Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Ἡ ζωή Του, ζωή μου»

Τὸ νὰ προσεύχεται κάποιος ἔτσι κάθε πρωὶ δὲν εἶναι εὔκολο. Ἀλλὰ ἐὰν προσευχόμαστε μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας καὶ μὲ μεγάλη προσοχή, ἡ μέρα μας σφραγίζεται μὲ τὴν προσευχὴ καὶ κάθε γεγονὸς παίρνει διαφορετικὸ χαρακτήρα. Ἡ εὐλογία ποὺ ζητήσαμε ἀπὸ τὸν ὕψιστο Θεό, θὰ φέρει μίαν ἀγάπη, εἰρήνη στὶς ψυχές μας, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσει καὶ θαυμαστὰ στὸν τρόπο κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβανόμαστε καὶ ἑρμηνεύουμε τὸν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς βλέπει μὲ διαφορετικὸ φῶς τὸ περιβάλλον του. Ἡ φροντίδα ἐπιταχύνεται καὶ ἡ πραγματικὴ ἀξία τῆς ζωῆς ἐκτιμᾶται. Μὲ τὸν καιρὸ ἡ προσευχὴ θὰ εἰσέλθει στὴ φύση μας, μέχρις ὅτου σιγὰ-σιγὰ ἕνας νέος ἄνθρωπος γεννηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ ἀληθινὰ στέλνει τὴν εὐλογία του σ’ ἐμᾶς, ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴ ἀπὸ ἐξωτερικὲς πιέσεις. Ἀναγκαῖο εἶναι νὰ διατηρήσουμε αὐτὸ τὸ σύνδεσμο ἀγάπης μὲ τὸν Θεό. Δὲν θὰ νοιαστοῦμε τί θὰ σκεφθεῖ ὁ κόσμος ἢ πῶς θὰ μᾶς μεταχειριστεῖ. Θὰ παύσουμε νὰ φοβόμαστε ὅτι θὰ χάσουμε τὴν εὔνοιά του. Θὰ ἀγαπᾶμε τοὺς συνανθρώπους μας χωρὶς νὰ ἀναρωτιόμαστε ἂν αὐτοὶ μᾶς ἀγαποῦν. Ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ ἀγαπᾶμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τῶν ἄλλων γιὰ μᾶς…

δὲν πρέπει ν’ ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴ σωτηρία μας. Στὴν πραγματικότητα μπορεῖ νὰ μὴ γίνουμε ἀρεστοὶ στοὺς ἄλλους ἐξαιτίας τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ πνεύματός μας.

 

Εἶναι σημαντικὸ γιὰ τὶς μέρες μας νὰ μποροῦμε νὰ μὴν ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους σχετιζόμαστε, γιατί διαφορετικὰ κινδυνεύουμε νὰ χάσουμε καὶ πίστη καὶ προσευχή. Ὁ κόσμος ἂς μᾶς κρίνει σὰν ἀνάξιους προσοχῆς, ἐμπιστοσύνης καὶ σεβασμοῦ. Αὐτὸ δὲν παίζει κανένα ρόλο, ἂν εἴμαστε ἀρεστοὶ στὸ Κύριο. Καὶ τὸ ἀντίθετο, δὲν θὰ μᾶς ὠφελήσει σὲ τίποτα, ἂν δηλαδὴ ὅλος ὁ κόσμος μᾶς ἐκτιμᾶ καὶ μᾶς ἐπαινεῖ, ἀλλὰ ὁ Κύριος μᾶς ἐγκαταλείψει. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐλευθερίας τοῦ Χριστοῦ στοὺς λόγους του «Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. 8, 32).

 

Ἡ μόνη μας φροντίδα πρέπει νὰ εἶναι νὰ ζοῦμε τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου, νὰ γίνουμε μαθητές του καὶ νὰ πάψουμε νὰ εἴμαστε ὑπηρέτες τῆς ἁμαρτίας. «Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλος ἐστι τῆς ἁμαρτίας. Ὁ δὲ δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ οἰκία εἰς τὸν αἰώνα. Ὁ υἱὸς μένει εἰς τὸν αἰώνα. Ἐὰν οὒν ὁ υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώση ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε» (Ἰωάν. 8, 34-36). Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προσευχῆς εἶναι νὰ μᾶς καταστήσει υἱοὺς Θεοὺ· ὡς υἱοὶ θὰ κατοικήσουμε αἰώνια στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μας. «Πάτερ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…».

 

Ἡ πραγματική προσευχὴ βέβαια δὲν ἔρχεται ἀμέσως. Δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση νὰ διατηροῦμε τὴν ἔμπνευση, ἐνῶ εἴμαστε περικυκλωμένοι ἀπὸ τὰ παγωμένα νερὰ τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος δὲν προσεύχεται. Ὁ Χριστὸς ἔριξε τὴ θεία φλόγα στὴ γῆ, καὶ προσευχόμαστε σ’ αὐτὸν νὰ φλογίσει τὶς ψυχές μας νὰ μὴν ὑπερνικηθοῦμε ἀπὸ τὸ κοσμικὸ ψύχος καὶ νὰ μὴν ἐπισκιάσει κανένα μαῦρο σύννεφο αὐτὴ τὴ λαμπρὴ φλόγα.

 

Ἀπ’ ὅλα τὰ πλησιάσματα πρὸς τὸν Θεὸ τὸ καλύτερο εἶναι ἡ προσευχή, ποὺ σὲ τελευταία ἀνάλυση εἶναι τὸ μόνο μέσον. Στὴν πράξη τῆς προσευχῆς ἡ ἀνθρώπινη διάνοια βρίσκει τὴν εὐγενέστερη ἔκφρασή της. Ἡ πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἐπιστήμονα ποὺ ἐρευνᾶ, τοῦ καλλιτέχνη ποὺ δημιουργεῖ ἔργα τέχνης, τοῦ διανοητῆ ποὺ φιλοσοφεῖ, ἀκόμα καὶ τοῦ ἐπαγγελματία θεολόγου ποὺ προβάλλει τὶς θεωρίες του, ὅλα αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὰ πνευματικὰ βιώματα ἑνὸς ἀνθρώπου τῆς προσευχῆς ποὺ ἔρχεται πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν ζωντανὸ Θεό.

 

Κάθε ἄνθρωπος καὶ κάθε εἴδους πνευματικὴ δραστηριότητα παρουσιάζει λιγότερη δύναμη ἀπὸ τὴν προσευχή. Μποροῦμε νὰ ἐργαστοῦμε δέκα ἢ δώδεκα ὧρες συνέχεια, ἀλλὰ λίγες στιγμὲς προσευχῆς εἶναι ἐξαντλητικές. Ἡ προσευχὴ γεμίζει τὰ πάντα. Εἶναι δυνατὸ ὅσοι ἀπὸ μᾶς ἔχουν φυσικὴ ἔλλειψη χαρίσματος ν’ ἀποκτήσουν μὲ τὴν προσευχὴ ὑπερφυσικὰ χαρίσματα. Ὅπου παρατηροῦμε μία φυσικὴ ἔλλειψη γνώσεως, πρέπει νὰ θυμόμαστε καλὰ ὅτι ἡ προσευχή, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, μπορεῖ νὰ φέρει ἕναν ὑψηλότερο τύπο γνώσεως. Εἶναι ἡ περιοχὴ τῆς ἀκτινοβολοῦσας συναισθήσεως, τοῦ ἰσχυροῦ ἐπιχειρήματος, ὅπου ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ εἴσοδος στὴν ταχεία θεωρία τῆς θείας ἀλήθειας.

 

Μία ροπὴ ποὺ ἐκδηλώθηκε μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων τοῦ παρόντος αἰῶνος εἶναι νὰ διακηρύσσουν τὴν τέλεια γνώση τοῦ φυσικοῦ κόσμου. «Τὸ σύνολο ὅλων ὅσων ἔχουν γίνει ἤδη γνωστά, τονίζει τὴν χωρὶς ὅρια ἱκανότητα τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ καὶ φανερώνει ὅτι κάθε φυσικὸ φαινὸμενο εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθεῖ», δήλωσε Ρῶσος ἐπιστήμονας τὸ 1958.

 

Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ζητᾶμε ἐπίσης τὴν τέλεια γνώση τοῦ ὄντος στὴ βαθύτερη καὶ εὐρύτερη ἔννοια. Ὁ κόσμος τῆς ὕλης δὲν προσανατολίζεται ἀκόμα πρὸς τὴν πληρότητα τοῦ ὄντος. Χωρὶς νὰ μειώσουμε τὴ σπουδαιότητα τῆς πειραματικῆς ἐπιστήμης, οὐσιώδους ἀναγκαιότητας ἴσως στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ὕπαρξη, δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ δοῦμε πέρα ἀπὸ τὰ ὅριά της. Μία φορὰ ἄκουσα τὴν πιὸ κάτω ἱστορία ἑνὸς καθηγητῆ τῆς ἀστρονομίας ποὺ μιλοῦσε μὲ ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὰ νεφελώματα σ’ ἕνα πλανητάριο καὶ τὰ θεωροῦσε σὰν θαύματα. Παρατηρῶντας ἕναν ἁπλὸ ἱερέα ποὺ συνόδευε μία ὁμάδα μαθητῶν τὸν ρώτησε:

 

-Τί λένε οἱ Γραφές σας γιὰ τὸ κοσμικὸ διάστημα καὶ τὶς μυριάδες τῶν ἀστέρων;

Ἀντὶ νὰ τοῦ δώσει ἀμέσως ἀπάντηση ὁ ἱερέας ἀντερώτησε:

-Πέστε μου, κύριε καθηγητά, νομίζετε ὅτι ἡ ἐπιστήμη εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνακαλύψει πιὸ δυνατὰ τηλεσκόπια γιὰ νὰ δεῖ ἀκόμα πιὸ βαθιὰ στὸ στερέωμα;

-Βέβαια ἡ πρόοδος εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ ἐπιστήμη πάντοτε θὰ παρέχει τὰ ἀπαραίτητα μέσα γιὰ τὴν ἔρευνα τοῦ διαστήματος, ἀπάντησε ὁ ἀστρονόμος.

-Ὑπάρχει τότε ἡ ἐλπίδα ὅτι μία μέρα θὰ ἔχετε τηλεσκόπια νὰ σᾶς δείξουν ὅλα ὅσα ὑπάρχουν στὸν κόσμο, μέχρι καὶ τὴν τελευταία λεπτομέρεια;

-Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, γιατί ὁ κόσμος εἶναι ἀπέραντος, ἀπάντησε ὁ ἐπιστήμονας.

-Ὥστε ὑπάρχει ὅριο στὴν ἐπιστήμη;

-Μάλιστα, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια ναί.

-Λοιπόν, κύριε καθηγητά, εἶπε ὁ ἱερέας, ἐκεῖ ποὺ ἡ ἐπιστήμη σας σταματᾶ, ἀρχίζει ἡ δική μας, καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λένε οἱ Γραφές μας.

Ἱ.Μ. Λεμεσοῦ