1.

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

  1. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀνακαινίζει τὸν ἄνθρωπο

Πεντηκοστή! Ἡ τελευταία δεσποτικὴ ἑορτή. Γιορτάζουμε σήμερα τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν ἔκχυση τῆς ἁγιαστικῆς θείας Χάριτος στὸ ἀνθρώπινο γένος. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ὁ ὕψιστος καρπὸς τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου, ἡ ἔσχατη καὶ κορυφαία ἐπαγγελία (ὑπόσχεση) τῆς ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης.

 

Στὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχὴ οἱ ἄνθρωποι λόγῳ τῆς δουλείας τους στὴν ἁμαρτία ἦταν χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς μὲ τὴ Σταύρωσή Του ἐξασφάλισε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, τὴν καταλλαγή (συμφιλίωση) μὲ τὸν ἐπουράνιο Πατέρα. Ἀπόδειξη τῆς καταλλαγῆς εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο.

Σήμερα γιορτάζουμε τὴν ἔλευση τοῦ τρίτου Προσώπου τῆς ἀδιαιρέτου Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὴν κοινωνία τῶν μαθητῶν, τὴν ἀποστολή Του στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν. Ἀπὸ σήμερα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μένει μόνιμα στὸν κόσμο, μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐργάζεται τὴ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, τὴ μεταμόρφωση τῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός μας.

Γι’ αὐτὸ καὶ Πεντηκοστὴ σημαίνει: ἀ­ναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ὁ ἐν Χριστῷ καινὸς ἄνθρωπος εἶναι πραγματικότητα. Πεντηκοστὴ σημαίνει ὅτι ὁ ἄν­θρωπος μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, νὰ γίνει θεοφόρος.

  1. Ποταμοὶ θείας Χάριτος ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου

Ὁ Κύριος στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα, γεμάτος ἀγάπη καὶ πόθο γιὰ τὴ σωτηρία μας, «ἔκραξε», φώναξε δυ­νατά, καὶ μᾶς κάλεσε κοντά Του γιὰ νὰ σβήσει τὴ δίψα μας, δηλαδὴ τοὺς μεγάλους πόθους τῆς ἀνθρώπινης ψυ­χῆς:

–«Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω»· ὅποιος διψάει ἂς ἔρθει κοντὰ σὲ Μένα καὶ ἂς πίνει. Κοντὰ σὲ Μένα θὰ βρεῖ ἀνάπαυση, θὰ ξεδιψάσει.

Ἔτσι γίνεται. Καὶ ὄχι μόνο θὰ ξεδιψάσει κοντά Του ὅποιος διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς μετανοίας συνδεθεῖ μὲ τὸν Κύριο, ἀλλὰ γίνεται καὶ ὁ ἴδιος πηγή:

–«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ», διαβεβαίωσε ὁ Κύριος, «καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος». Ἀπὸ τὸ ἐσωτερικό του θὰ τρέχουν ποταμοὶ θείας Χάριτος.

Αὐτὴ τὴν πραγματικότητα τὴ διαπιστώνουμε στοὺς Ἁγίους μας. Τὰ λόγια τους εἶναι φωτισμένα, τὰ ἀγαθὰ ἔργα τους πολλὰ καὶ θαυμαστά, ἡ προσευχή τους φλογερὴ καὶ ἀποτελεσματική, ἡ παρουσία τους τόσο εὐεργετικὴ στὸ περιβάλλον τους. Εἰρηνεύουν, ἀναπαύουν, συγκλονίζουν ὅσους ἀναστρέφον­ται μαζί τους. Ἐκπέμπουν ἔντονα τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὴν Χάρι Του.

Οἱ Ἅγιοι φανερώνουν πόσο μεγάλη εὐεργεσία εἶναι ἡ Πεντηκοστή. Καὶ μᾶς καλοῦν νὰ τοὺς ἀκολουθήσουμε. Διότι τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι νὰ μετέχουμε τυπικὰ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ νὰ ἔχουμε ἐμπειρία Χάριτος, νὰ κατοικήσει μόνιμα μέσα μας ὁ Κύριος· νὰ Τοῦ δώσουμε ὁλόκληρη τὴν καρδιά μας· νὰ ἀποφασίσουμε καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴν τέλεια ὑπακοὴ στὶς ἅγιες ἐντολές Του, γιὰ τὴν τέλεια νέκρωση τῆς ἁμαρτίας μέσα μας. Καὶ σὲ αὐτὸ μᾶς βοηθεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

Ὅσο τὸ προσπαθοῦμε, τόσο ἐνισχύεται ἡ παρουσία καὶ ἡ ἐνέργειά Του μέσα μας, μέχρι νὰ φθάσουμε, μετὰ ἀπὸ σταθερὸ ἀγώνα καὶ πολλὴ ταπείνωση, νὰ ζήσουμε τὴ μόνιμη παρουσία Του στὶς καρδιές μας.

  1. Ἀντίσταση στὴ θεία ἀγάπη

Ὅταν ὁ Κύριος μίλησε γιὰ τὴν ὕψιστη αὐτὴ δωρεά, δὲν ἔγινε ἀποδεκτὸς ἀπὸ ὅλους. «Σχίσμα ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι᾿ αὐτόν». Ἄλλοι ἀπὸ τὸν λαὸ πίστεψαν, ἐνῶ ἄλλοι ὄχι. Οἱ ὑπηρέτες τῶν Φαρισαίων ποὺ εἶχαν σταλεῖ νὰ Τὸν συλλάβουν, γύρισαν ἄπρακτοι ὁμολογώντας ὅτι ποτὲ δὲν μίλησε ἄνθρωπος ὅπως Ἐκεῖνος, γεγονὸς ποὺ ἐξόργισε τοὺς κυρίους τους. Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους, ὁ Νικόδημος, θέλησε νὰ ὑπερ­ασπισθεῖ τὸν Κύριο:

–«Σύμφωνα μὲ τὸ Νόμο, κανεὶς δὲν καταδικάζεται, ἂν πρῶτα δὲν ἀπολογηθεῖ». Ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν πείσθηκαν, διότι δὲν ἤθελαν.

Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, ἂν καὶ εἶναι ἀποκάλυψη ἀγάπης καὶ φέρνει τὴ μεγάλη δωρεὰ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἑνότητος, προκαλεῖ ἀντιδράσεις. Διότι, ὅσο συγκλονιστικὸ γεγονὸς καὶ ἂν εἶναι, δὲν καταργεῖ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία.

Προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νὰ ­δεχθεῖ τὸν Θεό, πρέπει νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἁ­μαρτωλὸ ἑαυτό του. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶ­ναι διατεθειμένοι νὰ τὸ κάνουν ὅσοι ἀ­γαποῦν τὰ πάθη τους. Ἔτσι, μὲ ἀ­φορμὴ τὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, ἡ ἀνθρωπότητα χωρίζεται σὲ δύο στρατόπεδα: σὲ ὅσους δέχονται τὴ δωρεά, καὶ σὲ ὅσους τὴν ἀρνοῦνται. Σὲ ὅσους ὑποτάσσονται στὸν Χριστὸ καὶ μεταμορφώνονται ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη, καὶ σὲ ὅσους ἀντιτίθενται σ᾿ Ἐκεῖνον καὶ μισοῦν τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ…

Εἴθε ὅλοι μας νὰ παραδοθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ στὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὥστε νὰ γί­νουμε «λάμποντες, ἀστράπτοντες, ἠλ­­­­λοιωμένοι» – νὰ λάμπουμε, νὰ ἐκπέμπουμε μὲ τὴ ζωή μας τὸ ἀστραφτερὸ φῶς τῆς ἁγιότητος. Νὰ εἴμαστε ἀλλοιωμένοι, μεταμορφωμένοι – καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει καμιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ ἀρνεῖται πεισματικὰ τὴν ἀνεκτίμητη δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

2.

Η Πεντηκοστή ως ολοκλήρωση της πνευματικής μας θεραπείας

Αρχιμ. Αυγουστίνος Μύρου, Δρ. Θεολογίας, Φιλόλογος

     Η εκκλησιαστική εορτή της Πεντηκοστής είναι εξαιρετικά μεγάλη και σημαντική, διότι το γεγονός που βιώνουμε λατρευτικά αυτή την ημέρα ανήκει στη σειρά των σωστικών και ανεπανάληπτων ενεργειών του Θεού, οι οποίες καταγράφηκαν στην ανθρώπινη ιστορία, όπως η ενανθρώπηση, η βάπτιση, το πάθος, η ανάσταση, η ανάληψη του Χριστού.

Εκείνο που ιδιαίτερα διακρίνει το γεγονός της Πεντηκοστής είναι το γνώρισμα της πληρότητας στον παρόντα κόσμο. Με όσα συνέβησαν την ημέρα εκείνη ολοκληρώθηκε στον κτιστό άνθρωπο η αποκάλυψη του ακτίστου Θεού ως τριαδικού. (Αυτή ξεκίνησε από την αποκάλυψη του Πατρός στην Παλαιά Διαθήκη, συνεχίστηκε με την αποκάλυψη του Υιού στην Καινή Διαθήκη και ολοκληρώθηκε με τη αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής. Τότε οι απόστολοι έφθασαν στο τέλειο σημείο ανθρωπίνης θεογνωσίας. Γνώρισαν το Άγιο Πνεύμα όχι απλώς με τις ενέργειές του, αλλά ως αληθινό πρόσωπο, ως ιδιαίτερη υπόσταση του Θεού και συγχρόνως ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό, «τον άλλον Παράκλητον…ίνα μένη εις τον αιώνα» μαζί τους (Ιω. 14,16).

 

Ωδηγήθηκαν από το άγιο Πνεύμα «εις πάσαν την αλήθειαν», όπως τους είχεν υποσχεθεί ο Χριστός (Ιω. 16,13). Την ημέρα εκείνη απέκτησαν την τέλεια εμπειρία της αποκαλύψεως του εν Τριάδι Θεού. Αυτή η μεγάλη αλήθεια της αποκαλύψεως της Αγίας Τριάδος την ημέρα της Πεντηκοστής εκφράζεται στην Εκκλησία με τον εορτασμό του Αγίου Πνεύματος, που είναι γνωστή και ως εορτή της Αγίας Τριάδος).

Το πλήρωμα της αποκαλύψεως του αληθινού Θεού ως τριαδικού κατά την ημέρα της Πεντηκοστής συνδέεται και με την ολοκλήρωση της διαδικασίας της πνευματικής μας θεραπείας.

Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από τον εν Τριάδι Θεό υγιής στο σώμα και στην ψυχή. Υγεία για τον άνθρωπο σημαίνει να ζει μέσα στα φυσικά του όρια, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Δημιουργού του. Η παρακοή του όμως σ’ Εκείνον τον οδήγησε να συμπεριφέρεται εντελώς αφύσικα, να ενεργή έξω από τη φύση του. Αυτό σημαίνει ασθένεια πνευματική, δηλαδή αμαρτωλή συμπεριφορά, με απερίγραπτες συνέπειες, όπως είναι η φθορά και ο θάνατος. Μετά την πτώση ο άνθρωπος, είτε το γνωρίζει, είτε όχι, βιώνει αυτή την τραγικότητα της πνευματικής του ασθένειας, την επέλαση της φθοράς και του θανάτου. Επομένως, πρώτιστη ανάγκη είναι η πνευματική του θεραπεία.

Επειδή αυτή την ασθένεια του ανθρώπου δεν μπορεί κανείς να την θεραπεύσει, παρά μόνον αυτός που το δημιούργησε, γι’ αυτό το κύριο έργο του Υιού του Θεού, που έγινε και τέλειος άνθρωπος, είναι να θεραπεύσει τον πεπτωκότα και ασθενούντα άνθρωπο. «Ήλθε γαρ ο Υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απωλολός» (Λκ. 19,10) Όπως γράφει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «Τραυματιστήκαμε και το τραύμα μας είναι αθεράπευτο. Και μόνο στον Κύριο είναι δυνατόν να το θεραπεύση» (ομιλ. 30,8).

Για αυτή τη θεραπεία ο Χριστός ακολούθησε μία συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία στην ουσία της είναι η πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως από τον ίδιο. Το λέγει αυτό ξεκάθαρα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. «διότι όλος ο Χριστός με ανέλαβε ολόκληρο εμένα και όλος ενώθηκε με ολόκληρο εμένα, για να μου χαρίσει σε ολόκληρο τη σωτηρία» ( Έκθεσις… 3,6). Και τούτο διότι, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον θεολόγο, «αυτό που δεν προσλαμβάνεται μένει και αθεράπευτο» (επιστολή θεολογική, 1,32).

Η διαδικασία αυτή της πνευματικής θεραπείας του ανθρώπου από το Θεό είναι σταδιακή και περνά από τα τρία γνωστά στάδια, τα οποία επισημαίνουν οι άγιοι πατέρες. Δηλαδή, από την κάθαρση, το φωτισμό και τη θέωση. Τέλεια πνευματική θεραπεία σημαίνει να φθάσει ο άνθρωπος στην ένωση με το Θεό, στη θέωση. Η θεραπευτική επέμβαση του Θεού ξεκινά με την αποκάλυψή του στους προφήτες. Συνεχίζεται με ενανθρώπισή του, με τα σημεία, με το πάθος, με την ανάσταση, με την ανάληψη, και ολοκληρώνεται με την Πεντηκοστή. Στο γεγονός της Πεντηκοστής υπάρχει το πλήρωμα της θεώσεως. Κατά τον άγιο Γρηγόριο το Παλαμά, αυτή η ίδια η Πεντηκοστή υπήρξε «η ανώτατη κατάσταση μιας απορρήτου και θείας ενώσεως η θεώσεως» (Γρηγορίου του Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 3,1,36).

Τότε οι απόστολοι έφθασαν στο κορυφαίο σημείο δοξασμού και θεώσεως επί της γης. Με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος ολοκληρωτικά έγιναν μέλη της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού. Όπως παρατηρεί ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης, «η θέωση στη Παλαιά Διαθήκη είχε προσωρινό χαρακτήρα, αφού δεν είχε καταργηθεί ο θάνατος, ενώ η θέωση στην Καινή Διαθήκη έχει σταθερότητα λόγω της τεθεωθείσης ανθρωπίνης φύσεως στον Ιησού Χριστό και της νίκης επί του θανάτου… Οι προφήτες έβλεπαν το άκτιστο φως, αλλά δεν υπήρχε το σώμα του Χριστού…οι μαθηταί στη Μεταμόρφωση έβλεπαν το άκτιστο φως να προέρχεται από το σώμα του Χριστού, αλλά αυτοί βρίσκονταν έξω από το σώμα… Στην Πεντηκοστή οι απόστολοι είδαν το άκτιστο φως μέσα από το σώμα του Χριστού, αφού και οι ίδιοι αποτελούσαν πλέον μέλη του δοξασμένου σώματός του» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου, Εμπειρική Δογματική, τ. Α, σσ. 324 και  327).

Τελικά, με το γεγονός της Πεντηκοστής μας δίνεται ἡ δυνατότητα να φθάσουμε στο «καθ’ ομοίωσιν», πού είναι ὁ τελικός καί ύψιστος σκοπός της υπάρξεώς μας. Έτσι ολοκληρώνεται ἡ πνευματική μας θεραπεία, η αναγέννησή μας. «Με το Άγιο Πνεύμα τα πάντα γίνονται στον άνθρωπο καινούργια. Τα δώρα που έλαβε η ανθρώπινη φύση του Χριστού γίνονται δικά μας δώρα. Ο άνθρωπος αναγεννάται ολόκληρος» (π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου, Η Ορθοδοξία μας, σ. 237).

3.

Γενέθλιος της Εκκλησίας ημέρα

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

του Κωνστανίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ: Οι Ιουδαίοι κατά την περίοδο της Π. Διαθήκης γιόρταζαν την Πεντηκοστή, ή εορτή των εβδομάδων (7 επί 7), που ονομαζόταν ακόμη “εορτή θερισμού των πρωτογεννημάτων” (Εξ. κγ΄16). Κατά τη γιορτή προσφέρονταν στο Θεό θυσίες πρωτογεννημάτων (καρπών σιτηρών, οικιακών ζώων). Επίσης, κατά παράδοση, ο Δεκάλογος δόθηκε στο Μωυσή την 50η μέρα μετά το ιουδαϊκό Πάσχα. Κατ’ αντιστοιχία, όπως κατά την εβραϊκή Πεντηκοστή, εκφράζονταν ευχαριστίες για τα πρωτογεννήματα, έτσι για την χριστιανική Πεντηκοστή εκφράζονται ευχαριστίες για “τας απαρχάς του Πνεύματος”.

Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ: Η πρώτη αναφορά στην εορτή βρίσκεται στην απόκρυφη “Επιστολή των Αποστόλων”. Τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, Πεντηκοστή ονομαζόταν ολόκληρο το διάστημα των 50 ημερών από την Ανάσταση του Κυρίου μέχρι και την έβδομη Κυριακή μετά από αυτή. “Πάσα η Πεντηκοστή της εν τω αιώνι προσδοκώμενης αναστάσεως εστί υπόμνημα. Η γαρ μία και πρώτη εκείνη ημέρα (Ανάσταση), επτάκις πολλαπλασιασθείσα, τας επτά της ιεράς Πεντηκοστής εβδομάδας αποτελεί.” (Μ. Βασίλειος, PG 32, 192) Αυτές τις πενήντα μέρες απαγορευόταν γονυκλισία και νηστεία, λόγω του χαρμοσύνου των ημερών.

 

Αυτό μαρτυρείται ήδη από νωρίς (Τερτυλλιανός). Ακόμη, λόγω της ιερότητας της περιόδου, αποφεύγονταν ιπποδρομίες και θεατρικές παραστάσεις. Από τα χρόνια του Χρυσοστόμου, αποκλειστικό αποστολικό ανάγνωσμα ήταν οι περικοπές του βιβλίου των Πράξεων, που αφορούσαν άλλωστε στη γέννηση και εξάπλωση της Εκκλησίας.

Η τελευταία ημέρα της Πεντηκοστής αποκτά σπουδαιότερη από τις προηγούμενες σημασία, γιατί θεωρείται δικαίως ως η ημέρα “η τελειώσασα την Εκκλησίαν αιτία” (Θρ. Ηθ. Εγκυκλοπαίδεια). Η εκκλησία βεβαίως, ως σύνολο πιστών υπήρχε και πριν την Πεντηκοστή, εφόσον υπήρχε ιεραρχία, οργανωτικές βάσεις, παράδοση Μυστηρίων, αλλά έλειπε η κινώσα ζωτική πνοή του Θεού. Αυτή του Αγίου Πνεύματος, της τρίτης υποστάσεως του Αγίου Τριαδικού Θεού. “Εορτάζουμε καί την παρουσία του Αγίου Πνεύματος καιί την πραγματοποίηση της υποσχέσεως καί την εκπλήρωση της ελπίδας.”, γράφει ο Γρηγόριος Θεολόγος. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει σχετικά: “Ει (εάν) μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκκλησία. Ει δε συνίσταται η Εκκλησία εύδηλον ότι Πνεύμα πάρεστιν”. Η Πεντηκοστή, “μητρόπολις των εορτών” κατά τον Ι. Χρυσόστομο, κατέστη η αφετηρία της Εκκλησίας ή καλύτερα η γενέθλιος μέρα του έργου της, διότι εκείνη τη μέρα κατήλθε το Πνεύμα το Άγιον στους πρώτους Μαθητές. Γράφει ο ίδιος Πατέρας για την εορτή: “Η φύσις η ημετέρα προ δέκα ημερών (διά της Αναλήψεως) εις τον θρόνον ανέβη τον βασιλικόν και το Πνέυμα το Άγιον κατέβη σήμερον προς την φύσιν την ημετέραν. Ανήνεγκεν ο Κύριος την απαρχήν την ημετέραν καικατήνεγκε υο Πνεύμα το Άγον.” (PG 50,454,456)

Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ: Το Άγιο Πνεύμα πάντοτε υπήρχε και υπάρχει και θα υπάρχει, δεν έχει αρχή ούτε τέλος, αλλ’ είναι πάντοτε ενωμένο και συναριθμείται με τον Πατέρα καί τον Υιό. [Το Άγιο Πνεύμα] πάντοτε και αιώνια μεταλαμβάνεται [με τις θείες ενέργειές Του], δεν μεταλαμβάνει, οδηγεί στην τελείωση [τους ανθρώπους], δεν τελειώνεται, παρέχει την πνευματική πλήρωση, δεν έχει ανάγκη πληρώσεως, αγιάζει, δεν αγιάζεται, κάνει [τους ανθρώπους] θεούς, (…) είναι πάντοτε το ίδιο και απαράλλακτο, αόρατο, άχρονο, αχώρητο, αναλλοίωτο, υπεράνω από κάθε έννοια ποιότητας, ποσότητας και μορφής, αψηλάφητο, κινούμενο αφ’ Εαυτού, κινούμενο συνεχώς, έχοντας αφ’ Εαυτού εξουσία, έχοντας αφ’ Εαυτού δύναμη, παντοδύναμο (…). Είναι ζωή και πρόξενος ζωής, το φως και χορηγεί φως, αφ’ Εαυτού αγαθό και πηγή αγαθότητας. Πνεύμα ευθές, ηγεμονικό, κύριο [καλεί και] αποστέλλει [τους άξιους, όπως ο Πατήρ και ο Υιός], θέτει όρια [σε όλη την κτίση] κάνει τους ανθρώπους ναούς οίκους Του, οδηγεί, ενεργεί όπως θέλει, διανέμει χαρίσματα. Είναι Πνεύμα υιοθεσίας [κάνει τους ανθρώπους υιούς του Θεού], αληθείας, σοφίας, συνέσεως, γνώσεως, ευσέβειας, βουλής, δυνάμεως, φόβου [θείου], (…). Δια του Αγίου Πνεύματος γνωρίζεται ο Πατήρ και δοξάζεται ο Υιός, και από Αυτούς μόνο γνωρίζεται Αυτό, είναι δηλαδή τα τρία πρόσωπα Εν, μία είναι η λατρεία και η προσκύνηση [που προσφέρεται], μία η δύναμη, η τελειότητα, ένας ο αγιασμός [που παρέχεται].

ΟΙ ΔΩΡΕΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ: Τι χορηγεί το Άγιο Πνεύμα; “Πάντα χορηγεί: βρύει προφητείας, ιερέας τελειοί, αγραμμάτους σοφίαν εδίδαξε, αλιείς θεολόγους ανέδειξεν, όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας” (Πεντηκοστάριον Χαρμόσυνον). Τα Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος, δύο εκ των κορυφαίων δωρεών του Αγίου Πνεύματος, τελούνταν τους πρώτους αιώνες κατά την εορταστική αγρυπνία της εορτής της Πεντηκοστής (όπως άλλωστε και των Χριστουγέννων και της Αναστάσεως). Το Άγιο Πνεύμα ακόμη και σήμερα πρέπει να εμψυχώνει τους ορθοδόξους λειτουργούς του Υψίστου, διότι κατά τον Χρυσόστομο “δυνάμεθα αεί Πεντηκοστήν επιτελείν”. Εξάλλου πρέπει να γνωρίζουμε ότι: “Το Πνεύμα το Άγιον αποτελεί την πηγή του ανακαθαρμού, της αναγέννησης και εξαγιασμού των πιστών.” (Π. Ν. Τρεμπέλας, Ομιλητική, σ.220, από τον Γρηγορίο Παλαμά).

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ: Με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος και της μυστικής επικοινωνίας τη ψυχής του πιστού με Αυτό, η ψυχή δέχεται και αντανακλά δόξα Κυρίου, και μεταμορφώνεται σε όμοια εικόνα με τον Αυτόν, προχωρώντας βαθμηδόν από “δόξης εις δόξαν” (Β΄Κορ. γ΄18), προοριζόμενη να φτάσει στο καθ’ ομοίωσιν με τον Δημιουργό, που ήταν και ο κορυφαίος σκοπός του έργου του Τριαδικού Θεού κατά τη δημιουργία του κόσμου. Το Θείο Πνεύμα φέρνει στην ψυχή μια ατμόσφαιρα Παραδείσου, μέσα στην οποία γονιμοποιούνται όλα τα άνθη της και ωριμάζουν οι καρποί του Πνεύματος: “αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις,πραότης, εγκράτεια” (Γαλ. ε΄22). Επισφράγιση δε των δωρεών του Πνεύματος είναι η υιοθεσία που αποτελεί και τον αρραβώνα της αιώνιας κληρονομίας του Θεού.

ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑ: “Όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισίν υιοί Θεού (…) Αυτό το Πνεύμα συμμαρτηρεί τω πνεύματι ημών, ότι εσμέν τέκνα Θεού, ει δε τέκνα καικληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού.” (Ρωμ. η΄14-17). Όλη αυτή η αγιοπνευματική βιοτή επιτυγχάνεται μόνο δια της μυστηριακής ζωής της γεννημένης δια του Αγίου Πνεύματος Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο Χριστός τήρησε την υπόσχεση που έδωσε και την ημέρα της Πεντηκοστής έστειλε στους μαθητές το Πανάγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα επεδήμησε στους Αποστόλους, στην Εκκλησία και δι’αυτών σ’ όλους όσοι ανοίγουν σ’ αυτό την πόρτα της ψυχής τους. Δια του Αγίου Πνεύματος «πάσα ψυχή ζωούται» και «περικρατείται πάντα τα ορατά συν τοις αοράτοις». Δια του Αγίου Πνεύματος «πάσα η κτίσις καινουργείται», δι’ αυτού «ο πας πλούτος της δόξης, εξ ου χάρις και ζωή πάση τη κτίσει» δι’ αυτού «πάσα ψυχή ζωούται», δι’ αυτού «τα σύμπαντα το είναι έχει». (Αναβαθμοί Όρθρου)

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ: Ο Χρυσορρήμων Πατέρας της Ορθοδοξίας τονίζει ότι διά του Αγίου Πνεύματος: “δουλείας απαλλαττόμεθα, εις ελευθερίαν καλούμεθα, εις υιοθεσίαν αναγόμεθα, άνωθεν αναπλαττόμεθα, το βαρύ και δυσώδες των αμαρτημάτων φορτίων αποτιθέμεθα. Διά του Πνεύματος του Αγίου, ιερέων βλέπομεν χορούς, διδασκάλων έχουμε τάγματα. (…)

Διά της τούτου δυνάμεως εξ ανθρώπων άγγελοι γεγόναμεν οι τη χάριτι προσδραμόντες,” χωρίς να μεταβάλλουμε τη φύση μας, αλλά κάτι το περισσότερο θαυμαστό: μένοντας στην ανθρωπινη φύση, “την των αγγέλων πολιτείαν επιδεικνύμεθα.” Και όπως η αισθητή φωτιά, όταν θερμάνει τον πηλό, όστρακον ισχυρόν τον αναδεικνύει, “ούτω δη και το πυρ του Πνεύματος, επειδάν λάβη ψυχήν ευγνώμονα και εύρη πηλού μάλλον διαλελυμένην, σιδήρου στερροτέραν αυτήν απεργάζεται. Και τον προ μικρού τω βορβόρω των αμαρτημάτων μεμολυσμένον, αθρόον του ηλίου λαμπρότερον αναδείκνυσιν” (PG 50, 463-5).

4.

«ΕΚΧΕΩ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΟΥ ΕΠΙ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑ»

(Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Πεντηκοστής)

  ΛΑΜΠΡΟΥ  ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

        Η αγία εορτή της Πεντηκοστής είναι ένας ξεχωριστός σταθμός στον εορτολογικό κύκλο του ενιαυτού για την Εκκλησία μας. Αυτή μαζί με το Πάσχα αποτελούν τις αρχαιότερες εορτές, οι οποίες ανάγονται ως τους αποστολικούς χρόνους.

 

Η μεγάλη αυτή εορτή προβάλλει ως ανακεφαλαίωση του λυτρωτικού επί γης έργου του Σωτήρος μας Χριστού και ως νέα δυναμική αφετηρία της υλοποιήσεως και ολοκληρώσεως του θείου σχεδίου για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους και ολοκλήρου της δημιουργίας.

Η εορτή της Πεντηκοστής συστήθηκε από την Εκκλησία μας, μαζί με πολλές άλλες εορτές, υπό την επίδραση αντίστοιχης εορτής του Ιουδαϊσμού, φυσικά με εντελώς άλλο νόημα και περιεχόμενο, όπως τονίζει ο άγιος Αυγουστίνος (Epist.55). Οι Εβραίοι πράγματι εόρταζαν τη δική τους Πεντηκοστή, η οποία απείχε πενήντα ημέρες από την εορτή του νομικού Πάσχα. Ονομάζονταν «Εορτή των Εβδομάδων» (Εξ.34,22 και Δευτ.16,10) και ποιούνταν κατ’ αυτήν η μνεία της χορηγήσεως του Νόμου στον Μωυσή, πενήντα ημέρες από τον εορτασμό του πρώτου Πάσχα στην έρημο του Σινά (Εξ.19,1). Διαρκούσε μία ημέρα και προσφέρονταν οι απαρχές της νέας συγκομιδής των καρπών της γης, τα  «πρωτογεννήματα» στο ναό της Ιερουσαλήμ, ως ευχαριστία στο χορηγό των αγαθών Θεό.

Με την εορτή της νομικής αυτής εορτής συνέπεσε το μεγάλο γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, πενήντα ημέρες μετά την λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Όπως μας εξιστορεί με ακρίβεια ο θεόπνευστος συγγραφέας των «Πράξεων των Αποστόλων», ευαγγελιστής Λουκάς, «εν τω συμπληρούσθαι την ημέραν της πεντηκοστής ήσαν άπαντες (οι απόστολοι) ομοθυμαδόν επί τω αυτό. Και άφνω εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας, και επλήρωσεν όλον τον οίκον ου ήσαν καθήμενοι και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ’ ένα έκαστον αυτών, και επλήσθησαν άπαντες Πεύματος  Αγίου, και ήρξατο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξ.2,1-4).

Το μέγα και θαυμαστό γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος είναι μια από τις σπάνιες θεοφάνιες της ιστορίας. Ο Θεός Παράκλητος, υπό ορατή μορφή «γλωσσών ωσεί πυρός», κατήλθε στη γη, για να αποτελειώσει το έργο της σωτηρίας μας, ως συνεχιστής του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Δε θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι θαυμαστή η χαρμόσυνη κάθοδός Του. Έπρεπε οι άγιοι απόστολοι να νοιώσουν αυτή την πρωτόγνωρη εμπειρία, προκειμένου ολόκληρη η ψυχοσωματική τους υπόσταση να πλημμυρίσει από την θεία ενέργεια, ώστε να μην μείνει σ΄ αυτούς η παραμικρή αμφιβολία ότι η αποστολή τους ήταν θεόσταλτη. Να αποβάλλουν από μέσα τους όλους εκείνους τους ενδοιασμούς που είχαν ως τότε, σχετικά με το θείο πρόσωπο και το έργο του Σωτήρα Χριστού και να απαγκιστρωθούν πλήρως από τις κοντόφθαλμες μικροεθνικιστικές ιουδαϊκές αντιλήψεις περί του Μεσσία. Μόνο με αυτή την οντολογική τους βάπτιση με την ενέργεια και τα χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ευαγγελισμό της ανθρωπότητας.

Ο Κύριος πριν το εκούσιο πάθος Του είχε προαναγγείλει στους μαθητές Του για την κάθοδο του Παναγίου Πνεύματος και τα θαυμάσια αποτελέσματά της στην ανθρωπότητα.. «Καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ, έως ου ενδύσησθε δύναμιν εξ’  ύψους» (Λουκ.24,48) τους παρήγγειλε. Κατά την διάρκεια της δραματικής ομιλίας

Του, στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, μετά το μυστικό δείπνο, τους έδωσε τη μεγάλη και ελπιδοφόρα υπόσχεση πως όταν Αυτός απέλθει από τον κόσμο θα στείλει τον Παράκλητο να είναι μαζί τους ενδυναμωτής, φωτιστής, παρήγορος και οδηγός έως τη συντέλεια του κόσμου, «ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, ό πέμπψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν» (Ιωάν.14,26). Είναι χαρακτηριστική μια ακόμη φράση Του: «Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ’ ου δύνασθε βαστάζειν άρτι. Όταν έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιωάν.16,12-13). Η κατανόηση του θείου λόγου του Χριστού θα είναι έργο του Παρακλήτου. Το κριτήριο αλήθειας της Εκκλησίας θα είναι η εσαεί παρουσία Του σ’ Αυτήν. Αυτή είναι μια ηχηρή απάντηση σε όλους εκείνους οι οποίοι «διαπιστώνουν» πλάνες στην αγία Εκκλησία, ως ευθεία βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο ενυπάρχει στην Εκκλησία για να την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν»!

Είναι επίσης αξιοπαρατήρητο το γεγονός ότι ο Κύριος υποσχέθηκε μεταμορφωτική ενδυνάμωση στους μαθητές Του «λήψασθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος» (Πράξ.1,8). Όντως, Το μεγάλο θαύμα συντελέσθηκε ευθύς, αφότου «επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου» (Πράξ.2,4). Οι πρώην φοβισμένοι «δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιωάν.20,19) απόστολοι, μεταμορφώθηκαν σε ισχυρές προσωπικότητες, σε χαλύβδινους χαρακτήρες, σε άκαμπτους τύπους, σε άφοβους και διαπρύσιους κήρυκες του νέου θείου μηνύματος. Άνοιξαν αμέσως τα ερμητικά ολόκλειστα πορτοπαράθυρα του υπερώου και από το άδυτο κρησφύγετό τους εμφανίστηκαν στους εξώστες κηρύττοντας με πρωτοφανές θάρρος στα πλήθη τον Αναστάντα Κύριο!

Ο επικεφαλής των αποστόλων Πέτρος κήρυξε στους εκστατικούς Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν συρρεύσει στην αγία πόλη από διάφορα μέρη του κόσμου, εξηγώντας τους το εξαίσιο θαύμα της ημέρας και κύρια το θαυμαστό φαινόμενο της γλωσσολαλιάς, το οποίο δεν ήταν προϊόν μέθης, όπως υποστήριζαν κάποιοι, αλλά πλήρωση των δωρεών του Θεού. Τόνισε ιδιαίτερα πως αυτό είναι εκπλήρωση επαγγελιών Του, δια των προφητών Του και ιδίως του Ιωήλ, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε μεταφέρει τα λόγια του Θεού ως εξής: «Και έσται μετά ταύτα και εκχεώ από του Πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα, και προφητεύσουσιν οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών, και οι πρεσβύτεροι υμών ενύπνια ενυπνιασθήσονται και οι νεανίσκοι υμών οράσεις όψονται΄ και επί τους δούλους μου και τας δούλας μου  εν ταις ημέραις εκείναις εκχεώ από του Πνεύματός μου… και έσται πας ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ιωήλ3,1-3). Ο θεόπνευστος προφήτης, αφού είχε προφητεύσει με τρόπο αλληγορικό, μα αξιοθαύμαστο την κακοδαιμονία της μεταπτωτικής προχριστιανικής εποχής, αναγγέλλει τον ερχομό του Παρακλήτου, ο Οποίος εγκαινιάζει μια νέα εποχή, πλημμυρισμένη από τις σωτήριες χάρες και δωρεές του Θεού. Από εκείνη την ευλογημένη ημέρα αρχίζει η νέα εσχατολογική περίοδος της ιστορίας, η οριζόμενη στη θεολογία μας ως «Ογδόη Ημέρα», οποία με έναν ασήμαντο σταθμό, το σωματικό θάνατο των πιστών, εκτείνεται στους ατελεύτητος αιώνες.

Η ημέρα της Πεντηκοστής θεωρείται ως η γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας μας. Όντως, το πύρινο και εμπνευσμένο κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου καρποφόρησε στις ψυχές των χιλιάδων ακροατών του. Σαν τα φρυγμένα από τη δίψα ελάφια, σύμφωνα με έκφραση του Ψαλμωδού (Ψαλμ.41,1), προσέλαβαν τη σωτήρια ομιλία, ως ουράνιο βάλσαμο. «Ακούσαντες κατενύγησαν τη καρδία» (Πράξ.2,37». Πίστεψαν και βαπτίσθηκαν αυθημερόν. «Ασμένως αποδεξάμενοι τον λόγον αυτού εβαπτίσθησαν, και προσετέθησαν τη ημέρα εκείνη ψυχαί ωσεί τρισχίλιαι» (Πραξ.2,41), αφού «έλαβον την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος» (Πραξ.2,39). Είναι

επίσης σημαντικό ότι ο απόστολος Πέτρος τους επισήμανε πως «υμίν γαρ εστιν η επαγγελία και τοις τέκνοις υμών και πάσι τοις εις μακράν» (Πράξ.2,39), θέλοντας να τονίσει τον πανανθρώπινο χαρακτήρα της εν Χριστώ σωτηρίας.

Το γεγονός της καθόδου του Παναγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής αποτελεί για την Εκκλησία μας πρωταρχική αφετηρία για την μετέπειτα πορεία Της στους αιώνες. Ο Θεός Παράκλητος είναι πια ο κύριος της Εκκλησίας από εκείνη την ευλογημένη ημέρα και οδηγεί το σωτήριο σκάφος ασφαλώς στη σωστική του πλεύση. Αυτός δίνει ζωή στους πιστούς και δύναμη να πορεύονται προς τη σωτηρία. «Όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, τονίζει ο απόστολος Παύλος, ούτοι εισίν υιοί Θεού. Ου γαρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν΄ αββά ο πατήρ. Αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί τω πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού. Ει δε τέκνα και κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού, είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν» (Ρωμ.8,114-17). Αυτός ο περίφημος περιεκτικός αποστολικός λόγος εκφράζει με τον καλλίτερο τρόπο την άφατη ευλογία, που λάβαμε την αγία ημέρα της Πεντηκοστής. Χάρις στην έλευση του Θεού Παρακλήτου, από δούλοι της αμαρτίας, γίναμε όχι απλά ελεύθεροι, αλλά τέκνα και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Κυρίου Ιησού Χριστού. Απολαμβάνουμε πια τη θεία υιοθεσία (Γαλ.4,5). Μεγαλύτερη ευεργεσία από αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει!

Η παρουσία του Παναγίου Πνεύματος είναι εμφανής στην Εκκλησία και την ιστορία. Αντικειμενική μελέτη της πορείας του κόσμου στο χρόνο και το χώρο αποδεικνύει περίτρανα, πως αυτός δεν είναι ίδιος με εκείνον της προ της Πεντηκοστής περιόδου. Ο Θεός είναι πια μαζί μας και οι ακένωτες χάριτές Του πλημμυρίζουν τον κόσμο και ολάκερη την πλάση Του. Η αξιολογικά κατιούσα πορεία της προχριστιανικής περιόδου όχι μόνο σταμάτησε, αλλά, χάρις στην αγιαστική ενέργεια του Παρακλήτου, παραμερίζεται σταδιακά και σταθερά η κακοδαιμονία του κόσμου και ξαναβρίσκει αυτός τη σωστή του θέση στη θεία πλάση. Το ανθρώπινο γένος ξαναβρήκε την αυθεντική του φύση, όπως αυτή βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού του. Η αγία Εκκλησία είναι πια το θείο εργαστήριο όπου τελεσιουργείται η σωτηρία και η θέωση των ανθρωπίνων προσώπων. Το ενδημούν σε Αυτή Άγιο Πνεύμα αγιάζει και κεχαριτώνει όλους όσους ελεύθερα αποφασίσουν να σωθούν. Η δική τους απόφαση και προσπάθεια μέσα στην Εκκλησία μεταμορφώνονται σε σωστική πορεία, χάρις στις ακένωτες δωρεές και τα χαρίσματα Εκείνου. Στη θεολογική γλώσσα η σωτηρία μας απορρέει από την απολυτρωτική θυσία του Χριστού, ενεργοποιημένη από τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας κατανόησαν νωρίς τη μεγάλη σημασία του γεγονότος της Πεντηκοστής. Τρανό παράδειγμα, όπως ήδη αναφέραμε, είναι η αρχαιότητα της μεγάλης εορτής και η βάπτιση των κατηχουμένων κατ’ αυτήν. Ο ιερός Χρυσόστομος, σε μια υπέρμετρη ενθουσιαστική του έξαρση για τη σπουδαιότητα της εορτής, τόνισε πως «δυνάμεθα αεί Πεντηκοστήν επιτελείν» (P.G.50,454)! Πρέπει η ζωή μας να είναι μια διαρκής Πεντηκοστή. Να ζούμε αδιάκοπα το μυστήριο των δωρεών και χαρίτων του Παναγίου Πνεύματος. Και συνεχίζει ο ιερός Πατήρ, επισημαίνοντας τον ζωοδότη ρόλο του Παρακλήτου στην Εκκλησία του Θεού τονίζει: «ει μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκκλησία΄ ει δε συνίσταται η Εκκλησία, εύδηλον ότι Πνεύμα πάρεστιν» (P.G.50,459). Με άλλα λόγια το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή της Εκκλησίας. Επίσης ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός τόνισε ιδιαζόντως τον σωστικό ρόλο του Παρακλήτου στην Εκκλησία και ύμνησε με την άφθαστη ποιητική του γραφίδα την θεσπέσια εορτή της Πεντηκοστής. Σε έναν από τους πολλούς ποιητικούς του λόγους έγραψε:

«Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν… Τούτο το Πνεύμα συνδημιουργεί μεν Υιώ και την κτίσιν και την ανάστασιν…» (P.G.36,436)!

Η αγία εορτή της Πεντηκοστής είναι λοιπόν για τους Χριστιανούς και ιδιαίτερα μας τους Ορθοδόξους πιστούς, οι οποίοι αποτελούμε την αληθινή Εκκλησία του Χριστού, ένας σημαντικός σταθμός εορταστικής ευωχίας και πλούσιου πνευματικού ανεφοδιασμού. Κατά την λαμπρή ακολουθία της γονυκλισίας, η οποία τελείται με ευλάβεια στους ναούς αυτή τη μεγάλη ημέρα, κλίνουμε ταπεινά τα γόνατά μας, προκειμένου να προσκυνήσουμε τον ουράνιο Βασιλέα, το Θεό Παράκλητο, να μας αγιάσει. Να έλθει να σκηνώσει στις ψυχοσωματικές μας υπάρξεις και να μας καθαρίσει από όλες τις βρωμερές κηλίδες, που λερώνουν την αυθεντική θεοδημιούργητη φύση μας. Τον παρακαλούμε ευλαβικά να φωτίσει τη σκοτισμένη από την αμαρτία και τις αμαρτωλές μας έξεις διάνοιά μας και να μας πληρώσει με θείο φωτισμό γνώσεως και επίγνωσης του μόνου αληθινού Θεού. Τον ικετεύουμε να μας πλημμυρίσει με τα ακένωτα θεία χαρίσματά Του και να μας γεμίσει με τις ουράνιες θεόσταλτες δωρεές Του, ώστε η ύπαρξή μας να μεταβληθεί σε θεοειδές έσοπτρο της δικής Του καθαρότητας και αγιότητας. Έχουμε απόλυτη ανάγκη της διαρκούς παρουσίας Του στη ζωή μας για να μπορούμε, χάρις σ’ Αυτόν, να πορευόμαστε στον επίγειο και εφήμερο βίο μας με ασφάλεια, να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο, ο οποίος «όλος εν τω πονηρώ κείται» (Α΄Ιωάν.5,19) νικηφόρα και να σωζόμαστε από «της γενεάς της σκολιάς ταύτης» (Πράξ.2,41), ασφαλώς, όπως τρανώς διακήρυξε ο απόστολος Πέτρος την αγία ημέρα της Πεντηκοστής.

Δείτε και: -Λάμπρος Κ. Σκόντζος, Θεολογικό σχόλιο στην Αγία Πεντηκοστή

5.

Καθένας ἄκουγε στὴν γλώσσα του

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἕνας πολυάσχολος ἄνθρωπος ἐπισκέφθηκε ἕναν ἅγιο ἐρημίτη. Ἤθελε νὰ ἠρεμήσει λίγο ἀπὸ τὸ ἄγχος του καὶ νὰ ζητήσει τὶς συμβουλές του. «Εὐλογεῖτε», εἶπε χαιρετώντας τον. «Ξέρετε, ἔκανα πολὺ δρόμο γιὰ νὰ ἔλθω ἐδῶ». «Κάθισε», τὸν διέκοψε ὁ γέροντας, «καὶ ἄσε με νὰ σοῦ βάλω λίγο τσάϊ». «Ἔχω σπουδάσει στὸ ἐξωτερικό…», ἄρχισε νὰ αὐτοσυστήνεται ὁ ἐπισκέπτης. «Ἂς πιοῦμε πρῶτα λίγο τσάι», ἐπέμεινε ὁ γέροντας. «Τώρα διευθύνω μία μεγάλη ἐπιχείρηση», συνέχισε νὰ περιαυτολογεῖ ὁ ξένος. «Πιστεύω ὅτι τὸ τσάι θὰ σᾶς ἀρέσει», εἶπε ὁ ἐρημίτης, συνεχίζοντας νὰ γεμίζει τὴν κούπα τοῦ ἐπισκέπτη του. «Μὰ ἐσεῖς τὴν ξεχειλίσατε, πάτερ» παρατήρησε ἐνοχλημένος ὁ ξένος. «Κι ἐσὺ μοιάζεις μ’ αὐτὴν τὴν ξεχειλισμένη κούπα», ἀπάντησε τότε ὁ σοφὸς γέροντας. «Ἂν δὲν ἀδειάσεις λίγο ἀπὸ τὸ ἐγώ σου, πῶς θὰ ἀφήσεις νὰ στάξει μέσα σου κάτι ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ ξέρω;».

 

 

Πῶς γινόμαστε χωρητικὰ δοχεῖα τοῦ Πνεύματος;

 

Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ἦταν συγκεντρωμένοι στὸ ὑπερῶον ἔχοντας ἀδειάσει ἀπὸ κάθε εἴδους αὐτάρκειες, αὐτοαναφορὲς καὶ ὑπερβολικὲς αὐτοεκτιμήσεις· καὶ περίμεναν ὄχι ἁπλῶς νὰ «στάξει» μέσα τους κάποια σοφὴ συμβουλή, ἀλλὰ νὰ γεμίσουν μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Χριστὸς τοὺς εἶχε πεῖ νὰ καθίσουν στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ νὰ περιμένουν τὴν «ἐπαγγελία» τοῦ Πατέρα του, δηλαδὴ τὸ νὰ ἐνδυθοῦν «δύναμιν ἐξ ὕψους». Φυσικὰ δὲν ἦταν μόνο οἱ λίγες μέρες μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψή του ποὺ τοὺς ἑτοίμασαν, γιὰ νὰ δεχθοῦν καὶ νὰ «χωρέσουν» τὸν Παράκλητο. Ἡ διάπλασή τους σὲ σκεύη χωρητικὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πέρασε ἀπὸ πολλὰ στάδια: Τρία χρόνια εἶχαν μαθητεύσει κοντὰ στὸν κορυφαῖο Διδάσκαλο ἀλλὰ καὶ πρότυπο τῆς κενωτικῆς ταπείνωσης. Ἡ πίστη τους «ἐσαλεύθη» ζώντας τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα τοῦ Πάθους του· καὶ παραλίγο νὰ τοὺς «καταφάγῃ τὸ τῆς ἀπογνώσεως σκότος» καὶ νὰ βιώσουν τὸν «τρόμο τοῦ κενοῦ», βρίσκοντας κενὸ καὶ τὸ μνημεῖο, ποὺ περιεῖχε τὴν ἐλπίδα τους. Ἀνέκτησαν ὅμως τὴν πίστη τους σ’ Αὐτὸν ψηλαφώντας τον καὶ συντρώγοντας μαζί του μετὰ τὴν Ἀνάστασή του- καὶ ἔμαθαν ἐπιτέλους νὰ μὴν καυχῶνται καὶ νὰ μὴ στηρίζονται σὲ τίποτε ἄλλο «εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ» καὶ «ἐν τῇ Ἀναστάσει του».

 

Ἔτσι ἔγιναν τὰ πιὸ δεκτικὰ δοχεῖα, ἕτοιμα νὰ ξεχειλίσουν μὲ τὴν «ἐξ ὕψους δύναμιν» τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἦταν μία ἀπρόσωπη ἐνέργεια, ἀλλὰ τὸ «πλήρωμα» τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ τρίτου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἐνίσχυε τὴ δεκτικότητά τους ἦταν ὅτι «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτὸ»· εἶχαν ὁμόνοια καὶ ὁμοφροσύνη. Ἂν ὁ πρῶτος καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι ἡ ἀγάπη, τότε εἶναι φυσικὸ ὅτι Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ σκηνώσει σὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν εἶναι πρόθυμοι νὰ ἔχουν «τὴν καρδίαν καὶ τὴν ψυχὴν μίαν» (Πράξ. 4,32).

 

 

Ἡ προετοιμασία μὲ τὸν Νόμο

 

Ὅμως καὶ ὅσοι Ἑβραῖοι δὲν εἶχαν προλάβει νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστό, δὲν εἶχαν καμία δικαιολογία, γιὰ τὸ ὅτι βρέθηκαν ἀπροετοίμαστοι τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς εἶχε προετοιμάσει τὸ διπλὸ νόημα τῆς Ἰουδαϊκῆς ἑορτῆς. Ἀφενὸς ἐκαλεῖτο «ἑορτὴ τοῦ θερισμοῦ»· γιορταζόταν ὁ θερισμὸς τῶν καρπῶν· καὶ ὅπως τὸ αἰσθητὸ δρεπάνι θέριζε τὰ στάχυα, ἔτσι καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἠκονημένον ἐφίπτατο», κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, ἕτοιμο νὰ θερίσει μὲ τὸν λόγο τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ποὺ θὰ πίστευαν στὸ ἀποστολικὸ κήρυγμα, καὶ νὰ τὶς προσφέρει ὡς μεστωμένους καρποὺς στὸν Κύριο τοῦ ἀγροῦ τῆς Ἐκκλησίας.

 

Ἀφετέρου τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς γιορταζόταν ἡ ἀνάμνηση τῆς παράδοσης τοῦ Νόμου ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν Μωυσῆ ἐπὶ τοῦ ὄρους Σινᾶ. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα λοιπὸν ἐκχέει ὁ Θεὸς στοὺς μαθητὲς του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ ἴδιος Θεὸς Λόγος, ποὺ ἔδωσε τὸν Νόμο στὸν Μωυσῆ, στέλνει τώρα τὸν Παράκλητο στοὺς μαθητὲς του· τότε ἔδωσε τὸν «τύπο καὶ τὴ σκιὰ τοῦ γράμματος», τώρα στέλνει τὸ πλήρωμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 

Τὸ πρῶτο σημάδι αὐτῆς τῆς Θεοφάνειας ἦταν «ἦχος σὰν βοὴ σφοδροῦ ἀνέμου, ποὺ κινεῖται μὲ ὁρμὴ καὶ βιαιότητα». Αὐτὸ τὸ σημάδι θεϊκῆς δυνάμεως βεβαιώνει, κατὰ τοὺς ἑρμηνευτές, ὅτι τίποτε πλέον δὲν θὰ μπορεῖ νὰ ἀντισταθεῖ στὴ δύναμη τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος. Τὸ δεύτερο σημάδι ἦταν οἱ διαμεριζόμενες στὸν καθένα γλῶσσες σὰν φλόγες πυρός. Ἡ φωτιὰ ἔχει ἀφενὸς φωτιστικὴ ἐνέργεια, ἀφετέρου δὲ καυστικὴ· φωτίζει αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ πιστέψουν καὶ νὰ ὑπακούσουν στὸν Θεό, καὶ κατακαίει κάθε τί ἐγωιστικὸ ποὺ «ἐπαίρεται» καὶ ἀντιστρατεύεται τὸ σωτήριο θεῖο θέλημα.

 

 

Πρῶτο καὶ ἀπαραίτητο δῶρο

 

Εἶναι συγκλονιστικὸ ὅτι τὸ πρῶτο ποὺ κατέκαυσε τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἦταν ἡ σύγχυση τῶν γλωσσῶν, δηλαδὴ ὁ καρπὸς τῆς ἐγωιστικῆς «τόλμης τῆς πυργοποιίας». Ἡ πρώτη ἐμφανὴς ἐκδήλωση, ποὺ μαρτυροῦσε ὅτι οἱ Ἀπόστολοι «ἐπλήσθησαν Πνεύματος Ἁγίου», ἦταν τὸ χάρισμα τῶν γλωσσῶν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ τὸ πρῶτο ἐμφανὲς δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς ἀνθρώπους ἦταν ἕνα «μεταφραστικὸ κέντρο», μὲ τὸ ὁποῖο δινόταν στὸν καθένα ἡ δυνατότητα νὰ ἀκούει στὴ γλώσσα του τὶς θεῖες ἀλήθειες. Ὁ Παράκλητος, ἑπομένως, πρὶν ζητήσει ἀπὸ ἐμᾶς νὰ γίνουμε χωρητικοὶ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς χάριτός του, ταπεινώθηκε, «ἐκένωσε Ἑαυτὸν» καὶ ἔγινε πρῶτα Ἐκεῖνος «χωρητός», καταληπτὸς καὶ προσιτὸς στὴν ἀνθρώπινη διάνοια τοῦ καθενός, μιλώντας μας στὴν καθημερινή μας γλώσσα.

 

Εὐκταία ἡ συνεργασία ποιμένων καὶ ποιμαινομένων, ὥστε μὲ «κεvωτικὲς» ἐνέργειες ἀμφοτέρων νὰ θεραπευθεῖ ἡ τραγικὴ ἐκκλησιαστικὴ παθολογία, ποὺ ἐκφράστηκε μὲ τὴν ὀδυνηρὴ ρεαλιστικὴ διαπίστωση τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη: «Σὲ ἐκκλησίασμα τριακοσίων ἀτόμων, πέντε μόνο κατανοοῦν τί τεκταίνεται ἐκεῖ». Ἔτσι θὰ ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ «καινουργῆται ἡ συμφωνία πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

6.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς διαρκής Πεντηκοστή

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ποιὸς εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός; Ποιὸς εἶναι σὲ Αὐτὸν ὁ Θεὸς καὶ ποιὸς ὁ ἄνθρωπος; Πῶς γνωρίζεται ὁ Θεὸς στὸν Θεάνθρωπο καὶ πῶς ὁ ἄνθρωπος; Τί ἐδώρησε σέ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους ὁ Θεὸς ἐν τῷ Θεανθρώπῳ; Ὅλα αὐτὰ τὰ φανερώνει σέ μᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Μᾶς ἀποκαλύπτει δηλαδὴ ὅλη τὴν ἀλήθεια γιὰ Αὐτόν, γιὰ τὸν Θεὸ ἐν Αὐτῷ καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ γιὰ τὸ τί χάρισε σ’ ἐμᾶς μ’ ὅλα αὐτά. Αὐτὸ ἐπίσης ἀπείρως ξεπερνᾷ κάθε τί ποὺ οἱ ἀνθρώπινοι ὀφθαλμοὶ εἶδαν καὶ τοῖς ὠσίν αὐτῶν ἠκούσθη καὶ ἡ καρδία αὐτῶν κάποτε αἰσθάνθηκε.

Μὲ τὴν ἔνσαρκη ζωή του στὴ γῆ ὁ Θεάνθρωπος ἐγκαθίδρυσε τὸ Θεανθρώπινό του Σῶμα, τὴν Ἐκκλησία, καὶ μὲ αὐτὴν προετοιμάζει τὸν γήινο κόσμο γιὰ τὴν ἔλευση καὶ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ψυχῆς Αὐτοῦ τοῦ Σώματος.

Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε ἐξ οὐρανοῦ στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ πάντα παρέμεινε σὲ Αὐτὸ σὰν Πᾶν-Ζωοποιὸς ψυχὴ Αὐτοῦ. Αὐτὸ τὸ ὁρατὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας συγκροτοῦν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μὲ τὴν πίστη των στὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Σωτῆρα τοῦ κόσμου καὶ ὡς τέλειου Θεοῦ καὶ ὡς τέλειου ἀνθρώπου. Καὶ ἡ κάθοδος καὶ ἡ σύνολη δρατηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔρχεται ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο καὶ ἐξαιτίας τοῦ Θεανθρώπου.

Κάθε τί στὴν Θεανθρώπινη Οἰκονομία τῆς σωτηρίας προῆλθε ἀπὸ τὸ Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τέλος, ἀκόμη ὅλα συνοψίζονται καὶ ὑπάρχουν στὴν κατηγορία τῆς θεανθρωπότητας ἀκόμη καὶ ἡ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάθε ἐνεργητικότητα Αὐτοῦ στὸν κόσμο εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὸ θεανθρώπινο ἀνδραγάθημα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἡ Πεντηκοστὴ μὲ ὅλες τὶς αἰώνιες δωρεὲς τῆς Τριαδικῆς Θεότητος καὶ Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προσδιόριζε τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων δηλαδὴ τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς πίστης, τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς παράδοσης, τῆς Ἁγίας Ἀποστολικῆς ἱεραρχίας, ἀκόμη καὶ κάθε τί Ἀποστολικοῦ ποὺ εἶναι θεανθρώπινο.

Ἡ Ἁγία πνευματικὴ ἡμέρα ἡ ὁποία ἄρχισε μὲ τὴν Ἁγία Πεντηκοστὴ ἀδιάκοπα συνεχίζεται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ ἀνείπωτη πληρότητα ὅλων τῶν θεϊκῶν δωρεῶν καὶ ζωοποιῶν δυνάμεων. Κάθε τί στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ πολὺ μικρὸ καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὑπερμέγεθες. Ὅταν ὁ ἱερεύς θυμιάζοντας στὴν Ἐκκλησία παρακαλεῖ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ καταπέμψει τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸ ἀνέκφραστο θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἡ Ἁγία Πεντηκοστὴ πρὶν ἀπὸ τὴν χειροτονία τοῦ ἐπισκόπου ἐπαναλαμβάνεται καὶ δίδει ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος καὶ μὲ αὐτὸ πασιφανῶς μαρτυρεῖ ὅτι ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας συγκροτεῖται ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Κύριος εἶναι ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ σῶμα της καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἤδη τῆς θεανθρώπινης οἰκονομίας τῆς σωτηρίας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο συνδέθηκε μὲ τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας δηλαδὴ μὲ τὸ θεμέλιο τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ « τοῦ Λόγου κτίσας τὴν σάρκωσιν».

Στὴν πραγματικότητα κάθε ἅγιο μυστήριο καὶ ὅλες οἱ θεῖες ἀρετὲς εἶναι μία Ἁγιοπνευματικότης. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο διὰ μέσου αὐτῶν ἔρχεται σὲ ἐμᾶς καὶ ἐντὸς ἡμῶν. Αὐτὸ κατέρχεται οὐσιωδῶς ποὺ σημαίνει ἀληθινὰ καὶ οὐσιαστικὰ μὲ ὅλες τὶς θεϊκές του σημαντικὲς ἐνέργειες. Αὐτὸ – ὁ πλοῦτος τῆς θεότητος. Αὐτὸ – τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος. Αὐτὸ – ἡ χάρις καὶ ἡ ζωὴ κάθε ὑπάρξεως. Εἶναι αἰώνιο καὶ Διαθηκικὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατοικεῖ σέ μᾶς καὶ ἐμεῖς σ’ Αὐτόν. Αὐτὸ καὶ μόνο μαρτυρεῖ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ μᾶς. Ἐμεῖς μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ζοῦμε ἐν Χριστῷ καὶ Αὐτὸς σέ μᾶς. Μάλιστα αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε « ἐκ τοῦ Πνεύματος οὗ ἡμῖν ἔδωκεν»( Α΄ Ἰω.3,24).

Μὲ μία λέξη ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας σὲ ὅλες τὶς δικὲς τις ἀναρίθμητες θεανθρώπινες πραγματικότητες ὁδηγεῖται καὶ χειραγωγεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸ ὁποῖο πάντοτε εἶναι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ (Γαλ.4,6). Γι’ αὐτὸ ἔχει γραφτεῖ στὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο «εἰ δὲ τὶς Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν Αὐτοῦ» (Ρωμ. 8,9).

Ὁ χερουβικὰ μυηθείς στὸ θεανθρώπινο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας σὰν τὸ πιὸ ἀγαπητὸ πᾶν-μυστήριο τοῦ Θεοῦ ὁ Μέγας Βασίλειος διακηρύσσει τὸ παναληθὲς καὶ χαρμόσυνο μήνυμα «Τὸ πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἀρχιτεκτονεῖ Ἐκκλησία Θεοῦ».

7.

Πεντηκοστή

Φουντούλης Ἰωάννης

“Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν

καί Πνεύματος ἐπιδημίαν

καί προθεσμίαν ἐπαγγελίας

καί ἐλπίδος συμπλήρωσιν·

καί τό μυστήριον ὅσον;

῾Ως μέγα τε καί σεβάσμιον.

Διό βοῶμέν σοι·

Δημιουργέ τοῦ παντός,

Κύριε, δόξα σοι”.

Αὐτόν τόν θαυμάσιο ὕμνο θέτει ἡ ᾿Εκκλησία μας σάν προπύλαιο στήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς. Καί σ᾿ αὐτόν ἀνακεφαλαιώνει τό “μέγα καί σεβάσμιον” μυστήριον, τό ὁποῖον πανηγυρίζει: Τήν συμπλήρωσι τῆς ἐλπίδος, τήν προθεσμία τῆς ἐπαγγελίας, τήν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου. Γιατί πράγματι τό ἑορταζόμενο γεγονός, ἡ ἐπιφοίτησις τοῦ ἁγίου Πνεύματος στούς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τό τέλος καί τό ἐπιστέγασμα ὅλου τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας. ῞Ολο τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἔλευσις, ἡ διδασκαλία, τό πάθος, ἡ ἀνάστασις, ἡ ἀνάληψις ἀπέβλεπαν σ᾿ αὐτό· στήν ἔλευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο, στήν νέα δημιουργία. ᾿Ακριβῶς γιά τό λόγο αὐτό στό τροπάριο πού ἀκούσαμε καί σέ ὅλη τήν ὑμνογραφία τῆς Πεντηκοστῆς ἀνυμνεῖται ὁ δημιουργός τοῦ παντός, ὁ Πατήρ, πού διά τοῦ Λόγου, τοῦ Υἱοῦ τῆς ἀγάπης Του, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι δημιουργεῖ τόν κόσμο, ἀναδημιουργεῖ, ξανακτίζει τήν κτίσι καί τήν μεταβάλλει σέ νέα, τήν ἀνακαινίζει.

῎Ετσι ἡ ἡμέρα αὐτή συνδέει τήν ἀνάμνησι τῆς γενεθλίου ἡμέρας τοῦ νέου κόσμου μέ τήν ἀνάμνησι τῆς γενεθλίου ἡμέρας τοῦ παλαιοῦ. Τίς δύο γεννήσεις, τήν φυσική καί τήν ὑπερφυσική. Στήν πρώτη μᾶς μεταφέρουν οἱ πρώτες γραμμές τῆς Βίβλου: “῾Η δέ γῆ ἦν ἀόρατος καί ἀκατασκεύαστος καί σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου καί πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. Καί εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω φῶς. Καί ἐγένετο φῶς. Καί εἶδεν ὁ Θεός τό φῶς ὅτι καλόν” (Γεν. 1,2—4). Στήν δευτέρα συμβαίνει τό ἴδιο. ᾿Επάνω στήν ἄμορφο ὕλη τῶν ἐθνῶν καί τό σκότος τῆς πλάνης ἐκχύνεται ἡ βιαία πνοή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. ῾Ο λόγος Του ἀνακαινίζει τήν παλαιωθεῖσα κτίσι. “Πάρθοι καί Μῆδοι καί ᾿Ελαμῖται καί οἱ κατοικοῦντες τήν Μεσοποταμίαν, ᾿Ιουδαίαν τε καί Καππαδοκίαν, Πόντον καί τήν ᾿Ασίαν, Φρυγίαν τε καί Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καί τά μέρη τῆς Λυβίης τῆς κατά Κυρήνην…. Ρωμαῖοι, ᾿Ιουδαῖοι τε καί προσήλυτοι, Κρῆτες καί ῎Αραβες” (Πράξ. 2,9—11) εἶναι ἡ νέα ἄβυσσος, τό γέννημα τῆς διασπορᾶς, τῆς κατατμήσεως καί τῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ κόσμου. ᾿Επάνω ἀπό αὐτούς τώρα ἐπιφέρεται τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ὁ Λόγος Του καλεῖ ὅλους εἰς συμφωνίαν, εἰς ἑνότητα Πνεύματος ἁγίου, εἰς τό φῶς. “῾Ο εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι” (Β.´ Κορ. 4,6) τούς καλεῖ νά ἐπιστρέψουν “ἀπό σκότους εἰς φῶς” (Πράξ. 26,18), νά γίνουν “φῶς ἐν Κυρίῳ” (Ἐφεσ. 5,8). Καί ἡ ἀναχώνευσις γίνεται μέ τάς πυριμόρφους γλώσσας τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού διεμερίσθησαν στούς ἀποστόλους. “Καί ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός” (Πράξ. 2,3). ῾Η γλῶσσα, τό σύμβολο, τό ἀποτέλεσμα καί τό αἴτιο τοῦ χωρισμοῦ, γίνεται τώρα σύμβολο ἑνότητος, τῆς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ἑνότητος τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἐγκαινισμός τοῦ Πνεύματος συμβολίζεται μέ τήν καινουργία τῶν γλωσσῶν. Διά τοῦ Χριστοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι λαλεῖται τώρα τό μυστήριο τῆς αἰωνίου σωτηρίας. Αὐτό ἀκριβῶς ὑπογραμμίζει τό δεύτερο στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ α´ ἤχου:

“Γλώσσαις ἀλλογενῶν

ἐκαινούργησας, Χριστέ, τούς σούς μαθητάς,

ἵνα δι᾿αὐτῶν σε κηρύξωσι

τόν ἀθάνατον Λόγον καί Θεόν,

τόν παρέχοντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τό μέγα ἔλεος”.

῾Ο λαός λοιπόν τοῦ Θεοῦ, ἡ ᾿Εκκλησία ἑορτάζει κατά τήν Πεντηκοστή τήν γέννησί της. Τήν γενέθλιο ἡμέρα της, ἀλλά καί αὐτό τό μυστήριο τῆς ἰδίας τῆς ζωῆς της. Γιατί ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν ἔζησε τό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς σέ μία στιγμή χρόνου κατά τό μακάριο ἐκεῖνο ἔτος καί τήν ἱστορική ἐκείνη ἡμέρα, πού “ἐπλήσθησαν” οἱ μαθηταί “Πνεύματος ἁγίου”. ᾿Αλλά τό ζῇ καθημερινῶς, διαρκῶς, σέ κάθε στιγμή χρόνου, ἀπό τήν ἡμέρα ἐκείνη τήν γενέθλιο μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Γιατί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἦλθε τότε καί ἔκτοτε μένει καί θά μένῃ εἰς τόν αἰῶνα στόν κόσμο γιά νά συγκροτῇ τήν ᾿Εκκλησία. Πνεῦμα καί ᾿Εκκλησία εἶναι ἀδιασπάστως ἡνωμένα. Τό ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἡ ψυχή, ἡ ζωή, ἡ ὕπαρξις τῆς ᾿Εκκλησίας, τῆς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι καινῆς ζωῆς. Σ᾿ αὐτό ὀφείλεται ἡ ἑνότης, ἡ ἁγιότης, ἡ καθολικότης τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Από αὐτό πηγάζουν τά χαρίσματα, οἱ θεσμοί, ἡ πίστις καί ἡ θεολογία τῆς ᾿Εκκλησίας. Τήν βιαία Του πνοή καί τήν πυρίμορφο δρόσο Του αἰσθάνεται σέ κάθε βῆμα, σέ κάθε ἐκδήλωσι, σέ κάθε κίνησί της. ᾿Από αὐτό πηγάζουν οἱ ὑπερφυσικές ἐνέργειες τῶν μυστηρίων, πού ζωογονοῦν, πού τροφοδοτοῦν καί ἁγιάζουν τό σῶμά της. Αὐτό θεολογεῖ καί ὁ ποιητής τοῦ τρίτου στιχηροῦ τοῦ ἑσπερινοῦ:

Πάντα χορηγεῖ τό Πνεῦμα τό ἅγιον·

βρύει προφητείας,

ἱερέας τελειοῖ,

ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν,

ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν,

ὅλων συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾿Εκκλησίας.

῾Ομοούσιε καί ὁμόθρονε

τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ,

Παράκλητε, δόξα σοι”.

Στήν ἱστορική λοιπόν Πεντηκοστή, ἀλλά καί στήν διαρκῆ Πεντηκοστή, στήν ὁποία ζῇ ἡ ᾿Εκκλησία, θά μᾶς μεταφέρῃ κατά τήν ἐπέτειο τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Θά μᾶς καλέσῃ νά κλίνωμε τά γόνατα στάς αὐλάς τοῦ Κυρίου καί νά προσκυνήσωμε τήν ἀήττητο δύναμί Του, νά δοξολογήσωμε τήν ἁγία Τριάδα, πού φωτίζει καί ἁγιάζει τίς ψυχές μας. Καί στήν στάση αὐτή τῆς ταπεινώσεως, τῆς κλίσεως τῶν γονάτων καί τοῦ αὐχένος, νά ὑποδεχθοῦμε τήν χάρι τοῦ Παρακλήτου. Νά ἀνανεώσωμε καί νά ἀναρριπίσωμε τήν φλόγα τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Νά συνειδητοποιήσωμε τήν θέσι μας καί τήν ὑπόστασί μας σάν μελῶν τῆς ᾿Εκκλησίας, σάν ναῶν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ναῶν καί σκευῶν καθαρῶν, δοχείων τοῦ Παρακλήτου, τῶν ὁποίων κάθε σκέψις θά ὑπαγορεύεται ἀπό τό Πνεῦμα τῆς σοφίας, κάθε ἐνέργεια ἀπό τό Πνεῦμα τῆς συνέσεως, τό ἀγαθόν, τό εὐθές, τό νοερόν, τό ἡγεμονεῦον, τό καθαῖρον τά πταίσματα. Τό Πνεῦμα τό ἅγιον, τό Κύριον καί ζωοποιόν, τό θεῖον πού θεοποιεῖ τούς ἀνθρώπους, πού διά τῆς χάριτός Του μᾶς μεταβάλλει σέ “Θεούς κατά μέθεξιν”.

Αὐτό τό ὑπερφυές γεγονός τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Παρακλήτου περιγράφουν τά τρία θαυμάσια τροπάρια τῶν αἴνων καί τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ δ´ ἤχου. Αὐτό τό Πνεῦμα ἐγκωμιάζουν καί αὐτοῦ τήν χάρι ἐπικαλοῦνται μαζί μέ τό δοξαστικό τοῦ πλ. β´ ἤχου.

“Παράδοξα σήμερον

εἶδον τά ἔθνη πάντα ἐν πόλει Δαυίδ,

ὅτε τό Πνεῦμα κατῆλθε τό ἅγιον

ἐν πυρίναις γλώσσαις,

καθώς ὁ θεηγόρος Λουκᾶς ἀπεφθέγξατο.

Φησί γάρ· Συνηγμένων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ,

ἐγένετο ἤχος, καθάπερ φερομένης βιαίας πνοῆς,

καί ἐπλήρωσε τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι·

καί πάντες ἤρξαντο φθέγγεσθαι

ξένοις ρήμασι, ξένοις δόγμασι,

ξένοις διδάγμασι τῆς ἁγίας Τριάδος”.

 

“Τό Πνεῦμα τό ἅγιον,

ἦν μέν ἀεί καί ἔστι καί ἔσται

οὔτε ἀρξάμενον οὔτε παυσόμενον,

ἀλλ᾿ ἀεί Πατρί καί Υἱῷ συντεταγμένον

καί συναριθμούμενον.

Ζωή καί ζωοποιοῦν·

φῶς καί φωτός χορηγόν·

αὐτάγαθον καί πηγή ἀγαθότητος·

δι᾿ οὗ Πατήρ γνωρίζεται

καί Υἱός δοξάζεται

καί παρά πάντων γινώσκεται,

μία δύναμις, μία σύνταξις,

μία προσκύνησις τῆς ἁγίας Τριάδος”.

 

“Τό Πνεῦμα τό ἅγιον,

φῶς καί ζωή καί ζῶσα πηγή νοερά,

Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως·

ἀγαθόν, εὐθές, νοερόν,

ἡγεμονεῦον, καθαῖρον τά πταίσματα.

Θεός καί θεοποιοῦν·

πῦρ ἐκ πυρός προϊόν·

λαλοῦν, ἐνεργοῦν,

διαιροῦν τά χαρίσματα·

δι᾿ οὗ προφῆται ἅπαντες

καί Θεοῦ ἀπόστολοι

μετά μαρτύρων ἐστέφθησαν.

Ξένον ἄκουσμα, ξένον θέαμα,

πῦρ διαιρούμενον εἰς νομάς χαρισμάτων”.

“Βασιλεῦ οὐράνιε,

Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας,

ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν,

ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός·

ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν

καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλῖδος

καί σῶσον, ἀγαθέ, τάς ψυχάς ἡμῶν”.