«Καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν».

(Πράξεις 1, 9)

Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας.

Καθὼς οἱ ἕντεκα Ἀπόστολοι κοίταζαν, ὁ Κύριος ἀνελήφθη. Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν χωρὶς μάρτυρες, ὅμως ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς παρουσία μαρτύρων. Ὁ σφραγισμένος τάφος στὸ βράχο ἔκρυψε τὴ δόξα τῆς ἀνάστασης, κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς πραγματοποιήσεώς της· ἕνα φωτεινό, διάφανο σύννεφο ἀποκαλύπτει τὴ δόξα τῆς Ἀναλήψεως τὴ στιγμὴ πού πραγματοποιεῖται. Γιατί αὐτὴ ἡ διαφορά; Ἴσως διότι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μετὰ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη, ἦταν μιὰ ἄνοδος ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο καὶ δὲν ὑπῆρχε τότε χῶρος γιὰ ἐπίγειους μάρτυρες, καὶ μόνον οἱ πατριάρχες καί οἱ προφῆτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή, θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι μάρτυρές της. Ὅμως τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὡς ἄνοδο ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό, μποροῦσαν φυσικὰ νὰ τὴν δοῦν οἱ Ἀπόστολοι, πού βρίσκονταν ἐπὶ τῆς γῆς κι ἔβλεπαν πρὸς τὸν οὐρανό.

Ἐπὶ πλέον, ἀρκοῦσε νὰ δοῦν τὸν ἐγερθέντα Κύριο, μετὰ τὴν ἀνάστασή Του, προκειμένου νὰ δώσουν μαρτυρία γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἀνάσταση: δεδομένου ὅτι τὴν Ἀνάληψη τῆς χοϊκῶς γεννηθείσας σαρκὸς στοὺς οὐρανοὺς ἔπρεπε ὄντως νὰ τὴν δοῦν, ὥστε ἡ ἀνάσταση νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ. Πιθανὸν ὁ σαρκικὸς νοῦς νὰ διερωτηθεῖ: πῶς ἡ χοικῶς γεννηθεῖσα σάρκα μποροῦσε νὰ ἀνέλθει στὸν οὐρανό; Ἀπαντοῦμε: δὲν χρειάζεται νὰ σκεφτοῦμε γιὰ τὴν δυνατότητα τοῦ γεγονότος, ἀφοῦ τὸ εἶδαν καὶ τὸ μαρτύρησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀρνήθηκαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θάνατο γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν ἀλήθειά του. «Καὶ βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη». Ἀλλά ἦταν μόνο γιὰ νὰ πείσει τοὺς ἄπιστους πού ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νὰ ὑπάρξει μαρτυρία γιὰ τὴν Ἀνάληψή Του; Ἀναμφίβολα γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ τοὺς πιστούς. «Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ», λέγει ὁ Ἀπόστολος, ἐὰν —ἂς προσθέσουμε κι ἐμεῖς— τὸν ἔχετε δεῖ νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανὸ καὶ συμμετέχετε κι ἐσεῖς στὸ νέο αὐτὸ θρίαμβο, τότε «τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ θεοῦ καθήμενος, τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπί τῆς γῆς» (Κολ.3, 1-2).

Τί σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε;» Δὲν εἶναι, πράγματι, τὰ λόγια αὐτὰ ξεκάθαρα; Καὶ ἂν δὲν τὰ καταλαβαίνεις, εἴτε θέλοντας νὰ τὰ καταλάβεις εἴτε μὲ ἄλλο τρόπο, παραδὲξου ὅτι δὲν τὰ καταλαβαίνεις, ἐπειδὴ δὲν «φρονεῖς τὰ ἄνω»: διότι ἐκεῖνος πού καταλαβαίνει, ξέρει τί κάνει. Ἂν δὲν φρονεῖς τὰ ἄνω, δὲν θὰ ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου «ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος». Ὅμως ἂν δὲν ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου ὁ Χριστὸς ἐστιν καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ἀναλογίσου, χοϊκέ ἄνθρωπε, τί θὰ ἀπογίνεις, ὅταν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρέλθουν καὶ δὲν θὰ ἀπομείνει τίποτα ἐκτός ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ — καὶ τὴν κόλαση! Δὲς πῶς ἡ γῆ θρυμματίζεται κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου καὶ μπροστά σου ἀνοίγεται ἡ κόλαση: δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς σωτηρίας παρὰ νὰ κρατηθεῖς, μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη, ἀπὸ τὰ οὐράνια πράγματα. Πρέπει νὰ μάθεις «νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω καὶ ὄχι τὰ πράγματα τὰ ἐπί τῆς γῆς».

Μὰθετε νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω! Ἂς μὴν φοβηθεῖ κανένας μὲ αὐτὴ τὴν ἐπιταγή. Ἂς μὴν νομίσει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς ποικίλες καὶ πολυάριθμες ἐκεῖνες δυσκολίες, τὶς ὁποῖες ἀναπόφευκτα θὰ συναντήσει στὴν ὁδὸ τῆς ἐπίγειας γνώσεως, καὶ πού ἀνάμεσά τους πρέπει νὰ ἀπαριθμήσει τὰ κατ’ ἐξοχὴν μέσα γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν ἀποκαλούμενη ἐπίγεια σοφία — ὅπως, γιὰ παράδειγμα, πλῆθος διδασκάλων, πού ὁ καθένας ὑπερασπίζεται τὴν ἰδιαίτερη δοξασία του καὶ ἀντικρούει τὴν δοξασία τοῦ διπλανοῦ του, πλῆθος βιβλίων, συχνὰ βλαβερῶν γιὰ τό νοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τό μάτι, μὲ τό σκοτεινό περιεχόμενό τους. Μὴ φοβάστε. Μαθαίνοντας «νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω», κατὰ τό νόημα τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν εἶναι τό ἴδιο ὅπως μαθαίνετε τὴν ἐγκόσμια σοφία. Ἡ γνώση τῶν οὐρανίων πραγμάτων δὲν ἐξαρτᾶται τόσο πολὺ ἀπὸ ἐξωτερικὰ μέσα, δὲν χρειάζεται μεγάλη βοήθεια, δὲν τίθενται τόσα ἐμπόδια ὅπως στὴν ἀναζήτηση τῆς ἐγκόσμιας σοφίας. Ὡστόσο, ὠφελεῖται καὶ ἀπὸ ἐξωτερικὰ μέσα, δὲν ἀπορρίπτει τὴ βοήθεια καὶ δὲν εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ δυσκολίες τοῦ δικοῦ της εἴδους. Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος πού μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ «τὰ ἄνω φρονεῖτε», ὠφελήθηκε ἀπὸ τὰ μέσα καὶ τὴν βοήθεια τῆς ἐγκόσμιας σοφίας, «ἔχων ἀνατραφεῖ παρὰ τοὺς πόδας τοῦ πολυμαθοῦς Γαμαλιὴλ»· ὅμως διαδοχικὰ τὰ ἀπέρριψε ὅλα τοῦτα καθὼς καὶ ἄλλα προνόμια, λογαριάζοντας τὰ «πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μου» (Φιλ.3,7-8), προκειμένου νὰ μπορέσει νὰ κερδίσει τὸν Χριστό. Καὶ ὡρίμασε κατὰ συνέπεια φρονῶν τὰ ἄνω — καίτοι ὁ ἴδιος ταυτόχρονα ἀπέρριψε τὰ μέσα καὶ τὴν βοήθεια πού τοῦ προσέφερε ἡ ἐγκόσμια σοφία.

Οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι εἶχαν ἁπλῶς μάθει νὰ πλέκουν ψαράδικα δίχτυα καὶ ὄχι νὰ ξετυλίγουν τὰ σοφίσματα τῶν βιβλίων. Ὅμως αὐτὸ μὲ κανένα τρόπο δὲν τοὺς ἐμπόδισε νὰ ἐνδυναμώσουν τόν ἑαυτό τους ὥστε νὰ φρονοῦν τὰ ἄνω καὶ νὰ γίνουν ἀκόμη καὶ διδάσκαλοι τῶν ἴδιων τῶν σοφῶν. Ἔτσι ἦταν καὶ μετὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων: ὁ Μὲγας Βασίλειος ἀπέκτησε τὴ σοφία τῶν Ἀθηναίων καὶ τὴν ὑπέταξε στὴν ὑπηρεσία τῆς σοφίας τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Ἀρσένιος, Μέγας ἐπίσης, ἂν καὶ διδάσκαλος σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Λατινικῆς γνώσεως, θεώρησε τὸν ἑαυτὸ του ἀρκετὰ ἀδαῆ ὥστε νὰ μαθητεύσει σὲ ἕναν ἀγράμματο γέροντα Αἰγύπτιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρκετὰ σοφὸς γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς πνευματικῆς σοφίας. Καὶ ἔτσι, τὸ νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω, ἂν καὶ πράγματα ὑψηλὰ ἀκόμη καὶ γιὰ ἕναν φιλόσοφο, εἶναι συγχρόνως ἀρκετὰ ἁπλά καὶ γιὰ τὰ νήπια. «Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καί ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις» (Ματθ. 11, 25).

Τί λοιπὸν σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε»; Ἐπαναλαμβάνω: ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνετε, τότε προφανῶς δὲν τὸ ἐφαρμόζετε. Καὶ ἂν δὲν φρονεῖτε τὰ ἄνω, τότε ἀναμφίβολα φρονεῖτε τὰ ἐπί τῆς γῆς. Καί, συνεπῶς, αὐτὸ τὸ γνωρίζετε. Τί κάνετε τώρα, ὅταν φρονεῖτε τὰ ἐπί τῆς γῆς, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ὅταν ἔχετε στὸ μυαλό σας νὰ γίνετε πλούσιοι; Ἐπιθυμεῖτε τὰ πλούτη —συχνὰ τὰ σκέφτεστε— ἐφευρίσκοντας τρόπους νὰ τὰ ἀποκτήσετε καὶ νὰ τὰ αὐξήσετε. Βάζετε σὲ ἐνέργεια αὐτοὺς τοὺς τρόπους, καὶ ὁ,τιδήποτε κάνετε, τὸ κάνετε μὲ τὴν προοπτικὴ νὰ πετύχετε καὶ νὰ αὐξήσετε τὸν πλοῦτο, καὶ στὴν κατοχὴ τοῦ πλούτου τοποθετεῖτε τὴν εὐτυχία σας. Φέρνοντας στὸ νοῦ αὐτὸ τὸ παράδειγμα μποροῦμε γενικὰ νὰ ποῦμε, ὅτι τὸ «νὰ φρονοῦμε τὰ ἐπί τῆς γῆς», σημαίνει νὰ ἐπιθυμοῦμε ἐπίγεια πράγματα, νὰ τὰ σκεφτόμαστε, νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε, νὰ τὰ ἔχουμε πάντα μπροστά μας, νὰ τοποθετοῦμε τὴν εὐτυχία μας στὴν κατοχή τους. Ἀλλάξτε τὸ ἀντικείμενο, καὶ θὰ καταλάβετε τί εἶναι «νὰ φρονοῦμεν τὰ ἄνω». Σημαίνει, νὰ ἐπιθυμοῦμε τὰ ἄνω, δηλαδὴ τὰ οὐράνια πράγματα. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὰ πού εἶναι πνευματικὰ καί θεῖα. Νὰ σκεφτόμαστε τὰ οὐράνια πράγματα, νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε, ἤ κατὰ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ «ἐργαζόμαστε τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ», νὰ ἔχουμε τὰ οὐράνια πράγματα μπροστὰ στὰ μάτια μας καί νὰ τοποθετοῦμε σὲ αὐτὰ τὴν εὐτυχία μας.