1.

Εἰς τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου

Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης

ΣΤΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ̒ΕΠΙΣΩΖΟΜΕΝΗ᾽ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΧΩΡΙΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΩΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

1.-. Σάν γλυκύς συνοδοιπόρος τοῦ ἀνθρώπινου βίου ὁ προφήτης Δαβίδ βρίσκεται σέ ὅλους τούς δρόμους τῆς ζωῆς καί ἀναστρέφεται πρόσφορα μέ ὅλες τίς πνευματικές ἡλικίες καί εἶναι κοντά σέ κάθε παράταξη πού προκόβει. Παίζει μέ ὅσους νηπιάζουν, ὅπως θέλει ὁ Θεός, μέ τούς ἄνδρες συναγωνίζεται, παιδαγωγεῖ τή νεότητα, ὑποστηρίζει τά γηρατειά, γίνεται στούς πάντες τά πάντα. Γίνεται τό ὅπλο τῶν στρατιωτῶν, ὁ προπονητής τῶν ἀθλητῶν, ἡ παλαίστρα ὅσων γυμνάζονται, τό στεφάνι τῶν νικητῶν, ἡ χαρά τοῦ τραπεζιοῦ, ἡ παρηγοριά στίς κηδεῖες. Δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπό τή ζωή μας πού νά εἶναι ἀμέτοχο ἀπό αὐτή τή χάρη. Ποιά δυνατή προσευχή γίνεται, πού δέν ἔχει σχέση μ᾿ αὐτή ὁ Δαβίδ; Ποιά εὐφροσύνη γιορτῆς δοκιμάζομε χωρίς νά τή χαροποιεῖ ὁ Δαβίδ; Αὐτό μποροῦμε νά τό διαπιστώσομε καί τώρα· ὅτι δηλαδή, ἐνῶ καί γι᾿ ἄλλους λόγους εἶναι μεγάλη ἡ ἑορτή, ὁ προφήτης μέ τή συνεισφορά του τήν ἔκανε μεγαλύτερη, συνεισφέροντας πρόσφορα σ᾿ αὐτήν τήν εὐφροσύνη ἀπό τούς ψαλμούς. Στόν ἕνα ψαλμό σέ προτρέπει νά γίνεις πρόβατο πού τό ποιμαίνει ὁ Θεός καί δέ στερεῖται ἀπό κανένα ἀγαθό· καί χόρτο νά βοσκήσει καί νερό νά πιεῖ καί τροφή καί μάντρα καί δρόμος καί ὁδηγία καί τά πάντα γίνεται ὁ καλός ποιμένας (Ἰω. 10, 2-4· 11), ἐπιμερίζοντας κατάλληλα τή χάρη του σέ κάθε ἀνάγκη.

2.-. Μέ ὅλα αὐτά διδάσκει τήν Ἐκκλησία, ὅτι πρέπει νά γίνεις πρῶτα πρόβατο τοῦ καλοῦ ποιμένα ὁδηγούμενο μέ τήν ὀρθή κατήχηση στίς θεῖες βοσκές καί πηγές τῶν διδαγμάτων γιά νά συνταφεῖς μαζί του μέ τό βάπτισμα στό θάνατο (Ρωμ. 6, 3-4) καί νά μή φοβηθεῖς αὐτόν τό θάνατο· γιατί αὐτός δέν εἶναι θάνατος, ἀλλά σκιά καί ἀποτύπωμα θανάτου. Γιατί λέει· «ἄν βαδίσω μέσα ἀπό τή σκία τοῦ θανάτου δέ θά τό φοβηθῶ αὐτό ὡς κάτι κακό, γιατί ἐσύ εἶσαι μαζί μου» (Ψαλμ. 22, 4). Ἔπειτα ἀπό αὐτά, ἀφοῦ παρηγόρησε μέ τή βακτηρία τοῦ Πνεύματος (γιατί ὁ Παράκλητος εἶναι τό Πνεῦμα), παραθέτει τό μυστικό τραπέζι πού ἑτοιμάστηκε κατ᾿ ἀντίθεση μέ τό τραπέζι τῶν δαιμόνων. Γιατί ἐκεῖνοι ἦταν πού καταβασάνισαν μέ τήν εἰδωλολατρία τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ ἀντίθετή τους εἶναι ἡ τράπεζα τοῦ Πνεύματος. Ἔπειτα ἀρωματίζει τήν κεφαλή μέ τό ἔλαιο τοῦ Πνεύματος καί προσφέροντάς του κρασί πού εὐφραίνει τήν καρδιά (Ψαλμ. 103, 15), προξενεῖ στήν ψυχή τή νηφάλια ἐκείνη μέθη, προσηλώνοντας τούς λογισμούς ἀπό τά πρόσκαιρα στό ἀΐδιο. Γιατί, ὅποιος δοκίμασε τή μέθη αὐτή, ἀνταλλάσσει τή βραχύτητα τοῦ θανάτου μέ τήν αἰωνιότητα, παρατείνοντας τή διαμονή του σέ μάκρος ἡμερῶν μέσα στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ.

3.-. Ἀφοῦ μᾶς χάρισε αὐτά μέ τόν ἕνα ψαλμό, διεγείρει τήν ψυχή μέ τόν ἑπόμενο σέ μεγαλύτερη καί τελειότερη χαρά καί, ἄν νομίζεις, ἄς σοῦ παραθέσομε, περιορίζοντας σέ λίγα, καί τούτου τό νόημα. «Κτῆμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γῆ καί ὅλο τό πλήρωμά της» (Ψαλμ. 23, 1). Γιατί παραξενεύεσαι, ἄνθρωπε, ἄν ὁ Θεός μας παρουσιάστηκε στή γῆ καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους; Ἡ γῆ εἶναι κτῆμα δικό του ἀφοῦ εἶναι καί δημιούργημά του. Δέν εἶναι ἑπομένως παράδοξο οὔτε ἔξω ἀπό τό πρέπον νά ἔρθει ὁ Κύριος στά δικά του (Ἰω. 1, 11). Δέν πηγαίνει σ᾿ ἕνα ξένο κόσμο, ἀλλά στόν κόσμο πού συγκρότησε ὁ ἴδιος, θεμελιώνοντας τή γῆ ἐπάνω στά νερά καί κάνοντάς την κατάλληλη γιά τό πέρασμα τῶν ποταμῶν. Γιά ποιόν λόγον λοιπόν φανερώθηκε; Γιά νά σέ βγάλει ἀπό τά βάραθρα τῆς ἁμαρτίας καί νά σέ ὁδηγήσει στό ὄρος τῆς βασιλείας, χρησιμοποιώντας ὡς ὄχημα τήν ἐνάρετη πολιτεία. Γιατί δέν εἶναι δυνατό ν᾿ ἀνεβεῖ κανένας σ᾿ ἐκεῖνο τό βουνό, ἄν δέν τόν συνοδεύουν οἱ ἀρετές· πρέπει νά γίνει καθαρός στά ἔργα καί νά μήν τόν ρυπαίνει καμιά πονηρή πράξη, νά εἶναι καθαρός στήν καρδιά καί νά μήν ὁδηγεῖ τήν ψυχή του σέ τίποτα τό μάταιο οὔτε νά ἐξυφαίνει κανένα δόλο κατά τοῦ διπλανοῦ του. Αὐτῆς τῆς ἀνάβασης ἔπαθλο εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, σ᾿ αὐτόν δίνει ὁ Κύριος τήν ἐλεημοσύνη πού ἐπιφυλάσσει· «αὐτή εἶναι ἡ γενεά ἐκείνων πού τόν ζητοῦν καί ἀνεβαίνουν ψηλά μέ τήν ἀρετή» καί «ζητοῦν τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰακώβ» (Ψαλμ. 23, 6).

4.-. Ἡ συνέχεια τοῦ ψαλμοῦ εἶναι ἴσως ὑψηλότερη κι ἀπό τήν ἴδια τήν εὐαγγελική διδασκαλία. Γιατί τό Εὐαγγέλιο διηγήθηκε τή ζωή καί τή συναναστροφή τοῦ Κυρίου ἐπάνω στή γῆ, ἐνῶ ὁ οὐράνιος αὐτός προφήτης, βγαίνοντας ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του, γιά νά μήν τόν βαραίνει τό σκαφίδι τοῦ σώματος κι ἀφοῦ ἀναμίχθηκε μέ τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις, μᾶς ἐκθέτει τά λόγια ἐκείνων, πού, βαδίζοντας μπροστά στήν πομπή τοῦ Κυρίου κατά τήν κάθοδό του, διατάζουν ν᾿ ἀνοίξουν τίς πόρτες οἱ ἄγγελοι, πού περιπολοῦν τή γῆ καί τούς ἔχει ἀνατεθεῖ ἡ φύλαξη τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, λέγοντας· «ἀνοῖξτε τίς πύλες σας, ἄρχοντες, καί σεῖς πύλες αἰώνιες διαπλατωθεῖτε καί θά εἰσέλθει ὁ βασιλιάς τῆς δόξας» ( Ψαλμ. 23, 7). Καί ἐπειδή σέ ὁτιδήποτε εἰσέλθει αὐτός πού περιέχει τό πᾶν φέρνει τόν ἑαυτό του στά μέτρα ἐκείνου πού τόν δέχεται (γιατί δέ γίνεται μόνο ἄνθρωπος εἰσερχόμενος στούς ἀνθρώπους, ἀλλά κατ᾿ ἀκολουθίαν καί στούς ἀγγέλους ὅταν βρεθεῖ κατεβάζει τόν ἑαυτό του στή φύση ἐκείνων), γι᾿ αὐτό ἔχουν ἀνάγκη οἱ φύλακες τῶν πυλῶν ἀπό ἐκεῖνον πού θά τούς δείξει «ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλιάς τῆς δόξας» (Ψαλμ. 23, 8). Γι᾿ αὐτό ὑποδεικνύουν σ᾿ αὐτούς τόν κραταιό καί ἰσχυρό δημιουργό καί ἀκαταγώνιστο στόν πόλεμο, πού πρόκειται νά συγκρουστεῖ μέ ἐκεῖνον πού αἰχμαλώτισε τήν ἀνθρώπινη φύση (Ρωμ. 7, 23. Ἑβρ. 2, 14) καί νά ἐξουδετερώσει αὐτόν πού ἔχει τή δύναμη τοῦ θανάτου (Α´ Κορ. 15, 26), ὥστε, ἀφοῦ ἀφανιστεῖ ὁ ἔσχατος ἐχθρός, νά ἀνακληθοῦν οἱ ἄνθρωποι στήν ἐλευθερία καί τήν εἰρήνη.

5.-. Πάλι λέει τούς ἴδιους λόγους (γιατί ὁλοκληρώθηκε πιά τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί πραγματοποιήθηκε ἡ νίκη κατά τῶν ἐχθρῶν καί ὑψώθηκε τό ἐναντίον τους τρόπαιο, ὁ σταυρός, καί πάλι «ἀνέβηκε ψηλά αὐτός πού αἰχμαλώτισε πολλούς αἰχμαλώτους, αὐτός πού ἔδωσε τή ζωή καί τή βασιλεία, αὐτά τά ἀγαθά δῶρα στούς ἀνθρώπους» (Ψαλμ. 67, 19), καί πρέπει ν᾿ ἀνοίξουν πάλι γι᾿ αὐτόν οἱ ὑψηλές πύλες. Παίρνουν μέρος στήν προπομπή οἱ δικοί μας φύλακες καί διατάζουν νά τοῦ ἀνοιχτοῦν οἱ ὑψηλές πύλες, γιά νά δοξαστεῖ πάλι σ᾿ αὐτές. Τούς εἶναι ὅμως ἄγνωστος αὐτός πού φόρεσε τή βρώμικη στολή τῆς δικῆς μας ζωῆς, πού οἱ λεκέδες τῶν ρουχῶν του εἶναι ἀπό τό ληνό τῶν ἀνθρώπινων κακῶν (Βλ. Ἡσ. 63, 2). Γι᾿ αὐτό ἀπευθύνουν σ᾿ ἐκείνους πού συνιστοῦν τήν προπομπή αὐτή τήν ἐρώτηση· «ποιός εἶναι αὐτός ὁ βασιλιάς τῆς δόξας; » (Ψαλμ. 23, 10). Δέ δίνεται ὅμως ἀκόμα ἡ ἀπάντηση, «ὁ κραταιός καί ἰσχυρός στόν πόλεμο» (Ψαλμ. 23, 8. 23, 10), ἀλλά «ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων», πού ἔχει τήν ἐξουσία τοῦ παντός, πού ἕνωσε στό πρόσωπό του τά πάντα (Ἐφ. 1, 10), αὐτός πού εἶναι ὁ πρῶτος ἀπό ὅλα (Κολ. 1, 18), πού ἀποκατέστησε τά πάντα στήν πρώτη τους μορφή (Πράξ. 3, 21), «Αὐτός εἶναι ὁ Βασιλιάς τῆς δόξας» (Ψαλμ. 23, 10). Βλέπετε πόσο γλυκύτερη μᾶς κάνει ὁ Δαβίδ τήν ἑορτή, ἀναμιγνύοντας τή χάρη τῶν ψαλμῶν του στή χαρά τῆς Ἐκκλησίας.

6.-. Ἄς μιμηθοῦμε λοιπόν κι ἐμεῖς τόν προφήτη, σ᾿ ἐκεῖνα πού εἶναι δυνατό νά ἐπιτύχομε τή μίμησή του, στήν ἀγάπη πρός τό Θεό, στήν πραότητα τῆς ζωῆς, στή μακροθυμία σ᾿ ὅποιους μᾶς μισοῦν, γιά νά γίνει ἡ διδασκαλία τοῦ προφήτη χειραγωγία πρός τήν κατά Θεόν πολιτεία στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

2.

Gillet Lev Fr. ((1893- 1980))

Ἐὰν ἔχουμε ζήσει τὴ χαρὰ τῆς Πασχαλινῆς περιόδου, εἶναι σπάνιο νὰ μὴν νιώσουμε ἕνα σφίξιμο στὴν καρδιά, ὅταν ἔρχεται ἡ μέρα τῆς Ἀναλήψεως. Ξέρουμε πολὺ καλὰ ὅτι εἶναι μία ἀπὸ τὶς μεναλύτερες γιορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης. Κι ὅμως, μᾶς φαίνεται σὰν ἀναχώρηση, σὰν χωρισμός, ὅτι ὁ Κύριός μας δὲν εἶναι πιὰ παρὼν μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο. Οἱ μαθητὲς δὲν ἀντέδρασαν ἔτσι. Θὰ μποροῦσε ἡ λύπη νὰ τοὺς ἔχει καταβάλει, αὐτοὶ ὅμως ἀντιθέτως» ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλnς» (Λουκ. 24:36-53). Γιατί n Ἀνάληψη χαροποιεῖ τοὺς χριστιανούς;

Καταρχάς, διότι n δόξα τοῦ Κυρίου μας εἶναι πολύτιμη γιά μᾶς. Ἡ Ἀνάληψη ἐπιστέφει τὴν ἐπίγεια ἀποστολή Του. Ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο ποὺ Τοῦ ἀνάθεσε ὁ Πατήρ, καὶ πρὸς Αὐτὸν τείνει τώρα μὲ ὅλο τὸ εἶναι Του. Σὲ λίγο ὁ Πατέρας θὰ Τὸν ὑποδεχθεῖ, ὅπως ἁρμόζει στὴ νίκη ποὺ κέρδισε κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, μία νίκη ποὺ κατακτήθηκε μὲ τόσο πόνο. Σὲ λίγο θὰ δοξαστεῖ στὸν οὐρανό. Ἡ δόξα καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου μας πρέπει νὰ εἶναι σημαντικότερες γιὰ μᾶς ἀπὸ τὴν «αἰσθητὴ παρηγοριὰ» ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν παρουσία Του. Ἂς μάθουμε νὰ ἀγαποῦμε τόσο τὸν Κύριό μας, ὥστε νὰ χαιρόμαστε μὲ τὴ δική Του χαρά.

Στὴ συνέχεια, ἡ Ἀνάληψη σηματοδοτεῖ τὸ γενονὸς ὅτι ὁ Πατὴρ ἀποδέχεται ὅλο τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Υἱοῦ. Ἡ Ἀνάσταση ἦταν τὸ πρῶτο ἐκτυφλωτικὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς ἀποδοχῆς. Ἡ Πεντηκοστὴ θὰ εἶναι τὸ τελικό. Ἡ νεφέλη ποὺ σήμερα περιβάλλει τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀνεβαίνει μαζί Του στὸν οὐρανὸ ἀντιπροσωπεύει τὸν καπνὸ τοῦ ὁλοκαυτώματος ποὺ ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο πρὸς τὸν Θεό. Ἡ θυσία ἔγινε δεκτή. Ὁ Πατὴρ ὑποδέχεται τὸ Θύμα, ὅπου κοντά Του θὰ συνεχίσει νὰ προσφέρει αἰωνίως τὴ θυσία Του. Τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας ὁλοκληρώθηκε.

Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐπιστρέφει μόνος στὸν Πατέρα. Εἶναι ὁ ἀσώματος Λόγος ποὺ κατέβηκε καὶ ἔζησε μετὰ τῶν ἀνθρώπων. Σήμερα εἶναι ὁ Λόγος ποὺ ἐγένετο Σάρξ, ἀληθινὸς Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ποὺ εἰσέρχεται στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Φέρνει μαζί Του τὴν ἀνθρώπινη φύση τὴν ὁποία εἶχε ἐνδυθεῖ. Ἀνοίγει τὶς πύλες τῆς Βασιλείας γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα . Κατακτοῦμε « μέσῳ πληρεξουσίου» τὰ ἐπουράνια ἀγαθά: «Ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι … συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖs ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Ἐὰν εἴμαστε πιστοί, προόρισε γιὰ μᾶς θέση στὴ Βασιλεία. Ἡ παρουσία μας ἐκεῖ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ καὶ περιμένει.

Ἡ Ἀνάληψη καθιστᾶ γιὰ μᾶς τὴ σκέψη τοῦ οὐρανοῦ περισσότερο παροῦσα καὶ ἐπίκαιρη. Σκεπτόμαστε ἄραγε ἀρκετὰ τὴ μόνιμη κατοικία μας; Γιὰ τοὺς περισσότερους χριστιανούς, ἡ οὐράνια ζωὴ εἶναι κάτι σὰν συμπλήρωμα τῆς ἐπίγειας. Κάτι σὰν ὑστερόγραφο, σὰν τὸ παράρτημα ἑνὸς βιβλίου, τοῦ ὁποίου τὸ κυρίως κείμενο ἔχει γραφτεῖ στὴ γῆ. Τὸ ἀντίθετο ὅμως εἶναι τὸ ἀληθινό. Ἡ ἐπίγεια ζωή μᾶς δὲν εἶναι παρὰ ὁ πρόλογος τοῦ βιβλίου. Ἡ ζωὴ στὸν οὐρανὸ θὰ εἶναι τὸ κείμενο, καὶ τὸ κείμενο δὲν θὰ ἔχει τέλος. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μία ἄλλη εἰκόνα, ἡ γήινη ζωὴ μας εἶναι μία σήραγγα-στενή, σκοτεινὴ καὶ πολὺ σύντομη- ποὺ ὁδηγεῖ σ’ ἕνα ὑπέροχο καὶ ἡλιόλουστο τοπίο. Σκεπτόμαστε πάρα πολὺ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ μαs τώρα. Δὲν σκεπτόμαστε ἀρκετὰ αὐτὸ ποὺ θὰ εἶναι στὸ μέλλον: «Ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε… ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν».

 

Στὸν Ὄρθρο τῆs ἑορτῆς ψάλλουμε: «Ἀγγελικῶs οἱ ἐν κόσμῳ πανηγυρίσωμεν…». Πράγμα ποὺ σημαίνει, ἂς σκεπτόμαστε περισσότερο τοὺs ἀγγέλουs, ἂς προσπαθήσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὰ δικά τους αἰσθήματα, νὰ γευθοῦμε κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ γεύθηκαν αὐτοί, ὅταν ὁ Υἱὸς ἐπέστρεψε ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός. Ἂς μεταφερθοῦμε πρῶτα-πρῶτα κοντὰ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τοὺs ἁγίους, ποὺ θὰ εἶναι οἱ ἀληθινοὶ συμπολίτες μας: «Τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ ἀπεκδεχόμεθα σωτῆρα Κύριον Ἰησοῦ Χριστόν». Ἡ ζωή μας θὰ μεταμορφωνόταν, ἐάν, ἤδη ἀπὸ τώρα, ρίχναμε τὴν καρδιά μας στὴν ἀντίπερα ὄχθη, πέρα ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, στὴ Βασιλεία, ὅπου βρίσκονται ὄχι μόνον τὰ ἀληθινὰ ἀγαθά μας, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀγαθὰ ὅλων ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦμε.

Οἱ μαθητές, ἀφοῦ ἀποχωρίστηκαν τὸν Ἰησοῦ, παρέμεναν πλήρειs ἐλπίδας, διότι ἤξεραν ὅτι θὰ τοὺs ἐδίδετο τὸ Πνεῦμα. Τοὺς παρήγγειλε «ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός…». Ἡ νεφέλη περιβάλλει τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχει πάρει ἀκόμη τὸ χρῶμα τῆς φλόγας τῆς Πεντηκοστῆς Ὁ Ἰησοῦς φεύγοντας μᾶς σταθεροποιεῖ σὲ μία στάση, ὄχι λύπης ἀλλὰ χαρούμενης καὶ γεμάτης ἐμπιστοσύνη προσμονῆς .

«Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ἐπέστρεψαν εἰς Ἱερoυσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης.» Νὰ τί θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι γιὰ μᾶς ἡ γιορτὴ τῆς Ἀναλήψεως. Ἐὰν ὁ Ἰησοὺs ἀπομακρύνεται εὐλογώντας, κι ἂν ἐμεῖς Τὸν προσκυνοῦμε γονατιστοὶ ἐνῶ ἀνεβαίνει, θὰ σηκωθοῦμε γεμάτοι μὲ καινούργια δύναμη-καρπὸ τῆς εὐλογίας καὶ τῆς προσκύνησης- καὶ θὰ ἐπιστρέψουμε, ὅπως οἱ ἀπόστολοι, «μετὰ χαρᾶς μεγάλης».

3.

Τὶ νὰ γνωρίζουμε γιὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου

Δράγας Γεώργιος (Πρωτοπρεσβύτερος)

Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ (δέκα τοποθετήσεις σὲ δέκα ἐρωτήσεις)

  1. Γιατί ἔγινε ἡ Ἀνάληψη μετὰ ἀπὸ 40 μέρες καὶ ὄχι ἀμέσως μετὰ τὴν Ἀνάσταση;

Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς, ποὺ ἔλυσε τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου μὲ τὴν Ἀνάστασή του, συναναστράφηκε μὲ τοὺς μαθητὲς του ἐπὶ σαράντα ἡμέρες καὶ ἐπιβεβαίωσε σ’ αὐτοὺς τὴν Ἀνάστασή του μὲ πολλὲς ἀποδείξεις. Δὲν ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ ἀναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θὰ δημιουργοῦσε ἀμφιβολίες καὶ ἐρωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄπιστους θὰ μποροῦσαν νὰ προβάλλουν τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Ἀνάσταση δὲν ἦταν παρὰ ἕνα ἀκόμη ἀπὸ τὰ ὄνειρα εὐσεβῶν πόθων ποὺ γρήγορα ἔρχονται καὶ πιὸ γρήγορα παρέρχονται. Γιὰ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔμεινε ὁ Χριστὸς σαράντα ὁλόκληρες ἡμέρες στὴ γῆ, καὶ ἐμφανίστηκε ἐπανειλημμένα στοὺς μαθητές του, καὶ τοὺς ἔδειξε τὶς οὐλὲς ἀπὸ τὰ πληγές του, τοὺς μίλησε γιὰ τὶς προφητεῖες ποὺ ἐκπλήρωσε μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὰ πάθη του ὡς ἄνθρωπος, καὶ μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.

  1. Γιατί ἔφαγε ὁ ἀναστημένος Χριστὸς ψητὸ ψάρι καὶ μέλι;

Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ἑορτῆς ἀκοῦμε ὅτι ζήτησε καὶ ἔφαγε ὁ Χριστὸς «ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου», δηλ. ἕνα κομμάτι ἀπὸ ψητὸ ψάρι καὶ ἀπὸ κηρύθρα μὲ μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί ἀναφέρεται ἡ λεπτομέρεια αὐτή; Κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ λεπτομέρεια αὐτὴ εἶχε πολὺ σπουδαία ἀλληγορικὴ σημασία. Ὅσον ἀφορᾶ στὸ ψάρι, γνωρίζουμε ὅτι ἂν καὶ ζεῖ μέσα στὴν ἁλμυρὴ θάλασσα, τὸ σῶμα του δὲν εἶναι ἁλμυρό, ἀλλὰ γλυκό. Κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ Χριστός, ποὺ ἔζησε μέσα στὴν «ἁλμυρὴ θάλασσα τῆς ἁμαρτίας» τοῦ κόσμου τούτου, «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησε, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ», δηλ. δὲν ἔκανε καμιὰ ἁμαρτία, οὔτε ξεστόμισε τίποτε τὸ δόλιο (Ἠσ. 53:9). Ἐπίσης, ὁ Χριστὸς παρέμεινε πιὸ ἄφωνος καὶ ἀπὸ τὸ ψάρι ὅταν ὑπέστη τὸ σωτήριο πάθος του καὶ δέχτηκε τὰ ἀνήκουστα ἐκεῖνα βασανιστήρια καὶ ἀκατανόμαστους ὑβρισμούς. Ὅσον ἀφορᾶ στὸ μέλι καὶ στὸ κερί, γνωρίζουμε ὅτι τὸ μέλι εἶναι γλυκὸ καὶ τὸ κερὶ φωτιστικό, γι’ αὐτὸ καὶ θεωροῦνται σὰν σύμβολα τῆς πνευματικῆς ἡδονῆς καὶ τοῦ φωτισμοῦ ποὺ μεταδίδει στοὺς πιστοὺς ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάστασή του. Ἐπίσης, συμβολίζουν, τὸ μὲν πρῶτο τὴν θεραπεία τῆς μεγάλης πίκρας τῆς ἁμαρτίας τὴν ὁποίαν συμβολίζει ἡ χολὴ ποὺ τοῦ δόθηκε στὸ πάθος του, τὸ δὲ δεύτερο, τὴν διάλυση τοῦ πυκτοῦ σκοταδιοῦ τῆς ἁμαρτίας τὴν ὁποία συμβολίζει τὸ σκοτάδι ποὺ ἔγινε κατὰ τὴν σταύρωσή του.

  1. Γιατί ἔγινε ἡ Ἀνάληψη στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν;

Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπιβεβαίωσε ὁ Χριστὸς τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή του στοὺς μαθητές του μὲ μελιστάλακτους λόγους, καὶ φώτισε τὸν νοῦ τους καὶ θέρμανε τὴν καρδιά τους μὲ τὴν παρουσία του, τοὺς ὁδήγησε τὴν 40ην ἡμέρα ἀπὸ τὴν Ἀνάστασή του στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ποὺ βρίσκεται στὰ ἀνατολικά τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἔπρεπε σ’ αὐτὸ τὸ Ὄρος νὰ γίνει ἡ Ἀνάληψη, γιατί σ’ αὐτό, σύμφωνα μὲ μία ἀρχαία παράδοση, θὰ ἐπανέλθει ὁ Κύριος σωματικὰ καὶ μὲ δόξα γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο κατὰ τὴν ἔσχατη ἡμέρα. Ἐκεῖ θὰ ἐλεηθοῦν μὲ τὸ μέγα ἔλεος οἱ δίκαιοι, καὶ ἐκεῖ θὰ θρηνήσουν μὲ τὸν αἰώνιο καὶ ἀπαρηγόρητο θρῆνο οἱ ἁμαρτωλοί. Τὶς δύο αὐτὲς ἀντίθετες καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων δηλώνει ἡ ὀνομασία τοῦ Ὄρους τούτου, γιατί οἱ κορυφὲς του ὀνομάζονται Ὄρος Ἐλαιῶν, ἐνῶ οἱ πρόποδές του, κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος. Τὸ ἴδιο προμήνυσε καὶ ὁ χρησμὸς τοῦ προφήτη Ζαχαρία ποὺ ρητὰ δήλωσε «Ἰδοὺ ἡμέρα ἔρχεται Κυρίου, καὶ στήσονται οἱ πόδες αὐτοῦ ἐπὶ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν κατέναντι Ἱερουσαλὴμ ἐξ ἀνατολῶν» (Ζαχ. 14:4).

  1. Γιατί ἔπρεπε νὰ ἦταν παρόντες οἱ Ἀπόστολοι καὶ ἡ Θεοτόκος;

Σ’ αὐτὸ τὸ Ὄρος ὁδήγησε ὁ Κύριος τοὺς μαθητές του καὶ τὴν Θεοτόκο ποὺ τὸν γέννησε, γιὰ νὰ δοῦν μὲ τὰ μάτια τους τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή του. Ἔπρεπε ἡ κατὰ σάρκα Μητέρα του νὰ εἶναι παροῦσα σ’ ἐκείνη τὴν μεγάλη δόξα τοῦ Υἱοῦ της, ἔτσι ὥστε ὅπως σὰν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικὰ γιὰ τὸ πάθος του πάνω ἀπὸ ὅλους, ἔτσι κατὰ τρόπο ἀνάλογο νὰ χαρεῖ πάνω ἀπὸ ὅλους βλέποντας τὸν Υἱό της νὰ ἀνέρχεται μὲ δόξα στοὺς οὐρανούς, νὰ προσκυνεῖται σὰν Θεὸς ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους καὶ νὰ καθίζεται στὸν θρόνο τῆς Μεγαλοσύνης πάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία. Ἔπρεπε ἐπίσης καὶ οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι νὰ γίνουν αὐτόπτες τῆς Ἀνάληψής του, γιὰ νὰ πληροφορηθοῦν, ὅτι ὁ θεῖος Διδάσκαλός τους ποὺ ἀνεβαίνει τώρα στοὺς οὐρανούς, ἀπὸ ἐκεῖ εἶχε κατεβεῖ, καὶ ἐκεῖ θὰ τοὺς περιμένει σὰν ἀληθινὸς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου.

  1. Πῶς ἔγινε ἡ πρωτόγνωρη καὶ μοναδικὴ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ;

Εἶχαν ἤδη φτάσει στὴ μεσαία κορυφὴ τοῦ Ὄρους. Μπροστά τους ἁπλωνόταν ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Ἦταν ἀκόμα ἀνοιχτὴ στὸ χῶμα ἡ ὀπὴ στὴν ὁποία στήθηκε ὁ Σταυρός. Ἀνοιχτὴ ἦταν ἐπίσης καὶ ἡ εἴσοδος στὸν Τάφο τοῦ Σωτήρα, ἀφοῦ ἦταν ἀκόμα πεσμένος στὸ χῶμα ὁ μέγας λίθος μὲ τὸν ὁποῖον εἶχε σφραγισθεῖ. Τότε στρέφει ὁ Σωτήρας τὰ νῶτα του πρὸς τὴν ἀχάριστη πόλη τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τὸ βλέμμα του ἀτενίζει πρὸς ἀνατολάς, ὅπως ἀναφέρει ὁ Δαυὶδ μὲ χαρὰ σὲ κάποιο ψαλμό του, «Ψάλλατε τῷ Θεῷ τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατὰ ἀνατολάς» (Ψαλμ. 67:34). Καὶ ἐνῶ ἀποχαιρετάει τοὺς μαθητές του, ὑψώνει τὰ ἄχραντα χέρια του καὶ εὐλογεῖ γιὰ τελευταία φορὰ –τὰ χέρια ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα ἀνάπλασε τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε δημιουργήσει στὴν ἀρχή, καὶ τὰ ὁποῖα ἅπλωσε ἀπὸ φιλανθρωπία ἐπάνω στὸν Σταυρὸ καὶ συνένωσε «τὰ διεστῶτα», δηλ. αὐτὰ ποὺ βρίσκονταν σὲ διάσταση. Ἐνῶ δὲν χόρταιναν τὰ μάτια τῶν μαθητῶν νὰ βλέπουν τὸ θεοειδὲς καὶ γλυκύτατο ἐκεῖνο πρόσωπο τοῦ Κυρίου τους, ξαφνικὰ ἄρχισε Ἐκεῖνος νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανό. Τὸ βλέμμα τους ἔμεινε καρφωμένο στὸ παράδοξο καὶ ἀκατανόητο ἐκεῖνο θέαμα τῆς σωματικῆς Ἀνάληψης τοῦ Κυρίου, μέχρις ὅτου τὸν ἔκρυψε ἡ φωτεινὴ νεφέλη.

Τί πρωτόγνωρη καὶ μοναδικὴ ποὺ ἦταν ἡ μεγαλοπρέπεια αὐτῆς τῆς Ἀνάληψης! Καὶ ὁ Ἠλίας εἶχε ἀναληφθεῖ στοὺς οὐρανούς, ὅπως ἀναφέρει ἡ Γραφή, ὅμως ἡ ἀνάληψή του ἔγινε μὲ πύρινο ἅρμα καὶ πύρινους ἵππους, γιατί ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος καὶ χρειαζόταν βοήθεια γιὰ νὰ ἀναληφθεῖ πάνω ἀπὸ τὴν γῆ. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἦταν Θεάνθρωπος ποὺ ἀναλήφθηκε ἀπὸ μόνος του, μὲ μόνη τὴν παντοδυναμία του. Ὅσον ἀφορᾶ στὴν νεφέλη ἐκείνη, ἐπρόκειτο γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη καὶ στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ἡ κάθοδός του καὶ ἡ Ἐνσάρκωσή του ἔγιναν «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου», σύμφωνα μὲ τὸ μήνυμα τοῦ Γαβριὴλ πρὸς τὴν Παρθένο («Πνεῦμα Κυρίου ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σε» Λουκ. 1:35), ἔτσι καὶ τώρα «συνανέρχεται» (ἀνεβαίνει μαζὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα) γιατί Ἐκεῖνο τὸν παρακολουθεῖ καὶ συνυπάρχει μαζί του ὡς ὁμοούσιό του, συμπροσκυνούμενο καὶ συνδοξαζόμενο.

  1. Γιατί ἐστάλησαν οἱ δύο ἀνθρωπόμορφοι καὶ λευκοφόροι Ἄγγελοι;

Ἐνῶ ἀτένιζαν ἔκθαμβοι στὸν οὐρανὸ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, δύο ἄνδρες παρουσιάστηκαν σ’ αὐτοὺς ντυμένοι μὲ λευκὴ στολή. Ἦταν ἄγγελοι οἱ δύο αὐτοὶ ἄνδρες ποὺ εἶχαν πάρει ἀνθρώπινη μορφὴ γιὰ νὰ μὴ φοβίσουν τοὺς μαθητές. Καὶ ἦταν λευκοφόροι γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ ἁγνότητά τους καὶ τὸ διαφωτιστικὸ καὶ χαρμόσυνο μήνυμά τους τὸ ὁποῖο εἶχαν ἀποσταλεῖ νὰ παραδώσουν. Τοὺς ἀπόστειλε ὁ Χριστὸς ποὺ ἀναλήφθηκε, γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει τὴν στιγμὴ τῆς λύπης τους γιὰ τὸν ἀποχωρισμό του, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς διαφωτίσει ὅτι ὁ ἀόρατος πλέον Κύριός τους καθόταν στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ ὅτι θὰ κατεβεῖ καὶ πάλι στὴ γῆ γιὰ νὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς νεκρούς.

  1. Ποιὸ ἦταν τὸ μήνυμα τῶν λευκοφόρων Ἀγγέλων;

«Ἄνδρες Γαλιλαῖοι», τοὺς εἶπαν, «γιατί στέκεστε μὲ τὸ βλέμμα σας προσηλωμένο στοὺς οὐρανούς; Αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖον σήμερα βλέπετε νὰ ἀναλαμβάνεται, θὰ ἐπανέλθει γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο, καὶ ἡ ἐπάνοδός του θὰ εἶναι ἴδια μὲ τὴν ἀνάληψή του». Δηλαδή, θὰ ἔλθει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ φορώντας τὸ ἴδιο ἄχραντο Σῶμα, τὸ ὁποῖο παρέλαβε ἀπὸ τὰ αἵματα τῆς ἁγνῆς Παρθένου, καὶ τὸ ὁποῖο θὰ ἔχει ἐπάνω του χαραγμένες τὶς πληγὲς ποὺ ἔλαβε στὸ πάθος του. Τώρα μόνο ἐσεῖς οἱ λίγοι τὸν βλέπετε νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανό, ὅταν ὅμως ἐπανέλθει, ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς θὰ τὸν δοῦν νὰ κατεβαίνει ἀπὸ ἐκεῖ μὲ δόξα ἐπάνω σὲ νεφέλες. Ἡ ἔνδοξη αὐτὴ κατάβασή του θὰ ἀποβεῖ πρόξενος μακαριότητας καὶ χαρᾶς γιὰ ὅσους ἔζησαν δίκαια. Γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ὅμως θὰ εἶναι αἰτία θλίψεως καὶ συμφορᾶς.»

  1. Ποιὸς ἦταν ὁ ἀντίκτυπος τῆς Ἀνάληψης στοὺς Ἀποστόλους καὶ στὸ μικρὸ ποίμνιο τῆς πρώτης Ἐκκλησίας;

Αὐτὰ ἄκουσαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ προσκύνησαν τὸν Σωτήρα στὴν Ἀνάληψή του καὶ ὕστερα ἐπέστρεψαν μὲ χαρὰ στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἡ χαρὰ τους ἦταν πολὺ μεγάλη, γιατί ἔμαθαν ὁριστικά, ὅτι ὁ θεῖος Διδάσκαλός τους εἶναι Θεὸς ἀληθινός, ποὺ ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς, ὄχι γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὴ γῆ, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν ἐνώσει μὲ τὸν οὐρανό. Ἡ χαρὰ τους ἦταν ἐπίσης πολὺ μεγάλη γιατί πῆραν τὴν εὐλογία τοῦ Σωτήρα τους στὴν Ἀνάληψή του. Μὲ αὐτὴν τὴν εὐλογία ἡ ὀλιγάριθμη Ἐκκλησία τῶν μαθητῶν, τὸ μικρὸ ἐκεῖνο ποίμνιο, αὐξήθηκε μέσα σὲ ἕνα μικρὸ διάστημα καὶ ἔγινε πολὺ μεγάλη, καὶ παίρνοντας τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀναδείχτηκε στὴν Ἐκκλησία ἐκείνη ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε σὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς.

  1. Ποιὸς ἦταν ὁ ἀντίκτυπος τῆς Ἀνάληψης στὶς ταξιαρχίες τῶν Ἀγγέλων στοὺς οὐρανούς;

Ἐνῶ αὐτὰ συνέβαιναν στὴ γῆ ἐξ αἰτίας τῆς Ἀνάληψης, στοὺς οὐρανοὺς οἱ Ἄγγελοι ἔστηναν μεγαλειῶδες πανηγύρι. Οἱ τάξεις τῶν Ἀγγέλων ποὺ ὑπηρέτησαν τὸν Σωτήρα ἐπάνω στὴ γῆ καὶ τὸν συνόδευαν τώρα στὴν θεία του Ἀνάληψη καλοῦσαν τὶς ἄνω ταξιαρχίες νὰ ἀνοίξουν τὶς οὐράνιες πύλες γιὰ νὰ εἰσέλθει ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης. «Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν,» ψάλλει ὁ προφητάναξ Δαυίδ, «καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης» (Ψαλμ. 23:7). Ἐπειδὴ μὲ τὸ σωτήριο πάθος του ἔγινε ὁ Σωτήρας Χριστὸς ἐνδοξότερος καὶ ὑψηλότερος –ὅπως τὸ διατυπώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐταπείνωσε τὸ ἑαυτόν του καὶ ἔγινε ὑπήκουος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου Σταυρικοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιππ. 2:9), γι’ αὐτὸ ἀπαιτοῦν καὶ οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ νὰ γίνουν ὑψηλότερες γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχτοῦν ἐπάξια. Ἐπίσης, ἐπειδὴ ἡ δόξα τοῦ νικητῆ τοῦ Ἅδη καὶ τοῦ θανάτου, ποὺ δὲν χώρεσε στὴν μικρὴ γῆ, πλήρωσε τοὺς οὐρανούς, ἀπαιτοῦν νὰ ὑψωθοῦν καὶ ἐκεῖνοι (οἱ Ἄγγελοι) στὴν ἐμφάνισή του.

Ὡστόσο, οἱ ἀνώτερες ταξιαρχίες τῶν Ἀγγέλων, βλέποντας ἀνθρώπινο σῶμα νὰ μεταφέρεται πάνω ἀπὸ αὐτούς, καταλαμβάνονταν ἀπὸ θάμβος καὶ ἔκπληξη. Γιατί, ὅπως ἕνας ἄνθρωπος ποὺ βλέπει Ἄγγελο στὴ γῆ καταλαμβάνεται ἀπὸ ἔκπληξη φόβου, ἔτσι καὶ οἱ ἀσώματοι Ἄγγελοι, βλέποντας τότε ἕνα σῶμα νὰ ὑψώνεται μέσα σὲ νεφέλη, ζητοῦσαν ἔκθαμβοι νὰ μάθουν γι’ αὐτὸ τὸ παράδοξο θέαμα, ζητώντας δύο φορὲς νὰ βεβαιωθοῦν, Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης; Μαθαίνοντας, ὅμως, ὅτι εἶναι ὁ ἰσχυρὸς στοὺς πολέμους Κύριος, ποὺ πάλεψε μὲ τὸν διάβολο καὶ τὸν κατέβαλε, ποὺ τώρα ἀνέρχεται στοὺς οὐρανούς, ἀποροῦν, πῶς τὸ ὑπέρλαμπρο ἐκεῖνο σῶμα εἶναι ἐρυθρό, καὶ ρωτοῦν, «Τὶς οὗτος ὁ παραγενόμενος ἐξ Ἐδώμ; ;» ὅπως ψάλλει ὁ πρῶτος τῶν προφητῶν, «ἐρύθημα ἱματίων αὐτοῦ ἐκ Βοσόρ; Οὗτος ὡραῖος ἐν στολῇ αὐτοῦ» (Ἠσαΐας 63:1); Δηλαδή, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ γήινος ποὺ ἔρχεται φορώντας σάρκα σὰν ὑπέρλαμπρο καὶ ἐρυθρὸ ἱμάτιο; Γιατί γήινος εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἐδὼμ καὶ σὰρξ εἶναι τὸ Βοσόρ, καὶ τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς ἐδῶ εἶναι τὸ δοξασμένο ἐκεῖνο Σῶμα τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ ποὺ φαινόταν κατὰ τὴν ἄνοδό του στοὺς οὐρανοὺς σὰν ἐρυθρὸ γιατί ἔφερε ἐπάνω του τὸν τύπο τῶν πληγῶν τῆς ἄχραντης πλευρᾶς, τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν.

  1. Γιατί διατηρήθηκαν τὰ ἀποτυπώματα τῶν πληγῶν στὸ Ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ;

Πῶς ὅμως φαίνονταν οἱ πληγὲς σ’ ἐκεῖνο τὸ ἄφθαρτο σῶμα; Ἦταν θέμα οἰκονομίας αὐτὸ ποὺ φαινόταν, καὶ εἶχε σὰν σκοπὸ νὰ φανερώσει τὴν ἄρρητη (ἀνέκφραστη) καὶ ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ Θεανθρώπου γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δηλαδὴ τὸ ὅτι καταδέχτηκε ὄχι μόνο νὰ δεχθεῖ πληγές, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή του νὰ τὶς διατηρήσει μὲ παράδοξο τρόπο ἐπάνω σ’ ἐκεῖνο τὸ ἀφθαρτοποιημένο σῶμα, καὶ νὰ τὶς δείξει στὴν Ἀνάληψή του καὶ στὸν κόσμο τῶν Ἀγγέλων σὰν τὰ σύμβολα τοῦ πάθους του καὶ σὰν τὰ ἀνεξίτηλα τεκμήρια τῆς ἀγάπης του πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Ἐπίσης, διατήρησε τὶς πληγὲς τοῦ ἄχραντου σώματός του γιὰ νὰ μᾶς πείσει νὰ μὴν λησμονοῦμε ποτὲ τὰ πάθη του, διότι ὅταν τὰ ἔχουμε ἐνώπιόν μας, ἡ καρδιά μας θὰ πλημμυρίζει ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς αὐτὸν καὶ ἀπὸ ἱερὰ συναισθήματα. Τίποτε ἄλλο, λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος δὲν εἶναι ἱκανὸ νὰ γεννήσει μέσα μας τὰ σωτήρια αὐτὰ ἀποτελέσματα ὅσο τὸ νὰ βλέπουμε τὸν Θεὸ νὰ μεταφέρει τὰ ἴχνη τοῦ Σταυροῦ μέχρι τὸ θρόνο τῆς μεγαλοσύνης του. Κατὰ τὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο, ὁ Θεάνθρωπος διατήρησε τὶς πληγές του στοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ μᾶς δείξει, ὅτι καὶ στὴν κατάσταση τῆς δόξης του δὲν θὰ μᾶς λησμονήσει, ὅπως ἄλλωστε μᾶς διαβεβαιώνει γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κορυφαῖος ἀπὸ τοὺς προφῆτες: «Ἰδοὺ ἐπὶ τῶν χειρῶν μου ἐζωγράφησά σου τὰ τείχη, καὶ ἐνώπιόν μου εἶ διὰ παντὸς» (Ἠσ. 49:16), δηλαδή, οὐδέποτε θὰ μᾶς ξεχάσει, διότι θὰ μᾶς ἔχει γραμμένους μὲ ἀνεξίτηλα γράμματα ἐπάνω στὰ χέρια του καὶ θὰ μεσιτεύει γιὰ μᾶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἴσως ἀκόμη καὶ νὰ διατήρησε τὶς πληγὲς γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ὅτι μόνο μὲ παθήματα καὶ θλίψεις θὰ μπορέσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἂν ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος ἀνυψώθηκε μὲ σταυρικὸ πάθος, καὶ ἂν δοξάστηκε μὲ ἐπονείδιστο θάνατο, τότε πῶς ἐμεῖς θὰ μπορέσουμε νὰ εἰσέλθουμε στὴν δόξα ἐκείνη χωρὶς νὰ βαδίσουμε στὴν στενὴ ὁδὸ τῆς ἀρετῆς, καὶ χωρὶς νὰ ὑπομείνουμε θλίψεις καὶ πειρασμοὺς ἀγωνιζόμενοι τὸν καλὸν ἀγώνα; Αὐτὸ εἶναι τελείως ἀδύνατο.

4.

Η Ανάληψη του Κυρίου

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

Σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση του Θεανθρώπου η Ορθόδοξη Εκκλησία μας εορτάζει τη Δεσποτική Εορτή της εις ουρανούς Αναλήψεως του Κυρίου. Πρόκειται για μια εορτή, που επειδή πέφτει πάντοτε την Πέμπτη ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή καθημερινή, δεν έχει ανάλογη της σημασίας της θέση στη συνείδηση του λαού, όπως συμβαίνει με άλλες μεγάλες εορτές, σαν αυτές των Χριστουγέννων, των Θεοφανείων, του Ευαγγελισμού, της Αναστάσεως, κ.α. Ακόμη, ειδικά στην εορτή της Αναλήψεως, απέχει ο μαθητόκοσμος, διότι τέτοιες ημέρες έχουν εισέλθει στην εξεταστική περίοδο, με αποτέλεσμα οι εκπαιδευτικοί να αδυνατούν να συνοδέψουν τους μαθητές τους για εκκλησιασμό. Ακόμη εμείς οι μεγαλύτεροι, ασκούμενοι καθημερινά με τις βιωτικές μας μέριμνες, ακούμε και μαθαίνουμε για την εορτή αυτή πολλά χρόνια αργότερα, ίσως και δεκαετίες μετά από τα σχολικά μας χρόνια, χωρίς να έχουμε βιώσει λατρευτικά αυτή τη μεγάλη εορτή και πανήγυρη.

 

Η Ανάληψη ακολουθεί την Ανάσταση. Είναι αμέσως μετά το διάστημα των σαράντα ημερών, που ο Κύριος εμφανιζόταν συχνά στους μαθητές του. Στο διάστημα αυτό ο Κυριος, με τις συνεχείς εμφανίσεις του αλλά και εξαφανίσεις του, πρώτον αποδεικνύει το γεγονός της Αναστάσεως Του και δεύτερον γυμνάζει πνευματικά τους μαθητές Του. Πρέπει με λίγα λόγια οι μαθητές του Κυρίου και μέλλοντικοί Απόστολοι να χειραφετηθούν από τη συνεχή σωματική αίσθηση και αντίληψη του Χριστού. Τους προετοιμάζει, με λίγα λόγια, να Τον επιζητούν με τους πνευματικούς τους οφθαλμούς στο επόμενο διάστημα της δικής τους αποστολής προς τα έθνη. Έτσι η ένσαρκος παρουσία του Κυρίου στη γη που άρχισε με τη γέννησή Του εδώ σταματά.

Όμως, ο ένσαρκος Κύριος θα ξαναφανεί. Τότε: “και τότε φανήσεται τὸ σημείον του υιου του ανθρώπου εν τω ουρανώ, και τότε κόψονται πάσαι αι φυλαὶ της γης και οψονται τον υιὸν του ανθρώπου ερχόμενον επὶ των νεφελων του ουρανού μετὰ δυνάμεως και δόξης πολλής.” (Ματθ. κδ΄30) Μέχρι τότε οι πιστοί ανά τους αιώνες μαθαίνουμε να ζούμε με τη διαρκή και αόρατη παρουσία Του, όπως και ο ίδιος το τόνισε: “και ιδοὺ εγὼ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.” (Μτθ. κη΄20). Βεβαίως η σωματική παρουσία του Κυρίου δεν εξέλειπε εντελώς. Η σωματική Του παρουσία που ακόμη υπάρχει και θα υπάρχει έως της συντελείας του κόσμου είναι στο ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στον άρτο και τον οίνο, που στα “σα εκ των σων” μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Κυρίου. Έτσι ο πιστός μπορεί να δεχθεί τον Κύριο μέσα του και Εκείνος να εισέλθει μέχρι και το τελευταίο του κύτταρο, να εισδύσει στην ουσία της ύπαρξής του, και εντέλει ο δεχόμενος τον Κύριον να θεωθεί.

Ανελήφθη, λοιπόν, στους ουρανούς ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής μας. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος οδήγησε τους μαθητές Του προς το δρόμο της Βηθανίας και το όρος των Ελαιών. Εκεί, αφού σήκωσε τα χέρια Του, τους ευλόγησε: “Εξήγαγε δε αυτοὺς έξω έως εις Βηθανίαν, και επάρας τὰς χειρας αυτού ευλόγησεν αυτούς.” (Λούκ. κδ΄50) Έτσι, ευλογώντας τους, χωρίστηκε απ’ αυτούς και εφέρετο προς τον ουρανό, μέχρι που χάθηκε απ’ τα μάτια τους. “και εγένετο εν τω ευλογειν αυτὸν αυτοὺς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν. και αυτοὶ προσκυνήσαντες αυτὸν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλὴμ μετὰ χαράς μεγάλης” (Λούκ. κδ΄51-51). Αλλά πώς ανελήφθη; Και με την ανθρώπινη Του φύση. Έτσι την ανθρώπινή Του φύση, την ενωμένη με τη Θεία Του υπόσταση, που την ένωσε αχωρίστως, ατρέπτως, ασυγχύτως και αδιαιαρέτως, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Δ΄Οικουμενικής Συνόδου, την πήρε και την τοποθέτησε πάνω από Αγγέλους και Αρχαγγέλους, ψηλότερα από Χερουβίμ και Σεραφίμ, δίπλα στο θρόνο του Θεού Πατέρα. Με απλά λόγια ο Κύριος Θέωσε και την ανθρώπινη φύση Του, δίνοντας μας μια ιδέα για το πώς θα είναι τα σώματα των αναστημένων πιστών κατά την Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία.

Ακόμη, αξίζει να τονιστεί πως η Ανάληψη, αυτή καθ’ αυτή, οδηγεί στην Πεντηκοστή, τη γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας μας. Κι αυτό διότι ο Κύριος είχε υποσχεθεί,πριν την Ανάληψη Του, ότι θα τους έστελνε το Άγιο Πνεύμα. Πράγμα που τελικά έγινε δέκα ημέρες αργότερα. “Ο Κύριος Ιησού Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού (Μάρκ. ιστ΄ 19), στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρώπινων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας (Ιωάν. ιε΄26), ο οποίος επεδήμησε (ήρθε και εγκαταστάθηκε) κατά την ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει εως τη συντέλεια του κόσμου. Η σωτηρία των πιστών συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Κυρίου.” (Π. Ευδοκίμωφ).

Κατά το γεγονός της Αναλήψεως, πραγματοποιήθηκε στην πράξη η συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος. Διαλύθηκε η παλιά έχθρα, τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αυτό συνέβαινε πριν απ’ αυτό το γεγονός, όχι επειδή μισούσε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος επιδείκνυε αδιαφορία και αχαριστία. Και τώρα, η αλλαγή δεν έγινε εξαιτίας των δικών μας κατορθωμάτων ή επειδή αλλάξαμε στάση και συμπεριφορά, αλλά λόγω της απροσμέτρητης αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσθέτει: “Τώρα στην Ανάληψη, εμείς που δεν ήμασταν άξιοι να κατοικούμε στον παράδεισο, (…) εμείς τώρα οι ανάξιοι ανεβαίνουμε στον ουρανό. Τα χερουβίμ, παλαιά, φυλάγανε τον παράδεισο για να μην μπούμε ξανά και τώρα εμείς τα υπερβαίνουμε. Η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Χριστού, έτυχε τιμής που δεν έτυχε η φύση των αγγέλων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Δεν έγινε άγγελος. Ενώθηκε μόνο με την ανθρώπινη φύση. Και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν, αντίθετα χαίρονται, διότι χαρά των αγγέλων είναι η προκοπή μας και πόνος τους η εξαθλίωσή μας.”

Για την αλλαγή αυτή οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Χριστό. Αυτός έγινε μεσίτης. Ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος. Ο Θεός ήταν οργισμένος με μας και εμείς τον μισούσαμε. Και μας συμφιλίωσε ο Υιός Του. Πώς μας συμφιλίωσε;

Δεχόμενος την τιμωρία που έπρεπε να επιβάλει σε μας. «Εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ. γ΄ 13). Δέχτηκε την τιμωρία του ουρανού, δέχτηκε και τις προσβολές των ανθρώπων. «Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ» (Ψαλμ. ξη΄10) (…) Πολλές φορές μιλούμε για τη μεσιτεία της Παναγίας και των αγίων και ξεχνούμε ότι μεσίτης πάνω απ’ όλους τους αγίους είναι ο ίδιος Χριστός. Αυτός ως άνθρωπος συνεχώς μεσιτεύει για μας τους ελεεινούς αδελφούς Του. Όπως ακριβώς παίρνουμε κάτι από τη σοδειά μας και το προσφέρουμε στο Θεό για να τον ευχαριστήσουμε και να ευλογήσει όλη τη σοδειά μας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε στη μήτρα της Αειπαρθένου Μαρίας την κάνει προσφορά στον Θεό, για να ευλογηθεί ΌΛΟ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΓΕΝΟΣ. Ακόμη προσθέτει ο ίδιος Πατέρας: “Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό ≪κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του≫, ο άνθρωπος δεν πρόσεξε και ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Το να γίνει, δε, κάποιος σαν τα ζώα είναι σαν να έγινε χειρότερος από αυτά.

Το να σέρνεται ένα φίδι είναι φυσικό, το να σέρνεται, όμως, ένας αετός είναι η εσχάτη κατάπτωση … Μερικές φορές, ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος των ζώων. Έτσι ο Ησαΐας λέγει, ≪έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνη του κυρίου αυτού・ Ισραήλ, δε, εμέ ουκ έγνω≫ (Ησαΐας α΄ 3) … Για να μας συνετίσει ο Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τα έντομα. ≪Πορεύθητι προς τον μύρμηγκα, και ζήλωσον τας οδούς αυτού≫ (Παροιμ. στ΄6) (…) Εμείς οι κατώτεροι των ζώων, τα παιδιά του διαβόλου, με την Ανάληψη του Χριστού γίναμε ανώτεροι και από τους αγγέλους.” (Χρυσοστόμου, Ι., ≪Εις την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού≫, Ε.Π.Ε., 36)

Απολυτίκιο (ήχος δ΄):

Ανελήφθης εν δόξη, Χριστό ο Θεός ημών,

χαροποιήσας τους Μαθητάς,

τη επαγγελία του Αγίου Πνεύματος,

βεβαιωθέντων αυτών διά της ευλογίας,

ότι Συ ει ο Υιός του Θεού,

ο Λυτρωτής του κόσμου.