1.

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἕνα θαῦμα μᾶς παρουσιάζει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ. Στὴ λίμνη τῆς Γενησσαρὲτ ὁ Χριστὸς προσκαλεῖ τοὺς ἁπλοϊκοὺς ψαράδες στὸ ὑψηλὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα. Κάνει ἕνα θαῦμα χωρὶς νὰ τὸ περιμένουν καί ἔτσι πιάνουν στὰ δίχτυα τους «πλῆθος ἰχθύων πολὺ» τόσο πολὺ ὥστε τοὺς κυρίευσε θαυμασμὸς καὶ φόβος «θάμβος περιέσχε ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων». Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀτμόσφαιρα ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἀπευθύνεται ἐπιβλητικὸς πρὸς τὸν Πέτρο. «Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσει ζωγρῶν» Μὴ φοβᾶσαι· ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς δὲν θὰ ψαρεύεις ψάρια ἀλλὰ θὰ κερδίζεις ἀνθρώπους γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. M’αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς ἀνοίγει σήμερα στὸ βαθύτερο πνευματικὸ μήνυμα αὐτοῦ τοῦ θαύματος ποὺ ἀσφαλῶς δὲν ἔγινε γιὰ νὰ προκαλέσει κατάπληξη, ἀπορία καὶ θαυμασμὸ ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς φανερώσει τὴν δύναμη καὶ τὴν σοφία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων.

Τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ποὺ διέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ κηρύττει μέχρι σήμερα ἡ Ἐκκλησία στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης δὲν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινο ἀλλὰ θεϊκὸ στὸ ὁποῖο κάθε «κεκλημένος» Ἀπόστολος, ὁμολογητής, εὐαγγελιστής, κήρυκας, ἱεραπόστολος καὶ ἁπλὸς πιστὸς εἶναι «μέσο» τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἕνα ὄργανο τῆς Θείας Πρόνοιας μέσα στὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Γι’ αὐτὸ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ «μυστηριωδῶς καὶ πολυτρόπως» ἑλκύει τοὺς ἀνθρώπους καὶ καρποφορεῖ μυστικὰ στὶς ψυχές τους.

Ὅλοι πρέπει νὰ ἔχουμε βαθιὰ συνείδηση ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι «ὁ ἐν ἠμῖν ἐνεργῶν» μέσα ἀπὸ τὴν δική μας ἀνθρώπινη ἀδυναμία τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων μας. Ἄλλωστε καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέει «τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἶνα κατασχύνει τὰ ἰσχυρὰ» φανερώνοντας μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὅτι, μέσα ἀπὸ τὴν δική μας ἀδυναμία καὶ μικρότητα τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ εἶναι σταθερὰ δεδομένα. Αὐτὴ ἡ δύναμη ἔκανε τοὺς ψαράδες νὰ ἀφήσουν τὰ πάντα καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸ Χριστό.«Αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμο ἡ πἰστις ἡμῶν».

Σήμερα γινόμαστε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ μάρτυρες τῆς συγκλονιστικῆς αὐτῆς ἀλήθειας. Λαοὶ καὶ πολιτισμοὶ ἦρθαν καὶ πέρασαν. Πολιτικές ἰδεολογίες καὶ οἰκονομικοκοινωνικὰ συστήματα κατέρρευσαν σὰν χάρτινοι πύργοι. Ἰσχυροὶ τῆς γῆς καὶ κράτη ἔσβησαν καὶ ἐξαφανίσθηκαν ἀπὸ τὸν παγκόσμιο χάρτη, ἐνῷ ἐκεῖνο ποὺ παραμένει δύο χιλιάδες χρόνια τώρα εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ γιατί «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Μέσα στὰ σκοτάδια, τὴν ἀκαταστασία καὶ τὴν χαώδη σύγχυση τῶν ταραγμένων καιρῶν μας, ἡ Ἐκκλησία ὡς μυστήριο τῆς σωτηρίας μας, δηλαδή τῆς παρουσίας καὶ τῆς ἐνέργειας τοῦ Χριστοῦ μαζί μας μέσα στοὺς αἰῶνες, ποτισμένη μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων καὶ διακηρυγμένη μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων θὰ εἶναι πάντοτε ἀπόδειξη τῆς σοφίας καὶ τῆς δύναμης τοῦ Θεοῦ, καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μιὰ ἀλήθεια τὴν ὁποία δυστυχῶς οἱ ἄδιάφοροι ἀγνοοῦν, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς πολλὲς φορὲς ξεχνᾶμε, ὅταν κάθε φορά ἀπὸ ὀλιγοπιστία καὶ φόβο ἀγωνιζόμαστε καὶ ἀγωνιοῦμε μήπως χαθεῖ ἡ Ἐκκλησία. Μήπως διαλυθεῖ εἴτε ἀπὸ τὰ σφάλματα καὶ τὶς παραλείψεις μας εἴτε ἀπὸ τὶς ὀργανωμένες ἐπιθέσεις ἐναντίον Της ἀπὸ τὶς ἀντίθετες δυνάμεις τοῦ «σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου».

Ὁ ὁλονύκτιος καὶ ἐξαντλητικὸς ἀλλὰ δυστυχῶς μάταιος καὶ ἄκαρπος ἀγῶνας τῶν ψαράδων τῆς λίμνης τῆς Γεννησαρὲτ ἀποκαλύπτει τὴν κραυγαλέα ἀδυναμία νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος αὐτὸς μόνος του, στηριζόμενος στὰ δικὰ του ἀνθρώπινα μέσα. Ἀλλὰ καὶ ἡ προτίμηση τοῦ Χριστοῦ στοὺς ἁλιεῖς δηλαδὴ σὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους νὰ συνεργασθεῖ μαζί τους σ ἕνα τέτοιο ἱερὸ ἔργο ἀποδεικνύει τὴν δύναμη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ χρεωθοῦν τὸ μέγεθος τοῦ ἔργου ποὺ ἔγινε καθὼς οἱ ἴδιοι δὲν μετροῦσαν κοινωνικά.

Μόνο μὲ τὴν θαυμαστὴ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία καὶ τὴν προσωπική μας ζωὴ μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ μεταμορφωθεῖ ὁ κόσμος, μιὰ πραγματικότητα ποὺ ζοῦμε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας γιατί μακριὰ καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν χαρισματικὸ χῶρο της κάθε ἐλπίδα γιὰ ἀληθινὴ ἀλλαγὴ καὶ εὐτυχία παραμένει μιὰ οὐτοπία καὶ ἀπάτη. «Ἀπὸ τοῦ νῦν ἔση ζωγρῶν» εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἐπιτυχία τῆς ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καρπὸς τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ καλεῖ ὅλους ἐμᾶς γιὰ νὰ μᾶς κάνει Σῶμα Χριστοῦ και κληρονόμους τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.

2.

Τὸ θεῖο προσκλητήριο

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Οἱ εὐαγγελικὲς περικοπὲς ποὺ ὅρισε ἡ Ἐκκλησία μας νὰ διαβάζονται στὴ θεία Λειτουργία ἀπὸ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴ δεύτερη Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μέχρι τὰ Χριστούγεννα, εἶναι παρμένες ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ. Ἡ πρώτη αὐτῆς τῆς σειρᾶς περιέχει τὴν κλήση τῶν πρώτων τεσσάρων μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ στὸ ἀποστολικὸ ἔργο, τοῦ Πέτρου, Ἀνδρέα, Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ διηγοῦνται ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές. Ὁ Λουκᾶς ἀφηγεῖται συγχρόνως καὶ τὸ ἐκπληκτικὸ ψάρεμα ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς παραπάνω μαθητὲς κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Ἰησοῦ, ψάρεμα τὸ ὁποῖο προκάλεσε «θάμβος» στὸν Πέτρο καὶ τοὺς συντρόφους του καὶ τὸν ὁδήγησε στὴν παράκληση – ὁμολογία: «Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμι, Κύριε».

Ἐὰν διηγοῦνται οἱ ἱεροὶ εὐαγγελιστὲς τὸ προσκλητήριο ποὺ ἀπηύθυνε ὁ Χριστὸς στοὺς τέσσερις ψαράδες νὰ γίνουν μαθητές του, δὲν εἶναι γιατί ἐνδιαφέρονται νὰ μᾶς περιγράψουν σὰν ἱστορικοὶ τὸ ξεκίνημα τοῦ Μεσσία στὸ ἐπὶ γῆς ἔργο του καὶ τὴ στρατολόγηση τῶν συνεργατῶν του – ἀλλὰ γιατί στὸν τρόπο ποὺ δέχτηκαν οἱ τέσσερις ψαράδες τὴν πρόσκληση καὶ ἀνταποκρίθηκαν ἀμέσως σ’ αὐτὴν βλέπουν τὸ τυπικὸ παράδειγμα καὶ πρότυπο γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ δέχεται ὁ ἄνθρωπος τὸ θεῖο κάλεσμα. Μὲ αὐτὸ τὸ πρίσμα βλέποντας τὴ διήγησή μας μποροῦμε νὰ σταματήσουμε στὰ ἀκόλουθα σημεῖα.

Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νὰ προσέξουμε ὅτι τὸ προσκλητήριο ἀπευθύνεται στοὺς τέσσερις ὑποψηφίους ἀποστόλους τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ αὐτοὶ βρίσκονταν στὶς ἐργασίες τους. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σκέψη ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωὴ γιὰ νὰ τὸν συναντήσει ὁ Θεός. Τέτοια φυγὴ διδάσκουν ὁρισμένα φιλοσοφικὰ συστήματα ποὺ εἶναι διαποτισμένα μὲ τὴν ἀντίληψη ὅτι ὁ κόσμος καὶ ἡ ὕλη εἶναι ἐκ φύσεως κακὰ στοιχεῖα καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ βρεῖ τὴ σωτηρία του πρέπει νὰ φύγει μακριὰ ἀπ’ αὐτά. Κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, ὁ κόσμος παρ’ ὅλη τὴ φθορὰ καὶ τὴν πτώση του στὸ κακὸ καὶ στὴν ἁμαρτία εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ· κι ὁ Θεὸς μὲ δική του πρωτοβουλία συναντᾶ τὸν ἄνθρωπο μέσα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, μέσα στὴν κοινωνία, μέσα στὴν ἐργασία γιὰ νὰ τοῦ προσφέρει τὴ σωτηρία.

Τὸ προσκλητήριο γιὰ ἄλλους ἤδη σήμανε, γιὰ ἄλλους θὰ σημάνει ὁπωσδήποτε κάποτε: Θὰ εἶναι ἕνα συναρπαστικὸ κήρυγμα; Θὰ εἶναι ἕνα συγκλονιστικὸ βίωμα; Θὰ εἶναι μία ξαφνικὴ ἀφύπνιση ἀπὸ τὸ λήθαργο τῆς ἀδιαφορίας; Θὰ εἶναι ἡ πρόσκληση τοῦ ἱερέα; Θὰ εἶναι κάτι ἄλλο; Ὁ Θεὸς γνωρίζει πολλοὺς τρόπους γιὰ νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ πλάσμα του καὶ νὰ τὸ σώζει. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος νὰ βρεῖ τὸν Θεό, ἀλλὰ εἶναι ἡ φανέρωση τῶν ἐνεργειῶν ποὺ κάνει ὁ Θεὸς μέσα στὴν ἱστορία γιὰ νὰ συναντήσει καὶ νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ ἡ σπουδαιότερη τῶν ὁποίων εἶναι ἡ σάρκωση, ἡ σταύρωση καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ἕνα δεύτερο σημεῖο ποὺ θέλει νὰ τονίσει ἡ διήγηση εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ προθυμία ὑπακοῆς στὰ λόγια του. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ προθυμίας τῶν τεσσάρων προσώπων τῆς διηγήσεώς μας ὑπῆρξε ἡ θαυματουργικὴ ἁλιεία. Τὸ θαῦμα βέβαια αὐτὸ δὲν τὸ κάνει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους στὴ λίμνη Γεννησαρέτ, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξει προκαταβολικὰ πόσους καρποὺς θὰ ἀποφέρει ἡ ὑπακοή τους στὸ πρόσταγμά του καὶ ἡ ὁλοπρόθυμη ἀφοσίωσή τους σ’ αὐτό. Πραγματικά, ἡ ἁλιεία τῆς οἰκουμένης ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἀργότερα δὲν ὑπῆρξε λιγότερο ἐκπληκτικὴ καὶ θαυματουργική. Γιατί δὲν κοπίασαν μόνοι τους ἀλλὰ μὲ συμπαραστάτη τὸν Χριστὸ καὶ καθοδηγητὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἕνα τρίτο σημεῖο ποὺ δὲν πρέπει νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς μας εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ Πέτρου ὅτι εἶναι «ἀνὴρ ἁμαρτωλός». Τὸ θάμβος τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ θαύματός του τὸν ὁδηγεῖ στὴ συναίσθηση τῆς μηδαμινότητας καὶ τῆς γύμνιας του. Νὰ τὸ πρῶτο βῆμα γι’ νὰ συναντήσει κανεὶς τὸν Θεό. Ἡ ὑψηλὴ ἰδέα ποὺ ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἡ οἴηση, δημιουργεῖ ἕνα τεῖχος ποὺ ἐμποδίζει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀγγίσει. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας κάνει πιὸ ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη τῆς παρουσίας καὶ ἐνέργειας τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ.

Ἕνα μήνυμα ἀφυπνίσεως μᾶς ἀπευθύνει ἡ σημερινὴ διήγηση. Νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας, νὰ δεχτοῦμε μὲ ἐμπιστοσύνη τὸ θεῖο κάλεσμα, νὰ ἀκολουθήσουμε ἀμέσως τὸν Χριστό, ὁπουδήποτε κι ἂν βρισκόμαστε, μέσα στὴ ζωή, μέσα στὴν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἐργασίας μας. Καὶ τὸ θαῦμα θὰ ἀκολουθήσει ἀμέσως· ἂς μὴν περιμένουμε νὰ προηγηθεῖ γιὰ νὰ πεισθοῦμε.

3.

Ἡ ἁλίευση τῶν ψυχῶν

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Κάποιοι ψαράδες χρειάστηκε κάποτε νὰ μεταφέρουν τὸν ἅγιο Διονύσιο μαζὶ μὲ ἄλλους κληρικοὺς σὲ νησάκι ποὺ βρίσκεται βόρεια τῆς Ζακύνθου. Ἐπειδὴ ἐκείνη τὴν ἡμέρα τὰ δίχτυα τους εἶχαν μείνει ἄδεια, τὸ ἀπέδωσαν -ὅπως δυστυχῶς συνηθίζουν πολλοὶ κατ’ ὄνομα «χριστιανοί» μας- στὴν παρουσία τῶν ἱερωμένων καὶ ἄρχισαν νὰ μεμψιμοιροῦν ἐναντίον τους. Τότε ὁ Ἅγιος μακροθυμώντας, ἀφοῦ εὐλόγησε τὰ δίχτυα τοuς, τοὺς εἶπε νὰ τὰ ρίξουν σὲ σημεῖο ὅπου ποτὲ πρὶν δὲν εἶχαν πιάσει τίποτε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κινδυνέψουν τὰ δίχτυά τους νὰ σχιστοῦν ἀπὸ τὰ πολλὰ ψάρια.

Ποῦ καὶ πότε μᾶς συναντᾶ;

Οἱ ἐπίσης ἀπογοητευμένοι ψαράδες, ποὺ συνάντησε ὁ Χριστὸς στὴ λίμνη Γεννησαρὲτ μετὰ ἀπὸ μία νύχτα μὲ ἄδεια δίχτυα, ὄχι μόνο δὲν ἦταν προληπτικοὶ ἀπέναντι σὲ ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πρόθυμα τοῦ παραχώρησαν τὴ βάρκα τοuς, γιὰ νὰ σταθεῖ καὶ νὰ μιλήσει στὸ μαζεμένο πλῆθος. Καὶ ὁ Χριστός, κατὰ τὸν ἅγιο Θεοφύλακτο, τοὺς «πλήρωσε» μὲ τὸ παραπάνω γιὰ τὴ μικρὴ ἐξυπηρέτηση: ὄχι ἁπλῶς τοὺς χάρισε τόσο πλῆθος ψαριῶν, ὥστε νὰ κινδυνέψουν νὰ βυθιστοῦν οἱ βάρκες τους, ἀλλὰ τοὺς ἔκανε τὴν ὑψηλὴ κλήση νὰ ἀλλάξουν ἀντικείμενο ἁλιείας καὶ ἀντὶ γιὰ ψάρια νὰ «ψαρεύουν» ἀνθρώπους.

Τὸ πολὺ λιτὸ σκηνικό τῆς κλήσης τῶν πρώτων μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται νὰ μᾶς συναντήσει, χωρὶς νὰ ἀπαιτεῖ ἐξωτερικὲς πολυτέλειες. Δὲν ἐπιθυμεῖ οὔτε ἐξέδρες μὲ δάφνες καὶ φοίνικες, οὔτε φιλαρμονικὲς καὶ μεγάφωνα. Μᾶς συναντάει ἀθόρυβα στὴν καθημερινότητά μας, στὴν ὥρα τοῦ μόχθου καὶ τοῦ ἱδρώτα μας γιὰ τὸν ἐπιούσιο. Καὶ μέσα σ’ αὐτὴ τὴν καθημερινότητα ἀγωνιᾶ νὰ δεῖ ἂν ἀληθινὰ τὸν περιμένουμε κι ἐμεῖς. Περιμένει νὰ δεῖ ἂν ἔχουμε τὴν -κατὰ τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη- στοιχειώδη «ἐπιτηδειότητα φωτοληψίας», γιὰ νὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε.

Ἡ ὑψηλὴ κλήση

Οἱ ψαράδες τῆς Ζακύνθου πιθανὸν δὲν εἶχαν τέτοιες προσδοκίες μέσα στὴ φτώχεια τους· φτώχεια τῆς καρδιᾶς μᾶλλον παρὰ τῆς τσέπης τους. Κατὰ τὸν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν, αἰσθάνονταν πρὸς τοὺς κληρικούς, «ὅ,τι καὶ πρoς τὰ νεκροταφεῖα: Εἶναι ἱερά, βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ προκαλοῦν φόβο»· σαφῶς καὶ κακοτυχίες. Ἀντίθετα, oι ψαράδες τῆς Γεννησαρέτ, πρὶν συναντήσουν τὸν Χριστό, εἶχαν συνεχῆ ἔγνοια τους πότε θὰ ἔρθει, ποιὸς θὰ εἶναι καὶ πῶς θὰ τὸν ἀναγνωρίσουν. Γι’ αὐτὸ εἶχαν γίνει πιστοὶ μαθητὲς τοῦ Προδρόμου του, ἁγίου Ἰωάννη. Ἔτσι, ὅταν τὸν κατάλαβαν ἀπὸ τὸ θαῦμα ποὺ ἐπιτέλεσε, ἔστω κι ἂν τὸ φῶς του τοὺς ἀποκάλυψε ἐντονότερα τὴν ἁμαρτωλότητα τoυς -ὅπως ἰδιαίτερα φάνηκε ἀπὸ τὴν ἀντίδραση τοῦ Πέτρου-, ὄχι μόνο δὲν τὸν ἀποστράφηκαν, ἀλλὰ «ἀφέντες πάντα» (ὅλα τὰ ἄφησαν), ἀνταποκρίθηκαν πρόθυμα στὸ κάλεσμά του καὶ τὸν ἀκολούθησαν.

Μὲ αὐτὰ «τὰ ἁλιευτικὰ ἐπιτηδεύματα ὁ Χριστὸς ἁλίευσε τοὺς πρώτους μαθητές του», ὅπως λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, δείχνοντας ὅτι «ἡ κτίση ὑπακούει στὰ θεοπρεπέστατα νεύματά του». Αὐτὸ ὅμως ἰσχύει ἀπροϋπόθετα μόνο γιὰ τὴν ἄλογη κτίση. Ἡ λογικὴ κτίση, τὰ λογικὰ «ψάρια» ποὺ καλοῦνται νὰ ψαρέψουν oἱ ἁλιευθέντες ἀπὸ τὸν Χριστὸ ψαράδες, δὲν εἶναι δεδομένο ὅτι θὰ ὑπάκουνε σ’ αὐτούς. Ἂν «τοῦ ψαρᾶ τὸ πιάτο λίγες φορὲς εἶναι γεμάτο», μᾶλλον πιὸ σπάνια oἱ ἁλιεῖς ἀνθρώπων θὰ βλέπουν «ψάρια» στὰ δίχτυά τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἔκανε τὸ θαῦμα, ὥστε -κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο- νὰ τοὺς ἐνθαρρύνει ὅτι «πάντῃ τε καὶ πάvτως» δὲν θὰ εἶναι «ἄμισθος ὁ πόνος αὐτῶν οὔτε ἄκαρπος ἡ σπουδή», ὅταν θὰ ρίχνουν τὰ δίχτυα «τῆς εὐαγγελικῆς μυσταγωγίας».

Ἄλογοι καὶ λογικοὶ «ἰχθύες»

Ἡ ὑπακοὴ τῶν λογικῶν «ἰχθύων» δὲν εἶναι δεδομένη γιὰ δύο κυρίως λόγους: Ἀφενὸς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τους· μία ἐλευθέρια ποὺ συχνὰ τὴν ἀχρηστεύει τὸ βόλεμά τους στὸν βυθὸ τῆς πλάνης. Καὶ ἀφετέρου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἱκανότητα τῶν «ἁλιέων» νὰ πείθουν τoὺς ἀλιευόμενους ὅτι δὲν θὰ καταλήξουν σὲ τηγάνι, ἀλλὰ σὲ «ὕδωρ ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον». Σίγουρα δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο, «ἰχθύες» ποὺ ἔχουν συνηθίσει τὸ σκοτάδι τοῦ βυθοῦ νὰ πιστέψουν στὸ Φῶς τῆς αἰώvιας ζωῆς. Ἀκόμη καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ δεινοῦ «ἁλιέως» ἀποστόλου Παύλου εἶχε ἀπογοητευτικὰ ἀποτελέσματα στὴν Ἀθήνα: «οἱ μὲν ἐχλεύαζον· οἱ δὲ εἶπον, ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου» (Πράξ. 17,32).

Φυσικὰ καὶ σήμερα τὶς ἴδιες -ἂν ὄχι μεγαλύτερες- ἀπογοητεύσεις δοκιμάζουν οἱ «ἁλιεῖς» τῆς Ἐκκλησίας. Πολὺ εὔστοχα τὸ εἶπε ὁ voμπελίστας πoιητὴς Ἔλιοτ: «Γιατί οἱ ἄνθρωποι τὴν Ἐκκλησία θὰ ἀγαποῦσαν; Toύς μιλάει γιὰ ζωὴ καὶ γιὰ θάνατο, πράγματα ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ ξεχνοῦσαν». Ἀξίζει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα παραλίγο νὰ ξεχάσουν καὶ οἱ πρῶτοι «ἁλιεῖς» τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἡ πίστη τους δοκιμάστηκε σκληρὰ μετὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη. Τότε οἱ μαθητές, ὅπως ὑπέροχα τὸ περιγράφει τὸ ἑωθινὸ δοξαστικό, γεμάτοι ἀθυμία καὶ ἀπογοήτευση ἀπὸ τὸν χωρισμὸ τοῦ Χριστοῦ ξαναγύρισαν στὴν παλιά τους τέχνη· «καὶ πάλιν πλοῖα καὶ δίκτυα καὶ ἄγρα οὐδαμοῦ». Ὁ Χριστὸς ὅμως ἐμφανίστηκε· καὶ ὄχι μόνο τοὺς βεβαίωσε γιὰ τὴν Ἀνάστασή του, ἀλλὰ μὲ μία δεύτερη θαυμαστὴ ἁλιεία τοὺς χάρισε «δεῖπνον ξένον», ξαναθυμίζοντας τὴν κλήση τους νὰ γίνουν «ἁλιεῖς ἀνθρώπων».

Ἐμεῖς, ὡς λογικοὶ «ἰχθύες», ἂς μὴν τοὺς ἀπογοητεύουμε ξαναγυρίζοντας στοὺς βυθοὺς τῶν παθῶν μας, ἀλλὰ ἂς τοὺς καλοῦμε μὲ τὰ λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ: «Οἱ τοὺς βροτοὺς σαγηvεύσαvτες τῇ τοῦ Λόγου σαγήνῃ ἐκ βυθοῦ ἀγνωσίας, κἀμὲ διασώσατε κλυδωνιζόμενον καὶ βεβυθισμένον ἀμέτροις πταίσμασι».

4.

Κλῆσις τεσσάρων μαθητῶν (Λουκ 5, 1-11)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Λουκ. 5,1-11. Ματθ. 4,18-22. Μάρκ. 1,16-20

Οἱ 5 ἢ 6 μαθηταὶ τοῦ Κυρίου, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 3—4 ἠκολούθησαν Αὐτὸν κατὰ σύστασιν τοῦ Προδρόμου, ὡς εἴδομεν, ἔμειναν μετὰ τοῦ Ἰησοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ Κύριος ἦτο εἰς τὴν Ἰουδαίαν καὶ Σαμάρειαν. Ἀναχωροῦν δὲ οὗτοι ἐκ τοῦ Κυρίου διὰ τὸ ἁλιευτικὸν των ἔργον, ὅταν ὁ Πρόδρομος παρεδόθη εἰς τὴν φυλακὴν καὶ ὁ Κύριος ἀνεχώρησε διὰ τὴν Γαλιλαίαν ἢ ἀνεχώρησαν οὗτοι διὰ τὸ ἁλιευτικὸν των ἔργον, ὅταν ὁ Κύριος περιώδευε τὴν Γαλιλαίαν. Ἤδη ὅμως, ὅτε ὁ Κύριος ἤρξατο ἐπισήμως τοῦ δημοσίου Αὐτοῦ ἔργου ἐν Καπερναούμ, καλεῖ 4 ἐξ αὐτῶν ὄχι ὅπως τὴν προηγουμένην φορὰν προσωρινῶς ἀλλὰ ὁριστικῶς. Ἡ πρώτη ἐκείνη κλῆσις ἦτο ἁπλῆ γνωριμία τοῦ Κυρίου μετ’ αὐτῶν. Ἡ κλῆσις αὕτη ἔχει δύο φάσεις. Πρώτη εἶναι ἡ πλουσία ἄγρα τῶν ἰχθύων, τὴν ὁποίαν περιγράφει ὁ Λουκᾶς, ἡ δὲ δευτέρα φάσις εἶναι ἡ ὁριστικὴ κλῆσις αὐτῶν, τὴν ὁποίαν περιγράφουσιν οἱ Εὐαγγελισταὶ Ματθαῖος καὶ Μάρκος. Κατ’ ἄλλους ὅμως τοποθετεῖται πρώτη ἡ κλῆσις καὶ ἔπειτα ἡ πλουσία ἄγρα. Ἂς ἴδωμεν.

Ἡ πλουσία ἄγρα τῶν ἰχθύων

Λουκᾶ 5, 1-11

Αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐγένετο ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ καὶ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἐστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ». Ὅταν δηλαδὴ ὁ ὄχλος ἐπιθυμῶν νὰ ἀκούση τὸν λόγον Του συνωστίζετο πέριξ Αὐτοῦ καὶ ἐστενοχώρει Αὐτόν, Αὐτὸς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἵστατο ὄρθιος καὶ ἐκήρυττε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ πλησίον τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, «εἶδεν πλοῖα δύο ἐστῶτα παρὰ τὴν λίμνην» ὁ Κύριος εἶδε δύο πλοῖα ἱστάμενα παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ. Τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν ἦτο τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. «Οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἔπλυνον τὰ δίκτυα». Οἱ ἁλιεῖς ἐξελθόντες ἐξ αὐτῶν ἔπλυνον τὰ δίκτυά των. Ὁ Κύριος κουρασθεὶς ἐκ τῆς ὀρθοστασίας καὶ ἐπιθυμῶν νὰ ἔχη τοὺς ἀκροατάς Του κατὰ μέτωπον «ἐμβὰς εἰς ἕν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον», εἰσελθὼν ἐντὸς ἑνὸς ἐκ τῶν πλοίων τὸ τοῦ Σίμωνος παρεκάλεσε δηλαδὴ ὁ Κύριος τὸν Σίμωνα, τὸν Πέτρον, νὰ σύρη τὸ πλοῖόν του ὀλίγον πρὸς τὴν θάλασσαν ἵνα δυνηθῆ νὰ ὁμιλῆ καὶ νὰ ἀκούεται εὐχερέστερον ὑπὸ τοῦ κατὰ μῆκος τῆς παραλίας εὑρισκομένου πλήθους. Ὁ Πέτρος ὑπακούει εἰς τὴν παράκληοιν τοῦ Κυρίου. Ὁ δὲ Κύριος εἰσελθὼν εἰς τὸ πλοῖον «καθίσας, ἐκ τοῦ πλοίου ἐδίδασκε τοὺς ὄχλους», καθίσας ἐδίδασκε τοὺς ὄχλους ἐκ τοῦ πλοιαρίου.

Ποῖον ἦτο τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, δὲν μᾶς ἀναφέρεται. Ὁ Λουκᾶς ὅμως μᾶς ἀναφέρει, ὅτι ὁ Κύριος «ὡς ἐπαύσατο λαλῶν» μετὰ τὸ τέλος δηλαδὴ τῆς ὁμιλίας Του ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς ἁλιεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀργότερον θὰ ἐγίνοντο μαθηταί Του, ἵνα διδάξη αὐτοὺς τὴν Θείαν Του αὐθεντίαν. Πρὸς τοῦτο «εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν»· συνιστᾶ ὁ Κύριος εἰς τὸν Πέτρον ὡς ἰδιοκτήτην τοῦ πλοίου ἢ ὡς πηδαλιοῦχον νὰ τραβήξη εἰς τὰ ἀνοιχτὰ πρὸς ἁλιείαν καὶ εἰς τὸ πλήρωμα αὐτοῦ νὰ ρίψη τὰ δίκτυα στὰ ἀνοιχτά. «Ἀποκριθεὶς Σίμων εἶπεν· ἐπιστάτα δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν, ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον» κύριε καθ’ ὅλην τὴν νύκτα κοπιάσαντες δὲν ἐπιάσαμε τίποτα. Ἐπειδὴ ὅμως μᾶς τὸ λέγεις Σύ, θὰ ρίψω τὸ δίκτυον. «Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολὺ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον». Ἐκτελέσαντες τοῦτο συνέλαβον εἰς τὰ δίκτυά των μέγα πλῆθος ἰχθύων. Τόσον πλουσία ἦτο ἡ ἄγρα τῶν ἰχθύων, ὥστε ἐκινδύνευον κατὰ τὴν ἀνέλκυσιν νὰ σχισθοῦν τὰ δίκτυα.

Πρὸ τοῦ πλήθους τῶν συλληφθέντων ἰχθύων καὶ τοῦ φόβου των μήπως διαρραγοῦν τὰ δίκτυα «κατένευσαν τοῖς μετόχοις ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς» διὰ νευμάτων δηλαδὴ εἰδοποίησαν τὴν παρέα τους, ἡ ὁποία ἦτο εἰς τὸ ἄλλο πλοῖον, νὰ ἔλθη καὶ νὰ τοὺς βοηθήση. Οἱ συνέταιροι ἦλθον, ἐβοήθησαν καὶ τὰ ψάρια ἐρρίφθησαν καὶ εἰς τὰ δύο πλοιάρια. Τὰ ψάρια ἦσαν τόσον πολλά, ὥστε «ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτὰ» ἐγέμισαν καὶ τὰ δύο πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐκινδύνευον νὰ βυθισθοῦν ἐκ τοῦ μεγάλου φορτίου.

Ὁ Πέτρος ἰδὼν τὸ θαῦμα τοῦτο καὶ αἰσθανθεὶς ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἰδίαν ἀναξιότητα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ὁ ἐνεργήσας τὸ θαῦμα αὐτὸ Ἰησοῦς ἦτο τί τὸ ὑπεράνθρωπον καὶ φοβηθεὶς «προσέπεσε τοῖς γόνασι» ἔπεσεν εἰς τὰ γόνατα ἐνώπιον τῶν ποδῶν τοῦ Ἰησοῦ λέγων, «ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλὸς εἰμὶ Κύριε» ἔξελθε Κύριε ἐκ τοῦ πλοιαρίου μου καὶ φύγε ἀπὸ κοντά μου, διότι εἶμαι ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος. Ἡ ἔκπληξις αὕτη δὲν κατέλαβε μόνον τὸν Σίμωνα, τὸν ἀπόστολον Πέτρον, ἀλλὰ καὶ τοὺς δύο ἀδελφοὺς Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, τοὺς υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν «κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι» συνεταῖροι δηλ. τοῦ ἀποστόλου Πέτρου εἰς τὸ ἄλλο πλοῖον. Διὰ τοῦτο ὁ Εὐαγγελιστὴς σημειώνει· «Θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων, ᾗ συνέλαβον», κατάπληξιν προυξένησε ἡ πλουσία αὕτη ἁλιεία εἰς αὐτόν, «ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι», οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνέταιροι τοῦ Σίμωνος.

Ὁ Κύριος στρέφεται πρὸς τὸν φοβισμένον Σίμωνα καὶ ἐνθαρρύνει αὐτὸν λέγων «μὴ φοβοῦ, ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» μὴ φοβεῖσαι, ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ γίνης ἁλιεὺς τῶν ἀνθρώπων. Διὰ τῆς λέξεως ζωγρῶν, ἡ ὁποία σημαίνει συλλαμβάνω τινὰ ζωντανόν, ὁ Κύριος ἤθελε νὰ δηλώση, ὅτι ὁ πιστὸς οὐδεμίαν βλάβην ἔχει νὰ πάθη συλλαμβανόμενος εἰς τὰ δίκτυα τῶν ἀποστόλων.

Μετὰ τὴν προπαρασκευὴν ταύτην ἀκολουθεῖ ἡ ὁριστικὴ κλῆσις τῶν 4 μαθητῶν Ἀνδρέου, Πέτρου, Ἰωάννου καὶ Ἰακώβου, τὴν ὁποίαν λεπτομερῶς περιγράφουσιν, ὅπως θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, ὁ Μάρκος καὶ ὁ Ματθαῖος. Ὁ Λουκᾶς ἐκ τῆς κλήσεως ταύτης ἀναφέρει τοῦτο μόνον: Οἱ σύντροφοι οὗτοι, «καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν» τραβήξαντες τὰ πλοῖα των εἰς τὴν ξηρὰν «ἀφέντες πάντα» ἀφήσαντες μισθωτούς, πατέρα καὶ δίκτυα «ἠκολούθησαν τὸν Χριστόν».

Θέμα: Μακρὰν καὶ πλησίον τοῦ Χριστοῦ

Α’. Μακράν τοῦ Χριστοῦ. Ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου: «Δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν», λέγει ὁ Πέτρος εἰς τὸν Ἰησοῦν εἰς ἐντολήν Του, ὅπως ρίψωσι πάλιν τὰ δίκτυα. Ἑπομένως μακράν τοῦ Χριστοῦ εἶχον «νύκτα». Δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες «οὐδὲν ἐλάβομεν» ἑπομένως εἶχε κόπον καὶ ἀκαρπίαν. Ὥστε νύκτα, κόπος, ἀκαρπία μακράν τοῦ Χριστοῦ. Πράγματι!

Ἐκ τῆς ζωῆς 1) Νύκτα. Δύο εἶναι τὰ μάτια μας, μὲ τὰ ὁποῖα δεχόμεθα τὸ ἡλιακὸν φῶς, δύο εἶναι τὰ σκοτάδια ποὺ κάνουν νὰ ἔχη μεσάνυχτα ἡ ψυχή μας: ἡ ἀπιστία, ἡ ἁμαρτία. Συνεπῶς παντοτεινοὶ ξενύχτες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν μέν, ἀλλὰ ζοῦν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ.

Θέλετε ἀποδείξεις; Λάβετε τὸ προχριστιανικὸν παρελθὸν διὰ τὸ πρῶτον, ὅτε ἡ ἀνθρωπότης ἐπάλαιε νὰ εὕρη τὴν ἀλήθειαν καὶ δὲν ἠδύνατο. Οἱ σοφώτατοι Ἕλληνες ἀκόμη ἐκυλίοντο εἰς τὴν πολυθεΐαν καὶ ὁ σοφώτατος πάντων Σωκράτης ὡμολόγει τὴν ἄγνοιάν του «ἕν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα». Θέλετε ἀποδείξεις τοῦ δευτέρου; Κυττάξετε τὸ παρόν, τὸ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἡμῶν, ἔνθα βασιλεύουν τὰ πάθη. Κυττάξετε τὰ πάθη σας καὶ τὰ πάθη τῶν ἄλλων. Σκότος! Ἡ φιλαργυρία, ἡ χαιρεκακία, ἡ ζηλοτυπία, ὁ φθόνος, τὸ μίσος, ὁ ἐγωισμός, κ.λ.π. ἕνα κοινὸν σημεῖον ἔχουν, ποὺ τὰ ἐνώνει. Τὸ σκότος ! Ἑπομένως οἱ ἄπιστοι καὶ ἁμαρτωλοί, οἱ παντοτεινοὶ αὐτοὶ ξενύχτες ζῶντες ἐν τῷ σκότει δὲν γνωρίζουν πόθεν ἔρχονται καὶ ποῦ ὑπάγουν. Πλανῶνται !

Ἀλλὰ ἔχουν καὶ 2) κόπον. Ἡ νύκτα ἡ ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ ὑλικοῦ φωτὸς προκαλουμένη χρησιμεύει πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ ἀνάκτησιν τῶν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν δυνάμεών μας. Ἡ ἐκ τῆς ἀπιστίας καὶ ἁμαρτίας ὅμως ψυχικὴ νύκτα δὲν ἔχει ἀνάπαυσιν οὐδὲ ἀνάκτησιν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν δυνάμεων. Τουναντίον ἔχει καταπόνησιν. Ὁ πραγματικὸς φιλόσοφος ἄπιστος ὄχι μόνον εὑρίσκεται ἐν τῷ σκότει καὶ δὲν δύναται νὰ εὕρη τὴν ἠρεμοῦσαν τὴν καρδίαν του ἀλήθειαν, ἀλλὰ οὔτε δύναται νὰ μὴ ζητᾶ. Γνωρίζει, ὅτι τοῦ κάκου κοπιάζει, τοῦ τὸ λέγει ἡ φιλοσοφία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἱστορία τῶν πλανῶν. Καὶ ὅμως εἶναι ἀνίκανος νὰ μὴ ζητᾶ. Ἀδυνατεῖ νὰ ἀποθάνη, πνευματικῶς ὥστε νὰ μὴ ζητᾶ. Οὕτω καὶ ὁ ἁμαρτωλός. Ἔχει νύκτα καὶ κόπον. Ὀλίγον κόπον καὶ ἀνησυχίαν ἔχουν οἱ φιλάργυροι, φιλύποπτοι, χαιρέκακοι, ζηλότυποι, κακοί, ἐγωϊσταί;

Ἀλλὰ ὄχι μόνον νύκτα καὶ κόπον ἔχουσιν οἱ ἄπιστοι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἀλλὰ καὶ 3) ἀκαρπίαν. Τί κατώρθωσαν νὰ μᾶς δώσουν ἡ ἀπιστία μὲ τὴν φιλοσοφίαν; Οὐδέν. Καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ Ἀρχαῖοι μὲ τὴν φιλοσοφίαν, τὰς τέχνας καὶ τὰ γράμματα ὕμνησαν τοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλύμπου καὶ τὰς ἀπαγωγὰς τῶν θεαινῶν. Τὰ δὲ πάθη τίνα καρπὸν ἔχουσι; Καὶ συγκεκριμένως ἡ φιλαργυρία. Ἐπὶ κατοχῆς συνέβη οἰκογένειά τις πλουτίσασα ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ εὑρεθῆ ἔχουσα ράβδους χρυσοῦ καὶ νὰ δολοφονηθῆ ! Ποῖος ὁ καρπὸς τοῦ ἐγωισμοῦ μεγάλων τινῶν κρατῶν; Αἰσχύνη καὶ ταπείνωσις. Ποῖος ὁ καρπὸς τῆς φιλοπλουτίας; Ἡ κραυγὴ τοῦ κόσμου ἡ κατάρα καὶ τὸ χειρότερον ἡ γέννησις τοῦ κομμουνισμοῦ!

Ὥστε μακράν τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔχομεν ἀνησυχίαν καὶ οὐδεμίαν ὠφέλειαν.

Β’. Πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου. Μὲ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐνεφανίσθη καὶ ὁ νοητὸς ἥλιος ὁ Χριστός. Τῇ ἐντολῇ Αὐτοῦ ρίπτονται καὶ πάλιν τὰ δίκτυα, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἐργασία των καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ πλουσία ἄγρα τῶν ἰχθύων. Οἱ Ἀπόστολοι πλησίον τοῦ Χριστοῦ εἶχον ὄχι μόνον πλῆθος ἰχθύων καὶ συναίσθησιν ταπεινότητος ἔναντι τοῦ Κυρίου ἀλλὰ συνέλαβον πλῆθος ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἐφώτισαν. Ἑπομένως πλησίον τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει τὸ φῶς, ὁ κόπος ἡ εὐκαρπία.

Πράγματι! Ἐκ τῆς ζωῆς. Φωτεινὴ εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ πιστοῦ, διότι δὲν ἔχει νύκτα ἀλλὰ ἡμέραν καὶ γνωρίζει τί κάμνει. Τὸ κάθε τι ἔχει τὴν θέσιν του. Ὅλα ἔχουν τὴν σειρὰν των, τὴν συνάρτησίν των. Ὅπως μιὰ καλὴ νοικοκυρὰ γνωρίζει ποῦ τοποθετεῖ τὰ πράγματά της, οὕτω καὶ ὁ πιστὸς ἔχει μέσα του ντουλάπα καὶ μὲ τάξιν ἔχει τοποθετήσει εἰς διάφορα ράφια τὸν ἐσωτερικόν του κόσμον. Καὶ τὰ πλέον μυστικὰ του ἀντέχουν ὄχι μόνον εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Θεῖον φῶς. Τὰ καθαρὰ τὰ κάμνει τὸ φῶς καθαρότερα. Ὁ πιστὸς ἐργάζεται, κοπιάζει καρποφόρως. Ἔχει συναίσθησιν τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπως καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος βλέπων τὸν Χριστόν. Ἐὰν εἶναι εὐφυής, βλέπει ἕνα ἀνθάκι τοῦ ἀγροῦ καὶ ταπεινοφρονεῖ. Ἐὰν εἶναι ἐνάρετος, βλέπει τὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει ἐμπρός του καὶ ταπεινώνεται. Ἐὰν εἶναι δυνατός, βλέπει τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἔργα Του καὶ δὲν ἐπαίρεται. Ὁ λόγος του εἶναι «ἅλατι ἠρτυμένος» ἔχει λόγια ἁλατισμένα. Φροντίζει, ὅπως λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ νὰ μὴ ἐξέρχεται, ἀλλὰ ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας. Ἐνῶ εἶναι γενναιόδωρος, φροντίζει ὅμως κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἀγαθῶν του νὰ μὴ σπαταλᾶ, ἀλλὰ νὰ οἰκονομῆ, ὅπως καὶ ὁ Κύριος κατὰ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἄρτων καὶ νὰ συλλέγη τὰ ἀποκόμματα «ἵνα μὴ τι ἀπόληται» κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Μεγάλος κόπος αὐτός!

Ἡ ἐργασία του εἶναι ἀποδοτικωτάτη. Συναισθανόμενος ὁ πιστὸς τὸν ἑαυτὸν του τὰς ἀδυναμίας του καὶ τακτοποιῶν τὸ ἐσωτερικόν του διὰ τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀποδοτικώτατος. Βλέπει τί ἔχει καὶ δοξάζει τὸν Θεόν. Βλέπει τί τοῦ λείπει καὶ ταπεινοφρονεῖ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προοδεύει. Ὁ Χριστιανὸς ἔχει μεγάλην ἀποδοτικότητα, διότι ὁ κόσμος εἶναι γεμάτος ἀπὸ ἔργα Χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀλλὰ ὁ οἰκονομῶν τὰ λόγια του, τὰ πράγματά του, τὰς σκέψεις του πιστὸς ἔχει μεγάλην καρποφορίαν μεγάλην ἐπίδρασιν εἰς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Διδακτικώτατον καὶ τραγικώτατον ταυτοχρόνως παράδειγμα σκότους, κόπου καὶ ἀκαρπίας, τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ αὐτοκτονία τοῦ ἄνευ Χριστοῦ ποιητοῦ μας Λαπαθιώτου, ὁ ὁποῖος ηὐτοκτόνησεν κατὰ τὰ ἔτη τῆς κατοχῆς. Οὗτος πρὶν αὐτοκτονήση ἔγραψε τὰ ἑξῆς:

Ἔπειτα ἀπὸ ἁμαρτίας

«Τὸ καλοκαίρι πέρασε σὰν ρίγος,

καὶ ὁ χειμώνας μοῦ φαίνεται βαρύς,

τί σύντομα ποὺ πέρασε καὶ ὁ τρύγος,

δὲν πρόκαμες καρδιά μου νὰ χαρῆς».

Ἰδοὺ ὁ κόπος καὶ ἡ ἀκαρπία τοῦ μακράν τοῦ Χριστοῦ! Ἀλλὰ ὑπάρχει τὸ σκότος ἐπίσης τρομερόν. Γράφει λοιπὸν ὁ ἴδιος.

Πρὸ τῆς αὐτοκτονίας

«Καὶ τὸ μαῦρο τὸ σκοτάδι

ποὺ θαρθῆ νὰ μὲ τυλίξη,

θὰ γιατρέψη μιὰ γιὰ πάντα

τὴν ἀγιάτρευτή μου πλῆξι.

Μιὰ γιὰ πάντα θὰ γιατρέψη

καὶ τὴν πλῆξι καὶ τὴν τύψη,

τὸ μεγάλο τὸ σκοτάδι,

ποὺ θαρθῆ νὰ μὲ τυλίξη».

Ἰδοὺ σκότος, κόπος, ἀκαρπία τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ!

Ἰδοὺ ὁ μακρὰν καὶ ὁ ἐγγύς τοῦ Χριστοῦ. Ἰδοὺ τὸ σκότος ὁ κόπος, ἡ ἀκαρπία τοῦ πρώτου· ἰδοὺ ἡ φωτεινότης, ὁ κόπος καὶ ἡ εὐκαρπία τοῦ δευτέρου. Τί δέον γενέσθαι; Ἂς πλησιάσωμεν τὸν Χριστόν, τὸ φῶς, τὴν ἠρεμίαν, τὴν ἀφθονίαν, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὸ σκότος, τὴν ἀνησυχίαν, τὸ ἄγονον καὶ τὴν ἀγωνίαν. Γένοιτο!

5.

 Ἐξουσιαστὴς ἤ πατέρας; (Β Κορ. α 21-β΄4)

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης γεύθηκε τὴν εὐλογία νὰ ἔχει ἕναν ἅγιο πατέρα. Ὅταν κάποια φορὰ στὰ νιάτα του ὁ Συμεὼν —ἔτσι τὸν ἔλεγαν πρὶν γίνει μοναχὸς- ξενύχτησε ἀσωτεύοντας, τὴν ἄλλη μέρα ὁ πατέρας του τοῦ εἶπε σὲ ἤπιο τόνο: «Ποῦ ἤσουνα χθές, παιδί μου; Μὲ πονοῦσε ἡ καρδιά μου». Οἱ μειλίχιοι αὐτοὶ λόγοι τοῦ πατέρα ἐντυπώθηκαν βαθιὰ στὴν ψυχὴ τοῦ Συμεὼν καί, ὅταν ἀργότερα τοὺς θυμόταν, ἔλεγε: «Νά, ἐγὼ τέτοιον γέροντα ἤθελα νὰ ἔχω. Ὁ πατέρας μου ποτὲ δὲν θύμωνε καὶ ἦταν πάντοτε μετρημένος. Ποτὲ δὲν μᾶς ἐπέπληττε σὲ ἀκατάλληλη στιγμή, γιὰ νὰ μὴ μᾶς συγχύσει». Ἐφάρμοζε, δηλαδή, τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Οἱ πατέρες, μὴ παροργίζετε τὰ τέκνα ὑμῶν, ἀλλὰ ἐκτρέφετε αὐτὰ ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» (Ἐφεσ. 6,4).

Μεταξὺ αὐστηρότητας καὶ μακροθυμίας

Σαφῶς αὐτὴ ἡ παιδαγωγική του Ἀποστόλου πήγαζε ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς πνευματικῆς του πατρότητας, καὶ αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Τὸ πρόβλημα τοῦ σκανδάλου, ποὺ εἶχε ἀνακύψει μὲ τὸν αἱμομίκτη στὴν Κόρινθο, εἶχε πολὺ πικράνει τὸν Παῦλο. Στὴν Α’ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ ἀναφέρεται διεξοδικὰ στὸ ζήτημα, συνιστᾶ δὲ καὶ τὸ τί πρέπει νὰ γίνει. Δὲν θὰ ἤθελε, λοιπόν, νὰ ξανάρθει στὴν Κόρινθο, ὄχι μόνο ἂν δὲν εἶχε τακτοποιηθεῖ τὸ πρόβλημα, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχαν χαμηλώσει οἱ τόνοι τοῦ ἐγωισμοῦ ἐκείνων ποὺ προκαλοῦσαν ἔριδες καὶ θρησκευτικὰ ψευτοδιλήμματα.

Πρωτίστως ξεκαθαρίζει, κυρίως σὲ ὅσους ἀκόμα τὸν ἀμφισβητοῦσαν, ὅτι δὲν εἶναι αὐτόκλητος, ἀλλὰ θεόκλητος. Ὅπως εἶχε γράψει καὶ στοὺς Γαλάτες, ἔγινε Ἀπόστολος «οὐκ ἀπ’ ἀνθρώπων, οὐδὲ δι’ ἀνθρώπου, ἀλλὰ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ Πατρός». Δὲν ἀνέλαβε ὅμως θέση ἐξουσίας, ἀλλὰ ἐντολὴ διακονίας ἀνάμεσα σὲ ἀδελφούς. Καὶ ἐκεῖνοι καὶ αὐτὸς ἔλαβαν διὰ τοῦ βαπτίσματος τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς τοὺς ἔχρισε καὶ τοὺς σφράγισε δίνοντάς τους «ἀρραβώνα», δηλαδὴ ἐγγύηση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Ἡ ἀγωνία του, λοιπόν, νὰ μὴν κινδυνεύσουν νὰ χάσουν αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ εἶναι τὸ μόνο κριτήριο τῆς ποιμαντικῆς του. Πρόκειται γιὰ μία ποιμαντικὴ ποὺ συχνὰ τὸν ἔκανε νὰ περπατάει πάνω σὲ τεντωμένο σχοινὶ ἀνάμεσα στὴν αὐστηρότητα καὶ στὴν ἐπιείκεια. Καὶ τώρα νιώθει ὅτι πρέπει νὰ μακροθυμήσει λίγο ἀκόμα, μήπως ἡ ἔγκαιρη μετάνοιά τους ἀποτρέψει τὴν ἀναγκαία ἄσκηση αὐστηρότητας. «Ὁ Θεὸς τὸ ξέρει πόσο σᾶς πονάω», τοὺς λέει. «Δὲν θέλω νὰ δοκιμάσετε τὴν αὐστηρότητά μου. Στὴν ἀρχὴ μὲ ἐμπόδισε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ ἔλθω, ἐνῶ τὸ ἤθελα· τώρα δὲν τὸ θέλω κι ἐγὼ· καὶ ἀποφάσισα νὰ ἀναβάλω τὸ ταξίδι μου. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ ἔλθω καὶ νὰ δοκιμάσω λύπη ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θὰ ἔπρεπε μὲ τὴ μετάνοιά τους νὰ μοῦ δώσουν χαρά».

Συμμέτοχος στὴ χαρά σας

Ὁ Ἀπόστολος, ὅταν χρειαζόταν, γινόταν αὐστηρὸς καὶ προκαλοῦσε λύπη· ἅγια ὅμως καὶ σωτήρια λύπη. Αὐτὸ φαίνεται ἰδιαίτερα στὴν Α’ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή του. Τώρα νιώθει ὅτι τοὺς μίλησε ἀρκετὰ αὐστηρά. Δὲν εἶναι νομοθέτης οὔτε ψυχρὸς διδάσκαλος, ἀλλὰ πατέρας. Καὶ ὅ,τι κάνει, τὸ κάνει μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ μεταβληθεῖ ἡ λύπη τους σὲ χαρά. «Δὲν εἴμαστε ἐξουσιαστὲς σας» τοὺς λέει. «Θέλουμε νὰ εἴμαστε μόνο συμμέτοχοι στὴ χαρὰ σας· ὄχι ὅμως στὴν ψεύτικη χαρὰ ποὺ χαρίζει ἡ δῆθεν ἐλευθέρια τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ στὴ γνήσια χαρὰ τῆς σταθερῆς πίστης καὶ ὑπακοῆς στὶς ἐντολές του». Καὶ θὰ συνεχίσει ὁ Παῦλος μὲ τὸ στόμα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Ὅλα τὰ κάνουμε γιὰ τὴ δική σας χαρά, στὴν ὁποία κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι συμμετέχουμε· ἡ χαρὰ σας εἶναι καὶ δική μας χαρά. Καὶ νὰ ξερετε· κανένας δὲν μοῦ προξενεῖ τόση χαρά, ὅση ἐκεῖνος ποὺ μετανοεῖ μὲ τὰ λόγιά μου».

Ἡ σημερινὴ περικοπὴ θὰ κλείσει μὲ τὴν ἐξομολόγηση τοῦ ἀληθινοῦ πατέρα καὶ Ἀποστόλου ὅτι, ἂν ἐκεῖνοι θλίβονται καὶ λυποῦνται ἀπὸ τὴν παιδαγωγία του, ἀσύγκριτα περισσότερο ἔχει πονέσει ἐκεῖνος μὲ τὶς παρεκτροπὲς καὶ τὴν ἀμετανοησία τους. Πρὶν τοὺς στείλει τὴν ἐπιστολή, τὴν ἔχει ἐμποτίσει μὲ τὰ δάκρυά του. «Πολλὴ θλίψη», «πολλὰ δάκρυα» καὶ «συνοχὴ καρδίας» εἶναι τὸ κόστος τῆς γνήσιας πατρικῆς ἀγάπης.

«Ποιμαντική» της ἐξουσίας

Ἡ ἀντίστροφη «ποιμαντική» τῆς ἄσκησης ἐξουσίας ἔχει ὀλέθριες συνέπειες, ποὺ ἀποτυπώνονται γλαφυρὰ σὲ ἕνα μυθιστόρημα, ὅπου περιγράφεται ἡ δράση κάποιου ἱεραποστόλου στὶς Φιλιππίνες. Προσπαθοῦσε μὲ ἐξαναγκαστικὸ τρόπο νὰ ἐκχριστιανίσει τοὺς ἰθαγενεῖς καὶ μὲ σκληρὰ μέτρα νὰ περιορίσει τὴν ἔκλυση τῶν ἠθῶν. Ἡ ἱστορία ἔχει τραγικὸ τέλος: Ὁ ἄτεγκτος τιμητὴς τῶν ἁμαρτωλῶν «ἱεραπόστολος» κάποια στιγμὴ ἐκτροχιάζεται καὶ ὁ ἴδιος ἠθικά, καὶ μετὰ ἀπελπισμένος αὐτοκτονεῖ. Καρπὸς αὐτῆς τῆς παραμόρφωσης στὶς δυτικὲς κοινωνίες ἦταν προφανῶς καὶ τὸ σύνθημα ποὺ ἔγραψαν οἱ Γάλλοι φοιτητὲς στοὺς τοίχους τῆς Σορβόννης τὸν Μάιο τοῦ 1968: «Τί εἶναι ὁ Θεός; Εἶναι μία εἰκόνα τοῦ πατέρα, ποὺ ἐκπληρώνει ἐξ ὁρισμοῦ ἕναν καταπιεστικὸ ρόλο».

Γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο καὶ γιὰ κάθε ἀληθινὸ ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἡ μόνη «καταπιεστικὴ λειτουργία» σὲ βάρος ὄχι τῶν ἄλλων, ἀλλὰ τοῦ ἑαυτοῦ τους, εἶναι τὸ «σφίξιμο» τῆς καρδιᾶς, ἡ «συνοχὴ καρδίας» ποὺ νιώθουν κάθε φορὰ ποὺ χρειάζεται νὰ βοηθήσουν ἕνα χαμένο πρόβατο νὰ ἐπιστρέψει ἐλεύθερα στὴ μάνδρα τοῦ Χριστοῦ.