Προφητικός ο λόγος της Υπεραγίας Θεοτόκου, αμέσως μετά την επίσκεψή της στη μητέρα του Ιωάννου του Προδρόμου, την Ελισάβετ. Προφητικός και επιβεβαιωμένος ο πιο πάνω λόγος της Θεοτόκου από την εποχή που βρισκόταν ήδη στη ζωή, μέσα από τα λόγια μιας άγνωστης γυναίκας που απευθύνεται σήμερα προς τον Χριστό λέγοντάς Του: «μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας».

Επάξια, λοιπόν, οι γενιές των ανθρώπων μακαρίζουν διαχρονικά την Θεοτόκον ως «την τιμιωτέραν των χερουβείμ και ενδοξοτέραν των Σεραφείμ». Και τούτο γιατί, υποκλίθηκε ευλαβικά στη συγκατάβαση του Θεού για να γίνει μητέρα του Υιού Του.

Μέσα δε από αυτή την Γέννηση συνέβαλε στο να δωθεί η ευλογία και με την κατάργηση του θανάτου να δωθεί σαν δώρο σε όλους τους ανθρώπους η αιώνια ζωή. Δικαιολογημένα, οι όπου γης Χριστιανοί, τιμούμε αυτήν που έγινε όχι μόνο ο εκλεκτός θρόνος του Υιού του Θεού, αλλά και η εκλεκτή καταφυγή των ανθρώπων, αφού κατά τον υμνωδό. «πάντες μετά Θεόν εις αυτήν καταφεύγομεν».

 

Τιμούμε Αυτήν που αξιώθηκε ν’ ακούσει δια του Αγγέλου το «Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου Ευλογημένη συ εν γυναιξί» και που τεκμηριωμένα δικαιολογήθηκε στη συνέχεια με το «Μη φοβού, Μαριάμ∙ εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ. Και ιδού σύλληψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται… » (Λουκ. α΄ 28-33). Τιμούμε Αυτήν που μέσα από τη δική της απάντηση: «Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. α΄38), όχι μόνο έδωσε τη δική της συγκατάθεση στο θέλημα του Θεού αλλά, παράλληλα, έδωσε αυτή τη συγκατάθεση σαν προσφορά ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. Έτσι, το «εκ γυναικός τα φαύλα» του αυτοκράτορα Θεόφιλου, με αναφορά στην Εύα, μετατράπηκε, από την απάντηση της Κασσιανής στο: «και εκ γυναικός τα κρείττω», χάρις στη συμβολή της Θεοτόκου στη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.

Γι’ αυτή τη συμβολή της καθιερώθηκαν προς τιμήν της οι λεγόμενες Θεομητορικές γιορτές όπως το Γενέσιον, τα Εισόδια, ο Ευαγγελισμός, και η Κοίμηση της Θεοτόκου.

Είναι δε αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι το εκκλησιαστικό έτος αρχίζει με Θεομητορική γιορτή, το Γενέσιον της Θεοτόκου στις 8 Σεπτεμβρίου και τελειώνει με τη Θεομητορική γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου. Αρχίζει το εκκλησιατικόν έτος με το Γενέσιον της Θεοτόκου, γιατί, σύμφωνα με το απολυτίκιο, αυτή, η Γέννηση της Θεοτόκου, μετέφερε το χαρμόσυνο μήνυμα ότι από Αυτήν «ανέτειλεν ο Ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών και λύσας την κατάραν, έδωκε την ευλογίαν και καταργήσας τον θάνατον, εδωρήσατο ημίν ζωήν την αιώνιον».

Με τη Γέννησή της η Θεοτόκος έγινε η αφορμή, διά του Υιού της, να λυθεί η κατάρα των πρωτοπλάστων και αντ’ αυτής να δοθεί η ευλογία με τη μορφή του διπλού δώρου. Πρώτον, της κατάργησης του θανάτου και δεύτερον της προσφοράς της αιώνιας ζωής. Αν με τη Γέννησή της η Θεοτόκος υπήρξε τόσο ευεργετική στο ανθρώπινο γένος, τότε δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει διαφορετικά με την Κοίμηση και τη μετάστασή της. Το σημερινό απολυτίκιο είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: «Εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας∙ εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε∙ μετέστης προς την ζωήν Μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείας ταις σαις λυτρουμένη, εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».

Αδελφοί μου, οι όπου γης Ορθόδοξοι Χριστιανοί, τιμούμε σήμερα και μακαρίζουμε και συνάμα παρακαλούμε την «εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα». Μπορεί να «εκοιμήθη» ανθρωπίνως η Παναγία, αλλά ως Μητέρα της ζωής οδηγήθηκε με τη μετάστασή της στην πραγματική ζωή. Από εκεί λειτουργεί ως οδηγήτρια, προστάτις και μεσίτρια των ανθρώπων. Ας την τιμήσουμε επάξια με ύμνους, αλλά ιδιαίτερα μιμούμενοι τη ζωή της. Μια ζωή που είχε σαν γνώρισμα την ταπείνωση και την υπακοή στο θέλημα του Θεού.

Η ταπείνωσή της υπήρξε μοναδική. Παρά το ότι έτυχε μιας ύψιστης τιμής, εντούτοις, εξακολουθούσε να παραμένει η ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ. Δεν εκμεταλλεύθηκε εγωιστικά την προνομιακή της θέση. Δεν επεδίωξε την προβολή. Αντίθετα, παρά τα διαδοχικά θαυμαστά που της συνέβαιναν, όπως ο ευαγγελισμός και οι εγκωμιαστικοί λόγοι της Ελισάβετ, εν τούτοις Αυτή αναγνώριζε ότι ο Θεός «επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού» (Λουκ. α΄45). Αυτή η συναίσθηση ότι Εκείνη έφερε στον κόσμο τον Λυτρωτή που θα έσωζε ολόκληρη την ανθρωπότητα, την έκανε να δοξολογήσει τον Θεό από τη μια και από την άλλη να ομολογήσει τη μικρότητά της λέγοντας: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου, ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού∙ Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί∙ Ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός και άγιον το όνομα αυτού, και το έλεος αυτού εις γενεάς γενεών τοις φοβουμένοις αυτόν…» (Λουκ. α΄46-50).

Παρακολουθούσε τον Υιόν της, αλλά έμενε στην σκιά Του. Ποτέ δεν θέλησε ή επεδίωξε να τον επισκιάσει. Χωρίς να επιζητεί οποιαδήποτε τιμή ή δόξα για τον εαυτό της τον ακολουθεί κι εκεί ακόμα, στον Γολγοθά. Ομολογεί ο ίδιος ο Ιωάννης ως αυτόπτης μάρτυρας : «Ο Ιησούς ουν ιδών την μητέρα και τον μαθητήν ον ηγάπα λέγει τη μητρί αυτού γύναι ίδε ο υιός σου, είτα λέγει τω μαθητή ιδού η μήτηρ σου» (Ιωάν. ιθ΄ 26).

Αδελφοί μου, Αυτή που αξιώθηκε της μεγαλύτερης τιμής, αλλά και που βίωσε σαν μητέρα τον πόνο, με αποκορύφωμα τη Σταύρωση του Υιού της, δεν μπορεί παρά να γίνει «αντιλήπτωρ», βοηθός και προστάτις εκατομμυρίων πονεμένων ανθρώπων που, καταφεύγοντας σ’ Αυτήν, ζητούν παρηγοριά και στήριγμα. Αυτή ας είναι και η δική μας καταφυγή. Ας την παρακαλέσουμε μαζί με τον υμνωδό.

«Δέσποινα και Μήτηρ του Λυτρωτού, δέξαι παρακλήσεις, αναξίων σων ικετών, ίνα μεσιτεύσης προς τον εκ σου τεχθέντα∙ ω Δέσποινα του κόσμου, γενού μεσίτρια» Αμήν.

Θεόδωρος Αντωνιάδης