1.

Μιά νύχτα στη λίμνη Γεννησαρέτ

  1. Κατὰ Θεὸν μόνωση

Στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ἀκούσαμε ὅτι ὁ Κύριος, μετὰ τὸ θαῦμα τῆς διατροφῆς τῶν πεντακισχιλίων, ἀνάγκασε τοὺς Μαθητές Του νὰ ἐπιβιβασθοῦν σὲ πλοιάριο γιὰ νὰ περάσουν ἀπέναντι. Ἀφοῦ διέλυσε τὰ πλήθη, «ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾿ ἰδίαν προσεύξασθαι»· ἀνέβηκε στὸ γειτονικὸ βουνὸ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ μόνος Του.

Πόσο κουραστικὴ ἦταν γιὰ τὸν Κύριο ἐκείνη ἡ μέρα! Θεράπευσε τόσους ἀρρώστους, δίδαξε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ στὰ πλήθη ἐπὶ ὧρες, μέχρι τὸ σούρουπο. Κατόπιν φρόν­τισε καὶ γιὰ τὴ σωματικὴ διατροφή τους – τοὺς ἔθρεψε μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια. Καὶ ὅμως οὔτε τώρα ἀποζητᾶ σωματικὴ ἀνάπαυση, ἀλλὰ ἀποσύρεται γιὰ κατ᾿ ἰδίαν προσευχή! Ἐπιδιώκει τὴν ἀτομικὴ προσευχή: «ἠνάγκασε τοὺς μαθητάς… ἀπέλυσε τοὺς ὄχλους»· μήνυμα πολύτιμο γιὰ τὴν ἐποχή μας, ἡ ὁποία εὐνοεῖ τὴν ἐξωστρέφεια, τὴν πολυπραγμοσύνη, τὴν πληθωρικὴ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους· μήνυμα ταιριαστὸ γιὰ τὸ καλοκαίρι, μάλιστα τώρα στὸν κατ᾿ ἐξοχὴν μήνα τῶν διακοπῶν.

Ἔχουμε ἀνάγκη κάποτε νὰ μένουμε μόνοι μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ μὲ τὸν Θεό. Ἔχουμε ἀνάγκη νὰ κοιτάζουμε μέσα μας, νὰ ἀσκοῦμε αὐτοκριτική, νὰ μελετοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, νὰ ἐπιδιδόμαστε στὴν προσευχή· νὰ ὑψώνουμε τὸν νοῦ μας στὸν Κύριο καὶ Θεό μας καὶ νὰ Τοῦ ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας: νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ τὶς δωρεές Του, νὰ Τοῦ ἀναφέρουμε τὰ προβλήματἀ μας, ν᾿ ἀποθέτουμε μπροστὰ στὸν θρόνο Του τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς πονεμένους, καὶ ὅλο τὸν κόσμο. Νὰ Τοῦ ζητοῦμε βοήθεια καὶ φωτισμὸ ὄχι μόνο γιὰ τὰ ἐπίγεια ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ οὐράνια: νέκρωση τῶν παθῶν, πνευματικὴ πρόοδο, ἀρετή, πόθο τῆς Βασιλείας Του…

Βέβαια ὁ συνειδητὸς πιστὸς ὅλο τὸν χρόνο ἐπιδιώκει τὴν κατὰ Θεὸν μόνωση κάθε μέρα. Ὡστόσο τὸν χειμώνα αὐτὸ γίνεται ἴσως μὲ κάποια πίεση. Τώρα τὸ καλοκαίρι μπορεῖ νὰ γίνεται πιὸ ἄνετα. Πόσο θὰ γλυκαίνεται τότε καὶ θὰ εἰρηνεύει ἡ ψυχή μας, καὶ θὰ ἐπιδιώκει πλέον αὐθόρμητα πιὸ συχνὰ νὰ ἀποσύρεται γιὰ νὰ «κατατρυφᾷ τοῦ Κυρίου»!

  1. «Κύριε, σῶσόν με»

Ἐνῶ ὁ Κύριος προσευχόταν στὸ βουνό, οἱ Μαθητές Του πάλευαν μὲ τὰ κύματα. Ἡ ξαφνικὴ θύελλα ἀπειλοῦσε τὸ πλοιάριό τους καὶ τὴ ζωή τους. Περασμένα μεσάνυχτα καὶ ἡ ἀγωνία τους στὸ κατακόρυφο. Ἐκείνη τὴν ὥρα τοὺς πλησίασε ὁ Κύριος. Τὸν νόμισαν γιὰ φάντασμα, φοβήθηκαν. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς καθησύχασε: «Ἐγὼ εἶμαι, μὴ φοβάστε!» Τότε ὁ ἀπόστολος Πέτρος ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ τοῦ δώσει ἐντολὴ νὰ ἔλθει πρὸς Ἐκεῖνον, νὰ περπατήσει πάνω στὰ κύματα ὅπως ὁ Διδάσκαλος. Πρά­γματι, τοῦ εἶπε: «Ἔλα». Ὁ ὁρμητικὸς μαθητὴς ἀποβιβάσθηκε ἀπὸ τὸ πλοιάριο καὶ ἄρχισε νὰ περπατᾶ στὴ θάλασσα σὰν νὰ ἦταν στεριά. Ὅταν ὅμως εἶδε ὅτι ὁ ἄνεμος ἦταν ἰσχυρὸς καὶ τὰ κύματα μεγάλα, φοβήθηκε, ἡ πίστη του κλονίστηκε, καὶ ἔτσι ἄρχισε νὰ βουλιάζει. Τότε ἔβγαλε ἐναγώνια κραυγή:

–«Κύριε, σῶσόν με»!

Ὁ Κύριος τὸν ἔσωσε. Ἀμέσως ἅπλωσε τὸ χέρι Του καὶ τὸν κράτησε σταθερά.

«Κύριε, σῶσόν με»! ἡ κραυγὴ τῶν κλυδωνιζόμενων πιστῶν, ἡ καρδιακὴ προσευχή – ἱκεσία γιὰ τὴν ἄμεση παρέμβαση τοῦ Θεοῦ. Ὅταν κινδυνεύουμε νὰ καταποντισθοῦμε στὸ τρικυμισμένο πέλαγος τῆς ἀπελπισίας, νὰ κυριευθοῦμε ἀπὸ τὴ μανία τῆς ἐκδικήσεως καὶ ὁποιουδήποτε ἄλλου πάθους, ἢ νὰ ὑποκύψουμε σὲ ὁποιονδήποτε πειρασμό, ἂς κραυγάζουμε· «Κύριε, σῶσόν με» μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μας. Κι Ἐκεῖνος θὰ ἔρχεται, νά ᾿μαστε βέβαιοι, καὶ θὰ μᾶς σώζει, θὰ μᾶς ἁρπάζει ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ πονηροῦ, ἀπὸ τὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ, ἀπὸ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀπώλεια.

  1. «Γιατί δίστασες;»

Ὅμως ὁ Κύριος ἀφοῦ διέσωσε τὸν Μαθητή Του, τὸν ἐπέπληξε κιόλας:

–«Ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας;», τοῦ εἶπε. Ὀλιγόπιστε, γιατί δίστασες; γιατί δείλιασες; Εἶναι σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος νὰ δείξεις ὀλιγοπιστία.

Νὰ περπατάει ὁ Μαθητὴς πάνω στὴν ταραγμένη θάλασσα γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή του, νὰ σφυρίζει γύρω του ὁ ἄνεμος, νά ᾿ναι νύχτα, ἡ βάρκα νὰ κινδυνεύει νὰ βουλιάξει, καὶ ὁ Κύριος νὰ τοῦ λέει· «γιατί δίστασες;». Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φοβηθεῖ κανείς;

Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ὁ Κύριός μας, ὁ τόσο συγκαταβατικὸς στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ποτὲ δὲν εἶναι ὑπερβολι­κὸς στὶς ἀπαιτήσεις Του. Οὐσιαστικὰ εἶναι σὰν νὰ εἶπε στὸν ἀπόστολο Πέτρο: Τὸ ἔπαθες αὐτό, διότι πῆρες τὰ μάτια σου ἀπὸ πάνω μου καὶ τὰ ἔστρεψες στὰ κύματα. Ἀφοῦ περπάτησες πάνω στὴ θάλασσα, γιατί μετὰ δίστασες; Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ Κύριος ὄχι μόνο τῆς θάλασσας ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνέμου;

Ἡ ὀλιγοπιστία δὲν δημιουργεῖται ἀπὸ τὶς δυσμενεῖς ἐξωτερικὲς συνθῆκες ἀλ­λὰ ἀπὸ τὴν ἀδύναμη προαίρεσή μας: διότι ἐμεῖς δὲν εἴμαστε στραμμένοι σταθερὰ πρὸς τὸν Κύριο. Στρέφουμε τὴν προσοχή μας πρὸς τὰ κύματα, πρὸς τὰ προβλήματα καὶ τὶς δυσκολίες, καὶ λησμονοῦμε τὶς πολλὲς θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις Του στὴ ζωή μας.

Ὅταν ὁ Χριστιανὸς ἔχει πίστη χωρὶς ταλαντεύσεις, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ στερεώνει τὴν καρδιά του μὲ τόσο ἰσχυρὴ βεβαιότητα, ὥστε νὰ μὴν κλονίζεται ἀπὸ τὰ συμπεράσματα τῆς κοντόφθαλμης ἀνθρώπινης λογικῆς καὶ τὶς τυχὸν ἀντίθετες πληροφορίες ποὺ δίνουν οἱ αἰσθήσεις του. Μακάρι ν᾿ ἀξιωθοῦμε ὅλοι μας νὰ ἀποκτήσουμε τέτοια πίστη.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

2.

Ὁ Ἰησοῦς βαδίζει ἐπὶ τῆς θαλάσσης (Ματθ.14,24—36)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ματθ. 14,24—36. Μάρκ. 6,47—56. Ἰωάν. 6,16—21

Εἴδομεν προηγουμένως, ὅτι ὁ Κύριος ἠνάγκασε τοὺς μαθητάς του νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν λέμβον, αὐτὸς δὲ ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος καὶ ἐκεῖ προσηύχετο. Οἱ δὲ ὄχλοι διελύθησαν, ἀφοῦ εἶδον ὅτι ὁ Κύριος ἀντέστη εἰς τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις των. «Ὡς δὲ ὀψία ἐγένετο κατέβησαν οἱ μαθηταί Αὐτοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἐμβάντες εἰς τὸ πλοῖον ἤρχοντο πέραν τῆς θαλάσσης εἰς Καπερναούμ». Μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου οἱ Ἀπόστολοι εἰσῆλθον εἰς τὴν λέμβον καὶ κατηυθύνοντο εἰς τὴν ἀντιπέραν ὄχθην καὶ συγκεκριμένως πρὸς τὴν Βηθσαϊδᾶ τὴν πατρίδα τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἡ ὁποία ἦτο πλησίον τῆς Καπερναούμ. Κατ’ ἀρχὰς εἶχον εὐνοϊκὸν ἄνεμον καὶ προχώρησαν ταχέως. «Ὀψίας γενομένης» ἀργὰ μετὰ τὴν δύσιν δηλαδὴ τοῦ ἡλίου «ἦν τὸ πλοῖον ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων. Ἦν γὰρ ἐνάντιος ὁ ἄνεμος, Αὐτὸς δὲ μόνος ἐπὶ τῆς γῆς». Τὸ πλοῖον, ἡ λέμβος, ἀπὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου μέχρι τῆς τετάρτης φυλακῆς τῆς νυκτὸς ἦτο εἰς τὸ μέσον τῆς θαλάσσης βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, διότι ὁ ἄνεμος ἦτο ἀντίθετος. «Σκοτία ἤδη ἐγεγόνει καὶ οὔπω ἐληλύθει πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς ἡ δὲ θάλασσα ἀνέμου μεγάλου πνέοντος διηγείρετο» γράφει πλήρης φόβου ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης.

Καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἡ μέχρι τοῦ μέσου τῆς λίμνης ἀπόστασις ἦτο ζήτημα ταξιδιοῦ 2—3 ὡρῶν. Αὐτοὶ ὅμως εὑρίσκονται λόγῳ τῆς θαλασσοταραχῆς ἀπὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου μέχρι τῆς 3—6 πρωϊνῆς εἰς τὸ μέσον τῆς λίμνης. Ὁ Ἰησοῦς «ἰδὼν» ἀπὸ τοῦ ὄρους, ὅπου προσηύχετο τοὺς «μαθητάς βασανιζομένους ἐν τῷ ἐλαύνειν» ἤτοι ἰδών, ὅτι οἱ μαθηταί του λόγῳ τοῦ σφοδροῦ ἀνέμου μεγάλον κόπον κατέβαλον εἰς τὴν κωπηλασίαν «ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς περὶ τὴν τετάρτην φυλακὴν τῆς νυκτὸς» τὴν τρίτην πρωϊνὴν δηλαδὴ περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. «Ἐληλακότες οὖν ὡς σταδίους εἴκοσι πέντε ἤ τριάκοντα θεωροῦσι τὸν Ἰησοῦν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐγγύς τοῦ πλοίου γινόμενον καὶ ἐφοβήθησαν» προσθέτει ἀκριβέστερον ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ὅταν δηλαδὴ εἶχον διανύσει 25—30 στάδια ἤτοι 5 χιλιόμ. βλέπουσι τὸν Ἰησοῦν βαδίζοντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ εὑρισκόμενον πλησίον τοῦ πλοίου. Ἀπεῖχον τῆς ξηρᾶς, ὅθεν ἀνεχώρησαν 5 χιλιόμετρα. Ὑπελείποντο ἀκόμη 7 χιλιόμετρα μέχρι τῆς Βηθσαϊδᾶ. Περιπατῶν ὁ Κύριος ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ «ἐγγύς τοῦ πλοίου ἐλθών ἤθελε παρελθεῖν αὐτούς». Ὁ Κύριος πλησιάζει πρῶτον τὴν λέμβον καὶ κατόπιν προσποιεῖται, ὅτι θέλει νὰ προσπεράσῃ αὐτοὺς βαδίζων ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν πίστιν αὐτῶν, διότι θὰ βλέπωσι τὸν Ἰησοῦν βαδίζοντα ἐπὶ τῶν κυμάτων καὶ ἵνα διεγείρῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς προσκλήσεως Του ὑπ’ αὐτῶν.

Οἱ μαθηταὶ «ἰδόντες τὸν Ἰησοῦν ἐπὶ τῆς θαλάσσης περιπατοῦντα ἐταράχθησαν» κατ’ ἀρχάς, διότι πλήρεις προλήψεων «ἔδοξαν» ἐνόμισαν, ὅτι «φάντασμα ἐστι» εἶναι φάντασμα, κατευθυνόμενον πρὸς αὐτούς. Τόσον δὲ πολὺ ἐταράχθησαν, ὥστε «ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. Πάντες εἶδον αὐτὸν καὶ ἐταράχθησαν». Δὲν ἀνεγνώρισαν τὸν Ἰησοῦν ἀμέσως λόγῳ τοῦ σκότους τῆς νυκτός. Ὁ Ἰησοῦς μέσα ἀπὸ τὴν θύελλα καὶ θαλασσοταραχὴν κραυγάζει καὶ λέγει πρὸς αὐτούς˙ «θαρσεῖτε, ἐγὼ εἰμί, μὴ φοβεῖσθε». Ὁ Κύριος βαδίζων ἐπὶ τῶν ἀγριεμμένων κυμάτων παρὰ τὸν νόμον τῆς βαρύτητος δεικνύει τὴν δύναμίν Του εἰς τὰ πλέον ἀτίθασσα στοιχεῖα ἄνεμον καὶ θάλασσαν. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος συνέρχεται πρῶτος ἀπὸ τὸν φόβον ὁ ἔχων πάντοτε περισσότερον τῶν ἄλλων θάρρος πρὸς τὸν Χριστὸν δεικνύει εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν τὸν πόθον νὰ μεταβῇ πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ λέγει˙ «Κύριε, εἰ σὺ εἶ,» ἐὰν εἶσαι σὺ «κέλευσόν με ἐλθεῖν πρὸς σὲ ἐπὶ τὰ ὕδατα) διατάξόν με νὰ ἔλθω πρὸς σὲ βαδίζων ἐπὶ τῶν ὑδάτων. Ὁ Πέτρος ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τὴν φωνήν του καὶ τὴν δύναμιν αὐτῆς, ἀφοῦ λόγῳ τοῦ σκότους δὲν ἠδύνατο νὰ ἴδῃ καθαρὰ τὴν μορφήν του. Μεγάλη ἡ τόλμη του! Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Πέτρος ὁ προτρέχων εἰς τὸ πάθος τοῦ Κυρίου, εἰς τὸ μνῆμα αὐτοῦ, εἰς τὴν θάλασσαν τῆς Τιβεριάδος πρὸ τῶν ἄλλων μαθητῶν. Ἀδύνατος ἡ ἐπινόησις τοῦ θαύματος τούτου!

Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ «ἐλθέ». Ὁ Πέτρος ἀναγνωρίζει Αὐτόν, αἰσθάνεται δύναμιν εἰς τὸν ἑαυτόν του «καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα καὶ ἦλθε πρὸς τὸν Ἰησοῦν». Τὰ πράγματα μέχρι τίνος ἐβάδιζαν εὐχάριστα. Ὁ Πέτρος ὅμως ἀποστρέψας τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν «καὶ βλέπων τὸν ἄνεμον ἐφοβήθη» καὶ ἤρχισε νὰ ὀλιγοπιστῇ. Ἡ τιμωρία δὲν ἐβράδυνε νὰ ἔλθῃ. Ὁ ψαρᾶς Ἀπόστ. Πέτρος δὲν ἀντέχει εἰς τὴν τρικυμίαν. Ἀρχίζει νὰ βυθίζεται « Ἀρξάμενος δὲ καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων: Κύριε, σῶσόν με». Τότε ὁ Ἰησοῦς «εὐθέως ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ» ἀμέσως ὁ Χριστὸς ἅπλωσε τὸ χέρι Του καὶ τὸν ἔπιασε «καὶ λέγει αὐτῷ˙ ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας;»

«Ἤθελον» οἱ Ἀπόστολοι «λαβεῖν Αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον». Ἐπεθύμουν οἱ Ἀπόστολοι νὰ εἰσέλθῃ ὁ Χριστὸς εἰς τὴν λέμβον των. Καὶ πράγματι! Ὁ Ἰησοῦς κρατῶν διὰ τῆς χειρὸς Του τὴν χεῖρα τοῦ Πέτρου εἰσέρχονται εἰς τὸ πλοῖον. «Ἀναβαντων δὲ αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος καὶ οἱ ἐν τῷ πλοίῳ» Ἀπόστολοι καὶ ἄλλοι ὑπηρέται «λίαν ἐκ περισσοῦ ἐν ἑαυτοῖς ἐξίσταντο». Ἔκαμε δηλαδὴ εἰς τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους τεραστίαν ἐντύπωσιν τὸ γεγονὸς τοῦτο. Ἐξεπλάγησαν δὲ τόσον πολὺ διὰ τὸ θαῦμα τοῦτο «οὐ γὰρ συνῆκαν ἐπὶ τοῖς ἄρτοις», διότι τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν 5 ἄρτων καὶ 2 ἰχθύων δὲν ἐνόησαν καὶ καλά, ὥστε νὰ προλειανθῇ ἡ ψυχὴ των εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Σωτῆρος. Δὲν ἐνόησαν δὲ τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων, διότι ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς «ἦν αὐτῶν ἡ καρδία πεπωρωμένη». Λόγῳ ὅμως τῆς μεγάλης ἐκστάσεώς των διὰ τὸ θαῦμα «προσεκύνησαν τῷ Ἰησοῦ λέγοντες ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ». Ὀνομάζοντες υἱὸν Θεοῦ οἱ Ἀπόστολοι τὸν Ἰησοῦν δὲν ἐννοοῦσιν, ὅπως θὰ ἐννοήσωσιν ἀργότερον ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸ ἕν πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλὰ κάτι περισσότερον ἀπὸ Μεσσίαν. Κοπάσαντος τοῦ ἀνέμου «εὐθέως ἐγένετο τὸ πλοῖον ἐπὶ τῆς γής, εἰς ἥν ὑπῆγον». Ἔπλευσαν ὁμαλῶς, ταχέως καὶ ἴσως καὶ θαυματουργικῶς ἔφθασαν ἐκεῖ ὅπου κατηυθύνοντο εἰς Βηθσαϊδᾶ κατὰ τὸν Μᾶρκον, ὅπου «προσωρμίσθησαν» ἠγκυροβόλησαν. Κατόπιν «διαπεράσαντες ἐπὶ τὴν γῆν» ἀποβιβασθέντες εἰς τὴν ξηρὰν ἦλθον εἰς «τὴν γῆν Γεννησαρέτ», εἰς τὴν πεδινὴν καὶ εὐφορωτάτην χώραν δηλαδὴ Γεννησαρέτ, ὅπου κεῖνται ἡ Βηθσαϊδᾶ καὶ Καπερναοὺμ καὶ ἄλλαι κωμοπόλεις.

Ὁ Κύριος βαδίζει πρὸς τὴν Καπερναούμ. «Ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ τοῦ πλοίου ἐπιγνόντες αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἐκείνου» μαθόντες δηλ. τὴν ἄφιξιν τοῦ Κυρίου οἱ κάτοικοι τῆς Γεννησαρὲτ «ἀπέστειλον εἰς ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην», ἵνα εἰδοποιήσωσι τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἀσθενεῖς περὶ τῆς ἀφίξεώς Του. Πόσον ἀγαθοὶ ἀγγελιοφόροι! Οἱ ἄνθρωποι τῶν πόλεων «ἤρξαντο ἐπὶ τοῖς κραββάτοις τοὺς κακῶς ἔχοντας περιφέρειν, ὅπου ἤκουον ὅτι ἐκεῖ ἐστι». Καὶ ὅπου ἐὰν «εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἤ εἰς πόλεις ἤ εἰς ἀγρούς, ἐν ταῖς ἀγοραῖς ἐτίθεσαν τοὺς ἀσθενοῦντας καὶ παρεκάλουν Αὐτόν, ἵνα κἄν τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου Αὐτοῦ ἅψωνται καὶ ὅσοι ἥψαντο ἐσώζοντο». Εἰς τὰς μεταξὺ δηλαδὴ τοῦ τόπου τῆς ἀποβάσεως καὶ τῆς Καπερναοὺμ κῶμας, ἀγροὺς καὶ πόλεις ἔφερον διαφόρους ἀσθενεῖς, ἐτοποθέτουν αὐτοὺς εἰς τὰς πλατείας τῶν κωμοπόλεων, ὅπου θὰ διήρχετο ὁ Κύριος, ἵνα οὗτοι ἐγγίσωσι μόνον τὰ κράσπεδα, τοὺς ἱεροὺς δηλαδὴ θυσάνους εἰς τὰς τεσσάρας γωνίας τοῦ ἐπανωφορίου Του μὲ τὴν πίστιν, ὅτι θὰ θεραπευθῶσιν. Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Ὅσοι ἤγγισαν μὲ τὴν πίστιν αὐτὴν τὰ κράσπεδα τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, ἐθεραπεύθησαν. Τὰ θαύματα ταῦτα εἶναι προετοιμασία τοῦ λόγου Του περὶ τῆς ὑποσχέσεως τῆς θείας εὐχαριστίας, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁμιλήσῃ ἀμέσως κατωτέρω. Ἀφοῦ ἡ ἁφὴ μόνον τῶν ἐνδυμάτων Του ἔδιδε τὴν ὑγείαν, πολὺ περισσότερον ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Του σώματος.

Θέμα: Ἀπελπισία — Ἐλπίς.

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπελπιζόμενος ἀπὸ τὴν βίαν τῶν κυμάτων βυθίζεται εἰς τὴν θάλασσαν. Ὁ αὐτὸς Ἀπόστολος ἐλπίζων εἰς τὸν Ἰησοῦν βαδίζει ἐπὶ τῆς θαλάσσης. Ἰδοὺ αἱ δύο εἰκόνες. Ἀπελπισία καὶ ἐλπίς. Μελετήσωμεν ἀμφοτέρας βάσει τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς καθημερινῆς ζωῆς.

1) Ἀπελπισία. Κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον ἡ θάλασσα, τὰ κύματα, ἡ νύχτα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἵλκυσαν τὴν προσοχὴν τοῦ Ἀποστόλου ὅστις «ἰδὼν τὸν ἄνεμον ἐφοβήθη» καὶ ἀπέσυραν τὴν προσοχήν του ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤρχισε νὰ καταποντίζεται. Εἰς τὴν ζωὴν μας θάλασσα εἶναι ὁ κόσμος, διότι εἶναι ρευστός, κύματα οἱ πειρασμοί του, νύχτα τὸ σκότος ποὺ προξενοῦν εἰς τὸν νοῦν ἡ ῥευστότης τῶν ἐγκοσμίων καὶ ἡ βιαιότης τῶν λογισμῶν ἡ ἐκ τῆς προσκαιρότητος τῶν ἐγκοσμίων προερχομένη. Ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀπελπισίαν, ὅταν καρφώσωμεν τὸν νοῦν μας εἰς αὐτά. Πράγματι! Ἔχασες κάτι που εἶχες; Σοῦ λείπει κάτι, τοῦ ὁποίου ἔχεις ἀνάγκην; Ἀμέσως τὰ κύματα τῶν λογισμῶν σοῦ σκοτίζουν τὸν νοῦν καὶ σὲ ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀπελπισίαν. Καὶ συγκεκριμένως˙ Ἔχασες ῥοῦχα, χρήματα, σπίτι τὰ ὁποῖα εἶχες καὶ δὲν ἔχεις νὰ φορέσῃς, νὰ οἰκονομηθῇς, νὰ στεγασθῇς καὶ ἀμέσως ἀπελπίζεσαι. Τί νὰ κάμω; Χάθηκα! Ἡ ὑγεία σου παρουσιάζει δέκατα. Σωρὸ αἱ ὑποψίαι σου διὰ τὸ εἶδος τῆς νόσου καὶ τὴν τύχην σου. Ἀπελπισία! Θὰ πεθάνω! Ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναπαυθῇ ἡ ψυχή σου, διότι εἶχες παιδί, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχες δώσει ὅλην σου τὴν καρδιὰ καὶ τὤχασες. Τόσον σκοτίζεσαι καὶ ἀπελπίζεσαι,ὥστε ὅλα σοῦ φαίνονται μαῦρα !

Τὸ δηλητήριον τῆς ἀπελπισίας εἶναι τόσον διεισδυτικόν τοῦ ψυχικοῦ ὀργανισμοῦ, ὥστε προέρχεται καὶ ἐκ στερήσεων ἐλαχίστων καὶ πολλάκις ἁγιωτάτων. Ἔρχεται ἡ Τετάρτη, Παρασκευὴ καὶ πρόκειται νὰ νηστεύσῃς. Ἐλαφρὰ τις ἀπόγνωσις καταλαμβάνει τὴν ψυχήν σου. Τί θὰ φᾶμε;

Ἰδίως ὅμως ἡ ἀπελπισία ἔρχεται, ὅταν ἁμαρτία τὶς κόψῃ μικρὸ ἤ μεγάλο κομμάτι τῆς ψυχῆς σου. Ἠμάρτησα! χάθηκα! αὐτοκτονία! Μεγάλο σκοτάδι ἀκολουθεῖ πᾶσαν ἀπώλειαν σωματικὴν ἤ ψυχικήν, ἡ ὁποία ἄγει εἰς ἀπελπισίαν. Ἔχασες τὸ ῥοῦχο σου, τὸ σπίτι σου. Πόσον ἀνόητον εἶναι, ὅταν μαζὶ μὲ αὐτὰ χάνῃς τὴν ψυχήν σου, τὴν χαράν σου! Ποῖο ἀξίζει περισσότερο; Τὸ ῥουχό σου ἤ ἡ χαρά σου; Ἔχασες τὸ ἕνα. Διατὶ νὰ χάσῃς καὶ τὸ ἄλλο; Ἔχεις δέκατα καὶ ἀπελπίζεσαι. Μὲ τὴν στενοχώρια θὰ πέσουν τὰ δέκατα; Τοὐναντίον θὰ αὐξηθοῦν. Ἔχασες τὸ παιδί σου. Μὲ τὴν ἀπελπισία θὰ ξαναφέρῃς εἰς τὴν ζωὴν τὸ παιδί σου; Ὄχι, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ λυπεῖς μὲ τὴν ὑπέρμετρον λύπην σου καὶ τὸν ἑαυτόν σου φθείρεις. Ἐνῷ τὴν Πέμπτην τρώγεις χόρτα χωρὶς στενοχώρια, τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς ἐπεθύμεις νὰ ἔχῃς ἄρτον, τώρα ἀπελπίζεσαι νὰ νηστεύσῃς μίαν Τετάρτην ἡ Παρασκευήν! Δὲν εἶναι ἐδῶ σκότος, διάβολος; Σκοτάδι κυρίως ἔχουν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ ἠμάρτησαν ἰδίᾳ γυναῖκες, ἰδίᾳ εὐσεβεῖς ἰδίως εἰς σαρκικὰ ἁμαρτήματα, ἐπιθυμοῦν νὰ αὐτοκτονήσουν. Διορθώνεται ποτὲ τὸ ἕνα κακὸ διὰ τοῦ ἄλλου κακοῦ καὶ μάλιστα χειρότερου; Ὑπάρχει χειρότερον ἀπὸ τὴν ἀπόγνωσιν, τὴν αὐτοκτονίαν; Σὺ κόρη τὸν ἤκουσες μία ἤ δύο φορὲς καὶ ἠμάρτησες. Δὶ’ αὐτὸ πρέπει νὰ παραδώσῃς τὴν ψυχήν σου εἰς αὐτὸν γιὰ πάντα; Σκότος! Τί πρέπει; Ἐλπίς.

2) Ἐλπίς. Κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον. Ὅταν ἀπέσυρεν ὁ Ἀπόστολος τὰ βλέμματά του ἀπὸ τὸν Χριστὸν καὶ ἐπρόσεχε τὰ κύματα, ἐβυθίζετο. Ὅταν ὅμως ἔστρεψε τὰ βλέμματά του, τὴν φωνήν του, τὴν ψυχὴν του εἰς τὸν Χριστόν, ἡ θάλασσα γίνεται ξηρά, τὰ κύματα σκαλοπάτια, ἵνα βαδίσῃ καὶ ἀναβῇ εἰς τὸν Χριστόν, ἡ δὲ νύκτα κάνει φωτεινοτέρους τοὺς ἀφροὺς τῶν κυμάτων, οἱ ὁποῖοι σὰν χυμένο φῶς εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἀποστόλου ὁδηγοῦν αὐτὸν εἰς τὸ Μέγα Φῶς, τὸν Χριστόν. Τὸ αὐτὸ δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς ἡμᾶς. Ὅταν τὸ βλέμμα μας, ἡ ψυχή μας, ἡ φωνὴ μᾶς στρέφωνται εἰς τὸν Χριστόν, ἡ ῥευστότης τῶν ἐπιγείων μας ἀνάβει περισσότερον τὴν λαχτάραν τῆς αἰωνιότητος τῶν οὐρανίων. Τὰ κύματα τῶν πειρασμῶν ὅσῳ μεγαλύτερα εἶναι, τόσῳ μεγαλύτερα σκαλοπάτια γίνονται διὰ νὰ ἀνέλθωμεν ἐπάνω καὶ αὐτὸ τὸ μάνιασμα καὶ τὸ ἄφρισμα τῶν πειρασμῶν γίνεται περισσότερον φῶς εἰς τὰ πόδια μας, ἵνα ἀνέλθωσιν εἰς τὸ μέγα Φῶς, τὸν Χριστόν!

Καὶ πράγματι! Ὅταν ἕνας εἶναι ἀσθενὴς ὄχι μόνον ἀπὸ δέκατα, ἀλλὰ ἀπὸ χρόνιαν νόσον καὶ στρέφῃ τὸ βλέμμα του, τὴν ἐλπίδα του εἰς τὸν Χριστόν, ἀποκτᾷ ψυχικὴν γαλήνην, ὅτε τὰ δέκατα θὰ πέσουν καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὑγεία ἤ τὰ δέκατα θὰ ἀνεβοῦν καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ αἰωνιότης. Ποῖος ἔχασε παιδὶ καὶ δὲν αἰσθάνεται περισσότερον τὴν αἰωνιότητα εἰς τὴν ὁποίαν μετέβη ὁ υἱός του; Διότι, ἐὰν μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ του εὐσεβὴς ὤν ἔβλεπε μία φορὰ τὸν οὐρανόν, τώρα θὰ στρέφῃ τὸ βλέμμα του συχνότερα πρὸς τὰ ἄνω. Ἡ ἀπώλεια τοῦ παιδιοῦ, ὅταν ἐλπίζῃ τις εἰς τὸν Θεόν, γίνεται σκαλοπάτι διὰ τὰ ἄνω! Εἰς πόσους ἡ ἀπώλεια τοῦ προσφιλοῦς υἱοῦ δὲν ἔγινε φῶς διὰ νὰ ὁδηγηθοῦν εἰς τὸν Χριστόν; Ἡ διὰ τῆς νηστείας στέρησις εἰς πόσους πατέρας τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔγινε μετὰ τῆς προσευχῆς ὄχι σκαλοπάτι, ἀλλὰ πτερὰ διὰ νὰ πετάξουν εἰς τὰ οὐράνια; Ἀλλὰ καὶ σὺ ὁ ὁποῖος ἠμάρτησες καὶ ἀπελπίζεσαι, ὅταν ἐλπίσῃς εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ πτῶσις σου θὰ γίνῃ σκαλοπάτι νὰ πετάξῃς εἰς τὸν οὐρανόν. Θὰ σοῦ γίνῃ μέγα φῶς, διότι θὰ αἰσθανθῇς, πόσον ὕπουλος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Σὺ ὁ ὁποῖος ἠμάρτησες καὶ ἐντρέπεσαι καὶ φοβᾶσαι τὸν πνευματικὸν ὡς ἄγριον μὲ τὴν μάχαιραν ἕτοιμον ἀνὰ χεῖρας, ὅταν ἀνοίξῃς τὴν καρδιά σου, θὰ νοιώσῃς νὰ ἀνοίξουν τὰ οὐράνια. Πόρναι καὶ τελῶναι δὲν λέγει ὁ Κύριος προάγουσιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ; Ἐὰν αὐτὰ τὰ μεγάλα κύματα γίνωνται σκαλοπάτια, πόσῳ ὀλίγον τὰ μικρὰ ἀτυχήματα θὰ ἐνοχλοῦν τὴν ἐλπίδα μας. Καὶ γενικῶς ὅ,τι ἔφερε πρὶν τὴν ἀπελπισίαν, διότι ἐβλέπαμε τὰ κύματα, τοὺς πειρασμοὺς καὶ ὄχι τὸν Χριστόν, θὰ φέρῃ τώρα τὴν ἐλπίδα, διότι βλέπομεν τὸν Χριστὸν καὶ ὄχι τὰ κύματα.

Ὁ Ἰούδας ἦτο Ἀπόστολος. Διότι ὅμως ἀπηλπίσθη ἐγένετο ὁ πλέον κατηραμένος. Ὁ λῃστὴς ἦτο κακοῦργος. Διότι ὅμως ἤλπισεν εἰς τὸν Χριστόν, εἰσῆλθε πρῶτος εἰς τὸν Παράδεισον. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἦτο κορυφαῖος καὶ ἔγινεν ἀρνητής. Μὴ ἀπελπισθείς, ἀλλὰ ἐλπίσας ἔγινε πάλιν κορυφαῖος! Ἰδοὺ ἡ ἀπελπισία, ἰδοὺ ἡ ἐλπίς. Ἰδοὺ ὁ βυθὸς τῆς θαλάσσης, ὅπου ἄγει ἡ ἀπελπισία. Ἰδοὺ ὁ οὐρανός, ὅπου ἄγει ἡ ἐλπὶς εἰς τὸν Χριστόν.

3.

Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε (Ματθ. 14, 22-34)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

«Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου»

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὅσο πιὸ βαθιὰ βιώνουμε τὴν πνευματικὴ ζωὴ στὴν Θ.Λειτουργία ἢ βάσει τῶν καταστάσεων ποὺ μᾶς κάνουν ν’ ἀντιλαμβανόμαστε σαφέστερα τὰ κείμενα, τόσο πιὸ πλατιὰ ξεδιπλώνεται μπρός μας, ἀποκαλύπτοντας τὸ μεγαλύτερο βάθος ποὺ ἀποκτοῦν πράγματα ἀνθρώπινα καὶ θεϊκά.

Πόσο συχνὰ ἔχουμε ἀκούσει στὴν ἀρχὴ τῶν Μακαρισμῶν τὶς λέξεις: «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου..»- στὴν δόξα τῆς Βασιλείας Σου… Κι αὐτὲς οἱ λέξεις ἀκούγονται τόσο φυσικὲς κι ἁπλές. Κι ἀκόμα, ἂν φαντασθοῦμε γιὰ ἕνα λεπτό, ὅτι, ὅταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλθει ἐν δόξῃ, ἔχοντας νικήσει ἐν ὀνόματι ἡμῶν καὶ τοῦ Θεοῦ, ὑπερισχύοντας τοῦ κακοῦ, καὶ ἔχοντας κάνει αὐτὸν τὸν κόσμο σὲ Βασιλεία τῆς ἀγάπης, τῆς ἁγιότητας, τῆς ἀπόλυτης ὀμορφιᾶς, ἄς φαντασθοῦμε ὅτι κάποιος ἀπὸ μᾶς θὰ μποροῦσε νὰ λησμονηθεῖ: τί θὰ συνέβαινε σέ μᾶς; Λησμονημένοι ἀπ’ τὸν Θεό……Κι αὐτὸ συμβαίνει γιατὶ ἀναθυμόμαστε ὅτι ὑπάρχουμε, ὅτι ζοῦμε.! Συμβαίνει μόνο γιατί μᾶς θυμᾶται Ἐκεῖνος ἀκόμα κι ἂν ἐμεῖς λησμονοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, συνεχίζουμε νὰ ὑπάρχουμε χάρη στὴν δύναμη τῆς ζωῆς ποὺ εἶναι δική Του, χάρη στὴν εὐλογία Του, χάρη στὴν ὅλο θυσία Ἀγάπη Του.

Πόσο ὄμορφο εἶναι νὰ σκεφτόμαστε ὅτι εἴμαστε ἀσφαλισμένοι στὴν μνήμη Θεοῦ ποὺ περικλείει ὅλους, ἀκόμα κι ἂν οἱ ἄνθρωποι μᾶς ξεχνοῦν! Καὶ αὐτὸ συνέβη, συνέβη: Θυμᾶμαι μιὰ σκοτεινὴ μέρα ποὺ ἤμουν μὲ μία οἰκογένεια, κι ἄνοιξε ἡ πόρτα, κι ἕνας ἄνδρας ποὺ ἦταν 5 χρόνια στὸν πόλεμο καὶ θεωρεῖτο νεκρὸς, μπῆκε· ἡ γυναίκα του τὸν κοίταξε καὶ τοῦ εἶπε: «Ζεῖς; Σὲ εἴχαμε γιὰ νεκρό…!». Κι αὐτὲς οἱ λέξεις σήμαιναν «ὑπολογίζαμε στὸν θάνατό σου, γιατί ἂν ἤσουν νεκρὸς ἡ ζωὴ θὰ ξαναρχίσει, μ’ ἕνα νέο τρόπο· θὰ συναντοῦσα νέα ἄτομα, θὰ παντρευόμουν ἕναν ἄλλο ἄνδρα· ἦλθες -θὰ μποροῦσες νὰ μὴν ἔρθεις, θὰ μποροῦσες νὰ ’χες παραμείνει νεκρός…»

Πῶς φαντάζεσθε ὅτι θὰ ἔνιωσε αὐτὸς ὁ ἄνδρας; Καὶ μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε τί θὰ συμβεῖ στὸν καθένα μας, ὅσο ἁμαρτωλοὶ κι ἂν εἴμαστε, ἂν καθὼς στεκόμαστε μπροστά Του δοῦμε ὅτι δὲν θυμᾶται οὔτε τὸ ὄνομα, οὔτε τὴν ὄψη, οὔτε τὴν ὕπαρξή μας… Καὶ πόσο ὄμορφο ἀντίθετα εἶναι νὰ συλλογιζόμαστε ὅτι ἀκόμα κι ἂν ὅλος ὁ κόσμος μᾶς ξεχάσει – ὑπάρχει Ἕνας ποὺ ποτὲ – ποτὲ δὲν θὰ μᾶς ξεχάσει: εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ἕνας τῆς Τριάδος, ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ….

Τὸ γεγονὸς ποὺ συνέβη στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ (Ματθ. 14, 22-34): ὁ Πέτρος, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μαθητές, εἶδαν τὸν Κύριο σὰν φάντασμα, σὰν ὀπτασία νὰ περπατᾶ στὰ νερά, καὶ γέμισαν μὲ φόβο: ἕνα φάντασμα! Κι ὅλοι φώναξαν μὲ φόβο. Κι ὁ Κύριος: «Μὴ φοβεῖσθε, Ἐγὼ εἰμί…». Τοὺς χτυποῦσαν τὰ κύματα, ὅπως μᾶς χτυποῦν οἱ περιστάσεις τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὶς καταιγίδες ποὺ ξεσηκώνονται μέσα μας. Ἀλλὰ ὅταν ἄκουσαν τὴν φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, ὁ Πέτρος εἶπε: «Κύριε ἄφησέ με νὰ ’ρθω πρὸς τὰ σένα, περπατώντας στὰ νερά…» Ἤξερε ὅτι ἦταν ἀνθρωπίνως ἀδύνατο, ἀλλὰ ἦταν δυνατὸν γιατί ὅλα εἶναι δυνατὰ στὸν Θεό, καὶ μὲ τὸν Θεό…. Κι ὁ Χριστὸς εἶπε: «ἔλα…» Κι ὁ Πέτρος ἄφησε τὴν ἐλάχιστη ἀσφάλεια τοῦ σκάφους πάνω στὸ ὁποῖο βρισκόταν μὲ τοὺς ἄλλους μαθητές, κι ἄρχισε νὰ βαδίζει· καὶ ξαφνικὰ κοίταξε στὰ κύματα ἀντὶ νὰ κοιτάξει πρὸς τὸν Χριστό, κοίταξε τὴν καταιγίδα ἀντὶ νὰ κοιτάξει Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ Κύριος τῆς καταιγίδας, ὅπως εἶναι ὁ Κύριος τῆς Εἰρήνης. Κι ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν καταιγίδα, ἄρχισε νὰ βυθίζεται· κι ὅταν ἀκριβῶς εἶχε χάσει ἀπ’ τὰ μάτια του τὸν Κύριο, φώναξε: «βοήθει μοι..», κι ὁ Χριστὸς τὸν ἐπίασε ἀπ’ τὸ χέρι καὶ τὸν ἔφερε στὴν ἀκτή..

Ἐδῶ βλέπουμε πάλι ὅτι ὅταν παρασυρόμαστε ἀπὸ τοὺς φόβους μας, τὶς ἀμφιβολίες μας, παρασυρόμαστε ἀπὸ τὴν καταιγίδα ποὺ μαίνεται μέσα ἢ γύρω μας, εἶναι ὁ Ἕνας ποὺ μᾶς θυμᾶται μὲ ἀγάπη, μὲ συμπόνια, μὲ μιὰ κατανόηση ποὺ φτάνει πέρα ἀπ’ τὴν δική μας κατανόηση. Γιατί Αὐτὸς βυθίστηκε στὰ κατάβαθα τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας κι ἔφερε ὅλο τὸ βάρος τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, αὐτὸς μπορεῖ νὰ πεῖ: «μὴ φοβεῖσθε! ..» – καὶ νὰ μᾶς πάρει ἀπ’ τὸ χέρι καὶ νὰ μᾶς σώσει.

Ἂς σκεφτοῦμε γιὰ μιὰ στιγμὴ τί σημαίνει αὐτό: νὰ θυμόμαστε τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ ὅλους μας, τὸν καθένα μας ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ μᾶς θυμοῦνται, γιὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχουμε, γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχουμε σημασία. Ἕνας Γάλλος συγγραφέας ἔλεγε: Τὸ νὰ πεῖς σ’ ἕναν ἄνθρωπο «Σ’ ἀγαπῶ..» ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ πεῖς «δὲν θὰ πεθάνεις ποτέ…». Ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ μιὰ ἔξοχη δήλωση πρὸς ἕνα πρόσωπο, τὸ πρόσωπο ποὺ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ προσφωνήθηκε, δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπέσει ἀπ’ τὴν αἰωνιότητα, τὴν αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ, γιατί ὅλη ἡ ἀγάπη ἀνήκει στὸν Θεό. Πόσο ὑπέροχο εἶναι αὐτὴ ἡ σωτηρία νὰ προσφέρεται καὶ νὰ δίνεται, πόσο ὄμορφο νὰ εἴμαστε μέτοχοι αὐτῆς τῆς δωρεᾶς, χαρίζοντάς την στοὺς ἄλλους μὲ τὴν ἀγάπη μας καὶ μιὰν αἰώνια ἀνάμνηση.

Ἀμήν.

4.

Οἱ πειρασμοὶ στὴ ζωή μας

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

Ὁ Χριστὸς ἔκανε πολλὰ θαύματα. Ἔκανε θαύματα στοὺς ἀνθρώπους ὅπως π.χ. θεράπευσε τὸν παραλυτικό τῆς Καπερναούμ, τοὺς δέκα λεπρούς, τὸν υἱὸ τῆς χήρας τῆς Ναΐν κ. ἄ. Ἔκανε θαύματα μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδειχνε πτυχὲς τοῦ προσώπου Του, ὅπως τὸ θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως, τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς Ἀναλήψεως. Τέλος ἔκανε θαύματα στὴν ἄψυχη ὕλη, ὅπως πολλαπλασίασε τοὺς πέντε ἄρτους καὶ καταταράσθηκε τὴν ἄκαρπη συκιά. Στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα γαληνεύει τὴ θάλασσα καὶ κάνει νὰ κοπάσει ὁ ἄνεμος.

Ἡ ἀπουσία τοῦ Χριστοῦ

Μετὰ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν πέντε ἄρτων ἀνάγκασε τοὺς μαθητὲς Του «ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν» (Ματθ. 14,22). Αὐτὸς ἀφοῦ ἀπέλυσε τοὺς ὄχλους, ἀνέβηκε στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς Του τὸ πλοῖο δοκιμάσθηκε, γιατί ἄρχισε σφοδρὴ θαλασσοταραχὴ καὶ ἦταν «βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων». Τὶς πρωινὲς ὧρες ἐμφανίσθηκε κι ἔλυσε τὴν ταραχὴ τῶν κυμάτων. Οἱ μαθητὲς εἶχαν συνηθίσει στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἤθελε νὰ τοὺς δώσει νὰ καταλάβουν πὼς πρέπει νὰ εἶναι στενὰ συνδεδεμένοι μαζί Του. «Ὅσο ἀνέβαινε ἡ ἀγωνία τους, τόσο περισσότερο ἤθελαν τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ», γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Σηκώθηκε θύελλα, ὁ ἄνεμος ἀντίθετος, περνοῦσαν οἱ ὧρες καὶ βοήθεια δὲν εἶχαν ἀπὸ κανέναν.

Ὁ Κύριος ἤθελε νὰ τοὺς δοκιμάσει στὴν ὑπομονή. Ἤθελε νὰ τοὺς δώσει νὰ καταλάβουν «φέρειν τὰ συμπίπτοντα γενναίως», νὰ ἀντιμετωπίζουν μὲ γενναιότητα τοὺς πειρασμούς, γράφει ἕνας Ἅγιος. Ἡ θαλασσοταραχὴ ἦταν μία ἐξάσκηση τῶν μαθητῶν στὴν ὑπομονή, στὴν καρτερία, στὴν προσευχή. Ὁ Χριστός, ὅταν πρόκειται νὰ δώσει σὲ κάποιον ἄφθονη χάρη, τὸν ἐκπαιδεύει προηγουμένως στοὺς πειρασμούς. Οἱ Ἀπόστολοι θὰ κήρυτταν σ’ ὅλον τὸν κόσμο, θὰ ἔκαναν πολλὰ θαύματα, θὰ τοὺς ἔδινε ὁ Χριστὸς τὴ δύναμη νὰ κάνουν σημεῖα καὶ ὑπερφυσικὰ γεγονότα, γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς ἐκπαιδεύει στοὺς πειρασμούς, ὥστε νὰ μὴν ἀπελπισθοῦν, ὅταν θὰ συναντοῦσαν δυσκολίες καὶ ἀντιξοότητες. Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ τὶς πρωινὲς ὧρες ἔλυσε τοὺς φόβους τῶν μαθητῶν καὶ γαλήνεψε τὴ θάλασσα.

Οἱ πειρασμοὶ στὴ ζωή μας

Στὴ ζωὴ μας ὑπάρχουν δύο εἰδῶν πειρασμοί. Ὑπάρχουν πειρασμοὶ ποὺ ἀναφέρονται στὴν πίστη. Ὁ ἄνθρωπος ὀλιγοπιστεῖ ἀπέναντι στὸ Θεό, ἔχει λογισμοὺς βλασφημίας, δὲν παραδέχεται τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀρνεῖται τὰ ἱερὰ μυστήρια, εἶναι δίψυχος. Ἐπίσης πολεμᾶται ἀπὸ τὴν πορνεία καὶ ἀπ’ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ γενικὰ ἀπ’ τὰ μεγάλα πάθη. Στοὺς πειρασμοὺς αὐτοὺς ὁ ἄνθρωπος μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ πολεμήσει σωστά. Μόνο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ νικήσει τὶς καταστάσεις ποὺ περιγράψαμε πιὸ πάνω. Ὅταν ἐμφανισθοῦν τέτοια φαινόμενα στὴ ζωή μας, λέμε τὴν προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ• «μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμὸν» (Ματθ. 6,13). Οἱ πειρασμοὶ αὐτοὶ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸ Θεό. Κάθε τι ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸ Θεό, πρέπει νὰ τὸ διώχνουμε ἀμέσως.

Ἀντίθετα ὑπάρχουν ἄλλοι πειρασμοὶ ποὺ μᾶς ὠφελοῦν. Π.χ. Οἱ πειρασμοὶ τῆς στερήσεως τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἡ συκοφαντία εἰς βάρος μας, οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν οἰκείων καὶ φίλων μας, ἡ ἔλλειψη συμπάθειας ἐκ μέρους τῶν ἀνωτέρων μας, οἱ ἀσθένειες οἱ ἀνίατες καὶ βασανιστικές, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλες ποὺ πρόσκαιρά μᾶς ταλαιπωροῦν κ. ἄ. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ πειρασμοὶ δὲν μᾶς κάνουν κακό, ὅταν τοὺς ἀντιμετωπίσουμε μὲ τὸ πνεῦμα τὸ Εὐαγγελικὸ καὶ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς.

«Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμὸν ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς» (Ἰακ. 1,12), γράφει ὁ Ἀπόστολος. Ὁ ἴδιος λέγει πὼς πρέπει νὰ νιώθουμε χαρά, ὅταν περιπέσουμε σὲ πειρασμό. Αὐτοὶ οἱ πειρασμοὶ εἶναι εὐεργέτες μας καὶ μάλιστα μεγάλοι, γράφει ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος. Κανένας ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ ἀγωνισθεῖ καὶ νὰ ζήσει ἐνάρετα, δὲν εἶναι μόνος του στὸν ἀγώνα του. Τὸ φορτίο του τὸ σηκώνει ὁ Θεὸς καὶ γίνεται ἐλαφρό. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ πιστεύουμε πὼς δὲ θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει ὁ Θεός. Δὲν ὠφελεῖ νὰ πιστεύουμε στὸ Χριστό, ἐὰν δὲν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπό Του. Πιστεύουμε ἀκράδαντα πὼς στὸ τέλος θὰ ἐπέμβει ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας καὶ θὰ ἁπαλύνει τοὺς πειρασμούς, ἐὰν δὲν γογγύσουμε καὶ δὲν μεμψιμοιροῦμε καὶ ἔχουμε ὑπομονή.

Ἀδελφοί μου,

Ἔχουμε πάρει ὅπλα ἀπ’ τὸ Θεὸ πνευματικά, γιὰ νὰ πολεμοῦμε τοὺς πειρασμοὺς κι ὄχι νὰ περιπίπτουμε σὲ ἀκηδία κι ἀπελπισία. Ἂς ἔχουμε στραμμένο συνεχῶς τὸ πρόσωπό μας στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ μὴ βουλιάζουμε στὸ πέλαγος τῶν καθημερινῶν πειρασμῶν τῆς ζωῆς μας.

5.

Ἡ ἐμπιστοσύνη στόν ἀρχηγό τῆς πίστεως(Ματθ14,22)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Ἡ διήγηση ἔχει σάν ἱστορικό πυρήνα τό βίωμα τοῦ κινδύνου πού ἔνιωσαν κάποτε οἱ μαθητές τοῦ Ἰησοῦ καί τῆς διασώσεως ἀπ’ αὐτόν πού τούς πρόσφερε ἡ παρουσία τοῦ διδασκάλου τους ἐπάνω στήν τρικυμισμένη θάλασσα. Συγκεκριμένα τό γεγονός ἔγινε ἀμέσως μετά τόν θαυματουργικό χορτασμό τῶν πεντακισχιλίων, γιά τόν ὁποῖο ἔκανε λόγο ἡ περικοπή τῆς προηγούμενης Κυριακῆς. Πέρα ὅμως ἀπό τό βίωμα αὐτό πού συγκλόνισε τούς μαθητές, οἱ εὐαγγελιστές διασώζουν τό γεγονός, γιατί βλέπουν σέ αὐτό κάποιο βαθύτερο μήνυμα γιά τήν Ἐκκλησία.

Ὁ ὄχλος πού ἦταν μάρτυρας τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων βρίσκεται σέ ἕνα παραλήρημα μεσσιανικοῦ ἐνθουσιασμοῦ, νομίζοντας ὅτι ἔφτασε ἡ μεγάλη στιγμή τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀναγκῶν του. Ὁ Ἰησοῦς, πού γνωρίζει καλά ὅτι αὐτός ὁ ἐνθουσιασμός μπορεῖ νά σημάνει ἀποτυχία τοῦ πνευματικοῦ ἔργου του, διώχνει τούς μαθητές του μέ τό πλοιάριο στό ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης Γεννησαρέτ κι ὁ ἴδιος ἀποσύρεται στό ὄρος γιά νά προσευχηθεῖ. Ὅταν ὅμως ἀντιλαμβάνεται ὅτι οἱ μαθητές κινδυνεύουν ἀπό τόν ἀντίθετο ἄνεμο καί τίς δυσμενεῖς καιρικές συνθῆκες ἐμφανίζεται μπροστά τους καί λέει: «θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμί· μή φοβεῖσθε». Ἡ ἐνθαρρυντική αὐτή φράση ἔκανε ἀσφαλῶς μεγάλη αἴσθηση στούς φοβισμένους μαθητές. Κι ἄν τήν κατέγραψαν, εἶναι γιατί εἶδαν σέ αὐτή τή φράση μία ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ πρός τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας του.

Ἀλήθεια, πόσες τρικυμίες καί πόσους ἀντιθέτους ἄνεμους δέν συνάντησε ἡ Ἐκκλησία στή διάρκεια τῆς ἱστορίας της μέχρι σήμερα! Ὅταν λείψει ἡ πίστη καί ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Ἀρχηγό της, τότε κινδυνεύει νά καταποντισθεῖ μέσα στή θάλασσα τῶν συμβιβασμῶν, τῶν ὑποχωρήσεων, τῆς προδοσίας. Τό ἐπεισόδιο μέ τόν πάντα αὐθόρμητο καί ὁρμητικό ἀλλά μερικές φορές ὀλιγόπιστο μαθητή, τόν Πέτρο, αὐτό ἀκριβῶς θέλει νά δείξει: Ὅσο ἔβλεπε ὁ μαθητής μέ ἐμπιστοσύνη τό Χριστό, μποροῦσε νά βαδίζει πάνω στή θάλασσα· ὅταν ὅμως φοβήθηκε ἀπό τόν ἄνεμο καί σκέφτηκε τόν ἐνδεχόμενο κίνδυνο -λογικό ἄλλωστε καί πολύ δικαιολογημένο- ἄρχισε νά βυθίζεται. Ὅσο δηλ. λιγότερο συνειδητοποιεῖ κανείς τήν παρουσία τοῦ Κυρίου δίπλα του, καί ὅσο ἀμφιβάλλει γιά τή δύναμή του, τόσο περισσότερο εἶναι ἐκτεθειμένος στό φόβο καί στόν κίνδυνο. Ἀλλ’ ὅταν μέ ἐμπιστοσύνη ἀπευθύνεται στό Κύριο, δέν μένει χωρίς βοήθεια. Στό «Κύριε, σῶσόν με» πού πρόφερε ὁ Πέτρος ἔλαβε σάν ἀπάντηση τήν ἄμεση βοήθεια. Στήν πίστη δέν χωροῦν πειραματισμοί καί δοκιμές. Δέν χρειάζεται νά περπατήσει κανείς πάνω στή θάλασσα γιά νά πιστέψει στό Χριστό, ἀλλ’ ἄν πράγματι πιστεύει, μπορεῖ νά προχωρεῖ μέ θάρρος πάνω στήν τρικυμισμένη θάλασσα τῆς ζωῆς, χωρίς νά βυθίζεται καί νά χάνεται. Αὐτός πού εἶναι ὁ χορηγός της τροφῆς, αὐτός πού χορταίνει τούς ἀνθρώπους μέ τόν ἄρτο τῆς ζωῆς, εἶναι καί Κύριος τοῦ θανάτου.

Ἡ διήγησή μας μέ τήν ἀναφορά σ’ ἕνα βίωμα τῶν μαθητῶν καί ἰδίως τοῦ Πέτρου, ὑπογραμμίζει τήν ἀκόλουθη ἀλήθεια: Ἡ πίστη στόν Ἀρχηγό τῆς πίστεως εἶναι ἀπαραίτητο ἐφόδιο γι’ αὐτούς πού βρίσκονται στό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας πού πλέει μέσα στήν τρικυμία τοῦ κόσμου. Ὅποιος ἐπηρεάζεται ἀπό τούς ἄνεμους καί ἀφήνει τόν ἑαυτό του ἐκτεθειμένο σ’ αὐτούς κινδυνεύει νά καταποντισθεῖ. Ἄς γνωρίζει ὅμως ὅτι στή κραυγή «Κύριε, σῶσόν με» θά ἔλθει ἄμεσος βοηθός ὁ νικητής τῶν ἀντίθεων δυνάμεων Υἱός τοῦ Θεοῦ.

Στό «θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι μή φοβεῖσθε» τῆς περικοπῆς μας πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε τή ρητή ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου στά μέλη τῆς Ἐκκλησίας του ὅτι μέσα στίς ταραχές τῆς ζωῆς, στούς διωγμούς, στίς θλίψεις, στούς ἀντίθετους ἀνέμους καί, στά ὑπόλοιπα ἐμπόδια Ἐκεῖνος θά βρίσκεται δίπλα τους, σύμφωνα ἄλλωστε μέ τή διαβεβαίωσή του μέ τήν ὁποία τελειώνει τό εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου: «Ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος».

6.

Πρὸς ναυτιλλομένους

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Εἶναι γνωστὴ ἡ παροιμία «ὁ καλὸς ὁ καπετάνιος στὴ φουρτούνα φαίνεται». Δὲν ἦταν ἑπομένως δυνατόν, τὰ «ἐπίλεκτα στελέχη» -δηλ. οἱ μαθητὲς- ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνουν οἱ πρῶτοι κυβερνῆτες τῆς Κιβωτοῦ τῆς σωτηρίας, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μὴν περάσουν «σκληρὴ ἐκπαίδευση».

Ἀσκήσεις Καρτερίας

Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἀντιμετωπίζουν σφοδρὴ θαλασσοταραχή. Ἤδη ἔχουν περάσει τὴν πρώτη ἄσκηση. Τότε ἦταν ἀτελέστεροι· καὶ γι’ αὐτὸ ἦταν μαζί τους στὸ πλοῖο καὶ ὁ Χριστὸς «εἰς παραμυθίαν», ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Στὰ δύσκολα, βέβαια, χρειάστηκε νὰ τὸν ξυπνήσουν, ἐπειδὴ κοιμόταν. Τώρα ὅμως, ἐξασκώντας τους «ἐπὶ μείζονα ὑπομονήν», τοὺς ἔχει ἀφήσει μόνους στὴ θάλασσα, πηγαίνοντας στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ κατ’ ἰδίαν. Καὶ παραχωρεῖ νὰ σηκωθεῖ μεγάλη φουρτούνα, ὥστε μὴ ἔχοντάς τον κοντά τους νὰ γίνουν καρτερικότεροι.

Σὲ τέτοιες στιγμὲς ποὺ τὸ ἕνα λεπτὸ βιώνεται σὰν νὰ εἶναι ὁλόκληρος αἰώνας, μπορεῖ κανεὶς νὰ ὑποψιαστεῖ τί σημαίνει «οὐκ εὐθέως αὐτοῖς ἐπέστη». Ἀργεῖ ὁ Χριστός. Μερικὲς φορὲς δὲν φαίνεται καὶ τόσο γοργοϋπήκοος. Καὶ φυσικά, Αὐτὸς ποὺ εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὰ πολυέλεος, τὸ κάνει ἀπὸ φιλανθρωπία. Μᾶς παιδαγωγεῖ, κατὰ τὸν Χρυσορρήμονα, νὰ μὴ ζητᾶμε «ταχέως λύσιν τῶv δυσχερῶν», ἀλλὰ νὰ ὑπομένουμε μὲ γενναιότητα καὶ καρτερία. Κι ἂν αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τοὺς «ἐπιβάτες» τῆς Κιβωτοῦ, πόσο μᾶλλον ἦταν ἀναγκαῖο γιὰ τοὺς ὑποψήφιους «κυβερνῆτες», τοὺς Ἀποστόλους.

Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀποφασίζει νὰ ἔλθει νὰ τοὺς βοηθήσει, «ἕτερα χαλεπώτερα δεινὰ ἐπάγει». Εἶναι κάτι ποὺ τὸ συνηθίζει· «ἀεὶ γὰρ τοῦτο ποιεῖ», προφανῶς στοὺς προχωρημένους. Ἐκεῖ ποὺ περιμένεις τὸ τέλος μιᾶς δοκιμασίας, μιὰ χειρότερη ἔρχεται. Τὸν ἀπὸ τοῦ κλύδωνος φόβο, τὸν διαδέχεται ὁ φόβος ἑνὸς φαντάσματος, ποὺ τὸ βλέπουν νὰ περπατάει πάνω στὰ κύματα. Καὶ ἦταν τόσο μεγαλύτερος αὐτὸς ὁ φόβος τους, ὥστε «ἔκραξαν». Ξέσπασαν σὲ κραυγὲς τρόμου. Τότε μόνο τοὺς ἀποκαλύπτεται ὁ Χριστὸς καὶ τοὺς καθησυχάζει μὲ τὰ λόγια: «Ἔχετε θάρρος. Ἐγὼ εἶμαι· μὴ φοβεῖσθε».

Πίστη καὶ ταπείνωση

Ὁ Πέτρoς, πάντα αὐθόρμητος καὶ ἐκδηλωτικός, τοῦ ζητάει «κέλευσόν με», ὄχι «βαδίσαι ἐπὶ τὰ ὕδατα», ἀλλὰ πρὸς σὲ ἐλθεῖν». Τὸ πρῶτο, κατὰ τὸν ἅγιο Θεοφύλακτο Βουλγαρίας, θὰ ἦταν σημάδι ἐπιδείξεως, ἐνῶ τὸ δεύτερο εἶναι ἔνδειξη ἀγάπης πρὸς τὸν Χριστό. Καὶ ὁ Χριστὸς γιὰ χάρη του «ὑπέστρωσε τὴν θάλασσαν» καὶ ὁ Πέτρoς ἄρχισε νὰ περπατάει πάνω στὸ νερό. Ὄχι ὅμως γιὰ πολὺ· σὲ λίγο ἄρχισε νὰ βουλιάζει, ὄχι ἐξαιτίας τῆς σφοδρότητας τοῦ ἀνέμου, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ὀλιγοπιστίας του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστός, τείνοντας τὸ χέρι του καὶ πιάνοντάς τον, ἐπετίμησε ὄχι τὸν ἄνεμο, ἀλλὰ τὴν ἀσθενική του πίστη: Ὀλιγόπιστε, γιατί δείλιασες;

Ἀξίζει νὰ ἐπαναλάβουμε ὅτι ὁ Πέτρoς ἄρχισε νὰ βουλιάζει ὄχι γιὰ νὰ ἐπιτιμηθεῖ κάποια τάση του γιὰ ἐπίδειξη, ἀλλὰ μόνο λόγῳ τῆς ἔλλειψης ἰσχυρᾶς πίστης. Δὲν εἶχε τέτοιο φρόνημα ὁ Πέτρoς. Φορεῖς αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τῆς πλάνης ἦταν ἐκεῖνοι οἱ αἱρετικοί, ποὺ – διαστρέφοντας τὸ νόημα τοῦ θαύματος τοῦ Χριστοῦ – πῆγαν κάποτε στὸ κοινόβιο τοῦ Μεγάλου Παχωμίου καὶ τὸν προκαλοῦσαν νὰ περπατήσουν μαζὶ πάνω στὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ, γιὰ νὰ φανεῖ πoιὸς ἔχει μεγαλύτερη παρρησία πρὸς τὸν Θεό. Καὶ ὁ Ἅγιος ἀγανακτισμένος τοὺς ἀπάντησε: «Ὁ ἀγώνας μου καὶ ὅλη μου ἡ σπουδὴ δὲν εἶναι νὰ περάσω αὐτὸν τὸν ποταμὸ περπατώντας πάνω στὸ νερό, ἀλλὰ πῶς μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ θὰ ὑπερπηδήσω τέτοιες σατανικὲς παγίδες, καὶ πῶς θὰ ἀποφύγω τὴ θεία καταδίκη λόγω τῶν ἁμαρτιῶν μου».

Γιὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, γνήσια πίστη στὸν Θεὸ καὶ ὑγιὴς ταπείνωση συμπορεύονται. Ἡ πρόοδος τῆς μιᾶς προϋποθέτει τὴν αὔξηση τῆς ἄλλης. Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων του ἔχουν μοναδικὸ σκοπὸ τὴν τόνωση τῆς πίστης στὸ πρόσωπό του καὶ τὴ δοξολογία του. Καvέvας Ἅγιος δὲν ἐπεδίωξε νὰ γίνει θαυματοποιός. Πολλοί, μάλιστα, βλέποντας τὰ χαρίσματα ποὺ τοὺς ἔδινε ὁ Θεός, τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς τὰ ἀφαιρέσει, γιὰ νὰ μὴν κινδυνέψουν ἀπὸ οἴηση καὶ κενοδοξία. Γιὰ τοὺς ἀληθινὰ Ἁγίους ἡ τρικυμία ἀπὸ αὐτὰ τὰ συγκεκριμένα πάθη ἀποτελεῖ τὸν μεγαλύτερο κίνδυνο ναυαγίου.

Ὁ κυβερνήτης λογισμὸς τῶν Ἁγίων

Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀποφυγὴ ναυαγίων ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καθὼς καὶ ἀπὸ τὶς καταιγίδες τῶν συμφορῶν καὶ τὶς τρικυμίες τῶν λυπηρῶν, ἀπαιτεῖται τὸ ἀτενὲς βλέμμα πρὸς τὸν «Κυβερνήτη» τῆς ζωῆς μας Χριστὸ μὲ πίστη καὶ ταπείνωση. Καὶ φυσικὰ τέτοιο βλέμμα δὲν ἐπιτυγχάνεται χωρὶς σταθερὴ μελέτη τῶν θείων Γραφῶν καὶ δίχως ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴ στὴν προσευχή. Αὐτὲς οἱ προϋποθέσεις, ἀκόμα καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ Σάρκωση τοῦ Λόγου, χάρισαν στὴν Ἐκκλησία φωτεινὰ παραδείγματα πηδαλιούχων, ὅπως τοῦ ἁγίου ἱερέα Ἐλεαζάρου, ποὺ ἑορτάζει τὴν 1η Αὐγούστου. Γιὰ νὰ τηρήσει τὴν κατὰ Θεὸν νηστεία καὶ νὰ μὴ μιαροφαγήσει τρώγοντας εἰδωλόθυτα, ὄχι μόνο ὑπέμεινε ὁ ἴδιος μαρτυρικὸ θάνατο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀκολούθησαν ὄρθιοι στὴ φουρτούνα τοῦ μαρτυρίου οἱ ἑπτὰ μαθητὲς του Μακκαβαῖοι μαζὶ μὲ τὴ μητέρα τους, ἁγία Σολομονή.

Λέει χαρακτηριστικὰ τὸ κείμενο: «Ὁ λογισμὸς τοῦ πατρὸς μας Ἐλεαζάρου, σὰν ἄριστος κυβερνήτης, πηδαλιουχώντας τὸ σκάφος τῆς εὐσεβείας μέσα στὸ πέλαγος τῶν παθῶν καὶ παλεύοντας μὲ τὶς τρικυμίες τῶν βασάνων κράτησε σταθερὸ τὸ τιμόνι τῆς ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέχρι ποὺ ἔφτασε στὸ λιμάνι τῆς ἀθάνατης νίκης» (Δ’ Μακ. 7,1). Οἱ πρεσβεῖες αὐτοῦ καὶ τῆς συνοδείας του ἂς μᾶς συνοδεύουν καὶ στὶς δικές μας φουρτοῦνες.