Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου.

Ο μητροπολίτης Ζιχνών Κύριλλος (1901-1968). Είχε χοροστατήσει στην εορτή του Αγ. Αχιλλίου το 1944, κατά τη διάρκεια της κατοχής.

Η ομιλία του μητροπολίτου Ζιχνών στην πλατεία της Λάρισας

Κατά τη διάρκεια της κατοχής η Λάρισα βρέθηκε να βιώνει τις δύσκολες στιγμές των κατοίκων της χωρίς την παρουσία του ποιμενάρχου της μητροπολίτου Δωροθέου Κοτταρά, ο οποίος βρισκόταν για λόγους υγείας στην Αθήνα[1].

Ο όμορος μητροπολίτης Δημητριάδος Ιωακείμ Αλεξόπουλος, με εντολή της Ιεράς Συνόδου, συμπαραστάθηκε με αφοσίωση στο πληγωμένο, από τον καταστρεπτικό σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 και τους ιταλικούς βομβαρδισμούς, ποίμνιο της Μητροπόλεως Λαρίσης[2]. Όμως μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, η Λάρισα και η περιοχή της δοκιμάζονταν από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής και ιδιαιτέρα από την αγριότητα των Ες-Ες. Στη δοκιμασία αυτή προστέθηκε αργότερα και ο εμφύλιος σπαραγμός ομάδων του ΕΛΑΣ και του ΕΑΣΑΔ[3]. Το ποίμνιο αναζητούσε τον μητροπολίτη του, για να το προστατεύσει από τις βιαιότητες αυτές, αυτός όμως απουσίαζε. Ειδική επιτροπή Λαρισαίων με επικεφαλής τον δήμαρχο Στ. Αστεριάδη, τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Δημ. Χατζηγιάννη και άλλους αναγκάσθηκε να ταξιδεύσει επανειλημμένως στην Αθήνα. Ήλθε σε επαφή με την διορισμένη από τους Γερμανούς κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη και τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και τελικά κατόρθωσε να πείσει την Ιερά Σύνοδο να αποστείλει στη Μητρόπολη Λαρίσης ως τοποτηρητή τον μητροπολίτη Ζιχνών Κύριλλο, ο οποίος διέμενε την περίοδο εκείνη υποχρεωτικά στην Αθήνα, καθώς η μητρόπολή του και ολόκληρη η Ανατολική Μακεδονία βρισκόταν υπό βουλγαρική κατοχή[4].

 

Ὁ μητροπολίτης Ζιχνών Κύριλλος, κατά κόσμον Γεώργιος Καρμπαλιώτης, γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1901[5]. Μετά τις εγκύκλιες σπουδὲς μετέβη στο Άγιον Όρος όπου εκάρη μοναχός στη Μονή Αγίου Παύλου. Ακολούθως φοίτησε στη Θεολογική και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την απόκτηση του πτυχίου αρχικά διορίσθηκε Πρωτοσύγκελος στη Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και αργότερα σε άλλες θέσεις. Τον Μάρτιο του 1942 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου. Όμως οι ιταλικές αρχές κατοχής ενώ αρχικά επέτρεψαν την ενθρόνισή του, στη συνέχεια διέταξαν την απέλασή του στην Αθήνα, λόγω της εθνικής του δράσης. Στις 15 Απριλίου 1943 εξελέγη Μητροπολίτης Ζιχνών, αλλά στην έδρα του εγκαταστάθηκε τον Απρίλιο του 1945. Τον Σεπτέμβριο του 1951 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, όπου παρέμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1967, οπότε παραιτήθηκε. Απεβίωσε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1968.

Ο μητροπολίτης Ζιχνών Κύριλλος, συνοδευόμενος από τον Δημ. Χατζηγιάννη, έφθασε στη Λάρισα αργά το βράδυ της Μ. Πέμπτης 13 Απριλίου 1944 και το πρωί της Μ. Παρασκευής χοροστάτησε στην ακολουθία της Αποκαθήλωσης στον ναό του Αγίου Νικολάου. Στον ίδιο ναό τέλεσε νωρίς το απόγευμα και την ακολουθία του Επιταφίου, η περιφορά του οποίου όμως έγινε μέσα στην μεγάλη περιφραγμένη αυλή του ναού, για ευνόητους λόγους. Όπως αναφέρει ο Δημ. Χατζηγιάννης «Η έλευσις του τοποτηρητού και η τόλμη του ενεψύχωσαν τους κατοίκους της πόλεως. Η Μ. Παρασκευή υπήρξε δι’ αυτούς ημέρα Αναστάσεως»[6].

Είχε περάσει ένας μήνας από την άφιξη του Κυρίλλου στη Λάρισα και η πόλη ετοιμαζόταν για την εορτή του Αγ. Αχιλλίου εν μέσω εφιαλτικών γεγονότων. Ο Λάζαρος Αρσενίου αναφέρει ότι το πρωί της Κυριακής 14 Μαΐου οι Λαρισαίοι αντίκρισαν σε δρόμους και πλατείες της πόλης ένα θέαμα αποκρουστικό. Δεκαπέντε άτομα είχαν άγρια εκτελεσθεί κατά τη διάρκεια της νύκτας από μέλη της ΕΑΣΑΔ, με την ανοχή των Γερμανών[7]. Την ίδια ημέρα επιτροπή από κατοίκους της Λάρισας επισκέφθηκε τον τοποτηρητή μητροπολίτη, του εξέφρασε την αγανάκτησή της και του ζήτησε να πάρει θέση. Την επομένη, εορτή του Αγ. Αχιλλίου, στην Κεντρική πλατεία και κατά τη διάρκεια της περιφοράς της εικόνας του πολιούχου της πόλης, ο Κύριλλος μέσα σε νεκρική σιγή εκφώνησε έναν «εκκωφαντικό» κατηγορηματικό λόγο, ο οποίος ήχησε σαν κεραυνός στους παριστάμενους Γερμανούς και στις αντιμαχόμενες και σπαρασσόμενες ελληνικές ομάδες. Ανέφερε μεταξύ άλλων:

«… Όταν εσχάτως ηπειλήθη η ακεραιότης της Ελλάδος, όλοι οι Έλληνες ηνωμένοι, τανύοντες τας πτέρυγας της ψυχής ημών ως νεοσσοί αετών, εσπεύσαμεν εις τα ψηλά βουνά και ο Θεός κατέστησεν ισχυρόν τον βραχίονα ημών και ευθύβολον το όπλον ημών και εγράψαμεν τας αθανάτους εκείνας σελίδας της νεωτέρας ελληνικής ιστορίας. Και άλλοι μεν αφήκαν, κύριοι αντιπρόσωποι του Γ’ Γερμανικού Ράιχ[8], τα σώματά των εκεί, ίσως άταφα ακόμη, ως ορόσημον της ελληνικής πατρίδος και ως αιωνία διαμαρτυρία προς τους ισχυρούς της γης δια τα δίκαια της Ελλάδος[…] άλλοι δε επιστρέψαντες εκείθεν σύρουν τους κατατρεγμένους οργανισμούς των και τα ακρωτηριασμένα μέλη των […]. Και ενώ θα έπρεπε όλοι οι Έλληνες αγαπημένοι να δώσωμεν τα χείρας προς αλλήλους και να συνεργασθώμεν και να σκεφθώμεν πώς είναι δυνατόν να αναστηλώσωμεν ερείπα […] λησμονούντες την ιστορίαν ημών και κηλιδούντες το ένδοξον ελληνικόν όνομα, διηρέθημεν και ακονίζομεν τα δολοφόνα ξίφη μας και επιτιθέμεθα εναντίον άλλων […] και οι δρόμοι των ελληνικών πόλεων βάφονται καθημερινώς με αίμα ελληνικόν, το οποίον χύνεται από ξίφη ελληνικά, τα οποία εμπιγνύουν χείρες ελληνικαί εις σώματα Ελλήνων αδελφών […] Ευρισκόμεθα αγαπητοί μου εις την αρχήν εμφυλίου πολέμου και σπαραγμού και έχομεν πάντες υποχρέωσιν να καταβάλλωμεν προσπάθειαν δια να σταματήση το κακόν […] Είναι αληθές ότι τους Έλληνας σήμερον μας χωρίζει αίμα. Και εις την πόλιν μας εθρηνήσαμεν τας τελευταίας ημέρας αδελφούς, τραγικά θύματα εντεύθεν και εκείθεν. Και εις την ψυχήν των Ελλήνων κυριαρχεί το μίσος εναντίον άλλων Ελλήνων. Φοβερά τραγωδία. Συνάντησις τραγωδιών. Πρέπει όμως, να αποβάλλωμεν το μίσος και να κυριαρχήση κάποιο άλλο αίσθημα […] Καλώ τον λαό της Λαρίσης να καταθέση εν ονόματι του πολιτισμού μας, εν ονόματι της ιστορίας μας, εν ονόματι αυτού του μέλλοντος της φυλής μας, να καταθέση λέγω τα όπλα, τα οποία εναντίον αλλήλων έστρεψε και να αδελφωθή, να δώση τας χείρας, να συνεργασθή […]. Δεν είναι δυνατόν, η ψυχή μου επαναστατεί, η αρχιερατική μου συνείδησις εξεγείρεται, όταν εξερχόμενος δια μεν των χειρών να ευλογώ τον λαόν, δια δε των ποδών να πατώ πτώματα ελληνικά και αίμα ελληνικόν, το οποίον από ελληνικά εχύθη ξίφη…»[9].

Η ομιλία του τοποτηρητή-μητροπολίτη αναστάτωσε τους Γερμανούς και τα ΕΑΣΑΔ. Οι τελευταίοι αποφάσισαν να συλλάβουν τον Κύριλλο, παρενέβησαν όμως οι Γερμανοί και η σύλληψή του ματαιώθηκε[10]. Ο Ζιχνών Κύριλλος παρέμεινε στη Λάρισα ως τοποτηρητής-μητροπολίτης μέχρι το τέλος Αυγούστου του 1944, οπότε και επανήλθε στην Αθήνα.

Ο Τριαντάφυλλος Θεοδωρίδης γράφει το 1953 για την παρουσία του Ζιχνών Κυρίλλου στη Λάρισα τα εξής: «…Ιδιαιτέρως διεκρίθη ως Έξαρχος της Ιεράς Συνόδου εις την Μητρόπολιν Λαρίσης, όπου έδειξε μεγάλην κοινωνικήν, φιλανθρωπικήν και εθνικήν δράσιν κατά τας δυσκόλους περιστάσεις της κατοχής (1944). Εις ένδειξιν δε ευγνωμοσύνης τα επιστημονικά, επαγγελματικά και άλλα σωματεία της πόλεως, δια χειρός του δημάρχου Λαρίσης[11] εδώρισαν εις τον Σεβασμιώτατον Κύριλλον βαρύτιμον αρχιερατικόν εγκόλπιον με την επιγραφήν » Τω Σεβασμιωτάτω Μητροπολίτη Ζιχνών Κυρίω Κυρίω Κυρίλλω η Λάρισα ευγνωμονούσα. 1944″.

———————————————————

[1]. Ο Δωρόθεος Κοτταράς (1888-1957), διετέλεσε μητροπολίτης Λαρίσης από το 1935 μέχρι το 1956, οπότε εκλέχθηκε από την Ιερά Σύνοδο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ήταν άτομο φιλάσθενο και στις 26 Ιουλίου 1967 απεβίωσε στη Στοκχόλμη όπου νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Karolinska με κακοήθη όγκο του εγκεφάλου.

[2]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Τα παραλειπόμενα του σεισμού του 1941. Η εκκλησιαστική ιστορία αυτής της περιόδου, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 29ης Νοεμβρίου 2017.

[3]. ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός). Ήταν το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ (Εθνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Σώμα) κατά τη διάρκεια της κατοχής. ΕΑΣΑΔ (Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσεως). Ομάδα δωσιλόγων η οποία έδρασε στη Θεσσαλία από τον Μάρτιο μέχρι τον Αύγουστο του 1944, συνεργαζόμενο με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής.

[4]. ΓΑΚ-Αρχεία Ν. Λάρισας, Αναμνήσεις Δημητρίου Χατζηγιάννη(1888-1973), επιμέλεια-εισαγωγή-σχόλια Ιουλία Κανδήλα, έκδοση ΤΕΔΚ Ν. Λάρισας, Λάρισα (2011) σελ. 216-217.

[5]. Σε ορισμένες πηγές καταγράφεται ως έτος γεννήσεως το 1904 και το 1907. Το 1901 αναφέρεται στα δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο λήμμα Μητρόπολις Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, της οποίας υπήρξε μητροπολίτης.

[6]. Αναμνήσεις Δημητρίου Χατζηγιάννη (1888-1973), ό. π, σελ. 219.

[7]. Αρσενίου Λάζαρος, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, τόμ. Β΄, Γερμανική κατοχή, τρίτη έκδοση «έλλα», Λάρισα [1999] σελ. 136-137.

[8]. Ο μητροπολίτης εδώ απευθυνόταν προς τους παριστάμενους στην Κεντρική πλατεία κατά την περιφορά της εικόνας του Αγ. Αχιλλίου Γερμανούς αξιωματούχους της Λάρισας.

[9]. Αρσενίου Λάζαρος, ό. π. σελ. 137-138. Η ομιλία δυστυχώς δεν διασώθηκε ακέραια. Δημοσιεύθηκε λογοκριμένη στις 17 Μαΐου στην τοπική εφημερίδα «Λαρισαϊκός Τύπος», κοινή έκδοση των εφημερίδων «Ελευθερία» και «Κήρυξ» κατά τη διάρκεια της κατοχής, με διευθυντή τον Μιχαήλ Χαδέλλη. Ο Δημ. Χατζηγιάννης αναφέρει επιπλέον ότι μόλις κυκλοφόρησε η εφημερίδα κατασχέθηκαν όλα τα φύλλα της.

[10]. Κατά τον Δημ. Χατζηγιάννη η ιδέα για την σύλληψη του Κυρίλλου ήταν γερμανική. Βλέπε: Αναμνήσεις Δημητρίου Χατζηγιάννη (1888-1973), ό. π, σελ. 230.

[11]. Δήμαρχος την περίοδο εκείνη ήταν ο Στυλιανός Αστεριάδης (Πατόφλας).

[12]. Θεοδωρίδης Τριαντάφυλλος, Η Ιερά Μητρόπολις Ζιχνών και οι μητροπολίται της, Αθήναι (1953) σελ. 171-172. Οφείλω ευχαριστίες για τη βοήθειά τους στη Μάρθα Παπαργύρη και στον Αχιλλέα Καλτσά.

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 15 Μαϊ 2019