1.

Δορμπαράκης Γεώργιος (Πρωτοπρεσβύτερος)

«Εἶπεν ὁ Κύριος· καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως… Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν».

α. Τμῆμα τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ (Ματθ. 5-7) ἀποτελεῖ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς Β΄ Λουκᾶ, ἡ ὁποία κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ἔγινε ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. Μᾶλλον πρόκειται, ὅπως σημειώνουν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης, περὶ δύο ὁμιλιῶν ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος, δηλαδὴ τὴν ἴδια ὁμιλία ποὺ ἔκανε ἀρχικὰ σὲ πιὸ ἐκτεταμένη μορφὴ πάνω σὲ βουνό, τὴν ἴδια πιὸ περιληπτικὰ ἔκανε γιὰ δεύτερη φορὰ ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ αὐτὴν κατέγραψε ὁ Λουκᾶς. Ἡ πρώτη φράση τοῦ ἀναγνώσματος μάλιστα «καθὼς θέλετε ἴνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» χαρακτηρίστηκε ὡς «ὁ χρυσὸς κανόνας τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς», ποὺ σημαίνει ὅτι μὲ αὐτὸν ρυθμίζονται ἔτσι οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ φανερώνεται ὁ Θεὸς στὴ ζωή τους.

β. 1. Θὰ πρέπει καταρχὰς βεβαίως νὰ θυμίσουμε ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς στὴν ἀρνητική του διατύπωση ἦταν κάτι ποὺ πρότεινε ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἀπαντώμενος γιὰ πρώτη φορὰ στὸ βιβλίο τοῦ Τωβὶτ μὲ τὴ φράση «ὅ σὺ μισεῖς, μηδενὶ ποιήσῃς», αὐτὸ ποὺ ἐσὺ μισεῖς, μὴν τὸ κάνεις σὲ κανέναν ἄλλον. Ἐννοιολογικὰ καὶ μορφολογικὰ συναντᾶμε τὸν ἀρνητικὸ κανόνα αὐτὸ καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἰουδαιοχριστιανικὴ ἀποκάλυψη, σὲ διαφόρους φιλοσόφους καὶ σὲ ἄλλες θρησκεῖες, ὅπως γιὰ παράδειγμα στὸν Κλεόβουλο τὸν Ρόδιο ἢ καὶ τὸν Κομφούκιο. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ ἕναν κανόνα ποὺ ρυθμίζει θετικὰ τὶς κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ποὺ βασίζεται στὰ καλὰ στοιχεῖα ποὺ ὑπάρχουν παγκόσμια καὶ πανθρησκειακὰ στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ πτώση στὴν ἁμαρτία δὲν ἐπέφερε τὴν καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὴ ζόφωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα του, ὅπως βεβαίως ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἄσαρκος μέχρι τὴν ἐνανθρώπησή Του, φώτιζε τὸν ἄνθρωπο (π.χ. μὲ τὸν σπερματικὸ λόγο ποὺ εἶπαν ὁρισμένοι Πατέρες), μὲ σκοπὸ τὴ διαπαιδαγώγησή του πρὸς μελλοντικὴ ἀποδοχὴ Ἐκείνου.

2. Ὁ Κύριος δὲν ἀρνεῖται τὸν κανόνα αὐτό. Ἀντιθέτως. Τὸν ἀποδέχεται καὶ τὸν ἐπεκτείνει, ἀνάγοντάς τον ὅμως σὲ ἐπίπεδο χαρισματικό, δηλαδὴ ἀντανάκλασης στὸν ἄνθρωπο τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Θέλουμε νὰ ποῦμε ὅτι σὲ πρώτη φάση ὁ Κύριος διατυπώνει τὸν ρυθμιστικὸ αὐτὸν κανόνα τῆς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων συμπεριφορᾶς κατὰ τρόπο θετικό: «καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Καὶ θέλει προσοχή. Ὁ Κύριος δὲν λέει «ὅ,τι σᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, αὐτὸ νὰ κάνετε κι ἐσεῖς σ’ αὐτούς», διότι τοῦτο ἴσχυε ὡς ὁ πυρήνας τῆς ἰουδαϊκῆς ἠθικῆς, μὲ τὸ «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος». Μπορεῖ γιὰ τὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης νὰ ἦταν κανόνας ὑπέρβασης τῆς ἄκρατης ἐκδίκησης, περιορίζοντάς την στὴν ἴση ἀνταπόδοση, γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔφερε ὅμως ὁ Ἴδιος λειτουργοῦσε ὡς ἁμαρτία.

Ὁ Κύριος λοιπὸν λέει «καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν οἱ ἄνθρωποι», ὅ,τι θὰ ἐπιθυμούσαμε νὰ μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς, ὅποια συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων ἀπέναντί μας θὰ θέλαμε, τὴν ἴδια συμπεριφορὰ πρὸς αὐτοὺς πρέπει καὶ νὰ ἐπιδεικνύουμε· μὲ ἄλλα λόγια: μὴν κοιτᾶμε, κατὰ τρόπο ἰουδαϊκό, ὅπως εἴπαμε, τὸ τί κάνει ὁ ἄλλος, ὥστε ἡ δράση μας νὰ εἶναι ἀντίδραση, δηλαδὴ μία ἀνώριμη συμπεριφορά, ἀλλὰ νὰ κοιτᾶμε τὸν βαθύτερο ἑαυτό μας, ἄρα μέτρο τῆς ἀγάπης μας πρὸς τοὺς ἄλλους νὰ εἶναι ἡ ἀγάπη μας στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Ἔτσι, ὁ κανόνας αὐτός, θὰ λέγαμε, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», κάτι ποὺ φανερώνει τελικῶς ἀφενὸς ὅτι ὁ ἐαυτὸς μας εἶναι «ἀξεπέραστος» ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους – ὁ ἄνθρωπος κρίνει τὰ πάντα μὲ βάση τὸν ἑαυτὸ του – ἀφετέρου ὅτι οἱ ἄνθρωποι μεταξὺ μας εἴμαστε ἴδιοι. Ὁ χρυσὸς αὐτὸς κανόνας ἀνάγλυφα μᾶς δείχνει τὴν κοινότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, τὸ πόσο ἡ αὐτογνωσία λειτουργεῖ ταυτόχρονα σ’ ἕνα μεγάλο ποσοστὸ καὶ ὡς ἐτερογνωσία.

3. Τί συνήθως λοιπὸν θέλουμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὥστε αὐτὸ νὰ προσφέρουμε καὶ σ’ αὐτούς; Ἔχουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι οἱ πιὸ καίριες ἐπιθυμίες μας ἀπὸ πλευρᾶς τῶν ἄλλων, εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ προσώπου μας, ὁ σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας μας, τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου μας, ἡ ἀπονήρευτη καὶ ἄδολη συμπεριφορά τους, ἡ διακριτικότητά τους, μ’ ἕνα λόγο ἡ ἀγάπη τους. Αὐτὸ λοιπὸν συνιστᾶ, κατὰ τὸν κανόνα, καὶ τὸ μέτρο τῆς ἀντίστοιχης δικῆς μας συμπεριφορᾶς: κι ἐμεῖς νὰ ἀγαποῦμε τὸν ἄλλον, νὰ τὸν σεβόμαστε, νὰ εἴμαστε διακριτικοὶ ἀπέναντί του, νὰ μὴν κάνουμε ὑπερβάσεις μὲ καταστρατήγηση κυρίως τῆς ἐλευθερίας τους. Πράγματι, χρυσὸς κανόνας, ποὺ στὴν ἐφαρμογή του ἡ κοινωνία μας θὰ λειτουργοῦσε ὡς παράδεισος. Ἀλλ’ εἴπαμε: πρόκειται γιὰ κανόνα, ποὺ ἐκφράζει ὅ,τι καλύτερο εἶχε νὰ πεῖ τὸ ἀνθρώπινο γένος, στηριγμένο στὰ καλὰ στοιχεῖα τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται ὅμως εἶναι: μὲ ποιὰ δύναμη ὁ ἄνθρωπος θὰ μπορέσει νὰ τὸν πραγματοποιήσει; Πῶς αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ ὀρθὴ νοητικὴ σύλληψη, καλὴ κοινωνικὴ διδασκαλία, μπορεῖ νὰ γίνει πράξη; Μὲ ἄλλα λόγια πῶς θὰ ξεπεραστοῦν οἱ δεσμεύσεις τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη της, στὸν διάβολο καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου;

4. Ὁ Κύριος λοιπὸν δίνει τὴν ἀπάντηση καὶ εἶναι σαφής: ἡ ὑπέρβαση τῶν δεσμεύσεων τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ τοποθετεῖται ὀρθὰ ἀπέναντι στὸν συνάνθρωπό του εἶναι χαρισματικὴ κατάσταση. «Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν; Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν;» Δὲν μπορεῖ μὲ ἄλλα λόγια ὁ ἄνθρωπος νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ τῶν σχέσεών του, ἀπὸ ἕνα «δοῦναι καὶ λαβεῖν»: δίνω γιατί παίρνω – ὅ,τι συνιστᾶ, εἴπαμε, τὴν ἰουδαϊκὴ καὶ τὴν κατὰ κόσμον γενικῶς ἠθικὴ – ἂν δὲν ἐνισχυθεῖ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ μπορῶ νὰ ἀγαπῶ τὸν ἄλλον, χωρὶς νὰ περιμένω ἀνταπόδοση, νὰ τοῦ συμπεριφέρομαι καλά, χωρὶς ἡ δράση μου αὐτὴ νὰ εἶναι ἀντίδραση, συνιστᾶ ὑπὲρ φύσιν κατάσταση, ποὺ προϋποθέτει τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς χάρης Του στὸν κόσμο τοῦτο.

Συνεπῶς ὁ Κύριος τονίζει τὴν ἀξία τοῦ χρυσοῦ κανόνα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, ἀλλὰ μᾶς προσανατολίζει στὴν ὀρθὴ καὶ πραγματικὴ ἐφαρμογή του: μόνον ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος, ὁ ἐνταγμένος στὸ Σῶμα Του, τὴν ἁγία Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει γίνει μέλος Του καὶ λειτουργεῖ σ’ αὐτὸν ἡ χάρη καὶ ἡ δύναμή Του, αὐτὸς καὶ μόνον μπορεῖ νὰ στέκεται μὲ τρόπο ἀγαπητικὸ καὶ διακριτικὸ ἀπέναντι στὸν κάθε συνάνθρωπό του, προεκτείνοντας ἔτσι τὴ στάση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ Πατέρα σὲ ὅλον τὸν κόσμο. «Γίνεσθε οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος οἰκτίρμων ἐστίν». Κι ἐπειδὴ ὁ Θεὸς Πατέρας καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο χωρὶς διακρίσεις – «Αὐτὸς (ὁ Θεὸς) χρηστὸς ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηροὺς» – γι’ αὐτὸ καὶ ὁ χριστιανὸς ἀντιστοίχως μπορεῖ πιὰ νὰ ἀγαπᾶ τοὺς πάντες, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς του, χωρὶς νὰ προβληματίζεται γιὰ τὸ ἂν ἐκεῖνοι θὰ τοῦ ἀνταποδώσουν τὰ ἴσα. «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε, μηδὲν ἀπελπίζοντες». Ὁ χριστιανὸς δηλαδὴ ζεῖ καὶ κινεῖται σὲ ὑπὲρ τὰ κοσμικὰ καὶ πεσμένα στὴν ἁμαρτία ἀνθρώπινα ἐπίπεδα. Ἡ ἔγνοια καὶ ἡ μέριμνά του εἶναι νὰ ἀρέσει στὸν Θεό, Ἐκείνου τὸ ἅγιο θέλημα νὰ διακρατεῖ, προκειμένου νὰ Τὸν ἔχει ζωντανὸ μέσα στὴν ὕπαρξή του. Κι ἕνας τρόπος ὑπάρχει, ὅπως εἴπαμε, γι’ αὐτό: νὰ ζεῖ σὰν τὸν Θεό, ἔχοντας καὶ αὐξάνοντας τὴ δύναμη Ἐκείνου.

γ. Τὸ πρόβλημα στὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ ὅ,τι φαίνεται δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψη καλῶν λόγων, σπουδαίων κοινωνικῶν ἰδεῶν, «παραδείσιων» ὁραματισμῶν. Αὐτὰ πράγματι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν καὶ θὰ ὑπάρχουν στὸν κόσμο μας. Καὶ οἱ φιλοσοφίες καὶ οἱ θρησκεῖες, ὡραῖα πράγματα εἶπαν καὶ λένε. Μὲ πολλὴ πλάνη καὶ ψεῦδος ἀναμειγμένα τὰ ὡραῖα τους αὐτά, ὅμως καὶ πράγματι ὡραῖα. Τὸ πρόβλημα ὅμως εἶναι τὸ πῶς θὰ ἐφαρμοστοῦν τὰ ὡραῖα αὐτά. Γιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη μας, ἡ λύση εἶναι μόνον ὁ Κύριος. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν Τὸν ἀποδεχτεῖ ὅπως ἀποκαλύφθηκε, ἂν δὲν γίνει μέλος Του μὲ ἄλλα λόγια, προκειμένου νὰ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν ἁγία χάρη Του, πάντοτε θὰ πελαγοδρομεῖ στὴν ἀντίφαση μεταξὺ ἴσως καλῶν λόγων καὶ δαιμονικοῦ τρόπου ζωῆς. Διότι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία».

Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Κύριο ἀφενὸς νὰ φωτίζει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ Τὸν ἀγνοοῦν, προκειμένου νὰ Τὸν γνωρίσουν, ἀφετέρου νὰ ἐνισχύει τὴ θέληση ἡμῶν τῶν θεωρουμένων χριστιανῶν, ὥστε νὰ κάνουμε πράξη αὐτὰ ποὺ ἤδη μᾶς ἔχει δώσει καὶ ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς τὰ ἀφήνουμε γιὰ ἀργότερα. Δηλαδὴ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν συνάνθρωπό μας, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ στάση ἐκείνων. Ἀλλὰ τὸ ἀργότερα σημαίνει συνήθως ποτέ.

2.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

«Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἡμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως.»

Κυριακὴ 15 Ὁκτωβρίου 2000

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ἀπείρως ἁπλὸ, ἄν τὸ δεχτοῦμε μὲ ἁπλότητα. Τὸ κύριο πρόβλημα μας ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἀναζητοῦμε σὲ αὐτὸ θεολογικὸ βάθος ἀντὶ νὰ βλέπουμε τὴν ἀμεσότητα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ἁπλότητα, ποὺ ἀπευθύνεται σ’ ἐμᾶς ὅπως σὲ φίλους, οὔτε κἄν σὰν σὲ μαθητές, ἀλλὰ ὅπως ἀπευθύνεται κάποιος σὲ φίλους· ἐπειδὴ ὁ Ἴδιος εἶπε, πηγαίνοντας πρὸς τὰ Ἰεροσόλυμα, «Δὲν σᾶς καλῶ πλέον δούλους, ἀλλὰ σᾶς καλῶ φίλους ἐπειδὴ ὅ,τι ἔχω νὰ πῶ τὸ μοιράστηκα μαζί σας».

Κι ἔτσι ἄς ἐκλάβουμε τὰ λόγια ποὺ ἀκούσαμε σήμερα μὲ τὴν ἀμεσότητα ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ τὸν Χριστό : «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι καὶ ἡμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως».

Εἶναι κάτι ποὺ ἔχετε δεῖ νὰ ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς, ἀλλὰ εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποίο ζοῦμε; Θέλουμε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γύρω μας κατανόηση, ὑπομονή, συμπόνοια, στήριξη, φιλία καὶ ὅλη τὴν ἁπλότητα τούτου τοῦ κόσμου. Δὲν περιμένουμε ἀπὸ ἐμᾶς ἠρωικὲς πράξεις, ἐπειδὴ δὲν ζοῦμε ἠρωικὲς στιγμὲς καὶ καταστάσεις. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ποὺ περιμένουμε νὰ λάβουμε. Καὶ ἄν ρωτήσουμε τὸν ἑαυτό μας τὶ κάνουμε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς περιβάλλουν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐκπληρώνουμε τούτη τὴν ἁπλὴ καὶ ἄμεση ἐντολή, αὐτὴ τὴ συμβουλὴ τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέει ὅτι ἄν κάνετε αὐτὰ τὰ πράγματα θὰ εἶστε πραγματικὰ ἄνθρωποι;

Ἄς προβληματιστοῦμε πάνω σ’ αὐτὸ, ἐπειδὴ πολὺ συχνὰ σκεφτόμαστε σπουδαῖα, ἠρωϊκὰ πράγματα, καὶ ὅταν κάνουμε αὐτὲς τὶς μεγάλες σκέψεις πρέπει νὰ βροῦμε τὰ πιὸ ἁπλὰ πράγματα ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε. Ὅταν διαβάζουμε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι θὰ πρέπει νὰ δώσουμε τὴ ζωή μας ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον, νομίζουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε, ἐπειδὴ δὲν γίνεται καμμιὰ προσπάθεια νὰ ἐπηρεάσουμε τὴ ζωὴ τοῦ πλησίον μας, αὐτοῦ ποὺ εἶναι πιὸ κοντὰ μας. Κι ὅμως νὰ προσφέρει κάποιος τὴ ζωή του σημαίνει νὰ τὴν ἀφιερώσει, ν’ ἀφιερώσει ὅλη του τὴν ἐνέργεια, τὴν κατανόηση, τὴν ὑπομονή, τὴ μέριμνα, τὴ συμπάθεια σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται γύρω μας. Μὲ ἄλλα λόγια νὰ κάνουμε στοὺς ἄλλους ὅ,τι θέλουμε νὰ μᾶς κάνουν.

Ἄς σκεφτοῦμε σοβαρὰ αὐτὴν τὴν πολύ, πολὺ ἁπλὴ ἐντολή, καὶ ἄς δοῦμε ὅτι μᾶς ἀκολουθεῖ κάθε λεπτό, ἐπειδὴ περιμένουμε τὰ πάντα καὶ δίνουμε τόσο λίγα. Πραγματικὰ δίνουμε σ’ ἐκείνους ποὺ μᾶς εἶναι ἀγαπητοί, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ αὐτοὶ πρέπει τόσο συχνὰ νὰ συμβιβαστοῦν μὲ τὴν ἔλλειψη κατανόησης, ὑπομονῆς καὶ συμπόνοιας. Ἄς μᾶς προβληματίσουν αὐτὰ τὰ ἁπλὰ καὶ ἄμεσα λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄς σταθοῦμε κριτικὰ ἀπέναντι τους· ἄς ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας πῶς μπορῶ νὰ σταθῶ ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ ὅταν θὰ μοῦ πεῖ, «Ἄκουσες αὐτὰ τὰ λόγια, τὰ κατανόησες, τὰ ἐπανέλαβες» – πράγματι, γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἱερεῖς-«τὰ κήρυξες καὶ τὶ ἔκανες;» Καὶ πόσο λυπηρὸ θὰ εἶναι νὰ κοιτάξουμε τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ποῦμε, «Ἰσχυρίστηκα ὅτι εἶμαι μαθητής σου ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα δὲν ἔκανα τίποτα ἀπ’ ὅ,τι ἤθελες· νὰ σώσω ἅλλους ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ δυστυχία, τὴ μοναξιά, τὸ κακό». Ἀμήν.

3.

Θέλεις νὰ γίνεις υἱὸς τοῦ Ὑψίστου;

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Στὴν «ἐπὶ τόπου πεδινοῦ» διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς παραδίδει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν ταυτίζεται μὲ τὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους» ὁμιλία ποὺ διασώζει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ἀκοῦμε μαθήματα γιὰ «προχωρημένους». Ὁ Χριστὸς ἀπευθύνεται βέβαια πρῶτα πρὸς τοὺς μαθητές του, μέσω αὐτῶν ὅμως διδάσκει ὅλους μας. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι κάποτε τοὺς εἶπε: «ὁ ἀκούων ὑμῶν, ἐμοῦ ἀκούει».

Ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια στὴν ἀνιδιοτέλεια

Στοὺς προηγούμενους στίχους μᾶς ἔχει ζητήσει νὰ ἀγαπᾶμε τοὺς ἐχθρούς μας, νὰ εὐχόμαστε γι’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς καταρῶνται, νὰ γυρίζουμε καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς χαστουκίζουν, νὰ δίνουμε καὶ τὸ πουκάμισό μας σ’ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ μᾶς πάρουν τὸ πανωφόρι μας καὶ ἄλλα παρόμοια κάπως δύσκολα. Καὶ ἐπειδή, ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, «εἶναι φυσικὸ ἀκόμη καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι νὰ τὰ θεωροῦν ὅλα αὐτὰ δυσκατόρθωτα», προσπαθεῖ κατ’ ἀρχὴν νὰ μᾶς βοηθήσει… χαϊδεύοντας λίγο τὸν ὑγιῆ ἐγωισμό μας. Ναί, μᾶς προτείνει τὸ πιὸ ἐγωιστικὸ γιὰ ἐμᾶς βραβεῖο: τὴν ἱκανοποίηση φιλαυτίας μας. «Βραβευτὴν δέχεται τὸν ἐν ἡμῖν φιλαυτίας νόμον». Μὲ ἄλλα λόγια μᾶς λέει: «Κάνετε ἕνα δῶρο στὸν ἑαυτό σας: Ἀγαπῆστε τοὺς ἄλλους, ὅσο ἀγαπᾶτε τὸν ἑαυτό σας! θέλετε οἱ ἄλλοι νὰ εἶναι ἀμνησίκακοι, μακρόθυμοι, πράοι, συμπάσχοντες μὲ ἐσᾶς; Τὸ ἴδιο νὰ εἶστε κι ἐσεῖς πρὸς ἐκείνους».

Μετὰ ὅμως μᾶς κεντρίζει τὸ φιλότιμο λέγοντας: «Προφανῶς δὲν θὰ θέλατε νὰ μείνετε μόνο σὲ ψευτοκατορθώματα, ποὺ καὶ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἶναι αὐτονόητα: Κι αὐτοὶ ἀγαποῦν αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἀγαποῦν, βοηθοῦν αὐτοὺς ποὺ τοὺς βοηθοῦν καὶ δανείζουν σὲ ἐκείνους ποὺ ἐλπίζουν ὅτι θὰ τὰ πάρουν πίσω. Ἐγὼ σᾶς καλῶ σὲ ψηλότερες κορυφές: Ἀγαπᾶτε κι αὐτοὺς ποὺ ὄχι μόνο δὲν σᾶς ἀγαποῦν, ἄλλα καὶ σᾶς μισοῦν. Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας. Καὶ κάνετε καλὸ καὶ σ’ ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν περιμένετε οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ».

Τὸ ἀγώνισμα ποὺ θεοποιεῖ

Τὸ βραβεῖο καὶ ἡ ἀμοιβὴ ἐδῶ δὲν θὰ εἶναι ἁπλῶς μία φίλαυτη χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση ἀλλὰ κάτι ἀσύγκριτα ἀνώτερο: θὰ γίνετε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου Πατέρα μου, «τοῦ ἐν οὐρανοῖς», ποὺ κι Ἐκεῖνος, ὄχι μόνο δὲν μισεῖ ἀλλὰ καὶ εὐεργετεῖ ἐκείνους ποὺ τὸν ὑβρίζουν. θὰ τοῦ μοιάσετε τόσο πολύ, ποὺ θὰ σᾶς ἀναγνωρίσει δικά του παιδιά, παρόλο ποὺ τὰ μεγέθη εἶναι ἀσύγκριτα: Ἐσεῖς περιφρονεῖσθε καὶ ἀδικεῖσθε ἀπὸ ὁμόδουλους συνανθρώπους σας· Ἐκεῖνος ὅμως ἀπὸ τὰ κτίσματά του, τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ φυσικά, δὲν συγκρίνονται οἱ εὐεργεσίες ποὺ Ἐκεῖνος κάνει σ’ ἐμᾶς, μὲ αὐτὲς ποὺ ἐσεῖς κάνετε στοὺς συνανθρώπου σας.

Ἐδῶ, σίγουρα, δὲν ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μία ἠθικὴ βελτίωση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἁπλῶς λύνει κάποια κοινωνικὰ προβλήματα συνύπαρξης μὲ τοὺς ἄλλους. Ἐδῶ ὁ Θεὸς μᾶς χαρίζει μία ὀντολογικὴ μεταμόρφωση, τὴν κατὰ χάριν ὁμοίωση μὲ Ἐκεῖνον, τὴ θέωση. Καὶ ὑπέροχα ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν εἶπε ὁ Χριστός, ἂν νηστεύετε, παρθενεύετε ἢ προσεύχεσθε θὰ γίνετε ὅμοιοι μὲ τὸν ἐπουράνιο Πατέρα· ἀλλὰ ἂν γίνετε οἰκτίρμονες καὶ ἐλεήμονες ἀκόμη καὶ πρὸς τοὺς ἐχθρούς σας». Αὐτὰ τὰ λέει ἕνα κορυφαῖο πρότυπο νηστείας, παρθενίας καὶ προσευχῆς, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὄχι γιὰ νὰ ὑποτιμήσει τὶς θεοποιοὺς αὐτὲς ἀρετές, ἀλλὰ γιὰ νὰ τονίσει ὅτι οἱ ἠθικὲς ἀρετὲς δὲν εἶναι αὐτοσκοπὸς ἀλλὰ ἀπαραίτητα σκαλοπάτια, γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν κορυφὴ τῆς ἀγάπης: Τῆς ἀγάπης καὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς.

Ἡ στρατηγική της τέλειας ἀγάπης

Ὁ Μάρτιν Νιμέλερ, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς ἥρωες τῆς Γερμανίας, διακριθεὶς ὡς διοικητὴς ὑποβρυχίου στὸν Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τὸ 1924 ἄφησε τὴ στρατιωτική του καριέρα καὶ ἔγινε ἱεροκήρυκας. Ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ κατήγγειλε τὶς ἀντιχριστιανικὲς ἀρχὲς τοῦ ἐθνικοσοσιαλισμοῦ καὶ αὐτὸ τὸ «πλήρωσε» μὲ ἐγκλεισμὸ στὸ φρικτὸ Νταχάου μέχρι τὸ τέλος τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μιλώντας γιὰ τὴν ἐμπειρία τῆς φυλακῆς του, εἶπε: «Δὲν φοβόμουν τόσο ὅτι κάποια μέρα θὰ μὲ κρεμοῦσαν στὴν ἀγχόνη ποὺ εἶχαν στήσει στὸ προαύλιο τῆς φυλακῆς μας. Περισσότερο φοβόμουν μήπως ἀντιδροῦσα λέγοντας: «Ὑπάρχει Θεὸς καὶ Αὐτὸς θὰ σᾶς δείξει!». Ὅμως, ἂν ὁ Χριστὸς πέθαινε ἔτσι, χωρὶς νὰ συγχωρήσει τοὺς σταυρωτές του, δὲν θὰ ὑπῆρχε γιὰ ἐμᾶς σωτηρία, οὔτε τρόπος νὰ καταλάβουμε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει. Δὲν θὰ εἴχαμε ἐλπίδα Ἀνάστασης! Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ δική μας σωτηρία προϋποθέτει τὸ ὅτι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας».

O ἅγιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι μᾶς στηρίζει σ’ αὐτὸ τὸ σωτήριο ἀγώνισμα μὲ τὶς πρακτικὲς συμβουλές του: «Ἄρχισε νὰ προσεύχεσαι γιὰ ἐκεῖνον ποὺ σὲ στενοχώρησε μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ σου· πήγαινε μόνος σου νὰ τὸν βρεῖς, ὅταν δεῖς ὅτι ξεθύμανε ὁ θυμὸς του· δῶσε του καὶ κάποιο δωράκι· φέρσου του φιλόφρονα. Τότε μίλησέ του γιὰ συγχώρηση. Δεῖξε του ὅσο πιὸ πολλὴ ἀγάπη μπορεῖς. Τίποτε δὲν φέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ συναίσθηση τόσο, ὅσο τὸ νὰ μιλᾶς γι’ αὐτὸν μὲ καλοσύνη καὶ ταπείνωση. Καὶ τίποτε δὲν τὸν ἐξοργίζει τόσο, ὅσο τὸ νὰ τὸν κατηγορεῖς ὅτι σὲ πίκρανε, νὰ τὸν ἀποφεύγει καὶ νὰ τὸν κακολογεῖς σὲ ἄλλους. Μὴν τὸ ξεχνᾶς, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἀκούει, θὰ τοῦ τὰ μεταφέρει. Αὐτὸ εἶναι μεγάλο κακό. Καὶ ἰσχύει ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς λεγόμενους «πνευματικοὺς ἀνθρώπους». Ὅμως ἀληθινὰ «πνευματικὸς ἄνθρωπος» εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀγωνίζεται νὰ σώσει ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐχθρὸ του· αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὰ σοφός· ὁ τέλειος ἀγωνιστής».

4.

Ἀγάπη στοὺς ἐχθρούς,πρόκληση ζωῆς(Λουκ.6,31-36)

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Μπροστὰ σ’ ἕναν καθρέπτη μᾶς τοποθετεῖ σήμερα ὁ Χριστός, γιὰ νὰ βλέπουμε τὴν ἀδυναμία μας καὶ νὰ ἐλέγχουμε τὸν ἑαυτὸ μας: «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως», δηλ. αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι γιὰ σᾶς, αὐτὸ νὰ κάνετε καὶ ἐσεῖς σ’ ἐκείνους.

Μιὰ τέτοια στάση οὐσιαστικὰ ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο ἀποφασιστικὸ βῆμα, γιὰ νὰ προχωρήσουμε στὴ χριστιανικὴ ζωή. Μιὰ τέτοια στάση δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας κανόνας καλῆς ἐξωτερικῆς καὶ τυπικῆς συμπεριφορᾶς, δὲν εἶναι ἀπλῶς ἕνα πλαίσιο, ὥστε νὰ οἰκοδομηθοῦν οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις μας πάνω στὴν ἀμοιβαιότητα καὶ τὴ δικαιοσύνη. Ἡ ἀμοιβαιότητα τοῦ χρυσοῦ κανόνα (νὰ φέρεσθε πρὸς τοὺς ἀλλοὺς ὅπως θὰ θέλατε νὰ φερθοῦν σὲ ἐσᾶς ὑπαινίσσεται, ἀσφαλῶς, τὴ δικαιοσύνη, δὲν περιορίζεται, ὅμως, σὲ αὐτή. Καὶ ἐδῶ γεννιέται τὸ ἐρώτημα, πῶς συνυπάρχει στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία στὸ ἔσχατο ὅριό της φτάνει στὴν ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς, μὲ τὴ δικαιοσύνη.

Ἡ περιχώρηση τῆς ἀγάπηs καὶ τῆs δικαιοσύνηs δὲν αἴρει τὴ μεταξὺ τουs ἔνταση. Χωρὶς δικαιοσύνη, οἱ ἀνθρώπινεs σχέσεις γίνονται σκληρὲs καὶ ἀδιάφορες καὶ χωρὶs ἀγάπη, γίνονται ἀποπνικτικὲς καὶ βάρβαρες. Ἡ ἀγάπη δὲν καταργεῖ τὴ δικαιοσύνη οὔτε τὴν ὑποκαθιστᾶ, ἀλλὰ τὴ διορθώνει καὶ ὑποδεικνύει τὴ σωστή της κατεύθυνση. Εἶναι ἡ ἀκατάλυτη δύναμη ποὺ ἔχει τὴ ρίζα της στὸν Θεό. Ὅταν ζητᾶμε, λοιπόν, ἀπὸ τὸν ἄλλο καλωσύνη, κατανόηση καὶ ἀγάπη, αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸν βλέπουμε στὸ βάθοs τῆς ὑπαρξήs του. Ἐδῶ ἀκpιβῶs φαίνεται ὅτι ὅ καθένας μαs εἶναι ζωντανὴ εἰκόνα θεοῦ, ποὺ, ὅσο ἀμαυρωμένη, ὅσο σπιλωμένη καὶ ἂν εἶναι, ἔχει ὑπέρτατη ἀξία. Ἔτσι ὁδηγούμαστε φυσικὰ καὶ ἀβίαστα στὴν ἀγάπη.

Ἡ ἀγάπη στοὺς ἐχθροὺς

Ἡ ἀγάπη εἶναι γιὰ μᾶs γιὰ τοὺς πιστοὺς τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου, ἡ πεμπτουσία τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς, ὁ πυρήνας τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης. Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι τὸ ἀπόθεμα καὶ ἡ ποιότητα τῆς πίστης μας. Μία ἀγάπη ποὺ ἀπευθύνεται καὶ ἀγκαλιάζει ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν ἀγαποῦμε μόνο ὅσους μᾶς ἀγαποῦν, ὅταν εὐεργετοῦμε μόνο ὅσους μᾶς εὐεργετοῦν, ὅταν βοηθᾶμε μόνο ὅσους μᾶς βοηθοῦν, τότε ἡ ἀγάπη μας γίνεται ψευδώνυμη, κίβδηλη καὶ ἰδιοτελής. Ὑποτάσεται στὸ καθημερινὸ παιχνίδι τῆς συναλλαγῆς- δίνω καὶ παίρνω-, ἐνῶ οἱ σχέσεις ποὺ διαμορφώνονται μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο στηρίζονατι πάνω στὸ πλέγμα τῆς ἀνταπόδοσης. Μία τέτοια συμπεριφορά, ὅμως, εἶναι ἐπιλήψιμη ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ γιατί ἔχει ὡς κίνητρό της τὸν ὑπολογισμὸ καὶ τὸ συμφέρον. Ἔτσι, μέτρο μὲ τὸ ὁποῖο ζυγίζουμε καὶ κάνουμε τὰ πάντα γύρω μας γίνεται τὸ ἐγώ μας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βυθιζόμαστε στὴν ἀπομόνωση καὶ τὴ μοναξιά.

Ὁ ἄλλος εἶναι ἢ γίνεται ἐχθρός μας, τὸν ἀρνούμαστε, τὸν περιφρονοῦμε, τὸν ἀποφεύγουμε καί, κάποτε, στρεφόμαστε ἐναντίον του καὶ συγκρουόμαστε μαζί του μὲ μία ἀπίστευτη σκληρότητα. Κι ὅμως, ὁ ἀπέναντί μας δὲν εἶναι ἡ κόλασή μας, ἀλλὰ ὁ παράδεισός μας. Γίνεται ἡ κόλασή μας, ὅταν ἐμεῖς δὲν γινόμαστε γι’ αὐτὸν ὁ παράδεισός του. Ἂν ὁ ἐγωισμὸς εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα μας, τότε ἡ στροφή μας πρὸς τὸν ἄλλον εἶναι αὐτὸ ποὺ συντρίβει τὸν ἐγωισμό μας καὶ μᾶς ἀποκαθιστᾶ ὑγιεῖς μπροστὰ στὸν Θεό. Ὅσο πιὸ κακοὶ καὶ ἀπεχθεῖς μᾶς φαίνονται οἱ ἄλλοι, τόσο μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιὰ μας σ’ αὐτοὺς θεραπεύεται ἡ ἀρρώστια μας.

Γράφει ἕνας λόγιος Μητροπολίτης: «Καμιὰ μορφὴ ἀγάπης δὲν εἶναι πιὸ ἐλεύθερη ἀπὸ αὐτήν, καὶ καμιὰ μορφὴ ἐλευθερίας δὲν ταυτίζεται πιὸ πολὺ μὲ τὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (…) ἡ ἀγάπη ποὺ δὲν περιμένει ἀνταπόδοση (…) εἶναι ἀληθινὰ χάρις, δηλαδὴ ἐλευθερία (…). Μόνο ὅταν συμπίπτει ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ἐλευθερία, ἔχουμε θεραπεία».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σχολιάζει τὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ λέγοντας: «Οὐ γὰρ εἶπε, μὴ μισήσῃs, ἀλλά, ἀγάπησον»· καὶ συνεχίζει: «Πρόσεξε τώρα καὶ ἐσύ, καθὼς ἀνεβαίνεις πρὸs τὰ πάνω. Ὅταν σὲ ἀδικήσουν, νὰ μὴν ἀνταποδώσεις. Ἐπίσης, νὰ μὴν μισήσεις αὐτὸν ποὺ σὲ ἔβλαψε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀγαπήσεις. Ἀκόμη περισσότερο, νὰ τὸν εὐεργετήσεις καὶ νὰ παρακαλεῖς γι’ αὐτὸν τὸν Θεό». Σ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ σκάλα ἔχουμε μόχθο καὶ πολὺ ἀγώνα μπροστά μας, ἀλλὰ ἡ συνείδησή μας δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει νὰ ἡσυχάσουμε, ὥσπου νὰ βιώσουμε τὴν ἀγάπη ὡς δῶρο καὶ θαῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

5.

Ὁ Χρυσοῦς κανὼν (Ματθ. 7, 7—12. Λουκ. 6, 31)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ὁ Κύριος εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν Του ἐδίδαξε διδάγματα ὑψηλά, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπὸ φῶς καὶ δύναμιν. Ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπὸ φῶς, ἵνα ἐννοήσωμεν αὐτά. Ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπὸ δύναμιν ψυχικήν, ἵνα ἐφαρμώσωμεν αὐτά. Διὰ μὲν τὴν δύναμιν τῆς ἐφαρμογῆς ὁ Κύριος συνιστᾶ τὴν ἐπίμονον προσευχήν, διὰ δὲ τὴν κατανόησιν αὐτῶν δίδει φράσιν ἀνακεφαλαιώνουσαν τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν του. Ἰδοὺ ὁ χρυσοῦς κανὼν ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας.

Καὶ α) Ἡ προσευχή: «Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε». Ὁ Κύριος χρησιμοποιῶν χρόνον ἐνεστῶτα εἰς τὸ «αἰτεῖτε καὶ ζητεῖτε» συνιστᾶ τὴν ἐπανειλημμένην αἴτησιν. Λέγων δὲ «κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται» δηλοῖ τὸ μετὰ ζήλου καὶ οὐχὶ τυπικῶς αἰτεῖσθαι. Καὶ συνεχίζει. «Πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται». Ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἐτόνισε τὴν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετὰ ζήλου αἴτησιν, ἐνταῦθα διὰ τοῦ «πᾶς ὁ αἰτῶν» δηλοῖ, ὅτι ὄχι μόνον ὁ πλούσιος, ἀλλὰ καὶ ὁ πτωχός, ὄχι μόνον ὁ κληρικὸς ἀλλὰ καὶ ὁ λαϊκός, ὄχι μόνον ὁ μεγάλος ἀλλὰ καὶ ὁ μικρός, ὅταν ζητήσωσι κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετὰ ζήλου, θὰ λάβωσιν.

Ὁ Κύριος ὅμως, ἵνα δηλώση τὸ πρόθυμον τῆς δωρεᾶς του καὶ ποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς προσευχῆς μας, λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὶς ἐστὶν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος, ὅν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς του ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ; καὶ ἐὰν ἰχθὺν αἰτήσῃ μὴ ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ; εἰ οὖν ὑμεῖς πονηροὶ ὄντες, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσα μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν;».

Ποῖος δηλαδὴ πατέρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁ υἱός του θὰ ζητήση ἄρτον ἢ ψάρι, θὰ ἀπατήση τοῦτον δίδων ἀντὶ ἄρτου τὸν ἐξωτερικῶς πρὸς αὐτὸν ὁμοιάζοντα ἀνωφελῆ λίθον ἢ ἐπιβλαβὲς φείδι τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ σχῆμα ὁμοιάζει πρὸς τὸν ἰχθύν;

Ἀφοῦ λοιπὸν σεῖς οἱ πατέρες, λέγει ὁ Κύριος, ὡς ἄνθρωποι ἁμαρτωλοὶ μέτοχοι τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος εἶσθε πονηροὶ καὶ ὅμως παρέχετε «ἀγαθὰ» τὰ συμφέροντα δηλαδὴ εἰς τοὺς υἱούς σας, κατὰ μείζονα λόγον ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος θὰ δώσῃ ὠφέλιμα πράγματα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ζητοῦν. Ὁ δὲ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιγραμματικώτατα λέγει: «ὃς γε τοῦ ἰδίου Υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, πῶς οὐχὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ὑμῖν χαρίσεται;».

Συμπέρασμα. Ἡ προσευχὴ πρέπει νὰ γίνεται κατ’ ἐπανάληψιν, μετὰ ζήλου ὑπὸ οἱουδήποτε οὐχὶ διὰ πράγματα ἀνωφελῆ ἢ βλαβερὰ καὶ μὲ πίστιν εἰς τὸν Θεὸν ὡς Πατέρα μας. Τότε εἰσακούεται. Ἐὰν δὲν εἰσακούεται, αἰτοῦμεν λίθους ἢ ὄφεις ἤτοι ἀνωφελῶς ἢ ἐπιβλαβῶς. Μετὰ ταῦτα ὁ Κύριος πρὶν τελειώση τὴν ἠθικὴν διδασκαλίαν προβαίνει εἰς τὴν ἀνακεφαλαίωσιν ταύτης.

β) Ἡ ἀνακεφαλαίωσις. «Πάντα οὖν ὅσα ἐὰν θέλητε, ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς· οὗτος γὰρ ἐστιν ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται». Ἡ φράσις αὕτη εἶναι σύντομος, σαφής, σοφή.

Εἶναι σύντομος διὰ νὰ εἶναι εὐμνημόνευτος καὶ ἵνα μὴ οἱ παραβᾶται προβάλλωσιν ἄγνοιαν νόμου.

Εἶναι σαφής, ὥστε δύναται νὰ ἐννοήση ταύτην ὄχι μόνον ὁ μορφωμένος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀμόρφωτος ἄνθρωπος. Καὶ πράγματι! Τὶς δὲν δύναται νὰ ἐννοήση τὸ «ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλεις ὁ ἄλλος νὰ κάμη εἰς σέ, αὐτὸ πρέπει νὰ κάμης καὶ σὺ εἰς αὐτόν;» Ἡ συντομία δὲν εἶναι εἰς βάρος τῆς σαφήνειας.

Ἡ ἐντολὴ αὕτη δὲν εἶναι μόνον σύντομος καὶ σαφὴς ἀλλὰ καὶ σοφὴ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ σήμερον ἀκόμη θέτουσι θεωρητικῶς ὡς ὕψιστον κανόνα διαγωγῆς τὸ «ὅ σὺ μισεῖς, ἑτέρῳ μηδενὶ ποιήσεις» ἤτοι ὅ,τι δὲν θέλεις νὰ σοῦ κάμουν, μὴ κάμης. Πρακτικῶς δὲ ἐφαρμόζουσι τὸ «ὅσα ἂν ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, ποιεῖτε καὶ ὑμεῖς αὐτοῖς ὁμοίως». Καὶ αἱ δύο αὐταὶ ἀρχαὶ τῆς ζωῆς, εἶναι πολὺ ἐλλειπεῖς ἔναντί τῆς ἐντολῆς ταύτης τοῦ Κυρίου. Ἰδοὺ διατί. Ἐφαρμόζων τις τὸ «ὅ σὺ μισεῖς ἑτερῳ μὴ ποιήσῃς» ἐφαρμόζει ἐντολὰς ἀρνητικάς, αἱ ὁποῖαι μᾶς λέγουσι τί δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν. Ἡ ζωὴ ὅμως ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ θετικὰς ἐντολάς, πρέπει δηλαδὴ νὰ μάθωμεν τί πρέπει νὰ κάμωμεν. Ἐφαρμόζων δὲ ὁ ἄνθρωπος τὴν δευτέραν ἀρχὴν «ὅσα ἂν ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, ποιεῖτε καὶ ὑμεῖς αὐτοῖς ὁμοίως» θὰ ἀναγκασθῆ νὰ κλωτσήση τὸν ἄλλον, ὅταν ὁ ἄλλος τὸν κλωτσᾶ, νὰ ἀπαντᾶ εἰς τὸ μῖσος τοῦ ἄλλου μὲ τὸ μῖσος τὸ ἰδικόν του. Ἀλλὰ τότε ὁ ἄνθρωπος δὲν μεταβάλλεται εἰς κτῆνος; Καὶ ὅταν ἀγαπᾶ τὸν ἄλλον, διότι ἐκεῖνος πρῶτος τὸν ἀγάπησε, δὲν εἶναι δοῦλος τῆς ἀγάπης τοῦ ἄλλου;

Ἡ πλήρης ἑπομένως ἐντολή, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄρνησις ἀλλὰ θέσις, δὲν εἶναι κτηνώδης ἀλλὰ θεία, δὲν ἔχει δουλικότητα, ἀλλὰ ἐλευθερίαν, εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου «ὅσα ἂν θέλετε, ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτως καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς». Ἡ σοφία τῆς ἐντολῆς ταύτης τοῦ Κυρίου δὲν φαίνεται μόνον, ὅταν συγκριθῆ πρὸς τὰς δύο ἀνωτέρω ἀναφερθείσας ἀρχὰς τῆς ζωῆς, θεωρητικὴν καὶ πρακτικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πράγματα.

Καὶ συγκεκριμένως. Εἶσαι πλούσιος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ φέρεσαι πρὸς τὸν πτωχόν, ὅπως θὰ ἤθελες νὰ ἐφέρετο ὁ πτωχὸς πρὸς σέ, ἐὰν σὺ ἦσο πτωχὸς καὶ ἐκεῖνος ἦτο πλούσιος. Εἶσαι σοφὸς διδάσκαλος καὶ ἔχεις ἀνόητους μαθητάς. Πρέπει νὰ φέρεσαι πρὸς αὐτούς, ὅπως θὰ ἤθελες νὰ ἐφέροντο αὐτοὶ πρὸς σέ, ἐὰν σὺ ἦσο μαθητὴς ἀνόητος καὶ ἐκεῖνοι σοφοὶ διδάσκαλοι. Κατακρίνεις; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τοῦ κατακρινομένου. Ψεύδεσαι; Σκέψου πόσον κακὸν εἶναι τὸ ψεῦδος, ὄχι ὅταν λέγης σὺ τὸ ψεῦδος πρὸς ἄλλους, ἀλλὰ ὅταν ἄλλοι ψεύδονται πρὸς σέ. Μισεῖς; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τοῦ μισουμένου. Εἶσαι προΐστάμενος; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑφισταμένου. Εἶσαι ἀρχιεργάτης; Ἔλα εἰς τὴν θέσιν τῶν ἐργατῶν. Εἶσαι μεγάλος; Δὲν πρέπει νὰ σκεφθῆς πῶς ἐφέροντο κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ μεγαλύτεροί σου πρὸς σέ, ὥστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ φέρεσαι καὶ σὺ σήμερον, πρὸς τοὺς μικρότερούς σου. Θὰ φερθῆς πρὸς τοὺς μικρότερούς σου ὄχι ὅπως σοῦ ἐφέρθησαν οἱ μεγαλύτεροί σου ἄλλοτε, ἀλλὰ ὅπως θὰ ἤθελες νὰ σοῦ ἐφέροντο.

Θέτων ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴν συμπεριφορὰν του τὸν ἑαυτὸν του εἰς τὴν θέσιν τῶν ἄλλων κάμνει ἔργον δίκαιον καὶ σοφόν, διότι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ γίνη παγκόσμιος, ὅπως λέγει ἕνας σοφὸς ὀνομαζόμενος Κάντιος. Ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι μόνον δίκαιος καὶ σοφὸς ἀλλὰ καὶ ἐλεύθερος. Θὰ ἀγαπήσης τὸν ἄλλον ὄχι διότι σὲ ἀγαπᾶ, οὔτε διὰ νὰ σὲ ἀγαπήση ἀλλὰ διότι ὀφείλεις νὰ ἀγαπᾶς.

Μία ἀπορία. Ἴσως εἴπῃ τις· ἐὰν δύο πρόσωπα διαφόρου φύλλου ἀγαπῶνται ἁμαρτωλῶς εἶναι νόμιμος ἡ ἀγάπη των, ἀφοῦ εἶναι ἀμοιβαία ἡ θέλησίς των;

Ἀπαντῶ. Ὁ Κύριος ὁμιλεῖ πρὸς χριστιανούς. Ἑπομένως προϋποτίθεται, ὅτι οἱ χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἁμαρτωλὰς σχέσεις. Πλὴν αὐτοῦ συμβαίνει καὶ κάτι ἄλλο. Θέλεις σύ, ὁ ὁποῖος εἶσαι ἄνδρας νὰ ἔχη ἡ γυναῖκα σου, ἢ ἡ κόρη σου, ἢ ἡ ἀδελφή σου ἁμαρτωλὰς σχέσεις, ἔστω καὶ ἂν εἶναι μὲ τὴν θέλησίν των, πρὸς ἄλλον ἄνδρα;

Τέλος μεταξὺ δύο προσώπων ἀγαπωμένων ἀμοιβαίως καὶ ἁμαρτωλῶς, συγχέονται δύο διάφορα συναισθήματα: εὐχαρίστησις καὶ θέλησις. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν συγχέονται μέχρι συνταυτίσεως, κατόπιν ὅμως, ὅταν παρουσιασθῆ ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως καὶ πολὺ περισσότερον, ὅταν διὰ τοῦ κορεσμοῦ ἐπέλθη ὁ τραγικὸς χωρισμὸς των, βλέπομεν, ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ θέλησις καὶ ἄλλο ἡ εὐχαρίστησις.

6.

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Μεγάλο ἀγαθὸ στὴν ζωὴ μας εἶναι ἡ ὁμόνοια κι ἡ ἀγάπη. Μεγάλο πάλι κακὸ εἶναι ἡ διχόνοια κι ἡ ἔχθρα. Μὲ τὴν ὁμόνοια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη χτίζουμε τὴ ζωή, μὲ τὴ διχόνοια καὶ τὴν ἔχθρα τὴ γκρεμίζουμε. Γιατί σὰν μία οἰκοδομὴ εἶναι ἡ ζωή μας κι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ τεχνίτες ποὺ χτίζουμε τὴν οἰκοδομή. Ἤ ποὺ τὴ χτίζουμε λοιπὸν ἤ ποὺ τὴ γκρεμίζουμε, κι αὐτὸ ἐξαρτᾶται πάντα ἀπὸ τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ ἔχουμε ἀνάμεσά μας. Γιὰ τούτη τὴ διαγωγὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ ποὺ χτίζει καὶ οἰκοδομεῖ μᾶς εἶπε σήμερα ὁ μεγάλος οἰκοδόμος τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, κι ἂς ἀκούσουμε τὰ θεϊκά του λόγια στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.

Εἶπε ὁ Κύριος· κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς. Κι ἂν ἀγαπᾶτε ἐκείνους ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια γιὰ κείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν ἔχουν ἀγάπη. Κι ἂν κάνετε καλὸ σ’ ἐκείνους ποὺ σᾶς κάνουν καλό, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια τὸ ἴδιο κάνουν. Κι ἂν δανείζετε σ’ ἐκείνους ἀπ’ τοὺς ὁποίους ἐλπίζετε πὼς θὰ τὰ πάρετε πίσω, ποιὰ χάρη σᾶς πρέπει; Κι οἱ ἁμαρτωλοὶ βέβαια δανείζουν τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ νὰ τοὺς δανείσουν κι ἐκεῖνοι. Ἀντίθετα, ἐσεῖς ν’ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ κάνετε τὸ καλὸ καὶ νὰ δανείζετε χωρὶς τίποτα νὰ ἐλπίζετε· καὶ θὰ ‘ναι ἡ ἀμοιβὴ σας μεγάλη, καὶ θὰ εἴσαστε παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου· γιατί αὐτὸς εἶναι καλὸς στοὺς ἀχάριστους καὶ πονηρούς. Νὰ εἴσαστε λοιπὸν μεταξὺ σας πονετικοί, καθὼς κι ὁ πατέρας σας εἶναι πονετικός.

Θὰ ἦταν καλά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ μέναμε σὲ τοῦτα τὰ θεϊκὰ λόγια καὶ νὰ μὴν προσθέταμε τίποτα δικό μας. Ὄχι μόνο γιατί εἶναι λόγια πολὺ ἁπλὰ καὶ τὰ καταλαβαίνουμε ὅλοι, μὰ καὶ γιατί εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ ἐπάνω σ’ ἕνα ζήτημα, ποὺ ἐμεῖς δὲ θέλουμε νὰ τὸ ἀκούσουμε. Τὰ λόγια εἶναι ἁπλὰ γιὰ νὰ τὰ καταλάβη τὸ μυαλό μας, μὰ δὲν εἶν’ εὐχάριστα γιὰ νὰ τ’ ἀγαπήση ἡ καρδιά μας. Ὁλωσδιόλου τ’ ἀντίθετα ἀπὸ κεῖνα ποὺ λέει ὁ Χριστὸς ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε· ἐκεῖνος μᾶς λέει γιὰ καλωσύνη κι ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε τὴν κακία· ἐκεῖνος μᾶς λέει γι’ ἀγάπη κι ἐμεῖς ἀκονίζουμε τὰ μαχαίρια μας γιὰ σκοτωμούς. Τὸ ξέρει αὐτὸ καλὰ ὁ Χριστός, γι’ αὐτὸ ἀρχίζει νὰ μᾶς μιλάη μὲ τέτοια λόγια, ποὺ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τοῦ ποῦμε πὼς δὲν ἔχει δίκηο. Μᾶς βάζει νὰ διαβάσουμε μέσα στὴν ψυχή μας, νὰ δοῦμε τί θέλουμε ἐμεῖς νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι γιὰ μᾶς· τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς γιὰ κείνους. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀλάθευτο μέτρο, ὁ χρυσὸς κανόνας, ὅπως λένε, τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων· τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦνε μαζί, γιατί δὲ μποροῦν νὰ ζήσουν σὰν τ’ ἀγρίμια στὸ βουνό· τῶν ἀνθρώπων ποὺ αἰσθάνονται πὼς κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ ὁ καθένας ἔχει τὴν ἀνάγκη τοῦ διπλανοῦ του.

Κι εἶναι ἀλήθεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν οἱ ἄνθρωποι, μὰ ὄχι πάντα στὸ καλό. Εὐκολώτερα ταιριάζουν καὶ μονοιάζουν, ὅταν εἶναι γιὰ τὰ συμφέροντά τους κι ὅταν εἶναι γιὰ νὰ κάμουν τὸ κακό. Ἐσὺ ἀγαπᾶς ἐκείνους ποὺ σ’ ἀγαποῦνε καὶ θαρρεῖς πὼς κάτι μεγάλο κάνεις. Αἴ, βέβαια· εἶναι καὶ κάποιοι ποὺ μισοῦν ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀχάριστοι καὶ πονηροί. Ἐσὺ ὅμως βάζεις ὅρια στὴν καλωσύνη σου, γιατί σοῦ ἀρέσει, λές, ἡ δικαιοσύνη· κάνεις καλὸ σ’ ἐκεῖνον πού σοῦ κάνει καλό, δανείζεις ἐκεῖνον ποὺ θὰ στὸ γυρίση καὶ μάλιστα μὲ τόκο, καὶ βοηθᾶς στὴν ἀνάγκη του ἐκεῖνον ποὺ περιμένεις πὼς θὰ σοῦ τὸ πληρώση. Τάχα ποιὰ εἶν’ ἡ καλωσύνη σου καὶ τί περιμένεις ἀπὸ τὸ Θεό; Ἐσὺ φροντίζεις νὰ ξοφλήσης καλά τοὺς λογαριασμούς σου ἐδῶ στὴ γῆ καὶ δὲ μένει νὰ σοῦ χρωστάη τίποτα ὁ Θεός. Κι ἂν εἶναι μόνο ἔτσι, πάει καλά. Μὰ εἶναι πολλοὶ ποὺ βρίσκονται χωμένοι στὸ χρέος ἀπέναντι στὸ Θεό, ἐξαιτίας τῆς διαγωγῆς τους ἀπέναντι στὸ συνάνθρωπό τους. Κάνουν τάχα τὸ καλὸ καὶ δανείζουν, ὄχι περιμένοντας τὸ ἴδιο, μὰ γιατί βρίσκουνε τὴν εὐκαιρία νὰ βγάλουνε τὸν ἀδελφό τους στὸ δρόμο, νὰ τοῦ πάρουνε τὸ σπίτι, νὰ τοῦ πιοῦνε τὸ αἷμα. Μὰ ἐδῶ δὲν εἶναι τρόπος μὲ τὸ νοῦ καὶ μὲ τὴ γνώση νὰ μεταπείσουμε κανένα, γιατί οἱ φιλάργυροι κι οἱ τοκογλύφοι κι ὅλοι ποὺ κάνουν τὸ κακὸ εἶν’ ἄρρωστοι βαρειὰ καὶ δὲν τοὺς πιάνει κανέν’ ἀνθρώπινο φάρμακο. Θὰ τοὺς ξαναφωνάξουμε μόνο τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ πιστεύουμε πὼς θὰ τὸν ἀκούσουν, ἂν δὲν ἔγινε ἡ καρδιὰ τους πέτρα. «Κατὰ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς φέρνωνται οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι νὰ τοὺς φέρνεσθε καὶ σεῖς».

Ἂς ποῦμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ἔχουμε κι ἐχθρούς. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν ἔχουμε, ἀφοῦ κι ὁ Χριστὸς εἶχε ἐχθρούς· ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤθελαν μὲ κανέναν τρόπο νὰ τὸν ἀγαπήσουν. Κι ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἄμεμπτοι, ποὺ δὲ μποροῦμε, σὰν τὸ Χριστό, θὰ βρεθοῦν καὶ κάποιοι ποὺ νὰ μὴ θέλουν τὸ καλό μας. Δὲ μιλοῦμε τώρα στοὺς ἐχθρούς μας καὶ δὲ λέμε γιατί νὰ μᾶς μισοῦν, μιλοῦμε στὸν ἑαυτό μας καὶ λέμε πὼς ἐμεῖς πρέπει ν’ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθρούς μας. Καὶ δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς, τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς τὸ καλὸ τὸ θέλει χωρὶς ὅρια καὶ τὴν ἀγάπη τὴν ἁπλώνει τόσο, ποὺ ν’ ἀγκαλιάζη καὶ τοὺς ἐχθρούς. Σκληρός, θὰ πῆς, αὐτὸς ὁ λόγος, ὅπως τὸ εἶπαν κάποιοι στὰ χρόνια ἐκεῖνα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πρῶτο, νὰ κάνω στοὺς ἄλλους ὅ,τι θέλω νὰ μοῦ κάνουν, τὸ καταλαβαίνω· μὰ ἐτοῦτο δῶ, ν’ ἀγαπῶ καὶ τοὺς ἐχθρούς μου, δὲν τὸ χωράει τὸ μυαλό μου, δὲν τὸ βαστᾶ ἡ καρδιά μου. Κι ὅμως δὲν εἶναι παρὰ ὁ ἴδιος λόγος, γιατί ν’ ἀγαπᾶς τὸν ἐχθρό σου θὰ πῆ νὰ κάνης ὅ,τι θέλεις νὰ κάνη κι ἐκεῖνος γιὰ σένα ποὺ εἶσαι ἐχθρός του. Μὰ δὲ θὰ μπορέσω, χριστιανέ μου, νὰ σὲ πείσω, ἂν δὲν καταλάβης πρῶτα πὼς αὐτὸ τὸ λέει ὁ Χριστός. Ὅταν λοιπὸν μιλάη ὁ Θεός, ποιὸς μᾶς βάζει ἐμᾶς νὰ συζητοῦμε καὶ νὰ κρίνουμε τὸ λόγο του; Ἕνα μόνο νὰ σκεφθοῦμε πὼς ἐκεῖνος κι ἀπὸ τὸ Σταυρὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του προσευχότανε καὶ μέχρι τώρα στὸν οὐρανὸ γιὰ μᾶς προσεύχεται κι ἂς εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ κριματισμένοι.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Τὸν κόσμο δὲν τὸν κρατᾶ ἡ ἁγιωσύνη μας, τὸν κρατᾶ ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Χριστὸς μᾶς λέει νὰ μοιάζουμε τοῦ Θεοῦ. Οὔτε στὴ δύναμη οὔτε στὴ σοφία νὰ τοῦ μοιάζουμε παρὰ μόνο στὴν καλωσύνη. Ἐκεῖνος εἶναι καλὸς καὶ πονετικὸς γιὰ ὅλους κι ἔτσι στέκει ὁ κόσμος. Καλοὶ καὶ πονετικοὶ νὰ ‘μαστε κι ἐμεῖς μεταξὺ μας γιὰ νὰ στέκη καὶ νὰ οἰκοδομῆται ἡ ζωή μας. Ἡ καλωσύνη χτίζει, ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ. Ἂς ἔχουμε τὸ λοιπὸν καλωσύνη κι ἀγάπη γιὰ νὰ ‘χουμε ζωὴ καὶ σωτηρία. Ἀμήν.

7.

Ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ἀγάπη (Λουκ.6, 31-36)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πολλές φορὲς ὁ Χριστὸς μᾶς μιλάει στὸ Εὐαγγέλιο Του γιὰ τὴν νέα ἐντολὴ ποὺ μᾶς ἔδωσε. Τί καινούργιο ὑπάρχει σὲ τούτη τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης; Εἶναι ἡ ἁγνότητα καὶ ἡ σπουδαιότητα της. Δὲν εἶναι καινούργιο ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον· οἱ ἄνθρωποι πάντοτε ἀγαποῦσαν κάποιους ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτὸ ποὺ εἶναι καινούργιο σ’ αὐτή τὴν ἐντολὴ εἶναι ν’ ἀποκτήσουμε μιὰ καρδιὰ μὲ τὸν Οὐράνιο Πατέρα μας, νὰ συμμετέχουμε στὴν ἀγάπη Του. Αὐτὸ σημαίνει νὰ ἀγαπᾶμε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἀγαπᾶ κι’ Ἐκεῖνος, – ποὺ δὲν ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό, ποὺ δὲν ξεχωρίζει ἐκείνους ποὺ εἶναι εὐγνώμονες καὶ ἐκείνους ποὺ εἶναι ἀχάριστοι, νὰ μὴν ἀναφέρω ἐκείνους ποὺ ἴσως γοητεύουν κάποιον. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπέραντη καὶ βαθιὰ καὶ ἀγκαλιάζει τὰ πάντα· αὐτὸ ποὺ διαφέρει σ’ αὐτή τὴν ἀγάπη εἶναι μιὰ ἐσωτερικὴ ποιότητα : ὁ Θεός μπορεῖ νὰ χαίρεται καὶ μπορεῖ νὰ πληρώσει τὸ τίμημα τῆς ἀγάπης Του ἐπάνω στὸν Σταυρό.

Καὶ καλούμαστε νὰ κάνουμε τὸ ἴδιο· καλούμαστε νὰ ἀγαπᾶμε χωρὶς διακριση – οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο θὰ ἔλεγαν ὅτι φερόμαστε ἀδιάκριτα, ἀνόητα, τρελά – καλούμαστε νὰ ἀγαπήσουμε ὁλόψυχα ἐκείνους ποὺ ἔχουν δίκιο καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἄδικο. Ἡ διαφορὰ ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἴσως χαιρόμαστε μὲ τοὺς πρώτους καὶ πληγώνεται ἡ καρδιά μας μὲ τοὺς δεύτερους, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη μας δὲν πρέπει νὰ παραπαίει. Ὅλοι γνωρίζουμε πὼς μποροῦμε νὰ ἀγαπᾶμε λίγο αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶμε φυσικά, καὶ ἀναρωτιόμαστε πῶς μποροῦμε ἀπὸ τὴν μικρὴ ἀγάπη ποὺ ἔχουμε πρὸς τοὺς λίγους, νὰ καλλιεργήσουμε μιὰ ἀγάπη μεγαλύτερη, καὶ ἀγαπώντας ἐκείνους ποὺ εἶναι ἀξιαγάπητοι, νὰ ξεκινήσουμε νὰ ἀγαπᾶμε ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι.

Τὸ πρῶτο βῆμα ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἀγαπήσουμε ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶμε αὐθόρμητα μ’ ἕνα καινούργιο τρόπο: νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε πάντα, καὶ ὄχι μόνο τὶς στιγμὲς ποὺ μᾶς εἶναι εὔκολο, νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε δίχως νὰ περιμένουμε τίποτα ἄλλο παρὰ τὴν χαρὰ νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε καὶ νὰ δεχόμαστε τὴν κάθε ἀγάπη σὲ ἀπάντηση τῆς δικῆς μας ἀγάπης σὰν ἕνα δῶρο τέλειο, ἅγιο, ποὺ εἶναι ἕνα θαῦμα, ἀλλὰ ποὺ δὲν εἶναι ἀνταμοιβή, δὲν εἶναι κάτι στὸ ὁποῖο ἔχουμε δικαίωμα, ἀλλὰ κάτι ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ ἐλεύθερα, τέλεια, κάτι ποὺ γεμίζει τὴν καρδιά μας μὲ θαυμασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη.

Πρέπει νὰ μάθουμε ν’ ἀγαπᾶμε χωρὶς νὰ περιμένουμε ἀνταμοιβή, ἁπλῶς νὰ χαιρόμαστε τὸ θαῦμα τῆς ἀγάπης ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ χαιρόμαστε ὅταν συμβαίνει κάτι μὲ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ χαροῦμε καὶ νὰ χαιρόμαστε ξανὰ ὅταν ἐκεῖνοι ποὺ ἀγαπᾶμε θὰ ἔχουν χάσει τὰ πάντα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη μας, ποὺ θὰ τοὺς ἔχει τουλάχιστον ἀπομείνει, τουλάχιστον κάτι ποὺ ποτὲ δὲν θὰ τοὺς τὸ στερήσουμε.

Καὶ πρέπει νὰ μάθουμε ν’ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου: ὄχι ἁπλῶς νὰ κάνουμε τὸ καλὸ σὲ κάποιους ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ σκεφτόμαστε ποιὸ εἶναι ἀληθινὰ καλὸ γιὰ ἕνα πρόσωπο. Δὲν μιλάω γιὰ τὸν σκληρὸ τρόπο ποὺ συνεχῶς ὁρίζουμε στοὺς ἄλλους αὐτὸ ποὺ θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἡ εὐτυχία τους καὶ τὸ καλὸ τους, καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πιέζουμε, ἤ ποὺ προσπαθοῦμε νὰ πιέσουμε προκειμένου νὰ εἶναι εὐτυχισμένοι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐμεῖς θέλουμε νὰ εἶναι. Ὄχι· σκέφτομαι κάποιον ἄλλο τρόπο προσεκτικῆς ἀναζήτησης γιὰ τὸ καλό τους: ποτὲ νὰ μὴν στηρίζουμε τὴν ἀδυναμία τους ἀφήνοντας τὰ πράγματα νὰ ἐξελίσσονται ὡς ἔχουν, ποτὲ νὰ μὴν κλείνουμε τὰ μάτια μας σὲ ὅ,τι εἶναι γι’ αὐτοὺς καταστροφικό, νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια μὲ ἔλεος, νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε ἔτσι ὥστε νὰ οἰκοδομοῦνται καὶ ὄχι νὰ καταστρέφονται.

Ἄν ξεκινήσουμε νὰ ἀγαπᾶμε καλύτερα ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶμε αὐθόρμητα καὶ φυσικά, ἡ καρδιὰ μας θὰ γίνει πιὸ καθαρή, πιὸ ἁγνὴ καὶ πιὸ μεγάλη, καὶ θὰ μάθουμε νὰ ἀγαπᾶμε τοὺς ἀνθρώπους, ἴσως μονάχα ἕνα πρόσωπο, καὶ μετὰ ἕνα ἄλλο, καὶ ξανὰ ἕνα ἄλλο, μὲ μεγαλύτερο τίμημα, μὲ μεγαλύτερη ἁγνότητα, μὲ λιγότερο ἐγωϊσμό, μὲ μιὰ μακρόθυμη καρδιά.

Ἄς ξεκινήσουμε ἀπὸ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀγάπη ἐκείνη ποὺ μᾶς καλεῖ νὰ ἀποκτήσουμε καὶ νὰ μοιραστοῦμε, μιὰ ἀγάπη ποὺ εἶναι προσφορὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας, ποὺ εἶναι φῶς, χαρά, πίστη, ποὺ εἶναι τὸ ξεκίνημα τῆς αἰωνιότητας ἐδῶ καὶ τώρα. Ἀμήν.

8.

Ἡ ὁμοίωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό (Λουκ. 6,31-36)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί»

Ἐὰν διαβάσουμε τὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων σοφῶν, ἀλλὰ κι ὅλων τῶν σοφῶν τοῦ κόσμου, θὰ δοῦμε πὼς θέλοντας νὰ διατυπώσουν τὸ δίκαιο, τὸ πρέπον, τὸ νόμιμο καὶ τὸ καλὸ ἔγραψαν πάρα πολλοὺς λόγους καὶ κατασκεύασαν μακροὺς διαλόγους καὶ βιβλία. Μερικὲς φορὲς πέτυχαν νὰ ποῦν καὶ νὰ γράψουν σπουδαῖα πράγματα, ἀλλὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἔφεραν τοὺς ἀνθρώπους σὲ σύγχυση. Πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶπαν οἱ σοφοί, ἀντὶ νὰ διαφωτίσουν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔκαναν νὰ σκοτισθοῦν περισσότερο.

Ἀντίθετα, ὁ θειότατος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἦλθε πάνω στὴ γῆ καὶ ἐνσαρκώθηκε, ξανάφερε στὴν ἐπιφάνεια τὸν ἔμφυτο νόμο τοῦ ἀνθρώπου κι ἔκανε τὴ βούλησή μας αἰτία τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ, τοῦ νόμιμου ἢ τοῦ παράνομου, τοῦ δίκαιου ἢ τοῦ ἀδίκου. Μὲ λίγα λόγια εἶπε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος. «Καὶ καθὼς θέλεται ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. 6,31) ἢ «γίνεσθε οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί» (ὅπ.π. στίχ. 36). Πάνω στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου ἂς κάνουμε μερικὲς παρατηρήσεις.

Οἱ ἄνθρωποι ὁμοιάζουν μὲ τὸ Θεὸ

Ἕνας μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ὅσιος Νεῖλος, κάνει τὴν ἀκόλουθη παρατήρηση: Ὅπως τὰ παιδιὰ μὲ τοὺς γονεῖς τους ἔχουν κοινοὺς χαρακτῆρες, δηλ. ἔχουν ὁμοιότητες στὸ πρόσωπο καὶ στὸ σῶμα κι ἀπ’ αὐτὲς τὶς ὁμοιότητες καταλαβαίνουμε τίνος γιὸς εἶναι κάποιος, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ συμπεριφορὰ ἑνὸς ἀνθρώπου. Ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα του καταλαβαίνουμε τίνος διδασκάλου εἶναι κάποιος μαθητής. Τὸ ἴδιο καὶ ἀκόμη περισσότερο συμβαίνει μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, δηλ. τοὺς Χριστιανούς. Οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ εἶναι μαθητὲς τοῦ αἰώνιου Πατέρα· «ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν» (Ματθ. 12,50). Ἀλλοῦ πάλι λέγει· «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε… οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων» (ὅπ.π. 6,25 καὶ 32). Ὁ Πατέρας μας ὁ οὐράνιος, ἐφ’ ὅσον εἴμαστε παιδιά Του, θὰ μᾶς φροντίσει. Ἔχουμε συγγένεια καὶ οἰκείωση μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸς εἶναι πατέρας μας καὶ μεῖς παιδιά Του. Μέσα στὸ Εὐαγγέλιο ὁ Κύριος μᾶς δείχνει τὰ σημάδια, γιὰ νὰ γίνουμε παιδιά Του, ἐφ’ ὅσον βέβαια τὸ θελήσουμε· «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29). Ἀφοῦ ὁ κύριος εἶναι πράος καὶ ταπεινὸς καὶ τὰ παιδιὰ Του ὀφείλουν νὰ εἶναι ἔτσι. «Έσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (ὅπ. π. 5,48). Ἢ αὐτὸ ποὺ μᾶς λέγει στὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα, δηλ. νὰ γίνουμε οἰκτίρμονες (εὔσπλαχνοι), γιατί καὶ ὁ Θεὸς εἶναι τέτοιος (Λουκ. 6,36).

Σὲ ποιὰ μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὸ Θεό;

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρατηρεῖ πὼς δὲν καλούμαστε ἀπ’ τὸ Θεὸ νὰ Τὸν μιμηθοῦμε στὴν παντοδυναμία, στὴ σοφία ἢ στὰ θαύματα, ἀλλὰ στὴν ἀγάπη, στὴν καλοσύνη, στὴν εὐσπλαχνία. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀπόλυτα ἐλεήμων καὶ εὔσπλαχνος, ἀλλὰ καὶ ἡ εἰκόνα Του, ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμη ποὺ διαθέτει, δηλ. «συμμέτρως», μπορεῖ νὰ μιμηθεῖ τὸ Θεὸ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Μποροῦμε νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας κι ἐκείνους ποὺ μᾶς ἔκαναν κακό. Ἡ συγγένειά μας μὲ τὸ Θεὸ φαίνεται σ’ αὐτὲς τὶς καταστάσεις. Μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὸ Θεὸ στὴν εὐσπλαχνία. Ὁ Θεός, κατὰ τοὺς Πατέρες, ἐπειδὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς χάριτος, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς σοφίας, «πᾶσιν ἀδέως ταύτην (τὴν χάριν) μεταδίδωσιν››, τὰ δίνει ὅλα χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς νὰ ἀδικήσει κανέναν. Αὐτὸ μεταφράζεται ὡς ἑξῆς γιά μᾶς: Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, μηδενὸς ἑξαιρουμένου, μποροῦμε νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τὸ Θεὸ ὡς πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία.

Ἡ ἁμαρτία ἐμπόδιο ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο

Ἡ ἁμαρτία μᾶς ἔκανε μεγάλη ζημιά. Τὴν μὲν ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό μας τὴν αὔξησε, ἐνῶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον τὴ μείωσε. Ἔτσι καταντήσαμε μισάνθρωποι. Τὸ κήρυγμα ποὺ ἔχει περιεχόμενο τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας, θεωρεῖται ἀφέλεια. Ἡ ἀγάπη εἶναι κατάσταση, σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τῶν πολλῶν, τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων. Ἐὰν δείξουμε ἀγάπη στοὺς ἄλλους, κινδυνεύουμε νὰ χαρακτηριστοῦμε χαζοὶ κι ἀσήμαντοι. Δὲν μποροῦν νὰ πιστεύσουν οἱ ἄνθρωποι πὼς προάγονται μὲ τὴν καλοσύνη καὶ τὴν εὐσπλαχνία. Ὅποιος ἔφθασε νὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς ἐχθρούς του, ἔφθασε στὴν κορυφὴ τῶν ἀρετῶν. «Ἀγάπης ἀνυποκρίτου τεκμήριον, ἀδικημάτων συγχώρησις», θὰ τονίσει ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ ἀσκητής.

Ἀδελφοί μου,

Ἀντὶ νὰ φροντίζουμε νὰ ἐπιβληθοῦμε μὲ τὴ δύναμη τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ὅπλων, ἂς καλλιεργήσουμε τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, γιὰ νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τὸ Θεὸ καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὴ Βασιλεία Του, ποὺ εἶναι κοινωνία ἀγάπης.

9.

Ἀποστολικὲς λαμπαδηδρομίες (Β΄Κορ. δ΄6-15)

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Ὁ πρωτοκορυφαῖος «λαμπαδηδρόμος» τῆς Ἐκκλησίας ἀπόστολος Παῦλος ἄναψε τὴ λαμπάδα του ἀπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς τοῦ Χριστοῦ χάνοντας τὸ σωματικό του φῶς· «ὁ μέλλων φωτίζειν τὴν οἰκουμένην σκοτίζεται», λέει ἕνα τροπάριο τῆς ἑορτῆς του. Ὁ φωτοδότης Θεὸς «ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» τὸν «αἰχμαλώτισε» ἔξω ἀπὸ τὴ Δαμασκὸ καὶ «ἔλαμψεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης του». Ἔχασε ἐπίσης ὁ νεοφώτιστος Παῦλος καὶ τὴ φαρισαϊκὴ αὐτάρκεια ὅτι μπορεῖ μόνο μὲ τὶς δικές του «ἀρετὲς» νὰ κρατάει ἄσβεστη τὴ λαμπάδα ποὺ ἄναψε ἀπὸ τὸν Χριστό. Κατάλαβε πλέον ὅτι δὲν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπὸ ἕνα «ὀστράκινο σκεῦος», ποὺ κρατάει μὲν μέσα του τὸν πιὸ ἀνεκτίμητο θησαυρό, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ εἶναι εὔθραυστο· καὶ μόνο «ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ» μπορεῖ, ὄχι μόνο νὰ τὸ προστατεύει, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ κάνει νὰ ἀκτινοβολεῖ τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ἰδιαίτερα μάλιστα μέσα στὶς σκοτεινὲς θύελλες τῶν διωγμῶν καὶ τῶν θλίψεων.

Φυσικὰ αὐτὴ ἡ «ὑπερβολὴ» τῆς χάριτος, ποὺ ἔκανε τὸν Παῦλο νὰ μὴν ἀπελπίζεται καὶ νὰ μὴ χάνει τὸ θάρρος του, δὲν ἦταν μία μόνιμη ἀναπαυτικὴ «πολυθρόνα». Ὁ Ἀπόστολος -κινδυνεύοντας νὰ κατηγορηθεῖ γιὰ ἔπαρση- εἶχε γράψει στοὺς Κορινθίους στὴν πρώτη ἐπιστολή του ὅτι, «ναὶ μὲν ὅ,τι εἶμαι, ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶμαι, ἀλλὰ κι ἐγὼ περισσότερο ἀπὸ ὅλους ἐκοπίασα» (15,10). Χωρὶς ὑπομονή, κόπο, πόνο καὶ θυσία, ποὺ προσφέρονται ὁλόψυχα καὶ ἐλεύθερα, δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει κανεὶς στὴ «ζωοποιὸ νέκρωση» τοῦ ἑαυτοῦ του. Πρόκειται γιὰ νέκρωση ποὺ ἀφορᾶ πρῶτα τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας καὶ τὰ πάθη· συχνά, ὅμως, ἐνέχει καὶ τὸν κίνδυνο τοῦ σωματικοῦ θανάτου· γίνεται ἕνα συνεχὲς «κρυφτὸ» μὲ τὸν θάνατο, ὅπου περίτρανα ἀποκαλύπτεται καὶ δοξάζεται «ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν».

Φανέρωση τῆς ἀναστάσιμης ζωῆς

Στοὺς πολλοὺς μιμητὲς τοῦ Ἀποστόλου ἀνήκει καὶ ὁ ὅσιος Ἀβράμιoς, ποὺ στάλθηκε νὰ φωτίσει μία εἰδωλολατρικὴ πόλη τῆς Μεσοποταμίας στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰώνα. Ὅσοι εἶχαν ἐπιχειρήσει νὰ ἐργαστοῦν ἐκεῖ ἱεραποστολικά, εἶχαν ἐπιστρέψει ἄπρακτοι καὶ τραυματισμένοι. Ὁ Ἀβράμιος ἔκτισε πρῶτα μία ὡραία ἐκκλησία καὶ ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ σ’ αὐτήν. Οἱ εἰδωλολάτρες κάτοικοι ἐντυπωσιάστηκαν ἀπὸ τὸν ναό, ἀλλὰ σχεδὸν καθημερινὰ ξυλοκοποῦσαν τὸν Ἅγιο καὶ μερικὲς φορὲς τὸν ἄφηναν μισοπεθαμένο. Ἔπρεπε νὰ ὑπομείνει ὁ Ἅγιος αὐτὸ τὸ μαρτύριο τρία ὁλόκληρα χρόνια, γιὰ νὰ πεισθοῦν οἱ «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθήμενοι» κάτοικοι ὅτι «ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως» καὶ τῆς ὑπομονῆς, ποὺ ἔβλεπαν στὸν Ἅγιο, εἶναι τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ. Τρία χρόνια ὁ Ἅγιος «περιέφερεν τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματί του» καὶ ἔτσι περίτρανα «ἐφανερώθη ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῇ θνητῇ σαρκί του».

Ἡ λαμπρότερη φανέρωση τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ ἔγινε μὲ τὴν Ἀνάστασή του καὶ τὴ νίκη του κατὰ τοῦ θανάτου, μὲ τὴν ὁποία μᾶς χάρισε τὴ δυνατότητα τῆς ἀφθαρσίας τῆς θνητῆς μας σάρκας. Εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς πίστης ὅλων τῶν «λαμπαδηδρόμων» τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀναστάσιμο Φῶς ἄναψαν τὴ λαμπάδα τους καὶ αὐτὸ τὸ Φῶς ἦταν τὸ κήρυγμά τους καὶ ἡ μαρτυρία τους.

Κράτα τὴ λαμπάδα ἀναμμένη

Γιὰ νὰ ἀνάψει, ὅμως, κάποιος καὶ τὴ δική του λαμπάδα ἀπὸ τὸ Φῶς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ χάσει τὴν ἐμπιστοσύνη του στὰ κτιστὰ φῶτα «τῆς σοφίας τοῦ αἰῶνος τούτου» καὶ νὰ δεχθεῖ «τὴν μωρίαν» τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος· μία «μωρία» ὡστόσο, ποὺ σφραγίστηκε μὲ ποταμοὺς αἵματος ἀποστόλων, μαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν. Καὶ γιὰ νὰ καταλάβει κάποιος ὅτι αὐτὸ τὸ φῶς -ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος- ἀποτελεῖ τὸν μεγαλύτερο θησαυρὸ τῆς ζωῆς του, πρέπει νὰ θεωρήσει «στάχτη καὶ κουρνιαχτό», κατὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, ὅλους τοὺς θησαυροὺς τοῦ κόσμου, τοὺς ὁποίους «ὁ σκόρος καὶ ἡ σκουριὰ τοὺς ἀφανίζουν καὶ οἱ κλέφτες τοὺς κλέβουν».

Αὐτὰ κατάλαβε -ἀνάμεσα σὲ ἀμέτρητους ἄλλους- καὶ κάποιος Νικόλαος ἀπὸ τὸ Μέτσοβο, ποὺ ἀπὸ δειλία γιὰ τὴ ζωὴ του εἶχε τουρκέψει· καὶ ξανάναψε τὴ λαμπάδα του ἀπὸ Φῶς τῆς Ἀνάστασης, ὁμολόγησε τὴν πίστη του καὶ μαρτύρησε λιώνοντας ὁ ἴδιος σὰν λαμπάδα στὴ φωτιὰ ὅπου δέχθηκε νὰ τὸν κάψουν. Τὴν ἁγία κάρα του ἀγόρασε ἕνας χριστιανὸς καὶ τὴν ἔκρυψε χτίζοντάς την στὸν τοῖχο τοῦ σπιτιοῦ του. Ὅταν ὅμως τὸ σπίτι ἄλλαξε ἰδιοκτήτη, ὁ νέος ἔνοικος ἀνακάλυψε τὸ ἱερὸ λείψανο παρατηρώντας φῶς κάποια μέρα στὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ τοίχου. Ἦταν ἡ μέρα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου, τοῦ ὁποίου τὸ «ὀστράκινο σκεῦος» ἔλαμπε ἀκόμη καὶ μέσα ἀπὸ τὸν τοῖχο «τὸν φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ».

Μὲ τὶς πρεσβεῖες του, ἂς κάνουμε καὶ τὰ δικά μας «ὀστράκινα σκεύη» δεκτικά τοῦ θείου φωτός, ὥστε «ἡ χάρις πλεονάζουσα διὰ τῶν πλειόνων, νὰ περισσεύῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ».

10.

Ἡ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (Λουκ. 6,31-38)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

(Ματθ. 5,43—48. Λουκᾶ 6,27—28. 31-40.)

Εἰς τὸ περὶ ἀνεξικακίας προηγούμενον θέμα ἀνέβημεν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου. Ἤδη ὅμως διὰ τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν θὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς κορυφῆς τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου. Ἂς ἴδωμεν.

Ὁ Κύριος συμπληρῶν τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον περὶ ἀγάπης λέγει: «Ἠκούσατε, ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις˙ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου». Τὸ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου» ἀναφέρεται εἰς τὸ Λευϊτ. 19,18. Τὸ δὲ «μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου» εἶναι ἐντολὴ τῶν Γραμματέων. Μὲ τὴν λέξιν πλησίον ὁ Ἑβραϊκὸς νόμος ἐννοεῖ τὸν Ἑβραῖον. Οἱ Γραμματεῖς ὅμως ἐζήτουν ἐξ αὐτοῦ τὸ «μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου» παρὰ τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος διέτασσε τὴν ἀγάπην τῶν ἐχθρῶν Ἐξοδ, 23.4. Εἰς τὴν ἐθνικιστικὴν καὶ διεστραμμένην ἑρμηνείαν ταύτην τῶν Γραμματέων ὁ Κύριος προσφέρει τὴν γενικὴν πανανθρωπίνην ἀγάπην τῶν ἐχθρῶν διὰ λόγων, ἔργων καὶ προσευχῆς θέτων ὡς παράδειγμα τὴν πανανθρώπινην ἀγάπην τοῦ Θεοῦ ὡς ἑξῆς:

«Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοὺς μισοῦντας ὑμᾶς, προσεύχεσθε ὑπὲρ ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων ὑμᾶς καὶ εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς». Ὁ Κύριος δικαιολογῶν τὴν ἀγάπην ταύτην λέγει χαρακτηριστικῶς: «Ἐὰν ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; ποία ὑμῖν χάρις;» ποία ἡ ὀμορφιά σας; «Οὐχὶ οἱ τελῶναι (οἱ ὁποῖοι πιέζοντες εἰς φορολογίας τὸν περιούσιον λαὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἑβραϊκόν, χάριν ξένων κατακτητῶν, ἦσαν μισητοὶ εἰς τοὺς Ἑβραίους) οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι; Ἐὰν ἀσπάσησθε (χαιρετίσητε) τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε»; Τί περισσότερον ἀπὸ τοὺς τελώνας καὶ ἀμετανόητους κάμνετε; «Οὐχὶ οἱ ἐθνικοί,» οἱ εἰδωλολάτραι «τὸ αὐτὸ ποιοῦσι; Ἐὰν δανείζητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν, ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα» — τὰ δανεισθέντα ἤ ἄλλα δάνεια καὶ αὐτοὶ ἐν ἀνάγκῃ— «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες»—ἤτοι οὐδόλως ἀπελπίζοντες τοὺς ἐχθρούς σας, ἀρνούμενοι τὸ δάνειον πρὸς αὐτούς, οὐδὲ σεῖς ἀπελπιζόμενοι ἂν τὸ δανεισθὲν χάσητε—«καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς καὶ ἔσεσθε υἱοὶ Ὑψίστου, τοῦ Πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» καὶ οὕτω ὁ Θεὸς «χρηστὸς ἐστιν ἐπὶ ἀχαρίστους καὶ πονηρούς». Λέγων ὁ Κύριος, ὅτι ὁ Πατὴρ Του βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους δηλοῖ, ὅτι ὕψιστον ἀγαθὸν δὲν εἶναι μόνον τὸ θέλημά Του, ἀλλὰ φέρει καὶ παραστατικώτατον παράδειγμα τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος βρέχει καὶ φωτίζει ὅλους τούς ἀνθρώπους. Σοφὸν τὸ σαφές.

Ὁ Κύριος ἐπιγραμματικῶς λέγει. «Καθὼς θέλετε, ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Ὄχι ὅπως σᾶς φέρονται, ἀλλὰ ὅπως θὰ ἠθέλατε νὰ σᾶς φέρωνται οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρέπει νὰ φέρεσθε καὶ σεῖς εἰς αὐτούς. Ὁ Κύριος ἵνα δηλώσῃ, ὅτι ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἐχθρόν του ἀλλὰ κατακρίνων αὐτὸν παραβαίνει τὸν νόμον τῆς ἀγάπης καὶ εἰσέρχεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Θεοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ τιμωρηθῇ, λέγει: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί. Μὴ κρίνετε καὶ οὐ μὴ κριθῆτε. Μὴ καταδικάζετε καὶ οὐ μὴ καταδικασθῆτε˙ ἀπολύετε καὶ ἀπολυθήσεσθε» Ὁ Κύριος συνιστῶν προσήνειαν καὶ εὐπροσηγορίαν πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας προσθέτει˙ «δίδοτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν» Τί; «μέτρον καλὸν πεπιεσμένον καὶ σεσαλευμένον καὶ ὑπερεκχυνόμενον δώσουσιν εἰς τὸν κόλπον ὑμῶν˙ ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν». Μέτρον ἐνταῦθα εἶναι τὸ δοχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐμέτρων τὰ σιτηρά. Τοῦτο ἐγέμιζον, ἐστίβαζον, ἐκίνουν καὶ ἐπλήρουν μέχρι τοῦ νὰ χύνεται. Τόσον πλήρης πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ πρὸς πάντας εὐπροσηγορία μας, ἵνα τὴν αὐτὴν ἀμοιβὴν λάβωμεν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, διότι μὲ ὅποιον μέτρον ἐπιεικείας κρίνομεν τοὺς ἄλλους μὲ τὸ αὐτὸ θὰ κριθῶμεν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.

Οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ πρέπει νὰ εἶναι τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων ἰδίως εἰς τὴν ἀγάπην. Πρὸς τοῦτο δὲν πρέπει νὰ εἶναι τυφλοὶ πνευματικῶς, ἀλλὰ νὰ μιμῶνται τὸν Διδάσκαλόν των. Διά τοῦτο ὁ Κύριος λέγει: «Μὴ δύναται τυφλὸς τυφλὸν ὁδηγεῖν; Οὐχὶ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται;» Ὅταν ὁδηγῇ ὁ ἕνας τυφλὸς τὸν ἄλλον, θὰ πέσωσι καὶ οἱ δύο εἰς τὸν λάκκον. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ὁδηγός, «Οὔκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ˙ κατηρτισμένος δὲ ἔσται πᾶς ὡς ὁ διδάσκαλος», ὁ Χριστὸς ὁ ὁποῖος ἠγάπησε τοὺς ἐχθρούς.

Τέλος θέτει τὴν τελικὴν σφραγῖδα : «γίνεσθε οὖν τέλειοι, ὡς ὁ Πατήρ μου τέλειός ἐστιν». Τὸ παράδειγμα τοῦ Θεοῦ προβάλλεται οὐχὶ ὡς βαθμὶς τελειότητας, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα ταύτην νὰ ἐπιτύχωμεν, ἀλλὰ ὡς ἰδανικόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐμπνέῃ καὶ ἀνυψοῖ ὅσον τὸ δυνατὸν ὑψηλότερον ἕκαστον ἀναλόγως τῶν φυσικῶν καὶ ὑπερφυσικῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας ἔχει. Γενικῶς ἡ ἐντολὴ αὕτη τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν, ἡ ὁποία εἶναι θυσία, μᾶς προωθεῖ πέραν τοῦ ἰδανικοῦ τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου, τῆς δικαιοσύνης.

Οἱ ἀρνηταὶ τοῦ Χριστοῦ, ἵνα δικαιολογηθῶσι, διατὶ δὲν ἀκολουθοῦν τὸν Χριστόν, ἰσχυρίσθησαν, ὅτι, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Χριστός, τὰ εἶπαν καὶ ἄλλοι πρὸ Αὐτοῦ καὶ ἑπομένως ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει τίποτε τo καινούργιο. Εἶναι θέμα λοιπὸν ὑψίστης σπουδαιότητας νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀγάπη πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστόν, ἵνα φανῇ ἡ μεγάλη διαφορὰ Χριστιανικοῦ καὶ προχριστιανικοῦ κόσμου.

Θέμα: α) Ἡ προχριστιανικὴ ἀγάπη.

Ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ ὁ κόσμος ἐγνώρισε τὸν ἔρωτα, τὴν φιλίαν, τὴν δικαιοσύνην, τὴν φιλοξενίαν, ὄχι ὅμως καὶ τὴν ἀγάπην τῶν ἐχθρῶν. Ἠγαπῶντο οἱ ἄνθρωποι τοῦ αὐτοῦ αἵματος. Ἐφροντίζετο νὰ δίδεται δικαιοσύνη καὶ ἀμοιβαία ἀνοχὴ εἰς τοὺς πολίτας τῆς αὐτῆς πόλεως. Ὁ ξένος, ἐὰν δὲν ἦτο φιλοξενούμενος, δὲν ἔπρεπε νὰ περιμένῃ παρὰ μῖσος καὶ ξερρίζωμα. Ὁ Ζεὺς προστατεύει τοὺς ταξιδιώτας καὶ τοὺς ξένους, Ὁ ξένος, ὁ ὁποῖος κτυπᾷ εἰς τὴν θύραν τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνος, τυγχάνει φαγητοῦ, ποτοῦ καὶ ὕπνου. Ἐκτός τῆς οἰκογένειας ὑπῆρχε μερικὴ ἀγάπη, ἐντός τῆς πόλεως τὸ ἴνδαλμα ἦτο ἡ δικαιοσύνη. Ἐκτὸς τῶν τοιχῶν καὶ τῶν συνόρων ἦτο μίσος ἄσβεστον.

Ἐν τούτοις ὑψώθησαν μερικαί φωναὶ εἰς διαφόρους ἐποχάς καὶ τόπους τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου, αἵτινες ἐζήτησαν ἀγάπην καὶ ἐκτός τῆς οἰκογενείας, μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τοῦ αὐτοῦ ἔθνους. Ἐζήτησαν ὀλίγην δικαιοσύνην διὰ τὸν ξένον καὶ διὰ τὸν ἐχθρόν, ἀλλ’ αἱ φωναὶ αὗται ἦσαν ἀσθενεῖς εἰς τόνον, ὀλίγαι εἰς ἀριθμόν, σκόρπιαι εἰς χώρας ἀπωτάτας καὶ εἰς μακρινοὺς χρόνους, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ φωναὶ αὗται ἐγέννησαν διὰ τῆς ἐξελίξεως τὴν περὶ ἀγάπης διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ. Ἂς ἴδωμεν τὰς ἀσθενεῖς, ὀλίγας, διεσπαρμένας καὶ μακρυνάς αὐτάς φωνάς τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου περὶ ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν.

1) Ἐν Κίνᾳ. 400 ἔτη πρὸ Χριστοῦ ἕνας σοφός τῆς Κίνας ὁ Me-ti εἰς τὸ βιβλίον του Kie-siang-ngai διακηρύττει τὴν ἀγάπην ὅλων τῶν ἀνθρώπων λέγων : «τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὰς διχονοίας τῶν ἀνθρώπων; Εἶναι, ὅτι δὲν ἀγαπῶμεν οἱ μὲν τοὺς δέ. Οἱ ὑπήκοοι ἑνὸς κράτους καὶ υἱοὶ μιᾶς οἰκογενείας δὲν ἔχουσι τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς ἄρχοντας καὶ τοὺς πατέρας˙ οἱ μικρότεροι ἀδελφοὶ ἀγαποῦν τὸν ἑαυτόν τους καὶ ὄχι τοὺς μεγαλυτέρους των ἀδελφούς. Ὁ πατὴρ δὲν εἶναι ἐπιεικὴς πρὸς τὸν υἱόν, οὔτε ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς πρὸς τὸν μικρότερον. Ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν ἑαυτόν του καὶ ὄχι τὸν υἱόν του, βλάπτει τὸν υἱόν του, ἐὰν εὕρῃ αὐτὸς συμφέρον. Οἱ λῃσταὶ ἀγαποῦν τὰ σώματα των καὶ ὄχι τοὺς ἀνθρώπους, διὰ τοῦτο λῃστεύουσι τοὺς ἄλλους πρὸς ἴδιον ὄφελος. Ἐὰν ἔβλεπον τὰ σώματα τῶν ἄλλων ὡς ἰδικά των, δὲν θὰ ἔκλεπτον, Ἐὰν οἱ ἄνθρωποι ἔφθανον εἰς τὴν ἀμοιβαίαν γενικὴν ἀγάπην, τὰ κράτη δὲν θὰ ἐφιλονίκουν μεταξὺ των, αἱ οἰκογένειαι δὲν θὰ ἐταράσσοντο, οἱ κλέπται θὰ ἐξηφανίζοντο, οἱ δὲ ἄρχοντες καὶ οἱ ἀρχόμενοι, γονεῖς καὶ τέκνα θὰ ἦσαν οἱ μὲν ἄξιοι σεβασμοῦ, οἱ δὲ ἄξιοι ἐπιεικείας, ὁ κόσμος θὰ ἐβελτιώνετο». Δία τὸν σοφὸν Me-ti ἡ ἀγάπη αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι μᾶλλον σεβασμὸς τῶν μικροτέρων πρὸς τοὺς μεγαλυτέρους καὶ ἐπιείκεια τῶν μεγαλυτέρων πρὸς τοὺς μικροτέρους, ἀπέχει πολύ τοῦ νὰ ὀνομασθῇ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν. Εἶναι μᾶλλον ἕνα φάρμακον διὰ τὴν συντήρησιν πολιτῶν καὶ κράτους, εἶναι κοινωνικὴ πανάκεια.

Ὁ περίφημος Lao-Tse ζῶν ἐν Κίνᾳ προτείνει νὰ ἀπαντῶμεν εἰς τὴν προσβολὴν διὰ τῆς εὐγενείας, Ἄλλο ὅμως γλυκύτης, σύνεσις καὶ εὐγένεια καὶ ἄλλο ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν.

Κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν καὶ εἰς τὴν αὐτὴν χώραν ὁ Κομφούκιος ἐκήρυττε διδασκαλίαν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν μαθητὴν του Thseng-Tse διέτασσε νὰ ἀγαπῶμεν τὸν πλησίον μας, ὅπως τὸν ἑαυτόν μας. Ἐσημείωνεν ὅμως ῥητῶς νὰ ἀγαπῶμεν τὸν «πλησίον» μας καὶ οὐχὶ τὸν «μακρυνόν», τὸν ξένον, τὸν ἐχθρόν. Ἑπομένως ὁ Κομφούκιος ἐδίδασκε τὴν φιλικὴν ἀγάπην καὶ τὴν εὐγένειαν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν εὐημερίαν τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη νὰ κτυπήσῃ τὸ μῖσος συνιστῶν τὴν ἀγάπην τῶν ἐχθρῶν. Εἰς τὰ βιβλία Lun-Yu, ὅπου βλέπομεν τὰς παραβολάς τοῦ Thseng-Tse εὑρίσκομεν αὐτάς τὰς λέξεις, αἵτινες ἔχουσι παραληφθῆ ἐκ τοῦ ἀρχαίου κομφουκιανικοῦ κειμένου τοῦ Τα-hio «ὁ δίκαιος ἄνθρωπος εἶναι ἱκανὸς νὰ ἀγαπᾷ καὶ νὰ μισῇ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως αὐτὸς νομίζει».

2) Ἐν Ἰνδίαις. Ὁ σύγχρονος τοῦ Κομφουκίου Βούδας ἔθετεν ὡς καθῆκον νὰ ἀγαπῶμεν ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀκόμη καὶ τοὺς πλέον ἀθλίους καὶ περιφρονημένους. Διά τῆς αὐτῆς ἀγάπης πρέπει νὰ περιβάλλωμεν καὶ τὰ ἐλάχιστα μεταξὺ τῶν ζῴων καὶ γενικῶς ὅλας τὰς ζώσας ὑπάρξεις. Ἀλλὰ εἰς τὸν Βουδισμὸν ἡ ἀγάπη τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἔχει σκοπὸν τὴν πλήρη ἐκρίζωσιν τῆς ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ μας, διότι ἡ ἀγάπη αὕτη τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι τὸ πρῶτον στήριγμα τῆς ὑπάρξεώς μας. Ὁ Βούδας δηλ. θέλει νὰ καταργήσῃ τὸν πόνον καὶ διὰ νὰ καταργήσῃ τὸν πόνον δὲν βλέπει κανένα ἄλλο μέσον παρὰ νὰ πνιγῇ ἡ ἀτομικὴ ψυχὴ ἑκάστου εἰς τὴν γενικὴν παγκόσμιον ψυχήν, ἡ ὁποία εἶναι τὸ Νιρβάνα, τὸ Μηδέν. Ἑπομένως ὁ Βουδιστὴς δὲν ἀγαπᾷ τὸν ἀδελφόν του ἐξ ἀγάπης πρὸς αὐτόν, ἀλλ’ ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν ἑαυτόν του, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸν πόνον, διὰ νὰ κάμῃ ἕνα βῆμα πρὸς τὴν ἐξαφάνισιν. Ἡ παγκοσμία ἀγάπη τοῦ εἶναι παγερά, εἶναι μία μορφὴ στωϊκῆς ἀπαθείας εἰς τὸν πόνον καὶ εἰς τὴν χαράν.

3) Ἓν Αἰγύπτῳ. Κάθε νεκρὸς ἔφερεν εἰς τὸν τάφον ἕνα ἀντίγραφον τοῦ βιβλίου τῶν νεκρῶν, μίαν ἀπολογίαν τῆς ψυχῆς του ἔναντι τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ὀσίριδος. Ὁ νεκρὸς αὐτοεπαινεῖται λέγων: «Δὲν ἔκαμα, ὥστε νὰ πεινάσῃ τις! Δὲν ἔκαμα κανένα νὰ κλάψῃ! Δὲν ἐφόνευσα! Δὲν διέταξα νὰ δολοφονηθῇ τις! Δὲν ἔκαμα καμμίαν ἀπάτην!… Ἔδωσα τὸν ἄρτον μου εἰς τὸν πεινασμένον, τὸ ὕδωρ εἰς τὸν διψασμένον, τὸ ἔνδυμα εἰς τὸν γυμνόν, θυσίας εἰς τοὺς θεούς, ἐπιμνημόσυνα δεῖπνα διὰ τοὺς νεκρούς». Ἐνταῦθα εὑρίσκομεν ὡς τελειότερα ἔργα τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης καὶ εὐσπλαγχνίας (τὰ ἔκαμαν ἆραγε καὶ αὐτά;), ἀλλὰ δὲν εὑρίσκομεν καθόλου ἀγάπην καὶ μάλιστα ἀγάπην τῶν ἐχθρῶν.

Διά νὰ ἴδωμεν πῶς οἱ Αἰγύπτιοι μετεχειρίζοντο τοὺς ἐχθροὺς των, ἂς μελετήσωμεν μίαν ἐπιγραφὴν τοῦ μεγάλου βασιλέως Pepi jer Miriri. «Ἡ στρατιὰ αὕτη ἐπορεύθη ἐν εἰρήνῃ, εἰσῆλθεν, ὅπως ἤρεσεν εἰς αὐτήν, εἰς τὴν χώραν τοῦ Hirushaitu. Ἡ στρατιὰ αὕτη εἰσῆλθεν ἐν εἰρήνῃ, κατέκοψε τὰς συκᾶς καὶ τὰς ἀμπέλους. Ἔθεσε πῦρ εἰς ὅλας τὰς οἰκίας. Ἡ στρατιὰ αὕτη εἰσῆλθεν ἐν εἰρήνῃ. Ἔσφαζε τοὺς στρατιώτας των κατὰ μυριάδας. Ἡ στρατιὰ αὕτη ἐπορεύθη ἐν εἰρήνῃ. Ἔφερεν αἰχμαλώτους, μέγαν ἀριθμὸν ἀνδρῶν, γυναικῶν καὶ παιδίων. Ἐκ τούτου περισσότερον παντὸς ἄλλου ἀγάλλεται διὰ τὴν ἁγιότητά της». Πόσον διάφορος τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν!

4) Ἐν Περσίᾳ. Ὁ Ζαρατούστρα ἀφῆκεν ἕνα νόμον εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ Ἰρᾶν. Αὐτὸς ὁ νόμος διέτασσε τοὺς πιστούς τοῦ Ἀχούρα—Μάγδα νὰ εἶναι καλοὶ πρὸς τοὺς ὁμοθρήσκους των, νὰ δώσουν φόρεμα εἰς τοὺς γυμνοὺς καὶ νὰ μὴ ἀρνηθοῦν τὸν ἄρτον εἰς τὸν πεινασμένον ἐργάτην. Καὶ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ὑλικῆς ἀμοιβῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑπηρετοῦν, ἀνήκουν εἰς ἡμᾶς, διὰ τοὺς γείτονας μας κλπ. Περὶ ἀγάπης ὅμως τῶν ἐχθρῶν δὲν γίνεται λόγος.

5) Ἐν Ἑλλάδι. Εἰς τὸ τελευταῖον βιβλίον τῆς Ἰλιάδος βλέπομεν τὸν Πρίαμον, ὁ ὁποῖος φιλεῖ τὸ χέρι τοῦ σκληρότερου ἐχθροῦ του, ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐφόνευσε τὰ παιδιά του καὶ ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἐφόνευσε τὸ περισσότερον ἀγαπητόν του παιδί. Ὁ Πρίαμος, ὁ ἀρχαῖος βασιλεὺς τῆς Τροίας, ὁ κύριος τῶν μεγάλων ὑλικῶν ἀγαθῶν, ὁ πατὴρ 50 τέκνων, εἶναι γονατισμένος εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἀχιλλέως, τοῦ μεγαλυτέρου ἥρωος ἐκ τῶν Ἑλλήνων, τοῦ δυστυχεστέρου ἐκ τῶν ἀνθρώπων, τοῦ ἐκδικητοῦ τοῦ Πατρόκλου καὶ φονέως τοῦ Ἕκτορος. Ἡ λευκὴ κεφαλὴ τοῦ γέροντος κύπτει ἐνώπιον τῆς ἀκάμπτου νεότητος τοῦ νικητοῦ. Ὁ Πρίαμος κλαίει τὸν φονευθέντα υἱόν του, τὸν ἰσχυρότερον, τὸν ὡραιότερον, τὸν ἀγαπητότερον ἐκ τῶν 50 υἱῶν του, καὶ φιλεῖ τὸ χέρι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸν ἐφόνευσε. Καὶ σύ, λέγει εἰς τὸν Ἀχιλλέα ὁ Πρίαμος, ἔχεις μακρὰν πατέρα πρεσβύτην, ἀδύνατον καὶ ἀνυπεράσπιστον. Ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης τοῦ πατρός σου, δόσε μου τοὐλάχιστον τὸ πτῶμα τοῦ υἱοῦ μου.

Ὁ Ἀχιλλεύς, ὁ σφαγιαστής, ὁ ἄγριος, ἀπομακρύνει μαλακὰ τὸν ἱκέτην γέροντα καὶ ἀρχίζει νὰ κλαίῃ. Καὶ οἱ δύο ἐχθροί, νικητὴς καὶ νικημένος, ὁ πατήρ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει πλέον παιδιά, καὶ ὁ υἱός, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἴδῃ πλέον τὸν πατέρα του, ὁ γέρων ὁ ἀσπρομάλλης καὶ ὁ νέος μὲ τὰ νεανικὰ μαλλιὰ κλαίουν καὶ οἱ δύο μαζί, ἀδελφοὶ διὰ πρώτην φορὰν μέσα εἰς τὸν πόνον. Οἱ παριστάμενοι παρατηροῦν ἔκπληκτοι καὶ σιωπηλοί!

Καὶ ἡμεῖς σήμερον ἔπειτα ἀπὸ 30 αἰῶνας, μᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συγκινηθῶμεν ἐκ τῶν λυγμῶν των. Ἀλλὰ εἰς τὸ φίλημα τοῦ Πριάμου δὲν ὑπάρχει οὔτε συγγνώμη, οὔτε ἀγάπη. Ὁ Πρίαμος ταπεινώνεται εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἀχιλλέως διὰ νὰ ἐπιτύχῃ μίαν χάριν δύσκολον καὶ ἀσυνήθη. Καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς δὲν κλαίει τὸν Ἕκτορα, οὔτε τὸν Πρίαμον, ἀλλὰ τὸν νεκρὸν φίλον του, τὸν Πάτροκλον. Κλαίει τὸν Πηλέα, τὸν ἐγκαταλελειμμένον εἰς τὴν Φθίαν, τὸν πατέρα του, ποὺ ποτὲ πλέον δὲν θὰ τὸν ξαναΐδῃ, διότι γνωρίζει, ὅτι οἱ ἡμέρες του εἶναι μετρημένες.

Ἑπομένως ἕκαστος ἐκ τῶν δύο κλαίει διὰ τὸν ἑαυτόν του. Τὸ φίλημα τοῦ Πριάμου δὲν εἶναι ἀγάπη, ἀλλὰ σκληρὰ ἀνάγκη. Ὁ Ἀχιλλεὺς ἀποδίδει τὸ πτῶμα τοῦ υἱοῦ εἰς τὸν πατέρα, ἀφοῦ τὸ ἔσυρεν εἰς τὸ χῶμα καὶ διότι ὁ Ζεὺς τὸ διέταξε καὶ ὄχι διότι ἐκόπασεν ὁ θυμός του. Εἰς τὸν εὐγενικώτερον, ἡρωϊκώτερον κόσμον τῆς ἀρχαιότητος δὲν ὑπάρχει θέσις διὰ τὴν ἀγάπην, ἡ ὁποία καταστρέφει τὸ μῖσος, ἀλλὰ καὶ ἀντικαθιστᾷ αὐτό. Δὲν ὑπάρχει ἀγάπη ἰσχυροτέρα τοῦ μίσους. Δὲν ὑπάρχει ἀγάπη φλογερωτέρα, πιὸ ἀδάμαστη, πιὸ πιστὴ ἀπὸ τὸ μῖσος. Ὑπάρχει μόνον λήθη τοῦ κακοῦ, δὲν ὑπάρχει ἀγάπη τοῦ ἐχθροῦ. Δία τὴν ἀγάπην τῶν ἐχθρῶν ἑπομένως μόνον ὁ Χριστὸς ὡμίλησεν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν Του. Εἶναι ἡ ἀγάπη αὕτη τὸ μεγαλεῖον καὶ ὁ μεγαλύτερος νεωτερισμὸς τοῦ Χριστοῦ, τὸ πάντοτε αἰώνιον καὶ νέον μεγαλεῖον Του. Εἶναι νέον καὶ γιὰ μᾶς ἀκόμη, διότι δὲν τὸ ἐφηρμώσαμεν, εἶναι ὅμως αἰώνιον σὰν τὴν Ἀλήθεια.

Εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πηγὴ πάσης μορφώσεως νὰ μὴ εὑρίσκεται ἐκεῖ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν; Εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα, λέγουν οἱ ἀρνηταὶ τοῦ Χριστοῦ, ὑπάρχουν ὅλα. Ἂς ἴδωμεν. Εἰς τὸν Αἴαντα τοῦ Σοφοκλέους ὁ περίφημος Ὀδυσσεὺς συγκινεῖται ἐνώπιόν τοῦ ἐχθροῦ του, διότι οὗτος κατήντησεν εἰς μεγάλην ἀθλιότητα. Ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ Ἑλληνικὴ δηλαδὴ φρόνησις, προσωποποιημένη εἰς τὴν ἱερὰν γλαῦκα (κουκουβάγια), ὑπενθυμίζει εἰς αὐτόν, ὅτι τὸ περισσότερον εὐχάριστον γέλοιο εἶναι νὰ γελᾷ τις διὰ τὴν δυστυχίαν τοῦ ἐχθροῦ του. Ὁ Ὀδυσσεὺς δὲν πείθεται καὶ λέγει: «ἐγὼ τὸν συμπονῶ, μολονότι ὑπῆρξεν ἐχθρός μου, διότι τὸν βλέπω δυστυχισμένον καὶ βλέπων αὐτὸν συλλογίζομαι τὴν ματαιότητα τῶν ἀνθρώπων, ὅτι ὅλοι εἴμεθα φαντάσματα καὶ ἐλαφρὲς σκιές…. Δὲν εἶναι σωσ

τὸ νὰ κάνῃς κακὸ εἰς ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀποθνῄσκει, ἔστω καὶ ἀν σοῦ ἔχῃ κάνει κακό». Ὁ πονηρὸς ἐδῶ Ὀδυσσεὺς δὲν εἶναι τόσον πανοῦργος, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται τὰ αἴτια τῆς ὀλίγης φυσικῆς τρυφερότητός του. Συμπονεῖ τὸν ἐχθρόν του, διότι συλλογίζεται τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν συγχωρεῖ, διότι τὸν βλέπει ἐλεεινὸν καὶ ἑτοιμοθάνατον.

Ἕνας ἄλλος, σοφώτερος ἀπὸ τὸν Ὀδυσσέα, ὁ Σωκράτης, ὡμίλησε διὰ τὸ πρόβλημα τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν. Μὲ ἔκπληξιν ὅμως παρατηροῦμεν, ὅτι διακρίνομεν δύο Σωκράτας μὲ ἀντίθετον γνώμην. Ὁ Σωκράτης, κατὰ τὸν Ξενοφῶντα, δέχεται ῥητῶς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ κακομεταχειριζώμεθα τοὺς ἐχθρούς, καὶ νὰ καλομεταχειριζώμεθα τοὺς φίλους. «Φαίνεται ἄνθρωπος πολὺ ἀξιέπαινος—λέγει εἰς τὸν Χαιρεκράτην— ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προηγεῖται τῶν ἐχθρῶν, κακοποιῶν αὐτούς, καὶ τῶν φίλων εὐεργετῶν τούτους.» Καὶ ἐπι λέξει˙ «Καὶ μὴν πλείστου γὲ δοκεῖ ἀνὴρ ἐπαίνου ἄξιος εἶναι, ὃς ἂν φθάνῃ τοὺς μὲν πολεμίους κακῶς ποιῶν, τοὺς δὲ φίλους εὐεργετῶν» Ξενοφ. Ἀπομνημονεύματα II, 3, § 14. Ἀλλὰ ὁ Σωκράτης τοῦ Πλάτωνος δὲν δέχεται τὴν γνώμην ταύτην. «Εἰς οὐδένα πρέπει,» λέγει εἰς τὸν Κρίτωνα, «νὰ ἀποδίδωμεν ἀδικίαν ἀντὶ ἀδικίας, κακὸν ἀντὶ κακοῦ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ προσβολή, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν». Τὸ ἴδιο βεβαιώνει καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν του ὁ Πλάτων προσθέτων, ὅτι «οἱ κακοὶ μὲ τὴν ἐκδίκησιν δὲν γίνονται καλύτεροι».

Ἐκεῖνο ἑπομένως, τὸ ὁποῖον κυριαρχεῖ εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Σωκράτους, εἶναι ἡ σκέψις τῆς δικαιοσύνης καὶ ὄχι τὸ αἴσθημα τῆς ἀγάπης. Εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ὁ δίκαιος ἄνθρωπος πρέπει νὰ κάμνῃ τὸ κακόν, ὄχι ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν ἐχθρόν, ἀλλὰ ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὸν ἑαυτόν του. Ἕκαστος πρέπει νὰ τιμωρῆται μόνος του, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ τὸν τιμωρήσουν μετὰ τὸν θάνατον του οἱ Κριταὶ τοῦ ᾋδου. Ὁ μαθητὴς τοῦ Πλάτωνος, ὁ Ἀριστοτέλης, θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν παλαιὰν δημώδη ἰδέαν «ὅποιος δὲν ἀνταποδίδει τὰς προσβολάς—λέγει εἰς τὰ Ἠθικὰ Νικομᾶχια—εἶναι δειλὸς καὶ δοῦλος».

6) Ἐν Ῥώμῃ. Οἱ ἀρνηταὶ τοῦ Χριστοῦ εὗρον ἰσότιμον πρὸς τὸν Χριστὸν ἐντός τῆς Ῥώμης τὸν Σενέκαν. Ὁ Σενέκας οὗτος ἦτο ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τὰς συνειδήσεις τῶν ἀρχόντων τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας πρὸς τὸν μετερρυθμισμένον κυνισμόν του. Ἦτο ὁ φιλόσοφος ἀριστοκράτης μὲ τὰς ἀφηρημένας ἐννοίας του χωρὶς καμμιὰ συγκίνησιν εἰς τὰ βάσανα τῶν ταπεινῶν. Ἦτο ὁ πλούσιος, ὁ ὁποῖος διὰ λόγου περιε-φρόνει τὰ πλούτη, ἀλλ’ εἰς τὴν πραγματικότητα ἦτο ζηλότυπος φύλαξ τούτων! Οὗτος ἐκήρυττε τὴν ἰσότητα μεταξὺ ἐλευθέρων καὶ δούλων καὶ ὅμως εἶχεν ἀρκετοὺς δούλους! Οὗτος εἶχε δαιμόνιον ἀνατομικὸν τῶν διαφόρων περιπτώσεων τοῦ κακοῦ, τῶν ἀνησυχιῶν, τῶν πραγματικῶν ἐλαττωμάτων, τῶν ἀβεβαίων ἀρετῶν, ἀλλὰ καὶ ηὐτοκτόνησε! Οὗτος ἔλεγεν, ὅτι ὁ σοφὸς δὲν πρέπει νὰ ἐκδικῆται, ἀλλὰ νὰ λησμονῇ τὴν προσβολήν. Πρέπει νὰ μιμῆται τοὺς θεοὺς κάμνων καλὸν εἰς τοὺς ἀχαρίστους, διότι ὁ ἥλιος φωτίζει τοὺς κακοὺς καὶ ἡ θάλασσα ἀνέχεται τοὺς κουρσάρους. Πρέπει νὰ βοηθῶμεν τὸν ἐχθρὸν μὲ χέρι φιλικό». Ὁ ἠθικὸς Σενέκας ἔγραψε τὰ περισσότερα ἔργα του, μετὰ Χριστόν, διότι ηὐτοκτόνησε κατὰ τὸ 65 μ. Χ. Ἑπομένως πολλὰ λόγια του εἶναι χριστιανικὰ καὶ ὄχι ἰδικά του.

7) Ἐν Παλαιστίνῃ. Ἄλλοι λέγουσιν, ὅτι ἀγάπην ἐχθρῶν εὑρίσκουσιν εἰς τὴν Παλαιὰν Γραφήν, ἡ ὁποία διατάσσει τὸ ἑξῆς: «Ἐὰν συναντήσῃς τὸ βόδι τοῦ ἐχθροῦ σου ἤ τὸν ὄνον του, ὁδήγησέ τα πρὸς τὸν κύριόν των. Ἐὰν ἴδῃς, ὅτι ὁ ὄνος τοῦ ἐχθροῦ σου πίπτει ὑπὸ τὸ φορτίον του, μὴ ἀπομακρύνεσαι, ἀλλὰ δόσε χεῖρα βοηθείας». Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν λέγεται ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ ἀμοιβαιότης, ἀλληλεγγύη διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ὁ ὄνος ἦτο πολύτιμον ζῷον εἰς τοὺς τόπους καὶ εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους. Φίλοι καὶ ἐχθροὶ εἶχον τὸν ὄνον των. Ὁ ὄνος τοῦ ἐχθροῦ σου ἔφυγε σήμερον; Αὔριον δύναται νὰ φύγῃ ὁ ἰδικός σου. Δὸς χεῖρα βοηθείας σὺ σήμερον, ἵνα λάβῃς τοιαύτην ἀπὸ τὸν ἐχθρόν σου αὔριον.

Οἱ ψαλμοὶ βρίθουσιν ἀπειλῶν καὶ κατάρων κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Εἰς ἕνα κόσμον οὕτω κατεσκευασμένον ἦτο δίκαιον νὰ ἀπορῶμεν, διατὶ ὁ Σαοὺλ ἐκπλήσσεται, διότι δὲν ἐφονεύθη ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ του Δαυΐδ. Μόνον εἰς τὰς παροιμίας, αἵτινες ἐγράφησαν βραδύτερον, συναντῶμεν ἀποφθέγματα ὅμοια πρὸς τὰ τοῦ Χριστοῦ: «Μὴ εἴπῃς, ἐκδικήσω τὸν ἐχθρόν μου. Ἀνάμεινον τὸν Κύριον καὶ σωθήσῃ». Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐνταῦθα περιμένει ὁ ἐχθρὸς τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐχθροῦ του δι’ ἰσχυροτέρων χειρῶν, τοῦ Θεοῦ. Μόνον εἰς τὸν ἀνώνυμον ἠθικολόγον ἐκεῖνον (τὴν Σοφίαν Σολομῶντος) ὑπάρχει τό: «ἐὰν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν». Αὐτὴ εἶναι μία πρόοδος, διότι ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ ὄνου τοῦ ἐχθροῦ φθάνει εἰς αὐτὸν τὸν ἐχθρόν. Ἀλλὰ ἐκ τοῦ δειλοῦ τούτου ἀποφθέγματος, κεκρυμμένου εἰς μίαν γωνίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ ὁδηγηθῇ πρὸς τὰ θαύματα τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου.

Ἄλλοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁ ῥαββῖνος. ὁ μεγάλος Χιλέλ, ὁ διδάσκαλος τοῦ Γαμαλιήλ, αὐτὸς ὁ περίφημος Φαρισαῖος, ὁ ὁποῖος ἔζη ὀλίγον πρὸ τοῦ Χριστοῦ, ἐδίδασκε τὰ ἴδια πράγματα, ποὺ ἐδίδαξεν ἔπειτα ὁ Χριστός. Ἔλεγε: «Μὴ κάμῃς εἰς τοὺς ἄλλους ἐκεῖνο, ποὺ δὲν θέλεις νὰ κάμουν εἰς σὲ οἱ ἄλλοι. Αὐτὸς εἶναι ὅλος ὁ νόμος, τὰ ἄλλα δὲν εἶναι παρὰ σχόλια τοῦ νόμου». Πόσον μακρυὰ ὅμως εἶναι ἀπὸ τὰ λόγια του Χριστοῦ! Ὁ Χιλὲλ λέγει «μὴ κάμῃς», δὲν λέγει «κάμε» καλὸ εἰς ὅποιον σοῦ κάνει κακό, Τὸ «μὴ κάμῃς» εἶναι ἄρνησις, δὲν εἶναι θέσις,εἶναι μία χλιαρὴ ἀπαγόρευσις νὰ μὴ βλάψωμεν, ὄχι ὅμως καὶ μία ἀπόλυτη ἐντολὴ νὰ ἀγαπήσωμεν.

Πλὴν αὐτοῦ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Χιλὲλ εἶναι οἱ Ταλμουδισταί, οἱ ὁποῖοι ἔχωσαν τὸν νόμον εἰς τὸ πέλαγος τῶν περιπτωσιολογιῶν καὶ τῆς δικολαβίας. Οἱ ἀπόγονοι ὅμως τοῦ Χριστοῦ, οἱ μάρτυρες, ηὔχοντο ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐφόνευον. Καὶ ὁ Φίλων, ὁ Ἀλεξανδρινὸς Ἑβραῖος, μεταφυσικὸς πλατωνικός, 20 χρόνια μεγαλύτερος τοῦ Χριστοῦ, ἄφισεν ἕνα μικρὸ σύγγραμμα περὶ ἀγάπης τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ὁ Φίλων μὲ ὅλην τὴν ἐξυπνάδα του καὶ ὅλους τούς μυστικοὺς καὶ μεσσιανικοὺς ὑπολογισμοὺς του εἶναι, ὅπως καὶ ὁ Χιλέλ, θεωρητικός, ἄνθρωπος τοῦ βιβλίου, τῶν συστημάτων, τῶν ἀφηρημένων ἐννοιῶν, τῶν ταξινομήσεων. Ἡ στρατηγικὴ διαλεκτική του κινεῖ χιλιάδας λέξεων εἰς παράταξιν, δὲν δύναται ὅμως νὰ εὕρῃ τὴν λέξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐξαλείφει εἰς μίαν στιγμὴν τὸ παρελθόν, τὴν λέξιν ἡ ὁποία ἑνώνει τὰς καρδίας. Ὡμίλησε διὰ τὴν ἀγάπην περισσότερον ἀπὸ τὸν Χριστόν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ, οὔτε ἠδυνήθη νὰ ἀντιληφθῇ περὶ τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Χριστὸς πρὸς τοὺς ἁπλοϊκοὺς ἀμαθεῖς μαθητάς του εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν.

Ἐὰν θελήσωμεν δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ χαρακτηρίσωμεν τὸν προχριστιανικὸν κόσμον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἴδωμεν, ὅτι οὗτος ἀρχίζων ἀπὸ τὴν ἀδικίαν εἶχε ἰδανικὸν τὴν δικαιοσύνην, ἐνῷ ὁ Χριστὸς ἀρχίζων ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην ἔχει ἰδανικὸν τὴν θυσίαν.

Γενικὴ παρατήρησις: Ὁ στωϊκός, ὁ Φαρισαῖος, ὁ ὑπερήφανος φιλόσοφος ἐκ τῆς σοφίας του, ὁ δίκαιος ἱκανοποιημένος ἐκ τῆς δικαιοσύνης του δύνανται νὰ περιφρονῶσι τὰς προσβολάς τῶν μικρῶν, τὰ δαγκώματα τῶν ἐχθρῶν δύνανται καὶ καταδέχονται, διὰ νὰ φαίνωνται μεγαλόκαρδοι καὶ διὰ νὰ κερδίσωσι τὸν θαυμασμὸν τῶν λαῶν, νὰ ρίπτωσιν ἕνα τεμάχιον ἄρτου εἰς τὸν πεινασμένον ἐχθρὸν των ταπεινώνοντες οὕτω αὐτὸν σκληρότερον ἐκ τοῦ ὕψους τῆς δῆθεν τελειότητός των, ἐν τῇ στωικῇ ἀπαθείᾳ, μὲ τὴν Φαρισαϊκὴν ὑποκρισίαν, μὲ τὸν φιλοσοφικὸν ἐγωϊσμὸν καὶ μὲ τὸ αὐτάρεσκον αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ ὁ ἄρτος οὗτος εἶναι ζυμωμένος καὶ ψημένος μὲ τὴν ζύμην τῆς ματαιότητος καὶ τὸ φιλικὸν αὐτὸ χέρι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δέσῃ μιά πληγή, νὰ σπογγίσῃ ἕνα δάκρυ.

Θέμα: β) Ἡ Χριστιανικὴ ἀγάπη.

Εἴδομεν τὴν προχριστιανικὴν ἀγάπην. Ἂς ἴδωμεν καὶ τὴν χριστιανικὴν ἀγάπην. Ὁ νόμος οὗτος τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν τοῦ Κυρίου δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς 3 μέρη. 1) Εἰς τὴν ἐντολήν, 2) Εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς καὶ 3) εἰς τὴν ἀμοιβήν.

1) Ἡ ἐντολή. «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». Ἐν πρώτοις. Περὶ ποίων ἐχθρῶν πρόκειται; Συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος; Ὁ Κύριος, ὅπως καταργῶν τὸν φόνον ἐκτύπησε τὴν ῥίζαν τούτου τὴν ὀργήν, ὅπως καταργῶν τὴν σαρκικὴν ἁμαρτίαν ἐκτύπησε τὴν ῥίζαν ταύτης, τὸν πονηρὸν ὀφθαλμόν, ὅπως καταργῶν τὴν ἐπιορκίαν καὶ τὴν ψευδορκίαν ἐκτύπησε τὴν ῥίζαν τούτων τὸν ὅρκον, κατὰ παρόμοιον τρόπον κτυπᾷ καὶ ἐνταῦθα τὴν ῥίζαν πάσης ἐχθρότητος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ προσωπικὴ ἔχθρα. Ἑπομένως ἐχθροὶ ἐνταῦθα εἶναι οἱ προσωπικοί μας ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔβλαψαν διὰ λόγου καὶ δι’ ἔργου οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτοι. Ἂς κανονίσωμεν ἡμεῖς τὴν προσωπικήν μας ἔχθραν συγχωροῦντες τοὺς ἐχθρούς μας καὶ ἂς ἀφίσωμεν τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐξεγείρεται μέσα μας ἐναντίον των καὶ τὸ ὁποῖον πολλάκις συγχέεται μὲ τὸν ἐγωϊσμόν μας νὰ τὸ κανονίσῃ ὁ Θεὸς ἤ ἡ πολιτεία.

Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα. Διατὶ πρέπει νὰ συγχωρήσω τοὺς ἐχθρούς μου; Εἶναι τοῦτο λογικόν; Ἀπαντῶ: Ὁ μὴ συγχωρῶν τοὺς ἐχθρούς του ἔχει τρία μεγάλα κακά. Πρῶτον εἶναι παράλογος, δεύτερον εἶναι δυστυχὴς καὶ τρίτον εἶναι ὁ πλέον ἄσπλαγχνος. Μάλιστα !

Πρῶτον. Εἶναι παράλογος, διότι μὲ ποῖον δικαίωμα μισεῖ τὶς τὸν ἐχθρόν του, ἀφ’ οὗ πίπτει εἰς τὸ ἴδιον σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον μισεῖ τὸν ἐχθρόν του δηλαδὴ εἰς τὸ μῖσος; Ἔπειτα μὲ ποῖον δικαίωμα μισοῦμεν τὸν ἐχθρόν μας διὰ τινα ἁμαρτίαν του, ἀφ’ οὗ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἁμαρτωλοί; Μήπως μισοῦμεν, ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα εἰς αὐτὴν τὴν ἁμαρτίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐκεῖνος; Εἴμεθα ὅμως εἰς ἄλλην. Μήπως δύναται ὁ χωλὸς κατὰ τὸν δεξιὸν πόδα νὰ ὑβρίσῃ ὡς χωλὸν ἕτερον χωλὸν κατὰ τὸν ἀριστερὸν πόδα; Ἀσφαλῶς ὄχι! Μὲ ποῖον λοιπὸν δικαίωμα μισοῦμεν τὸν ἐχθρόν μας, ὅταν σχεδὸν πάντοτε εἴμεθα ὑπεύθυνοι τοῦ μίσους του μὲ τὴν τερατώδη ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας;

Δεύτερον. Ὁ μισῶν εἶναι δυστυχής. Καὶ πράγματι! ὁ μισῶν εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ὑποφέρει, διότι τὸ μῖσος εἶναι ἡ χειροτέρα πληγή. Ἐκτὸς τούτου ὁ μισῶν εἶναι δυστυχής, διότι παραγνωρίζει τὴν ὠφέλειαν, τήν ὁποίαν τοῦ προσφέρει ὁ ἐχθρός του. Ὁ ἐχθρὸς εἶναι σωτήρ μας. Αὐτὸς μόνον βλέπει καὶ λέγει τὰς ἐλλείψεις μας χωρὶς προσποίησιν καὶ ὑποκρισίαν. Δυνατὸν νὰ βλέπῃ περισσοτέρας ἐλλείψεις, τῶν ὅσων ἔχομεν. Κακὸν ὅμως θὰ ἦτο, ἐὰν ἔβλεπε καὶ ἔλεγεν ὀλιγωτέρας. Ὁ φίλος οὔτε βλέπει πάντοτε οὔτε λέγει μετὰ τόσης ἐλευθεροστομίας τὰς ἐλλείψεις μας. Ἑπομένως ὁ ἐχθρός μας διὰ τῆς ὠμότητός του λέγει εἰς ἡμᾶς τὴν πραγματικήν μας κατάστασιν καὶ ξυπνᾷ τὴν συνείδησιν τῆς ἠθικῆς μας πτωχείας. Μᾶς ὠφελεῖ οὗτος, διότι δὶ’ αὐτοῦ θὰ δοκιμασθῶσιν αἱ ἀρεταί τῆς ὑπομονῆς, ἀνεξικακίας, πραότητος ἀγάπης κλπ., τὸ δὲ ξύπνημα τῆς συνειδήσεως τῆς ἠθικῆς μας πτωχείας, ὡς ἔχον ὑλικὸν τὴν ταπείνωσιν εἶναι ἡ ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς καινούργιας μας ζωῆς. Ὅλων αὐτῶν αἰτία εἶναι ὁ ἐχθρός μας μὲ τὴν ὠμήν του γλῶσσαν.

Ἐνώπιον ὅλων αὐτῶν τῶν εὐεργεσιῶν, τὰς ὁποίας μᾶς δίδει ὁ ἐχθρός μας καὶ τοῦ παραλογισμοῦ τοῦ μίσους μας πρὸς αὐτόν, θὰ ὠφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσυνην μας πρὸς αὐτόν. Ἀλλὰ διὰ τίνος τρόπου; Διά τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ μόνος τρόπος διὰ νὰ θεραπεύσῃς τὴν πληγὴν τοῦ μίσους του καὶ νὰ ἐκφράσῃς πρὸς τὸν ἐχθρόν σου τὴν εὐγνωμοσυνήν σου. Καὶ πράγματι! Ὁ ἐχθρός μας ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀγάπης καὶ μάλιστα τῆς ἰδικῆς μᾶς ἀγάπης. Ὁ φίλος μας, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀγαπᾷ, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀγάπης μας, διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν πληγὴν μίσους. Ἀλλὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μᾶς μισεῖ, ἀναδίδει ἐκ τῆς ψυχῆς του τὴν πικρίαν τοῦ πόνου του. Μισεῖ, διότι ὑποφέρει καὶ κατὰ τι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπεύθυνοι τῆς συμφορᾶς του ταύτης. Ἀλλὰ καὶ ἂν μέσα εἰς τὴν ἀλαζονικήν σου πεποίθησιν, ὅτι εἶσαι ἀθῶος, τὸν ἀποστρέφεσαι, ἔχε ὑπ’ ὄψιν σου, ὅτι καθῆκον σου εἶναι νὰ γλυκάνῃς τὸν πόνον τοῦ ἐχθροῦ σου μὲ τὴν ἀγάπην σου, νὰ τοῦ ἐλαφρύνῃς τὸ κακόν του, νὰ ἠρεμήσῃς τὸν ἴδιον, νὰ τὸν κάμῃς καλλίτερον, νὰ τὸν φέρῃς εἰς τὴν μακαριότητα τῆς ἀγάπης. Ἀγαπῶν τὸν ἐχθρόν σου θὰ τὸν γνωρίσῃς καλλίτερα καὶ γνωρίζων αὐτὸν καλλίτερα, θὰ τὸν ἀγαπήσῃς περισσότερον. Ἀγαπῶν τὸν ἐχθρόν σου καθαρίζεις τὸ πνεῦμα σου, ὑψώνεις καὶ τὸ πνεῦμα ἐκείνου. Ἑπομένως ἐκ τοῦ μίσους τοῦ ἐχθροῦ σου πρὸς σέ, τὸ ὁποῖον διαιρεῖ, δύναται νὰ γεννηθῇ μεγάλο φῶς !

2) Τρόπος ἐφαρμογῆς ἐντολῆς. Ὁ τρόπος οὗτος εἶναι τριπλοῦς, α΄ «Εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς» λέγει ὁ Κύριος ἤτοι πρέπει νὰ λέγωμεν λόγια καλὰ δὶ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑβρίζουν. Αὐτὸ δὲν θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ δεχώμεθα ὡς ἀληθεῖς τὰς ψευδεῖς αὐτῶν ὕβρεις, ἀλλὰ νὰ εὑρίσκωμεν ἄλλας πλευράς τοῦ ὑβρίζοντος ἡμᾶς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀξιέπαινοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ἕνας, ἐπειδὴ εἶναι ἐχθρός μας, στερεῖται παντελῶς χαρισμάτων. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐπαινέσωμεν τὴν εὐφυΐαν του, τὴν ἠθικήν του ἤ ἄλλην τινὰ ἀρετήν, τὴν ὁποίαν ἔχει. β΄) «Καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς». Ἤτοι δὲν πρέπει μόνον διὰ λόγων νὰ ἐπαινῶμεν τοὺς ἐχθρούς μας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἔργων. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει ῥητῶς τὸ ἑξῆς: «Ἐὰν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ πότιζε αὐτόν˙ ταῦτα ποιῶν ἄνθρακας πυρὸς σωρεύεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ». Οἱ ἄνθρακες πυρὸς εἶναι οἱ ἔλεγχοι τῆς συνειδήσεως καὶ ἡ ἐντροπή, τὰ ὁποῖα θὰ γεννηθῶσιν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀγαπωμένου ἐχθροῦ σου. Ἑπομένως, ὅταν ὁ ἐχθρός σου πέσῃ εἰς τὰ χέρια σου, φρόντισε νὰ τὸν περιποιηθῇς μὲ τὴν ἀγάπην σου.

Ἀλλὰ ἐὰν δὲν δύνασαι οὔτε διὰ λόγων, οὔτε δὶ’ ἔργων νὰ ἐκδήλωσῃς τὴν ἀγάπην σου πρὸς τὸν ἐχθρόν σου, δύνασαι νὰ καταφεύγῃς εἰς τὴν προσευχήν. Διά τοῦτο ὁ Κύριος προσθέτει˙ «Προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς, καὶ διωκόντων ὑμᾶς». Οἱ «ἐπηρεάζοντες» εἶναι οἱ ἐκ συμπτώσεως καὶ ἐκτάκτως ἐνεργοῦντες ἐχθρικῶς, ἐν ᾧ οἱ «διώκοντες» εἶναι οἱ τακτικῶς καὶ συστηματικῶς ἐχθρευόμενοι ἡμᾶς. Ἑπομένως ἰδοὺ ὁ τριπλοῦς τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν μας, διὰ λόγου, δι’ ἔργου, καὶ διὰ προσευχῆς.

3) Ἀμοιβή. Ποία ἡ ἀμοιβή; Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀνακράζει. Ἀμοιβὴ εἶναι «ὁ πάντων φρικωδέστερον, τὸ γενέσθαι ὁμοίους τῷ Θεῷ». Μάλιστα. Διά τοὺς ἐλεήμονας ὁ Κύριος ὑπεσχέθη ὡς ἀμοιβὴν ὅτι «ἐλεηθήσονται», διὰ τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ ὑπεσχέθη ὡς ἀμοιβὴν ὅτι «τὸν Θεὸν ὄψονται», διὰ τοὺς πενθοῦντας ὅτι «παρακληθήσονται», διὰ τοὺς διωκόμενους ἀδίκως, ὅτι ὁ μισθὸς αὐτῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς», διὰ τοὺς ἀγαπῶντας ὅμως τοὺς ἐχθροὺς των ὑπεσχέθη ὡς ἀμοιβὴν τὸ «γενέσθαι ὁμοίους τῷ Θεῷ» ! Ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς δέλεαρ εἰς τοὺς πρωτοπλάστους, ὅτι θὰ γίνωσιν ὅμοιοι μὲ τὸν Θεόν, ἐὰν παραβῶσι τὴν ἐντολήν του, δίδεται ἐνταῦθα ὡς ἀμοιβὴ διὰ τοὺς ἀγαπῶντας τοὺς ἐχθροὺς των. Πρὸς περισσότερον τονισμὸν τῆς ἀμοιβῆς ταύτης ὁ Κύριος φέρει ὡς παράδειγμα τὸν Πατέρα Του, ὁ ὁποῖος «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» ἤτοι ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. Ἀλλὰ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τονίζοντες τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς τὸ «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν Αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον». (1) Καὶ τὸ «συνίστησι τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν». (2)

Θαυμάσια παραδείγματα ἐφαρμογῆς τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν εἶναι αἱ προσευχαὶ μαρτύρων τῆς πίστεως ὑπὲρ τῶν διωκτῶν των. Ἕν ἐκ τῶν πολλῶν ἀναφέρει ὁ Σατωμβριάν εἰς τοὺς μάρτυράς του, τὸ ἑξῆς: Κατὰ τοὺς καιροὺς τῶν διωγμῶν εἰς Λακεδαίμονα συνελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ ἀπίστου ἄρχοντος κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ καὶ ἐφυλακίσθησαν, ἵνα τὴν ἑπομένην ἡμέραν φονευθῶσιν. Οἱ φυλακισμένοι μάρτυρες πρὶν ἐκτελεσθῶσιν ἐπιθυμοῦσι νὰ κοινωνήσωσι τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, καὶ νὰ προσευχηθῶσιν ὑπὲρ τῶν διωκτῶν των. Ἁγία Τράπεζα ὅμως δὲν ὑπῆρχεν. Ἐξαπλώνεται κατὰ γῆς ὁ γέρων φυλακισμένος Ἐπίσκοπος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τελοῦσι τὴν λειτουργίαν οἱ παριστάμενοι ἱερεῖς καὶ διάκονοι. Κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν ἐτελεῖτο ἡ κατανυκτικὴ ἐκείνη λειτουργία, πρὶν κοινωνήσουν, ὁ ἐν φυλακῇ κλῆρος καὶ λαὸς προσεύχονται ὑπὲρ τῶν ἀρχόντων καὶ διωκτῶν των. Κατόπιν ἐκοινώνησαν καὶ τὴν ἑπομένην ἐμαρτύρησαν. Πόσον συγκινητικὴ ἡ ἀγάπη αὕτη τῶν ἐχθρῶν! Συμπεράσματα. Ἰδοὺ ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης τῶν ἐχθρῶν, τὸ βάθος τῆς ἐντολῆς ταύτης, ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς της καὶ ἡ ὑψίστη ἀμοιβή τ

ης. Ἀγαπῶμεν καὶ ἡμεῖς τοὺς ἐχθρούς μας; Ἀλλοίμονον! Ὄχι μόνον τοὺς ἐχθρούς μας δὲν ἀγαπῶμεν, ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς φίλους μας, οὐδὲ τοὺς γονεῖς μας. Μία παρατήρησις, μία σοβαρὰ στάσις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μᾶς εὐηργέτησαν οὐδόλως εἶναι ἀνεκτή. Εἴμεθα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει χειρότεροι τῶν τελωνῶν, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Κυρίου, «ἀγαπῶσι τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς καὶ ἀσπάζονται» χαιρετίζουν «τοὺς ἀσπαζομένους» τοὺς χαιρετίζοντας «αὐτούς». Ἀλλὰ τότε ἡ ἀγάπη αὕτη δὲν εἶναι χριστιανικὴ καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει. Ἂς ἀγαπήσωμεν λοιπὸν τοὺς ἐχθρούς μας, ἵνα γίνωμεν ὅμοιοι μὲ τὸν Θεόν μας. Γένοιτο!

1) Ἰωάν. Γ . 16.

2) Ρώμ. Ε . 8.