Ευαγγελία Μπίτου, φιλόλογος.

   Πολλά έχουν γραφεί  τούτες τις μέρες  για τον  Γέροντα Αιμιλιανό  τον Σιμωνοπετρίτη, τον Αρχιμανδρίτη και Προηγούμενον της Σιμωνόπετρας, ο οποίος πέρασε στις 9 Μαΐου από  την επίγεια ζωή  στην αιωνιότητα,  πολίτης πλέον μόνον της επουράνιας βασιλείας.

    Η επίγεια ζωή του σχετίζεται και με την περιοχή μας, καθώς από τα Τρίκαλα ξεκινάει η μοναχική του πορεία. Στα Τρίκαλα  χειροτονήθηκε Διάκονος – στην Αγία  Παρασκευή –  και στο Μοναστήρι του Βυτουμά Πρεσβύτερος. Η παραμονή του στο Μοναστήρι του Δουσίκου σφράγισε καθοριστικά την πορεία του και γι’ αυτό πολύ  αγάπησε τον άγιο Βησσαρίωνα και το Μοναστήρι του.  Κήρυξε,  αλλά και ώρες ατέλειωτες εξομολόγησε στους ναούς της πόλεως των Τρικάλων  – Αγίων Αναργύρων, Αγίας Επισκέψεως της οποίας υπήρξε και Ιερατικός Προϊστάμενος, Αγίου Νικολάου, Αγίου Κωνσταντίνου –, όπως και στους ναούς της  Παναγίας, του Τιμίου Προδρόμου και της Αγίας Βαρβάρας στην Καλαμπάκα, καθώς και σε χωριά της.

   Τα κηρύγματά του εκείνης της δεκαετίας (1963 -1973)   είχαν κάτι το ξεχωριστό. Προσπαθούσε να μεταγγίσει τον Θεό που ο ίδιος ζούσε και μιλούσε για την θεία λατρεία, την θεία Λειτουργία, την παρουσία μας στον ναό, ανέλυε ψαλμούς …    Όσοι τον άκουσαν, θυμούνται ακόμα το ξεχωριστό ηχόχρωμα της φωνής του νεαρού τότε Πειραιώτη, με Μικρασιατική καταγωγή, ιεροκήρυκα της Μητροπόλεως, του Μετεωρίτη μοναχού και Καθηγουμένου της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου. Στην φωνή του φαινόταν καθαρά η λαχτάρα του να μεταδώσει κάτι από αυτό που ο ίδιος ζούσε.  Κυκλοφόρησαν βέβαια σε βιβλία  ομιλίες του και κατηχήσεις στους μοναχούς του. Το γραπτό κείμενο όμως δεν μπορεί να αποδώσει τον τόνο και τη χροιά  της φωνής, το βλέμμα και τις  κινήσεις των χεριών, που  χαράχθηκαν βαθιά στην μνήμη αυτών που τον άκουσαν.

Όσοι τον γνώρισαν θυμούνται έντονα την αρχοντική παρουσία του, τη λεπτότητα των τρόπων του, την ευγένειά του, το πηγαίο χαμόγελό του αλλά και τη σοβαρότητά του. Ξεχώριζαν τα μάτια του με τη χαρά που τα φώτιζε και το φως που σκορπούσαν, την καλοσύνη που εξέπεμπε το βαθύ  βλέμμα του που σε είλκυε να τον πλησιάσεις με εμπιστοσύνη  και να ανοίξεις την ψυχή σου.

– Τι σου άρεσε περισσότερο στο Μοναστήρι;  ρώτησε το μικρό παιδί της κάποια  μητέρα που χρόνια είχε να ιδεί τον Γέροντα.

– Τα μάτια του Γέροντα, μαμά,  απάντησε εκείνο με την σοφή  παιδική απλότητα.

Τόσο ξεχωριστά ήταν! Άλλωστε τον Θεό καραδοκούσαν και στον Θεό προσέβλεπαν.

Τον θυμούνται έντονα επίσης  όσοι τον έζησαν στις κατασκηνώσεις των νέων. Είχε ένα ξεχωριστό χάρισμα να τον πλησιάζουν οι νέοι. Και έτρεξαν κοντά του πολλοί νέοι με πνεύμα ανήσυχο, μαθητές από τα σχολεία της περιοχής Τρικάλων και Καλαμπάκας. Φαινόταν ότι μας παρέσυρε. Πάντως, δεν μας παρέσυρε, αλλά μας συνέπαιρνε ο λόγος του ο βιωματικός, που άνοιγε μπροστά μας άλλον κόσμο, άλλους ορίζοντες. Μιλούσε, εκείνη την εποχή,  για τη δύναμη του βιώματος!

Οι νέοι βρήκαν στο πρόσωπό του κάποιον να τους ακούσει. «Μπορείς να του μιλήσεις για όποιο θέμα θέλεις, και να σου δώσει απάντηση», έλεγε ζωηρή μαθήτρια του αυστηρού αλλά και πολύ καλού Γυμνασίου Καλαμπάκας.  Έδινε απαντήσεις, μάλλον έδειχνε διεξόδους, και η απόφαση δική σου. «Μπορείς να κάνεις αυτό ή αυτό ή αυτό …», είπε σε κάποιον.  ‘Όταν εκείνος του είπε,  «δεν μου λέτε το ένα που πρέπει,  να τελειώνομε», του απάντησε: «Λάθος μοναστήρι διάλεξες». Η συμβουλή του δεν καταργούσε την ελευθερία ούτε  την ευθύνη της αποφάσεως. Ο σεβασμός στην  ελευθερία του άλλου ήταν το πιο χαρακτηριστικό στην προσωπικότητά του.

Μιλούσε και στα μικρά παιδιά με τη σοβαρότητα που μιλούσε και στους μεγάλους, με λόγο βέβαια που μπορούσαν εκείνα να καταλάβουν.

-Τι είναι θεός; ρώτησε κάποτε ένα μικρό παιδάκι.

– Να, σαν μια απέραντη θάλασσα, στην οποία χωράνε καράβια, καραβάκια, βάρκες, βαρκούλες … Μου θυμίζει το «ο εν δρακί, (στη φούχτα του)  περιέχων τα σύμπαντα».

Έλεγε επίσης  σε φοιτητική παρέα στην Αθήνα που τον περιστοίχιζε τότε:

-Τι είναι ο Γέροντας; Ένα σκαμνί, πατάς και φθάνεις στον Θεό,  του δίνεις μια  κλωτσιά και μένεις κρατημένος από τον Θεό.

Μας φάνηκε τότε σκληρός και κάπως αγνώμων λόγος προς το πρόσωπο του Γέροντα, γι’ αυτό και δεν τον ξεχάσαμε. Τώρα, με ωριμότητα, βλέπομε στον λόγο του πως για τον Θεό και τις ψυχές που του εμπιστευόταν κοπίαζε. Τίποτε δεν ήθελε για τον εαυτό του.

Ζούσε με τον Θεό και για τον Θεό· ήταν όμως ανοικτός σε όλους. Όλοι μπορούσαν να τον πλησιάσουν, σε όλους έδινε, τίποτε δεν ζητούσε από κανέναν, αλλά ο καθένας έπαιρνε αυτό που χωρούσε. Όλους τους καλοδεχόταν, αλλά κανένα δεν ανάγκαζε να μείνει κοντά του· τους είχε όμως στην προσευχή   του.

Τον θυμόμαστε ακόμη και για τα βιβλία που μας δάνειζε – σπάνια τότε τα βιβλία –  από την προσωπική του βιβλιοθήκη, την οποία είχε κάνει με πολλή οικονομία, αγάπη και κόπο. Αγαπούσε ιδιαίτερα τα βιβλία, και ήταν ποικίλα. Έδινε, επί παραδείγματι, «Τα Κλειδιά της Βασιλείας»  του Κρόνιν, αλλά και «Το Θύμα της αγάπης», ο π. Δαμιανός που έδωσε τη ζωή του υπηρετώντας τους λεπρούς· το «Αρνούμαι» και το «Σήμα κινδύνου» του Σαμαράκη, την «Συνάντηση με το άλλο φύλο» του Ασπιώτη,  «Τα αγνά νιάτα» του Τόμερ Τοθ,  αλλά και «Την  θεία Λειτουργία» του Καβάσιλα·  «Τους αδελφούς Καραμαζώφ» του Ντοστογέφσκι αλλά και την  «Κλίμακα του Ιωάννου», «Τα Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη, «Ηροδότου Ιστορία»  αλλά και «Επιστολές» του Μεγάλου  Βασιλείου και  «Συμεών του  Νέου Θεολόγου Τα Ευρισκόμενα» … Η ευρυμάθειά του μεγάλη,  ανάλογη προς την ευρύτητα του πνεύματός του!

Δεν φόρτωνε περισσότερο φορτωμένη ψυχή. Κοντά του καταλάβαινες το «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι», τους οποίους ανέθετε δια των προσευχών του στον Θεό. Σεβόταν τον πόνο και συμπονούσε. Όμως χαρούμενους ήθελε τους ανθρώπους του. «Χωρίς χαρά δεν φθάνει κανείς στον Θεό», έλεγε. Μάλιστα,  στους προχωρημένους πνευματικά έλεγε πως «ο στενοχωρημένος είναι συκοφάντης του Θεού!». Αφού ο Θεός είναι παντογνώστης, παντοδύναμος και πανάγαθος, η ελπίδα  έχει δυνατά ερείσματα.

Ο ίδιος εμιμείτο τους αγίους, και  εμείς κοντά του γνωρίσαμε διαφόρους:  τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον άγιο Θεόδωρο τον Συκεώτη, τον άγιο Νικόλαο  Παπα – Πλανά …, αλλά και νεομάρτυρες.

Στην πολυετή σιωπή του φάνηκε η βαθειά του ταπείνωση,  η μεγάλη του υπομονή και η δύναμη της προσευχής του. Σιώπησε εκείνος, αλλά κυκλοφόρησε και έγινε γνωστός ο λόγος του με τα βιβλία, τα οποία εξέδωσε η Γυναικεία Αδελφότης  του Μοναστηριού της Ορμυλίας, που  υπήρξε Κτίτορας, και τα οποία μεταφράσθηκαν σε πολλές γλώσσες. Ερμηνεύοντας πατερικά κείμενα, μετέφερε το  πνεύμα των Πατέρων της Εκκλησίας μας με τρόπο κατανοητό στον σύγχρονο άνθρωπο.

Αυτός, «ο επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος!», κέρδισε τις καρδιές μας για τον Θεό. Γι’ αυτό τα μάτια μας, όταν τον κατευοδώσαμε, μπορεί να ήταν υγρά, η όλη ατμόσφαιρα όμως ήταν πανηγυρική.

Έχω επίγνωση ότι είναι τόλμημα, στα όρια του θράσους, να μιλήσω εγώ για τον Γέροντα Αιμιλιανό, το σύγχρονο αυτό πνευματικό ανάστημα της Ορθοδοξίας. Είμαι και μικρή και λίγη. Πήρα το θάρρος όμως με την σκέψη ότι και στους μικρούς και λίγους επιτρέπεται να εκφράσουν δημοσίως την ευγνωμοσύνη τους. Θεωρώ ως το μεγαλύτερο δώρο που μου χάρισε ο Θεός το ότι βρέθηκα κοντά σε αυτόν  τον άνθρωπο του Θεού, που ήταν περαστικός από τα μέρη μας αλλά έμεινε μόνιμα  στις καρδιές μας «ως λύχνος φωτίζων τα σκότη μας».

Κλείνω το κείμενο, με αυτό με το οποίο έκλεισε τον σύντομο λόγο του ο Αρχιεπίσκοπος μετά το Τρισάγιο: «Η ευχή του να σκεπάζει όλους μας».