1.

Μαζί με τον Χριστό στην έρημο

  1. Θυσίασε τὴν ἀνάπαυσή Του

Στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ἀκούσαμε ὅτι ὁ Κύριος ἐπιτέλεσε τὸ καταπληκτικὸ θαῦμα τῆς διατροφῆς τῶν πεντακισχιλίων. Τὸ θαῦμα ἔγινε σὲ ἔρημο τόπο.

Ἀλλὰ γιατί ὁ Κύριος εἶχε βρεθεῖ ἐκεῖ; Ὅπως γράφουν οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς στὶς παράλληλες περικοπές – δὲν τὸ ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ Ἀνάγνωσμα – εἶχε ἀποσυρθεῖ στὴν ἐρημιὰ ἐκείνη, στὸ ὄρος ἐκεῖνο τῆς Γαλιλαίας, γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ μαζὶ μὲ τοὺς Μαθητές Του ἀπὸ τοὺς πολλοὺς κόπους τῆς ἱεραποστολικῆς ἐργασίας (βλ. Μάρκ. ς´ 31, Ἰω. ς´ 1-3). Ὅμως τὸ ἀντιλήφθηκαν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ πῆγαν νὰ Τὸν συναντήσουν. Ὁ Κύριος τοὺς εἶδε καὶ τοὺς σπλαχνίσθηκε, θεράπευσε τοὺς ἀρρώστους τους καὶ τοὺς κήρυξε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ μέχρι τὸ ἀπόγευμα…

Ὁ Κύριος λοιπὸν ἀπὸ τὴ μεγάλη Του εὐσπλαχνία θυσίασε τὴν ἀνάπαυση καὶ ἡσυχία Του γιὰ νὰ συμπαρασταθεῖ καὶ νὰ εὐεργετήσει ἀνθρώπους πονεμένους καὶ πνευματικὰ διψασμένους· καὶ ὄχι μόνο σὲ αὐτὴ τὴν περίσταση. Πάντοτε ξεχνοῦσε τὸν Ἑαυτό του γιὰ χάρη τῶν ἄλλων. Ὅλη Του ἡ ζωὴ ἦταν θυσία ἀγάπης καὶ προσφορᾶς στοὺς ἀνθρώπους. Ποτὲ δὲν ζήτησε τὴν ἄνεση καὶ τὴν καλοπέραση.

Μᾶς συγκινεῖ τὸ φρόνημα τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ κακοπαθείας ποὺ εἶχε ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του πρὸς ἐμᾶς, ὅπως φανερώνεται μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων. Ἂς μὴ μένουμε ὅμως μόνο στὴ συγκίνηση, ἀλλὰ νὰ φιλοτιμούμαστε νὰ τὸ μιμούμαστε. Ὅποιος θέλει νὰ εἶναι ἀληθινὸς μαθητής Του, ποθεῖ νὰ Τὸν μιμηθεῖ σὲ ὅλα.

Βέβαια ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τὴν τέλεια ἀγάπη καὶ αὐταπάρνηση, ὥστε νὰ θυσιάζουμε πάντοτε τὴν ἀνάπαυσή μας. Ὑπάρχουν ὅμως τακτικὲς ἢ ἔκτακτες περιστάσεις στὴν καθημερινότητά μας κατὰ τὶς ὁποῖες ἔχουμε ὁλοφάνερα καθῆκον ἀγάπης ἱερὸ νὰ ἀφήσουμε τὴ δική μας ξεκούραση γιὰ χάρη τῶν ἄλλων: τῆς μητέρας ποὺ ἔχει ἀνάγκη συμ­παραστάσεως τοῦ συζύγου στὸν μεγάλο της κόπο – μάλιστα ἐὰν εἶναι ἐργαζόμενη – στὶς ἐργασίες τοῦ σπιτιοῦ καὶ στὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν, τῶν γερόντων γονέων ἢ τοῦ ἀρρώστου μας ποὺ ἔχουν ἀνάγκη διακονίας· τοῦ συναδέλφου στὴν ἐργασία ἢ τοῦ γείτονα ποὺ ζητάει ἀναγκαία βοήθεια σὲ ἀκατάλληλη ὥρα…

Ὅταν ἀνταποκρινόμαστε στὴν ἀνάγκη τῶν συνανθρώπων μας σὲ τέτοιες περιπτώσεις, κουραζόμαστε, βγαίνουμε ἀπὸ τὸ πρόγραμμά μας, ἀφήνουμε αὐτὸ ποὺ θὰ μᾶς εὐχαριστοῦσε. Ἂν τὸ κάνουμε ὅμως χωρὶς γογγυσμό, ἀλλὰ μὲ ἀγάπη, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος «ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς», ἔνιωσε βαθιὰ συμπάθεια γιὰ τὰ πλήθη, τότε καὶ ὅσους ἐξυπηρετοῦμε θὰ ἀναπαύουμε καὶ θὰ ὠφελοῦμε, καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ γεμίζουμε μὲ χαρὰ καὶ Χάρι.

  1. Πνεῦμα οἰκονομίας

Ὅμως ἡ ἡμέρα πέρασε, οἱ ἄνθρωποι εἶ­χαν μείνει τόσες ὧρες κοντὰ στὸν Κύριο νηστικοὶ ἀκούγοντας τὴ διδασκαλία Του. Οἱ Μαθητὲς ἀνησύχησαν καὶ Τοῦ εἶπαν νὰ σταματήσει γιὰ νὰ μπορέσει ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος νὰ πάει στὰ γύρω χωριὰ νὰ βρεῖ τροφή. Ὁ Κύριος ἀρνήθηκε καὶ παρήγγειλε νὰ καθίσουν οἱ ἄνθρωποι πάνω στὰ χόρτα. Θὰ τοὺς ἔτρεφε ὁ Ἴδιος μὲ θαῦμα. Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε! Μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια ποὺ εὐλόγησε ὁ Κύριος, ἔφαγαν 5.000 ἄνδρες μαζὶ μὲ τὶς οἰκογένειές τους! Ἔφαγαν ὄχι ἀπὸ λίγο, ἀλλὰ ὅσο χρειάζονταν γιὰ νὰ χορτάσουν – «ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν», σημειώνει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής. «Καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων», συνεχίζει, «δώδεκα κοφίνους πλήρεις». Οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι, ποὺ εἶχαν περάσει ἀπὸ τὶς παρέες τῶν καθισμένων ἀνθρώπων γιὰ νὰ μοιράσουν τὴν τροφή, μετὰ τὸ τέλος τοῦ θαυμαστοῦ γεύματος, πέρασαν ξανὰ γιὰ νὰ μαζέψουν τὰ περισσεύματα. Καὶ ἦταν πολλά: 12 κοφίνια γεμάτα μέχρι πάνω! Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μάλιστα μᾶς πληροφορεῖ ὅτι αὐτὸ ἔγινε μὲ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, «ἵνα μή τι ἀπόληται», γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ τίποτε.

Ὁ Κύριος καὶ Θεός μας ποὺ τρέφει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ λοιπὰ ἔμβια ὄντα καὶ δὲν Τοῦ λείπει ποτὲ ἡ δύναμη νὰ μᾶς τροφοδοτεῖ πλούσια, δὲν θέλει νὰ χαθεῖ οὔτε ἕνα κομμάτι τροφῆς χωρὶς λόγο! Δίνει ἔτσι στὴ σύγχρονη καταναλωτικὴ κοινωνία, σὲ ὅλους μας, μάθημα οἰκονομίας, μάθημα σεβασμοῦ τῆς ὑλικῆς τροφῆς, μὲ τὴν ὁποία Χάριτι Θεοῦ συντηρεῖται ὁ ἄνθρωπος στὴ βιολογικὴ ζωή. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἔχουμε ἄφθονα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ τὰ σπαταλᾶμε καὶ νὰ τὰ πετᾶμε, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ ὑπάρχουν τόσοι συν­άνθρωποί μας ποὺ πεινοῦν. Νὰ ἐκτιμοῦμε τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ διαχειριζόμαστε τὰ ἀγαθά Του μὲ φόβο Θεοῦ. Εἰδάλλως ὑπάρχει ἐνδεχόμενο νὰ ἐπιτρέψει παιδαγωγικῶς ὁ Κύριος νὰ τὰ στερηθοῦμε.

Ὁ Κύριος ἐκείνους ποὺ Τὸν ἀναζητοῦσαν ἐπίμονα, τοὺς γέμισε μὲ τὰ ἀγαθά Του, μὲ τὶς δωρεές Του: θεράπευσε τοὺς ἀσθενεῖς τους καὶ τοὺς ἔθρεψε μὲ ὑλικὴ καὶ πνευματικὴ τροφή. Μετέτρεψε τὴν ἔρημο σὲ παράδεισο! Ἂς θελήσουμε κι ἐμεῖς ν᾿ ἀνήκουμε σ᾿ ἐκείνους ποὺ συνεχῶς ἀναζητοῦν τὸ πρόσωπό Του καὶ ποθοῦν τὴν παρουσία Του. Σ᾿ αὐτὴ τὴν ἱερὴ ἀναζήτηση θὰ βροῦμε τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀληθινὴ εὐτυχία.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

2.

Χριστός, ἡ ἀληθινὴ τροφή

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Προφανῶς ὁ ἐντυπωσιακὸς ἀριθμὸς τῶν ἀνθρώπων, ποὺ πῆγαν νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό, δὲν πῆγαν μὲ τὴν προσδοκία δωρεὰν γεύματος. Ἄλλη πείνα τους πῆγαν νὰ χορτάσουν: τὴν πείνα τους γιὰ τὴ γλυκύτερη «ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον» διδασκαλία του. Καὶ ὁ Χριστὸς βλέποντας τὸν διακαὴ τους πόθο, τοὺς σπλαχνίσθηκε· καὶ πρῶτα θεράπευσε τοὺς ἀρρώστους τους, χωρὶς νὰ ζητήσει ἄλλη ἔνδειξη ἤ ὁμολογία πίστης. Ἄραγε, ποιὰ μεγαλύτερη μαρτυρία πίστης χρειαζόταν -ἀναρωτιέται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος- ἀπὸ τὸ ὅτι «τὸν ἀναζήτησαν ἀφήνοντας τὰ σπίτια τους καὶ τὰ χωριά τους, περπάτησαν τόσο δρόμο γιὰ νὰ τὸν βροῦν κάνοντας τὸν κύκλο λίμνης, καὶ παρέμειναν τόσες ὧρες κοντὰ του νηστικοὶ ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν πείνα, ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ τοὺς πιέζει;».

Μὴ σταυρώνει τὰ χέρια!

Ὅταν πιὰ πλησίασε τὸ δειλινό, οἱ μαθητὲς ἔδειξαν καὶ τὴ δική τους εὐσπλαχνία πρὸς τὸ πλῆθος προτρέποντας τὸν Χριστὸ νὰ τοὺς ἀφήσει νὰ πᾶνε γιὰ φαγητό. Καὶ ἔκπληκτοι ἄκουσαν τὸν Χριστὸ νὰ τοὺς λέει: «Δὲν χρειάζεται νὰ πᾶνε πουθενά. Δῶστε τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε». Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Χριστὸς λέει καὶ σ’ ἐκείνους καὶ σέ μᾶς: «Ἀκόμα καὶ στὸ πιὸ ἀξεπέραστο πρόβλημα, μὴ βιαστεῖτε νὰ σταυρώσετε τὰ χέρια καὶ νὰ περιμένετε οὐρανοκατέβατες λύσεις, ἀλλὰ πρῶτα ἐξαντλῆστε τὶς δικές σας δυνατότητες, ὅσο μικρὲς κι ἂν σᾶς φαίνονται. Κι ἐγὼ αὐτὴ τὴν ἐλάχιστη προσφορά σας θὰ τὴν πολλαπλασιάσω, ὅσο δὲν φαντάζεσθε».

Ποιὸς πίστευε ποτὲ ὅτι μέσα στὸ σκοτάδι τῆς Τουρκοκρατίας θὰ μποροῦσαν νὰ ἱδρυθοῦν τόσα σχολεῖα ἀπὸ ἕναν ἀκτήμονα ἱερομόναχο; Κι ὅμως! Ἡ ἀκτινοβολία τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ ὁ φλογερός του λόγος ἔκαναν ἀκόμη καὶ Τούρκους ἀξιωματούχους νὰ προσφέρουν χρήματα γιὰ χριστιανικὰ σχολεῖα. Οἱ ζυμωμένοι μὲ τὰ δάκρυα τῶν προσευχῶν του καὶ τὸν ἱδρώτα τῆς ὁδοιπορίας του «ἄρτοι» τῶν λόγων του συνεχίζουν καὶ σήμερα νὰ χορταίνουν ἀμέτρητα πλήθη πιστῶν.

«Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ»

Ὁ Χριστὸς δίνει ἀνυπέρβλητη ἀξία ἀκόμα καὶ στὴν πιὸ μικρὴ συνεισφορά μας, καὶ μάλιστα ὅταν γίνεται μὲ πνεῦμα εἰλικρινοῦς ἀγάπης καὶ θυσίας. Μὲ τέτοιο πνεῦμα καὶ οἱ μαθητὲς πρόθυμα προσέφεραν τὴ δική τους τροφή, προτιμώντας αὐτοὶ νὰ μείνουν νηστικοὶ γιὰ νὰ χορτάσουν ἔστω καὶ ἐλάχιστους. Καὶ ὁ Χριστός, ἔστω κι ἂν μποροῦσε καὶ τὶς πέτρες νὰ τὶς κάνει ψωμιὰ ἢ νὰ κατεβάσει μάννα ἐξ οὐρανοῦ, προτίμησε τὰ δικά τους πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια· καὶ ἀφοῦ τὰ πολλαπλασίασε, τοὺς κάλεσε νὰ διακονήσουν μὲ τὰ δικά τους χέρια στὸ μεγάλο θαῦμα. Εἶναι μεγάλη τιμὴ ἀλλὰ καὶ συγχρόνως μεγάλη εὐθύνη, νὰ μᾶς θέλει ὁ Θεὸς συνεργάτες του στὰ θαυμαστά του ἔργα.

Ὁ Χριστὸς μὲ τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ θαῦμα, ἐκτός τοῦ ὅτι δίνει μία ἀκόμη τρανὴ μαρτυρία γιὰ τὴ θεότητά του, θέλει νὰ ἐπαινέσει καὶ νὰ ἐνθαρρύνει τὸν ζῆλο τοῦ πλήθους ποὺ πῆγε νὰ τὸν ἀκούσει καὶ ὅλων τῶν «πεινώντων καὶ διψώντων τὴν δικαιοσύνην» του. Τέτοιοι ἄνθρωποι ἐπαληθεύουν μὲ τὸν πιὸ ἀναντίρρητο τρόπο τὴν ἀπάντησή του στὸν πρῶτο πειρασμὸ τοῦ διαβόλου. Ὅταν ὁ διάβολος προκάλεσε τὸν Χριστὸ νὰ κάνει τὶς πέτρες ψωμιὰ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν -μετὰ τὴν τεσσαρακονθήμερη νηστεία- πείνα του, ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπάντησε: «Ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ μόνο μὲ ὑλικὸ ψωμί, ἀλλὰ μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ».

 

 

Ὁ κίνδυνος ἄδειας ζωῆς μὲ γεμάτο στομάχι

 

Στὸ ὑπέροχο ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι «Ἀδελφοὶ Καραμάζωφ» τονίζεται τὸ βαθύτερο νόημα αὐτοῦ τοῦ πειρασμοῦ. Ἐκεῖ ὁ διάβολος, μὲ τὸ στόμα τοῦ μεγάλου ἱεροεξεταστῆ, προκαλεῖ τὸν Χριστὸ μὲ τὰ λόγια: «κάνε αὐτὲς τὶς πέτρες ψωμιά, καὶ ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα θὰ σὲ ἀκολουθήσει σὰν ἄβουλο κοπάδι. Γιὰ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας, τοὺς εἶναι ἀνυπόφορο γιατί δημιουργεῖ εὐθύνες. Πάρε τους, λοιπόν, τὴν Ἐλευθερία, καὶ κάνε τους νὰ σὲ ὑπακοῦνε τυφλά, χορταίνοντάς τους μὲ ψωμιά!». Ὁ Χριστὸς ὅμως, ἡ μόνη πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας, δὲν θέλησε νὰ ἀγοράσει τὴν ἐλευθερία μας μὲ ψωμιά. Καὶ τὸ θαῦμα, ποὺ ἀναφέρεται στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, δὲν τὸ ἔκανε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ μᾶς κάνει χορτασμένους μέν, ἀλλὰ ἄβουλους ὀπαδούς του. Μία ζωὴ μόνο μὲ ψωμὶ καὶ χωρὶς ἐλευθερία δὲν ἔχει νόημα. Εἶναι ζωὴ ἀβίωτη.

Κάτι τέτοιο ἔγραψαν σὲ σύνθημά τους καὶ οἱ Γάλλοι φοιτητές, ποὺ ξεσηκώθηκαν τὸν Μάη τοῦ 1968: «Ἀρνούμαστε ἕναν κόσμο, ὅπου ἡ βεβαιότητα ὅτι δὲν θὰ πεθάνουμε ἀπὸ τὴν πείνα, ἀνταλλάσσεται μὲ ἀνία καὶ ἔλλειψη νοήματος τῆς ζωῆς». Πολὺ ἀργότερα οἱ δικοί μας ἀναρχικοὶ τὸ μετέγραψαν σὲ πέντε λέξεις: «Ἄδειες ζωές, γεμάτες στὶς πιστωτικές!».

Τελικὰ ὁ θαυμαστὸς χορτασμὸς τῶν -τουλάχιστον- πεντακισχιλίων δὲν ἔχει σκοπὸ νὰ προσφέρει μαγικὲς λύσεις σὲ κοινωνικὰ προβλήματα. Πολὺ γρήγορα ἔγινε μία τέτοια παρεξήγηση τοῦ θαύματος, καὶ ὁ Χριστὸς τὴν κατήγγειλε μὲ πολλὴ πικρία. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο τὸν ἀναζήτησαν «πέραν τῆς θαλάσσης», τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ ἀφυπνιστικὴ «ψυχρολουσία»; «Ψάχνετε νὰ μὲ βρεῖτε, ὄχι ἐπειδὴ εἴδατε θαύματα -ποὺ σᾶς ἔπεισαν ὅτι εἶμαι ὁ Μεσσίας- ἀλλὰ γιατί φάγατε ἀπὸ τοὺς ἄρτους καὶ χορτάσατε· νὰ ἐργάζεσθε ὄχι γιὰ τὴν τροφὴ ποὺ χάνεται ἀλλὰ γιὰ τὴν τροφή, ποὺ μένει ἄφθαρτη καὶ σᾶς μεταγγίζει τὴν αἰώνια ζωή». Χωρὶς αὐτὴ «τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν» οἱ ζωὲς τῶν ἀνθρώπων θὰ εἶναι ἄδειες καὶ χωρὶς νόημα, ἔστω κι ἂν οἱ πιστωτικὲς κάρτες εἶναι γεμάτες.

3.

Ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς (Ματθ. ιδ΄ 14-22)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Ὁ χορτασμὸς τοῦ πεινασμένου λαοῦ στὴν Παλαιστίνη ἀποτελοῦσε σημάδι μεσσιανικό: Αὐτὸς ποὺ δίνει τροφὴ στὰ πλήθη καὶ μάλιστα μὲ τρόπο ὑπερφυσικὸ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴ στιγμὴ τοῦ συγκλονιστικοῦ πειρασμοῦ μετὰ τὴ βάπτιση λέγει ὁ σατανᾶς στὸν Χριστό: «Ἂν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, πὲς νὰ γίνουν αὐτὲς οἱ πέτρες ψωμιὰ» (Ματθ. 4, 3. Λουκ. 3-4), γιὰ νὰ λάβει τὴν ἀπάντηση: «Ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ μόνο μὲ τὸ ψωμὶ ἀλλὰ μὲ κάθε λόγο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ». Ὡστόσο, ὅταν ὁ ἴδιος ἔκρινε πὼς ἦλθε ἡ κατάλληλη στιγμή, ἔκανε τὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων καὶ χόρτασε πέντε χιλιάδες λαοῦ.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀφηγοῦνται ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς (βλ. Μάρκ. 6, 31-44. 8, 1-9. Ματθ. 14, 14-22. 15, 32-39. Ἰωάν. 6, 1-15), ὄχι μόνο γιατί εἶναι ἐντυπωσιακὸ καὶ μοναδικὸ στὸ εἶδος του, ἀλλὰ γιατί κρύβει μέσα του ἕνα βαθύτερο συμβολισμὸ καὶ ἕνα οὐσιαστικότερο περιεχόμενο. Ἐὰν ἀποτελεῖ θαῦμα τοῦ μίσους καὶ τῆς κακίας ποὺ ἐκπλήσσει ὅλους μας τὸ ὅτι σήμερα μὲ τόσο πλοῦτο καὶ μὲ τόσες παραγωγικὲς πηγὲς στὸν κόσμο ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ὑποσιτίζονται καὶ πεθαίνουν ἀπὸ πείνα, ἄλλο τόσο καὶ μάλιστα πολὺ περισσότερο εἶναι θαῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τὸ ὅτι μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια χορταίνουν πέντε χιλιάδες ἄνθρωποι!

Στὸ θαῦμα αὐτό, γιὰ τὸ ὁποῖο κάνει λόγο ἡ σημερινὴ περικοπή, εἶδε ἡ Ἐκκλησία μας ἕνα οὐσιαστικότερο περιεχόμενο: ἀναγνώρισε τὴν προτύπωση τοῦ «ἄρτου τῆς ζωῆς», τῆς πραγματικῆς τροφῆς ποὺ ὅποιος τὴν τρώγει ζεῖ αἰώνια, χωρὶς νὰ φοβᾶται τὴν πείνα καὶ τὸν θάνατο. Καὶ ὁ ἄρτος αὐτὸς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ προσφέρεται νὰ θανατωθεῖ στὸν σταυρὸ γιὰ νὰ ζήσει ὁ κόσμος. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εὐθὺς μετὰ τὴ διήγηση τοῦ θαύματος, παραθέτει μία ὁμιλία τοῦ Ἰησοῦ περὶ θείας Εὐχαριστίας, στὴν ὁποία λέγει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς ποὺ τρώει τὴ σάρκα μου καὶ πίνει τὸ αἷμα μου ἔχει ζωὴ παντοτινή, κι ἐγὼ θὰ τὸν ἀναστήσω τὴν ἔσχατη ἡμέρα» (Ἰωάν. 6, 54). Πολὺ σοφὰ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χαρακτήρισαν τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ προσφέρεται στὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας «φάρμακο ἀθανασίας», γιατί ἡ τροφὴ αὐτὴ δὲν χορταίνει τὶς ὑλικὲς ἀνθρώπινες ἀνάγκες ἀλλὰ τὴν πείνα καὶ δίψα τῆς αἰωνιότητας.

 

Νὰ γιατί ὁ Χριστὸς ἀποφεύγει τὶς ἐνθουσιώδεις ἐκδηλώσεις τοῦ λαοῦ, κατὰ τὴ διήγηση τοῦ θαύματος ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη. Ὁ λαὸς βλέπει στὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν ἄρτων τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν του καὶ σπεύδει νὰ ἁρπάσει τὸν ἰσχυρὸ προστάτη του καὶ νὰ τὸν ἀνακηρύξει βασιλιά. Ὁ Χριστὸς ὅμως ξεφεύγει ἀπ’ ἀνάμεσά τους καὶ πηγαίνει στὸ ὄρος νὰ προσευχηθεῖ. Δὲν πρέπει νὰ μείνουν στὸ ἐξωτερικὸ σημάδι. Ὁ νοῦς του εἶναι προσανατολισμένος στὴν Ἐκκλησία ποὺ πρόκειται νὰ ἱδρυθεῖ καὶ γιὰ τὴν ὁποία τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι μιὰ προεικόνιση τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἄλλωστε καὶ ἡ ὁρολογία τῆς διηγήσεώς μας («λαβών», «ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν», «εὐλόγησε», «καὶ κλάσας ἔδωκε») μᾶς ἐνθυμίζει τὴ διήγηση περὶ τοῦ Μ. Δείπνου (Ματθ. 26, 26-29. Μάρκ. 14, 22-25. Λουκ. 22, 15-20). Κι ἀκόμη ἂς προσθέσουμε ἕνα ἄλλο στοιχεῖο ἀπὸ τὴν εἰκονογραφικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐνισχύει τὴν παραπάνω ἑρμηνεία: Ἡ παρουσία τῶν ἰχθύων στὶς συμβολικὲς παραστάσεις τῆς θείας Εὐχαριστίας στὶς τοιχογραφίες τῶν κατακομβῶν μαρτυρεῖ ὅτι στὸ θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἄρτων εἶδε ἡ Ἐκκλησία τὸν χορτασμὸ τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν «ἄρτον τῆς ζωῆς».

Τὸ μήνυμα τῆς περικοπῆς μας μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ στὰ ἑξῆς: Ὁ Χριστὸς δὲν ἐκπροσωπεῖ ἁπλῶς μία ὡραία καὶ ὑψηλὴ διδασκαλία ποὺ ἐξυψώνει ἠθικά τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ εἶναι καὶ μυστήριο, τὸ μυστήριο τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, ποὺ ἀποτελεῖ πηγὴ ζωῆς καὶ φάρμακο ἀθανασίας. «Ἐὰν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. 6, 51).

4.

Ὁ θαυματουργικὸς χορτασμὸς

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ  ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Διαβάζουμε συνεχῶς γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ στὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο, καὶ ἀναρωτιόμαστε: «γιατὶ τέτοια θαύματα γινόντουσαν ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, καὶ στὶς μέρες μας βλέπουμε τόσα λίγα;» Νομίζω ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς πιθανὲς ἀπαντήσεις.

Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι δὲν βλέπουμε τὰ θαύματα ποὺ συμβαίνουν γύρω μας, θεωροῦμε τὰ πάντα δεδομένα, ἐντελῶς φυσικά. Παίρνουμε τὰ καλὰ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ σὰν κάτι φυσιολογικὸ, καὶ δὲν βλέπουμε πλέον ὅτι ἡ ζωή εἶναι ἕνα θαυμάσιο, γεμάτο χαρὰ θαῦμα, ὅτι ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ μᾶς δημιουργήσει, ὅτι μᾶς δημιούργησε ἀπὸ τὸ μηδὲν, ἅπλωσε μπροστά μας ὁλάκερο τὸ μυστήριο τῆς ὕπαρξης, δὲν κλείστηκε μέσα σ’ αὐτό. Μᾶς κάλεσε νὰ γίνουμε γιὰ πάντα φίλοι Του, νὰ ζήσουμε γιὰ πάντα τὴν αἰώνια, θεϊκὴ ζωή. Μᾶς ἀποκάλυψε τὸν Ἑαυτό Του· γνωρίζουμε ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος, Τὸν γνωρίζουμε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅπως τὸν Θεὸ τοῦ ὁποίου ἡ ἀγάπη δὲν κλονίστηκε οὔτε στὴν θέα τοῦ θανάτου Του γιὰ νὰ σώσει ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶ. Καὶ τὶ νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ ἐκεῖνα τὰ θαύματα ποὺ εἶναι ἀκόμα πιὸ λίγο φανερὰ σ’ ἐμᾶς, ὅπως ἡ ὑγεία, ἡ εἰρήνη, ἡ φιλία, ἡ ἀγάπη; Εἶναι ὅλα γνήσια θαύματα – δὲν μπορεῖς νὰ τ’ἀγοράσεις, δὲν μπορεῖς νὰ βιάσεις κάποιον νὰ σοῦ δώσει τὴν καρδιά του· κι ὅμως γύρω μας ὑπάρχουν τόσες καρδιὲς ποὺ εἶναι ἀνοιχτὲς ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλη, ὑπάρχει τόση φιλία, ἀγάπη. Καὶ ἡ ὕπαρξη μας ποὺ θεωροῦμε τόσο δεδομένη, δὲν εἶναι ἕνα θαῦμα;

Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο σημεῖο ποὺ ἤθελα νὰ θίξω: ὅτι ὁλάκερη ἡ ζωή εἶναι ἕνα θαῦμα. Γνωρίζω, φυσικά, ὅτι ὑπάρχει τόσος πολὺς πόνος καὶ τρόμος σ’αὐτό, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα ἥσυχο, ἀδιατάρακτο φῶς λάμπει στὸ σκοτάδι: ἄν μοναχὰ μπορούσαμε νὰ πιστέψουμε στὸ φῶς, καὶ ἔτσι νὰ γίνουμε παιδιὰ τοῦ φωτὸς καὶ καθὼς λέει ὁ Χριστὸς, νὰ γίνουμε ἄγγελοι φωτός;

Ὑπάρχουν δύο ἀκόμα παρατηρήσεις ποὺ θὰ ἤθελα νὰ κάνω. Σήμερα διαβάζουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν σὲ ἀνάγκη, ὅτι οἱ ἀπόστολοι πρόσεξαν τὴν ἀνάγκη τους καὶ εἶπαν στὸν Κύριο: «Ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται νὰ ἀνακουφίσεις τὴν ἀνάγκη τους, νὰ ταϊσεις αὐτοὺς τοὺς πεινασμένους ἀνθρώπους». «Πῶς;» εἶπαν: « Ἔχουμε μόνο δύο ψάρια καὶ πέντε ψωμιά, εἶναι δυνατὸν νὰ φτάσουν γιὰ ἕνα τέτοιο πλῆθος;» Καὶ ὁ Χριστὸς εὐλόγησε ἐκεῖνα τὰ ψάρια καὶ τὰ ψωμιὰ καὶ ἔφτασαν γιὰ ὅλους.

Ἄρα, τὶ περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μπορεῖ ἐλεύθερα, μὲ τὴν κυρίαρχη δύναμή Του, νὰ κάνει οὐράνια θαύματα στὴ γῆ; Πρῶτα, θὰ πρέπει νὰ δώσουμε προσοχὴ στὴν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Τόσο συχνὰ τὴν προσπερνᾶμε καὶ δὲν ἀνοίγουμε τὴν πόρτα στὸν Θεὸ γιὰ νὰ Τοῦ ἐπιτρέψουμε νὰ μπεῖ καὶ νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀδύνατο σ’ἐμᾶς νὰ κάνουμε. Ἄς ἀνοίξουμε τὰ μάτια μας γιὰ νὰ δοῦμε τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων γύρω μας – ἀνάγκες ὑλικές, ψυχολογικές, πνευματικές, τὴν μοναξιὰ καὶ τὴν προσμονὴ κι ἀναρίθμητες ἄλλες.

Καὶ κάτι ἄλλο ποὺ ὁ Κύριος προτρέπει τοὺς μαθητές Του εἶναι, « δῶστε τὰ πάντα, καὶ θὰ τοὺς θρέψουμε ὅλους». Οἱ μαθητὲς δὲν ἄφησαν στὴν ἄκρη λίγο ψάρι καὶ λίγο ψωμὶ γιὰ τοὺς ἴδιους, τὰ ἔδωσαν ὅλα στὸν Κύριο. Κι ἐπειδὴ τὰ ἔδωσαν ὅλα, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Βασιλεία τῆς ἀγάπης ὅπου ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἐνεργεῖ ἐλεύθερα καὶ δίχως ἐμπόδια κυριάρχησε καὶ ὅλοι ἦταν εὐτυχισμένοι. Αὐτὸ τὸ κάλεσμα ἀπευθύνεται καὶ σ’ ἐμᾶς: ὅταν βλέπουμε νὰ ὑπάρχει ἀνάγκη, ἄς τὰ δίνουμε ὅλα, καὶ θὰ εἴμαστε πλῆροις.

Τώρα θὰ ἤθελα νὰ κάνω μιὰ τελευταία παρατήρηση: ὅταν ὁ παραλυτικὸς γιὰ τὸν ὁποῖο διαβάσαμε πρὶν μερικὲς ἑβδομάδες μεταφέρθηκε στὸν Κύριο, Ἐκεῖνος εἶδε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων καὶ θεράπευσε τὸν ἄρρωστο ἄνδρα. Μποροῦμε νὰ ἐνδυναμώνουμε τὴν πίστη ποὺ λείπει ἀπὸ τοὺς γύρω μας, μποροῦμε νὰ τοὺς βαστάζουμε καὶ ἡ πίστη μας νὰ γίνει γι’ αὐτοὺς τὸ κρεβάτι ποὺ μετέφερε τὸν παραλυτικό. Ἀλλὰ ἡ πίστη δὲν ἀρκεῖ· στὴν περίπτωση τοῦ παραλυτικοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν θεραπεύσει ὁ Κύριος λόγω μόνο τῆς πίστης του, ἀλλὰ ὑπῆρχε μιὰ στοργικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν ἀσθενῆ. Ἄν ὑπῆρχε τέτοια ἀγάπη μεταξύ μας θὰ εἶχε ἤδη ἐγκαθιδρυθεῖ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ἐνεργεῖ ἐλεύθερα.

Ἄς τὸ λάβουμε ὑπ’ὄψιν μας γιὰ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνονται μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἔλθει στὴ γῆ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὁποία προσευχόμαστε καὶ ἀδημονοῦμε, αὐτὴ ἡ Βασιλεία ποὺ καλούμαστε νὰ οἰκοδομήσουμε μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ καὶ στὸ δικὸΤου ὄνομα. Ἀμήν.

5.

Ὁ Ζωοποιὸς Ἄρτος

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ χορτάσθησαν»

Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ὁ Χριστὸς ἀναχωρεῖ στὴν ἔρημο. Ἀναχωρεῖ στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ φυλάξει τὸν ἑαυτό Του γιὰ τὸν κατάλληλο καιρὸ τοῦ Σταυροῦ. Δὲν εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα γιὰ τὸ πάθος Του. Ὁ ἄλλος Εὐαγγελιστὴς γράφει πὼς ἀναχώρησε στὴν ἔρημο γιὰ νὰ δώσει τὴν εὐκαιρία στοὺς μαθητές Του νὰ ξεκουρασθοῦν (Μάρκ. 6,31). Ἀνεχώρησαν σὲ κάποια ἔρημο τῆς πόλεως Βηθσαιδᾶ (Λουκ. 9,10). Στὸ χῶρο αὐτὸ ἔκανε τὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων.

Οἱ συνθῆκες τοῦ θαύματος τὰ ἀρνητικὰ δεδομένα εἶναι περισσότερα ἀπ’ τὰ θετικὰ στὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων, γράφει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Δημήτριος. Ὁ τόπος ἦταν ἔρημος καὶ δὲν ὑπῆρχε κάποια ἑστία ἀνεφοδιασμοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Ἡ ὥρα ἦταν περασμένη· «Ἡ μὲν ἡμέρα κλίνειν ἤρξατο», καθὼς εἶπε Λουκᾶς· «αὐτοὶ δὲ παρέμειναν ἄσιτοι», δηλαδὴ ἡ ἡμέρα τελείωνε, ἀλλὰ αὐτοὶ παρέμειναν ἄσιτοι, σημειώνει ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός. Ὁ πολὺς ὁ κόσμος εἶχε αἰχμαλωτευθεῖ ἀπ’ τὴ διδασκαλία, γιὰ νὰ μπορέσουν οἱ ἄνθρωποι νὰ ψάξουν νὰ βροῦν κάτι νὰ φᾶνε (ὅπ. π.). Κατὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ «‹οὐ λιμοκτονήσει Κύριος ψυχὴν δικαίαν» (Παροιμ. 10,3), δηλαδὴ ὁ Κύριος δὲν θὰ ἀφήσει νὰ πεθάνει ἀπ’ τὴν πείνα ἡ ψυχὴ ποὺ εἶναι δίκαιη. Ὁ Χριστὸς εἶχε ἀποφασίσει νὰ τοὺς θρέψει μὲ τὸν παράδοξο αὐτὸ τρόπο, ἀλλὰ περίμενε νὰ Τοῦ τὸ ζητήσουν νὰ μὴ φανεῖ πὼς κάνει θαύματα πρὸς ἐντυπωσιασμό. Ἄφησε νὰ πεινάσουν ὑπερβολικά, προκειμένου νὰ λάβουν μεγαλύτερη αἴσθηση τοῦ θαύματος.

Ἄλλες πλευρὲς τοῦ θαύματος

Πρὶν κάνει τὸ θαῦμα προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του· «ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν» (Ματθ. 14,19). Ἐδῶ βλέπουμε τὸ μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, δηλαδὴ ὁ Χριστὸς ἦταν τέλειος ἄνθρωπος, γι’ αὐτὸ καὶ προσεύχεται ὅπως κάνουν ὅλοι ποὺ ἔχουν τὴν ἀνθρώπινη φύση. Μετὰ προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του, λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, γιὰ νὰ δώσει νὰ καταλάβουν ὅλοι πὼς δὲν εἶναι ἀντίθεος, ἀλλ’ ἔχει τὴν προέλευσή Του ἀπὸ τὸ Θεὸ «καὶ ὅτι ἴσος ἐστί», δηλαδὴ εἶναι ἴσος μὲ τὸ Θεὸ Πατέρα. Ὁ Μωϋσῆς στὴν ἔρημο παρακάλεσε τὸ Θεὸ κι ἔδωσε στοὺς Ἰσραηλίτες τὸ μάννα ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη, ποὺ εἶχαν, ὅπως κι ὁ Ἠλίας ἔδωσε στὴ χήρα γυναίκα στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδώνας τὸ λάδι καὶ τὸ ἀλεύρι μόνον γιὰ τὸν καιρὸ τοῦ λιμοῦ, ἐνῶ ὁ Κύριος πολλαπλασίασε τοὺς πέντε ἄρτους χωρὶς φειδώ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχουν περισσεύματα «δώδεκα κοφίνους πλήρεις» (Ματθ. 14,20).

Στοὺς μαθητὲς του δίνει ἄρτους, γιὰ νὰ τοὺς μοιράσουν στὸ πλῆθος, γιὰ νὰ θυμοῦνται μόνιμα καὶ συνεχῶς τὸ θαῦμα. Ἀκόμη τοὺς δίνει τοὺς ἄρτους, γιὰ νὰ μὴ νομισθεῖ πὼς κατὰ φαντασία θαυματούργησε. Τὰ περισσεύματα εἶναι δείγματα ἀτράνταχτης ἀλήθειας. Τὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων εἶναι σύμβολο καὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ὁ οὐράνιος ἄρτος τῶν ἀνθρώπων. Ἀκόμη μπορεῖ οἱ ἄρτοι νὰ συμβολίζουν καὶ τὰ πολλὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος τρέφει τὸ λαό Του καὶ τὴν Ἐκκλησία Του μὲ τὸν ἑαυτό Του. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ζωοποιὸς ἄρτος.

Τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα

Πολλοὶ διαβάζοντας τὸ θαῦμα τῶν πέντε ἄρτων ἴσως κάνουν σκέψεις πὼς ὁ Χριστὸς πρέπει νὰ λύσει τὸ κοινωνικὸ πρόβλημα τῶν ἀνθρώπων ποὺ συνδέεται μὲ τὶς βιοποριστικές τους ἀνάγκες κατὰ τρόπο μαγικό. Κάπως ἔτσι πίστευαν καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς Του (Ἰωάν. 6,26). Νόμιζαν πὼς ὁ Χριστὸς θὰ ἔκανε κάθε μέρα τὸ ἴδιο θαῦμα καὶ θὰ τοὺς ἁπάλλασε ἀπὸ τὴν ἐργασία. Ὁ Χριστὸς δὲν περιφρονεῖ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὰ ἱεραρχεῖ. Πρῶτα εἶναι ἡ βρώση ἡ μένουσα (ὅπ. π. στίχ. 27) καὶ μετὰ ἡ πρόσκαιρη. Πρῶτα βάζει τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ μετὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἡ ἀγχώδης μέριμνα καὶ ἡ ἐπίμονη προσπάθεια γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀγαθῶν ποὺ προέρχονται, εἶναι καταδικαστέες ἀπ’τὸ Χριστό.

Ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται τὸ ἴδιο γιὰ τὶς ὑλικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ βάζει μία σειρὰ στὶς ἀπαιτήσεις μας. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ προηγοῦνται τῶν πνευματικῶν ἐνδιαφερόντων μας τὰ ὑλικά. Πρῶτα δίδαξε ὁ Χριστὸς τὸν ὄχλο καὶ μετὰ τοὺς ἔδωσε ψωμὶ νὰ φᾶνε. Τὸν ἄνθρωπο ὀφείλει νὰ τὸν διακατέχει ἡ ἀγωνία μήπως χάσει τὸν σύνδεσμό του μὲ τὸ Χριστό, ποὺ εἶναι ὁ ζωοποιὸς ἄρτος κι ὄχι ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀποκτήσει πολλὰ ἐφήμερα ἀγαθά.

Ἀδελφοί μου,

Νὰ θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας πλούσιο, ὅταν ἀρκούμεθα στὰ ἀναγκαῖα κι ἔχουμε τὸν Χριστὸ ἐπιούσιο ἄρτο στὴ ζωή μας. Τότε ὄντως εἴμαστε πλούσιοι.

6.

Ἑνότητα καὶ διαιρέσεις μέσα στὴν Ἐκκλησία

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης (Καθηγητής Πανεπιστημίου)

Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς ἀπὸ τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ Ἀπ. Παύλου εἶναι σὲ μετάφραση ἡ ἑξῆς:

«Καὶ τώρα, ἀδερφοί, σᾶς ζητῶ, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ εἶστε ὅλοι σύμφωνοι μεταξύ σας καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν ἀνάμεσά σας διαιρέσεις, ἀλλὰ νὰ εἶστε ἑνωμένοι, μὲ μία σκέψη καὶ μὲ ἕνα φρόνημα. Αὐτὸ τὸ γράφω, ἀδερφοί μου, γιατί μὲ πληροφόρησαν γιὰ σᾶς ἄνθρωποι τῆς Χλόης ὅτι ἔρχεστε σὲ προστριβὲς μεταξύ σας. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ὁ καθένας σας λέει κάτι διαφορετικό. Ὁ ἕνας λέει: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου», ὁ ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ», ἕνας ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Κηφᾶ» καὶ κάποιος ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Χριστοῦ». Διαμοιράστηκε, λοιπόν, ὁ Χριστός; Μήπως εἶναι ὁ Παῦλος ποὺ πέθανε πάνω στὸ σταυρὸ γιὰ νὰ σᾶς σώσει; Ἤ μήπως στὸ ὄνομα τοῦ Παύλου ἔχετε βαφτιστεῖ; Εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ ποὺ δὲ βάφτισα κανένα σας ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κρίσπο καὶ τὸ Γάιο. Ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς πὼς τὸν βάφτισα στὸ δικό μου ὄνομα. Ναί, βέβαια, βάφτισα καὶ τὴν οἰκογένεια τοῦ Στεφανᾶ. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτούς, ὅμως, δὲν θυμᾶμαι νὰ βάφτισα κανέναν ἄλλο. Ἡ ἀποστολὴ πού μοῦ ὅρισε ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν νὰ βαφτίζω, ἀλλὰ νὰ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιο, χωρὶς σοφὰ καὶ περίτεχνα λόγια, ὥστε ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν σταυρὸ νὰ μὴ χάσει τὸ περιεχόμενό του» (Α΄ Κορ. 1,10-17).

Καταρχὴν πρέπει νὰ τοποθετήσουμε τὴν περικοπὴ στὴ συνάφειά της καὶ νὰ παρουσιάσουμε τὸ πρόβλημα ποὺ ἀπασχολοῦσε τὴν ἐποχὴ τῆς συγγραφῆς τῆς ἐπιστολῆς τοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου.

Ἡ Κόρινθος ἦταν ὁ τελευταῖος σταθμὸς τοῦ Ἀποστόλου στὴν Ἑλλάδα κατὰ τὴ δεύτερη ἱεραποστολική του περιοδεία. Σὲ λίγο θὰ ξεκινήσει γιὰ τὴν τρίτη περιοδεία ποὺ θὰ τὸν ξαναφέρει στὴν Ἑλλάδα. Στὴν ἀρχὴ τῆς δεύτερης περιοδείας ἔμεινε τρία χρόνια περίπου στὴν Ἔφεσο κι ἐκεῖ πληροφορήθηκε ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς Χλόης, κάποιας εὔπορης προφανῶς χριστιανῆς τῆς Κορίνθου ποὺ εἶχε στὴν ὑπηρεσία της προσωπικὸ καθὼς καὶ ἀπὸ ἐπιστολὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ συνταρασσόταν ἀπὸ ὁρισμένα προβλήματα καὶ ἀντιμετώπιζε ἐρωτήματα.

Κάπως ἀναλυτικότερα, κατὰ τὶς πληροφορίες τῶν ἀπεσταλμένων τῆς Χλόης, στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου δημιουργήθηκαν μερίδες ποὺ ἡ κάθε μία διεκδικοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό της ὡς ἡγέτη ἕναν ἀπόστολο («Ὁ ἕνας ἔλεγε: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου», ὁ ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ», ἕνας ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Κηφᾶ» καὶ κάποιος ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Χριστοῦ»). Φαίνεται ὅτι πολλοὶ Κορίνθιοι, ἐνθουσιασμένοι ἀπὸ τὴ μόρφωση καὶ τὴ ρητορικότητα τοῦ Ἀπολλὼ (ποὺ «καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια· ἦταν προικισμένος ρήτορας καὶ ἤξερε καλὰ τὴ Γραφή.», Πράξ.18,24), τὸν παραδέχονταν ὡς ἡγέτη τους συγκρίνοντάς τον ἴσως μὲ τὸν Παῦλο, ποὺ ἀναγνωρίζει ὁ ἴδιος ἀλλοῦ στοὺς Κορινθίους ὅτι εἶναι «ἀδύνατος στὸν προφορικὸ λόγο, ὄχι ὅμως καὶ στὴ γνώση» (Β΄ Κορ 11,6). Οἱ αὐστηροὶ ἐξ Ἰουδαίων προερχόμενοι χριστιανοὶ τῆς Κορίνθου δέχονταν ὡς ἀρχηγὸ τους τὸν Ἀπ. Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν ἡγετικὴ θέση του στὴν πρώτη Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων, ἀλλὰ στὴν Κόρινθο βέβαια δὲν εἶχε μεταβεῖ. Ἄλλοι χριστιανοὶ καυχόνταν ὅτι ἀνήκουν στὸν ἱδρυτὴ τῆς Ἐκκλησίας τους Ἀπ. Παῦλο. Τέλος, μία μερίδα διακήρυσσε ὅτι σὲ κανένα ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους δὲν ἀνήκει ἀλλὰ ἀπευθείας στὸν Χριστό. Δὲν πρόκειται πάντως περὶ αἱρέσεων ἢ σχισμάτων ἀλλὰ περὶ ὁμάδων, οἱ ὁποῖες ἔδειχναν θαυμασμὸ καὶ ἐκτίμηση σὲ ἕναν ἀπόστολο, ποὺ τὸν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους- πράγμα σύνηθες γιὰ τοὺς Ἕλληνες, τότε ἀλλὰ καὶ σήμερα!

Ὁ Παῦλος ἀφιερώνει τὰ 4 πρῶτα κεφ. τῆς ἐπιστολῆς γιὰ νὰ καταπολεμήσει τὴ διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου. Θεωρώντας σὰν πιὸ ἐπικίνδυνη τὴν ὁμάδα ποὺ διεκδικοῦσε ὡς ἀρχηγὸ της τὸν Ἀπολλὼ (πιθανῶς σ’ αὐτὴν ἀνῆκαν ὅσοι εἶχαν φιλοσοφικὴ παιδεία), στρέφεται συχνὰ ἐναντίον τῆς ἀνθρώπινης σοφίας καὶ καυχήσεως γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει πὼς «ὅ,τι ὁ κόσμος αὐτὸς θεωρεῖ σοφία, εἶναι μωρία στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 3,19) καὶ ὅτι ὁ σταυρωμένος Χριστός, ὅσο καὶ ἂν φαίνεται «σκάνδαλο» γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἢ «μωρία» γιὰ τοὺς Ἕλληνες, εἶναι γιὰ τοὺς χριστιανοὺς «τοῦ Θεοῦ ἡ δύναμη καὶ τοῦ Θεοῦ ἡ σοφία» (1,24). Ἡ ὕπαρξη μερίδων στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, θέλει νὰ πεῖ ὁ Παῦλος, μαρτυρεῖ ὅτι οἱ Κορίνθιοι χριστιανοὶ δὲν κατέχουν «τὸ σοφὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ» (2,7), ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη νήπιοι, σαρκικοὶ καὶ ἀτελεῖς καὶ δὲν ἔνιωσαν τὴν συγκλονιστικὴ σπουδαιότητα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιπλέον οἱ χριστιανοὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἀγάπη, τὸν ὕμνο τῆς ὁποίας πλέκει ὁ Παῦλος στὴν ἴδια ἐπιστολὴ (κεφ. 13). Κατόπιν προσθέτει ὅτι οἱ ἀπόστολοι, ποὺ κήρυξαν ἢ ποὺ ἐργάστηκαν στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, εἶναι «διάκονοι» τοῦ Χριστοῦ, βοηθοὶ καὶ συνεργοὶ στὸ ἔργο του, «ὑπηρέτες τοῦ Χριστοῦ καὶ διαχειριστὲς τῶν μυστικῶν βουλῶν τοῦ Θεοῦ» (4,1), εἶναι ἁπλὰ ὄργανα, καθόσον «οὔτε αὐτὸς ποὺ φυτεύει εἶναι κάτι, οὔτε αὐτὸς ποὺ ποτίζει, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ φέρνει τὴν αὔξηση, ὁ Θεὸς» (3,7). Ὁ ἀπόστολος μιλάει σὲ γλώσσα αὐστηρή. Ὡς ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου αἰσθάνεται τὴν ὑποχρέωση ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποτρέψει κάθε ἀπόπειρα φθορᾶς καὶ διάσπασης τῆς ἑνότητας τοῦ «ναοῦ τοῦ Θεοῦ»· μιλάει ὅπως ὁ πατέρας στὰ παιδιά του. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει τὸν Παῦλο εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου καὶ γενικὰ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διάσπαση δηλώνει ἀπουσία τοῦ Πνεύματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διάσπαση εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ἀντίθετη πρὸς τὴν ἔννοια καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Καί, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μία χαρακτηριστικὴ ἔκφραση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου: «Τὸ γὰρ τῆς ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλὰ ἑνώσεώς ἐστι καὶ συμφωνίας ὄνομα» (Ἑρμην. εἰς Α΄ Κορ, PG 61,13).

Ἀπὸ τὴ Β’ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ συνάγουμε ὅτι δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρξε συνέχιση αὐτῆς τῆς καταστάσεως στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου.

Παρόμοια προβλήματα συνάντησε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὴν πορεία τῆς ἱστορίας της καθόσον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀδύναμους ἀνθρώπους. Εἶναι μὲν θεῖος θεσμὸς ἀλλὰ μὲ μέλη ἀνθρώπους. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι δυνατότερη ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένεια εὕρισκε τρόπους νὰ δίνει λύσεις, εἴτε φωτίζοντας κάποιους ὑπεύθυνους ἡγέτες νὰ δίνουν ἀπαντήσεις, εἴτε ὁδηγώντας τους σὲ Συνόδους ὅπου συζητιοῦνταν τὰ ἀνακύπτοντα προβλήματα καὶ βρίσκονταν οἱ λύσεις. Μία πρώτη τέτοια Σύνοδος συγκλήθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ τὴν ὁποία μᾶς πληροφοροῦν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (κεφ.15), ἀλλὰ καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας κάνει λόγο γιὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ὅπου ἀποφασιζόταν ἡ διατύπωση τῆς πίστεως (τὰ δόγματα) ἢ ἡ ἀντιμετώπιση πρακτικῶν θεμάτων.

Σὲ μᾶς σήμερα τί μήνυμα ἀπευθύνει ἡ ἀποστολικὴ περικοπή;

 

  1. Ἡ ὕπαρξη προβλημάτων μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀναπόφευκτη ἕνεκα τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, δὲν ὁδηγεῖ ὅμως κατ΄ ἀνάγκην σὲ διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας.

 

  1. Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν «Ναὸ τοῦ Θεοῦ» καὶ κάθε προσπάθεια διασπάσεως τῆς ἑνότητας αὐτοῦ τοῦ Ναοῦ μαρτυρεῖ ὅτι οἱ ὑπαίτιοι τῆς διασπάσεως δὲν εἶναι συνδεδεμένοι μὲ τὸν Ἀρχηγὸ καὶ θεμελιωτὴ τῆς Ἐκκλησίας Ἰησοῦ Χριστό.

 

  1. Ὁ πνευματικὸς ἡγέτης τῶν πιστῶν πρέπει νὰ ὁδηγεῖ τὴ σκέψη καὶ τὴ ζωή τους στὸν Χριστό, ἀποφεύγοντας τὸν πειρασμὸ νὰ παρασυρθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία τῆς προσκολλήσεώς τους στὸ πρόσωπό του.

 

  1. Ὅ,τι καὶ ἂν συμβεῖ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἀφήσει νὰ ἐξαλειφτοῦν οἱ σωστικὲς συνέπειες τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.