Ἀλεβιζόπουλος Ἀντώνιος (Πρεσβύτερος (+))

1. Η αλήθεια είναι πρόσωπον.

Όταν ο Πιλάτος ηρώτησε τον Χριστόν εάν ήτο Βασιλεύς, ο Κύριος του απήντησε: «Δι’ αυτό εγεννήθην και δι’ αυτό ήλθον εις τον κόσμον, δια να μαρτυρήσω την αλήθειαν. Όποιος είναι από την αλήθειαν, ακούει την φωνήν μου» (Ιωάννης 18,37).

Τότε ο Πιλάτος ηρώτησε:

«Τι είναι αλήθεια;» (Ιωάννης 18,38).

Με την φράσιν, όμως, αυτήν δεν ετέθη το θέμα ορθώς. Η αλήθεια δεν είναι πράγμα ή και κάποια αφηρημένη έννοια, ώστε να ημπορούμεν να ερωτήσωμεν «τι είναι αλήθεια». Η αλήθεια δεν είναι κάτι, αλλά κάποιος. Δεν είναι πράγμα, αλλά πρόσωπον και δι’ αυτόν τον λόγον πρέπει να ερωτήσωμεν «ποιός είναι η αλήθεια».

Ιω. 18,33 Εἰσῆλθεν οὖν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐφώνησε τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπεν αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;

Ιω. 18,33 Εισήλθεν πάλιν στο πραιτώριον ο Πιλάτος και εκάλεσεν ιδιαιτέρως τον Ιησούν και του είπε· “συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων;”

Ιω. 18,34 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀφ᾿ ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις ἢ ἄλλοι σοι εἶπον περὶ ἐμοῦ;

Ιω. 18,34 Του απήντησεν ο Ιησούς· “Από τον εαυτόν σου, από ιδικήν σου διαπίστωσιν το λέγεις αυτό η άλλοι σου το είπαν, ως κατηγορίαν εναντίον μου;”

Ιω. 18,35 ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· μήτι ἐγὼ Ἰουδαῖός εἰμι; τὸ ἔθνος τὸ σὸν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί· τί ἐποίησας;

Ιω. 18,35 Απήντησεν ο Πιλάτος· “μήπως εγώ είμαι Ιουδαίος, δια να ανακατεύωμαι εις τα ζητήματα των Εβραίων; Το έθνος σου και οι αρχιερείς σε παρέδωκαν εις εμέ ως ένοχον. Τι έκαμες;”

Ιω. 18,36 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο, ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν.

Ιω. 18,36 Απήντησεν ο Ιησούς· “η βασιλεία μου δεν προέρχεται από τον κόσμον αυτόν. Εάν ήτο από τον κόσμον τούτον η βασιλεία μου, οι στρατιώται μου θα ανελάμβαναν αγώνα, δια να μη παραδοθώ στους Ιουδαίους. Αλλά η ιδική μου βασιλική εξουσία δεν προέρχεται από τούτον εδώ τον κόσμον ούτε στηρίζεται εις την δύναμιν των όπλων”.

Ιω. 18,37 εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκοῦν βασιλεὺς εἶ σύ; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ. ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς.

Ιω. 18,37 Είπε τότε εις αυτόν ο Πιλάτος· “λοιπόν είσαι βασιλεύς;” Απήντησεν ο Ιησούς· “όπως και συ το λέγεις, είμαι βασιλεύς”. Εγώ δι’ αυτό εγεννήθηκα και δι’ αυτό έχω έλθει στον κόσμον να κηρύξω την αλήθειαν. Και κάθε ένας ο οποίος αισθάνεται μέσα του διάθεσιν και πόθον δια την αλήθειαν, ακούει, δέχεται και εφαρμόζει την διδασκαλίαν μου και έτσι γίνεται πολίτης της ουρανίου βασιλείας μου”.

Ιω. 18,38 λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια; καὶ τοῦτο εἰπὼν πάλιν ἐξῆλθε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ·

Ιω. 18,38 Λεγει εις αυτόν ο Πιλάτος. “Τι είναι αλήθεια; Και ποιός μπορεί να την βρη;” Και αφού είπεν αυτό, εβγήκε πάλιν από το πραιτώριον προς τους Εβραίους και τους είπε· “παρ’ όλα όσα λέγετε σεις, εγώ δεν ευρίσκω καμμίαν ενόχην εις αυτόν.

Την απάντησιν εις το ερώτημα αυτό την έδωσεν ο Χριστός εις τους μαθητάς Του. Τους είπεν ότι μεταβαίνει εις τον Πατέρα και θα επανέλθη να τους παραλάβη, δια να τους οδήγηση εκεί, ώστε να είναι πλέον όλοι μαζί Του. «Γνωρίζετε που πηγαίνω», τους λέγει, «και γνωρίζετε και τον δρόμον» (Ιωάννης 14,3-4).

Τότε του λέγει ο Θωμάς:

«Κύριε, δεν γνωρίζομεν που πηγαίνεις και πως ημπορούμεν να γνωρίζωμεν τον δρόμον;»

Λέγει εις αυτόν ο Ιησούς:

«Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή, κανείς δεν έρχεται προς τον Πατέρα παρά δι’ εμού. Εάν με εγνωρίζετε, θα εγνωρίζετε και τον Πατέρα μου. Από τώρα τον γνωρίζετε και τον έχετε ιδεί».

Λέγει εις αυτόν ο Φίλιππος:

«Κύριε, δείξε μας τον Πατέρα και μας αρκεί».

Λέγει εις αυτόν ο Ιησούς:

«Τόσον χρόνον είμαι μαζί σας και δεν με εγνώρισες, Φίλιππε; Εκείνος ο οποίος με έχει ιδεί, είδε τον Πατέρα· και πως συ λέγεις, δείξε μας τον Πατέρα;» (Ιωάννης 14,5-9·

Ιω. 14,1 Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε.

Ιω. 14,1 Ας μη ταράσσεται η καρδία σας με αυτά που απόψε σας είπα, τόσον δια την προδοσίαν του Ιούδα, όσον και δια την άρνησιν του Πετρου. Να έχετε πίστιν στον Θεόν, τον Παντοδύναμον προνοητήν και κυβερνήτην· να έχετε πίστιν και εις εμέ τον Μεσσίαν, ο οποίος και μετά την σταυρικήν μου θυσίαν θα εξακολουθώ από τον ουρανόν να συμπαρίσταμαι στο έργον σας όλας τας ημέρας.

Ιω. 14,2 ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν· πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν·

Ιω. 14,2 Εκεί στον ουρανόν, στο απέραντον ανάκτορον του Πατρός μου, υπάρχουν πολλά πλούσια διαμερίσματα να δεχθούν σας και όλους τους πιστούς. Εάν δεν υπήρχον, θα σας το έλεγα• αλλά υπάρχουν και πηγαίνω εγώ τώρα στον ουρανόν, δια να ανοίξω ως πρωτοπόρος τας κλεισμένας πύλας της βασιλείας του Θεού και δια να ετοιμάσω δια σας τόπον.

Ιω. 14,3 καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε.

Ιω. 14,3 Και εάν υπάγω εκεί και ετοιμάσω δια σας τόπον, πάλιν θα έλθω από τους ουρανούς και κατά την ώραν της εκδημίας σας και κατά την μεγάλην ημέραν της δευτέρας παρουσίας και θα σας πάρω κοντά μου, ώστε να είσθε και σεις εκεί, όπου και εγώ θα είμαι.

Ιω. 14,4 καὶ ὅπου ἐγώ ὑπάγω οἴδατε, καὶ τὴν ὁδὸν οἴδατε.

Ιω. 14,4 Και τον τόπον όπου εγώ πηγαίνω και τον δρόμον που οδηγεί εις αυτόν, τα γνωρίζετε, ύστερα απ’ όσα σας έχω είπει”.

Ιω. 14,5 Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι;

Ιω. 14,5 Λεγει εις αυτόν ο Θωμάς· “Κυριε, δεν ξέρομε που πηγαίνεις. Και εφ’ όσον δεν γνωρίζομεν τον τόπον, στον οποίον κατευθύνεσαι, πως είναι δυνατόν να γνωρίζωμεν και τον δρόμον που οδηγεί εις αυτόν;”

Ιω. 14,6 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι᾿ ἐμοῦ.

Ιω. 14,6 Του λέγει ο Ιησούς· “εγώ είμαι ο ασφαλής δρόμος, που οδηγεί στον ουρανόν, εγώ είμαι η απόλυτος και καθαρά αλήθεια, που φωτίζει τον άνθρωπον δια την σωτηρίαν, εγώ είμαι η ζωή και ο χορηγός της αιωνίου ζωής δι’ όλους τους πιστούς. Κανείς δε δεν ημπορεί να έλθη προς τον Πατέρα, δια να απολαύση την αιώνιον ζωήν, παρά μόνον δια μέσου εμού.

Ιω. 14,7 εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν. καὶ ἀπ᾿ ἄρτι γινώσκετε αὐτὸν καὶ ἑωράκατε αὐτόν.

Ιω. 14,7 Εάν είχατε γνωρίσει καλά εμέ, θα είχατε γνωρίσει και τον Πατέρα. Αλλά από εδώ και πέρα, αφού σας στείλω το Πνεύμα το Αγιον, θα γνωρίσετε τον Πατέρα και θα τον ίδετε με τα μάτια της ψυχής σας”.

Ιω. 14,8 Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν.

Ιω. 14,8 Λεγει εις αυτόν ο Φιλιππος· “Κυριε, δείξε μας τον Πατέρα, φανέρωσέ μας την μεγαλοπρεπή δόξαν του, και αυτό μας φθάνει”.

Ιω. 14,9 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τοσοῦτον χρόνον μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα;

Ιω. 14,9 Λεγει εις αυτόν ο Ιησούς· “τόσον καιρόν είμαι μαζή σας, Φιλιππε, και δεν με εγνώρισες ακόμη, ότι δηλαδή είμαι ο Υιός του Θεού, Θεός όπως ο Πατήρ; Εκείνος που είδε εμέ και εισεχώρησε στο μυστήριον της ενανθρωπήσεώς μου, είδε τον Πατέρα. Και πως συ λέγεις· Δείξε μας τον Πατέρα;

Ιω. 14,10 οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα.

Ιω. 14,10 Δεν πιστεύεις ότι εγώ είμαι αχώριστα ενωμένος με τον Πατέρα, ότι είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα και ότι ο Πατήρ είναι και μένει εις εμέ; Ακριβώς διότι είμαι ενωμένος με τον Πατέρα, τα λόγια τα οποία εγώ σας διδάσκω, δεν τα λέγω από τον εαυτόν μου, αλλά ο Πατήρ, ο οποίος μένει μέσα εις εμέ, ενεργεί δι’ εμού όλα αυτά τα θαυμαστά έργα που βλέπετε και ακούετε.

Ιω. 14,11 πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί· εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι.

Ιω. 14,11 Να παραδεχθήτε, λοιπόν, χωρίς καμμίαν επιφύλαξιν, και να το κάμετε σταθερόν φρόνημα, ότι εγώ μένω στον Πατέρα και ο Πατήρ μένει εις εμέ. Εάν δε τυχόν και κάποια αμφιβολία σας έλθη δι’ αυτά που εγώ λέγω, πιστέψατε τουλάχιστον από τα πολυάριθμα μεγάλα και θαυμαστά έργα μου.

Ιω. 14,12 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει, ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύομαι,

Ιω. 14,12 Σας διαβεβαιώνω ότι εκείνος που πιστεύει εις εμέ θα κάμη, χάρις εις αυτήν την πίστιν του, τα μεγάλα και θαυμαστά έργα, τα οποία εγώ κάνω και ακόμη μεγαλύτερα από αυτά, (όπως είναι η θεραπεία της ψυχής από την νόσον της αμαρτίας και η ανάστασίς της εις ζωήν αιώνιον). Ολα δε αυτά με την χάριν που θα πηγάζη από την σταυρικήν μου θυσίαν, διότι εγώ πηγαίνω τώρα προς τον Πατέρα μου, αφού ετελείωσα το έργον μου επί της γης.

Ιω. 14,13 καὶ ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ.

Ιω. 14,13 Και κάθε τι που με πίστιν θα ζητήσετε εν τω ονόματί μου, θα το κάμω, δια να δοξασθή έτσι ο Πατήρ δια του Υιού.

Ιω. 14,14 ἐάν τι αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω.

Ιω. 14,14 Εάν, λοιπόν, ζητήσετε κάτι, επικαλούμενοι με πίστιν φωτισμένην και ζωντανήν το όνομά μου, εγώ θα το κάμω.

Παράβαλλε Και Εβραίους 10, 19-20).

Εβρ. 10,19 Ἔχοντες οὖν, ἀδελφοί, παῤῥησίαν εἰς τὴν εἴσοδον τῶν Ἁγίων ἐν τῷ αἵματι τοῦ Ἰησοῦ,

Εβρ. 10,19 Λοιπόν, αδελφοί, σύμφωνα με αυτά που είπαμεν, έχομεν θάρρος και πεποίθησιν, ότι είναι ανοικτή και ελευθέρα η είσοδος ημών εις τα πραγματικά Αγια, δηλαδή εις την επουράνιον βασιλείαν, δια του αίματος του Ιησού.

Εβρ. 10,20 ἣν ἐνεκαίνισεν ἡμῖν ὁδὸν πρόσφατον καὶ ζῶσαν διὰ τοῦ καταπετάσματος, τοῦτ᾿ ἔστι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ,

Εβρ. 10,20 Αυτήν δε την είσοδον, την νέαν και πρωτοφανή, που οδηγεί εις την αιωνίαν ζωήν, την ήνοιξε και την ενεκαινίασε προς χάριν μας ο Ιησούς Χριστός δια μέσου του καταπετάσματος, δηλαδή με το τίμιον σώμα του, που εθυσίασε.

Εβρ. 10,21 καὶ ἱερέα μέγαν ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ,

Εβρ. 10,21 Αφού, λοιπόν, έχομεν και ιερέα μέγαν, τον Ιησούν Χριστόν, εγκατεστημένον, Κυριον και αρχηγόν επάνω στο σπίτι του Θεού, δηλαδή εις την Εκκλησίαν,

Εβρ. 10,22 προσερχώμεθα μετὰ ἀληθινῆς καρδίας ἐν πληροφορίᾳ πίστεως ἐῤῥαντισμένοι τὰς καρδίας ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς,

Εβρ. 10,22 ας προσερχώμεθα με ειλικρινή και άδολον καρδίαν, με ακλόνητον και φωτισμένην πίστιν, ραντισμένοι με το λυτρωτικόν του αίμα εις τας καρδίας μας, δια να είμεθα έτσι λυτρωμένοι από την ενόχην και τας τύψεις της συνειδήσεως εξ αιτίας των πονηρών έργων,

Εβρ. 10,23 καὶ λελουμένοι τὸ σῶμα ὕδατι καθαρῷ κατέχωμεν τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐλπίδος ἀκλινῆ· πιστὸς γὰρ ὁ ἐπαγγειλάμενος·

Εβρ. 10,23 και λουσμένοι κατά το σώμα με καθαρό, δηλαδή με το Αγιον Βαπτισμα, ας κρατώμεν σταθεράν και ακλόνητον την ομολογίαν μας περί των αγαθών, που ελπίζομεν. Και τούτο, διότι είναι αληθινός κατά πάντα και αξιόπιστος εκείνος που μας έχει δώσει τας ανεκτιμήτους αυτάς υποσχέσεις.

Εβρ. 10,24 καὶ κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων,

Εβρ. 10,24 Ας παρακολουθώμεν δε και ας γνωρίζωμεν κατά βάθος ο ένας τον άλλον, σαν αδελφοί που είμεθα, ώστε να παρορμώμεθα εντόνως και να προχωρούμεν με ζήλον εις την αγάπην και τα καλά έργα.

Εβρ. 10,25 μὴ ἐγκαταλείποντες τὴν ἐπισυναγωγὴν ἑαυτῶν, καθὼς ἔθος τισίν, ἀλλὰ παρακαλοῦντες, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ βλέπετε ἐγγίζουσαν τὴν ἡμέραν.

Εβρ. 10,25 Παραμερίσατε δε κάθε εμπόδιον και έχετε πάντοτε προθυμίαν, ώστε να μη παραμελήτε και αφίνετε την ιεράν σύναξιν σας, όπως το έχουν μερικοί συνήθειαν, αλλά να προτρέπετε και να ενισχύετε ο ένας τον άλλον, τόσον μάλιστα περισσότερον, καθ’ όσον βλέπετε να πλησιάζη η ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου.

Τα ανωτέρω, αποδεικνύουν ότι ο Χριστός, όταν ωμιλούσε δια την αλήθειαν η δια τον δρόμον που οδηγεί προς τον Πατέρα, ο οποίος είναι η ζωή, εννοούσε το ίδιον πράγμα: Εγώ είμαι η αλήθεια, εγώ είμαι η οδός, εγώ είμαι η ζωή, οποίος με γνωρίζει, γνωρίζει τον Πατέρα.

Η αλήθεια, λοιπόν, δεν είναι κάτι, αλλά κάποιος, είναι το πρόσωπον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, η σαρκωμένη, δηλαδή, αλήθεια, ο ένσαρκος Λόγος (Ιωάννης 1,14),

Ιω. 1,14 Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας.

Ιω. 1,14 Και ο Υιός και Λογος του Θεού έγινε άνθρωπος κατά υπερφυσικόν τρόπον και κατεσκήνωσεν με οικειότητα εν τω μέσω ημών και ημείς είδαμεν την μεγαλειώδη δόξαν του, δόξαν όχι ανθρωπίνην, αλλά θείαν και απέραντον, την οποίαν είχεν ως φυσικήν του κατάστασιν από τον Πατέρα, σαν Υιός του Θεού μονογενής, γεμάτος χάριν και αλήθειαν.

τον οποίον πρέπει να γνωρίσωμεν προκειμένου να έχωμεν ζωήν (Α’ Ιωάννης 5,13·

Ιω. 5,12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;

Ιω. 5,12 Ηρώτησαν, λοιπόν, αυτόν· “ποίος είναι ο άνθρωπος, που σου είπε· “πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει;”

Ιω. 5,13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ.

Ιω. 5,13 Ο θεραπευθείς όμως δεν εγνώριζε ποιός είναι, διότι ο Ιησούς είχε απομακρυνθή μέσα στον όχλον, που ευρίσκετο στον τόπον εκείνον.

Παράβαλλε Και Ιωάννης 6,47).

Ιω. 6,41 Ἐγόγγυζον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι εἶπεν, ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ καταβὰς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ,

Ιω. 6,41 Εγόγγυζαν τότε αναντίον του οι Ιουδαίοι, διότι είπε, εγώ είμαι ο άρτος που έχω κατεβή από τον ουρανόν.

Ιω. 6,42 καὶ ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ υἱὸς Ἰωσήφ, οὗ ἡμεῖς οἴδαμεν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα; πῶς οὖν λέγει οὗτος ὅτι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκα;

Ιω. 6,42 Και έλεγαν· “δεν είναι αυτός ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ, του οποίου ημείς γνωρίζομεν τον πατέρα και την μητέρα; Πως, λοιπόν, λέγει ότι έχει κατεβή από τον ουρανόν;”

Ιω. 6,43 ἀπεκρίθη οὖν ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· μὴ γογγύζετε μετ᾿ ἀλλήλων.

Ιω. 6,43 Απεκρίθη τότε ο Ιησούς και τους είπε· “μη γογγύζετε και μη με επικρίνετε μεταξύ σας. Ο γογγυσμός σας είναι αποτέλεσμα της απιστίας σας.

Ιω. 6,44 οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

Ιω. 6,44 Κανείς δεν ημπορεί να έλθη με πίστιν κοντά μου, εάν ο Πατήρ που με απέστειλε, δεν τον προσελκύση με την θείαν χάριν. Και εγώ αυτόν θα τον αναστήσω κατά την μεγάλην ημέραν της κρίσεως.

Ιω. 6,45 ἔστι γεγραμμένον ἐν τοῖς προφήταις· καὶ ἔσονται πάντες διδακτοὶ Θεοῦ. πᾶς ὁ ἀκούων παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ μαθὼν ἔρχεται πρός με·

Ιω. 6,45 Οτι δε πιστεύουν εις εμέ, εκείνοι που ελκύονται από τον Πατέρα μου, έχει γραφή εις τα προφητικά βιβλία· Και όλοι όσοι πιστεύσουν στον Μεσσίαν, θα έχουν διδαχθή από τον Θεόν. Καθε ένας που ακούει την φωνήν του Πατρός μου και μανθάνει έτσι την αλήθειαν, έρχεται εις έμενα.

Ιω. 6,46 οὐχ ὅτι τὸν πατέρα τις ἑώρακεν, εἰ μὴ ὁ ὢν παρὰ τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἑώρακε τὸν πατέρα.

Ιω. 6,46 Βεβαίως τον Πατέρα κανείς δεν τον έχει ίδει, ει μη μόνον εκείνος, που είναι σταλμένος από τον Θεόν, αυτός μόνος είδε τον Πατέρα.

Ιω. 6,47 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον.

Ιω. 6,47 Σας διαβεβαιώνω, ότι εκείνος που πιστεύει εις εμέ έχει την αιώνιον ζωήν.

Ιω. 6,48 ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς.

Ιω. 6,48 Εγώ είμαι ο άρτος, που δίδω την πραγματικήν, την αιωνίαν ζωήν.

Ιω. 6,49 οἱ πατέρες ὑμῶν ἔφαγον τὸ μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἀπέθανον·

Ιω. 6,49 Οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα εις την έρημον, τον θαυμαστόν πράγματι άρτον, και απέθανον, διότι επρόκειτο περί υλικής τροφής.

Ιω. 6,50 οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καὶ μὴ ἀποθάνῃ.

Ιω. 6,50 Αυτός όμως που σας λέγω εγώ τώρα είναι ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανόν και έχει τέτοιαν ανυπολόγιστον δύναμιν, ώστε, εάν φάγη κανείς από αυτόν, να μη πεθάνη ποτέ. (Δηλαδή να μη αποθάνη πνευματικώς, αλλά να απολαύση την αιώνιον ζωήν).

Ιω. 6,51 ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς.

Ιω. 6,51 Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων, που έχω κατεβή από τον ουρανόν· όποιος φάγη από τον άρτον τούτον, θα ζήση αιωνίως. Και ο άρτος, τον οποίον εγώ θα σας δώσω, είναι η σαρξ μου, η ανθρωπίνη μου υπόστασις την οποίαν θα προσφέρω θυσίαν δια την σωτηρίαν και ζωήν του κόσμου”.

Ο Χριστός είναι η αλήθεια. Μόνον εκείνος δύναται να οδηγήση τον άνθρωπον εις τον ουράνιον Πατέρα δια να τον καταστήση μέτοχον της ζωής του Θεού (Ιωάννης 14,6.

Ιω. 14,6 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι᾿ ἐμοῦ.

Ιω. 14,6 Του λέγει ο Ιησούς· “εγώ είμαι ο ασφαλής δρόμος, που οδηγεί στον ουρανόν, εγώ είμαι η απόλυτος και καθαρά αλήθεια, που φωτίζει τον άνθρωπον δια την σωτηρίαν, εγώ είμαι η ζωή και ο χορηγός της αιωνίου ζωής δι’ όλους τους πιστούς. Κανείς δε δεν ημπορεί να έλθη προς τον Πατέρα, δια να απολαύση την αιώνιον ζωήν, παρά μόνον δια μέσου εμού.

17,2-3,

Ιω. 17,1 Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε,

Ιω. 17,1 Αυτά είπεν ο Ιησούς προς τους μαθητάς του και έπειτα εσήκωσε τα μάτια του στον ουρανόν και είπε· “Πατερ έφθασεν η ώρα, την οποίαν η αγαθότης και η σοφία σου ώρισε. Δοξασε και ως άνθρωπον τον Υιόν σου, ο οποίος βαδίζει προς την θυσίαν, δια να σε δοξάση και ο Υιός σου με τα αναρίθμητα πλήθη των ανθρώπων, τα οποία δια της λυτρωτικής του θυσίας θα πιστεύσουν εις σε και θα σωθούν.

Ιω. 17,2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον.

Ιω. 17,2 Δοξασε τον, όπως άλωστε και τον εδόξασες έως τώρα, διότι του έδωκες εξουσίαν επί όλης της ανθρωπότητος, δια να δώση εις όλους αυτούς, που του έδωκες, ζωήν αιώνιον.

Ιω. 17,3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.

Ιω. 17,3 Αυτή δε είναι η αιώνιος ζωη, να γνωρίζουν οι άνθρωποι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν, να απολαμβάνουν τας απείρους τελειότητάς σου με την στενήν επικοινωνίαν και αγάπην προς σε, να γνωρίζουν δε επίσης και τον Ιησούν Χριστόν, που έστειλες στον κόσμον.

Λουκάς 10,22):

Λουκ. 10,22 καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς μαθητὰς εἶπε· πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τίς ἐστιν ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ, καὶ τίς ἐστιν ὁ πατήρ, εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι.

Λουκ. 10,22 Και αφού εστράφη προς τους μαθητάς είπε· “όλα μου έχουν παραδοθή από τον Πατέρα μου. Επήρα και ως άνθρωπος από αυτόν κάθε εξουσίαν. Επειδή δε είμαι και Θεός, ίσος με τον Πατέρα, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς και τελείως ποίος είναι ο Υιός, παρά μόνον ο Πατήρ. Και κανείς δεν γνωρίζει πλήρως και τελείως τον Πατέρα, παρά μόνον ο Υιός, εν μέρει δε τον γνωρίζει και εκείνος, στον οποίον ο Υιός ήθελε τον αποκαλύψει”.

«Η χάρις και η αλήθεια ήλθον δια του Ιησού Χριστού» (Ιωάννης 1,17).

Όμως, αυτήν την αλήθειαν δεν μπορούσαν να την «βαστάξουν» με τας ιδικάς των δυνάμεις οι μαθηταί του Χριστού. Δι’ αυτό και ο Κύριος θα έστελλε το «Πνεύμα της αληθείας», δια να τους οδηγήση εις όλην την αλήθειαν. Εκείνο «θα πάρη από ό,τι είναι ιδικόν μου και θα σας το αναγγείλη» (Ιωάννης 16,12 και εξής).

Λουκ. 16,9 κἀγὼ ὑμῖν λέγω· ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, ἵνα, ὅταν ἐκλίπητε, δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς.

Λουκ. 16,9 Και εγώ σας λέγω τούτο· μιμηθήτε στον τρόπον της ενεργείας τον άδικον οικονόμον. Οσοι έχετε μεγάλας περιουσίας, αι οποίαι κατά κανόνα αποκτώνται με αδικίας, αφού μετανοήσετε, κάμετε έργα καλά με τα χρήματα αυτά της αδικίας, αποκτήσατε φίλους με τας αγαθοεργίας σας, ώστε οι φίλοι σας αυτοί να σας υποδεχθούν εις την αιωνίαν ζωήν, όταν φύγετε από τον κόσμον αυτόν.

Λουκ. 16,10 ὁ πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ καὶ ἐν πολλῷ πιστός ἐστι, καὶ ὁ ἐν ἐλαχίστῳ ἄδικος καὶ ἐν πολλῷ ἄδικός ἐστιν.

Λουκ. 16,10 Εκείνος που είναι πιστός στο ελάχιστον, εις τα υλικά δηλαδή αγαθά που θα χρησιμοποιή προς αγαθοεργίας, αυτός είναι πιστός και εις τα περισσότερα, εις τα πνευματικά δηλαδή και ουράνια αγαθά. Και εκείνος που είναι άδικος και εις τα ελάχιστα, είναι άδικος και αναξιόπιστος και στον πολύν και ανεκτίμητον πνευματικόν πλούτον.

Λουκ. 16,11 εἰ οὖν ἐν τῷ ἀδίκῳ μαμωνᾷ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ἀληθινὸν τίς ὑμῖν πιστεύσει;

Λουκ. 16,11 Εάν λοιπόν στον άδικον μαμωνάν, στον φθαρτόν και προσωρινόν πλούτον, που παρασύρει εις αδικίαν, δεν εφανήκατε αξιόπιστοι, τον αληθινόν και αιώνιον πλούτον της βασιλείας του Θεού, ποιός θα σας τον εμπιστευθή;

Λουκ. 16,12 καὶ εἰ ἐν τῷ ἀλλοτρίῳ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ὑμέτερον τίς ὑμῖν δώσει;

Λουκ. 16,12 Και εάν στον υλικόν και ξένον προς την πνευματικήν σας φύσιν άδικον μαμωνάν δεν εφανήκατε αξιόπιστοι, τον πνευματικόν πλούτον τον οποίον ο Θεός προώρισεν ως ιδικόν σας κτήμα, ποιός θα σας τον δώση;

Λουκ. 16,13 Οὐδεὶς οἰκέτης δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.

Λουκ. 16,13 Κανένας υπηρέτης δεν ημπορεί να υπηρετή συγρόνως δύο κυρίους. Διότι η θα μισήση τον ένα και θα αγαπήση τον άλλον, η θα προσκολληθή στον ένα και θα καταφρονήση τον άλλον. Δεν είναι δυνατόν να είσθε συγχρόνως δούλοι του Θεού και του μαμωνά”.

Από τους λόγους αυτούς του Χριστού βλέπομεν ότι η γνώσις του Θεού και η θεολογία αναχωρεί από το γεγονός της αποκαλύψεως, το οποίον συνετελέσθη εις το πρόσωπον του Χριστού «επ’ εσχάτων ημερών» (Εβραίους 1,1) και από το γεγονός της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος εις την καρδίαν του ανθρώπου.

Οι Απόστολοι ήσαν πάντοτε πλησίον του Χριστού, ήκουον συνεχώς τα κηρύγματα Του, έβλεπαν τα θαύματα. Όμως, εστάθη αδύνατον να γνωρίσουν την αλήθειαν με τας ιδικάς των ικανότητας.

Όταν μίαν άλλην φοράν ο Χριστός ηρώτησε τους μαθητάς Του να του ειπούν ποιος νομίζουν ότι είναι, και ο Πέτρος του απήντησεν ότι είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο Κύριος είπεν εκείνα τα γνωστά λόγια. Ότι, δηλαδή, ο Πέτρος δεν ωδηγήθη εις την αλήθειαν αυτήν με τας ιδικάς του ανθρωπίνας δυνατότητας, αλλά ο ίδιος ο Θεός του την απεκάλυψεν (Ματθαίος 16,17).

Ματθ. 16,13 Ἐλθὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;

Ματθ. 16,13 Οταν δε ήλθεν ο Ιησούς εις τα μέρη της Καισαρείας, την οποίαν είχε επεκτείνει και εξωραΐσει ο Ηρώδης ο Φιλιππος, ερώτησε τους μαθητάς του λέγων· “τι λένε οι άνθρωποι, ότι είμαι εγώ, ο υιός του ανθρώπου;”

Ματθ. 16,14 οἱ δὲ εἶπον· οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἱερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν.

Ματθ. 16,14 Εκείνοι δε είπαν· “άλλοι μεν λένε ότι είσαι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι δε ο Ηλίας, και άλλοι ότι είσαι ο Ιερεμίας η ένας από τους προφήτας”.

Ματθ. 16,15 λέγει αὐτοῖς· ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγεται εἶναι;

Ματθ. 16,15 Λεγει εις αυτούς· “σεις όμως οι μαθηταί μου ποίος λέτε, ότι είμαι;”

Ματθ. 16,16 ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος.

Ματθ. 16,16 Απεκρίθη δε ο Σιμων ο Πετρος και είπε· “Συ είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού του αιωνίου, που έχει ζωήν και δίδει ζωήν”.

Ματθ. 16,17 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾿ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Ματθ. 16,17 Και ο Ιησούς απήντησε και του είπε· “μακάριος είσαι, Σιμων υιέ του Ιωνά, διότι την ομολογίαν, που έκαμες, δεν σου την εφανέρωσε αίμα και σαρξ, δηλαδή κάποιος άνθρωπος, αλλά ο Πατήρ μου ο επουράνιος.

Ματθ. 16,18 κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.

Ματθ. 16,18 Και εγώ δε σου λέγω τούτο· ότι συ είσαι Πετρος και επάνω εις αυτήν την πέτραν της ομολογίας σου θα οικοδομήσω ασάλευτον την Εκκλησίαν μου, και πύλαι Αδου (δηλαδή όλαι αι κακαί δυνάμστου πονηρού διαβόλου και των διεστραμμένων ανθρώπων), δεν θα υπερισχύσουν και δεν θα κατορθώσουν τίποτε εναντίον της.

Ματθ. 16,19 καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Ματθ. 16,19 Και θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, θα σου δώσω δηλαδή την εξουσίαν, ώστε όποιο αμάρτημα δεν θα συγχωρήσης συ εις την γην, θα είναι ασυγχώρητον και στους ουρανούς· και αμάρτημα το οποίον συ θα συγχωρήσης επάνω εις την γην, θα είναι συγχωρημένον στους ουρανούς”.