριστοῦ. Ἔχει καὶ οὗτος ὑγείαν, ἠρεμίαν, οἰκονομίαν, κοινωνίαν, εἶναι ἰματισμένος καὶ σωφρονῶν. Καὶ πράγματι! Ὁ χριστιανὸς ὁ ὁποῖος εἶναι πλησίον του Χριστοῦ ἀποφεύγει τὴν μέθην, τὴν ἀσωτείαν, τὴν χαρτοπαιξίαν. Πόσην ὑγείαν καὶ οἰκονομίαν ἔχει οὗτος ! Ὁ χριστιανός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔχει μόνον ἐξωτερικὴν ὑγείαν καὶ ἠρεμίαν, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικὴν ἠρεμίαν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Γνωρίζει, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ταράσσει τὴν ψυχήν μας, δὲν εἶναι ὁ ἄλλος ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὸ πάθος, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσε νὰ νικήςῃ. Νικῶν λοιπὸν οὗτος τὸ πάθος λ.χ. τοῦ θυμοῦ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ ὁμοιάζει πρὸς βράχον καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι προσβολαὶ πρὸς κύματα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον δὲν ταράσσουν τὸν βράχον, ἀλλὰ τὸν κάμνουν καθαρώτερον. Ὁ πλησίον του Χριστοῦ, ἀφοῦ εἶναι ἤρεμος, ἀτάραχος, θὰ σκορπίζη τὴν ἠρεμίαν του εἰς τοὺς γύρω του ἀνθρώπους. Τόση μεγάλη θὰ εἶναι ἡ ἠρεμία του, ὥστε ἐνῶ πρὶν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ θυμοῦ του ἦτο πούπουλο εἰς τὸν ἄνεμο, τώρα ἔχει τόσην ἠρεμίαν, ὥστε τὰ πόδια του εἶναι ρίζες βουνῶν.Τί ὡραιότερον τῆς ἠρεμίας!

Ὁ πλησίον του Χριστοῦ δὲν εἶναι μόνον ἐξωτερικῶς ὑγιής καὶ οἰκονομικῶς, ψυχικῶς ἤρεμος, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωπος κοινωνικός. Μάλιστα! Γνωρίζει, ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸς ἐλλείψεις. Μὲ τὴν συνείδησιν τῶν ἐλλείψεων τοῦ εἶναι ὑπομονητικὸς εἰς τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων. Κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν φροντίζει νὰ κόψῃ τὰς ἐλλείψεις του καὶ βλέπων τὸ δύσκολον αὐτῶν γίνεται συμπαθέστερος, ὑπομονητικώτερος εἰς τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων καὶ ἑπομένως κοινωνικώτερος. Γνωρίζει, ὅτι εἰς τὴν γῆν αὐτὴν δὲν θὰ εὔρη ἀνθρώπους ἀναμαρτήτους. Διά τοῦτο ὑπομένει. Καὶ ἡ χριστιανή, ἡ ὁποία εὑρίσκεται κοντὰ εἰς τὸν Χριστόν, εἶναι καὶ αὐτὴ ἰματισμένη καὶ σωφρονουσα. Γνωρίζει αὐτή, ὅτι ἡ ἀδιάντροπος ἐνδυμασία τῆς προσβάλλει τὴν αἰδημοσύνην της καί δι᾿ αὐτὸ τακτοποιεῖ ἑαυτὴν ἀναλόγως. Εἶναι σωφρονοῦσα, ἂς εἶναι μικρὰ κόρη. Σκέπτεται ὡς ἡλικιωμένη. Τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον παίρνει ἀπὸ τὸν Χριστόν, εἶναι τόσον πολύ, ὥστε κάμνει σκέψεις ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας της, τοῦ φύλου της καὶ τῆς ἐποχῆς της. Εἶναι ἰματισμένη πραγματικῶς καὶ σωφρονοῦσα παραδειγματικῶς.

Παράδειγμα μακρὰν καὶ πλησίον τοῦ Χριστοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὁ Τύραννος Βερανζέρος Β’ καταλαβών τὴν Ἰταλίαν καὶ θέλων νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν κυριαρχίαν του βασανίζει μετὰ τῆς γυναικὸς του Χιλλᾶς τὴν χήραν τοῦ βασιλέως Ἀδελαΐδα, ἵνα ὑπανδρευθῆ αὕτη τὸν υἱὸν των. Ἡ Ἀδελαΐς ἀρνεῖται. Μετ’ ὀλίγον ἡ Ἀδελαΐς ἐλευθερώνεται ὑπὸ τῶν Γερμανῶν καὶ συλλαμβάνεται αἰχμάλωτος ἡ Χιλλά, ἡ ὁποία παραδίδεται εἰς χείρας τῆς Ἀδελαΐδος, ἵνα βασανισθῇ. Ἡ Χιλλὰ θρασέως φερομένη πρὸς τὴν Ἀδελαΐδα λέγει: Ἕνα σφάλμα ἔκαμα εἰς τὴν ζωήν μου. Ἔπρεπε νὰ σέ φονεύσω, ὅταν ἦσο εἰς χείρας μου. Καὶ ἡ Ἀδελαΐς ἀπαντᾷ. Καὶ ἐγώ ἕνα καλὸ θὰ σοῦ κάμω, θὰ σοῦ χαρίσω τὴν ζωήν. Πήγαινε εἰς τὸν ἄνδρα σου. Πόσον Σατανᾶς ἦτο ἡ μία, πόσον χριστιανὴ ἐφάνη ἡ ἄλλη!

Ἰδοὺ ἡ ἀνισορροπία, τὸ ἀκοινώνητον, ἡ νόσος καὶ πᾶν ὅ,τι ἄλλο κακὸν μακράν του Χριστοῦ. Ἰδοὺ ἡ ὑγεία, ἡ ἠρεμία, ἡ οἰκονομία, ἡ κοινωνία καὶ πᾶν ὅ,τι καλὸν πλησίον του Χριστοῦ. Ἂς φύγωμεν λοιπὸν ἀπὸ τὸν Σατανᾶν καὶ ἂς ὑπάγωμεν εἰς τὸν Χριστόν.

(1) Ἰωσήπου Ἀρχαιολογία 17, 11.

6.

Δύο πιθανές τοποθετήσεις μπροστά στήν ἐλευθερία

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

«Ἐκεῖνο τόν καιρό καθώς ἔφτασε ὁ Ἰησοῦς στήν περιοχή τῶν Γαδαρηνῶν, τόν συνάντησε κάποιος ἄντρας ἀπό τήν πόλη, πού εἶχε μέσα του δαιμόνια ἀπό πολύν καιρό. Ροῦχο δέν ντυνόταν οὔτε ἔμενε σέ σπίτι, ἀλλά ζοῦσε στά μνήματα. Ὅταν εἶδε τόν Ἰησοῦ, ἔβγαλε μία κραυγή, ἔπεσε στά πόδια του καί τοῦ εἶπε μέ δυνατή φωνή: «Τί δουλειά ἔχεις ἐσύ μ’ ἐμένα Ἰησοῦ, Υἱέ τοῦ ὕψιστου Θεοῦ; Σέ παρακαλῶ μή μέ βασανίσεις». Αὐτά τά εἶπε, γιατί ὁ Ἰησοῦς εἶχε διατάξει τό δαιμονικό πνεῦμα νά βγεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ἀπό πολλά χρόνια τόν εἶχε στήν ἐξουσία του, καί γιά νά τόν συγκρατήσουν τόν ἔδεναν μέ ἁλυσίδες καί τοῦ ἔβαζαν στά πόδια σιδερένια δεσμά. Ἐκεῖνος ὅμως ἔσπαζε τά δεσμά, καί τό δαιμόνιο τόν ὁδηγοῦσε στίς ἐρημιές. Ὁ Ἰησοῦς τόν ρώτησε: «Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου;» Ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Λεγεών»·γιατί εἶχαν μπεῖ μέσα του πολλά δαιμόνια. Τά δαιμόνια, λοιπόν, τόν παρακαλοῦσαν νά μήν τά διατάξει νά πᾶνε στήν ἄβυσσο.

Ἐκεῖ κοντά ἦταν ἕνα κοπάδι ἀπό πολλούς χοίρους πού ἔβοσκαν στό βουνό, καί τά δαιμόνια παρακαλοῦσαν τόν Ἰησοῦ νά τούς ἐπιτρέψει νά μποῦν στούς χοίρους, καί τούς τό ἐπέτρεψε. Βγῆκαν, λοιπόν, ἀπό τόν ἄνθρωπο καί μπῆκαν στούς χοίρους. Τότε τό κοπάδι ὅρμησε πρός τόν γκρεμό καί πνίγηκε στή λίμνη. Μόλις οἱ βοσκοί εἶδαν τί ἔγινε, ἔφυγαν καί τό εἶπαν στήν πόλη καί στήν ὕπαιθρο. Βγῆκαν οἱ ἄνθρωποι νά δοῦν τί ἔγινε καί ἦρθαν κοντά στόν Ἰησοῦ. Βρῆκαν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ὁποῖο βγῆκαν τά δαιμόνια νά κάθεται δίπλα στόν Ἰησοῦ, νά φοράει ροῦχα καί νά φέρεται λογικά, καί φοβήθηκαν. Ὅσοι εἶχαν δεῖ τί εἶχε γίνει, τούς εἶπαν γιά τό πῶς ὁ δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε ὅλο τό πλῆθος ἀπό τήν περιοχή τῶν Γαδάρων παρακαλοῦσαν τόν Ἰησοῦ νά φύγει ἀπό κοντά τους, γιατί τούς εἶχε πιάσει μεγάλος φόβος. Ἐκεῖνος μπῆκε στό πλοιάριο γιά νά γυρίσει πίσω. Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν ὁποῖο εἶχαν βγεῖ τά δαιμόνια τόν παρακαλοῦσε νά τόν πάρει μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ εἶπε νά φύγει, μέ τά παρακάτω λόγια: «Γύρισε στό σπίτι σου καί διηγήσου ὅσα ἔκανε σ’ ἐσένα ὁ Θεός». Ἐκεῖνος ἔφυγε διαλαλώντας σ’ ὅλη τήν πόλη ὅσα ἔκανε σ’ αὐτόν ὁ Ἰησοῦς» (Λουκ. 8, 26-39).

Ὁ Χριστός παρουσιάζεται στή διήγησή μας ὡς ἐλευθερωτής τῶν ἀνθρώπων ἀπό τίς δαιμονικές δυνάμεις πού τόν κρατοῦν αἰχμάλωτο καί τόν δυναστεύουν. Σ’ αὐτή τήν προσφορά ἐλευθερίας παρατηροῦμε δύο τρόπους ἀνταποκρίσεως τῶν ἀνθρώπων: ἡ μία ἐκπροσωπεῖται ἀπό τόν δαιμονισμένο ποὺ θεραπεύθηκε, ἡ ἄλλη ἀπό τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς στήν ὁποία ἔγινε τό θαῦμα. Ὁ πρῶτος, μετά τή συνάντησή του μέ τόν ἐλευθερωτή καί σωτήρα Χριστό, μεταβάλλεται ριζικά: ἀπό γυμνός γίνεται «ἰματισμένος καί σωφρονῶν»· ἀπό ἀκοινώνητος πού ζοῦσε στά μνήματα καί στίς ἐρήμους βρίσκεται τώρα σέ ἐπικοινωνία μέ τούς συνανθρώπους του, τούς ὁποίους σπεύδει νά συναντήσει γιά νά τούς διηγηθεῖ τή θαυματουργική θεραπεία του- ἀντί τῆς ἐπιθετικότητας καί τῆς καταστροφικῆς καί αὐτοκαταστροφικῆς μανίας πού εἶχε (βλ. τίς παράλληλες διηγήσεις στά Μάρκ. 5, 3-5. Ματθ. 8, 28 ἑξ.) γίνεται τώρα ἡ αἰτία σωτηρίας τῶν ἄλλων ἀντί τῆς προηγούμενης διεσπασμένης προσωπικότητάς του πού φαίνεται ἀπό τήν ὀνομασία «λεγεών»(: «γιατί εἶχαν μπεῖ μέσα του πολλά δαιμόνια») ἀποκτᾶ τώρα ἕνα ἑνιαῖο κέντρο, τό ὁποῖο γνωρίζει πολύ καλά τί θέλει, νά μείνει κοντά στόν Ἰησοῦ.

Ἐνῶ ὅμως ὁ πρώην δαιμονισμένος ἐπιθυμεῖ τή μόνιμη συντροφιά τοῦ Ἰησοῦ, οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ζητοῦν τήν ἀπομάκρυνση τοῦ εὐεργέτη, γιατί τούς κυρίεψε ὁ φόβος. Εἶδαν τή δύναμη τοῦ Ἰησοῦ καί τρομοκρατήθηκαν. Σκέφθηκαν ἀμέσως ὅτι ἡ παρουσία ἑνός ἰσχυροῦ θαυματοποιοῦ ἀνάμεσά τους μπορεῖ νά συνεπάγεται ἴσως ὁρισμένες ὑλικές ζημίες, ὅπως ἦταν π.χ. ἡ καταστροφή τῆς ἀγέλης τῶν χοίρων. Ὁ «φόβος» τους γιά τόν ὁποῖο ὁμιλεῖ ὁ εὐαγγελιστής δέν εἶναι τό δέος καί ἡ συντριβή μπροστά στή δύναμη τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ἀρχή τῆς ἀναγνωρίσεώς του καί τῆς προσκυνήσεως, ἀλλ’ ὁ τρόμος μήπως ἡ παρουσία του τούς ὁδηγήσει στή στέρηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα δέν θέλουν νά χάσουν. Τυφλοί ὡς πρός τό πνευματικό τους συμφέρον, βλέπουν μπροστά τους μόνο τό ὑλικό συμφέρον. Ἀπορρίπτουν τήν ἐλευθερία, προτιμώντας νά μείνουν δοῦλοι.

Πολλές φορές οἱ ἄνθρωποι δέν βλέπουν καθαρά, δέν διακρίνουν τό σωστό, χάνουν τά μεγάλα γιά νά κερδίσουν τά μικρά, διώχνουν τόν Σωτήρα γιά νά ζήσουν πιό ἄνετα. Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν εἶναι οἱ τύποι τῶν ἀνθρώπων πού ἀσυλλόγιστα διώχνουν τό σπόρο τοῦ θείου λόγου καί ἀποδεικνύονται ἄγονο καί πετρῶδες ἔδαφος, γιά νά θυμηθοῦμε τήν εἰκόνα τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέα. Βλέπουν ἐπιφανειακά, κοινωνικά, συμβατικά, ἐγωκεντρικά. Ἐάν τό χριστιανικό κήρυγμα δέν ἐξυπηρετεῖ τά σχέδιά τους, τό παραμερίζουν. Ἐάν στέκεται ἐμπόδιο στίς ἐπιδιώξεις τους, τό πολεμοῦν. Ἐάν ὁ Χριστός τούς ἐνοχλεῖ, τόν διώχνουν.

Κι ὅμως ἐδῶ βρίσκεται ἡ τραγική εἰρωνεία- παραμένουν κλεισμένοι στά δεσμά ἀπό τά ὁποῖα θέλει νά τούς λυτρώσει ὁ Χριστός. Δέν βλέπουν τά θαύματα τῆς θείας ἀγάπης μέ τά ὁποῖα εἶναι γεμάτος ὁ κόσμος. Σκέπτονται ψυχρά, ἐγκεφαλικά, ἐγκοσμιοκρατικά. Ἐκεῖνο πού μεταβάλλει ριζικά τόν ἄνθρωπο δέν εἶναι ἡ ψυχρή λογική καί τό στενά ἐννοούμενο συμφέρον, ἀλλ’ ἡ συνάντηση μέ τόν Χριστό μέσα στόν χῶρο τοῦ βιώματος, ὁ διάλογος μέ Αὐτόν, ἡ ἀναγνώρισή του ὡς ἐλευθερωτῆ.

Στήν περιγραφή τοῦ δαιμονισμένου τῆς διηγήσεώς μας ἔχουμε μία εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι αἰχμάλωτος τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων τῆς κακίας, τοῦ μίσους, τῆς καταστροφῆς· στήν περιγραφή τοῦ ἴδιου ἀνθρώπου ἀλλά θεραπευμένου βλέπουμε τήν τεράστια ὑπαρξιακή ἀλλαγή πού συντελεῖται ἀπό τή συνάντηση μέ τόν Χριστό, τόν Σωτήρα καί Ἐλευθερωτή.

Ἡ ἐπιθυμία νά μείνει κανείς κοντά στόν Χριστό ὅπως ὁ θεραπευμένος τῆς περικοπῆς, ἐπειδή ἔνιωσε τήν ἐλευθερία πού προσφέρεται ἀπ’ Αὐτόν σάν δῶρο, ἤ ἡ ἀποδίωξη τοῦ Χριστοῦ χάρη κάποιου ἄλλου συμφέροντος, κατά τό πρότυπο τῶν Γαδαρηνῶν, εἶναι δύο δυνατές τοποθετήσεις τῶν ἀνθρώπων ἔναντι τῆς θείας δωρεᾶς τῆς ἐλευθερίας. Ἡ πρώτη μπορεῖ νά σημάνει τή σωτηρία του, ἡ δεύτερη τήν καταστροφή του.

7.

Ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς (Γαλ.ε΄22-στ΄2)

Λαμπρόπουλος Βαρνάβας (Ἀρχιμανδρίτης)

Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι οἱ χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων συκοφαντήθηκαν ἀπὸ τοὺς «ἐθνικούς», τοὺς εἰδωλολάτρες, ὡς «φιλοσώματον γένος»· ἔτσι ὀνόμαζε τοὺς χριστιανοὺς ὁ φιλόσοφος Κέλσος, ὁ ὁποῖος ἀκολουθώντας τὸν Πλάτωνα ἀπαξίωνε τὸ σῶμα ὡς «φυλακὴ τῆς ψυχῆς». Προφανῶς εἶχε καταλάβει λίγο καλύτερα ἀπὸ κάποιους χριστιανοὺς τὸ κεντρικὸ μήνυμα τῆς χριστιανικῆς πίστης, ποὺ δὲν εἶναι νεφελώδεις ἠθικολογίες, ἀλλὰ τὸ «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν»· εἶχε καταλάβει δηλαδὴ ὅτι οἱ χριστιανοὶ πηγαίνουν στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ σώσουν ὄχι μόνο τὴν ψυχή τους, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα τους.

Νέκρωση ζωοποιὸς

Πράγματι δὲν ὑπάρχει ἄλλη θρησκευτικὴ παράδοση ποὺ νὰ τιμάει τόσο τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ὅσο ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη. Γιὰ ἐμᾶς ἡ κορυφαία ἐπὶ γῆς συνάντηση μὲ τὸν Θεὸ γίνεται σὲ ἕνα αἰσθητὸ «Δεῖπνο», ὅπου Ἐκεῖνος καταδέχεται νὰ ἑνωθεῖ μαζί μας διὰ τῆς βρώσεως τοῦ Σώματός του καὶ τῆς πόσεως τοῦ Αἵματός του. Καὶ αὐτὸ κυρίως γίνεται τὴν «Κυριακὴ» ἡμέρα, ποὺ γιορτάζουμε τὴν ἐκ νεκρῶν σωματική του Ἀνάσταση, μὲ τὴν ὁποία μᾶς χάρισε τὴ βεβαιότητα τῆς ἀνάστασης καὶ τῶν δικῶν μᾶς σωμάτων.

Ὅλα αὐτὰ δὲν ἀντιφάσκουν μὲ ὅσα γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς Γαλάτες – στοὺς στίχους πρὶν ἀπὸ τὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα- γιὰ τὴν ἀντίθεση μεταξὺ «σαρκὸς» καὶ «πνεύματος». Ἡ «σάρκα» ἐδῶ δὲν ἔχει τὴν ἔννοια τοῦ «σώματος», ἀλλὰ τοῦ ἐγωιστικοῦ φρονήματος, ποὺ καταφρονεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τρέφει τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη. Ἀπαριθμώντας αὐτὰ τὰ «ἔργα τῆς σαρκὸς» ὁ Ἀπόστολος εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ πορνεῖες, μοιχεῖες καὶ ἀσέλγειες περιλαμβάνει καὶ «ἔχθρες, θυμούς, διχοστασίες, αἱρέσεις, φθόνους καὶ φόνους». Καὶ λέει ὅτι ὁ ὑποδουλωμένος σὲ τέτοια πάθη ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ κληρονομήσει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μόνο ἂν «σταυρώσει τὴ σάρκα του», δηλαδὴ νεκρώσει τὸ σαρκικὸ φρόνημά του, μπορεῖ νὰ ἀνήκει στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Ἐκκλησία του.

Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος

Οἱ λέξεις, βέβαια, «σταύρωση» καὶ «νέκρωση» παραπέμπουν σὲ ἀφασία καὶ ἀκινησία· πρόκειται ὅμως γιὰ ἀκινησία μόνο πρὸς τὴν ἁμαρτία. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀκινησία, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀναγκαστική, ἀλλὰ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἐλεύθερη ὑπακοὴ στὸ θέλημά του, εἶναι πολὺ γόνιμη· καρποφορεῖ τοὺς πιὸ γλυκεῖς καρπούς: Τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πρῶτος καρπός, «περιεκτικὸς τῶν ἄλλων, ρίζα τους καὶ αἰτία» -κατὰ τὸν Ζιγαβηνὸ- εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἀπὸ αὐτὸν «φυτρώνουν» ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ μακροθυμία, ἡ ἀγαθὴ διάθεση πρὸς ὅλους καὶ ἡ εὐεργετικὴ γι’ αὐτοὺς ἐκδήλωσή της, ἡ ἀξιοπιστία, ἡ πραότητα καὶ ἡ ἐγκράτεια.

Στὴ συνήθη ἔνσταση ὅτι τέτοιες ἀρετὲς συναντᾶμε καὶ σὲ λαοὺς καὶ σὲ ἐποχὲς ποὺ οὔτε κἄν ἄκουσαν περὶ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπαντάει ὅτι «πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων» δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Ἕνα καὶ μοναδικὸ ἀληθινὸ Θεὸ κατ’ εἰκόνα του· Αὐτοῦ «καὶ γέvος ἐσμὲν» καὶ -εἴτε συνειδητὰ εἴτε ἀνεπίγνωστα- «ἐν Αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν». Ἑπομένως, ὁποιαδήποτε ἀληθινὴ σοφία καὶ ἀρετὴ ὑπάρχει σὲ ὁποιονδήποτε πολιτισμὸ ὁποιασδήποτε ἐποχῆς, «πάσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον», κατεβαίνει ἀπὸ τὸν Ἕνα Πατέρα τῶν φώτων· ὁπουδήποτε ὑπάρχει ἔστω καὶ ἡ πιὸ μικρὴ ἀκτίνα ἀληθινοῦ Φωτός, ἀπὸ αὐτὸν τὸν μοναδικὸ ἥλιο πηγάζει. Μόνο ποὺ τώρα τελείωσαν «οἱ χρόνοι τῆς ἀγνοίας» καὶ ἀνέτειλε στὸν κόσμο «τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως» στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· καὶ εἶναι τεράστια ἡ εὐθύνη ὅλων τῶν πιστῶν νὰ ζοῦμε «Πνεύματι» καὶ νὰ «στοιχῶμεν Πνεύματι», δηλαδὴ νὰ συμπεριφερόμαστε σύμφωνα μὲ τὰ κελεύσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι μὲ κενοδοξία, φιλονικία καὶ φθόνο, ὥστε καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι νὰ ἔρχονται στὴν ἐπίγνωση τῆς Μίας Ἀλήθειας, ποὺ χαρίζεται ἐπίσης μόνο διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

«Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε»

Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, τονίζοντας ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀπόκτηση, ἀλλὰ καὶ ἡ μετάδοση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, συμβούλευε: «Μοιράζετε τὰ δῶρα τῆς Χάριτος, σὲ ὅποιον τὰ ζητάει. Ἕνα ἀναμμένο κερί, χωρὶς νὰ χάνει ἀπὸ τὴ λάμψη του, ἀνάβει καὶ ἄλλα κεριά. Ἂν ἡ γήινη φωτιὰ ἔχει μία τέτοια ἰδιότητα, τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴ φωτιὰ τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;». Σ’ αὐτὴν ὅμως τὴ μετάδοση τῆς Χάριτος χρειάζεται προσοχὴ καὶ διάκριση, γιατί πολλοὶ πηγαίνοντας νὰ ἀνάψουν τὸ κερὶ τοῦ ἄλλου ἢ τὸν ἔκαψαν ἢ ἔσβησε καὶ τὸ δικό τους κερί. Τέτοιο κίνδυνο ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, προτρέποντας νὰ διορθώνουμε τυχὸν παράπτωμα τοῦ ἄλλου ὄχι χάνοντας τὸν ἔλεγχο, ἀλλὰ μὲ πραότητα, «σφόδρα ἡμέρως» κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, γιὰ νὰ μὴν πέσουμε κι ἐμεῖς σὲ πειρασμό. Τὴν ἴδια μακροθυμία πρέπει νὰ ἔχουμε κι ὅταν χρειάζεται ὄχι νὰ διορθώσουμε, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ «σηκώσουμε» τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἄλλου. «Ὑπάρχει ἄνθρωπος χωρὶς ἐλαττώματα;» ρωτάει ρητορικὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης. «Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει, τότε ὑπόμεινε ἐσὺ τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἄλλου, γιὰ νὰ ὑπομείνει κι ἐκεῖνος τὸ δικό σου». «Ἔτσι θὰ ἐκπληρώσετε τὸν νόμο τοῦ Χριστοῦ», καταλήγει ὁ Παῦλος, ποὺ εἶναι ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης.