Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἀνωτέρω εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου ἐτονίσθη τὸ «ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου». Ἐδῶ εἰς τὴν Μάρθαν καὶ Μαρίαν τονίζεται τὸ «ἀγαπήσῃς τὸν Θεόν σου» ὡς ἑξῆς:

Ὁ Κύριος συνεχίζει τὸ ταξίδιόν Του πρὸς Ἱερουσαλήμ. «Ἐγένετο ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ Αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά». Ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἱερουσαλήμ—Ἱεριχοῦς ὁ Κύριος βαδίζων πρὸς Ἱερουσαλὴμ φθάνει εἰς κώμην τινὰ πιθανώτατα εἰς Βηθανίαν, ὅπου κατῴκει ὁ φίλος Του Λάζαρος. «Γυνὴ δὲ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο Αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς». Ἑπομένως τὸ σπίτι ἦτο τῆς Μάρθας. «Καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία» εἰς τὸ αὐτὸ σπίτι ἐκάθητο ἡ ἀδελφή της Μαρία, «ἥ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον Αὐτοῦ». Ὁ Κύριος εἰσελθών διδάσκει. Ἡ Μαρία ὄχι μόνον ἤκουε τὸν λόγον Του, ἀλλὰ ὡς ἀφωσιωμένη μαθήτρια κάθηται κατὰ γῆς πλησίον τῶν ποδῶν τοῦ Ἰησοῦ. «Ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν˙ ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε˙ Κύριε, οὐ μέλει σοί, ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν, εἰπέ οὖν αὐτῇ, ἵνα μοι συναντιλάβηται. Ἀποκριθείς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς. Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά, ἑνὸς δὲ ἐστι χρεία˙ Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς».

Δύο ἀδελφαί, ἡ Μαρία καὶ ἡ Μάρθα, ἀναστατωμέναι ἀπὸ χαρὰν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου δεικνύουσι δύο διαφόρους τύπους ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς ἀπασχολήσεως ἀξίους πρὸς μελέτην. Ἂς ἴδωμεν ταύτας καὶ ἡμᾶς ἑαυτούς.

Θέμα: Ὑλικὴ καὶ Πνευματικὴ ἀπασχόλησις

Α.΄ Ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ Μάρθα. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς συνοψίζει τὸν τύπον της εἰς τὰ ἑξῆς. Πληροφορηθεῖσα αὕτη, ὅτι ἐπρόκειτο ὁ Κύριος νὰ τὴν ἐπισκεφθῇ «ὑπεδέξατο εἰς τὴν οἰκίαν αὐτῆς». Ποία ἦτο ἡ ὑποδοχή, εἶναι εὔκολον νὰ τὴν φαντασθῶμεν. Ἡ Μάρθα τρέχει, τσακίζεται νὰ ἔλθῃ εἰς προϋπάντησιν τοῦ Κυρίου, τὸν ἐρωτᾷ, μήπως θέλῃ τίποτε, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ πλυθῇ, νὰ φάγῃ ἀμέσως. Ὁδηγεῖ τὸν αἰώνιον ταξιδιώτην, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐξόριστος μέσα εἰς τὴν πατρίδα Του, εἰς ἀνάκλιντρὸν τι, τοῦ προτείνει σκέπασμα, ἐὰν κρυώνῃ, στέλλει καὶ ἀγοράζει ἄρωμα, μίαν ὡραίαν ἀνθοδέσμην κ.λ.π.

Ὅταν ὁ Κύριος εἰσῆλθεν ἐντός της οἰκίας, ἡ Μάρθα «περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν». Καὶ συγκεκριμένως τρέχει εἰς τὴν βρύση νὰ φέρῃ φρέσκο νερὸ καὶ ἐπιστρέφουσα τίθεται εἰς κίνησιν διὰ νὰ ἑτοιμάσῃ ἕνα καλὸ γεῦμα. Ἀνάβει τὴν φωτιὰ καὶ τρέχει πρὸς ἀναζήτησιν φρέσκου ψαριοῦ, αὐγοῦ, σύκων κ.λ.π. Πηγαίνει εἰς τὴν γειτόνισσαν καὶ δανείζεται κἄτι, τὸ ὁποῖον αὐτὴ δὲν ἔχει καὶ νομίζει, ὅτι μὲ αὐτὸ θὰ περιποιηθῇ τὸν ἑκουσίως πτωχεύσαντα καὶ τὸν μὴ ἔχοντα, ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ! Βγάζει ἀπὸ τὸ ντουλάπι της τὰ πιὸ καινούργια σερβίτσια, σινδόνια, ἀπὸ δὲ τὸ ὑπόγειον τὸ πιὸ παλιὸ κρασί. Καὶ ἐνῷ τὰ ἀναμμένα ξύλα, ποὺ βράζουν τὸ φαγητό, τρίζουν καὶ τὸ νερὸ στὸν τέντζερην ἀρχίζει τὸ τραγούδι του, ἡ πτωχὴ Μάρθα πνιχτὴ στὸν ἱδρώτα καὶ στὴ δουλειά, φοῦρνος ἀπὸ μέσα τῆς φωτιὰ ἀπ’ ἔξω, ἑτοιμάζει τὸ τραπέζι ῥίπτουσα ματιὲς ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἄλλοτε εἰς τὸν Κύριόν της, ποὺ τὴν περιμένει ἄλλοτε εἰς τὸν δρόμον, ποὺ κἄποιον ἔχει στείλει πρὸς ὑπηρεισίαν καὶ τὸν περιμένει, ἄλλοτε εἰς τὴν ἀδελφήν της, ποὺ κάθεται, στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ δὲν κινεῖται νὰ τὴν βοηθήσῃ. Ἡ Μάρθα μὲ δύο λόγια εἶναι ἀεικίνητος.

Ἡ Μαρία. Ἀντίθετος πρὸς αὐτὴν εἶναι ἡ Μαρία, ἡ ὁποία, εἶναι τελείως ἀκίνητος καθημένη πλησίον τῶν ποδῶν τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἤκουε τὸν λόγον Αὐτοῦ. Ἡ Μαρία, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ποὺ πάτησε τὸ πόδι Του ὁ Κύριος τὸ κατώφλι τῆς οἰκίας, ἔπεσεν εἰς πνευματικὴν ἔκστασιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας τίποτε δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἀπομακρύνῃ. Δὲν αἰσθάνεται, ἂν κάθεται ἤ πετᾷ, ἂν εἶναι γυνὴ ἐνώπιον ἀνδρός, ἔγινε πνεῦμα! Οὔτε βλέπει, οὔτε ἀκούει τί ἕτερον πλὴν τοῦ Ἰησοῦ. Δὲν χορταίνει νὰ τὸν κοιτάζῃ, νὰ τὸν ἀκούῃ, νὰ τὸν αἰσθάνεται παρόντα, ζῶντα, κοντά της, πολὺ κοντά της! Ὅταν τὴν κοιτάζῃ, ἡ χαρὰ της εἶναι μεγάλη, διότι ἀξιοῦται τοῦ βλέμματός Του! Ἐὰν ὁ Κύριος στρέψῃ πρὸς στιγμὴν κἄπου ἀλλοῦ τὸ βλέμμα Του, ἡ Μαρία παρακολουθεῖ τὸ βλέμμα Ἐκείνου διὰ τῶν ἰδικῶν τῆς βλεμμάτων. Ὅταν ὁ Κύριος διακόπτῃ πρὸς στιγμὴν τὸν λόγον Του, ἡ Μαρία ἐν τῇ ὀλιγολέπτῳ ἐκείνῃ σιωπῇ σἄν πρόβατον ἐνώπιον τοῦ μεγάλου Ποιμένος μηρυκάζει, ἀναχαράζει, ὅπως λέγομεν κοινῶς, τὰ λεχθέντα καὶ νέας μυστηριώδεις ἀποκαλύψεις λαμβάνει ἐν τῇ περισυλλογῇ ταύτῃ. Εὑρίσκει στενόχωρα τὰ τρεχάματα καὶ ποδοπατήματα τῆς ἀδελφῆς της. Δὲν σηκώνεται ἀπὸ τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ, ἔστω καὶ ἂν τὴν ἐκάλει ὁ Λάζαρος ἤ ἡ Μάρθα. Εὑρίσκεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κυρίου καὶ αὕτη, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἔχει δώσει εἰς Αὐτὸν τὴν ψυχὴν της ὁλόκληρον, ἡ ὁποία εἶναι φουντωμένη ἀπὸ ἀγάπη, ἐνώπιον τῆς ὁποίας τὸ ἔργον τῶν χειρῶν της εἶναι περιττὸν ἤ οὐχὶ κατάλληλον διὰ τὴν ὥραν ἐκείνην. Εὑρίσκεται ἐν θεωρίᾳ. Λατρεύει. Εἶναι ἑτοίμη νὰ δώσῃ τὸ αἷμα της, τὴν ψυχήν της!

Ἡ Μάρθα ὅμως, κατὰ τὸν Ἱερὸν Εὐαγγελιστήν, «ἐπιστᾶσα» ἤτοι ἀποτόμως παρουσιασθεῖσα εἰς τὸν Κύριον, λέγει πρὸς Αὐτὸν «Κύριε, οὐ μέλει σοι, ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην μὲ κατέλιπε διακονεῖν;» Κύριε, δὲν σὲ ἐνδιαφέρει, ὅτι ἡ ἀδελφή μου μὲ ἀφῆκε μόνην εἰς τὴν διακονίαν μου; «εἶπε οὖν αὐτῇ, ἵνα μοι συναντιλάβηται», εἰπέ εἰς αὐτήν, ἵνα μὲ βοηθήσῃ. Ἀπευθυνθεῖσα ἡ Μάρθα οὐχὶ πρὸς τὴν Μαρίαν, ἀλλὰ πρὸς τὸν Ἰησοῦν δεικνύει ἀσφαλῶς τὸν σεβασμόν της πρὸς τὸν Χριστόν. Ἐν τούτοις ἡ ἀπότομος στάσις της ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ ὁ μικρὸς ἔστω τόνος ἐπιπλήξεώς της πρὸς τὸν Ἰησοῦν, ὅτι ἡ ἀδελφή της δὲν τὴν ἐβοήθησε καθόλου μέχρι τώρα εἰς τὴν διακονίαν δεικνύουσιν, ὅτι ἡ Μάρθα εἶχε θιγῆ κατὰ τι ἐκ ζηλοτυπίας πρὸς τὴν ἀδελφήν της. Ὁ Κύριος ἀντὶ νὰ ἐπιπλήξῃ τὴν Μαρίαν ἐπιπλήττει τὴν Μάρθαν λέγων: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά, ἑνὸς δὲ ἐστι χρεία». Ἡ ἐπανάληψις τοῦ ὀνόματος τῆς Μάρθας «Μάρθα, Μάρθα», ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἐνέχει ἔκφρασιν ἀγάπης καὶ ἐνδιαφέροντος τοῦ Ἰησοῦ. Μέριμνα εἶναι ἡ ἐσωτερική τῆς ψυχῆς ἀνησυχία, τύρβη δὲ ἡ ἐξωτερικὴ ἀνησυχία, τὸ πολυθόρυβον. «Ἑνός ἐστι χρεία» σημαίνει ἑνὸς φαγητοῦ ἔχομεν ἀνάγκην ἤ καλλίτερον ἑνὸς ἤτοι τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς ἔχομεν ἀνάγκην. Μάρθα, λέγει ὁ Κύριος, δὲν θέλω τὰ περὶ σέ, ἀλλὰ σέ. Δὲν θέλω τὴν ὕλην σου, ἀλλὰ τὴν ψυχήν σου. Δὲν θέλω τὰ ὑλικά σου ἀγαθά, ἀλλὰ τὴν προσοχήν σου, διότι αὐτὴ εἶναι πρᾶγμα περισσότερον τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἰδικόν σου. Δὲν θέλω τὰ λόγια σου, ἀλλὰ τὴν σιωπήν σου. Δὲν θέλω τὸ πολυάσχολόν σου, ἀλλὰ τὴν περισυλλογήν σου. Ἡ προσοχή, ἡ περισυλλογή, ἡ σιωπή, ἡ λατρεία, ἡ ψυχή, αὐτὰ εἶναι ἡ ἀγαθὴ μερίς, τὴν ὁποίαν ἡ Μαρία «ἐξελέξατο» τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀφιερώνετε εἰς Ἐμέ, ὡς πράττει τώρα ἡ Μαρία. «Αὕτη ἡ μερὶς οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς». Ἡ μερίς, ἡ ἀπασχόλησις αὕτη εἶναι ἀναφαίρετος, αἰωνία, διότι ὁ θάνατος δὲν τὴν διακόπτει. Ἡ Μάρθα καὶ ἡ Μαρία ὑπηρέτησαν τὸν Ἰησοῦν ἑκάστη κατ’ ἴδιον τρόπον.

Β.΄ Ἐκ τῆς Ζωῆς. Σήμερον ὑπάρχουν πολλὲς Μάρθες καὶ ὀλίγες Μαρίες. Μάρθες εἶναι ὄχι μόνον γυναῖκες, ἀλλὰ καὶ ἄνδρες. Ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς Κυριακᾶς εὑρίσκουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ξυρισθοῦν, νὰ ξεκουρασθοῦν, νὰ πάρουν τὸ λουτρόν τους, νὰ ἀργοξυπνήσουν λόγῳ τοῦ ξενυχτιοῦ τοῦ Σαββάτου, νὰ κάμουν τὴν ἐκδρομὴν των ἤ τὸ κυνήγι των. Μάρθες εἶναι οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως προσεύχονται ἑσπέρας καὶ πρωΐ, εἰς οὐδεμίαν ἐπικοινωνίαν πνευματικὴν εὑρίσκονται μετὰ τοῦ Ἰησοῦ. Μάρθες γυναῖκες εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἑκάστην πρωΐαν ἀντὶ προσευχῆς ἐπιδίδονται εἰς τὶς δουλειὲς τοῦ σπιτιοῦ των ἤ προηγοῦνται οἱ δουλειὲς καὶ ἀκολουθεῖ ἐλαχίστη προσευχή.

Ἐὰν ὁ Κύριος ἐμέμφθη τὸ πολυάσχολον τῆς Μάρθας, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὴν ὑπηρεσίαν Του, πόσῳ μᾶλλον ἀξιοκατάκριτοι εἶναι αἱ ἀσχολίαι κατὰ τὴν ὥραν τοῦ ἐκκλησιασμοῦ, τῆς προσευχῆς, ὅπως εἶναι τὸ κυνήγι, ἡ ἐκδρομή, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸν Ἰησοῦν; Ἐὰν κατεκρίθη ἡ Μάρθα διὰ τὸ πολυθόρυβον καὶ πολυτάραχόν της, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὸν Ἰησοῦν, πόσῳ μᾶλλον θὰ κατακριθῇ τὸ πολυθόρυβον καὶ πολυτάραχον τῶν σημερινῶν γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι μετὰ τὸ πρωϊνὸν των ξύπνημα δὲν ἐπιδίδονται εἰς προσευχήν, ἀλλὰ εἰς τὶς δουλειές; Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι καὶ ἡ ἐργασία εἶναι προσευχή. Ἀπαντῶ. Ἡ προσευχὴ ὅμως εἶναι ἡ δυσκολωτέρα ἐργασία, διότι κατ’ αὐτὴν ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀναλυομένη ἐνώπιον τοῦ ἀπείρου Θεοῦ ἑνοῦται μετ’ Αὐτοῦ πρὸς στιγμήν, βαθύτερον ἀπὸ κάθε ἄλλην περίστασιν, ἵνα ἀντλήσῃ δυνάμεις διὰ τὸν ἀγώνα τῆς ζωῆς.

Ἡ ζωὴ μας εἶναι ταξίδι, ὁδοιπορία καὶ ὁδοιπόροι, ταξιδιῶται εἴμεθα ἡμεῖς. Κατὰ τὰς στρατιωτικας ὁδοιπορίας, ἑκάστην ὥραν ὑπάρχει τὸ δεκάλεπτον τῆς ἀναπαύσεως, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ὡριαία στάσις. Διά τῆς ὡριαίας ταύτης στάσεως οἱ ὁδοιπόροι στρατιῶται ἀνακτοῦν δυνάμεις διὰ τὴν περαιτέρω ὁδοιπορίαν των. Ὡριαία λοιπὸν στάσις εἰς τὴν ὁδοιπορίαν τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ περισυλλογὴ διὰ τῆς προσευχῆς, ἡ ἄμεσος ἐπαφὴ μετὰ τοῦ ἀπείρου ὄντος, τοῦ Θεοῦ, ἡ κατάνυξις.

Αἱ ἀσχολίαι διὰ τὰ ὑλικά μας ἀγαθὰ εἶναι καὶ αὗται εὐλογημένοι, ἀναγκαῖαι, διότι δὲν εἴμεθα μόνον πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ ὕλη. Περισσότερον εὐλογημέναι εἶναι αἱ ὑλικαί ἀσχολίαι μας, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πτωχῶν, τοῦ Χριστοῦ. Παρ’ ὅλην ὅμως τὴν ἀναγκαιότητα καὶ ἁγιότητα τῶν ὑλικῶν ἀσχολιῶν μας, οὐδέποτε πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὴν ὑπερβολὴν τούτων, ὥστε νὰ μὴ προσευχώμεθα κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς Μάρθας. Πρέπει νὰ κόπτωμεν οἱανδήποτε ὑλικὴν ἀπασχόλησίν μας κατὰ τὴν ὠρισμένην ὥραν τῆς περισυλλογῆς μας. Ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ αἰωνία μακαριότης τῆς πέραν τοῦ τάφου ζωῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς Μαρίας, ἡ ὁποία λατρεύει καὶ ὄχι τῆς Μάρθας, ἡ ὁποία θορυβεῖ.

Ἕνας γέρος βαρκάρης πήγαινε βόλτα μὲ τὴν βάρκα του μὲ ἕνα νέον. Στὰ κουπιὰ τῆς βάρκας εἶχε γραμμένο στὸ ἕνα προσευχὴ καὶ στὰ ἄλλο ἐργασία. Ὅταν ἐτράβηξαν στὰ ἀνοιχτά, ὁ νέος λέγει στὸ γέρο: Πᾷς πολὺ ἀργά. Ὅποιος ἐργάζεται, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προσεύχεται. Ὁ γέρος δὲν ἀπήντησεν, ἀλλὰ ἄφησε τὸ κουπί, ποὺ εἶχε τὴν λέξιν προσευχὴ καὶ ἢρχισε νὰ κωπηλατῇ μόνον μὲ τὸ ἄλλο. Κωπηλατοῦσε… κωπηλατοῦσε καὶ ἡ βάρκα γυρνοῦσε πάντα στὸ ἴδιο μέρος.Ἔτσι ὁ νέος κατάλαβε, ὅτι μὲ τὸ κουπὶ τῆς ἐργασίας χρειάζεται καὶ ἡ προσευχή!

Ἂς λατρεύωμεν τὸν Χριστὸν καὶ ἂς ὑπηρετήσωμεν Αὐτὸν κατὰ τὸ παράδειγμα καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν Μάρθας καὶ Μαρίας πρακτικῶς καὶ θεωρητικῶς, ὑλικῶς καὶ πνευματικῶς, ἀποφεύγοντες τὰς ὑπερβολάς, ὥστε ἡ μία ἀπασχόλησις νὰ μὴ ἀπορροφᾷ τὴν ἄλλην, ἰδίως δὲ ἂς μάθωμεν νὰ εἴμεθα πλησίον τοῦ Χριστοῦ διὰ τῆς προσευχῆς, ὅπως ἦτο ἡ Μαρία!