Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))

Τή νύχτα τοῦ Πάσχα, ὅταν ἡ λιτανεία γύρω ἀπό τήν ἐκκλησία σταματᾶ μπροστά στίς κλειστές πόρτες, σ’ αὐτὴ τήν τελική στιγμή σιγῆς πρίν ἀπό τό ξέσπασμα τῆς ἀναστάσιμης χαρᾶς, ἕνα συνειδητό ἤ ἀσυνείδητο ἐρώτημα ἀναδύεται στήν καρδιά μας. Εἶναι τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐρώτημα ποὺ γεννήθηκε στίς καρδιές τῶν γυναικών, οἱ ὁποῖες νωρίς τό πρωί, «ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου», ἔφθασαν πρῶτες στόν τάφο τοῦ Χριστοῦ: «Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τόν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;» Θά ξαναγίνει τό θαῦμα; Θά ξαναγίνει ἡ νύχτα γιά ἄλλη μιὰ φορά λαμπρότερη ἀπό τή μέρα; Θά ξαναγεμίσουμε μ’ ἐκείνη τήν ἀκατανόητη χαρά, ποὺ εἶναι τόσο ἐλεύθερη ἀπό τίς δεσμεύσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου, μ’ αὐτή τή χαρά ποὺ ὅλοι μας, αὐτή τή νύχτα, ἀλλά καί γιά πολλές ἀπό τίς ἑπόμενες μέρες θά τήν κοινοποιοῦμε μέ τόν ἐναγκαλισμό τοῦ πασχάλιου χαιρετισμοῦ: «Χριστός ἀνέστη – Ἀληθῶς ἀνέστη!» Αὐτή ἡ στιγμή πάντοτε ἔρχεται. Οἱ πόρτες ἀνοίγουν. Ἡ ἐκκλησία εἶναι τώρα γεμάτη φῶς καί ἐμεῖς εἰσερχόμαστε στή θριαμβική ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου.

Κάπου ὅμως μέσα στήν ψυχή παραμένει ἕνα ἐρώτημα. Τί νά σημαίνουν ὅλα αὐτά; Τί σημαίνει νά γιορτάζεις τό Πάσχα σ’ ἕναν κόσμο γεμάτο βάσανα, μίσος, κοινοτοπία καί πόλεμο; Τί σημαίνει νά ψάλλεις «θανάτῳ θάνατον πατήσας» καί νά ἀκοῦς πὼς «νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι», ὅταν ὁ θάνατος, ἀδιαφορώντας γιά τήν καθημερινή μας βιασύνη, παραμένει ἀκόμη ἡ μόνη ἀπόλυτη ἐπίγεια βεβαιότητα;… Εἶναι δυνατό τό Πάσχα, αὐτή ἡ φεγγοβόλα καί θριαμβική νύχτα, νά εἶναι ἁπλῶς μία στιγμιαία ἀπόδραση ἀπό τήν πραγματικότητα, ἕνα πνευματικό μεθύσι, μετά τό ὁποῖο θά ἐπιστρέψει, ἀργά ἤ γρήγορα ἡ ἴδια ρουτίνα, ἡ ἴδια γκρίζα πραγματικότητα, τό ἴδιο ἀνελέητο «ἀντίστροφο μέτρημα» ἡμερῶν, μηνῶν, ἐτῶν, ὁ ἴδιος ἀγώνας πρός τό θάνατο καί τήν ἀνυπαρξία; Στό κάτω τῆς γραφῆς, τόσο καιρό μᾶς ἔλεγαν πὼς ἡ θρησκεία εἶναι αὐταπάτη καί ὄπιο, μιὰ ἐφεύρεση ποὺ βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά ἀντιμετωπίσει τή σκληρή του μοίρα, μιὰ διαρκῶς διαλυόμενη χίμαιρα. Δέ θά ἦταν πιό γενναῖο, πιό συνεπές γιά τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου, νά ἀποκηρύξει αὐτή τή χίμαιρα καί νά κοιτάξει κατά πρόσωπο τήν ἁπλή καί σοβαρή πραγματικότητα; Ποιά εἶναι ἡ ἀπάντηση σ’ ὅλα αὐτά;

Νομίζω πὼς μιὰ πρώτη δοκιμαστική ἀπάντηση θά ἦταν ἡ ἑξῆς: δέν εἶναι δυνατό ὅλα αὐτά νά εἶναι μία ἐπινόηση! Δέν εἶναι ἀκριβῶς δυνατό τόση πίστη, τόση χαρά, τόσο φῶς πάνω ἀπό δύο χιλιάδες σχεδόν χρόνια νά εἶναι μόνο μιὰ ἀπόδραση καί μιὰ χίμαιρα. Μπορεῖ μιὰ χίμαιρα νά ἀντέξει αἰῶνες; Τό ἐπιχείρημα αὐτό διαθέτει κάποιο βάρος ἀλλά δέν εἶναι καί τελείως πειστικό, καί πρέπει νά ποῦμε καθαρά πὼς δέν ὑπάρχει καμιά ἀπόλυτα πειστική ἀπάντηση, μιὰ ἀπάντηση ὁλοκληρωτικά δεκτή καί δημοσιεύσιμη ὡς ἐπιστημονική ἐξήγηση τῆς πασχάλιας πίστης. Ἐδῶ ὁ κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νά καταθέσει τή δική του προσωπική καί ζωντανή ἐμπειρία καί νά μιλήσει γιά τόν ἑαυτό του. Μέσα στή ζωντανή καί προσωπική ἐμπειρία βρίσκεις ξαφνικά τό θεμέλιο ὅλων αὐτῶν, ἀνακαλύπτεις αὐτό ποὺ φώτιζε τό καθετί μ’ ἕνα τόσο ἐκτυφλωτικό φῶς, ποὺ διαλύει πράγματι τίς ἀμφιβολίες ὅπως τό κερί λιώνει μπροστά στή φωτιά.

Ποιά ἐμπειρία ὅμως; Δέν μπορῶ νά τήν περιγράψω ἤ νά τήν ὁρίσω διαφορετικά ἀπ’ ὅ,τι ὡς ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Χριστοῦ. Ἡ πίστη μου στό Χριστό δέν προέρχεται ἀπό τήν εὐκαιρία ποὺ μοῦ δόθηκε νά συμμετέχω ἀπό τήν παιδική μου ἡλικία στόν πασχάλιο ἑορτασμό. Ὡστόσο, τό Πάσχα γίνεται δυνατό, αὐτή ἡ μοναδική νύχτα γεμίζει μέ φῶς καί χαρά καί μέ μιὰ τέτοια νικητήρια δύναμη στό χαιρετισμό, «Χριστός ἀνέστη, Ἀληθῶς ἀνέστη!» ἐπειδή ἡ ἴδια ἡ πίστη μου γεννήθηκε ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Χριστοῦ. Πῶς καί πότε γεννήθηκε; Δέ γνωρίζω, δέ θυμοῦμαι. Τό μόνο ποὺ ξέρω εἶναι πὼς κάθε φορὰ ποὺ ἀνοίγω τό εὐαγγέλιο καί διαβάζω γιά τόν Χριστό, διαβάζω τούς λόγους Του, διαβάζω τή διδασκαλία Του, ἐπαναλαμβάνω συνειδητά, μέ ὅλη μου τήν καρδιά καί τήν ὕπαρξη, ὅσα εἶπαν ἐκεῖνοι ποὺ ἐστάλησαν νά συλλάβουν τόν Χριστό καί ποὺ ἐπέστρεψαν στούς Φαρισαίους χωρίς Αὐτόν: «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωαν. 7,46).

Συνεπῶς αὐτό ποὺ ξέρω πρῶτα ἀπό ὅλα εἶναι πὼς ἡ διδαχή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ζωντανή, καί πὼς τίποτε τό γήινο δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ μαζί της.

Καί πὼς αὐτή ἡ διδασκαλία εἶναι γι’ Αὐτόν, γιά τήν αἰώνια ζωή, γιά τή νίκη πάνω στό θάνατο, γιά μία ἀγάπη πού κατακτᾶ καί ξεπερνᾶ τό θάνατο. Γνωρίζω ἐπίσης πὼς σέ μιὰ ζωή ὅπου τό καθετί φαίνεται τόσο δύσκολο καί ἐπίπονο, ἡ μόνη σταθερά ποὺ οὐδέποτε μεταβάλλεται καί οὐδέποτε ἐκπίπτει εἶναι αὐτή ἡ ἐσωτερική γνώση πὼς ὁ Χριστός εἶναι μαζί μου. «Οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς, ἔρχομαι πρός ὑμᾶς». Ἔρχεται δέ καί δίνει τό αἴσθημα τῆς παρουσίας Του μέσα ἀπό τήν προσευχή, ἀπό τό ρίγος τῆς ψυχῆς, μέσα ἀπό μία χαρά, τόσο ζωντανή ὅσο καί ἀκατανόητη, μέσα ἀπό τή μυστηριακή, ἀλλά καί τόσο βέβαιη παρουσία Του στίς ἀκολουθίες καί στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή δέ ἡ ζωντανή ἐμπειρία διαρκῶς ἀναπτύσσεται, αὐτή ἡ γνώση, αὐτή ἡ συνειδητοποίηση ποὺ κάνει τόσο ἐμφανές πὼς ὁ Χριστός εἶναι ἐδῶ, καί πὼς ὁ λόγος Του ἔχει ἐκπληρωθεῖ: ὅποιος Μέ ἀγαπᾶ, «καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν» (Ἰωαν. 14, 21). Καί εἴτε βρίσκομαι μέσα στό πλῆθος, εἴτε εἶμαι μόνος, αὐτή ἡ βεβαιότητα τῆς παρουσίας Του, αὐτή ἡ δύναμη τοῦ λόγου Του, αὐτή ἡ χαρά τῆς πίστης σ’ Αὐτόν παραμένει κοντά μου. Αὐτή εἶναι ἡ μόνη ἀπάντηση καί ἀπόδειξη.

«Τί ζητεῖτε τόν ζῶντα μετά τῶν νεκρῶν; Τί θρηνεῖτε τόν ἄφθαρτον ὡς ἐν φθορᾷ; » Ὅλος ὁ Χριστιανισμός συνεπῶς δέν εἶναι παρά ἡ ἐμπειρία τῆς πίστης ποὺ ἐπαναλαμβάνεται συνεχῶς σάν νά εἶναι ἡ πρώτη φορά, καί ποὺ ἔχει σαρκωθεῖ στίς τελετές, στό λόγο, στή μουσική καί στά χρώματα. Γιά τόν ἄπιστο ὅλα αὐτά ἴσως φαίνονται σάν χίμαιρα, ἀκούει μόνο λέξεις, βλέπει μόνο ἀκατανόητες τελετές, καί τίς ἀντιλαμβάνεται μόνο ἐπιδερμικά. Γιά τούς πιστούς ὅμως, ὅλα αὐτά ἀκτινοβολοῦν ἀπό μέσα, ὄχι ὡς ἀπόδειξη τῆς πίστης τους, ἀλλά ὡς ἀποτέλεσμά της, ὡς ζωή της στόν κόσμο, στήν ψυχή, στήν ἱστορία. Γι’ αὐτό, τό σκότος καί ἡ θλίψη τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἶναι γιά μᾶς κάτι τό πραγματικό, ζωντανό καί σύγχρονο, μποροῦμε νά κλαῖμε κάτω ἀπό τό σταυρό, καί νά δοκιμάζουμε τό καθετί ποὺ ἔλαβε χώρα σ’ αὐτόν τό θρίαμβο τοῦ κακοῦ, τῆς δολιότητας, τῆς δειλίας καί τῆς προδοσίας, μποροῦμε νά ἀντικρύζουμε τό ζωοδόχο τάφο τό Μέγα Σάββατο μέ συγκίνηση καί ἐλπίδα. Κι ἔτσι μποροῦμε κάθε χρόνο νά γιορτάζουμε τό Πάσχα, τήν Ἀνάσταση. Ἐπειδή τό Πάσχα δέν εἶναι ἡ ἀνάμνηση ἑνός γεγονότος τοῦ παρελθόντος. Εἶναι ἡ πραγματική καί χαρμόσυνη συνάντηση μ’ Αὐτόν, ποὺ οἱ καρδιές μας Τόν εἶχαν γνωρίσει καί Τόν εἶχαν συναντήσει ἀπό καιρό, ὡς ζωή καί φῶς. Ἡ νύχτα τοῦ Πάσχα μαρτυρεῖ πὼς ὁ Χριστός εἶναι ζωντανός καί βρίσκεται μαζί μας. Πὼς κι ἐμεῖς εἴμαστε ζωντανοί μαζί Του. Ὁλόκληρη ἡ γιορτή εἶναι μιὰ πρόσκληση νά κοιτάξουμε τόν κόσμο καί τή ζωή, καί νά δοῦμε τήν ἀνατολή τῆς μυστικῆς ἡμέρας τῆς Βασιλείας τοῦ φωτός. «Σήμερον ἔαρ μυρίζει», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία, «καί καινή κτίσις ἀγάλλεται…». Ἀγάλλεται μέ πίστη, ἀγάπη καί ἐλπίδα.

Ἀναστάσεως ἡμέρα,

καί λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει

καί ἀλλήλους περιπτυξώμεθα.

Εἴπωμεν, ἀδελφοί, καί τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς,

συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει,

καί οὕτω βοήσωμεν Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,

θανάτῳ θάνατον πατήσας,

καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι

ζωήν χαρισάμενος.

Χριστός ἀνέστη!