1.

Πίστη, νηστεία, προσευχή

  1. «Ἂν μπορεῖς νὰ πιστέψεις, μπορεῖς τὰ πάντα»

Ἕνα οἰκογενειακὸ δράμα ξετυλίχθηκε μπροστὰ στὰ μάτια μας στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα: Ἕνας πατέρας ἔφερε στὸν Κύριο τὸν σεληνιαζόμενο γιό του. Οἱ μαθητὲς δὲν εἶχαν κατορθώσει νὰ τὸν θεραπεύσουν. Ἀπελπισμένος ἀπὸ ὅποια ἄλλη βοήθεια ἀπευθύνεται τώρα σ᾿ Ἐκεῖνον:

–«Εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς». Ἂν μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας.

«Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάν­τα δυνατὰ τῷ πιστεύον­τι». Ὁ Κύριος τοῦ εἶ­πε τὸν ἑξῆς πο­λὺ σημαν­τι­κὸ καὶ ἀξιομνημόνευτο λόγο:

–Ἂν μπορεῖς ἐσὺ νὰ πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ πιστεύει.

Δηλαδὴ ὁ Κύριος διορθώνει τὸν ὀλιγόπιστο πατέρα. Ὄχι ἂν μπορῶ· ὅλα μπορῶ νὰ τὰ κάνω. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ποιὰ εἶναι ἡ δική μου δύναμη, ἀλλὰ ποιὰ εἶναι ἡ δική σου πίστη, ὥστε νὰ ἐνεργήσει ἡ παντοδυναμία μου στὴ ζωή σου.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξία τῆς πίστεως: «πάν­τα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Ὅποιος πιστεύει, ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ κατορθώσει διὰ τῆς πίστεως. Ἂς ἀνοίξουμε λοιπὸν τὶς καρδιές μας στὸν Κύριο. Ἂς Τοῦ δώσουμε ὅλη τὴν ἐμπιστοσύνη μας. Ἂς μὴ μᾶς χωρίζει καμία ἀμφιβολία, καμία ἐπιφύλαξη ἀπὸ Ἐκεῖνον. Διότι εἶναι ὁ πιὸ ἀξιόπιστος, εἶναι ὁ Θεός μας. Πίστη στὸν Θεό, γιὰ νὰ ζοῦμε τὸ θαῦμα τῆς θείας παρουσίας καὶ τῆς θείας δυνάμεως στὴ ζωή μας.

  1. «Βοήθησέ με νὰ πιστέψω»

Τί ἀπάντησε ὁ ταλαίπωρος πατέρας στὸν λόγο τοῦ Κυρίου; Φώναξε μὲ δάκρυα:

–«Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Πιστεύω, Κύριε. Βοήθησέ με, ν᾿ ἀ­παλλαγῶ ἀπὸ τὴν ὀλιγοπιστία μου, καὶ ἀναπλήρωσε Ἐσὺ τὴν ἔλλειψη τῆς πίστεώς μου.

Θαυμάσια ἡ ἐπίκληση τοῦ πο­νεμένου αὐ­τοῦ πατέρα· κραυ­γὴ πίστεως καὶ ὀλιγοπιστίας. Εἶναι ἡ δέηση τοῦ ὀ­λι­γόπιστου ποὺ θέλει νὰ ἔλθει στὴν πίστη· ἡ πιὸ κατάλληλη προσ­ευχὴ γιὰ ὅσους δὲν ἔχουμε δυνατὴ πίστη. Ἔτσι νὰ λέμε κι ἐμεῖς: Ναί, Κύριε, πιστεύω· πιστεύω στὴν ἀγάπη Σου, πιστεύω στὴ δύναμή Σου. Ἀλλὰ ἡ πίστη μου δὲν εἶναι δυνατὴ καὶ ἀκλόνητη. Βοήθησέ με, ἀναπλήρωσε τὸ ἔλλειμμα τῆς πίστεώς μου. Αὔξησέ την, ἐνίσχυσε, στερέωσέ την.

  1. Ὁ Κύριος τῶν πάντων

Ὁ Κύριος μετὰ τὴ συγκινητικὴ πατρικὴ ἱκεσία ἐνεργεῖ τὸ θαῦμα:

–Πονηρὸ πνεῦμα ποὺ κατέστησες τὸ παιδὶ κωφάλαλο, «ἐγώ σοι ἐπιτάσσω», βγὲς ἀπ᾿ αὐτὸ καὶ μὴν ξαναμπεῖς ποτὲ πιὰ σὲ αὐτό.

Τότε τὸ δαιμόνιο, ἀφοῦ ἔβγαλε φοβερὴ κραυγὴ καὶ σπάραξε πολὺ τὸν νέο, βγῆκε ἀπὸ αὐτόν.

«Ἐγώ σοι ἐπιτάσσω». Ποιός διέταξε; Ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Δημιουργὸς καὶ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τῆς ὁρατῆς καὶ τῆς ἀόρατης Δημιουργίας, στὸ πρόσταγμα τοῦ Ὁποίου κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθεῖ. Αὐτὸς πρόσταξε, καὶ τὸ φοβερὸ δαιμόνιο ἔφριξε καὶ ἐγκατέλειψε τὸν νέο.

Ἂς μὴ μᾶς φοβίζουν λοιπὸν οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους, οἱ δαίμονες καὶ τὰ ὄργανά τους. Εἶναι ὄντως ἀπαίσια καὶ ἀποτρόπαια τὰ ἔργα τους καὶ ἔντονη ἡ δραστηριότητά τους μέσα στὴν ἀποστατημένη κοινωνία μας. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀλήθεια ὅτι πάνω ἀπὸ ὅλους βρίσκεται ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ποὺ προνοεῖ γιὰ ὅλους. Ἐὰν καταφεύγουμε σ᾿ Ἐκεῖνον μὲ πίστη, δὲν ἔχουμε νὰ φοβηθοῦμε τίποτε. Τὸν ἑαυτό μας νὰ φοβόμαστε, μήπως μὲ τὴν τυχὸν ἀμέλεια καὶ τὶς ἁμαρτίες μας δώσουμε δικαιώματα στὸν ἐχθρὸ τῆς ψυχῆς μας. Ἐὰν ὅμως ζοῦμε κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἐὰν εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του καὶ παραμένουμε μέσα στὴ μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας Του, ὅπου δὲν μποροῦν νὰ μποῦν οἱ νοητοὶ λύκοι δαίμονες, εἴμαστε ἀπόλυτα ἀσφαλεῖς.

  1. Προσευχὴ καὶ νηστεία

Ὅταν ἀποσύρθηκε ὁ Κύριος σὲ κάποιο σπίτι, Τὸν ρώτησαν ἰδιαιτέρως οἱ μαθητὲς γιατί οἱ ἴδιοι δὲν μπόρεσαν νὰ βγάλουν τὸ δαιμόνιο. Ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε:

–«Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ δαιμονίου δὲν βγαίνει μὲ κανέναν ἄλλον τρόπο παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία.

Ἐμεῖς βέβαια δὲν ἔχουμε νὰ βγάλουμε δαιμόνια· ἔχουμε ὅμως πάθη ποὺ πρέπει νὰ νεκρώσουμε. Καὶ ἰδιαίτερα αὐτὴ τὴν περίοδο ποὺ διανύουμε, τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καλούμαστε νὰ χρησιμοποιήσουμε αὐτὰ τὰ δύο ὅπλα, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία, τὰ ὁποῖα, ὅταν συνδυάζονται, ἔχουν πολὺ μεγαλύτερη δύναμη. Διότι ἡ νηστεία βοηθάει τὴν προσευχή. Μὲ τὴ νηστεία ὁ νοῦς μπορεῖ νὰ συγκεντρωθεῖ πιὸ εὔκολα καὶ νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὸν Θεό. Ἀντίθετα τὰ πολλὰ καὶ ὡραῖα φαγητὰ ἀποχαυνώνουν τὸν ἄνθρωπο, διεγείρουν τὶς κατώτερες ὁρμὲς τοῦ σώματος καὶ σκοτίζουν τὸν νοῦ.

Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ αὐξάνει συνεχῶς τὴν πίστη μας καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ ὁλοκληρώσουμε αἰσίως καὶ καρποφόρως τὸν ἀγώνα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

2.

Ἡ πιὸ σίγουρη ὑπόσχεση

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Στὸ ὑπέροχο βιβλίο του «Κλίμαξ θείας ἀνόδου» ὁ σήμερα ἑορταζόμενος ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης μιλάει καὶ γιὰ τὸν ἀγώνα κατὰ τοῦ πάθους τοῦ ψεύδους. Καὶ παρουσιάζοντας τὶς ὀλέθριες συνέπειές του λέει: «Τὸ ψέμα εἶναι ἐξαφάνιση τῆς ἀγάπης καὶ ἡ ψευδορκία ἄρνηση τοῦ Θεοῦ». Ἀσύγκριτα μεγαλύτερη, ἑπομένως, πτώση ἀπὸ τὸ νὰ ψεύδεται κανεὶς πρὸς τοὺς ἄλλους εἶναι ἡ χρήση ψευδοῦς ὅρκου, ἀφοῦ μὲ αὐτὴν ἐμπαίζοντας ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεό, οὐσιαστικὰ τὸν ἀρνεῖται καὶ ἀποξενώνεται ἀπὸ Αὐτόν.

Ἡ συγκατάβαση τοῦ θείου ὅρκου

Ὁ ὅρκος ἦταν ἕνα μέσο ἐπιβεβαίωσης τῆς ἀλήθειας ἀνεκτὸ στὸν Μωσαϊκὸ νόμο λόγω τῆς πνευματικῆς νηπιότητας τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἀνεχόταν νὰ καλεῖται ὡς μάρτυρας γιὰ νὰ στηρίζει τὴν κλονισμένη ἀξιοπιστία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Μετὰ τὴν Ἐνανθρώπησή του, βέβαια, ὁ Χριστὸς περιμένει ἀπὸ τὸν ἀναγεννημένο ἄνθρωπο νὰ εἶναι τόσο φιλαλήθης, ὥστε τὸ «ναὶ» του νὰ εἶναι ὄντως «ναὶ» καὶ τὸ «ὄχι» του ὄντως «ὄχι»· καί, ἑπομένως, σὲ μία τέτοια εὐθύτητα συνείδησης καὶ λόγων ὁ ὅρκος περιττεύει καὶ τελικὰ ἀπαγορεύεται.

Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅμως, ὁ Θεὸς ἀπὸ ἄκρα συγκατάβαση στὴ δυσπιστία μας καταδέχτηκε νὰ χρησιμοποιήσει τὰ δεκανίκια τοῦ ὅρκου, γιὰ νὰ βεβαιώσει τὴν ἀλήθεια τῶν ὑποσχέσεών του. «Ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι», λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «εἶναι ὄχι μόνο ὀλιγόπιστοι ἀλλὰ καὶ ἄπιστοι, ὁ Θεὸς συγκαταβαίνει στὰ μέτρα τους· μολονότι εἶναι ὑποτιμητικὸ γι’ Αὐτὸν τὸ νὰ μὴν τὸν ἐμπιστεύονται, ὁρκίζεται γιὰ χάρη τους». Καί, ὅπως μᾶς θυμίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε κανέναν μεγαλύτερό του στὸν ὁποῖο νὰ ὁρκιστεῖ, ὁρκίστηκε στὸν Ἑαυτό του», γιὰ νὰ βεβαιώσει τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωσε στὸν Ἀβραάμ.

Ἡ ἀπαραίτητη συνεργασία

Φυσικά, αὐτὰ τὰ δύο πράγματα, ἡ ὑπόσχεση καὶ ἡ διὰ τοῦ ὅρκου ἐπιβεβαίωσή της, δὲν ἀφήνουν μὲν κανένα περιθώριο ὅτι μπορεῖ νὰ ψεύδεται ὁ Θεός· ἀλλά, ὅσο καὶ νὰ εἶναι «ἀμετάθετα», δὲν εἶναι ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπαγγελίας. Χρειάζεται καὶ ἡ δική μας συνεργασία, ποὺ συνίσταται στὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, στὴν ὑπομονὴ καὶ σὲ καρτερία ποὺ δὲν κάμπτεται, ἀκόμα κι ὅταν ὅλα συνωμοτοῦν, γιὰ νὰ μᾶς σβήσουν τὴν ἐλπίδα. Ὅταν ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε στὸν Ἀβραὰμ τὴ γῆ Χαναὰν καὶ ἀμέτρητο πλῆθος ἀπογόνων, ἐκεῖνος συνέχιζε νὰ μένει σὲ σκηνὲς περιπλανώμενος, καὶ ἡ Σάρρα εἶχε γεράσει στείρα. Παρὰ ταῦτα, ὁ ἅγιος πατριάρχης οὔτε στιγμὴ δὲν ἄφησε νὰ κλονιστεῖ ἡ πίστη του στὸν Θεό, οὔτε κι ὅταν ὁ Θεὸς ἀργότερα τοῦ ζήτησε νὰ θυσιάσει τὸ παιδί του. Καὶ ἀφοῦ πέρασε τὶς πιὸ σκληρὲς «ἐξετάσεις» πίστης μὲ «ἄριστα», ὄχι ἁπλῶς ἀπόλαυσε πλούσια τὴν ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐπαγγελιῶν, ἀλλὰ τιμήθηκε μὲ τὸ νὰ ὀνομάσει ὁ Χριστὸς τὸν Παράδεισο «ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραὰμ» καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος νὰ τὸν ἀποκαλέσει «πατέρα πάντων τῶν πιστευόντων».

Ἔτσι, πνευματικοὶ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ εἴμαστε ὅλοι οἱ πιστοί, «οἱ κατὰ πίστιν αὐτῳ ἐξομοιούμενοι» (Ζιγαβηvός). Στὸν βαθμὸ ποὺ τοῦ μοιάζουμε στὴν πίστη μὲ τὴν ὁποία καταφεύγουμε στὸν Θεό, μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἀπολαύουμε τὴν παρηγοριά, τὸ θάρρος καὶ τὴ σιγουριὰ μιᾶς ἐλπίδας τόσο σταθερῆς, ὅσο εἶναι ἡ ἄγκυρα γιὰ τὸ καράβι, ποὺ τὸ κρατάει μὲ ἀσφάλεια στὸ λιμάνι προστατευμένο ἀπὸ φουρτοῦνες. Ἡ ἄγκυρα, βέβαια, τῆς δικῆς μας ἐλπίδας δὲν μᾶς κρατάει ἁπλῶς στὴ σχετικὴ ἀσφάλεια ἑνὸς λιμανιοῦ. Δὲν κρατιέται ἀπὸ ἄμμο ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Κύριο τῆς δόξης, ὁ Ὁποῖος δὲν κάθεται σὲ πυθμένα ἀσταθὴ ἀλλὰ ἔχει εἰσέλθει στὸν Οὐρανὸ πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξει δρόμο καὶ νὰ μᾶς ἑτοιμάσει τόπο. Καὶ μπῆκε ἐκεῖ ὁ Χριστὸς ὡς θεάνθρωπος πλέον, ὄχι μόνο γιὰ νὰ εἶναι Βασιλέας μας ἀλλὰ καὶ Αἰώνιος Ἀρχιερέας μας, προσφέροντας ἀκατάπαυστα τὸν Ἑαυτὸ του θυσία γιὰ τὸν ἁγιασμό μας καὶ τὴ σωτηρία μας.

Ὀρθόδοξη «μεταφυσικὴ»

Αὐτὸ τὸ κήρυγμα τῆς ἐλπίδας στὴν ἐπηγγελμένη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ συκοφαντήθηκε ὅτι δῆθεν «ἐξορίζει» τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸ ἐδῶ καὶ τὸ τώρα· καὶ ὅτι προσφέρει ὡς λύση στὴν ταλαιπωρία τῆς ἐπίγειας ζωῆς τὴν ὑπόσχεση γιὰ μακαριότητα σὲ μία μετὰ θάνατον ζωή. Ὁ Βάρναλης σατίρισε μία τέτοια ἀντίληψη στὸ ποίημά του «Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου», παρουσιάζοντας ἕναν γάϊδαρο νὰ λέει «ἀντραλίζομαι, πεινῶ» καὶ ἕναν παπᾶ νὰ τοῦ ἀπαντάει «σούτ, θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!» Μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴ διαστρέβλωση, ποὺ διακρίνει τόσο στεγανὰ τὴν ἐπὶ γῆς ζωὴ ἀπὸ τὴν οὐράνια καὶ σχετικοποιεῖ ἀπελπιστικὰ τὴ σημασία τῆς πρώτης, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος φυσικὰ στέκεται μὲ ἀποτροπιασμό. «Ἂν ὑπάρχει μία ἁμαρτία κατὰ τῆς ζωῆς», γράφει ὁ φιλόσοφος Καμύ, «δὲν εἶναι τόσο τὸ νὰ ἀπελπιστοῦμε ἀπὸ αὐτή, ὅσο τὸ νὰ ἐλπίσουμε σὲ μίαν ἄλλη ζωὴ· τὸ νὰ ἀφήσουμε νὰ ξεκλέψει τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὴ συγκεκριμένη ζωὴ τὸ μεγαλεῖο μιᾶς δῆθεν αἰώνιας ζωῆς». Καὶ στὸ ὄνομα τῆς καθημερινῆς, χειροπιαστῆς ζωῆς, ὁ Καμὺ ἀρνεῖται νὰ πιστέψει σὲ μίαν ἄλλη, ὡραία ἔστω καὶ αἰώνια, ἀλλὰ πάντως «ἄλλη» ζωή.

Σίγουρα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήνουμε τὴ μαρτυρία «περὶ τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» νὰ ξεπέφτει σὲ μία στείρα μεταφυσική, ποὺ ἀμπελοφιλοσοφεῖ ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ ἐπέκεινα, ξεχνώντας ὅτι δὲν ἔχουμε δύο ζωὲς ἀλλὰ μία. Ζωὴ μας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος «σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Καὶ τὸ κορυφαῖο δῶρο τῆς Σταυρικῆς του θυσίας εἶναι ἕνα Δεῖπνο, ὅπου γίνεται γιὰ ἐμᾶς Βρώσιμος καὶ Πόσιμος ἐδῶ καὶ τώρα. Θὰ τὸ διακηρύξει ὁ ἅγιος Ἰωάννης: «Ναί, βρισκόμαστε ἀκόμα στὸν κόσμο. Δὲν ἀναχωρήσαμε ἀκόμα ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Κι ὅμως, μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀπολαμβάνουμε ἤδη τὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν κληρονομία τῆς Βασιλείας του».

3.

Μὲ τὴν προσευχητική ἄσκηση στὴν πίστη

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου)

Σημαντική ἡ σημερινή Κυριακή, καθώς ἡ Ἐκκλησία μας ἔρχεται νά ἀναδείξει μιά μορφή ὑπεροχική στή χορεία τῶν Ἁγίων της, τόν ὅσιο Ἰωάννη, ἡγούμενο τῆς Μονῆς Σινᾶ καί συγγραφέα τοῦ ἀσκητικοῦ βιβλίου πού εἶναι γνωστό ὑπό τόν τίτλο «Κλῖμαξ». Μάλιστα δε, λόγῳ τῆς σπουδαιότητας τοῦ βιβλίου, ὁ τίτλος προσδιορίζει πλέον καί τόν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος εἶναι καταχωρημένος στίς ἁγιολογικές δέλτους, ὡς ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Γι’ αὐτό καί σήμερα προβάλλεται οὐσιαστικά τόσο τό πρόσωπο τοῦ Ὁσίου, ὅσο καί τό βιβλίο, ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο θέλει νά τό ὑποδείξει ὡς ἀπαραίτητο ἀνάγνωσμα γιά τόν κάθε χριστιανό, ἀλλά συνάμα ἐπιθυμεῖ νά ὑπογραμμίσει τό γεγονός τῆς ἄσκησης ὡς ἀπαραίτητου στοιχείου τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Μᾶς τονώνει ἔτσι στήν ἀγωνιστική πορεία μας πρός τό Πάσχα, καθώς ὅσο προχωρᾶ ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀνθρώπινο εἶναι κάποιοι νά λιποψυχοῦν καί νά χρειάζονται ἐνίσχυση.

Μέ ἀφετηρία τήν ἄσκηση

Γιά νά ἀναδείξει τό σημαντικό τῆς ἄσκησης στήν πορεία μας πρός τόν Θεό Πάτερα καί τήν ἀξία της στή διατήρηση μιᾶς οὐσιαστικῆς σχέσης μαζί του, ἡ Ἐκκλησία ἐπιλέγει τή σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς μιλᾶ γιά προσευχή καί νηστεία, ὡς ὅπλων τά ὁποῖα ὅταν συνδυάζονται ἐπιφέρουν σπουδαία νίκη κατά τῶν δαιμόνων.

Ἡ ἀναφορά βεβαίως γίνεται ἐξαιτίας τῆς ἀδυναμίας τῶν μαθητῶν νά ἐκβάλουν ἕνα δαιμόνιο ἀπό ἕνα δυστυχισμένο νέο, τόν ὁποῖο ὁ πατέρας του στή συνέχεια ἀναγκάζεται νά φέρει μπροστά στόν Κύριο. Παράξενο! Οἱ μαθητές ἦταν οἱ ἴδιοι πού εἶχαν ἐπιτελέσει τόσα θαύματα, ἰδίως ὅταν ὁ Χριστός τούς χώρισε σέ ὁμάδες τῶν δύο καί τούς ἔστειλε ἀνά τήν Ἰουδαία, θά λέγαμε σέ μία ἐκπαιδευτική ἀποστολική περιοδεία. Τότε, ἀλλά καί στή συνέχεια, πῶς τά κατάφεραν ἀλλοῦ καί τώρα ἀποτυγχάνουν; Εἶναι σαφής ἡ πρόθεση τοῦ Κυρίου νά καλλιεργήσει πνεῦμα ταπεινοφροσύνης στούς μαθητές του, ὥστε νά συνειδητοποιήσουν ὅτι ἡ δύναμη πού κατεῖχαν δέν ἦταν δική τους, ἀλλά «ἄνωθεν δώρημα τέλειον».

Ὄχι, ὅμως, μόνον αὐτό. Ὁ Χριστός θέλει νά τονίσει στούς δικούς του ἀνθρώπους, σέ αὐτούς πού ἦταν γνωστοί ὡς μαθητές του, σέ αὐτούς πού εἶχαν διακριθεῖ γιά τήν ἀγαθή τους προαίρεση καί τήν πνευματικότητα, πώς δέν ἐπιτρέπεται νά ἐφησυχάζουν, ἀλλά ὀφείλουν διαρκῶς νά ἀγωνίζονται γιά πνευματική προκοπή, καθώς ἡ στασιμότητα σημασιοδοτεῖ πνευματική παθογένεια. Καί ὡς λεπτή πνευματική ἐργασία, ἄξια νά συνοδεύει τόν χριστιανό στό σύνολο τῆς ζωῆς του, ἀλλά καί ὡς ἀσφάλεια στούς πνευματικούς κινδύνους, ὀ Χριστὸς μᾶς προτείνει τόν συνδυασμό νηστείας καί προσευχῆς, ἀρετές πού ἔκτοτε συναπαρτίζουν τή βάση αὐτοῦ πού ὀνομάζουμε ἀσκητική τῆς Ὀρθοδοξίας. Δέν εἶναι τυχαῖο πώς ὅσοι κατατάσσονται στά ἀγγελοειδῆ μοναστικά τάγματα, καλοῦνται ν’ ἀφιερώσουν τή ζωή τους στό νά φθάσουν μέ τή χρήση ἀσκητικῶν παλαισμάτων καί κυρίως τῆς νηστείας, σέ κατάσταση προσευχητική, ὡς προϋπόθεση ἁγιασμοῦ καί θέωσης.

Ἡ τόνωση τῆς πίστης

Καί κάτι ἄλλο συμβαίνει στή σημερινή περικοπή πού εἶναι ἐνδεικτικό τῆς ὠφέλειας ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν προσευχή. Ὁ Χριστός ἀγανακτεῖ καί λέει σκληρή φράση κατά τῆς ἀπιστίας τῆς γενιᾶς ἐκείνης. Κι ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί ἐμμέσως, πλήν σαφῶς, ἐπιτιμᾶ τόν πατέρα τοῦ δαιμονισμένου νέου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ πρῶτα παραπονέθηκε γιά τήν ἀδυναμία τῶν μαθητῶν νά θεραπεύσουν τό παιδί του, στή συνέχεια ἐκφράζει ἀμφιβολίες ἀκόμη καί γιά τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ μέ τή χαρακτηριστική φράση «εἴ τι δύνασαι», δηλαδή ἄν μπορεῖς νά κάνεις κάτι.

Ὁ Χριστός σ’ αὐτόν τόν ὑποθετικό λόγο ἀπαντᾶ μ’ ἕναν ἄλλο ὑποθετικό λόγο: «Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι», δηλαδή ἄν μπορεῖς καί σύ νά πιστέψεις! Γιά νά συνέλθει ὁ πατέρας ἐκεῖνος ἀπό τήν προσβλητική τακτική του καί νά φωνάξει «πιστεύω Κύριε, βοήθησέ με ν’ ἀπαλλαγῶ ἀπό τήν ὀλιγοπιστία μου καί ἀναπλήρωσε Σύ τήν ἔλλειψη τῆς πίστης μου». Κι αὐτή ἡ προσευχητική ὁμολογία ἦταν πού τελικά βοήθησε τό παιδί καί ἐπέτρεψε στόν Κύριο νά κάνει τό θαῦμα.

Ἄς προσέξουμε πώς στή σύνολη περικοπή συμπλέκονται ἡ ἄσκηση, ἡ προσευχή κι ἡ πίστη. Ἡ ἀποτυχία τῶν μαθητῶν νά θεραπεύσουν τόν νέο ὀφείλεται τόσο σέ δίκη τους ἀμέλεια περί τήν προσευχητική ἄσκηση, ὅσο καί σέ ὀλιγοπιστία τοῦ πατέρα. Ἡ προσπάθεια τῶν μαθητῶν νά θεραπεύσουν τόν νέο προδίδει μιά αὐτοπεποίθηση καί ἐξοικείωση ἀσυγχώρητη, καθώς δέν πορεύονται μέ κυρίαρχη τήν πίστη τους στή θεία παντοδυναμία, ἀλλά μέ κυρίαρχη τήν ἐμπιστοσύνη στούς ἑαυτούς τους. Γι’ αὐτό καί συστέλλοντας ὁ Ἅγιος Θεός τό χάρισμα πού τούς εἶχε δώσει, ἐπιτρέπει νά γίνουν ρεζίλι γιά νά ὀρθοφρονήσουν καί νά καθοδηγηθοῦν σέ περισσότερη νηστεία καί προσευχή. Ὁ πατέρας τοῦ νέου δέν τόν φέρνει μέ καλοπροαίρετη πεποίθηση καί ἐμπιστοσύνη, ἀλλά μέ ἐπιφύλαξη καί διασταγμό. Μόνον δέ ὅταν ὁδηγεῖται νά προσευχηθεῖ δυνατά ζητώντας τήν τόνωση τῆς πίστης του, λαμβάνει ἀπάντηση καί κερδίζει τό ποθούμενο.

Ἀδελφοί, ποτὲ δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρισμένη ἡ πίστη ἀπό τήν προσευχή καί τήν ἄσκηση, ἀλλιῶς δέν μποροῦν νά ὠφελήσουν. Πνευματική ζωή σημαίνει συστηματική οἰκοδόμηση στό θεμέλιο τῆς πίστης μέ ἄσκηση καί προσευχή, κάτι τό ὁποῖο σημασιοδοτεῖ τό ὀρθόδοξο ἦθος, προσπορίζει σωτηρία καί χαρακτηρίζει τήν ἁγιότητα!

4.

Πιστεύω, Κύριε, βοήθα με στὴν ἀπιστία μου

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης, βλέπουμε νὰ ἔρχονται ἢ νὰ φέρνουν στὸν Κύριο ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἰάσης – τῆς ἴασης ἀπὸ σωματικὲς ἀσθένειες, ἀπὸ τὴν δυστυχία, ἀπὸ τὸν πόνο, τὴν ἀγωνία τῆς ζωῆς. Καὶ κάθε φορὰ ὁ Χριστὸς τοὺς λέει, «Πιστεύεις ὅτι μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό; » Καὶ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ὁ ἄνδρας ποὺ ρωτήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο ἂν πιστεύει σὲ σχέση μὲ τὸν ἀσθενὴ υἱὸ του εἶπε, «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ μου». Ἀλλὰ ἐὰν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ὁ Κύριός μας ἔχει τὴ δύναμη νὰ σώσει, ὑπάρχει κάτι περισσότερο σὲ αὐτό. Ἐπειδὴ εἶναι ἀναμενόμενο νὰ πιστέψουμε ὄχι μόνο στὴν Θεϊκὴ δύναμη, ἀλλὰ στὴν Θεϊκὴ συμπόνια.

Τὸ κείμενο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου μᾶς μιλάει γιὰ τὸ ἔλεος. Ἔλεος σημαίνει τρυφερότητα, φροντίδα, ἀλλὰ πέρα ἀπ’ αὐτό, ὑπάρχει αὐτὴ ἡ σπουδαία, καὶ κατὰ ἕναν τρόπο τρομακτικὴ λέξη, «συμπόνια», ποὺ σημαίνει ἑτοιμότητα, καὶ πράγματι ὄχι μόνο ἑτοιμότητα ἀλλὰ τὴν πραγματικότητα νὰ ὑποφέρει κανείς, ἀναλαμβάνοντας μαζὶ τὸν πόνο ἑνὸς ἄλλου προσώπου. Καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ στὴν πραγματικότητα ἔκανε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἐνσάρκωσή Του. Δὲν ἐνδύθηκε μόνο τὴν ἀνθρώπινη φύση σ’ ὅλη τὴν ἀδυναμία της, ἀλλὰ ὅλο τὸν πόνο, τὰ βάσανα, τὴν ἀγωνία τοῦ καθένα ἀπὸ ἐμᾶς. Καὶ ἐὰν στρεφόμαστε σ’ αὐτὸν ζητώντας Του νὰ μᾶς θεραπεύσει, νὰ μᾶς βοηθήσει, αὐτὸ ποὺ ἀληθινὰ θέλουμε νὰ ποῦμε εἶναι, «Πιστεύω, Κύριε, ὅτι ἡ ἀγάπη Σου εἶναι τέτοια ὥστε δὲν ὑπάρχει πόνος τοῦ νοῦ, καμιὰ ἀγωνία τοῦ νοῦ, κανένας σωματικὸς πόνος ποὺ νὰ μὴν συμμετέχεις. Ναί, Ἐσὺ σταυρώθηκες, δὲν μοιράστηκες μοναχὰ τὸν θάνατό μας, ἀλλὰ τὸν πόνο ποὺ καίει σὲ κάθε καρδιὰ καὶ ξεσχίζει κάθε μέλος τοῦ σώματος.» Μποροῦμε νὰ στραφοῦμε στὸν Θεὸ ὅταν βρισκόμαστε σὲ ἀνάγκη καὶ νὰ ποῦμε, «Κύριε, ἔχω ἐμπιστοσύνη στὴν συμπόνια Σου. Πιστεύω ὅτι ὅποτε ὑποφέρω, δίκαια ἢ ἄδικα, ἀπὸ δικό μου φταίξιμο ἢ ὄχι, Ἐσὺ ὑποφέρεις μαζί μου, μοιράζεσαι τὴν ἀγωνία μου· καὶ ἡ ἀγωνία Σου εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν δική μου, ἐπειδὴ γνωρίζεις περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, τί θὰ μποροῦσα νὰ εἶμαι στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα.»

Καὶ ἔτσι ὅταν ἔχουμε ἀνάγκη τὸ θεῖο ἔλεος ἢ τὴ θεία βοήθεια, ἂς μὴν στραφοῦμε ἁπλὰ σὲ Ἐκεῖνον γιὰ νὰ τοῦ ποῦμε, «Κύριε, βρίσκομαι σὲ ἀνάγκη καὶ ἔχεις Ἐσὺ τὴ δύναμη», ἂς στραφοῦμε καὶ ἂς ποῦμε, «Γνωρίζω, Κύριε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα, πόνος, ἀγωνία ποὺ νὰ μὴν μοιράζεσαι μὲ μένα· λατρεύω τὴν ἀγάπη Σου, γονατίζω μπροστὰ στὸν σταυρό Σου, δέχομαι τὸν τρόμο νὰ μοιράζομαι μὲ Σένα τὸν πόνο μου, ἐπειδή, πιστεύω τόσο βαθιά, ἐξ ὁλοκλήρου στὴν συμπόνια Σου, δώρισέ μου νὰ μοιράζομαι τὴν ὁλότητά Σου». Ἀμὴν

5.

Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ (Μάρκ. θ, 17-31)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

‹‹Ἐπετίμησεν τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ››

Οἱ ἐπιβουλὲς τῶν δαιμόνων ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πολλές. Πολὺ περισσότερες ὅμως εἶναι οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Ἐὰν δὲν ἐρχόταν ὁ Θεὸς νὰ γίνει σύμμαχος τοῦ ἀνθρώπου, θὰ καταστρεφόταν τὸ γένος μας, ἐπειδὴ τὸ πολιορκεῖ ἀσταμάτητα ὁ πονηρός. Δὲν ὑπῆρχε καιρὸς καὶ χρόνος ποὺ νὰ μᾶς εἶχε ἀφήσει ἐλεύθερους καὶ ἀνεπηρέαστους ὁ διάβολος. Εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν δημιουργὸς καὶ αἴτιος ὅλων τῶν συμφορῶν μας, γράφει ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμέας. Ὁ Κύριος σήμερα κατήργησε τὴ δύναμη τοῦ ἀντιδίκου τῆς σωτηρίας μας, θεραπεύοντας τὸ παιδὶ τοῦ ὀλιγόπιστου πατέρα.

Ἡ ὀλιγοπιστία εἶναι ἄρρωστη πνευματικὴ κατάσταση

Πράγματι ὁ πατέρας ἦταν ὀλιγόπιστος κι αὐτὸ ἦταν ἕνας λόγος ποὺ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ δὲν μπόρεσαν νὰ θεραπεύσουν τὸ παιδί. Ναὶ μὲν πῆγε σ’ αὐτοὺς γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσουν, ἀλλὰ μέσα του δὲν πίστευε ἀκράδαντα ὅτι μποροῦν. Φαίνεται αὐτὸ κι ἀπὸ τὰ λόγια του: ‹‹…εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσιν καὶ οὐκ ἴσχυσαν›› (Μάρκ. 9,18) δηλ. Ἁπλῶς τὸ ἔφερε στοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς εἶπε ἁπλὰ καὶ ἄχρωμα νὰ τὸ θεραπεύσουν. Δὲν ἱκέτευσε, δὲν παρακάλεσε, δὲν ἔκλαυσε γιὰ τὸ παιδί του, ὅπως π.χ. ἡ Χαναναία γυναίκα γιὰ τὴν θυγατέρα της ποὺ ἦταν κι αὐτὴ δαιμονισμένη. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἔνσαρκη παρουσία Του, ἀναγκαζόταν νὰ συναναστρέφεται καὶ μὲ μὴ ἀγαθοὺς ἀνθρώπους, προκειμένου νὰ τοὺς διορθώσει. Γιὰ τὸν Χριστὸ δὲν ἦταν τόσο βαρὺ γεγονὸς ὁ Σταυρός Του, αὐτὸ μᾶλλον ἐπιθυμητὸ ἦταν, ὅσο τὸ νὰ εἶναι ἀνάμεσα σὲ ἁμαρτωλοὺς ‹‹τὸ εἶναι μετ’ αὐτῶν βαρύ››, τονίζει ὁ ἅγιος Κύριλλος. Ὁ πατέρας τοῦ νέου ἦταν καὶ ἄπιστος καὶ διεστραμμένος. Βέβαια δὲν πλασθήκαμε ἀπ’ τὸν Θεὸ κακοί, μᾶς ἔκανε ἔτσι ἡ ἁμαρτία. Λαθραία μπῆκε ἡ ἁμαρτία στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀλλοίωσε.

Τὸ πρόσωπο τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ

Τὸ πρόσωπο τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ εἶναι τραγικό. Τὸ δαιμόνιο ποὺ κατέβαλε τὸν νέο, ἦταν φοβερό. Ἔμοιαζε σὰν ἕνα μεγάλο βουνὸ ποὺ χρειαζόταν πίστη γιὰ νὰ τὸ μετακινήσει κάποιος, ὅπως λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος (κεφ. 17, 20). Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὸ ὀνομάζει ‹‹παγχάλεπον››. Ἐνεργοῦσε ἐπάνω του κατὰ τὴν περίοδο τῆς σελήνης καὶ τοῦ εἶχε ἀφαιρέσει τὴν ὁμιλία καὶ τὴν ἀκοή. Ἄλλο πράγμα ὁ ψυχοπαθὴς κι ἄλλο ὁ δαιμονισμένος. Ὁ ἕνας πάσχει ἀπὸ ἀρρώστια κι ὁ ἄλλος ἀπὸ δαιμονικὴ ἐπήρεια. Ὁ δαιμονισμένος ἔχει προβλήματα ποὺ δημιουργοῦνται ἀπὸ τὸ διάβολο, ἐνῶ ὁ ψυχοπαθὴς ἀπὸ τὴν ἀλλοίωση σωματικῶν του λειτουργιῶν.

Ἡ θεραπεία τοῦ νέου

Ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ διαλύσει τὴν ψευδῆ ἐντύπωση τοῦ πλήθους πὼς καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ἀνίκανος νὰ θεραπεύσει τὸ παιδί, ὅπως καὶ οἱ μαθητές του, ἀμέσως διέταξε τὸ δαιμόνιο νὰ βγεῖ καὶ νὰ ἀναχωρήσει ‹‹ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθεις εἰς αὐτόν›› (Μάρκ. 9,25). Ὁ Κύριος εἶχε ἐξουσία θεοπρεπῆ, ὄχι ὅπως οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. Ὡς κυρίαρχος καὶ δεσπότης συμπεριφερόταν στοὺς δαίμονες γιατί ἤθελε νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἐπήρειά τους. Μᾶς ἔδωσε καὶ τὰ ὅπλα νὰ τοὺς πολεμήσουμε, δηλ. τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία (στίχ. 29).

Τὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου

Τὰ πάθη, οἱ ἁμαρτίες μας καὶ οἱ δαιμονικὲς ἐπήρειες μοιάζουν σὰν μεγάλα βουνά. Τέτοιες καταστάσεις εἶναι ὁ θυμός, οἱ σαρκικὲς ἐπιθυμίες, ἡ ἀρχομανία κ. ἄ. Ὅλα αὐτὰ ἔχουν φοβερὴ στερεότητα κι ἀντοχὴ μέσα μας. Ὁ διάβολος εἶναι τὸ ὄρος τῆς ὑπερηφάνειας. Μᾶς χρειάζεται πίστη, γιὰ νὰ ἔχουμε παρρησία στὸ Θεὸ καὶ γιὰ νὰ δώσουμε τὸ δικαίωμα στὸν Κύριο νὰ ἐνεργήσει εὐεργετικὰ ἐπάνω μας. Ἡ μικρὴ ζωντανὴ πίστη θὰ μετακινήσει ὅλα τὰ πονηρὰ ὑψώματα μέσα μας. Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ τρέφουμε ὀλιγοπιστία ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τὴ διδασκαλία του. Ὅσο πιὸ ταπεινοὶ εἴμαστε, τόσο πιὸ πολύ μᾶς τειχίζει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου.

Ἀδελφοί μου,

Ἂς ἱκετεύσουμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ τὰ πάθη, ὅπως καθάρισε τὸν νέο τοῦ Εὐαγγελίου.

6.

Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

«Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Τὴ δύναμη καὶ τὴν ἀξία τῆς προσευχῆς ὑπαινίσσεται ἡ φράση αὐτὴ τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος μέσα ἀπὸ τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ. Γιὰ τὴν προσευχὴ ὁ σημερινὸς ἑορταζόμενος ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γράφει ὅτι εἶναι «Θεοῦ τυράννος εὐσεβής», δηλαδὴ ἕνας εὐσεβὴς τύρανvος τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἡσυχάσει.

Ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ διδασκαλία τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, θεωρεῖ τὴν προσευχὴ φυσικὴ ἐκδήλωση τῆς ψυχῆς, ζωτικὴ ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ ὕψιστο ὅσο καὶ μοναδικὸ προνόμιο τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ αὐτό, γιατί ἡ προσευχὴ ἔχει τὴ ρίζα της στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖ ἀκοῦμε τὸν Θεὸ νὰ λέει μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;», Ἀδὰμ ποῦ εἶσαι; Εἶναι ὁ διάλογος τῆς προσευχῆς ποὺ ἐγκαινιάσθηκε τότε καὶ συνεχίζεται μέχρι σήμερα καὶ ὅσο θὰ ὑπάρχει σήμερα στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί τί ἄραγε εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ συνομιλία καὶ ὁ διάλογος τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἡ περιπετειώδης πορεία τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποξενώθηκε. Ὁ λόγος καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς προσευχῆς εἶναι θέμα βαθὺ καὶ ἀνεξερεύνητο. Εἶναι τόσο γνωστὸ ὅσο καὶ ἄγνωστο, γιατί συνδέεται μὲ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ μυστήριο τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.

Στοιχεῖα τῆς προσευχῆς

Σὲ πολλὲς περιπτώσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης διαβάζουμε ὅτι ἀπαραίτητα στοιχεῖα τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἐπιμονή. Ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτοπαράδοση στὴν ἀγάπη του. Σὲ πολλὰ περιστατικὰ τῶν εὐαγγελίων βλέπουμε τὸν Χριστὸ νὰ θέτει παιδαγωγικὰ ἐμπόδια στὴν ἱκανοποίηση τῶν αἰτημάτων τῶν ἀναξιοπαθούντων ἀνθρώπων. Ὅμως γνωρίζει ἡ πίστη νὰ μάχεται μὲ ὅλα καὶ νὰ νικᾶ. Ἡ ἄρνηση τοῦ Κυρίου νὰ θεραπεύσει τὴν ἀσθένεια συνήθως δοκιμάζει τὴν πίστη, θερμαίνει τὴν προσευχή, ἀποδεικνύει τὴν ταπείνωση καί, τελικά, ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα καὶ τὴ σωτηρία. Μόνο οἱ δυνατὲς προσευχὲς μὲ θερμὴ πίστη καὶ ἀληθινὴ ἐπιμονὴ σπάζουν ὅλους τους φραγμοὺς καὶ τὰ ἐμπόδια καὶ ἀνοίγουν τὶς πύλες τοῦ οὐρανοῦ. «Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε- κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν· πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται. ἤ τὶς ἐστὶν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος, ὅν αἰτήσει ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ;» (Μτ. 7,7-9). Ὁ πιστὸς ἔχει τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός, στὴν παγγνωσία Του, ξέρει καλὰ τὶς ἀνάγκες καὶ τὰ αἰτήματα τῶν ἀνθρώπων. Δὲν περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς νὰ μάθει τί ζητᾶμε. Ὅμως ἐμεῖς οἱ πιστοὶ ἔχουμε τὴ συναίσθηση ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Ἐκεῖνος εἶναι ὁ πατέρας μας. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ σχέση μᾶς δίνει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐμπιστευόμαστε.

Μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ πέφτουμε στὴν ἀγκαλιά Του καὶ ζητᾶμε νὰ μὴ μᾶς ἐγκαταλείψει τὸ ἔλεος καὶ ἡ χάρη Του, γιατί ὑπάρχουμε καὶ ζοῦμε ἀπὸ Ἐκεῖνον. Γιατί χωρὶς Αὐτὸν τὰ πάντα σκοτεινιάζουν, καταρρέουν καὶ ἐκμηδενίζονται «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ὁμολογοῦμε μὲ ταπείνωση ὅτι «Σοὶ μόνῳ ἁμαρτάνομεν ἀλλὰ καὶ Σοὶ μόνῳ λατρεύομεν». Ἡ προσευχὴ μᾶς συνδέει καὶ μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν Θεό. Γίνεται μητέρα κάθε ἀρετῆς ποὺ θωρακίζει τὸν ἑαυτό μας μὲ τὴν καλύτερη πανοπλία. Ὅποιος δὲν νιώθει τὴν ἀνάγκη ἀλλὰ καὶ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς ἐπιβεβαιώνει τὸν λόγο τῆς Ἀποκάλυψης «ὄνομα ἔχει ὅτι ζῇ» (Ἀπ. 3,1), ἀλλὰ ὅμως εἶναι νεκρός. Εἶναι καρδιὰ χωρὶς παλμούς, ψυχὴ χωρὶς πνοή.

Τὸ κενό της σιωπῆς τοῦ Θεοῦ

Καὶ ὅμως ὑπάρχουν στιγμὲς στὴ ζωή μας ποὺ ἀπογοητευόμαστε. Σὲ κάποιες δύσκολες ὧρες σκληρῆs δοκιμασίας ρωτᾶμε τὸν Θεὸ γιατί, καὶ Ἐκεῖνος δὲν μᾶς ἀπαντᾶ. Ἐμεῖς χτυπᾶμε τὴν πόρτα Του καὶ Ἐκεῖνος δὲν μᾶς ἀνοίγει. Τὸ κενό τῆς σιωπῆς τοῦ Θεοῦ μᾶς κλονίζει. Τότε ἂς ἀναρωτηθοῦμε μήπως «αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε» (Ἰακ. 4,9). Μήπως εἶναι ἐσφαλμένος ὁ χρόνος καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς προσευχῆς μας; Ἄραγε αὐτὰ ποὺ ζητᾶμε μᾶς ὠφελοῦν ἤ μᾶς ζημιώνουν;

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὴν ἀπάντηση τὴ γνωρίζει μόνο ὁ Θεός. Κάποτε τὸ ὄχι τοῦ Θεοῦ μᾶς λέει «οὐκ εἰσὶν αἱ βουλαί μου ὥσπερ αἱ βουλαὶ ὑμῶν» (Ἠσ. 55,8). Τότε ὑπακοῦμε στὸ θέλημά Του καὶ ἀλλάζουμε τὸ δικό μας. Ἀνακατατάσσουμε τὶς προτεραιότητες καὶ τὰ σχέδια τῆς ζωῆς μας. Καὶ τότε ἡ προσευχὴ μᾶς ὡριμάζει καὶ μᾶς ὠφελεῖ περισσότερο. Γι’ αὐτὸ ἂς μὴν τὴν ἐγκαταλείπουμε ποτέ. Ἀμὴν

7.

Θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου υἱοῦ (Μάρκ. 9,14-29)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

  1. Θεραπεία τοῦ Σεληνιαζομένου υἱοῦ; Ματθ. 17,14-21. Μᾶρκ. 9,14-29 Λουκ. 9,37~43*

«Ἐγένετο δὲ τῇ ἑξῆς ἡμέρᾳ» τὴν ἑπομένην δηλαδὴ ἡμέραν ἀπὸ τῆς μεταμορφώσεώς Του «κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους συνήντησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς». Ὁ Κύριος μετὰ τῶν τριῶν μαθητῶν Του κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ ὄρους εἰς τοὺς πρόποδας αὐτοῦ, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ ἄλλοι ἐννέα μαθηταί καὶ ὁ λαός. Ὁ Κύριος κατελθών κατευθύνεται ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν οἱ ἄλλοι ἐννέα μαθηταί. Ὁ Κύριος καὶ οἱ τρεῖς μαθηταί «ἐλθόντες πρὸς τοὺς μαθητάς εἶδον ὄχλον πολὺν περὶ αὐτοὺς καὶ Γραμματεῖς συζητοῦντας πρὸς αὐτούς». Οἱ ἐννέα Ἀπόστολοι στηριζόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτοὺς (1) νὰ ἐκδιώκωσι τὰ δαιμόνια, προσεπάθησαν νὰ θεραπεύσωσι δαιμονιζόμενόν τινα υἱόν ἀλλά δεν ἠδυνήθησαν.Οἱ Γραμματεῖς εὑρισκόμενοι ἐκεῖ καὶ ἰδόντες τὴν ἀδυναμίαν ταύτην ἐνέπαιζον πιθανὸν αὐτοὺς καὶ τὸν Διδάσκαλόν των. Οἱ ἐννέα Ἀπόστολοι συζητοῦν μετ’ αὐτῶν ὑπερασπίζοντες τὸν Διδάσκαλόν των. Ὁ λαὸς συνεκεντρώθη γύρω ἀπ’ αὐτούς. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην φθάνει καὶ ὁ Ἰησοῦς μετὰ τῶν τριῶν ἄλλων μαθητῶν ἐκ τοῦ ὄρους. «Εὐθύς πᾶς ὁ ὄχλος ἰδόντες Αὐτόν ἐξεθαμβήθησαν» ἐξεπλάγησαν, οἱ ἄνθρωποι, διότι ὁ Κύριος ἐνεφανίσθη ἐπικαίρως καὶ ἀπροσδοκήτως, ὅτε οἱ 9 μαθηταὶ Του ἐπολεμοῦντο ὑπό τῶν Γραμματέων ἤ διότι κατ’ ἄλλους — τὸ ὀλιγώτερον πιθανόν— ἔφερεν ἀκόμη ἀρκετὴν αἴγλην εἰς τό πρόσωπον. Αὐtoῦ ἐκ τῆς μεταμορφώσεώς Του. Ἡ αἴγλη αὕτη ὀλίγον χρόνον διήρκεσεν, διότι εὐθύς οἱ ἄνθρωποι «προστρέχοντες ἠσπάζοντο Αὐτόν».

 

Ὁ Κύριος ἐρωτᾷ τοὺς προστρέξαντας πρὸς Αὐτόν. «Τί συζητεῖτε πρὸς αὐτοῦ;» Ποῖον εἶναι τὸ θέμα τῆς συζητήσεως σας μὲ τοὺς μαθητάς Μου; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην «ἰδού ἀνὴρ τοῦ ὄχλου προσῆλθεν Αὐτῷ γονυπετῶν καί ἐβόησε λέγων. Κύριε δέομαί Σου ἐπίβλεψαι καὶ ἐλέησον μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται και κακῶς πάσχει. Μονογενής μου ἐστίν». Πατήρ τις ἔχων δαιμονιζόμενον υἱόν παρακαλεῖ τὸν Ἰησοῦν νὰ τὸν θεραπεύσῃ. Aἱ διάφοροι κρίσεις τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ συμβαίνουσι κατὰ διαφόρους φάσεις τῆς σελήνης, ἐξ οὗ ἡ δαιμονοπληξία ὀνομάζεται σεληνιασμός. Ὁ πατὴρ περιγράφει τὰς κρίσεις ταύτας τοῦ υἱοῦ του ὡς ἑξῆς. «Κύριε ἤνεγκα πρὸς Σὲ τὸν υἱόν μου ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον».- Ὁ υἱός οὗτος δηλαδὴ κατείχετο ὑπὸ πονηροῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸ θῦμα του ἄλαλον, ἀνίκανον νὰ ὁμιλήσῃ. Πλὴν αὐτοῦ τὸ πονηρὸν τοῦτο «πνεῦμα λαμβάνει αὐτὸν καί ἐξαίφνης κράζει καὶ ρὴσσει» ἤτοι «σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ» τό ὁποῖον ἐξάγει ἐκ τοῦ στόματός του. «Τρίζει τοὺς ὀδόντας καί μόλις ἀποχωρεῖ απ’ αὐτοῦ ὁ δαίμων συντρίβων αὐτόν». Μετὰ τοὺς σπασμοὺς αὐτούς, τὸ τράνταγμα αὐτὸ ὁ δαιμονιζόμενος υἱός «ξηραίνεται» γίνεται ἄκαμπτος σὰν τὸ ξηρὸν ξύλον, ἀναισθητεῖ καὶ «πολλάκις πίπτει εἰς τὸ πῦρ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ» προσθέτει ὁ δυστυχὴς πατήρ. Ὁ πατὴρ γνωρίζει εἰς τὸν Ἰησοῦν, ὅτι «ἐδεήθην τῶν μαθητῶν Σου, ἵνα ἐκβάλωσιν αὐτὸ καί οὐκ ἠδυνήθησαν». Παρεκάλεσα τοὺς μαθητάς Σου νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν, ἀλλά δὲν ἠδυνήθησαν.

 

Ὁ Κύριος ἐπιπλήττων τὴν ὀλιγοπιστίαν τῶν μαθητῶν Του καὶ τοῦ πατρὸς τούτου καὶ τὴν ἀπιστίαν τοῦ λαοῦ, ἕνεκεν τῆς ὁποίας δὲν ἐθεραπεύθη ὁ υἱός οὗτος, λέγει ὦ «γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ὑμᾶς; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» Ἡ γενεὰ τοῦ Κυρίου ἐδῶ εἶναι κυρίως ἡ τῶν Φαρισαίων. Αὕτη δὲν ἦτο μόνον ἄπιστος, ἀλλά καὶ διεστραμμένη, διότι παρ’ ὅλα τὰ θαύματά Του ἔμεινεν ἄπιστος εἰς Αὐτόν. Διά τοῦτο λέγει πρὸς αὐτήν: «Ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας εἰς μάτην διδάσκων ὑμᾶς; ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνέχωμαι ἀπιστοῦντας εἰς Ἐμέ καὶ εὑρισκόμενος μαζί σας;’Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Κυρίου ἦτο ἀνοχή! Ὁ Κύριος ἐν τῇ ἀγανακτήσει Του ταύτη συμπονῶν πατέρα καί υἱόν—, ὁποία μεγαλοπρέπεια!—λέγει πρὸς τὸν πατέρα: «φέρετε αὐτὸν πρὸς ἐμέ. Καί ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς Αὐτόν», ὠδήγησαν τὸν δαιμονιζόμενον υἱόν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. «Ἔτι δὲ προσερχομένου αὐτοῦ» πρὸς τὸν Ἰησοῦν «τὸ δαιμόνιον ἰδὼν» τὸν Ἰησοῦν διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ παιδίου «ἔρρηξε αὐτὸν» μετὰ πατάγου ἔρριψε κατὰ γῆς «συνεσπάραξεν αὐτὸν» ἐτάραξε μὲ σπασμοὺς ὅλον τὸ σῶμα του καὶ ὁ δαιμονιζόμενος υἱός «πεσών ἐπί τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων». Τὸ πονηρὸν πνεῦμα ὁμιλεῖ ἄλλοτε αὐτὸ τὸ ἴδιον καὶ ἄλλοτε διὰ τοῦ παιδίου. Ὁ Κύριος, ἵνα διδαχθῇ ὁ λαὸς τὸ μέγεθος τοῦ πονηροῦ τούτου πνεύματος καὶ αἰσθανθῇ τὴν ἐκ τῆς θεραπείας τοῦ υἱοῦ τούτου θείαν Του δὺναμιν, ἐρωτᾷ τὸν πατέρα˙ «πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονε αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε˙ παιδιὸθεν. Πολλάκις καί εἰς πῦρ αὐτόν ἔβαλλεν καί εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν». Ὁ πατὴρ ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τῶν μαθητῶν εἰς τὸ νὰ θεραπεύσωσι τὸν υἱόν του ὀλιγοπιστῶν,καὶ εἰς τὸν Χριστόν, ἀλλά καὶ ἐν πλήρει συντριβῇ λέγει πρὸς τὸν Ἰησοῦν: «Εἰ τί δύνῃ, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθείς ἐφ’ ἡμᾶς». Ἂν δύνασαι, βοήθησέ μας!

 

Ἡ θαυματουργικὴ θεραπεία ἀπαιτεῖ καὶ τὴν πίστιν τοῦ θὲραπευομένου. Διά τοῦτο ὁ Κύριος φροντίζων νὰ διεγείρῃ τὴν πίστιν τοῦ πατρὸς καὶ ἐκ μετριοφροσύνης ἀποδίδων τὴν θεραπείαν εἰς τὴν πίστιν ταύτην λέγει τὸ «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Ὁ πατὴρ συγκεντρώνων τὰς ὀλίγας δυνάμεις τῆς πίστεώς του καὶ αἰσθανόμενος, ὅτι δὲν εἶναι, ὅσον ἔπρεπε, πιστός, λέγει μετὰ δακρύων πρὸς τὸν Ἰησοῦν «πιστεύω βοὴθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ» ἤτοι βοήθησον μὲ τὸν ὀλιγόπιστον. Αὐτό ἤθελε καὶ ὁ Κύριος, τὴν πίστιν ταύτην. Ἔπειτα προβαίνει εἰς τὸ θαῦμα ὡς ἑξῆς:

 

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ εἰς μικρὰν ἀπόστασιν εὑρισκόμενος ὄχλος συγκεντρώνεται πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος, ἀποφεύγων πάντοτε τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ ὄχλου «ἰδών, ὅτι ἐπισυντρέχει ὁ ὄχλος» ὅτι συγκεντρώνεται ὁ λαὸς «ἐπετίμησε τῷ πνεὺματι τῷ ἀκαθάρτῳ» διέταξε τὸν διάβολον «λέγων αὐτῷ τὸ ἄλαλον καί κωφόν πνεῦμα ἐγώ ἐπιτάσσω σοι, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καί μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν». Ὀνομάζεται ὁ κατέχων τὸν υἱόν τοῦτον πνεῦμα ἄλαλον καὶ κωφόν, διότι προκαλεῖ εἰς τὸ θῦμα του κωφότητα καὶ βωβαμάραν. Τὸ πονηρόν πνεῦμα ὑπακούει εἰς τὴν ἐντολήν τοῦ Θεανθρώπου καὶ ἀφίνων τὰ τελευταῖα δείγματα τῆς κακίας του ἐπὶ τοῦ θύματός του «κράξαν» τὸ ἴδιον «καί πολλά σπάραξαν» τὸ θῦμα Του «ἐξῆλθεν». Ὁ δὲ υἱός «ἐγένετο ὡσεί νεκρός, ὥστε τοὺς πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν». Ὁ Ἰησοῦς λίαν συμπαθῶς «κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἤγειρεν αὐτόν». Ὁ υἱός «ἐθεραπεύθη ἀπό τῆς ὥρας ἐκείνης καὶ ἀνέστη» καί ἠγέρθη, ὁ Κύριος ἀφοῦ ἐθεράπευσε τὸν υἱόν τοῦτον «ἀπέδωκεν αὐτὸν τῷ πατρί αὐτοῦ» τὸν παρέδωκε εἰς τὸν πατέρα Του. Πάντες οἱ ἄνθρωποι βλέποντες ταῦτα «ἐξεπλήσσοντο ἐπί τῇ μεγαλειότητι τοῦ Θεοῦ», ἐξεπλήσσοντο διὰ τὰ μεγάλα ταῦτα ἔργα τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ θεοῦ.

 

Μετὰ ταῦτα «εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς οἶκον oἱ μαθηταί αὐτοῦ κατ’ ἰδίαν ἐπηρώτων αὐτόν, διατὶ ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν» δὲν μπορέσαμεν «ἐκβαλεῖν αὐτὸ» νὰ ἀποδιώξωμεν τὸ πονηρόν δηλαδὴ αὐτὸ πνεῦμα; Ὁ Ἰησοῦς ἀπαντᾷ: «διά τὴν ὀλιγοπιστίαν ὑμῶν». Οἱ Ἀπόστολοι εἶχον λάβει ἐξουσίαν νὰ ἐκδιώκωσι τὰ δαιμόνια. Πεποιθότες ὅμως εἰς τὴν ἰδίαν των δύναμιν καὶ μὴ καταφυγόντες εἰς τὴν προσευχήν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσιν αὐτόν. Διά τοῦτο ὁ Κύριος λέγει πρὸς τοὺς Ἀποστόλους Του «τοῦτο τὸ γένος» τῶν δαιμόνων γενικῶς «ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ». Ὁ Κύριος δεικνύων τὴν δύναμιν τῆς πίστεως ἐνισχυόμενην ὑπό τῆς προσευχῆς σὺμπληροῖ λέγων: «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐάν ἔχητε πίστιν ὡς κόκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβα ἔνθεν ἐκεῖ καί μεταβήσεται καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν». Πίστις ὡς κόκκος σινὰπεως εἶναι ἡ θερμὴ πίστις, ὡς θερμὸς εἶναι ὁ σιναπόσπορος. Αὕτη δύναται ὄρη νὰ μετακίνησῃ, λέγει ὁ Κύριος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ Ἀπόστολοι δὲν μετεκίνησαν ὄρη, διότι δὲν παρέστη ἀνάγκη τοιαύτη. Ἀνέστησαν ὅμως νεκροὺς μὲ τὴν πίστιν των, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ἀνώτερον τῆς μετακινήσεως τῶν ὀρέων.

 

 

 

Θέμα: Ἀνατροφὴ τῶν τέκνων.

 

Εἰς τὴν Εὐαγγελικὴν περικοπὴν τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ δίδεται ἡ ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἐλλείψεις καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων βάσει τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ζωῆς μας. Ἂς ἴδωμεν.

 

Α. Ἐξωχριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν παδίων:

 

Προκειμένου νὰ ἴδωμεν τὰς ἐλλείψεις τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδίων, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παιδὶ καὶ τοὺς διδασκάλους του. Ἐπειδὴ δὲ διδάσκαλοι τοῦ παιδίου πλὴν τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ οἰκογένεια, καὶ τὸ σχολεῖον, θὰ ἴδωμεν τὴν φύσιν τοῦ παιδίου, τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς διδασκάλους αὐτοῦ.

 

Πρῶτον. Ἡ φύσις τοῦ παιδίου: Ἐκ τῆς ἀνωτέρω εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἴδομεν, ὅτι ὁ υἱός «κακῶς σεληνιάζεται. Πολλάκις πίπτει εἰς τὸ πῦρ, πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ καὶ ξηραὶνεται». Ἡ δὲ ζωὴ μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ παῖς πὰρ’ ὅλην τὴν ἀπλότητα καὶ εἰλικρίνειαν ποὺ ἔχει εἰς μικράν ἡλικίαν, ὅσον προχωρεῖ εἰς τὴν ἡλικίαν, ὁ ἐγωϊσμός, τὸ πεῖσμα, ἡ ζήλεια καὶ τὰ λοιπὰ πάθη εἶναι ψεγάδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας ἀναντίρρητα. Ἡ εἰκών τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς δὲν ὑπολείπεται πολλάκις τοῦ παιδικοῦ δαιμονίου ὑγιοῦς υἱοῦ. Καὶ τὸ παιδί, ὅταν εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος, πάθους τινός, τινάζεται, ξηραίνεται, κακῶς δαιμονίζεται. Ἡ κακία πηγάζουσα ἐκ τῶν πρωτοπλάστων Ἀδάμ—Εὔας εἶναι κληρονομικὴ ἐπομένως παρουσιάζεται καὶ εἰς τά παιδιὰ καὶ εἶναι βαθεῖα.

 

Δεύτερον. Οἱ γονεῖς: Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς μανθάνομεν, ὅτι ὁ πατὴρ ἦτο ὀλιγόπιστος καὶ ὁ Κύριος ὠνόμασε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τὸν πατέρα τοῦτον «γενεὰν ἄπιστον» καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας ταύτης δὲν ἐθεραπεύθη ὁ υἱός, πρὶν παρουσιασθῇ ὁ Χριστός. Πράγματι! Αἱ ἀτέλειαι τῶν γονέων ἐπιδροῦν πολὺ εἰς τὴν μὴ ὀρθήν διαπαιδαγώγησιν τῶν τέκνων των ἰδίως δὲ ἡ ἀπιστία των. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ ἀπρόσεκτος συμπεριφορὰ τῶν συζύγων εἰς ζητήματα αἰδημοσύνης, αἱ ἀδυναμίαι τῶν γονέων ἐνώπιον τῶν τέκνων, ἡ προσκόλλησις τῶν γονέων εἰς τὸ χρῆμα, ὥστε ἡ ἀπώλεια αὐτοῦ νὰ συντρίβῃ ψυχικῶς τοὺς γονεῖς, ἐπιδροῦν ὀλεθρίως εἰς τὰ τέκνα. Ὄχι αἱ συμβουλαὶ τῶν γονέων, ἀλλά τά ἄπρεπα λόγια τῆς στιγμῆς ἐπιδροῦν εἰς τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα εἶναι εὔφλεκτος ὕλη εἰς τὰ λόγια ταῦτα τῆς στιγμῆς τῶν γονέων, διότι οἱ μικροὶ εἶναι κατάσκοποι τῶν μεγάλων!

 

Τρίτον. Τὸ σχολεῖον: Ὁ δαιμονιζόμενος υἱός δὲν ἐθεραπεύθη ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, διότι ὅπως ἐβεβαίωσεν ὁ Κύριος δὲν εἶχον οὗτοι τὴν ἀνάλογον πίστιν οὐδὲ τὴν προσευχήν. Ἐάν οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσι τὸν υἱόν, διότι ἐστεροῦντο ἀναλόγου πίστεως, πολὺ περισσότερον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ διώξῃ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ παιδιὰ τὸ σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει διδασκάλους ἀπίστους. Δυνατὸν οἱ μορφωμένοι διδάσκαλοι ἀλλά ἄπιστοι νὰ δώσωσιν εἰς τὰ παιδιὰ γνώσεις πολλάς. Δὲν δύνανται ὅμως νὰ διώξωσιν ἀπὸ τὰ παιδιὰ οὐδὲ ἕν δαιμόνιον. Διά τὴν ζήλειαν, τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτην, τὸ πεῖσμα, τὸν θυμὸν καὶ λοιπὰ πάθη, τά ὁποῖα ἐμφωλεύουν εἰς τὴν καρδίαν τῶν παιδιῶν, δὲν καταβάλλεται φροντὶς νὰ ἐκριζωθῶσι, διότι ἡ προσοχὴ τοῦ σχολείου στρέφεται κυρίως εἰς τὰς γνώσεις ὑπό τάς δύο ὄψεις τὴν μνήμην καὶ τὴν κρίσιν. Αὐτὰ ἀναπτύσσονται καὶ βαθμολογοῦνται. Ἡ διαγωγὴ βαθμολογεῖται μόνον χωρὶς νὰ διαπαιδαγωγῆται, ὅπως παιδαγωγεῖται ἡ μνήμη καὶ ἡ κρίσις. Πῶς τὸ σχολεῖον θὰ βγάλη τὸ δαιμόνιον ἀπὸ τὸ παιδί, τὸ ὁποῖον παιδὶ ἔχει τόσην κάκιαν, τό δὲ σχολεῖον ἄνευ Χριστοῦ ἔχει τόσην ἀδυναμίαν;

 

Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ αἰσθανθεὶς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ παιδιοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ τὴν ἰδικήν του κατέφυγεν εἰς τὸν Χριστὸν. Καὶ ἡμεῖς ἔχοντες, ὑπ’ ὄψιν τὴν παιδικὴν φλόγα τῶν παθῶν, τὴν οἰκογενειακὴν καὶ σχολικὴν ἐλλιπῆ διαπαιδαγώγησιν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν Χριστόν, διότι μόνον Αὐτός θὰ βγάλη τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ παιδιά.

 

 

 

Β. Ἡ Χριστιανικὴ ἀνατροφὴ  τ ῶ ν  π α ι δ ί ω ν.

 

Τὰ παιδιὰ θὰ εὕρουν τὴν χαρὰν των εἰς τὸν Χριστὸν, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνα μεγάλο παιδί. Τὰ παιδιὰ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν θὰ εὕρουν τὸ ἄναμμά των καὶ συμπλήρωμά των. Θὰ ἀνάψῃ ὅ,τι καλὸν ἔχουν καὶ θὰ ἀποκτήσουν ὅ,τι τοὺς λείπει. Καὶ συγκεκριμένως: Ἡ ἁπλότης τοῦ μικροῦ παιδιοῦ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν θὰ συμπληρωθῇ ὑπό τῆς καθαρότητας. Τὸ παιδὶ κοντὰ εἰς τὸν Χριστὸν δὲν θὰ ἔχη μόνον τήν φυσικήν του χαράν, ἀλλά καὶ καρδίαν καθαράν. Ἡ φυσικὴ εἰλικρίνεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ μικρὰ παιδιά, ὅταν αὐτὰ εὑρεθοῦν κοντὰ εἰς τὸν Χριστόν, θὰ εὕρῃ σπουδαῖον τρόπον ἐκδιώξεως τῶν δαιμονίων διά τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως. Ποῖος ἱερεὺς ἐξωμολόγησε μικρὰ παιδιὰ καὶ δὲν εἶδε τὴν παιδικὴν εἰλικρίνειαν πεντακάθαρη; Τὰ παιδιὰ εἶναι ἀπρόσεκτα καὶ αἱ πτώσεις των πολλαί. Ἡ εἰλικρίνειά των ὅμως ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ εἶναι τόσον φυσική, ὥστε προσφέρει ὅλο σιτάρι, κόκκους καθαρούς ἐνοχῆς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἐξομολογήσεις τῶν μεγάλων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξομολογούμενοι προσφὲρουσι ὀλίγους κόκκους ἐνοχῆς, τὰ περισσότερα δὲ λόγια των εἶναι ἄχυρα ἀπὸ βάσανα καὶ ἱστορίες ἤ ἁμαρτίες ἄλλων. Ἑπομένως ἡ ἁπλότης, χαρὰ καὶ εἰλικρίνεια, τὰ στολίδια τῆς παιδικῆς ἡλικίας θὰ ἐνισχυθῶσι καὶ θὰ συμπληρωθῶσι ὑπό τῆς καθαρότητος καὶ τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ.

 

Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ ὡδήγησε τὸ παιδίον του εἰς τὸν Χριστόν. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ κάμωσι καί οἱ γονεῖς εἰς τά παιδιά τῶν. Πρέπει νὰ ὁδηγοῦν αὐτὰ εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει δηλαδὴ οἱ γονεῖς νὰ προπορεύωνται εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὥστε νὰ ἐκκλησιάζωνται. Πρέπει οἱ γονεῖς ὄχι μόνον νὰ στέλλουν τὰ παιδιὰ των εἰς τὴν ἐξομολόγησιν, ἀλλά νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ αὐτοί, ὅπως ἐξωμολογήθῃ καὶ ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ τὴν ὀλιγοπιστίαν του εἰς τὸν Χριστόν. Πρέπει οἱ γονεῖς μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ των νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Πόσον ὡραῖον νὰ βλέπῃ τὶς γονεῖς νὰ συμπροσεὺχωνται μὲ τὰ παιδιὰ των! Πόσον συγκινητικὸν γονεῖς νὰ συμψάλλουν μὲ τὰ παιδιὰ των. Τότε θὰ φύγουν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιά. Ἐὰν οἱ γονεῖς στέλλουν μόνον τὰ παιδιὰ των εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐξομολόγησιν, θείαν κοινωνίαν, αὐτοὶ δὲ ἀδιαφοροῦσιν, οὐδόλως οἰκοδομοῦσιν αὐτά.

 

Τί νὰ εἴπῃ τις διὰ τοὺς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσιν ἤ εἰρωνεύονται τὰ παιδιὰ των, ὅταν αὐτὰ θρησκεύωσι; Αὐτοὶ πρῶτοι θὰ πληρώσωσι τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας των, διότι τὰ δαιμόνια τῶν παιδιῶν αὐτῶν θὰ στραφοῦν κατὰ τῶν γονέων των καί θὰ ποτίσουν αὐτοὺς μὲ δηλητήριον. Ἰδοὺ ἡ φύσις τοῦ παιδίου μακρὰν καὶ πλησίον τοῦ Χριστοῦ. Ἰδοὺ αἱ ἀτελεῖς διαπαιδαγωγήσεις σχολικαὶ καὶ οἰκογενειακαὶ καὶ αἱ συμπληρώσεις αὐτῶν.

 

Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ θρησκευτικὴ διαπαιδαγώγησις τῶν παιδιῶν φαίνεται ἐκ τοῦ ἑξῆς: Ὁ βαθύπλουτος Κροῖσος ἠρώτησε τὸν σοφὸν Σόλωνα, ποῖος εἶναι ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Σόλων ἀπαντᾷ: Ὁ Βίτων καὶ ὁ Κλέοβις, διότι θησκευτικῶς παιδαγωγηθέντες ὑπό τῆς μητρὸς των ἐφάνησαν εὐγνώμονες εἰς αὐτὴν κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἡ μήτηρ τῶν δύο αὐτῶν υἱῶν μετέβαινε τακτικὰ εἰς τὸν ναόν. Ἡμέραν τινά, ἐπειδὴ ἔλειψαν οἱ ἵπποι τοῦ ὀχήματος, ἐζεύχθησαν οἱ δύο οὗτοι υἱοὶ καὶ ἔφερον ἐγκαίρως τὴν μητέρα των εἰς τὸν ναόν. Ἐκεῖ κοιμηθέντες οἱ δύο υἱοί κατόπιν προσευχῆς τῆς μητρὸς των, ὅπως ἐπιτύχωσιν οὗτοι τὸ μέγιστον ἀγαθόν, ἀπέθανον ἐν τῷ ναῷ! Ἐὰν τοιαύτην ἰδέαν εἶχον οἱ πρὸ Χριστοῦ διὰ τὴν θρησκευτικὴν ἀνατροφήν, ποίαν σημασίαν πρέπει νὰ δίδωμεν ἡμεῖς διὰ τὰ παιδιὰ εἰς τὴν Χριστιανικὴν ἀνατροφήν; Ἂς ὁδηγήσωμεν λοιπόν τὰ παιδιὰ εἰς τὸν Χριστόν!

 

 

(1) Μάρκ. 6,7-13

 

 

 

 

 

  1. Δευτέρα πρόρρησις τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Ματθ. 17,22-23. Μάρκ. 9,30—32-, Λουκ. 9,43β—45.

 

 

Ὁ Κύριος καὶ οἱ μαθηταὶ Του «ἐξελθόντες ἐκεῖθεν» ἐκ τῶν μερῶν δηλ. τῆς Καισαρείας τῆς Φιλίππου, ὅπου ἐθεραπεύθη ὁ σεληνιαζόμενος υἱός «παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας καί οὐκ ἤθελεν, ἵνα τις γνῷ». Ὁ Κύριος δηλαδή, ἵνα ἀποφύγῃ τὸν κοσμικὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ ἵνα εὑρίσκεται μόνος μετὰ τῶν μαθητῶν Του παρασκευάζων αὐτοὺς διὰ τὸ πάθος του «παρεπορεύετο» ἤτοι διήρχετο πόλεις καὶ κώμας χωρὶς νὰ σταματήσῃ ἤ ἐπορεύετο διὰ τῶν μὴ κεντρικῶν ὁδῶν τῶν πόλεων.

 

«Πάντων δὲ θαυμαζόντων ἐπί πᾶσι, οἷς ἐποίει καί συστρεφομένων αὐτῶν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ». Ἐνῷ δηλαδὴ ὅλοι ἐθαύμαζον διὰ τὸ θαῦμα τοῦ δαιμονιζομένου υἱοῦ καὶ τὰ ἄλλα θαύματα, τὰ ὀποῖα ἔκαμνε καὶ ἐνῷ περιεφέρετο ὁ Κύριος μετὰ τῶν μαθητῶν Τοῦ ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, «ἐδίδασκε» συνεχῶς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐτόνιζεν εἰς «τοὺς μαθητάς αὐτοῦ καί ἔλεγεν αὐτοῖς˙ θέσθε ὑμεῖς εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τοὺς λόγους τούτους», δέσατε κόμπον καλὰ εἰς τὸ μυαλό σας, ὅτι «ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται» ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων «εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καί ἀποκτενοῦσιν Αὐτὸν» θὰ τὸν φονεύσωσι «καί ἀποκτανθείς τῇ τρίτῃ ἡμέρα ἐγερθήσεται» καὶ φονευθείς θὰ ἀναστηθῇ τὴν τρίτην ἡμέραν. Οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ταῦτα «ἐλυπήθησαν σφόδρα». Ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἐπί τοῦ ὄρους μεταμόρφωσίν Του στρέφει τὸ βλέμμά Του εἰς τὸν Γολγοθάν, διότι ὁ καιρὸς πλησιάζει, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀναβῇ εἰς Ἱεροσόλημα, ἵνα σταυρωθῇ. Οἱ μαθηταὶ ἀδυνατοῦν νὰ συνδέσουν τὰ δύο ταῦτα ὄρη, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συνδυάσωσι μεταμόρφωσιν καὶ σταύρωσιν. Δία τοῦτο ὁ Λουκᾶς λέγει δι΄ αὐτούς. «Οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ρῆμα τοῦτο» τῆς σταυρώσεως. Δὲν ἐνόουν τὴν σταύρωσίν Του, διότι ἦσαν πλήρεις πολιτικῶν μεσσιανικῶν ἀντιλήψεων. Ὁ Λουκᾶς προσθέτει καὶ ἄλλο τί: «τὸ ρῆμα τοῦτο ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ’ αὐτῶν, ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτὸ καί ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι Αὐτὸν περί τοῦ ῥήματος τούτου». Ἡ ἀλήθεια δηλαδὴ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, ἦτο ἀκατανόητος, πολὺ βαρεῖα διὰ τὸν νοῦν τῶν Ἀποστόλων. Ἡ θεία πρόνοια, ἵνα μὴ συντριβῶσιν οἱ Ἀπόστολοι ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀληθείας ταύτης καὶ ὦσι ἐν διαρκεῖ κατηφείᾳ ἐπέτρεπε νὰ μὴ ἐννοῶσι τὴν φρικτὴν ὄψιν τοῦ σταυροῦ πλήρως. Ἐφοβοῦντο δὲ νὰ ἐρωτήσωσι καὶ τὸν Ἰησοῦν, ἵνα μὴ λυπήσωσιν Αὐτὸν καὶ ἐπιτιμηθῶσιν ὑπ’ Αὐτοῦ, ὡς ἐπετιμήθη καὶ ὁ Ἀπόστ. Πέτρος, ἴσως δὲ καὶ ἵνα μὴ ἀκούσωσι τρομερώτερα πράγματα.

 

Οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἐνόησαν «τὸ ρῆμα» τὸν λόγον περὶ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου. Ἐνόησαν ὅμως κάποιο ἄλλο σπουδαῖον σημεῖον, τὸ ἑξῆς. Προλέγων ὁ Κύριος τὸ πάθος Του, δηλοῖ, ὅτι ἐκουσίως πάσχει, εἶναι κύριος τοῦ πάθους Του. Ἑπομένως ὁ πειρασμὸς τοῦ ἀπροσδόκητου τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου δὲν πρόκειται νὰ ἐπηρεάσῃ τελικῶς τοὺς μαθητάς Του περὶ δῆθεν ἀποτυχίας τοῦ ἔργου Του,

 

Ἡ πρόρρησις αὕτη τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου θεωρεῖται δευτέρα, ἄν καὶ πρό ταύτης ὑπῆρξαν δύο ἄλλαι ἐν Ματθ. 16,21 καὶ 17,12, διότι ἡ πρώτη 16,21 θεωρεῖται κύρια πρόρρησις. Ἡ ἄλλη ἐν 17,12 ἦτο συμπτωματική. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ἦτο ἀκατανόητος ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, διότι ἐθεωρεῖτο ἐσχάτη ἀδυναμία διὰ τὸν Ἀρχηγὸν των καί ἀπελπισία διὰ τὸν ἑαυτὸν των. Καί ὅμως ὁ Σταυρὸς εἶναι δύναμις καί ἐλπίς.

 

 

 

Θέμα: Ὁ Σταυρὸς δύναμις – Ἐλπὶς

 

Α. Ὁ Σταυρός δύναμις. Ὁ Σταυρὸς εἶναι δὺναμι.ς πρός τὸν Ἰησοῦν, τὸν ὑλικὸν κόσμον και τoν ἔμψυχον κόσμον ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων.

 

α) Ὁ Σταυρός δύναμις τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν βλέπωμεν τὸν Ἰησοῦν ἐγκαταλελειμμένον εἰς τήν μανίαν τῶν σταυρωτῶν του καὶ παραδίδοντα τὴν ἁγίαν Του ψυχὴν ἐν μέσῳ τόσων σκληρῶν βασάνων μὴ φαντασθῶμεν, ὅτι περιῆλθεν εἰς τὴν ἀξιοθρήνητον ταύτην θέσιν ἀπὸ ἀδυναμίαν. Δὲν εἶναι ἡ σκληρότης τῶν βασανιστηρίων, τὰ ὁποῖα τὸν κάμνουν καί ἀποθνήσκει, εἶναι ἡ θέλησίς Του.Ὁ θάνατος πὰρ’ ἡμῖν προέρχεται ἐξ ἀδυναμίας, ἀπὸ ἐξάντλησιν. Ὁ Κύριος ἀποθνῄσκει, διότι τὸ θέλει. Ὁ Κύριος πρὶν σταυρωθῇ ὁμολογεῖ: «ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι τὴν ψυχήν μου καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν». Ἰωάν. 10,18. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην ὁ Κύριος ἐξηπλωμένος ἐπί τοῦ σταυροῦ ἐξετάζει διὰ τῆς σκέψεως Του τά ὑπό τῶν προφητῶν περὶ ἐαυτοῦ γραφέντα καὶ «εἰδώς ὁ Ἰησοῦς, ὅτι τὰ πάντα τετέλεσται» ἐννοήσας, ὅτι ἅπασαι αἱ προφητεῖαι ἐξεπληρώθησαν πλὴν τοῦ πικροῦ ποτίσματος, ἵνα πληρωθῇ ἡ γραφὴ εἶπε «διψῶ». (1)

 

Μετὰ ταῦτα ἰδών, ὅτι οὐδὲν ἄλλο Τὸν κρατᾷ εἰς τὸν κόσμον, ὑψώνει τὴν φωνήν Του καὶ παραδίδει τὸ πνεῦμα μετὰ τοσαύτης ἠρεμίας, ὥστε εἶναι εὔκολον νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ τοῦ ἀφαίρεσῃ τὴν ζωήν. Ποῖον ἄλλον εἴδομεν νὰ κοιμᾶται μετὰ τοιαύτης γλυκύτητος, μεθ’ ὅσης ἀποθνῄσκει ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ; Οὐδένα! Ποῖος ἄλλος ὁρίζει τόσον ἀκριβῶς τὴν ὥραν τοῦ ὕπνου, καθ’ ἥν θὰ κλείσουν τὰ βλέφαρά του, ὡς ὁρίζει ὁ Χριστὸς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου Του; Οὐδείς! Τὶς τῶν ἀνθρώπων μελετῶν ταξίδιον ὁρίζει τόσον ἐπακριβῶς τὴν ὥραν τῆς ἀναχωρήσεως καὶ ἀφίξεως, ὅσον ὁ Χριστός τὴν ὥραν τοῦ θανάτου Του; Οὐδείς! Δία τοῦτο ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος ζῶντος τοῦ Κυρίου οὐδόλως συνεκινήθη ἐκ τῆς τοῦ Κυρίου τύχης, ὅταν ὅμως ἀπέθανεν ὁ Κύριος, ὡμολόγησεν ἐκεῖνος τὴν θεότητα Του εἰπών «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός ἦν οὗτος.

 

Διατί; Διότι εἶδεν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ταύτῃ ἀδυναμίᾳ καὶ ἑξαντλήσει δύναμιν ἠρεμίας καὶ ἐλευθερίαν αὐτοδιαθέσεως. Ἰδοὺ ἡ πρώτη δύναμις τοῦ Ἐσταυρωμένου; Ἀποθνήσκει κατά τον Αὐγουστῖνον ἐκ δυνάμεως, ἐπειδὴ τὸ θέλει καί οὐχὶ ἐξ ἀδυναμίας παρὰ τὴν θέλησιν Του:Ὦ δύναμις Τοῦ Ἐσταυρωμένου!

 

β) Ὁ Σταυρός δύναμις πρός τό ὑλικόν σύμπαν.

Ὁ Σταυρικὸς θάνατος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σείσῃ ἐκ θεμελίων τὸν Οὐρανόν καὶ τὴν γῆν, διότι ὁ ἥλιος ἐσκοτίσθη «σκὸτος ἐγένετο ἐφ’ ὅλην τήν γῆν, τὰ μνημεῖα ἡνεῴχθησαν καί πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη καί τὸ καταπέτασμα» τὸ τέμπλον τοῦ Ναοῦ, ἂς εἴπωμεν σήμερον,«ἐσχίσθη εἰςδύο ἀπὸ ἄνω ἕως κάτω». Γενικῶς ὁ σταυρὸς δίδει ἕνα μάθημα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν ἄψυχον φύσιν νὰ μὰθῃ ποῖον ἦτο τό χάος; ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξῆλθε καί εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κατὴντα, ἂν δὲν συνετηρεῖτο ὑπό τῆς θείας προνοίας. Πόση εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ!

 

γ) Ὁ σταυρός πρός τόν ἄνθρωπον καί δαίμονας.

Ὁ σταυρὸς συνταράσσει ὄχι μόνον τὴν ἄψυχον φύσιν, ἀλλά τους δαίμονας καὶ τὸν ἐγωισμόν τῶν ἀνθρώπων. Ἰδοὺ πῶς. Μεγαλυτέρα νίκη εἶναι ἡ καθυπόταξις τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ ἐγωισμοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν συντριβὴν ὁλοκλήρου τῆς φύσεως, διότι οὐδὲν ἐν τῇ φύσει «ῥοῶδες καὶ ἀνυπότακτον ὅσον ἡ ἀνθρώπινη καρδία καὶ οὐδὲν ἄκαμπτον ὅσον ἡ τῶν δαιμόνων ὑπεροψία. Ὁ ἐγωϊσμὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τοῦ θεοῦ διότι ἀνῆλθε μέχρι τοῦ Θείου θρόνου καὶ ἐκρήμνισεν ἐκεῖθεν μερίδα ἀρκετήν καὶ ἐκλεκτήν τῶν Οὐρανίων πνευμάτων, τοὺς ἀγγέλους, κατὸπιν κατῆλθεν εἰς τὴν γῆν καὶ ἀφοῦ μετέβαλε τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἐγωϊστάς καὶ ἀντάρτας κατὰ τοῦ θείου θελήματος, ἔκαμε αὐτοὺς δούλους τοῦ κακοῦ.

 

Ὁ σταυρὸς ὅμως εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέταξε τοσαὺτας καὶ τοιαύτας καρδίας ἀνθρωπίνας, οἵας οὐδεμία ἄλλη δύναμις τοῦ κόσμου. Γύρω τοῦ σταυροῦ βασιλεῖς ἐναπέθεσαν τὰ σκῆπτρα καὶ τὰς βασιλικὰς ἀλουργίδας, παρθένοι ἀφιέρωσαν τὸ ἄνθος τῆς ζωῆς των. Μάρτυρες ἔδωκαν τὸ αἷμα των, πλῆθος δὲ ὁσίων, ἀσκητῶν, ἱερομαρτύρων ἔζησαν τὸν σταυρὸν ὑποτάσσοντες τὸν ἐγωϊσμόν των. Ποῖα ὅπλα ἐχρησιμοποίησεν ὁ Κύριος κατὰ τῶν ἐχθρῶν τούτων; Μήπως κεραυνούς, ἀστραπάς ἤ τὴν μεγαλοπρεπῆ Του ἐμφάνισιν ἐνώπιον τῆς ὁποίας, τὰ ὑψηλότερα ὄρη τρέμουν, διαρρέουν ὡς τηκόμενος κηρός; Ὄχι! Ἀλλά αἱματωμένην καθέδραν, ὀνοζομένην σταυρόν, αἱμα χυνόμενον μετὰ σκληρότητος, θάνατον ἄτιμον, στέφανον ἐξ ἀκανθῶν. Καὶ πολὺ σοφὴ εἶναι ἡ ἐκλογὴ αὕτη. Θὰ ἔκαμεν ὁ Θεὸς τὸν ἐγωϊσμὸν μεγαλύτερον καὶ τὸν ἐγωϊστήν δαίμονα ὑπερόπτην, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει κατ’ αὐτοῦ μετὰ δυνάμεως. Ἡ ἀδυναμία πρέπει νὰ τὸν νικήσῃ, ἵνα ἡ ἧττα του εἶναι καὶ ταπείνωσίς του! Πρέπει νὰ ἡττηθῇ διὰ μέσου τινός, τὸ ὁποῖον περιφρονεῖ! Ὑψώθης ὦ Σατανᾶ, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μεθ’ ὅλης σου τῆς δυνάμεως. Κατῆλθεν ὁ Θεὸς ἐναντίον σου μετὰ πάσης ἀδυναμίας, ἵνα δείξῃ πόσον περιφρονεῖ τὰ σχέδια σου. Ἠθέλησες νὰ γίνῃς Θεός τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνας κατὰ τὸ φαινόμενον ἄνθρωπος ἐπὶ τοῦ σταυροῦ γίνεται Θεός σου! Ὦ δύναμις τοῦ σταυροῦ! Ἡ ἐσχάτη ἀδυναμία ἔφερε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, οἵα οὐδεμία ἄλλη δύναμις. Πολὺ καλὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καυχᾶται οὐχὶ εἰς τὰ θαύματα καὶ ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ἀλλά εἰς τὸν σταυρόν Του. «Ἐμοί μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰμή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου». Ὦ δύναμις τοῦ Σταυροῦ! Εἰς μάτην προσπαθοῦν οἱ δήμιοι Ρωμαῖοι στρατιῶται σταυρώνοντες τὸν Χριστὸν νὰ ξηράνουν τὸ ποταμὸν τῆς ζωῆς. Ὅσα περισσότερα πλήγματα καταφέρουν κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ περισσότερον αἷμα χύνεται, τόσον ἀφθονωτέρα ἡ ζωὴ ἀναβρύει ἐκ τῶν πληγμάτων! Ὁ Χριστὸς εἶναι κεφαλάρι ὕδατος ζῶντος. Κάθε κτύπημα καὶ ζωή! Κτυπήσατε λοιπὸν σεῖς, δήμιοι σταυρωταί, μεθ’ ὅλης τῆς σωματικῆς σας δυνάμεως καὶ τῆς ψυχικῆς σας ἀγριότητος! Ἀνοίξατε πληγάς, θύρας καὶ παράθυρα ἀπό ὅλας τὰς πλευράς τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, ἵνα διαρρεύσῃ ἡ ὡραία Του ζωή! Ματαιοπονεῖτε. Δὲν θὰ ῥεύσῃ, ἐὰν δὲν θελήσῃ Αὐτὸς ὁ ἴδιος. Μάλιστα! Ὅ,τι δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἐπιτύχητε διὰ τῆς ἀγριότητάς σας τὸ ἐπέτυχεν Ἐκεῖνος διὰ τῆς ἀγάπης Του, διότι ἀπὸ ἀγάπην Του ἠθέλησε καὶ ἀπέθανε! Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ, αὐτὸς εἶναι ἡ ἐλπίς μας.

 

 

Β.’ Ὁ Σταυρός—Ἐλπίς.

 

Οὗτος εἶναι ἡ ἐλπίς μας. Πράγματι. Ἡ πληθὺς τῶν ἁμαρτημάτων μας εἶναι μεγάλη. Εἰς ποίαν ἀπελπισίαν θὰ περιεπίπτομεν, ἀφοῦ ὁ στενὸς δρόμος, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς διατάσσει νὰ βαδίσωμεν, τὸ εὐόλισθον τοῦ δρόμου τούτου, τὸ ἀσθενές τῆς κυμαινόμενης καὶ ἀσταθοῦς θελήσεώς μας θὰ μᾶς ὠδήγουν εἰς ἀπείρους πτώσεις; Ὅταν ῥίψω ἕν βλέμμα εἰς τὰ μυστικὰ πάθη τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας ἱκανῆς νὰ κρύψῃ τόσας καὶ τόσας πτυχάς στρεβλάς διεφθαρμένων κλίσεων, τῶν ὁποίων οὐδεμίαν γνῶσιν οὐδὲ κἄν ὑποψίαν ἔχω, φρίττω. Φρικιῶ, ὅταν συλλογισθῶ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἀθῶα λόγια καὶ ἔργα ὑπάρχουν τὰ μολύσματα τοῦ κακοῦ! Ἐὰν ἕνας Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγεν«οὐδέν ἐμαυτῷ σύνοιδα, ἀλλ’ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι» «δὲν αἰσθάνομαι συγκεκριμένον τι ἁμάρτημα καὶ ὅμως δὲν εἶμαι ἀπηλλάγμενος ἁμαρτιῶν» τί δύναμαι νὰ εἴπω ἐγώ, νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς οἱ ἄθλιοι καὶ ἁμαρτωλοί; Ἔχομεν ὅμως ἐλπίδα τὸν Ἐσταυρωμένον, ὁ ὁποῖος ἐνισχύει τὴν ἀσθενῆ ἀνθρώπινην φύσιν, συγχωρεῖ τὰς πτώσεις..

 

Ὦ Σταυρὲ Πανσεβάσμιε, σὺ χύνεις μέσα εἰς τὴν ψυχὴν μας ἠρεμίαν. Ἐφ’ ὅσον δύναμαι νὰ ἀγκαλιάσω τὸν σταυρόν, οὐδέποτε θὰ χάσω τὴν ἐλπίδα μου. Ἐφ’ ὅσον βλέπω εἰς τὰ δεξιά τοῦ Οὐρανίου Πατρός, τοῦ Θεοῦ, τὸν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν φέροντα τὴν ἀνθρώπινην φύσιν σημαδεμένην εἰς τὰς χεῖρας, τοὺς πόδας καὶ τὴν καρδίαν, τὴν κεφαλὴν μὲ τὰ σημάδια ἐκεῖνα τῆς ἀγάπης, τὰς πληγάς τὰς ὁποίας ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, οὐδόλως ἀπελπίζομαι, ὅτι ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται τὸ ἀσθενὲς ἀνθρώπινον γένος. Οὐδόλως ὁ τρόμος τῆς θείας μεγαλειότητος μὲ ταράσσει, ὥστε νὰ μὲ ἐμποδίζῃ νὰ πλησιάσω καὶ νὰ σκεπασθῶ εἰς τὴν θείαν εὐσπλαγχνίαν. Ἡ σταυρωμένη θεία σὰρξ εἶναι ἄσυλον τῆς ἀνθρωπίνης μου ἀδυναμίας. Ὁ Σταυρὸς μὲ βεβαιοῖ, ὅτι θὰ ἐλεηθῶ. Ὁποία ἐλπίς!

 

Ποίαν δύναμιν παρηγορίαν καὶ ἐλπίδα ἔχει ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται ἀπὸ τὴν δύναμιν, παρηγορίαν καὶ ἐλπίδα ποὺ δίδει καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ εἰς τοὺς διαφόρους ἁγίους καὶ ἀσκητάς. Εἷς ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος. Οὗτος ἐν ἐρήμῳ εὐρισκόμενος ὑφίστατο πολλούς πειρασμοὺς ὁμοίους πρὸς τοὺς τοῦ Κυρίου, ὅταν ἐπειράζετο ὑπό τοῦ Σατανᾶ ἐν ἐρήμῳ ἐπὶ 40 ἡμέρας· ἐνεφανίζετο δηλαδή ὁ Σατανᾶς ὑπὸ μορφὴν ὄφεων καὶ ἀγρίων θηρίων. Ὅταν ἔκαμνε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ ὁ Ἅγιος, οἱ δαίμονες ἔφευγον. Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς του. Τὸ ὅπλον τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ὁ σταυρός. Ὅπως φεύγει τὸ σκυλὶ πρὸ τῆς μάστιγος, κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ διάβολος πρὸ τοῦ Σταυροῦ. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ ὁ σταυρὸς εἶναι δύναμις καὶ ἐλπίς ἡμῶν.

8.

Ὁμιλία εἰς τὴν Δ΄ Κυριακὴ τῶν νηστειῶν

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Κυριακή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος!

Γιατί ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ αὐτόν τόν Ἅγιο στό μέσον τῆς νηστείας, ὡσάν τήν πιό ἅγια εἰκόνα, ὥστε νά ἀτενίζουν ὅλοι σέ Αὐτόν;

 

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐβίωσε καί ἔγραψε τήν Κλίμακα τοῦ Παραδείσου, πού ἐβίωσε τήν ἀνάβασι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κόλασι μέχρι τόν Οὐρανό, μέχρι τόν Παράδεισο. Αὐτός ἐβίωσε τήν κλίμακα ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τήν κλίμακα πού ἐκτείνεται ἀπό τόν πυθμένα τῆς κολάσεως τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν κορυφή τοῦ παραδείσου. Ἐβίωσε καί ἔγραψε. Ἄνθρωπος πολύ μορφωμένος, πολύ σπουδαγμένος. Ἄνθρωπος πού ὡδήγησε τήν ψυχή του εἰς τάς ὁδούς τοῦ Χριστοῦ, πού τήν ὡδήγησε ὁλόκληρη ἀπό τήν κόλασι στόν παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν ἁμαρτία στήν ἀναμαρτησία, καί πού θεόσοφα μᾶς περιέγραψε ὅλη αὐτή τήν πορεία, τί δηλαδή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πολεμώντας μέ τόν κάθε διάβολο πού βρίσκεται πίσω ἀπό τήν ἁμαρτία.

 

Μέ τήν ἁμαρτία μᾶς πολεμάει ὁ διάβολος, καί μένα καί σένα, ἀδελφέ μου καί ἀδελφή μου. Σέ πολεμάει μέ κάθε ἁμαρτία. Μήν ἀπατᾶσαι, μή νομίζῃς πώς κάποια μικρή καί ἀσθενής δύναμις σοῦ ἐπιτίθεται. Ὄχι! Αὐτός σοῦ ἐπιτίθεται! Ἀκόμη κι’ ἄν εἶναι ἕνας ρυπαρός λογισμός, μόνο λογισμός, γνώριζε ὅτι αὐτός ὁρμᾶ κατεπάνω σου. Λογισμός ὑπερηφανείας, κακῆς ἐπιθυμίας, φιλαργυρίας,… ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος λογισμῶν ἔρχεται κατεπάνω σου ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Καί σύ, τί εἶσαι ἐσύ;

 

Ὤ, Κλίμακα τοῦ Παραδείσου! Πῶς, πάτερ Ἰωάννη, μπόρεσες νά στήσῃς αὐτή τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό; Δέν τήν ἔσχισαν οἱ δαίμονες, δέν τήν ἔκοψαν, δέν τήν ἔσπασαν; Ὄχι!… Ἡ νηστεία του ἦταν μιά φλόγα, μιά φωτιά, μιά πυρκαϊά. Ποιός διάβολος θά τήν ἄντεχε; Ὅλοι ἔφυγαν πανικοβλημένοι, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν κινηγημένοι ἀπό τήν ἔνδοξη καί θεία του προσευχή, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν τρομοκρατημένοι ἀπό τήν νηστεία του, ὅλοι οἱ δαίμονες ἐξαφανίσθηκαν ἀπό τήν πύρινη, τήν φλογερή, προσευχή του.

 

Ἡ Κλίμακα τοῦ Παραδείσου!

 

Τί εἶναι αὐτή; Εἶναι οἱ ἅγιες ἀρετές, οἱ ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές: ἡ ταπείνωσις, ἡ πίστις, ἡ νηστεία, ἡ πραότης, ἡ ὑπομονή, ἡ ἀγαθότης, ἡ καλωσύνη, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ φιλαλήθεια, ἡ ἀγάπη στόν Χριστό, ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, τά παθήματα χάριν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτές καί ἄλλες πολλές ἅγιες καινοδιαθηκικές ἀρετές. Κάθε ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, ἀδελφοί μου· αὐτό εἶναι ἀρετή. Τήν τηρεῖς; Τήν ἐφαρμόζεις; Π.χ. τήν ἐντολή του περί νηστείας τήν τηρεῖς, τήν ἐφαρμόζεις; Ἡ νηστεία εἶναι ἁγία ἀρετή, εἶναι σκαλοπάτι τῆς κλίμακος ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό. Ἡ νηστεία, ἡ εὐλογημένη νηστεία, ὅπως καί ὅλη ἡ κλίμακα ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό.

 

Κάθε ἀρετή εἶναι ἕνας μικρός παράδεισος. Κάθε ἀρετή τρέφει τήν ψυχή σου, τήν κάνει μακαρία, κατεβάζει στήν ψυχή σου θεία, οὐράνια ἀνάπαυσι. Κάθε ἀρετή εἶναι ἕνα χρυσό καί διαμαντένιο σκαλοπάτι στήν κλίμακα τῆς σωτηρίας σου, στήν κλίμακα πού ἑνώνει τήν γῆ μέ τόν Οὐρανό, πού ἐκτείνεται ἀπό τήν δική σου κόλασι μέχρι τόν δικό σου παράδεισο. Γι’ αὐτό καμμία ἀπό αὐτές δέν εἶναι ποτέ μόνη της. Ἡ πίστις στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό δέν εἶναι ποτέ μόνη της. Ἐκδηλώνεται μέ τήν προσευχή, μέ τήν νηστεία, μέ τήν ἐλεημοσύνη, μέ τήν ταπείνωσι, μέ τά παθήματα χάριν τοῦ πλησίον. Ὅχι μόνο ἐκδηλώνεται ἀλλά καί ζῆ κάθε ἀρετή, ἐπειδή ὑπάρχει ἡ ἄλλη ἀρετή. Ἡ πίστις ζῆ μέ τήν προσευχή, ἡ προσευχή ζῆ μέ τήν νηστεία, ἡ νηστεία τρέφεται μέ τήν προσευχή, ἡ νηστεία τρέφεται μέ τήν ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τρέφεται μέ τήν εὐσπλαχνία. Ἔτσι κάθε ἀρετή ζῆ διά τῆς ἄλλης. Καί ὅταν μία ἀρετή κατοικήσῃ στήν ψυχή σου, ὅλες οἱ ἄλλες θά ἀκολουθήσουν, ὅλες σιγά-σιγά ἀπό αὐτήν θά προέλθουν καί θά ἀναπτυχθοῦν δι’ αὐτῆς καί μαζί μέ αὐτήν.

 

Ναί, ἡ κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἐξαρτᾶται ἀπό σένα. Πές ὅτι νηστεύω μέ φόβο Θεοῦ, μέ εὐλάβεια, μέ πένθος, μέ δάκρυα. Μετά ὅμως τά παρατάω. Νά, ἄρχισα νά κτίζω τήν κλίμακα καί ἐγώ ὁ ἴδιος τήν γκρέμισα, τήν ἔσπασα. Ἐσύ πάλι, ἐσύ, νηστεύεις συχνά, ἐγκρατεύεσαι ἀπό κάθε σωματική τροφή. Ἀλλά νά, τόν καιρό τῆς νηστείας ἀφήνεις νά κατοικήσῃ στήν ψυχή σου ἡ ἁμαρτία, νά σπείρωνται στήν ψυχή σου διάφοροι ἀκάθαρτοι λογισμοί, ἐπιθυμίες. Σέ σένα ἀνήκει νά τούς διώχνῃς ἀμέσως μακρυά σου μέ τήν προσευχή, τό πένθος, τήν ἀνάγνωσι ἤ μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἄσκησι. Ἀλλά, ἄν ἐσύ, ἐνῶ νηστεύῃς σωματικῶς, τρέφῃς τήν ψυχή σου μέ κάποια ἁμαρτία ἤ μέ κάποιο κρυφό πάθος, νά! ἐσύ, ἐνῶ ἀρχίζῃς νά χτίζῃς ἕνα-ἕνα τά σκαλοπάτια τῆς νηστείας ἀπό τήν γῆ πρός τόν Οὐρανό, ἐσύ ὁ ἴδιος πάλι τά γκρεμίζεις, τά καταστρέφεις.

 

Ἡ νηστεία ἀπαιτεῖ εὐσπλαχνία, ταπείνωσι, πραότητα. Ὅλα αὐτά πᾶνε μαζί. Εἶναι σάν ἕνα συνεργεῖο οἰκοδόμων, τῶν ὁποίων ἀρχηγός εἶναι ἡ προσευχή. Αὐτή εἶναι ὁ ἀρχιμάστορας, ὁ ἀρχιτέκτονας, ὁ ἀρχιμηχανικός τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, τῶν πνευματικῶν μας ἐφέσεων, τῆς κλίμακος πού θά στήσουμε μεταξύ γῆς καί Οὐρανοῦ. Ἡ προσευχή κατέχει τήν πρώτη θέσι. Ὅταν ἡ προσευχή ἐγκατασταθῇ στήν καρδιά σου καί αὐτή φλέγεται ἀπό ἀδιάλειπτη δίψα γιά τόν Κύριο, ὅταν Αὐτόν συνέχεια βλέπει, Αὐτόν συνέχεια αἰσθάνεται, τότε μέ τήν προσευχή εἰσάγεις στήν ψυχή σου ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές. Τότε ὁ μηχανικός (ἡ προσευχή) ἔχει ἄριστους τεχνίτες, κτίζει γρήγορα-γρήγορα θαυμάσιες κλίμακες ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τίς κλίμακες τῶν σταδιακῶν σου ἀναβάσεων πρός τόν Θεό, πρός τήν τελειότητά Του. Ὅταν ἔχῃς δύναμι, δυνατή προσευχή, τότε καμμία νηστεία δέν θά σοῦ εἶναι δύσκολη, τότε καμμία ἀγάπη δέν θά σοῦ εἶναι ἀδύνατη. Ἁγία εὐαγγελική ἀγάπη!

 

Ἡ προσευχή ἁγιάζει τά πάντα μέσα σου, τήν κάθε ἄσκησί σου, τόν κάθε λογισμό σου, τήν κάθε αἴσθησί σου, τήν κάθε διάθεσί σου. Προσευχή! Δύναμις θεϊκή, τήν ὁποία μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος γιά νά ἁγιάζουμε ὁ,τιδήποτε ἐναγές μέσα μας, στήν ψυχή μας. Ἡ προσευχή σέ ἑνώνει μέ τόν Πανεύσπλαχνο Κύριο, καί Αὐτός ἐκχέει μέσα στήν καρδιά σου τήν συμπάθεια γιά κάθε ἄνθρωπο, γιά τόν ἁμαρτωλό, γιά τόν ἀδελφό πού εἶναι ἀδύναμος ὅπως καί σύ, πού πέφτει ὅπως καί σύ, ἀλλά καί πού μπορεῖ νά σηκωθῇ ὅπως καί σύ· πού τοῦ χρειάζεται ὅμως ἡ δική σου βοήθεια, ἡ ἀδελφική σου βοήθεια, ἡ προσευχητική σου βοήθεια, ἡ ἐκκλησιαστική σου βοήθεια. Τότε, ὅταν δώσῃς βοήθεια, χωρίς ἀμφιβολία θά κτίσῃς τήν δική σου κλίμακα, τήν κλίμακα πού ὁδηγεῖ ἀπό τήν κόλασί σου στόν παράδεισό σου· τότε, μέ βεβαιότητα στήν καρδιά θά ἀνεβαίνῃς ἀπό σκαλοπάτι σέ σκαλοπάτι, ἀπό ἀρετή σέ ἀρετή, καί θά φθάσῃς ἔτσι στήν κορυφή τῆς κλίμακος, στόν Οὐρανό, θά ἀποβιβασθῇς στόν Οὐρανό, θά ἀποβιβασθῇς στόν οὐράνιο Παράδεισο.

 

Ὅλα τά ἔχουμε, καί σύ καί ἐγώ: ἐννέα Μακαρισμοί, ἐννέα ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές. Αὐτό εἶναι τό εὐαγγέλιο τῆς νηστείας, τό εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. Ἀρετές, ἀδελφοί, μεγάλες ἀρετές. Τίς δύσκολες ἀσκήσεις τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς ταπεινώσεως, ὁ Κύριος τίς παρουσίασε ὡς Μακαρισμούς. Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (Ματθ. ε΄ 3)…

 

Ἡ ταπείνωσις! Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς πίστεώς μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀρετῆς μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀναβάσεώς μας πρός τόν Οὐρανό, αὐτή εἶναι τό θεμέλιο τῆς κλίμακός μας. Κύριε, ἐγώ εἶμαι ἕνα τίποτα, Ἐσύ εἶσαι τό πᾶν! Ἐγώ τίποτα, Ἐσύ τό πᾶν! Ὁ νοῦς μου εἶναι τίποτα μπροστά στόν δικό Σου Νοῦ, τό πνεῦμα μου εἶναι τίποτα μπροστά στό Πνεῦμα Σου, ἡ καρδιά μου, ἡ γνῶσις μου… ὤ! τίποτα, τίποτα, μπροστά στήν γνῶσι Σου Κύριε! Ἐγώ, ἐγώ, μηδέν, μηδέν… καί πίσω ἀπό αὐτό ἀναρίθμητα ἄλλα μηδενικά. Αὐτό εἶμαι ἐγώ μπροστά Σου, Κύριε. Ἡ ταπείνωσις! Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἁγία ἀρετή, ἡ πρώτη χριστιανική ἀρετή. Ὅλα ἀρχίζουν ἀπό αὐτήν…

 

Ἀλλά οἱ Χριστιανοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου, πού οἰκοδομοῦμε τήν κλίμακα τῆς σωτηρίας μας, πάντοτε κινδυνεύουμε ἀπό τίς ἀκάθαρτες δυνάμεις. Ποιές εἶναι αὐτές; Οἱ ἁμαρτίες, οἱ ἁμαρτίες μας, τά πάθη μας. Καί πίσω ἀπό αὐτές ὁ διάβολος, … Ὅπως οἱ ἅγιες ἀρετές οἰκοδομοῦν τήν οὐράνια κλίμακα μεταξύ Οὐρανοῦ καί γῆς, ἔτσι καί οἱ ἁμαρτίες μας φτιάχνουν μία σκάλα γιά τήν κόλασι. Κάθε ἁμαρτία. Ἄν ὑπάρχουν ἁμαρτίες στήν ψυχή σου, πρόσεχε! Ἄν κρατᾶς μῖσος στήν ψυχή σου μιά, δυό, τρεῖς, πενήντα μέρες, πρόσεξε νά δῇς σέ τί κόλασι ἔχει μεταβληθῆ ἡ ψυχή σου. Τό ἴδιο κι ἄν κρατᾶς θυμό, φιλαργυρία, αἰσχρή ἐπιθυμία… Καί σύ, τί κάνεις; Πραγματικά, μόνος σου φτιάχνεις μιά σκάλα γιά τήν κόλασι.

 

Ἀλλά ὁ Ἀγαθός Κύριος μᾶς δίνει θαυμαστό παράδειγμα. Νά, στό μέσον τῆς νηστείας, προβάλλει τόν μεγαλώνυμο, τόν θαυμάσιο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Ὅλος λάμπει ἀπό τίς ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές. Τόν βλέπουμε πῶς ἀνεβαίνει γρήγορα καί σοφά τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου, τήν ὁποία ἔστησε ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό. Ὡς διδάσκαλος, ὡς ἅγιος ὁδηγός, μᾶς δίνει τήν Κλίμακά του σέ μᾶς τούς Χριστιανούς ὡς πρότυπο γιά νά ἀνεβοῦμε ἀπό τήν κόλασι στόν Παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό…

 

Εὔχομαι ὁ ἐλεήμων καί μέγας ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης τῆς Κλίμακος… νά μᾶς χειραγωγῇ στούς ἀγῶνες μας ἐναντίον ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν μας μέ στόχο τίς ἅγιες ἀρετές· νά οἰκοδομήσουμε καί ἐμεῖς μέ τήν βοήθειά του τήν δική μας κλίμακα καί ἀκολουθώντας τον νά φθάσωμε στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στόν Παράδεισο, ὅπου ὑπάρχουν ὅλες οἱ οὐράνιες ἀναπαύσεις, ὅλες οἱ αἰώνιες χαρές, ὅπου μαζί του ἐκεῖ θά δοξάζουμε τόν Βασιλέα ὅλων ἐκείνων τῶν ἀγαθῶν, τόν Αἰώνιο Βασιλέα τῆς Οὐρανίου Βασιλείας, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ᾯ ἡ δόξα καί ἡ τιμή νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

9.

Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ Τεσσαρακοστὴ εἶναι μιὰ περίοδος μετάνοιας, μιὰ περίοδος ὅπου ἡ πέτρινη καρδιά μας μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, πρέπει ἀπὸ πέτρινη νὰ γίνει ἀνθρώπινη, ἀπὸ ἀναίσθητη ν΄ ἀρχίσει νὰ συναισθάνεται, ἀπὸ ψυχρή καὶ σκληρή νὰ γίνει ζεστή καὶ ἀνοιχτή στοὺς ἄλλους, καὶ στὸν ἴδιο τὸν Θεό.

Ἡ Σαρακοστή εἶναι μιὰ περίοδος ἀνανέωσης, ὅπου ὅλα γίνονται ξανὰ καινούργια, ὅπως στὴν ἄνοιξη· ὅπου ἡ ζωή μας ἀπὸ τὸ ἁμυδρὸ φῶς ποὺ βρισκόταν, ζωντανεύει μ’ ὅλη τὴν ἔνταση ποὺ ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κοινωνήσει σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους, κάνοντάς μας μέτοχους τοῦ Ἁγίου Του Πνεύματος, καὶ μέσα ἀπὸ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια καὶ τοῦ δώρου τοῦ Θεοῦ σ’ ἐμᾶς, τῆς ΘεϊκῆςΤου φύσης.

Εἶναι καιρὸς συμφιλίωσης, καὶ συμφιλίωση εἶναι χαρά: εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ δική μας· εἶναι ἕνα νέο ξεκίνημα.

Σήμερα εἶναι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, καὶ θέλω νὰ σᾶς διαβάσω μερικὲς δικές του φράσεις ποὺ εἶναι σχετικές μὲ τὴν ἰδιαίτερη χρονική περίοδο ποὺ ζοῦμε:

«Μετάνοια ποὺ σημαίνει ἐπιστροφή στὸν Θεό εἶναι ἡ ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματός μας· εἶναι ἡ προσπάθεια μας ν’ ἀνανεώσουμε τὸ συμβόλαιο μας μὲ τὸν Θεό, ἠ ὑπόσχεση μας ν΄ ἀλλάξουμε ζωή. Εἶναι καιρὸς ὅπου μποροῦμε ν’ ἀποκτήσουμε ταπείνωση, ποὺ σημαίνει νὰ εἰρηνεύσουμε μὲ τὸν Θεὸ, μὲ τὸν ἑαυτό μας, μ’ ὅλη τὴν κτίση. Μετάνοια εἶναι ἡ γέννηση τῆς ἐλπίδας καὶ ἡ ἀπόρριψη τῆς ἀπελπισίας. Καὶ κάποιος ποὺ μετανοεῖ, εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ ἀξίζει καταδίκη – καὶ ὅμως, φεύγει ἀπὸ τὸ δικαστήριο δίχως ντροπή, ἐπειδὴ μετάνοια σημαίνει νὰ εἰρηνεύουμε μὲ τὸν Θεό. Καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται ζώντας μιὰ ζωὴ ποὺ ν’ ἀξίζει, ξένη πρὸς τὶς ἁμαρτίες ποὺ διαπράξαμε στὸ παρελθόν. Μετάνοια εἶναι ὁ κάθαρση τῆς συνείδησης. Μετάνοια σημαίνει ν’ ἀπομακρύνω ὅλο τὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη.»

 

Καὶ ἄν ἀναρωτηθοῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτὸ, πῶς μποροῦμε νὰ φτάσουμε σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, πῶς μποροῦμε ν’ ἀποκριθοῦμε στὸν Θεό ποὺ μᾶς δέχεται ὅπως ὁ πατέρας δέχτηκε τὸν ἄσωτο υἱό, ἕναν Θεό ποὺ μᾶς περιμένει μὲ λαχτάρα, ποὺ, ἄν καὶ Τὸν ἀπορρίψαμε, ποτὲ δὲν χωρίστηκε ἀπὸ ἐμᾶς – πῶς μποροῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε σ’ Ἐκεῖνον; Ἄς ποῦμε λίγα λόγια γιὰ τὴν προσευχή:

 

«Μὴν χρησιμοποιεῖς στὴν προσευχή ψεύτικα σοφὰ λόγια· ἐπειδὴ συχνὰ εἶναι οἱ ἁπλοὶ ψίθυροι τῶν παιδιῶν ποὺ δίνουν χαρά στὸν οὐράνιο Πατέρα μας. Μὴν προσπαθεῖτε νὰ λέτε πολλὰ, ὅταν μιλᾶτε στὸν Θεό, γιατὶ διαφορετικὰ ὁ νοῦς σας θὰ χαθεῖ στὴν ἀναζήτηση τῶν λέξεων. Ἕνας λόγος ποὺ εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν τελώνη προκάλεσε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ· ἕνας λόγος πίστης ἔσωσε τὸν ληστή στὸν σταυρό. Ἡ χρήση πληθώρας λέξεων ὅταν προσευχόμαστε σκορπίζει τὸ νοῦ μας καὶ τὸν γεμίζει μὲ φαντασίες. Ἕνας λόγος πρὸς τὸν Θεὸ συγκεντρώνει τὸ νοῦ στὴν παρουσία Του. Kαὶ ἄν ἕνας λόγος στὴν προσευχὴ σᾶς ἀγγίζει βαθιά, ἄν τὸν νοιώθετε βαθιὰ μέσα σας – ἐπιμείνετε, ἐπιμείνετε, ἐπειδὴ τέτοιες στιγμὲς ὁ φύλακας Ἄγγελος μας προσεύχεται μαζὶ μ’ ἐμᾶς, ἐπειδὴ εἴμαστε ἀληθινοὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἑαυτό μας».

 

Ἄς θυμηθοῦμε τί λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας, ἀκόμα κι ἄν ξεχνᾶτε τὰ σύντομα σχόλια (ποὺ ἔκανα) γιὰ νὰ γίνει τὸ κείμενό του πιὸ κατανοητό. Ἄς θυμηθοῦμε τὰ λόγια του ἐπειδὴ ἦταν ἕνας ἄνδρας ποὺ γνώριζε τὶ σημαίνει νὰ στρέφεσαι στὸν Θεό, νὰ μένεις μὲ τὸν Θεό, νὰ εἶσαι ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ χαίρεσαι μαζί Του. Μᾶς προσφέρεται αὐτὴ τὴ στιγμὴ, καθὼς ἀναβαίνουμε πρὸς τὶς ἡμέρες τοῦ Πάθους, μᾶς προσφέρεται σὰν παράδειγμα τοῦ τὶ μπορεῖ νὰ κάνει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ μεταμορφώνει ἕναν συνηθισμένο, ἁπλὸ ἄνθρωπο σὲ φῶς μέσα στὸν κόσμο.

 

Ἄς μάθουμε ἀπὸ ἐκεῖνον, ἄς ἀκολουθήσουμε τὸ παράδειγμά του, ἄς χαροῦμε μ’ ὅ,τι μπορεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὴ δύναμη Του νὰ κάνει σ’ ἕναν ἄνθρωπο, καὶ μ’ ἐμπιστοσύνη, μὲ πίστη, μὲ μιὰ θριαμβευτικὴ κι ὅμως γαλήνια χαρὰ, ἄς ἀκούσουμε τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς ἱκετεύει νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο ζωῆς καὶ ποὺ μᾶς λέει ὅτι μ’ Ἐκεῖνον, καὶ μέσα ὰπὸ Ἐκεῖνον θὰ παραμείνουμε ζωντανοί, ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ αἰώνια Ζωή. Ἀμήν.