1.

Τὸ Εἶναι καὶ τὸ Ἔχειν.

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

(Μάρκ. 8, 34-9, 1)

Ἐκεῖνο ποὺ κυριολεκτικὰ μαστίζει τὸν ἄνθρωπο, ἰδιαίτερα τῆς ἐποχῆς μας, εἶναι τὸ αἴσθημα τῆς ἀνασφάλειας καὶ ἀβεβαιότητας, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἐπαναστατικῆς προσπάθειας δηλ. τοῦ ἀνθρώπου νὰ γίνει αὐτὸς ὁ ἴδιος κυρίαρχος τοῦ ἑαυτοῦ του ξεθρονιάζοντας τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴ θέση τοῦ δημιουργοῦ καὶ κυρίου του. Ἔτσι ὅμως δημιουργεῖται μέσα στὸν ἄνθρωπο ἕνα τεράστιο καὶ τρομακτικὸ κενό, τὸ ὁποῖο αἰσθανόμενος ὁ ἄνθρωπος, εἴτε συνειδητὰ εἴτε ἀσυνείδητα, καὶ τρομάζοντας μπροστὰ στὶς ἀβυσσαλέες διαστάσεις του, νομίζει ὅτι τὸ ἀντιμετωπίζει σωρεύοντας πολλά, ὑλικὰ ἀγαθά, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσει σιγουριὰ μέσα στὸν κόσμο καὶ νὰ ἀποφύγει τὴν ἐνοχλητικὴ σκέψη τοῦ θανάτου.

Μὲ ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν πετυχαίνει ὁ ἄνθρωπος τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ξεγελάσει τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Γιατί ἡ φτώχεια ἡ πνευματικὴ δὲν κρύβεται οὔτε μὲ τὰ πιὸ φανταχτερὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἡ ὕπαρξη προηγεῖται ἀξιολογικὰ τῶν διαφόρων ἀποκτημάτων της. Νὰ μία πολὺ σπουδαία ἀλήθεια ποὺ μᾶς θυμίζει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα (ποὺ διαβάζεται ἐπίσης καὶ τὴν Γ’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν) ἰδιαίτερα μὲ τὴ φράση «τί γὰρ ὠφελήσει, ἄνθρωπον ἐὰν κερδίση τὸν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῆ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;».

Ἡ «ψυχὴ» δηλώνει, σύμφωνα μὲ τὴ βιβλικὴ ὁρολογία, τὴ ζωή, τὸ εἶναι, καὶ «ὁ κόσμος ὅλος» τὸ ἔχειν. Ὅλο τὸ ἔχειν τοῦ κόσμου δὲν ἰσοσταθμίζει τὴ ζωὴ ἑνὸς καὶ μόνο ἀνθρώπου. Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου τὴ λησμονεῖ συχνὰ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ οἱ τεχνικὲς δυνατότητες, ἡ ἐπιστημονικὴ ἐξέλιξη καὶ ὁ μεγάλος πλοῦτος, τουλάχιστο σὲ ὁρισμένες περιοχὲς τοῦ πλανήτη μας, τὸν κάνουν νὰ συγκεντρώνει τὴν προσοχή του στὴν ἀπόκτηση ἀγαθῶν, στὰ βαρύγδουπα λόγια, στὶς ἠχηρὲς καὶ κούφιες ἐκφράσεις, μὲ μία λέξη στὸ ἔχειν, ποὺ γίνεται μὲ ζημία τοῦ εἶναι, τῆς ἀληθινῆς ὑπάρξεως.

Ἐπίσης, οἱ πράξεις βίας ποὺ ἀφθονοῦν στὴν ἐποχή μας σὲ ἐντυπωσιακὸ βαθμὸ εἶναι ἕνα σημάδι ποὺ δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ξέχασε τὸ πραγματικὸ εἶναι καὶ ἐνδιαφέρεται μόνο νὰ ἔχει, νὰ κατέχει ὅσο μπορεῖ περισσότερα πράγματα καὶ ὅσο γίνεται περισσότερους ἄλλους ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τοὺς καταδυναστεύει ἢ καὶ νὰ τοὺς ἀφανίζει. Ὅσο ὅμως περισσότερο ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχει καὶ νὰ κατέχει, τόσο περισσότερο παύει νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔπρεπε νὰ εἶναι, παύει νὰ εἶναι ὅπως τὸν ἔπλασε ὁ Θεός· ἀλλοτριώνεται, δηλ. ἀποξενώνεται ἀπὸ τὴν ἀληθινή του φύση, γίνεται ἄλλος ἄνθρωπος, ξένος πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὴν ὕψωσή του γιόρτασε ἡ Ἐκκλησία μας τὴν ἑβδομάδα ποὺ πέρασε, καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ αἰσθανθεῖ τὴ φτώχεια του ποὺ δὲν τὴν σκεπάζει τὸ ἐντυπωσιακὸ ἔχειν καὶ νὰ αὐτοσυγκεντρωθεῖ στὸ εἶναι, στὴν ἀληθινή του ὕπαρξη. Ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸν Σταυρὸ δὲν ἔχει ἀπολύτως τίποτε, εἶναι γυμνός· ἀκόμη καὶ ὁ ἱματισμὸς του γίνεται ἀντικείμενο κληρώσεως τῶν ρωμαίων στρατιωτῶν. Κι ὅμως τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς αὐτὴ ἀποκαλύπτεται τὸ εἶναι στὴν πιὸ σημαντική του ἐκδήλωση, στὴν προσφορὰ τῆς θυσίας καὶ τῆς ἀγάπης. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Σταυρὸς εἶναι ἕνα διαρκὲς προσκλητήριο ἀγάπης πρὸς τὸν κάθε ἀνθρωπο· τοῦ ὑπενθυμΐζει τὴν ξεχασμένη ἀνθρωπιά, τὴν ἀληθινή του ὕπαρξη ποὺ εἶναι συνύπαρξη ἀγάπης μὲ τὸν διπλανό του καὶ ὄχι προσπάθεια ἐπιβολῆς του σ’ αὐτόν, καταδυναστεύσεως, βίας καὶ ἀφανισμοῦ του.

2.

Ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς.

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Κάποτε ὁ Χριστὸς ἀναγκάστηκε νὰ ἐπιπλήξει κάποιον μαθητὴ του χαρακτηρίζοντάς τον «σατανᾶ». Τὴν πρωτάκουστη ἐπίπληξη δὲν τὴν ἔκανε στὸν Ἰούδα, ἀλλὰ στὸν μετέπειτα πρωτοκορυφαῖο ἀπόστολο Πέτρο, ἐπειδὴ ὁ παρορμητικὸς μαθητὴς ἀντέδρασε ζωηρὰ ἀκούγοντας τὸν Χριστὸ νὰ προαναγγέλλει τὸ ἐπικείμενο Πάθος του. Ἐνῶ ὁ Πέτρος ἔντονα τὸν ἀπέτρεπε ἀπὸ τὸν θάνατο, ὁ Χριστὸς τὸν ἄφηνε ἄφωνο λέγοvτάς του: «Πήγαινε πίσω μου, σατανᾶ, γιατί δὲν φρονεῖς ἐκεῖνα ποὺ ἀρέσουν στὸν Θεό, ἀλλὰ ἐκεῖνα ποὺ ἀρέσουν στοὺς ἀνθρώπους» (Μάρκ. 8,33).

Πῶς φρονοῦμε τὰ τοῦ Θεοῦ;

Τί σημαίνει «φρονεῖν τὰ τοῦ Θεοῦ» τὸ ἐξηγεῖ συνεχίζοντας ὁ Χριστὸς στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ σήμερα, Κυριακὴ μετὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἴσως δὲν ὑπάρχει πιὸ κατάλληλη περικοπὴ γιὰ τὸ κλείσιμο τῆς ἑορτῆς. Ὁ Χριστὸς φρονώντας τὰ τοῦ Θεοῦ «οὐχ ἑαυτῷ ἤρεσεν» (Ρωμ. 15,3), ἀλλὰ ὑπάκουσε στὸ θέλημα τοῦ Πατέρα του μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ.

Ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει τὸ φρόνημα τοῦ Θεοῦ, μόνο ὅταν ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, σηκώνοντας μὲ αὐταπάρνηση τὸν δικό του σταυρὸ τῆς ὑπακοῆς στὸ θεῖο θέλημα. «Αὐταπάρνηση» σημαίνει ὅτι θυσιάζει τὴ δική του ἐγωκεντρικὴ θέληση καὶ ἀμφισβητεῖ τὴ δική του ἐγωιστικὴ κρίση καὶ φρόνηση. Στὴ θέση τους βάζει καὶ ἐμπιστεύεται ἀπόλυτα τὸ μόνο ἀληθινὰ φιλάνθρωπο θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μόνη ἀληθινὰ φιλάνθρωπη σοφία του, ποὺ φανερώθηκαν μὲ τὴ σταυρική του θυσία. Ποιὸ ἄλλο μεγαλύτερο τεκμήριο ἀγάπης καὶ φάρμακο θεραπείας θὰ μποροῦσε νὰ περιμένει ὁ σακατεμένος ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ του ἄνθρωπος;

Ἡ σωτήρια θυσία

Χαρακτηριστικὴ περίπτωση τέτοιου «ἐπηρμένου» ἀνθρώπου εἶναι ὁ Καζαντζάκης. Στὸ βιβλίο του «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο» περιγράφει μιὰ συνάντησή του μὲ ἀσκητὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος: «Γιὰ νὰ τὸν πειράξω», λέει ὁ συγγραφέας, «τοῦ εἶπα: Ἔχασες τὸ μυαλό σου, δυστυχισμένε. Κι ἐκεῖνος μοῦ εἶπε ἕνα λόγο καὶ μὲ ἀποστόμωσε: Ἔδωκα τὸ μυαλό μου καὶ πῆρα τὸν Θεό. Ἔδωκα μία κάλπικη πεντάρα κι ἀγόρασα τὸν παράδεισο. Καὶ νὰ σοῦ πῶ καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ ξέρεις: Ἕνας μεγάλος βασιλιάς, ὄμορφος καὶ γλεντζές, συνάντησε κάποτε ἕναν ἀσκητὴ καὶ τοῦ εἶπε μὲ συμπόνια: Μεγάλη ἡ θυσία ποὺ κάνεις! Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε: Ἐσένα ἡ θυσία σου εἶναι πιὸ μεγάλη, βασιλιά μου. Γιατί ἐγὼ ἀπαρνιέμαι τὰ φαινόμενα καὶ τὰ πρόσκαιρα, ἐνῶ ἐσὺ τὰ μόνιμα καὶ αἰώνια».

Ὁ σοφὸς ἀσκητὴς μὲ παραστατικὸ τρόπο ἐπανέλαβε στὸν Καζαντζάκη τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Ὅποιος θέλει δῆθεν νὰ σώσει καὶ νὰ χαρεῖ τὴ ζωὴ του ἐγωιστικά, θὰ τὴ χάσει· θὰ χάσει τὴν πραγματική της ὀμορφιὰ καὶ χαρά. Ὅποιος ὅμως θυσιάσει τὸ ἐγωιστικό του φρόνημα καὶ ἔτσι φαινομενικὰ χάσει τὴ ζωή του, ἐξαιτίας τῆς ὑπακοῆς του σὲ μένα καὶ στὸ εὐαγγέλιό μου, αὐτὸς οὐσιαστικὰ θὰ τὴν σώσει καὶ θὰ τὴν χαρεῖ». Μπορεῖ νὰ χάσει τὰ ἀπατηλὰ καὶ πρόσκαιρα τῆς «κατὰ σάρκα» ζωῆς, ἀλλὰ θὰ κερδίσει τὰ ἀληθινὰ καὶ ἀναφαίρετα τῆς «κατὰ πνεῦμα» ζωῆς. «Κατὰ σάρκα» ζωὴ εἶναι ἡ ζωὴ ἡ ὑποδουλωμένη στὰ πάθη, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ἔχθρα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἄρα σὲ ὁριστικὸ χωρισμὸ ἀπὸ Αὐτὸν καὶ σὲ θάνατο· ἐνῶ «κατὰ πνεῦμα» ζωὴ εἶναι ἡ γεμάτη εἰρήνη ἀληθινὴ ζωή, ἡ λουσμένη εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8,21).

Τὸ καύχημα τοῦ σταυροῦ

Αὐτὴ ἡ «κατὰ πνεῦμα» ζωή, εἶναι ἡ -κατὰ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο- «ψυχή», γιὰ τὴν ὁποία τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ἀντάλλαγμα ὁ ἄνθρωπος, καὶ τὴν ὁποία, ἂν τὴν «ζημιωθεῖ» καὶ τὴν χάσει, ἔστω κι ἂν κερδίσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο, δὲν ἔχει τίποτε νὰ ὠφεληθεῖ. Καὶ φυσικὰ αὐτὴ ἡ «κατὰ πνεῦμα» ζωὴ δὲν εἶναι μία… ἄϋλη «πνευματικὴ» κατάσταση μετὰ θάνατον, ἀλλὰ τὴν ζεῖ ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ καὶ τώρα μὲ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του, «ψυχὴ τε καὶ σώματι», σηκώνοντας τὸν σταυρό του καὶ ἀκολουθώντας τὸν Χριστό.

Ἡ ἄρση τοῦ προσωπικοῦ μας σταυροῦ καὶ ἡ πορεία «ὀπίσω τοῦ Χριστοῦ» δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ ἀτομικὲς θρησκευτικότητες ἢ ἰδιωτικὲς «θεολογίες». Εἶναι ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ. Εἶναι «λύχνος καιόμενος», ποὺ πρέπει νὰ τοποθετεῖται πάνω στὸν λυχνοστάτη, γιὰ νὰ λάμπει «πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ» (Ματθ. 5,15). «Σηκώνω τὸν σταυρό μου καὶ ἀκολουθῶ τὸν Χριστὸ» σημαίνει «δὲν ντρέπομαι γιὰ τὸ ὅτι ἔχω ὁδηγό μου τὸν Ἐσταυρωμένο Κύριο τῆς Δόξης». Ἀντίθετα, καυχιέμαι γιὰ τὸν Σταυρό του καὶ ὁμολογῶ σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μου ὅτι μόνο τηρώντας τὸ θέλημά του μπορῶ νὰ σωθῶ. Ἡ ἄρνηση αὐτῆς τῆς ὁμολογίας θὰ ἔχει καὶ ἐσχατολογικὲς διαστάσεις· διότι τότε καὶ ὁ Χριστός, «ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρὸς Αὐτοῦ», θὰ ντραπεῖ νὰ μὲ ὁμολογήσει «δικό του» ἐνώπιον τοῦ Πατέρα του.

Ὁ Ἅγιος Προκόπιος, πρὶν γίνει χριστιανός, ὡς εἰδωλολάτρης ἀξιωματικὸς κυνηγοῦσε τοὺς χριστιανούς. Κάποια νύχτα, ὅμως, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀπάμεια τῆς Συρίας «σκόνταψε» μπροστὰ σ’ Ἐκεῖνον ποὺ καταδίωκε, ὅπως κάποτε καὶ ὁ διώκτης Σαῦλος. Τοῦ φανερώθηκε ἕνας φωτεινὸς σταυρὸς καὶ ἄκουσε τὸν Χριστὸ νὰ τὸν καλεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Τότε, ἀφοῦ ἔφτιαξε πρῶτα σὰν ὁδοδείκτη τῆς ζωῆς του ἕνα ὁλόχρυσο σταυρό, ἄρχισε νὰ σηκώνει κάθε μέρα καὶ πιὸ συνειδητὰ τὸν προσωπικό του σταυρὸ μὲ τέτοια αὐταπάρνηση, ὥστε στὸ τέλος ἀξιώθηκε καὶ νὰ πεθάνει μαρτυρικὰ γιὰ τὸν Χριστό. Μὲ τὶς πρεσβεῖες του, σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ, «σῶσον ἡμᾶς».

3.

Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Σταυροῦ.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὴν ἡμέρα ποὺ θυμόμαστε τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ δίνουμε ἰδιαίτερη προσοχὴ σ’ ὅ,τι εἶναι ἡ Θεϊκὴ ἀγάπη. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο ποὺ θυσίασε τὸν Μονογενῆ του Υἱό, ὥστε κανεὶς ἄνθρωπος δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονηθεῖ καὶ ν’ ἀγνοηθεῖ.

Ἂν εἶναι ἀλήθεια αὐτό, πῶς θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον; Ἂν ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς σημαίνει τόσα πολλὰ γιὰ τὸν Θεό, ἐὰν Ἐκεῖνος ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ θυσιάσει τὴν ζωή Του, ὁ θάνατός Του εἶναι εὐπρόσδεκτος- πῶς θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ φερόμαστε στὸν πλησίον μας;

Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀγαπᾶμε ἐκ φύσεως, ποὺ μὲ τόσους πολλοὺς τρόπους μοιάζουν μὲ μᾶς στὸ μυαλό, τὸ συναίσθημα – ἀλλὰ εἶναι αὐτὸ ἀγάπη; Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀγαπᾶμε αὐτὸ τὸ πρόσωπο σὰν τὸ πιὸ πολύτιμο πρόσωπο στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ δικά μου, ἐπειδὴ λαχταρῶ νὰ εἶμαι μὲ τὸν Θεό, νὰ μοιράζομαι τὶς σκέψεις Του, τὴ στάση Του ἀπέναντι στὴ ζωή.

Καὶ πόσοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν ποὺ τοὺς φερόμαστε μὲ ἀδιαφορία, δὲν εὐχόμαστε κάτι κακὸ γι’ αὐτοὺς – δὲν ὑπάρχουν γιὰ μᾶς! Ἂς ρίξουμε μιὰ ματιὰ γύρω μας σὲ τούτη τὴ συνάθροιση καὶ γιὰ μῆνες ἂς ἀναρωτηθοῦμε: «τί σημαίνει αὐτὸ τὸ πρόσωπο γιὰ μένα;» – Τίποτα· ἁπλὰ κάποιος ποὺ παρευρίσκεται στὴν ἴδια ἐκκλησία, ποὺ πιστεύει στὸν ἴδιο Θεό, ποὺ λαμβάνει τὴν ἴδια κοινωνία- καὶ λησμονοῦμε ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ λαμβάνουν τὴν ἴδια κοινωνία, ἔχουν γίνει μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ζεῖ μέσα τους, ὅτι θὰ πρέπει νὰ στραφοῦμε σ’ αὐτούς, νὰ τοὺς κοιτάξουμε, καὶ νὰ δοῦμε ὅτι ἀποτελοῦν ναὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μιὰ συνέχεια τῆς Ἐνσάρκωσης.

Ἂς θέσουμε στὸν ἑαυτὸ μας σοβαρὰ καὶ κρίσιμα ἐρωτήματα γιὰ τὸ πῶς φερόμαστε καὶ πῶς βλέπουμε τὸν διπλανό μας. Ἂς ἀφιερώσουμε ὅλη τὴν ἑβδομάδα γιὰ νὰ σκεφτοῦμε τὸ ἕνα πρόσωπο μετὰ τὸ ἄλλο καὶ ἂς ἀναρωτηθοῦμε: «ὑπάρχει ἀγάπη στὴν καρδιά μου; » Ὄχι μιὰ συναισθηματικὴ ἀγάπη, ἀλλὰ μιὰ ἀγάπη ποὺ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ κάνει ἕναν ἄνθρωπο πολύτιμο, – πολύτιμο στὸ βαθμὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ εἶμαι προετοιμασμένος νὰ δώσω τὴν ζωή μου γι’αὐτὸ τὸ πρόσωπο. Καὶ ὅταν τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα προσέλθουμε στὸ μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, ἂς φέρουμε, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ τὸ ἐρώτημα: «Ὑπάρχει γιὰ μένα ὁ πλησίον; Τί σημαίνει γιὰ μένα; » Γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι τὰ πάντα· ἐὰν γιὰ μένα δὲν εἶναι τίποτα, ποιὰ εἶναι ἡ θέση μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ἀμήν.

4.

Ὁ Ἰησοῦς προλέγει τὸ πάθος Του (Μάρκ. 8,31-9,1)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ὁ Ἰησοῦς προλέγει διὰ πρώτην φορὰν τὸ πάθος καὶ τὸν θάνατόν Του.

(Ματθ. 16,21 — 28. Μάρκ. 8,31-9,1. Λουκ. 9,22—27)

Μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης οὐδὲν εἶχεν εἴπει ὁ Κύριος περὶ τοῦ πάθους Του. «Ἀπὸ τότε» ὅτε δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ὠμολογήθη ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὅτι εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ «ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, ὅτι δεῖ αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα ἀπελθεῖν καὶ πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν Πρεσβυτέρων καὶ Ἀρχιερέων καὶ Γραμματέων καὶ ἀποκτανθῆναι καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι». Ὁ Κύριος δηλαδὴ ἀπεδείκνυε διὰ τῶν προφητῶν τὸν τόπον ὅπου ἔμελλε νὰ θυσιασθῇ, τὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου προσεφέροντο αἱ θυσίαι, τὸ ἀπαραίτητον τοῦ πάθους Του «δεῖ παθεῖν». Ὁ Χριστὸς ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ πάθῃ λόγῳ τῆς ἐχθρότητος τῶν ἀνθρώπων, τῆς μὴ ἀντιστάσεως του εἰς τὴν βίαν αὐτῶν καὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ θάνατός Του ἀπετέλει τὸ κεντρικὸν σημεῖον ἐν τῇ Ἀπολυτρώσει. Καὶ τέλος προέλεγε τὴν τριήμερον ἀνάστασίν Του. «Καὶ παρρησίᾳ τὸν λόγον ἐλάλει» καθαρὰ καὶ μετὰ θάρρους δηλαδὴ ἐνώπιον τῶν μαθητῶν ἔλεγε ταῦτα, ἐνῷ μέχρι τώρα ὑπαινιγμοὺς μόνον ἔκαμε περὶ τοῦ πάθους Του. Ἰωὰν 2,19. 3,14—16. Ματθ. 9,15. Πρεσβύτεροι, ἀρχιερεῖς καὶ Γραμματεῖς ἦσαν τρεῖς τάξεις τοῦ Μεγ. Ἰουδαϊκοῦ Συνεδρίου, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν παραδώσουν εἰς τὸ πάθος. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ Τὸν γνωρίσουν ὡς Μεσσίαν, Τὸν θανατώνουν ὡς κακοῦργον!

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος σκανδαλισθείς, διότι ὁ τόσον ἔνδοξος Χριστὸς θὰ πάθῃ πολλὰ καὶ θὰ ἀποθάνῃ «προσλαβόμενος Αὐτὸν» λαβών δηλαδὴ τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τὸ χέρι ἤ ἀπὸ τὸ ἔνδυμά Του κατὰ μέρος ἐκ σεβασμοῦ ἰδιαιτέρως «ἤρξατο ἐπιτιμᾶν Αὐτῷ λέγων˙ ἵλεώς σοι Κύριε˙ οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο». Ὁ Πέτρος δηλαδὴ ἐπιπλήττει τὸν Χριστόν, διότι εἶπεν, ὅτι θὰ πάθῃ καὶ πρέπει νὰ πάθῃ καὶ ταυτοχρόνως παρακαλεῖ τὸν Θεόν, ὅπως φανῇ ἵλεως, εὐμενὴς πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ μὴ ὑποστῇ τὸ πάθος τοῦτο. Ὁ Πέτρος σκανδαλισθείς γίνεται σκάνδαλον εἰς τὸν Χριστόν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συνιστᾷ εἰς Αὐτὸν πράγματα ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ γίνουν, νὰ μὴ πάθῃ δηλαδὴ ὁ Χριστός. Ἀποτέλεσμα τούτου θὰ ἦτο νὰ μὴ ἀπολυτρωθῇ τὸ ἀνθρώπινον γένος. Ἡ συμβουλὴ ἑπομένως αὕτη τοῦ Πέτρου ἦτο σατανική.

Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ὀλίγον ὄπισθεν τοῦ Κυρίου ἄλλοι μαθηταὶ ἤκουσαν τὴν σύστασιν ταύτην τοῦ Πέτρου, ὁ Κύριος «στραφείς καὶ ἰδὼν τοὺς μαθητάς αὐτοῦ ἐπετίμησε τῷ Πέτρῳ καὶ λέγει˙ ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ, σκάνδαλόν μου εἶ, ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων». Ὅπως ὁ Διάβολος πειράζων τὸν Ἰησοῦν ἐν ἐρήμῳ ὑπέδειξεν εὔκολον καὶ σύντομον ὁδὸν τῆς ζωῆς Του, τὴν ὁδὸν τῆς θαυματουργίας καὶ οὐχὶ τῆς ὑπομονῆς τῶν θλίψεων, ἵνα φανῇ, ὅτι εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ὁμολογῶν Αὐτὸν υἱὸν Θεοῦ δὲν ἐπιθυμεῖ τὸ πάθος Του, εἶναι Σατανᾶς. Διά τοῦτο λέγει ὁ Χριστὸς πρὸς αὐτόν. Φύγε ἀπ’ ἐδῶ Σατανᾶ, ἐμπόδιον μοῦ ἔγινες, διότι δὲν φρονεῖς τὴν διὰ τοῦ πάθους Μου ἀπολύτρωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὴν ὁποίαν ὁ Πατὴρ ἀπεφάσισεν, ἀλλὰ ἀνθρωπίνως σκεπτόμενος θεωρεῖς τὸ πάθος καὶ τὴν θλίψιν ὡς μειωτικὰ Ἐμοῦ ὡς Μεσσίου ἐξ ἀδυναμίας ἀνθρωπίνης δῆθεν προερχόμενα. Οὕτω ἡ πέτρα ὁμολογίας ὁ Πέτρος γίνεται πέτρα σκανδάλου εἰς τὸν οἰκοδόμον Χριστόν! Πόση ἡ ἀδυναμία τοῦ Πέτρου ὡς ἀνθρώπου!

Ὁ Κύριος, ἵνα δώσῃ περισσότερον τόνον εἰς τὸ πάθος Του «προσκαλεσάμενος» τὸν εἰς ἀπόστασιν τινα εὑρισκόμενον λαὸν «σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ» λέγει: Ὄχι ἐγὼ μόνον πρέπει νὰ πάθω καὶ νὰ σταυρωθῷ, ἀλλὰ καὶ σεῖς. Καὶ συγκεκριμένως˙ «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ’ ἡμέραν καὶ ἀκολουθήτω μοι». Ἂν θέλετε δηλαδὴ νὰ εἶσθε μαθηταί Μου, πρέπει νὰ σηκώσητε ἕκαστος ἐξ ὑμῶν τὸν ἰδιαίτερόν του σταυρόν, καθημερινῶς θέτων εἰς ἐφαρμογὴν τὴν διδασκαλίαν Μου. Ἄρνησις τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι ἀπομάκρυνσις παντὸς τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεόν. Σήκωμα τοῦ σταυροῦ μας εἶναι ὁ βαθμὸς τῆς ἀρνήσεως τοῦ ἑαυτοῦ μας ἡ ὑπομονὴ δηλ. τῶν βασάνων μας μέχρι θανάτου. Ἀκολούθησις τοῦ Χριστοῦ εἶναι νὰ ὑποφέρωμεν καὶ ὑπομένωμεν ὄχι δι’ ἄλλην τινὰ αἰτίαν ὡς κακοποιοί, ἀλλὰ ὡς ἐνάρετοι ὅπως ὑπέφερε καὶ ὁ Χριστὸς βαδίζοντες εἰς τὰ ἴχνη Αὐτοῦ.

Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀπάρνησις τῶν ἁμαρτωλῶν μας ὀρέξεων πίπτει πολὺ βαρεῖα εἰς τὴν ἀνθρώπινην φιλαυτίαν, ὁ Κύριος προβάλλει πρὸς ὑπερνίκησιν ταύτης τὸ μέλλον Δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ κριθῶμεν. Φροντίζει μὲ τὸν φόβον ἐκείνου τοῦ Δικαστηρίου νὰ νικήσῃ τὸν ἐπίγειον φόβον καὶ λέγει: «ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν, ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν Ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου σώσει αὐτήν». Ἐνταῦθα ἡ λέξις ψυχὴ ἔχει δύο ἐννοίας. Σημαίνει τὴν ἐδῶ ζωὴν καὶ τὴν ἐκεῖ αἰωνιότητα. Ἑπομένως ὅποιος θελήσει ὑπακούων εἰς τὴν φιλαυτίαν του νὰ μὴ θυσιάσῃ τὴν ζωὴν του χάριν τῆς ἀληθείας, οὗτος «ἀπολέσει τὴν ψυχὴν» θὰ κατακριθῇ ὑπὸ τοῦ Θείου Δικαστηρίου καὶ θὰ χάσῃ τὴν ἐκεῖ αἰωνίαν μακαριότητα. Ὅποιος ὅμως θυσιάσει τὴν ζωὴν του χάριν τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου «οὗτος σώσει τὴν ψυχὴν αὐτοῦ» θὰ κερδίσῃ τὴν αἰωνίαν μακαριότητα.

Ὁ Κύριος συνεχίζων τὸν λόγον του, ὅτι πρέπει νὰ θυσιασθῶμεν ἐδῶ χάριν τῆς ἄλλης μακαριότητος, φέρει τὰς δύο ὑπάρξεις μας παροῦσαν καὶ μέλλουσαν καὶ λέγει: «τί γὰρ ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδίσῃ τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσας ἤ ζημιωθείς;» Τί σημασίαν δηλαδὴ ἔχει ἐὰν κερδίσωμεν ὄχι μόνον τὴν ζωὴν μας ἀποφεύγοντες τὸν μαρτυρικὸν θάνατον χάριν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸν παρόντα κόσμον μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά του, κατακριθῶμεν ὅμως βάσει μικρᾶς ἤ μεγάλης ἁμαρτίας ὑπὸ τοῦ Θείου Δικαστηρίου; «ἤ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» Ἡ αἰωνία ψυχὴ μας εἶναι ἀνωτέρα ὅλου τοῦ κόσμου, ὥστε οὐδὲν ἀντάλλαγμα αὐτῆς ὑπάρχει!

Ὁ Κύριος παρουσιάζει ἐν συνεχείᾳ τὸν φόβον ἤ τὴν λαμπρότητα τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου, ὅπου θὰ δικασθῇ τὸ πολυτιμότερον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἡ ψυχή μας, ἵνα νικήσῃ τὸν φόβον τοῦ ἐπιγείου μαρτυρικοῦ θανάτου καὶ λέγει: «ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ μὲ καὶ τοὺς ἐμούς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν, ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων καὶ τότε ἀποδώσει ἐκάστῳ κατὰ τὴν πράξιν αὐτοῦ». Ὁ Κύριος ὀνομάζει τὴν γενεὰν ταύτην μοιχαλίδα, διότι ζῇ ἐν ἁμαρτίᾳ καὶ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ εὑρισκομένη ἔχει πάρει διαζύγιον ἀπὸ τὸν Θεόν. Ὁ Χριστὸς θὰ ἐντραπῇ τότε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ Τὸν ἐντραποῦν ἐδῶ. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δειλιάσουν ἐδῶ, θὰ δοξασθοῦν ἐκεῖ. Ὅσος εἶναι ὁ τρόμος τῶν καταδικαζομένων, ἄλλη τόση θὰ εἶναι ἡ δόξα τῶν ἀμειβομένων ἐκεῖ, ὅπου ἕκαστος θὰ ἀμειφθῇ δικαίως.

Ὁ Κύριος περιγράφει ἐκτενέστερον τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο καὶ λέγει: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἐστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει». Περὶ τίνος πρόκειται ἐνταῦθα; Ἰδού! Ἡ μέλλουσα κρίσις θὰ γίνῃ κατὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ὡς λίαν ἀπομεμακρυσμένη δὲν θὰ ἴδῃ οὐδένα ἐκ τῶν ζώντων τότε Ἀποστόλων. Ἀλλὰ ἡ Μεσσιανικὴ ἐποχὴ καὶ ἑπομένως καὶ τὸ Μεσσιανικὸν θεῖον Δικαστήριον ἐκτείνεται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίου μέχρι τέλους κόσμου. Δύο μεγάλαι δίκαι καὶ καταδίκαι θὰ λάβωσι χώραν κατὰ τὴν Μεσσιανικὴν ταύτην περίοδον. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν δίκην καὶ καταδίκην τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ κεῖται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Μεσσιανικῆς περιόδου ταύτης. Ἡ πρώτη εἶναι εἰκὼν τῆς δευτέρας. Ἡ πρώτη δίκη καὶ καταδίκη εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλήμ, ἥτις ἔγινε τὸ 70 μ.Χ. Κατὰ τὴν καταστροφὴν ταύτην ἔζων τινὲς τῶν Ἀποστόλων καὶ ἐκ τοῦ λαοῦ τοῦ παρευρισκομένου μετὰ τοῦ Ἰησοῦ. Κατὰ ταύτην ἦλθεν «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐν δυνάμει», διότι ἐφάνη ἡ θαυματουργικὴ δύναμις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλησίας καθ’ ὅσον ἡ μὲν Ἱερουσαλὴμ κατεστράφη τιμωρηθεῖσα, ἡ δὲ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἐξηπλώθη εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον. Μικρὰ εἶναι ἡ δύναμις αὕτη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Κάθε ἄλλο!

Ἰδοὺ τὸ τρομερὸν δικαστήριον, ἡ ἅλωσις τῆς Ἱερουσαλήμ! Ἑπομένως, λέγει ὁ Κύριος, νικήσατε τὸν φόβον τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου χάριν ἐμοῦ, μὲ τὸν φόβον τοῦ μέλλοντος τρομεροῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ πέραν τοῦ κόσμου τούτου καὶ τοῦ ὁποίου εἰκὼν εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλήμ, τῆς ὁποίας τινὲς ἐξ ὑμῶν τῶν Ἀποστόλων καὶ παρισταμένων θὰ γίνετε αὐτόπται μάρτυρες.

Θέμα: Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου καὶ ἡμῶν

Ἐνταῦθα ὁ λόγος εἶναι περὶ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡμῶν.

Καὶ Α. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Τρία πρόσωπα εἶναι σπουδαῖα ἐνταῦθα. Ὁ Χριστός, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος καὶ ὁ Διάβολος. Ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πέτρος εἶναι τὰ ἁγιώτερα πρόσωπα εἰς τὴν γῆν καὶ τὸν Οὐρανόν. Ὁ Διάβολος εἶναι τὸ βρωμερώτερον πρόσωπον ἐδῶ καὶ εἰς τὸν ἄλλον κόσμον. Ὁ Χριστὸς ὀνομάζει τὸν Ἀπόστολον Πέτρον Διάβολον! Πόσον τρομερὸν εἶναι τὸ πρᾶγμα, ἂν σκεφθῶμεν, ὅτι ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ὠνομάσθη διάβολος, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ σταυρωθῇ ὁ Χριστὸς ἀπὸ ἀγάπην του πρὸς Αὐτόν. Ὀνομάζει δὲ ὁ Χριστὸς τὸν Ἀπόστολον Πέτρον διάβολον, διότι εἶχε μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ σταυρωθῇ, ἵνα ἐξιλεώσῃ ἡμᾶς ἔναντι τοῦ Πατρὸς του διὰ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα τοῦ Ἀδάμ. Ἐρωτᾶται ὅμως. Διατὶ ἔχει τόσην ἐπιθυμίαν νὰ σταυρωθῇ ὁ Χριστός, ὥστε ὀνομάζει τὸν Ἀπόστολον Πέτρον διάβολον καὶ δὲν συγχωρεῖ τὸ ἁμάρτημά μας διὰ λόγου, ἀλλὰ δὶ’ αἵματος σταυρικοῦ; Ἰδού! Μὲ τὸν σταυρικὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ φαίνονται δύο ἀντίθετα πράγματα τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου.

Πρῶτον τοῦ Θεοῦ. Δία τοῦ σταυρικοῦ θανάτου φαίνονται ἡ αὐστηρότης τῆς θείας δικαιοσύνης καὶ ἡ θεία εὐσπλαγχνία. Ἡ Δικαιοσύνη του! Δὲν ἦτο ἄλλος καταλληλότερος τρόπος ἐκφράσεως τῆς θείας δικαιοσύνης ἐν τῇ ὑψίστῃ αὐστηρότητι παρὰ διὰ μίαν μόνην ἁμαρτίαν τῶν πρωτοπλάστων καὶ ἐκείνην πρὸ χιλιάδων ἐτῶν καὶ κατὰ πρώτην φορὰν γενομένην καὶ εἰς μορφὴν μικρᾶς βαρύτητος—βρῶσις ἀπηγορευμένου καρποῦ!—νὰ ὑποστῇ ὁ μονογενής Του Υἱὸς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, τὸν θάνατον καὶ τοῦτον ἐν τῇ ἀτιμωτικῇ καὶ πολυωδύνῳ μορφῇ τοῦ σταυροῦ! Ἀλλὰ ταυτοχρόνως δὲν ὑπάρχει καλλίτερος τρόπος ἐκφράσεως τῆς θείας εὐσπλαγχνίας πρὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ μὴ πάθῃ τίποτε ἀπὸ τὴν ποινὴν ταύτην ὁ ἁμαρτήσας ἄνθρωπος ἀλλὰ ὁ ἀναμάρτητος Ἰησοῦς, ἡμεῖς δὲ νὰ σωζώμεθα δωρεὰν οὐχὶ διὰ λόγου, ἀλλὰ διὰ τοῦ αἵματος τοῦ σταυρωθέντος Ἰησοῦ. Ὥστε μὲ τὸν σταυρικὸν θάνατον Του ὁ Χριστὸς ἔδειξε τὴν αὐστηρότητα τῆς θείας δικαιοσύνης κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν μεγάλην Του ἀγάπην πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς. Πόσον ἐπιτυχὴς καὶ ἀνάγλυφος εἶναι ὁ τραγικὸς συνδυασμὸς τῶν δύο ἰδιοτήτων τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνης καὶ ἀγάπης ἐν τῷ σταυρῷ!

Δεύτερον. Τοῦ ἀνθρώπου: Ὁ Σταυρὸς ὅμως τοῦ Κυρίου συνδυάζει καὶ ζυγίζει καὶ δύο ἄλλας ἀντιθέσεις, αἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὸν ἄνθρωπον, τὴν βρωμιά του καὶ τὸ μεγαλεῖον του. Βρωμιὰ εἶναι αἱ ἁμαρτίαι του καὶ μεγαλεῖον του εἶναι ἡ ἀξία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Πόσον βαρεῖα εἶναι καὶ τί ζυγίζει ἡ ἁμαρτία, μία ζυγαριὰ μόνον ἠδύνατο νὰ τὰ ζυγίσῃ, ἕνας μεγάλος ζυγιστὴς ἠδύνατο νὰ κρατήσῃ εἰς τὸ χέρι του τὴν ζυγαριὰν αὐτὴν καὶ εἰδικὰ δράμια ἔπρεπε πρὸς τοῦτο νὰ εὑρεθῶσι. Καὶ αὐτὰ εἶναι: Ζυγὸς μὲν ὁ Σταυρός, ζυγιστὴς ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς καὶ δράμια τὸ αἷμα Του! Δὲν ὑπάρχει βαρύτερον πρᾶγμα ἀπὸ τὸν σταυρόν, δὲν ὑπάρχει δυνατώτερος ἀπὸ τὸν Θεόν. Δὲν ὑπάρχουν ἐλαφρότερα δράμια, ὥστε νὰ ζυγίζουν καὶ τὰ ἐλάχιστα βάρη, βαρύτερα δράμια, ὥστε νὰ ζυγίζουν μεγάλα βάρη ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὰ τρία αὐτὰ ἐζύγισαν τὴν μίαν, τὴν πρώτην τὴν πρὸ χιλιάδων ἐτῶν ἁμαρτίαν καὶ ἐχύθη τόσον καὶ τοιοῦτον αἷμα. Πόσον βαρεῖα εἶναι ἡ ἁμαρτία!

Ἀλλὰ ὁ σταυρὸς δηλοῖ καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ἰδοὺ πῶς! Προκειμένου νὰ καθαρίσωμεν οἱονδήποτε ὕφασμα ἐξετάζομεν πόσον θὰ μᾶς στοιχίσουν τὰ καθαριστικά. Ἑπομένως ἀπὸ τὴν ἀξίαν τοῦ καθαριστικοῦ μέσου ἐξάγεται ἡ ἀξία τοῦ καθοριζομένου ὑφάσματος. Καὶ ἐδῶ καθαρτήριον μέσον εἶναι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Καθαριζόμενον πρᾶγμα ἡ ψυχή μας. Ἄπειρη εἶναι ἡ ἀξία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ; Ἄπειρη εἶναι καὶ ἡ ἀξία τῆς ψυχῆς μας. Ὥστε ἰδοὺ ὁ σταυρὸς δεικνύει τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρώπου!

Ἑπομένως ὁ σταυρὸς δηλοῖ πόσον δίκαιος καὶ ἀγαθὸς εἶναι ὁ Θεός, πόσον βάρος ἔχει ἡ ἁμαρτία καὶ ἀξίαν ὁ ἄνθρωπος!

Β.Οἱ ἰδικοὶ μας σταυροί; Τὸ ἴδιον καὶ οὗτοι φανερώνουν: Τὴν ἀγάπην καὶ δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀξίαν καὶ τὴν βρωμιάν μας. Καὶ συγκεκριμένως. Ἔχεις κι σὺ τὰ σταυρουλάκια σου: Πτωχείαν, ἀσθένειαν, γείτονα κακόν, νοικάρην ὀχληρόν, ἀδελφὸν καὶ συγγενῇ ἰδιότροπον, ἄνδρα ἤ γυναῖκα τύραννον, φίλον συκοφάντην, συνάδελφον κουτσομπόλην ἤ ὑβριστὴν κ.λ.π. Μέσα εἰς αὐτὰ θὰ φανῇ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀξία σου καὶ ἡ βρωμιά σου. Πράγματι! Πότε ὁ Θεὸς θὰ δείξῃ τὴν ἀγάπην Του πρὸς ἐσέ; Ὅταν εἶσαι πτωχός, ἀσθενής, ὅταν ἔχῃς γείτονα ὀχληρόν, ὅταν ἀδικῆσαι ἀπὸ τὸν ἄνδρα σου, τὴν γυναῖκα σου, τὸν φίλον σου, τὸν συνάδελφόν σου. Ὅταν δὲν ἀδικῆσαι, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐκδηλωθῇ τόση ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! Πότε σὺ χαϊδεύεις τὸ μάτι σου, τὸ χέρι σου, τὸ πόδι σου; Ὅταν ἔχῃ πληγὴν τινα. Πότε ἡ μητέρα φιλεῖ τὸ παιδί της καὶ ἐκδηλοῖ τὴν ἀγάπην της; Ὅταν ἀσθενῇ. Τὸ ἴδιον κάμνει καὶ ὁ Θεὸς πρὸς ἡμᾶς, ὅταν ὑποφέρωμεν.

Εἰς τοὺς σταυρούς μας δὲν φαίνεται μόνον ἡ ἀγάπη Τοῦ ἀλλὰ καὶ ἡ δικαιοσύνη Του. Πόσοι ἀπὸ τοὺς σταυροὺς αὐτοὺς εἶναι τιμωρία μας! Σὲ κουτσομπολεύει αὐτή, διότι καὶ σὺ κάποιον ἄλλον ἐκουτσομπόλευσες. Σὲ συκοφαντεῖ ἐκεῖνος, διότι καὶ σὺ εἰς κἄποιον λόγον συκοφαντίας ἐξετόξευσες,. Εἶσαι ἀσθενής; Ἀποκλείεται, ὥστε ἀπὸ τῶν πολλῶν σου ἁμαρτιῶν νὰ ἀσθενῇ τὸ σῶμα; Εἶσαι πτωχός; Ἀποκλείεται ἡ τεμπελιά, ἡ σπατάλη νὰ σὲ ἔφερον εἰς τὸ σημεῖον αὐτό; Εἶναι τύραννος ὁ ἄνδρας σου; Ποῦ ξέρω ἂν τὸν βασανίζῃς καὶ σὺ μὲ τοὺς ἰδικούς σου γυναικείους τρόπους; Εἶσαι ἐν τάξει εἰς αὐτὰ καὶ ἀδικεῖσαι; Αἴ, τότε θὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς σέ.

Ἀλλὰ εἰς τοὺς σταυροὺς αὐτοὺς φαίνεται ἡ βρωμιά μας καὶ ἡ ἀξία μας Ἐπάνω εἰς τὴν πίεσιν τῆς ἀδικίας, τῆς συκοφαντίας, τῆς πτωχείας, τῆς ἀσθενείας, θὰ ξεράσῃς ὅ,τι ἔχεις μέσα σου κατὰ τοῦ γείτονός σου, τοῦ ἰδιοκτήτου σου, τοῦ νοικάρη, τοῦ φίλου, τοῦ συναδέλφου σου, τῆς φίλης. Τότε θὰ δείξῃς καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς ψυχῆς σου διὰ τῆς ὑπομονῆς εἰς τὴν πτωχείαν καὶ νόσον, διὰ τῆς μεγαλοκαρδίας σου εἰς τοὺς συκοφάντας σου, διὰ τῆς σιωπῆς εἰς τὰς ἐξάψεις τοῦ θυμοῦ τοῦ ἀνδρός σου, διὰ τῆς συγγνώμης σου πρὸς τοὺς βλάψαντάς σε, γενικῶς διὰ τῆς προσπαθείας σου νὰ ῥίπτῃς νερὸ καὶ ὄχι λάδι στὴ φωτιά. Ἰδοὺ καὶ οἱ ἰδικοὶ μας σταυροί, καθρέπται τῆς ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, τῆς βρωμιᾶς καὶ τοῦ μεγαλείου μας! Ἰδοὺ διατ’ ὁ Χριστὸς τόσον πολὺ ἐπεθύμει νὰ σταυρωθῇ, ὥστε νὰ εἴπῃ τὸν Πέτρον, ὅστις τοῦ συνέστησε νὰ μὴ σταυρωθῇ, Διάβολον. Ἰδοὺ διατὶ συνέστησεν, ὅτι πρέπει νὰ προσέχωμεν εἰς τοὺς σταυρούς μας, ὥστε νὰ ὑπομένωμεν αὐτούς.

Παράδειγμα σπουδαιότατον καὶ εἰκὼν φωτεινότατη, πόσον ἡ θλίψις ἐξαγνίζει τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀναδεικνύει τὸν Θεόν, εἶναι ὄχι μόνον τῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν βασάνων ἐξελαμπικαρίσθησαν ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν κατακλυσμόν. Κατὰ τὸν κατακλυσμὸν δηλαδὴ τοῦ Νῶε, ὅσον ὁ κατακλυσμὸς ἐμεγάλωνε, τόσον ἡ κιβωτὸς τῶν 8 δικαίων ψυχῶν ἀνυψοῦτο εἰς ὑψηλότερον ὕψος. Ὅσον περισσότεροι ἀσεβεῖς ἐπνίγοντο, τόσον ἡ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας τῶν δικαίων ἤγγιζε πρὸς τὸν Οὐρανόν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι ἐκφραστικωτάτη εἰκὼν τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀγάπης Του πρὸς τοὺς δικαίους καὶ δεῖγμα τῆς ἀνθρωπίνης βρωμιᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀξίας, ἀφοῦ 8 ἄνθρωποι ἐσώθησαν μέσα εἰς τόσην κοσμοχαλασιά.

Μία ἀπορία. Εἶπεν ὁ Χριστὸς τὸν Ἀπόστολον Πέτρον Σατανᾶν. Ἑπομένως ἐπιτρέπεται καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν τὸν ἄλλον Σατανᾶν ἤ νὰ διαβολοστείλωμεν ἄλλον ἄνθρωπον; Ἀπαντῶ. 1) Ὁ Χριστὸς θὰ στείλῃ εἰς τὸν Διάβολον κατὰ τὴν μεγάλην Κρίσιν, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν αὐτὸν διὰ τοῦ «ὑπάγετε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἠτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Ἑπομένως ὁ Χριστὸς ἔχει δικαίωμα νὰ στείλῃ ἀνθρώπους, ὑπηρέτας τοῦ Σατανᾶ, εἰς τὸν Σατανᾶν, διότι ἡ παγγνωσία του γνωρίζει ἂν ὁ Α εἶναι διάβολος ἤ ἀξίζει νὰ πάῃ εἰς τὸν διάβολον, ἐνῷ ἡμεῖς οὔτε γνῶσιν οὔτε δικαίωμα ἔχομεν. 2) Ὁ Χριστὸς εἶπε τὸν Ἀπόστολον Πέτρον Σατανᾶν, διότι τοῦ εἶπε νὰ μὴ σταυρωθῇ. Σὺ ὅμως λέγεις τὸν ἄλλον Σατανᾶν, διότι σὲ σταυρώνει. Πόση διαφορά!

5.

Ὄχι ἐπανάσταση, ἀλλὰ ἀνάσταση.

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Ἡ περασμένη Κυριακὴ ἦταν ἡ Κυριακὴ «πρὸ τῆς Ὑψώσεως», ἡ αὐριανὴ εἶναι ἡ Κυριακὴ «μετὰ τὴν Ὕψωσιν». Ἐκείνη ἦταν τὸ προανάκρουσμα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Σταυροῦ, ἡ αὐριανὴ εἶναι ὁ ἀπόηχος τῆς ἑορτῆς ποὺ πέρασε. Ἡ ἑορτὴ τοῦ Σταυροῦ πέρασε κι ἡ Ἐκκλησία ἐξακολουθεῖ νὰ κάνει λόγο γιὰ τὸ Σταυρό· ὁ Ἀπόστολος καὶ τὸ Εὐαγγέλιο αὔριο καὶ πολλὰ τροπάρια ὑπόθεση ἔχουν τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ ὅλη ἡ Ἐκκλησία κι ἡ θεία λατρεία κι ἡ πίστη μας κι ἡ ζωὴ μας εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου· ὁ Σταυρὸς κι ἡ Ἀνάσταση, ποὺ εἶναι οἱ δύο ὄψεις τοῦ ἴδιου πράγματος, καθὼς τὸ ψάλλομε τὸ Μέγα Σάββατο· «Δόξα, Κύριε, τῷ Σταυρῷ σου καὶ τῇ Ἀναστάσει σου».

Υποβολή

Εἶναι μεγάλη μας τιμὴ ποὺ εἴμαστε χριστιανοί· μεγάλη μας τιμὴ καὶ μεγάλη μας εὐθύνη. Γιατί ὁ χριστιανὸς δὲν εἶναι μόνο ἕνα ὄνομα κι ἕνας τίτλος, ἀλλὰ εἶναι κι ἕνας σταυρὸς κι ἕνα χρέος. Ὄχι κάθε σταυρός, ἀλλὰ ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου. Γιατί οἱ ἄνθρωποι σηκώνουν πολλοὺς σταυροὺς καὶ γιὰ πολλὰ πράγματα στὸν κόσμο δίνουν τὴ ζωή τους, τάχα πὼς αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος τους. Μὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε· «ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου». Αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς ἕνα εἶναι τὸ χρέος, ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ Χριστός· κι ἕνας εἶναι ὁ σταυρὸς ποὺ σώζει, ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου.

Θέλοντας οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν καὶ βρίσκοντας πὼς ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἶναι βαρὺς κι ὁ λόγος του κι ἐκεῖνος σκληρός, φτιάχνουν καὶ φορτώνονται δικούς τους σταυροὺς καὶ δυσβάστακτα χρέη, κάτω ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀγκομαχοῦν καὶ πεθαίνουν. Μὰ ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ «χρηστὸς ζυγὸς» καὶ τὸ «ἐλαφρὸν φορτίον», καθὼς ὁ ἴδιος τὸ βεβαιώνει· καὶ οἱ ἐντολὲς του «βαρεῖαι οὐκ εἰσίν», καθὼς ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μαρτυρεῖ.

Ἐδῶ κρύβεται κάποιο μυστικὸ καὶ τὸ μυστικὸ εἶναι, καθὼς πάλι ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μαρτυρεῖ, ὅτι «πᾶν τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾶ τὸν κόσμον». Αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δυναμώνει τοὺς πιστοὺς γιὰ νὰ σηκώσουν τὸ Σταυρὸ καὶ νὰ τηρήσουν τὶς ἐντολές. Οἱ σταυρωτές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀγγάρεψαν τὸ Σίμωνα τὸν Κυρηναῖο «ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ»· τώρα ὁ Ἰησοῦς Χριστός, σὰν ἀντὶ γιὰ κεῖνο τὸ καλό τοῦ Σίμωνα, βοηθᾶ κάθε πιστό, γιὰ νὰ σήκωση τὸ σταυρό του.

Αὐτὸς ὁ σταυρὸς δὲν εἶναι ἕνας λόγος, ἕνα ἐξωτερικὸ σημάδι ἢ στολίδι τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ εἶναι ὅλη ἡ χριστιανικὴ πίστη. Γιατί Ἐκκλησία θὰ πεῖ σταυρὸς ἢ ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος πρὸς Κορινθίους, «Χριστὸς ἐσταυρωμένος». Ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἐμπιστοσύνη μόνο στὰ μάτια τους, ἕνα τέτοιο κήρυγμα τὸ βλέπουν πὼς εἶναι σκάνδαλο. Κι ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν μόνο στὸ μυαλό τους καὶ στὴ λογικὴ τὸ θεωροῦν μωρία. Ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ ἀποστόλου Παύλου τέτοια στάση πῆραν πολλοὶ μπροστὰ στὸ Σταυρό. Μὰ ὁ Σταυρὸς εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς πίστεως, κι ὁ σταυρωμένος Χριστὸς εἶναι ἡ δύναμη κι ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ· «Ἰουδαῖοι», γράφει ὁ Ἀπόστολος πρὸς Κορινθίους, «Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν». Δὲν ἔχομε κι ἐμεῖς νὰ ποῦμε περισσότερο γιὰ τὸ Σταυρὸ καὶ γιὰ τὸν ἐσταυρωμένο Χριστὸ παρὰ νὰ ἐπαναλάβουμε τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου, μεταφρασμένα στὴ γλώσσα μας. Οἱ Ἰουδαῖοι, λέγει, θέλουν θαύματα καὶ οἱ Ἕλληνες ζητοῦν σοφία, ὅμως ἐμεῖς κηρύττομε Χριστὸ σταυρωμένο. Αὐτὸ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους εἶναι σκάνδαλο καὶ γιὰ τοὺς Ἕλληνες εἶναι μωρία, ἀλλὰ γιὰ κείνους ποὺ δέχονται τὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐσταυρωμένος Χριστὸς εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ.

Καὶ τότε καὶ τώρα καὶ πάντα ὁ ἐσταυρωμένος Χριστὸς εἶναι τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας πρὸς ἕναν κόσμο, ποὺ δὲν βλέπει τίποτε παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι βλέπουν τὰ μάτια καὶ δὲν πιστεύει τίποτε περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι χωράει τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Χριστὸς μίλησε καθαρὰ καὶ τὰ λόγια του αὐτὰ εἶναι ὅλο τὸ νόημα τοῦ σταυροῦ καὶ τοῦ κηρύγματος γιὰ τὸ σταυρό. Ὅποιος, λέγει, θέλει νὰ τὸν ἀκολουθήσει πρέπει νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του κι ὕστερα νὰ σηκώσει τὸ σταυρό του. Ἔτσι κι ὁ Χριστὸς ἀπαρνήθηκε τὸν ἑαυτό του καὶ σήκωσε τὸ σταυρό του· κι ὄχι μόνο τὸν σήκωσε, μὰ καὶ ἀνέβηκε σ’ αὐτὸν σὰν σὲ βασιλικὸ θρόνο καὶ πέθανε καρφωμένος ἐπάνω σ’ αὐτόν. Γιατί αὐτὸ εἶναι νὰ ἀπαρνηθεῖς τὸν ἑαυτό σου, νὰ μὴν ἔχεις δικό σου θέλημα, ἀλλὰ νὰ εἶσαι παραδομένος στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· νὰ μὴ ζεῖς ἐσύ, ἀλλὰ νὰ ζεῖ μέσα σου ὁ Χριστός, καθὼς τὸ αἰσθανόταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ τὸ ἔγραφε πρὸς τοὺς χριστιανοὺς τῆς Γαλατίας «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». Εἶμαι σταυρωμένος μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, καὶ δὲν ζῶ πιὰ ἐγώ, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Αὐτὰ εἶναι λόγια μοναδικὰ καὶ ἀνεπανάληπτα· καὶ δὲν εἶναι λόγια, ἀλλὰ ἡ μαρτυρία ἑνὸς ἄνθρωπου, ποὺ ἔχει ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του καί, «δεδεμένος τῷ Πνεύματι», σηκώνει τὸ σταυρό του κι ἀκολουθεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Οἱ ἄνθρωποι στὸν καιρὸ μας αὐτὲς τὶς καταστάσεις κι αὐτὰ τὰ λόγια δὲν τὰ καταλαβαίνομε· κι ὄχι μόνο αὐτό, μὰ καὶ δὲν μποροῦμε καὶ δὲν θέλομε νὰ τὰ ἀκοῦμε. Δὲν μᾶς συγκινοῦν καὶ δὲν μᾶς ἐμπνέουν, καὶ τὰ θεωροῦμε ἀνάξια γιὰ νὰ τὰ προσέξουμε. Εἴμαστε οἱ ψυχικοὶ ἄνθρωποι, γιὰ τοὺς ὁποίους γράφει ὁ Ἀπόστολος· «Ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστι…». Ψυχικὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζεῖ καὶ σκέφτεται χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ διανοητικὸς ἄνθρωπος ποὺ θεοποιεῖ τὴ σκέψη του, ὁ χωρὶς πνεῦμα Θεοῦ ἄνθρωπος, ποὺ ὅλα τὰ βλέπει καὶ τὰ κρίνει μὲ τὸ μέτρο τῆς φυσικῆς καὶ ὑλικῆς πραγματικότητας· γι’ αὐτὸν ὅ,τι λέγει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι μωρία, πράγματα ἀνάξια προσοχῆς.

«Χριστῷ συνεσταύρωμαι…» γράφει ὁ Ἀπόστολος· εἶμαι σταυρωμένος μαζὶ μὲ τὸ Χριστό. Καὶ τί εἶναι τάχα νὰ σταυρώσω τὸν ἑαυτό μου; Ὄχι σὲ ὁποιοδήποτε σταυρό, γιατί πολλοὺς σταυροὺς μποροῦν νὰ σηκώσουν οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλὰ νὰ σηκώσω τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, νὰ σταυρωθῶ μαζὶ μὲ τὸ Χριστό. Αὐτὸ θὰ πεῖ νὰ καρφώσω μέσα μου καὶ νὰ ἀκινητοποιήσω κάθε ἁμαρτωλὴ ἐπιθυμία, νὰ νεκρώσω τὸ κοσμικὸ φρόνημα, νὰ πεθάνω ἐπάνω στὸ χρέος μου καὶ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως πέθανε ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ Σταυρό, γιὰ νὰ ἀναστηθῶ μαζί του. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ, αὐτὸ θὰ πεῖ νὰ εἶναι κανεὶς χριστιανὸς κι ὄχι μόνο νὰ ἔχη τὸ ὄνομα, αὐτὸ θὰ πεῖ νὰ σηκώνει ὁ πιστὸς τὸ σταυρό του καὶ νὰ ἀκολουθεῖ τὸ Χριστό. Αὐτὸ τὸ «ἀκολουθείτω μοι»! ποὺ λέγει ὁ Χριστός, φανερώνει μιὰ πορεία διὰ βίου κι ἕναν ἀγώνα· σ’ αὐτὴ τὴν πορεία καὶ τὸν ἀγώνα ὁ πιστὸς πολλὲς φορὲς καὶ ἀποκάμνει καὶ πέφτει, καὶ φαίνεται πὼς ἡττᾶται, μὰ καὶ πάλι σηκώνεται καὶ «δι’ ὑπομονῆς τρέχει τὸν προκείμενον αὐτῷ ἀγῶνα, ἀφορῶν εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελείωτην Ἰησοῦν». Ὅταν καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ μία τέτοια συμπόρευση. ὁ Χριστὸς λέγει·«Ὅστις θέλει…», κι αὐτὸ εἶναι ἡ τρανὴ ἀπόδειξη πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ Χριστὸς καλεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἀφήνει τὸν καθένα ἐλεύθερο· ὅποιος θέλει τὸν ἀκολουθεῖ. Γιατί ὁ Χριστὸς δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ ὀπαδοὺς ποὺ θὰ εἶναι πολλοί, ἀλλὰ γιὰ πιστοὺς κι ἂς εἶναι καὶ λίγοι.

Ὅλος ὁ κόσμος μὲ τὶς σημαῖες του καὶ μὲ τὰ συνθήματά του. Κι ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴ δική της σημαία καὶ μὲ τὸ δικό της σύνθημα. Ὁ κόσμος μὲ σημαία τὸ μίσος καὶ μὲ σύνθημα τὸ δικαίωμα. Ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸ Σταυρό, ποὺ εἶναι ἡ σημαία τῆς ἀγάπης καὶ μὲ σύνθημα τὸ χρέος. Ὁ κόσμος θὰ γκρεμίζει κι ἐμεῖς θὰ χτίζουμε, θὰ χτίζουμε τὸν ἑαυτὸ μας πρῶτα κι ὕστερα τὸν κόσμο. Γιατί ἀλλιῶς δὲν γίνεται νὰ ἀφήνεις τὸν ἑαυτό σου γκρεμισμένο καὶ νὰ ξεκινᾶς γιὰ νὰ φτιάξεις τὸν κόσμο. Χαρὰ σ’ ἐκείνους, ποὺ σηκώνουν μὲ συνέπεια τὸ Σταυρό τους, «ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου», καθὼς εἶπε ὁ Χριστός. Ὄχι ἐπανάσταση, ποὺ θὰ πεῖ νὰ πετάξουμε καὶ νὰ ξεφορτωθοῦμε τὸ σταυρό μας ἀλλὰ ἀνάσταση, ποὺ θὰ πεῖ νὰ πεθάνουμε ἐπάνω στὸ σταυρό μας καὶ στὸ χρέος μας. Ἀμήν.

6.

Ὁ Σταυρός δείχνει τήν ἐξάρτηση κόσμου ἀπό Θεό.

Στανιλοάε Δημήτριος (Πρεσβύτερος(+))

᾿Αναμφίβολα κάθε ὀδύνη καί κάθε θάνατος δέν καθιστοῦν διάφανο τόν Δωρητή τοῦ κόσμου, ὡς πρόσωπο ἄπειρης ζωῆς καί ἄπειρης ἀγάπης, γεγονός πού θά ἔδινε ἄλλη ἀξία καί στόν κόσμο. Γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται πώς πέρα ἀπ᾿ αὐτό τόν κόσμο δέν ὑπάρχει καμμιά ἄλλη πραγματικότητα, ἡ ὀδύνη καί ὁ θάνατος πού συνδέονται μέ κάθε περίσταση τοῦ κόσμου, τόν ὁδηγοῦν στήν ἀπελπισία ἤ σέ μιά θλιβερή ὑποταγή. Σέ μιά τέτοια περίπτωση, ὁ κόσμος καί ἡ ὕπαρξη μέσα σ᾿ αὐτόν φαίνεται νά ἔχουν μέσα στήν ἴδια τήν οὐσία τους τό μή-νόημα.

Μόνο λοιπόν ἡ ὀδύνη καί ὁ θάνατος, πού καθιστοῦν τόν Θεό διάφανο μέσα ἀπό τόν κόσμο, ἔχουν μιά θετική σημασία καί γιά τόν κόσμο καί γιά μᾶς τούς ἴδιους. Καί εἶναι αὐτή ἡ ὀδύνη καί αὐτός ὁ θάνατος πού ὀνομάζουμε κατά λέξη σταυρό. Καί σταυρός, μ᾿ αὐτό τό νόημα, εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, καθώς καί ἐκεῖνος (ὁ σταυρός) πού συνδέεται μέ τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός ὁ σταυρός, ἀντί νά ἀντιπροσωπεύει ἕνα μή-νόημα τῆς ὕπαρξης πού ἀπορρέει ἀπό τίς ὀδύνες καί τό θάνατο αὐτῆς τῆς ὕπαρξης, δίνει ἀντίθετα ἕνα νόημα σ᾿ αὐτό τόν κόσμο, γιατί δίνει νόημα στήν ὀδύνη καί στόν ἴδιο τό θάνατο, πού συνδέεται μέ τόν κόσμο. Αὐτός ὁ σταυρός συμπληρώνει τό ἀποσπασματικό νόημα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, χάρη στό γεγονός πώς ἀποκαλύπτει τήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀπέραντου φωτός, πού διαχέει τό πλῆρες νόημα, τόσο στόν κόσμο ὅσο καί στήν ὕπαρξη πού ζεῖ μέσα σ᾿ αὐτόν. Αὐτός ὁ σταυρός, λοιπόν, περικλείει ἕνα παράδοξο· ἀπό τή μιά καθιστᾶ ὁλοφάνερη τήν πλήρη ἀνεπάρκεια τοῦ κόσμου· ἀπό τήν ἄλλη, ἀκριβῶς μ᾿ αὐτό τόν τρόπο, δείχνει πώς ὁ κόσμος ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ὁλική πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, πού δίνει ἐπίσης ἕνα νόημα στόν κόσμο.

Αὐτός ὁ σταυρός δίνει ἀξία στόν κόσμο καί στόν ἄνθρωπο, ἀκριβῶς ἐπειδή δείχνει πώς ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ὁριστικά ὑποταγμένοι στή κυριαρχία τῆς ὀδύνης καί τοῦ θανάτου, ἀλλά σώζονται ἀπ᾿ αὐτή μέ τή δύναμη τῆς ἀνώτερης πραγματικότητας τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού ἀπολυτοποιεῖ τόν κόσμο, μέ τό νά μήν δέχεται τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἀπολυτοποιεῖ τήν ὀδύνη καί τό θάνατο. ᾿Αλλά ἐκεῖνος πού βλέπει μέσα ἀπό τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ τόν κόσμο ὡς πραγματικότητα δεύτερη κατά τήν τάξη, βλέπει πώς ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος σώζονται μέσα σέ μιά αἰώνια ὕπαρξη.

Γενικά, ἡ ὀδύνη καί ὁ θάνατος μέσα στόν κόσμο, δείχνουν τήν ἀνεπάρκειά του, δείχνουν πώς ὁ κόσμος δέν μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἀπόλυτη πραγματικότητα. Κι ἀκόμη αὐτή ἡ ὀδύνη καί ὁ θάνατος κάνουν πολλούς ἀνθρώπους νά μήν συνδέονται μέ τόν κόσμο, ὡς νά ἦταν (ὁ κόσμος) ἡ ἔσχατη πραγματικότητα. Μ᾿ αὐτή τήν ἔννοια ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ἕνας βυζαντινός συγγραφέας τοῦ 14ου αἰώνα, γράφει πώς ἡ ὀδύνη καί ὁ θάνατος δέν εἶναι μονάχα κατάρα, ὡς συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἀλλά εἶναι καί μέσα, πού ἔγιναν δεκτά ἀπό τόν Θεό, γιά νά μήν δένεται ὑπερβολικά ὁ ἄνθρωπος μέ τόν κόσμο.

᾿Αλλά μόνον ἐν Χριστῷ ἡ ὀδύνη καί ὁ θάνατος μπόρεσαν νά χρησιμοποιηθοῦν πλήρως ὡς μέσα, μέ τά ὁποῖα ἀπελευθερώνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας καί νικᾶ τήν ὀδύνη καί τό θάνατο. Γιατί μόνο ὁ Χριστός ἔζησε μέσα στόν κόσμο μιά ζωή ἀνέγγιχτη ἀπό τήν ἁμαρτία τῆς ἀποκλειστικῆς σύνδεσης μέ τόν κόσμο.

Μετά τήν ἀρχική πτώση, οἱ ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, πού πρέπει νά ἱκανοποιηθοῦν διά τοῦ κόσμου, ἀσκοῦν πάνω του μιά τέτοια ἐπιρροή, ὥστε νά μεγαλοποιεῖ τήν ἱκανοποίησή τους, μέ τόσο ἐγωϊστικό τρόπο, πού νά ξεχνᾶ τόν Θεό καί τούς ὁμοίους του καί νά δένεται ὁλοκληρωτικά μέ τόν κόσμο, μέ τρόπο σχεδόν ἀπόλυτο καί πλήρως ἐγωϊστικό. Οἱ Πατέρες ἐκφράζουν αὐτή τήν κατάσταση λέγοντας, πώς οἱ ἀνάγκες τῆς πείνας, τῆς δίψας, τῆς κόπωσης, ἄρχισαν νά ἱκανοποιοῦνται μέ ἁμαρτωλό τρόπο καί πώς ὁ φόβος τοῦ θανάτου ἔσπρωξε τόν ἄνθρωπο ἀκόμη περισσότερο πρός τό ἀποκλειστικό δέσιμό του μέ τόν κόσμο. Μόνο ὁ Χριστός δέν ἱκανοποίησε αὐτές τίς ἀνάγκες, μέ τρόπο ἁμαρτωλό, γιατί οὔτε ἄφησε νά γλυστρήσουν πρός τήν ἀπόλαυση, οὔτε ὁ Ἴδιος ἀφέθηκε νά παρασυρθεῖ ἀπό τό φόβο τοῦ θανάτου σέ πράξεις δειλίας. Μόνο ὁ Χριστός ἔζησε τή ζωή καί ὑπέφερε τό θάνατο ὡς καθαρή θυσία, πού πρόσφερε στόν Θεό Πατέρα ἐν ὀνόματι τῶν ἀνθρώπων. Γιά νά ἱκανοποιήσει τίς αὐστηρά ἀπαραίτητες ἀνάγκες Του καί γιά νά ὑπομείνει τό θάνατο, ἔβαλε τόσο μεγάλη πνευματική δύναμη, πού νίκησε αὐτές τίς ἀνάγκες, ἐλευθερώνοντας τήν ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀνασταίνοντάς την ἀπό τό θάνατο. Κι αὐτό χάρη στό γεγονός πώς ἡ Θεία Ὑπόσταση ἰσχυροποιοῦσε τήν ἀνθρώπινη φύση Του, γιά νά ἱκανοποιήσει τίς ἀνάγκες καί νά ὑπομείνει τό θάνατο χωρίς ἁμαρτία, χωρίς, παρ᾿ ὅλα αὐτά, νά ἀχρηστεύεται ἡ προσπάθεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

῎Ετσι, ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὑπομένεται μέσα στόν κόσμο, γίνεται τό πανίσχυρο ὅπλο, πού νικᾶ τήν ἁμαρτία καί τό θάνατο καί σώζει τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο. ῾Ο Σταυρός τοῦ Χριστοῦ φανερώνει ξανά καί ἀποκαθιστᾶ πλήρως τό θετικό νόημα τοῦ κόσμου, γιατί ὁ Χριστός ἔδειξε ὁριστικά, πώς ὁ σταυρός δέν εἶναι ἡ ἔσχατη στιγμή τῆς ὕπαρξης, ἀλλά δι᾿ αὐτοῦ φθάνουμε στόν Θεό, στήν αἰώνια ζωή, καί ὁ κόσμος ἀποκαλύπτεται ἔτσι, ὄχι ὡς ἡ ἔσχατη πραγματικότητα, ἀφοῦ, πάνω ἀπ᾿ αὐτόν, φανερώνεται ὁ Θεός μέ τήν ἄπειρη ζωή Του. Ταυτόχρονα ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει πώς ὁ κόσμος εἶναι ἀναγκαῖος, γιατί μόνο μέσα ἀπ᾿ αὐτόν, ὑποφέροντας μέσα του καί ἀγωνιζόμενοι ἐνάντια στόν ἐγωϊσμό, φτάνουμε στό Θεό.

῾Ο Σταυρός τοῦ Χριστοῦ φανερώνει, λοιπόν, δύο πράγματα· ἀπό τή μιά μεριά παρουσιάζει τόν κόσμο, ὄχι ὡς τήν ἔσχατη καί ἀπόλυτη πραγματικότητα, ἀλλά ὡς τήν προτελευταία πραγματικότητα, τήν ἐξαρτημένη ἀπό τόν Θεό. ᾿Από τήν ἄλλη, κάνει νά ἁπλώνεται πάνω στόν κόσμο, ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ, μιά αἰώνια ἀξία. Δι᾿ αὐτοῦ χαλαρώνεται ἡ ἀλυσίδα τῆς ἁμαρτίας, πού δένει τόν ἄνθρωπο μέ τόν κόσμο μέ τρόπο ἐγωϊστικό καί ἀπόλυτο, καί νικιέται ὁ θάνατος. ῾Ο σταυρός νικᾶ τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο, γιατί δείχνει καί ἀποδείχνει πώς αὐτός ὁ κόσμος τῆς ὀδύνης καί τοῦ θανάτου, δέν εἶναι ἔσχατη πραγματικότητα, ἀλλά πάνω ἀπ᾿ αὐτήν ὑπάρχει ὁ Θεός, ὁ αἰώνιος καί ἀληθινός στήν ὕπαρξή του, πού ἀνυψώνει τόν κόσμο στήν αἰώνια ζωή Του, ἀπελευθερώνοντάς τον ἀπό τό θάνατο καί τήν ἀνεπάρκειά του.

῎Ετσι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μιά οὐσιαστική καί ὁριστική ἄρνηση τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου. Γίνεται παράγοντας, πού δείχνει πώς ὁ κόσμος, ἀνεπαρκής καθεαυτόν, ἀνακτᾶ τό πλῆρες νόημά του, μέσα στήν πληρότητα τοῦ Θεοῦ. Δείχνει πώς ὁ κόσμος εἶναι προορισμένος νά ὁλοκληρωθεῖ μέσα στήν πραγματική καί αἰώνια ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. ᾿Εκπέμπει τό Θεῖο φῶς πάνω στόν κόσμο, μεταμορφώνοντάς τον ἐκ τῶν προτέρων. Διακόπτει τή σύνδεση μέ τόν κόσμο ὡς τήν ἔσχατη πραγματικότητα· ἀλλά γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς ἐξασφαλίζει στήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου μιά αἰώνια ὕπαρξη, ἑνώνοντάς τες μέ τόν Θεό.

Διά τοῦ Σταυροῦ του, ὁ ἐνσαρκωμένος Θεῖος Λόγος, φανερώνει ξανά τόν πλήρη καί αἰώνιο λόγο τοῦ κόσμου καί τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, πού τά σκιάζει ὁ θάνατος. ῾Ο ῞Αγ. ᾿Αθανάσιος λέγει· «῾Η αὐτή μέντοι Σοφία τοῦ Θεοῦ ἐστίν, ἥτις πρότερον μέν διά τῆς ἐν τοῖς κτίσμασιν εἰκόνος ἑαυτῆς δι᾿ ἥν καί λέγεται κτίζεσθαι, ἐφανέρου ἑαυτήν καί δι᾿ ἑαυτῆς τόν ἑαυτῆς Πατέρα· ὕστερον δέ αὐτή, οὗσα Λόγος, γέγονε σάρξ, ὡς εἶπεν ὁ ᾿Ιωάννης, καί μετά τό καταργῆσαι τόν θάνατον καί σῶσαι τό γένος ἡμῶν ἔτι καί πλέον ἀπεκάλυψεν ἑαυτόν τε καί δι᾿ αὐτοῦ τόν ἑαυτοῦ Πατέρα» (Κατά ᾿Αρειανῶν, Λόγος Β´., Β.Ε.Π. τ. 30, σελ. 248).

῾Ο Χριστός, ὁ ἐνσαρκωμένος Θεός, νικᾶ τό θάνατο, ἀκόμη καί ἀπό μόνο τό γεγονός, πώς τόν βαστάζει μέ τήν δύναμη τῆς ὑπομονῆς τῆς καθαρῆς ἀπό κάθε ἐξέγερση καί νικᾶ τίς ἀνάγκες τῆς πείνας, τῆς δίψας, τῆς κόπωσης, τοῦ πόνου, ἀπό μόνο τό γεγονός πώς δέν πέφτει στό ἁμάρτημα τῆς ὑπέρμετρης ἱκανοποίησής τους.

Γι᾿ αὐτό τό λόγο στήν ᾿Ανατολή, ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ὡς πάθος δίχως τήν ἁμαρτία τοῦ θανάτου καί ὡς συγκράτηση τῶν ἀναγκῶν, εἶναι τό μέσο τῆς κατανίκησής τους καί ὄχι ἡ ἀκραία μορφή τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, ὅπως εἶναι ὁ σταυρός τῶν ἀνθρώπων, πού δέν γνωρίζουν τόν Χριστό. Τό ξεπέρασμα τοῦ σταυροῦ διά τῆς ἀναστάσεως δέν ἔρχεται μετά τό τελικό σημεῖο ἐξάντλησης τοῦ θανάτου ἔξω ἀπ᾿ ᾿Εκεῖνον, ἀπό τόν Πατέρα μόνο, ἀλλά καί ἀπό μέσα του, ἐπειδή ὑπομένει τό θάνατο μέ τή δύναμη μιᾶς ὑπομονῆς χωρίς ἐξέγερση, ἀφοῦ προηγουμένως ἔχει χαλιναγωγήσει τίς ἀνάγκες τῆς πείνας, τῆς δίψας, τῆς κόπωσης, χωρίς νά πέσει στό ἁμάρτημα τῆς ἡδονῆς.

῾Η δύναμη τοῦ Χριστοῦ, πού φανερώθηκε στό Σταυρό, ἦταν μιά δύναμη πού νίκησε τή φθορά τοῦ κόσμου μέσα στό Ἴδιο Του τό σῶμα. Μ᾿ αὐτό τόν τρόπο ὁ Σταυρός, πού σήκωσε ὁ Χριστός, ὁδηγεῖ στήν ᾿Ανάσταση.

Γι᾿ αὐτό ἡ Ὀρθόδοξη ᾿Εκκλησία ψάλλει· «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Καί οἱ πιστοί κάνουν τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, πεπεισμένοι ὅτι ἔτσι θά λάβουν βοήθεια ἀπό τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ, πού νίκησε τή φθορά καί τό θάνατο, πράγματα ἀλληλένδετα μέ τόν κόσμο. Τόν τοποθετοῦν στήν κορφή τῶν σπιτιῶν, στά σταυροδρόμια, γιά νά τούς προστατεύει ἀπό κάθε κακό. ῾Ο ἱερέας εὐλογεῖ τούς πιστούς μέ τό σταυρό στίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες, πάντοτε ὑψώνοντάς τον, δείχνοντας πώς πρέπει νά βασιλεύει καί πώς βασιλεύει μέ τήν πνευματική του δύναμη πάνω σέ κάθε τι πού ὑπάρχει μέσα στόν κόσμο.

῎Εχει πάντοτε αὐτή τή δύναμη, γιατί εἶναι μυστικά συνδεδεμένος μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ἔτσι εἶναι μόνιμα παρών μέσα στήν ἀνάσταση. Καί εἶναι πάντοτε παρών στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γιατί σημαίνει ὅτι ὡς ἄνθρωπος ὁ Χριστός προσφέρεται ὁλοκληρωτικά στόν Πατέρα. Κι αὐτό γινόταν πάντοτε μέσα στόν κόσμο μέ τήν ἀποδοχή τῶν ὀδυνῶν καί τό θάνατο, ἀποδοχή πού φανερώνει μεγάλη πνευματική δύναμη. Σ᾿ αὐτό συνίσταται ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀνθρώπου, στόν Πατέρα, ἀφοῦ εἶχε διασχίσει πνευματικά τόν κόσμο, εἴσοδος πού δέν μπορεῖ νά πραγματωθεῖ παρά μέ τή θυσία, ὅπως λέγει ἡ πρός ῾Εβραίους ᾿Επιστολή καί ὁ ἅγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας. Αὐτό σημαίνει τήν πλήρη ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνθρώπου μέ τόν Πατέρα, στό βαθμό πού δέχεται τίς ὀδύνες καί τό θάνατο, πού εἶναι ἀλληλένδετα μέ τόν κόσμο. ῾Ο ᾿Ιησοῦς πραγματοποίησε τήν ἀποδοχή παραιτούμενος πλήρως ἀπό τόν ἑαυτό Του, πράγμα πού σημαίνει ὀδύνη καί θάνατο. Αὐτή τή δύναμη ὁ Χριστός τή δίνει καί σέ μᾶς καί μποροῦμε καί μεῖς νά παραιτηθοῦμε ἀπό τόν ἑαυτό μας καί νά προσφερθοῦμε στόν Πατέρα, ἐρχόμενοι ἔτσι σέ κοινωνία μαζί Του, διασχίζοντας τόν κόσμο, χωρίς νά ἀποχωριζόμαστε ἀπό Ἐκεῖνον. ῾Ο Σταυρός εἶναι λοιπόν τό σημεῖο κορύφωσης τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀνθρώπου, πρός τόν Θεό, πού φανερώθηκε στό κέντρο τοῦ κόσμου. Εἶναι ἡ ἀγάπη πού φανερώνεται ἀπό τό γεγονός, πώς θεωρεῖ τόν κόσμο ὡς μία πραγματικότητα διάφανη, γιά νά δοῦμε τόν Θεό. ᾿Αλλά εἶναι ἀκόμη τό σημεῖο φανέρωσης τῆς ἀγάπης του ὡς Θεοῦ καί ὡς ἀνθρώπου γιά μᾶς. Μέσα ἀπό τή δύναμη τῆς ἀγάπης Του, πού ἐκχέεται μέσα μας, μποροῦμε καί μεῖς νά φανερώσουμε τήν ἀγάπη μας πρός τόν Θεό, ζώντας τή σχέση μας μέ τόν κόσμο, ὡς σχέση μέ μιά πραγματικότητα ἀπαραίτητη, γιά νά καταστήσει τόν Θεό διάφανο. ῾Ο Σταυρός ὡς ἀγαπητική δύναμη, πού διαχέεται πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις, πρός τό Θεό καί πρός ἐμᾶς, εἶναι ἀδιάλειπτα παρών μέσα στόν ἀναστημένο Χριστό καί ἀπ᾿ Αὐτόν πηγάζει ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεό καί πρός τούς ἀνθρώπους μέσα στόν κόσμο.

Γενικά, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Κύριλλο ᾿Αλεξανδρείας, δέν μποροῦμε νά ἔλθουμε πρός τόν Πατέρα, παρά προσφέροντας καθαρή θυσία τόν ἑαυτό μας· γι᾿ αὐτό τό σκοπό, ὁ Χριστός μᾶς παίρνει μέσα Του καί ἐμεῖς τόν παίρνουμε μέσα μας, γιά νά γίνουμε καί μεῖς καθαρή θυσία, ὅπως ᾿Εκεῖνος. ᾿Αλλά αὐτό δέν σημαίνει μιά ἀπόλυτη ἄρνηση τοῦ κόσμου, ἀλλά μιά τέτοια σχέση μαζί του, πού νά μᾶς καταστήσει διάφανο τόν Πατέρα, δηλαδή μιά σχέση μέσα στήν ὁποία φανερώνεται ἡ δύναμή μας νά χρησιμοποιήσουμε, ὅ,τι μᾶς προσφέρει ὁ κόσμος, μέ σωφροσύνη καί νά ὑποφέρουμε τίς ὀδύνες του καί τό θάνατο μέ ὑπομονή. ῾Ο κόσμος παίζει, λοιπόν, ἀναγκαστικά, ἕνα ρόλο στό σταυρό μας. Δέν καταργεῖται. Πρέπει νά τόν χρησιμοποιήσουμε, γιά νά δείξουμε τή δύναμή μας σέ σχέση μ᾿ αὐτόν, ὄχι ἁπλῶς τή δύναμη νά τόν ἀρνηθοῦμε, ἀλλά νά τόν χρησιμοποιήσουμε ὡς μιά πραγματικότητα δεύτερη κατά τήν τάξη, μέ ἀμείωτη σωφροσύνη καί ὑπομονή. Πέρα ἀπ᾿ αὐτό, ἄν εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ σέ μᾶς, πρέπει νἆναι καί τό δικό μας δῶρο στόν Θεό καί στούς ἄλλους. Γιά νά μποροῦμε νά τόν χρησιμοποιοῦμε σάν δῶρο, πρέπει νά ὑπάρχει. Χρειάζεται δύναμη πνευματική, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν κόσμο μέ σωφροσύνη, ὑπομονή καί ἀγάπη, ἀλλά αὐτή ἡ δύναμη δέν χρειάζεται, ἄν δέν ὑπάρχει κόσμος. ῾Ο ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν᾿ ἀνεβεῖ πνευματικά, ἄν δέν ὑπάρχει κόσμος, πού νά μπορεῖ νά προσφερθεῖ στόν Θεό καί στούς ἄλλους ὡς δῶρο. ῾Ο σταυρός μᾶς ὁπλίζει μέ δύναμη γιά νά μήν εἴμαστε σκλάβοι τῶν ἀντικειμένων, ἀλλά νά μαρτυροῦμε μέσα ἀπ᾿ αὐτά τήν ἀγάπη μας πρός τόν Θεό ὡς ὑποκείμενο καί τούς ἄλλους ὡς ὑποκείμενα.

Σχετικά μέ αὐτό τό θέμα ὁ λόγος τοῦ ᾿Απ. Παύλου ἔχει θετική σημασία· «᾿Εν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ» (Γαλ. 6, 14). Αὐτό δέν σημαίνει μιά ἁπλή ἔξοδο ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά ἕναν ἀντι-ἐγωϊστικό «κανόνα», σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ὁ χριστιανός πρέπει νά ζεῖ καί νά χρησιμοποιεῖ τόν κόσμο (Γαλ. 6, 16). Αὐτός πού σταυρώνεται μαζί μέ τόν Χριστό, δέν εἶναι ἁπλῶς νεκρός, ἀλλά «ζῶν διά Θεόν», ζῶν μέσα στόν κόσμο. (Γαλ. 3, 19). ῎Ετσι, ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, πού λαβαίνουν οἱ πιστοί ὅταν τόν ἐπικαλοῦνται, κάνοντας τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, εἶναι ἡ πλήρης ἀγάπης δύναμη τῆς θυσιαστικῆς του κατάστασης, διά μέσου τῆς ὁποίας ᾿Εκεῖνος ἀπαρνήθηκε τόν Ἑαυτό Του, ἦλθε πρός τόν Πατέρα καί ἔρχεται πάντοτε στίς καρδιές ἐκείνων, πού εἶναι μέσα στόν κόσμο. Καί δίνει τή δύναμη νά ἱκανοποιήσουν τίς ἀνάγκες τους μέσα στόν κόσμο, μέ σωφροσύνη καί νά ὑπομείνουν τό θάνατο ὅπως ᾿Εκεῖνος. ῎Ετσι προετοιμάζονται καί αὐτοί γιά τήν ἀνάσταση.

Μέ τή δύναμη πού δεχόμαστε ἀπό τή θυσία τοῦ Χριστοῦ, δύναμη πού εἶναι ταυτόχρονα καί ἀκριβῶς γι᾿ αὐτό ὁλοζώντανη, ὀφείλουμε νά πραγματοποιήσουμε τή συμβουλή τοῦ ᾿Απ. Παύλου, «παραστῆσαι τά σώματα ἡμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ», ἡ ὁποία εἶναι ταυτόχρονα «λογική λατρεία», πού προσφέρεται στό Θεό (Ρωμ. 12, 1). ῾Ο χριστιανός, κάνοντας τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, δέν λαβαίνει μόνο τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ, γιά νά νικήσει τήν ἁμαρτία καί νά ἐπιτύχει κάθε καλό, ἀλλά προσφέρει καί μιά ἀληθινή λατρεία στόν Θεό. ᾿Ανυψώνει τό πνεῦμα του πρός Αὐτόν καί θυσιάζει τά πάντα καί τόν ἑαυτό του στόν Θεό. ᾿Αλλά αὐτό δέν μπορεῖ νά τό κάνει παρά μόνο ὅταν βρίσκεται σέ σχέση μέ τόν κόσμο.

Στό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει διαλεκτική κατάφαση τοῦ κόσμου, ἀλλά καί ὑπέρβασή του, ἀφοῦ θεωρεῖται ὄχι ὡς ἔσχατη πραγματικότητα, ἀλλά ὡς πραγματικότητα ἐν Θεῷ.

Δέν μποροῦμε νά ἔλθουμε σέ σχέση μέ τόν Θεό ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά διά τοῦ κόσμου ὡς δώρου διάφανου. ῞Οταν, δηλαδή τόν χρησιμοποιοῦμε μέ σωφροσύνη καί ὑπομονή κι ἔχουμε στή σκέψη μας τόν Θεό, ὡς ἀληθινό Σωτήρα τῆς ὕπαρξής μας. Πρέπει νά βρισκόμαστε ἀδιάκοπα σέ σχέση μέ τόν κόσμο, γιά νά μποροῦμε καί ἀδιάκοπα νά τόν προσφέρουμε στόν Θεό καί στούς ἄλλους, γιά νά ἀσκηθοῦμε σ᾿ αὐτή τήν πνευματική δύναμη.

῾Ο Σταυρός τοῦ Κυρίου δέν μᾶς ἀποκαλύπτει τό πλῆρες νόημά του, χωρίς τήν ἐνσάρκωσή Του καί τήν Ἀνάστασή Του. ῎Αν ὁ Σταυρός σήμαινε ἁπλῶς μιά ἄρνηση τοῦ σώματος καί τοῦ κόσμου, ὁ Κύριος δέ θά εἶχε ἐνσαρκωθεῖ. ᾿Ενσαρκώθηκε γιά νά ἁγιοποιήσει διά τοῦ Σταυροῦ τό σῶμα Του καί τό σῶμα μας. Γιά νά τά προσφέρει μαζί μέ τόν κόσμο στόν Θεό καί γιά νά τά ὁδηγήσει ἁγιασμένα διά τῆς Ἀναστάσεως στήν αἰώνια ζωή. ῾Ο ἅγ. ᾿Αθανάσιος λέγει· «῞Οθεν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος δι᾿ ἑαυτοῦ παρεγένετο, ἵν᾿ ὡς εἰκών ὤν τοῦ Πατρός τόν κατ᾿ εἰκόνα ἄνθρωπον ἀνακτίσαι δυνηθῆ» (Περί ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, Β.Ε.Π. τ. 30, σελ. 85).

Τό γεγονός πώς ὁ Ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γίνεται ἄνθρωπος, συμφιλιώνει ξανά τούς ἀνθρώπους μέ τόν Θεό, διά τοῦ Σταυροῦ καί ἀνασταίνει τήν φύση μας, δηλαδή ἐμᾶς τούς ἴδιους, στήν αἰώνια ζωή ἐν Θεῷ, ἀποδεικνύει τήν αἰώνια ἀξία πού ἔχει ἡ ὕπαρξή μας γιά Ἐκεῖνον καί τό ρόλο τοῦ σταυροῦ ὡς μέσου, γι᾿ αὐτή τήν ἀνακαίνισή μας στήν αἰωνιότητα.

῾Ο ἅγιος ᾿Αθανάσιος λέγει ἀκόμη πώς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦλθε ὡς ᾿Ιατρός καί Σωτήρ γιά νά θεραπεύσει καί νά σώσει τήν δημιουργία Του. Γι᾿ αὐτό τό λόγο ἀναλαμβάνει τό ἀνθρώπινο σῶμα, γιά νά τό θεραπεύσει ἀπό μέσα, μέ τήν θεία του δύναμη, ἀλλά ἐπίσης μέ τήν ἀνθρώπινη προσπάθεια, πού δυνάμωσε ἐσωτερικά μέ τή θεία δύναμη. ῾Ο σταυρός δυναμώνει τόν ἄνθρωπο.

Μέ ἀφετηρία τούς λόγους τοῦ ᾿Απ. Παύλου, πώς ὀφείλουμε νά αὐξηθοῦμε πνευματικά, γιά νά ἐννοήσουμε «ποιό εἶναι τό μῆκος, τό πλάτος, τό βάθος καί τό ὕψος τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ» (᾿Εφεσ. 3, 18), ὁ ἅγ. ᾿Αθανάσιος λέγει· «῾Ο Λόγος ἁπλώνεται παντοῦ· ψηλά, στή δημιουργία· χαμηλά, στήν ἐνσάρκωση· σέ βάθος, μέσα στήν κόλαση· σέ πλάτος, μέσα στόν κόσμο. ῞Ολα εἶναι γεμάτα ἀπό τή γνώση τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό τό λόγο, δέν πρόσφερε τό σῶμα του ἀμέσως μετά τόν ἐρχομό του, θανατώνοντάς το, ἀνασταίνοντάς το καί κάνοντάς το ἀόρατο. ᾿Αλλά ἔμεινε μέσα στό σῶμα, πραγματοποίησε μεγάλα ἔργα καί σημεῖα, πού κανένας ἄνθρωπος δέν ἔκανε καί ἔτσι φανερώθηκε ὡς Λόγος τοῦ Θεοῦ». ᾿Αποκάλυψε μ᾿ αὐτό τόν τρόπο τή σημασία τῆς ζωῆς καί τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπου μέσα στόν κόσμο, ὡς εὐκαιρίας νά νικήσει τήν ἁμαρτία τῆς προσκόλλησης στόν κόσμο, πού θεωρεῖται ὡς ἔσχατη πραγματικότητα, καί μέ τό νά πράττει τό καλό, νά ὁδεύει πρός τό Θεό.

«…ὑπέβαλεν ἑαυτόν διά σώματος φανῆναι ὁ Λόγος, ἵνα μετενέγκῃ εἰς ἑαυτόν ὡς ἄνθρωπος τούς ἀνθρώπους, καί τάς αἰσθήσεις αὐτῶν εἰς ἑαυτόν ἀποκλίνῃ, καί λοιπόν ἐκείνους ὡς ἄνθρωπον αὐτόν ὁρῶντας δι᾿ ὧν ἐργάζεται ἔργων, πείσῃ μή εἶναι ἑαυτόν ἄνθρωπον μόνον, ἀλλά καί Θεόν καί Θεοῦ ἀληθινοῦ Λόγον καί σοφίαν».

Διά τοῦ Σταυροῦ ἔδειξε, πώς μέσα στό ἀνθρώπινο σῶμα νικιέται τό ἁμάρτημα τῆς προσκόλλησης στόν κόσμο ὡς ἔσχατης πραγματικότητας· δηλαδή, διά τοῦ Σταυροῦ, τόν ὁποῖο ὑπέμεινε ἐν σώματι, νίκησε τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία πού ἐκδηλώνεται μέ τήν προσκόλληση στόν κόσμο, ὡσάν νά εἶναι ἡ ἔσχατη πραγματικότητα καί μέ τή δειλία τοῦ ἐγωϊσμοῦ. ᾿Αλλά ἀποδείχτηκε καί Θεός διάφανος, πού ἦλθε σέ κοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους, δείχνοντας πώς οἱ ὀδύνες καί ὁ θάνατος —πού συγκρατοῦν τήν ἁμαρτία στούς ἀνθρώπους— μποροῦν νά νικηθοῦν, ὅταν ἀποδεχθοῦμε τή ζωή καί τό θάνατο ὡς θυσία, πού προσφέρει τά πάντα στό Θεό καί φθάνουν ἔτσι στόν Θεό.