1.

ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

  1. ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ξεκινᾷ τὴν ἀφήγησι τοῦ ἱεροῦ του Εὐαγγελίου μὲ τὴν παρουσίασι τοῦ γενεαλογικοῦ καταλόγου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιατί ὅμως ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς κάνει αὐτὴ τὴν ἀναφορὰ τῶν ὀνομάτων; Τί σημασία ἔχουν ὅλα αὐτά;

Ὁ ἅγιος Ματθαῖος πρωτίστως θέλει νὰ δείξῃ ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἐπηγγελμένος Μεσσίας, ἐφ’ ὅσον εἶναι υἱὸς τοῦ Δαβὶδ καὶ υἱὸς τοῦ Ἀβραάμ. Διότι ὁ Μεσσίας κατὰ τοὺς προφῆτες ἔπρεπε νὰ κατάγεται ἀπὸ τὸν Δαβίδ, ὅπως ἐπὶ αἰῶνες Τὸν περίμεναν οἱ Ἰουδαῖοι· ἀλλὰ νὰ εἶναι καὶ υἱὸς τοῦ Ἀβραάμ, διότι ἀπὸ τὸν ἀπόγονο αὐτὸν τοῦ Ἀβραὰμ θὰ εὐλογοῦντο ὅλοι οἱ ἐθνικοί, ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς. Ταυτόχρονα ὅμως ὁ κατάλογος αὐτὸς ἀποτελεῖ καὶ μία περίληψι τῆς ἰουδαϊκῆς ἱστορίας, ἕνα σύντομο σκιαγράφημα τῶν γεγονότων τῆς θαυμαστῆς παρουσίας καὶ προνοίας τοῦ Θεοῦ στὸν περιούσιο λαό του. Μία ἱστορία ποὺ κορυφώνεται στὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου μὲ τὴν γέννησι τοῦ Μεσσίου. Ὅλη αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ τῶν ὀνομάτων ἔχει κάποιο τελικὸ σκοπό. Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα μὲ ἕνα θαυμαστὸ τρόπο συντελοῦν στὴν δικαίωσι τῆς ἱστορίας, στὴν θεία Ἐνανθρώπησι.

  1. ΤΡΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος χωρίζει τὸν γενεαλογικὸ κατάλογο τοῦ Κυρίου μας σὲ τρεῖς περιόδους. Γιατί τὸ κάνει αὐτό; Διότι οἱ τρεῖς αὐτὲς ἐποχὲς ἀντιστοιχοῦν σὲ τρεῖς ἱστορικὲς περιόδους διαφορετικῶν διακυβερνήσεων στὸν Ἰσραήλ. Μέχρι τὸν Δαβίδ, οἱ Ἰουδαῖοι ἐκυβερνῶντο ἀπὸ κριτάς. Ἀπὸ τὸν Δαβὶδ μέχρι τὴν βαβυλώνια αἰχμαλωσία, ἀπὸ βασιλεῖς. Καί ἀπὸ τὴν βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ ἀρχιερεῖς. Μὲ αὐτὴν τὴν διαίρεσι κατ’ οὐσίαν ξεσκεπάζεται ἡ ἀδυναμία ὅλων αὐτῶν τῶν ἕως τότε συστημάτων νὰ ἀνορθώσουν τὸν ἰουδαϊκὸ λαὸ ἀπὸ τὴν ἠθικὴ πτῶσι. Καὶ καθίσταται σαφὴς ἡ ἐπείγουσα καὶ ἀπόλυτη ἀνάγκη τοῦ Μεσσίου. Διότι μὲ καμμία διακυβέρνησι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἔγιναν καλύτεροι. Ὅσο κι ἂν τοὺς νουθετοῦσαν οἱ κριταί, οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἱερεῖς τους, αὐτοὶ ἔμεναν βυθισμένοι στὰ ἴδια πάθη καὶ δὲν εἶχαν τὴν διάθεσι νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ νὰ στραφοῦν πρὸς τὸ φῶς. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γίνῃ ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἀνορθώσῃ τὸν πεσόντα ἄνθρωπο. Ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ὁ μόνος ἀληθινὸς κριτής, βασιλεὺς καὶ ἀρχιερεὺς τῆς οἰκουμένης γιὰ νὰ καταργήσῃ ὅλες αὐτὲς τὶς προσωρινὲς διακυβερνήσεις, καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ μία βασιλεία πνευματικὴ καὶ αἰώνια.

  1. ΔΥΟ ΟΝΟΜΑΤΑ

Ὁ Κύριός μας εἶχε δύο ὀνόματα: «Ἰησοῦς» καὶ «Ἐμμανουήλ». Τὸ πρῶτο τὸ ἀπεκάλυψε ὁ ἄγγελος στὸν Ἰωσήφ, τὸ δεύτερο τὸ προανήγγειλε ὁ προφήτης Ἡσαΐας. Γιατί ὅμως ὁ Θεὸς διὰ τοῦ ἀγγέλου καὶ διὰ τοῦ προφήτου δίνει δύο ὀνόματα στὸν Κύριό μας;

Τὸ πρῶτο ὄνομα Ἰησοῦς, ποὺ σημαίνει σωτήρ, λυτρωτής, ἐλευθερωτής, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Μεσσίας δὲν θὰ εἶναι μόνον βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ ὁ σωτήρ καὶ ἐλευθερωτὴς ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐλευθερωτὴς ὄχι ἀπὸ τὴν κυριαρχία κάποιων αἰσθητῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ ἀπὸ μία στυγνὴ τυραννία, τὴν σκλαβιὰ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους στοὺς δαίμονες καὶ τὴν ἁμαρτία. Ὅμως ἐδῶ ἀκριβῶς προκύπτει ἕνα μεγάλο ἐρώτημα: Ποιὸς ἄνθρωπος θὰ μποροῦσε νὰ λυτρώσῃ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; Κανείς! Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν εἶχε μιὰ τέτοια δύναμι παρὰ μόνον ὁ Θεός. Ἄρα λοιπὸν τὸ ὄνομα Ἰησοῦς συνεσκιασμένα φανερώ-νει ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι μόνον ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεός.

Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ προφήτης Ἡσαΐας προαναγγέλλει καὶ τὸ δεύτερο ὄνομα τοῦ Μεσσίου, τὸ ὄνομα Ἐμμανουήλ. Διότι τὸ ὄνομα αὐτὸ σημαίνει «μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός», δηλαδὴ ὅτι ὁ Μεσσίας θὰ εἶναι Θεάνθρωπος. Οὔτε μόνον Θεὸς οὔτε μόνον ἄνθρωπος. Ἀλλὰ θὰ εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ θὰ κατέλθῃ στὴ γῆ μας καὶ θὰ γίνῃ ἄνθρωπος καὶ θὰ περιπατῇ ἀνάμεσά μας. Τὰ δύο λοιπὸν ὀνόματα συμπληρώνουν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Καὶ μᾶς ἀποκαλύπτουν «τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν» (Κολασ. α΄ 26)· ὅτι Αὐτὸς ποὺ γεννᾶται ἐκ τῆς Παρθένου, δὲν εἶναι ἄνθρωπος οὔτε ἄγγελος, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ γίνεται ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Ἂς προετοιμασθοῦμε λοιπὸν τὶς ἡμέρες αὐτές, ὥστε νὰ προσέλθουμε κι ἐμεῖς νοερὰ στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ μὲ φόβο καὶ δέος. Διότι μέσα σ’ αὐτὸ γεννᾶται ὡς ἄνθρωπος ὁ ἄπειρος Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Καὶ ἂς Τοῦ προσφέρουμε τὰ δάκρυά μας, τὴν μετάνοιά μας, τὶς ἁμαρτίες μας· ἀλλὰ καὶ τὴν βαθειὰ εὐγνωμοσύνη μας γιὰ τὴν λύτρωσι ποὺ μᾶς ἐχάρισε. Ἔτσι θὰ νιώσουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα!

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

2.

Ο γενεαλογικός κατάλογος του Ιησού Χριστού (Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία)

IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ

Ο ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

  1. Λίγα λόγια θά σᾶς πῶ σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί, πάνω στή σημερινή εὐαγγελική περικοπή. Πολλά ὀνόματα ἀκούσαμε σ᾽ αὐτήν. Εἶναι τά ὀνόματα τῆς γενεαλογίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί γιατί ὁ Εὐαγγελιστής ἀναφέρει τήν γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ; Ἐπειδή ἡ Παλαιά Διαθήκη λέγει ὅτι ὁ Μεσσίας θά κατάγεται ἀπό τόν Ἀβραάμ καί τόν Δαβίδ, γι᾿ αὐτό καί ὁ Εὐγγελιστής Ματθαῖος, θέλοντας νά ἀποδείξει στούς Ἰουδαίους ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ πραγματικός Μεσσίας, ἀποδεικνύει, βάσει ἐγκύρων καταλόγων, τήν καταγωγή του ἀπό τόν Ἀβραάμ καί τόν Δαβίδ. Γι᾽ αὐτό λοιπόν καί ἡ σημερινή περικοπή τοῦ Εὐγγελιστοῦ Ματθαίου μᾶς ἀνέφερε τά πολλά ὀνόματα τῶν προγόνων τοῦ Ἰησοῦ. Ἀλλά ὅλα αὐτά τά ὀνόματα συνιστοῦν τήν πρό Χριστοῦ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας καί τήν προετοιμασία της γιά τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

 

  1. Κανονικά οἱ ἰουδαϊκοί γενεαλογικοί κατάλογοι περιελάμβαναν μόνο ἄνδρες. Ἀλλά ὁ Εὐγγελιστής Ματθαῖος, στόν γενεαλογικό κατάλογο τοῦ Χριστοῦ πού ἀκούσαμε, μνημονεύει καί γυναῖκες: Τήν Θάμαρ, τήν Ραχάβ, τήν Ρούθ καί τήν γυναίκα τοῦ Οὐρίου, τήν Βηρσαβεέ. Οἱ μνημονευόμενες ὅμως αὐτές γυναῖκες ἦταν ἐθνικές ἤ καί ἁμαρτωλές γυναῖκες. Αὐτό ὁ Ματθαῖος τό κάνει γιά νά δηλώσει τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη Του σ᾽ ὅλο τόν κόσμο. Ὅτι δηλαδή ὁ Μεσσίας ἦλθε γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα καί ἦλθε γιά τήν σωτηρία τῶν ἁμαρτωλῶν.

Γιά νά εἶναι εὐκολομνημόνευτος ὁ γενεαλογικός κατάλογος, τόν ὁποῖο μᾶς προσφέρει ὁ Ματθαῖος στό Εὐαγγέλιό του, τόν χωρίζει σέ τρεῖς σειρές μέ δεκατέσσερα ὀνόματα ἡ κάθε σειρά (στίχ. 17). Ἀλλά, γιατί προτιμάει τόν ἀριθμό δεκατέσσερα;  Ὡς καλύτερη ἑρμηνεία, γιά νά ἐξηγήσουμε τό φαινόμενο αὐτό, εἶναι νά ποῦμε ὅτι ὁ Ματθαῖος παρατήρησε τήν γενεαλογία πού παρατίθεται στά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῆς Ρούθ (βλ. 4,18-22) καί τῶν Α´ Παραλειπομένων (βλ. 2,10-13). Ἡ γενεαλογία αὐτή δίδει 10 ὀνόματα ἀπό τόν Φαρές μέχρι τόν Δαβίδ. Στόν ἀριθμό αὐτό, ἄν προσθέσουμε τόν πατέρα τοῦ Φαρές καί τούς τρεῖς πατριάρχες, ἔχουμε τόν ἀριθμό 14 ἀπό τόν Ἀβραάμ μέχρι τόν Δαβίδ. Παίρνοντας τώρα ὁ Ματθαῖος τόν ἀριθμό αὐτό ὡς βάση καί γιά τίς δύο ἄλλες ἱστορικές περιόδους, μᾶς παρουσιάζει τήν γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ σέ τρεῖς σειρές μέ δέκα τέσσερα ὀνόματα τήν κάθε σειρά. Ἀλλά στήν τρίτη σειρά τά ὀνόματα, ἄν καί λέγει ὁ Εὐαγγελιστής ὅτι εἶναι δέκα τέσσερα, ὅμως εἶναι δώδεκα. Γιά νά γίνουν δεκατέσσερα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει ὅτι ὡς μία γενεά πρέπει νά ὑπολογίσουμε τόν χρόνο τῆς αἰχμαλωσίας γενικά («μετοικεσία Βαβυλῶνος») καί ὡς τελευταῖο ὄνομα νά παραθέσουμε τόν ἴδιο τόν Χριστό!

  1. Ἐπειδή μνημονεύσαμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, θά σᾶς ἀναφέρω, ἀδελφοί χριστιανοί, καί μία ἄλλη παρατήρησή του στό γενεαλογικό κατάλογο τῆς περικοπῆς μας: Στήν πρώτη σειρά τοῦ καταλόγου, ἀπό τόν Ἀβραάμ μέχρι τόν Δαβίδ, τό πολίτευμα τῶν Ἰουδαίων ἦταν δημοκρατικό (εἶναι ἡ περίοδος τῶν Πατριαρχῶν καί τῶν Κριτῶν)· στήν δεύτερη σειρά, ἀπό τόν Δαβίδ μέχρι τήν αἰχμαλωσία στήν Βαβυλώνα, τό πολίτευμά τους ἦταν ἡ βασιλεία· καί στήν τρίτη σειρά, ἀπό τήν αἰχμαλωσία στήν Βαβυλώνα μέχρι τόν Μεσσία Ἰησοῦ Χριστό, τό πολίτευμα ἦταν δικτατορία. Κανένα ὅμως ἀπό αὐτά τά ἀνθρώπινα πολιτεύματα δέν ἔφερε τήν σωτηρία, ἡ ὁποία ἦλθε μόνον ἀπό τόν σαρκωθέντα Υἱό τοῦ Θεοῦ, τόν Ἰησοῦ Χριστό. Πραγματικά τά πολιτεύματα, σάν ἀνθρώπινα κατασκευάσματα, δέν μπορεῖ νά φέρουν τήν σωτηρία καί τήν εὐτυχία στόν ἄνθρωπο. Μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστός λέγεται καί εἶναι ὁ Σωτήρας τῆς ἀνθρωπότητας.
  2. Τέλος, στήν περικοπή μας ἀκοῦμε ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε υἱός τοῦ Ἀβραάμ καί τοῦ Δαβίδ. Ἄς μήν ἀμφιβάλλουμε λοιπόν, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Χρυσόστομος, ὅτι καί ἐμεῖς, οἱ υἱοί τοῦ Ἀδάμ θά γίνουμε υἱοί τοῦ Θεοῦ! Μέ τήν ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων γίναμε τέκνα ἀποστασίας. Ὁ Χριστός ὅμως μέ τήν σάρκωσή Του καί μέ τό ὅλο τό οἰκονομικό Του σχέδιο, πού ἔκανε γιά μᾶς, μᾶς ἐχάρισε πάλι τήν υἱοθεσία μας μέ τόν Θεό Πατέρα. Μέ τά Χριστούγεννα ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο θεό, γιά νά πετύχει τήν θέωσή του, γιά τήν ὁποία ἔχει πλαστεῖ.

Καλά Χριστούγεννα.

Μέ πολλές εὐχές,

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

3.

Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου καὶ βεβαίως ὅλης τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ πρώτη σελίδα τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ Βιβλίου φαίνεται νὰ εἶναι ἡ πιὸ ἀνιαρὴ καὶ ἴσως ἡ πιὸ ἀπωθητικὴ σελίδα τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας, διότι ἀποτελεῖ μία κουραστικὴ λίστα ἀπὸ ἑβραϊκὰ ὀνόματα. Μία πιὸ προσεκτικὴ ὅμως ματιὰ μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι περιέχει τὸ χαρούμενο προμήνυμα τῆς σωτηρίας μας, ἀφοῦ ἀποτελεῖ τὸ γενεαλογικὸ «δένδρο» τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καταγράφει ὀνομαστικά τοὺς προπάτορες τοῦ Χριστοῦ ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ καὶ καταλήγοντας στὸν δίκαιο Ἰωσήφ, τὸν φαινομενικὰ «ἄνδρα Μαρίας», ὁ ὁποῖος ὅμως στὴν πραγματικότητα εἶχε ὡς ἀποστολή: (καθῆκον) τὴν προστασία τῆς Ἀειπαρθένου.

 

 

«Δόξα τῇ συγκαταβάσει σου»

 

Γενεαλογεῖται ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ καὶ ὄχι ἡ Θεοτόκος Μαρία, διότι «οὐκ ἦν νόμος παρὰ Ἰουδαῖοι γενεαλογεῖσθαι γυvαῖκας» (ἱερὸς Χρυσόστομος), ἂν καὶ -κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ- ἐπίσης «ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυὶδ» καταγόταν ἡ Παρθέvος. Ὁ Χρυσορρήμων θεωρεῖ ἀναγκαῖο νὰ ἀναφέρει καὶ μία ἄλλη «μυστικωτέραν αἰτίαν», γιὰ τὴν ὁποία γενεαλογεῖται ὁ Ἰωσήφ, ἔστω κι ἂν αὐτὸς δὲν συντελεῖ «οὐδὲν πρὸς γέννησιν»: Ὅπως ὁ Χριστὸς ἐξ ἀρχῆς συνεσκίασε τὴν ἰσότητά του πρὸς τὸν Πατέρα ὀνομάζοντας τὸν Ἑαυτὸ του «υἱὸν ἀνθρώπου», ἔτσι καὶ ὁ Ἰωσὴφ παρουσιάζεται ὡς «ἀνὴρ» τῆς Μαρίας, ὥστε ἡ Παναγία νὰ ἀπαλλαγεῖ «πάσης ὑποψίας πονηρᾶς» καὶ νὰ μὴν κινδυνεύσει νὰ λιθοβοληθεῖ. Διότι, ἂν μετὰ ἀπὸ τόσα θαύματα συνέχιζαν νὰ ὀνομάζουν τὸν Χριστὸ «υἱὸ τοῦ Ἰωσήφ», πῶς, πρὶν ἀπὸ αὐτά, θὰ μποροῦσαν νὰ πιστέψουν ὅτι γεννήθηκε ἀπὸ Παρθένο; Μπορεῖ ἄραγε ἀνθρώπινος vοῦς νὰ συλλάβει τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ταπείνωσης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ποὺ γιὰ μᾶς καταδέχεται νὰ ἀντιμετωπίσει κίνδυνο ἀτιμωτικοῦ θανάτου, ἐνῶ ἀκόμη ἐκυοφορεῖτο.

 

Ἡ ἀναφορὰ στοὺς προπάτορες τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ μὲ τὸν πιὸ σαφῆ τρόπο, τὸ πόσο ταπεινὰ ὁ Θεὸς εἰσῆλθε στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία προσλαμβάνοντας «ἀνθρώπινη σάρκα» ἀπὸ ἕνα λαό, κατὰ τὸ πλεῖστον «ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα, οἵ οὐκ ἐπορεύθησαν ὁδῷ ἀληθινῇ ἀλλ’ ὀπίσω τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ἠσ. 65,2). Γι’ αὐτό, ἕνας κουραστικὸς κατάλογος ὀνομάτων ἀναδεικνύεται σὲ μία τρανὴ ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

 

 

Ἀπαράδεκτες προφάσεις ἢ ἀφορμὲς ἀγώνων;

 

Ἡ συγκατάβαση αὐτὴ τοῦ Θεοῦ γίνεται ἀκόμα πιὸ φανερή, ἂν προσέξουμε ὅτι μέσα σ’ αὐτὸν τὸν κατάλογο περιλαμβάνονται προπάτορες τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεννήθηκαν ἀπὸ ἀθέμιτες σχέσεις, ὅπως: (α) ὁ Φαρές, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴ σχέση τοῦ Ἰούδα μὲ τὴ νύφη του, ἔστω κι ἂν ἐκεῖνος δὲν τὴν κατάλαβε γιατί εἶχε μεταμφιεστεῖ σὲ πόρνη· (β) ὁ Βοόζ, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν πόρνη Ραχάβ· καὶ (γ) ὁ Σολομώντας, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ μοιχεία ποὺ διέπραξε ὁ Δαβὶδ μὲ τὴ Βηρσαβεέ. «Τέτοιους συγγενεῖς καταδέχθηκε νὰ ἔχει ὁ Χριστός», λέει θαυμάζοντας ὁ ἅγιος ’Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. «Δὲν ντράπηκε τὰ αἴσχη μας. Ἦρθε ὄχι γιὰ νὰ τὰ ἀποφύγει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ καταργήσει».

 

Καὶ συμπληρώνει κάτι πολὺ σημαντικό: «Μὲ αὐτὸ μᾶς δίδαξε ὅτι δὲν πρέπει νὰ δικαιολογοῦμε τὶς ἁμαρτίες μας ἐπικαλούμενοι κακοὺς προγόνους, ἀλλὰ μόνο ἕνα νὰ ζητᾶμε, τὴν ἀρετή. Ὅποιος ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀρετή, δὲν πρόκειται καθόλου νὰ τὸν βλάψει ὅτι ἔτυχε νὰ ἔχει ἁμαρτωλοὺς προπάτορες». Ἄρα εἶναι τουλάχιστον φαιδρό, μερικὲς φορὲς μέχρι τὰ γεράματά μας νὰ ἐπικαλούμαστε κληρονομικότητες καὶ παιδικὰ τραύματα γιὰ νὰ δικαιολογήσουμε τὴν ἀπροθυμία μας νὰ ἀγωνιστοῦμε γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή μας ἀπὸ πάθη. Εἶναι τόσο μεγάλο τὸ δῶρο τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, δηλ. «ἡ γνώμη καὶ ὁ τῆς ψυχῆς τρόπος», ὥστε -σὲ συνεργασία μὲ τὴν παντοδύναμη Χάρη τοῦ Θεοῦ- μπορεῖ νὰ ἀνατρέψει καὶ νὰ θεραπεύσει καὶ τὶς χειρότερες κληρονομημένες τάσεις, τὶς πιὸ βαθιὰ ριζωμένες συνήθειες καὶ τὰ πιὸ μακροχρόνια πάθη. Μάλιστα ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος προσθέτει ὅτι τοὺς κακοὺς προπάτορες πρέπει νὰ τοὺς «ἀξιοποιοῦμε» ὄχι ὡς ἀφορμὴ αἰσχύνης, ἀλλὰ ὡς ἀφορμὴ μεγαλύτερου ἀγώνα ὥστε «διὰ τῆς οἰκείας ἀρετῆς λαμπρύνειν κἀκείvους».

 

 

Οἰκειοποίηση θείων δωρεῶν

 

Ἡ τριμερὴς διαίρεση τῆς γενεαλογίας τοῦ Χριστοῦ σὲ περιόδους ποὺ οἱ Ἰουδαῖοι -μετὰ τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ- ἡγεμονεύονταν διαδοχικὰ ἀπὸ Κριτές, βασιλεῖς καὶ ἀρχιερεῖς, αἴρει καὶ μία ἄλλη, ὄχι σπάνια, δικαιολογία ἀβελτηρίας καὶ νωθρότητας: τὸ ὅτι γιὰ ὅλα φταῖνε οἱ κυβερνῶντες. Ὁ χρυσορρόας Ἰωάνvης ἀποστομώνει ὅσους ἐπικαλοῦνται τέτοιες δικαιολογίες ἐπισημαίνοντας: «Οὔτε τῶν πολιτειῶν μεταβληθεισῶν» ἔγιναν καλύτεροι οἱ Ἰουδαῖοι. Στὰ ἴδια κακὰ ἔμειναν σὲ ὅλα τὰ πολιτεύματα. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἦρθε ὁ ἀληθινὸς Κριτής, Βασιλεὺς καὶ Ἱερεὺς ὁ Χριστὸς ὁ μόνος ποὺ «εὐαγγελίζεται, οὐ πολεμίων αἰσθητῶν, ἀλλὰ -τὸ ἀσύγκριτα μεγαλύτερο- ἁμαρτημάτων ἀπαλλαγήν», ἀκόμη καὶ τότε ὁ πλεῖστος ὄχλος «οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι».

 

Ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, τὸ ὕψιστο δώρo τοῦ Ἐνανθρωπίσαντος Χριστοῦ δὲν χαρίζεται χωρὶς τὴ δική μας ἐπίμονη αἴτηση καὶ ἐλεύθερη συνεργασία. Συνομολογώντας μὲ τὴ σταθερὴ μετάνοιά μας ὅτι «μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός», ἂς ἀναζητοῦμε ὄχι δικαιολογίες ἀκηδίας ἀλλὰ συνεχεῖς ἀφορμὲς δοξολογίας τοῦ Ἐμμανουὴλ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου.

4.

Ὁ δίκαιος ὡς παράνομος

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου)

Καθώς μπαίνουμε στήν τελική εὐθεία γιά τή Μητρόπολη τῶν ἑορτῶν, τά Χριστούγεννα, ἡ Ἐκκλησία μέ τό ἴδιο πάντα εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα μᾶς προετοιμάζει γιά τήν πανηγυρική καί συνάμα ταπεινή εἴσοδο τοῦ Βασιλέως τῆς Δόξης στό ἱστορικό προσκήνιο. Καί ἐνῶ ἑτοιμαζόμαστε γιά τίς δοξολογίες τῶν ἀγγέλων, τήν ὁμολογία τῶν ποιμένων, τήν προσκύνηση τῶν μάγων, τόν ἀστέρα, τό σπήλαιο, τή φάτνη, ἔρχεται μία σειρά ὀνομάτων, πού δέν εἶναι ἱστορικά πλήρης, μιᾶς πού δέν ξεκινᾶ ἀπό τόν Ἀδάμ, ἀλλά ἀπό τόν Ἀβραάμ, γιά νά ἀναδείξει τό δικαίωμα τοῦ Χριστοῦ να προσδιορίζεται κατά τά κριτήρια τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ὡς ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Βεβαίως, αὐτό ὀφείλεται στήν πρόθεση τοῦ εὐαγγελιστῆ Ματθαίου νά ἀπευθύνει τό Εὐαγγέλιό του κατ’ ἀρχήν στούς ὁμοεθνεῖς του καί κατόπιν στήν οἰκουμένη καί ἑπομένως, ἔπρεπε νά πείσει γιά τήν καταγωγή τοῦ Χριστοῦ «ἐξ οἴκου καί πατριᾶς Δαβίδ».

Ἡ παράθεση ὅμως τοῦ καταλόγου τόσων ὀνομάτων, δέν ἱκανοποιεῖ μόνον τήν ἱστορικά περιορισμένη στοχοθεσία τοῦ Ματθαίου. Κατορθώνει συνάμα ν’ ἀναδείξει μιά σειρά κατά σάρκα προγονῶν τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ μέν νά σχετίζονται μεταξύ τους μέ συγγένεια, ἀποτελοῦν ὅμως ταυτόχρονα ἕνα ἑτερόκλητο σύνολο, στό ὁποῖο καθρεπτίζεται ἡ παθογένεια ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Καί τοῦτο διότι τά παρατιθέμενα ὀνόματα ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ μας δέν ἦταν ἅγιοι, καί πολλοί ἀπό αὐτούς δέν θά μποροῦσαν νά χαρακτηριστοῦν ἔστω καλοί ἄνθρωποι. Ἡ ἁμαρτία, τήν ὁποία ἔρχεται νά καταργήσει ὁ «Σωτήρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν», φαίνεται νά ἔχει κατακλύσει τον κόσμο τόσο, ὥστε να κατακυριεύει ἀκόμη καί τό γενεαλογικό δέντρο τοῦ ἀναιρέτη της.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ

Δέν μποροῦμε στόν περιορισμένο χῶρο τοῦ κηρύγματος, ν’ ἀναπτύξουμε ὅσα πρέπει, σέ σχέση μέ τό ἀναφερόμενο ὄνομα. Κάτι τέτοιο θά ἰσοδυναμοῦσε μέ ἀντιγραφή ἐκτεταμένων ἀποσπασμάτων ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Μᾶς βοηθᾶ ὅμως, νά συνειδητοποιήσουμε τό πόσο δίκιο ἔχουν οἱ ἑρμηνευτές ὅταν τονίζουν ὅτι ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή εἶναι ἡ γέφυρα πού συνδέει Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, ἀναδεικνύοντας τή συνέχεια τῆς ἱερῆς ἱστορίας καί ὑπογραμμίζοντας τόν μυστικό τρόπο πού δρᾶ ὁ Ἅγιος Θεός, ὥστε νά ἐνεργοποιήσει τά γεγονότα τῆς Θείας Οἰκονομίας γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου.

Ὀφείλουμε, ὡστόσο, νά σταθοῦμε μέ ἰδιαίτερο σεβασμό σέ ἕνα πρόσωπο, τό ὁποῖο ἀνήκει μέν στόν κόσμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δέν ἀναφέρεται ὅμως σέ αὐτή. Συνάμα, μνημονεύεται στήν Καινή Διαθήκη ἐπιδεικνύοντας ἦθος ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, τέτοιο πού τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἀναδεικνύει σέ μεγάλους Πατέρες καί Ὁσίους τῆς πίστης μας. Ὁ λόγος γιά τόν Ἰωσήφ, τόν μνήστορα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται ἀπό τόν Ματθαῖο γιά νά κατοχυρωθεῖ τό ἐξ ἀρρενογονίας δικαίωμα τοῦ Κύριου νά θεωρεῖται ἀπόγονός του Δαβίδ. Παράλληλα, περιγράφεται καί ὁ πειρασμός τόν ὁποῖο ἀντιμετώπισε μόλις κατάλαβε ὅτι ἡ Θεοτόκος «εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα», χωρίς νά μπορεῖ κατ’ ἀρχήν νά κατανοήσει τό «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου».

 

Ὁ Ματθαῖος περιγράφοντας τή σκηνή μέ πολύ σεβασμό, ἀναφέρει ὅτι μετά τόν ἀρραβώνα, γιά λόγους προστασίας, τῆς Μαρίας μέ τόν πολύ μεγαλύτερο στήν ἡλικία Ἰωσήφ, πρίν συγκατοικήσουν ὡς σύζυγοι διαπιστώθηκε ἡ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἐγκυμοσύνη τῆς Θεοτόκου. Τό πρῶτο τό ὁποῖο συνάγεται ἀπό τήν περιγραφή εἶναι ἡ ἀπόλυτη σιωπή τῆς Παναγίας μας. Δέν προσπαθεῖ νά δικαιολογηθεῖ, δέν προσπαθεῖ νά ἐξηγήσει, δέν φαίνεται ν’ ἀντδρᾶ σέ ὅ,τι συμβαίνει γύρω της καί τήν ἀφορᾶ. Ἀποδεικνύεται ἔτσι ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη της στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, στά χεριά τοῦ ὁποίου ἐπαφίεται γιά νά δώσει λύση.

Ἡ «ἀνεκτικότητα» τοῦ Ἰωσήφ

Πῶς ἀντιδρᾶ ὁ Ἰωσήφ; Τό λιγότερο πού θά μποροῦσε νά εἰπωθεῖ εἶναι ψύχραιμα καί συνετά, ἄν ὄχι καί ἅγια. Δέν δημοσιοποιεῖ τό γεγονός. Δέν κατευθύνεται πρός τούς Ἱερεῖς τοῦ Ναοῦ γιά νά ζητήσει τόν λόγο πού τόν ἀρραβώνιασαν μέ μία κοπέλα ἤδη ἔγκυο. Ἀναδεικνύοντας τόν χαρακτηρισμό πού τοῦ ἀποδόθηκε ὡς προστάτης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, σκέπτεται πῶς αὐτή δέν θά ὑποστεῖ συνέπειες θανάσιμες ἤ ἐξευτελιστικές, χωρίς νά σκέπτεται τόν ἑαυτό του ἤ νά ἐγκλωβίζεται στή θεώρηση ὅτι προσεβλήθηκε.

Μάλιστα ὁ Ματθαῖος γράφει χαρακτηριστικά: «Ἰωσήφ (…) δίκαιος ὤν καί μή θέλων αὐτήν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν». Ὁ Ἰωσήφ προσδιορίζεται ὡς δίκαιος τήν ἴδια στιγμή πού ἐμφανίζεται νά μεθοδεύει τήν παρανομία. Κατά τόν Μωσαϊκό Νόμο (Λευιτ. 20, 10), ἡ ποινή γιά τή μοιχεία ἦταν ὁ θάνατος μέ λιθοβολισμό, ὥστε νά ἐπιτυγχάνεται καί ἡ διαπόμπευση. Βεβαίως, μετά τή ρωμαϊκή κατάκτηση, ἐπειδή οἱ Ρωμαῖοι διεκδικοῦσαν γιά τούς ἑαυτούς τους τό δικαίωμα ἐπιβολῆς θανατικῆς ποινῆς, ἡ μωσαϊκη διατάξη ἔτεινε νά περιοριστεῖ ὡς πρός τήν ἀφαίρεση ζωῆς, ὄχι ὅμως ὡς πρός τή διαπόμπευση. Καί ὁ Ἰωσήφ χαρακτηρίζεται ὡς δίκαιος τή στιγμή πού σκέφτεται πῶς δέν θά ἐφαρμόσει τόν Νόμο.

Γιατί αὐτό; Μά γιά νά δηλωθεῖ εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ὅτι ὁ Μωσαϊκός Νόμος δέν ἦταν τό πλῆρες καί ἀποκεκαλυμμένο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μιά συνθήκη πού σκοπό εἶχε νά συγκρατήσει τά πράγματα μέχρι νά ἐμφανιστεῖ ὁ Λυτρωτής τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Δέν ἦταν αὐτό πού ἤθελε ὁ Θεός, ἀλλά αὐτό πού ἄντεχε ὁ ἀμαυρωμένος ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπος. Ἦταν αὐτό πού συγκρατοῦσε τόν σκληρόκαρδο ἄνθρωπο μέχρι νά ὡριμάσει, γιά νά μπορέσει νά δεχθεῖ αὐτό πού ἤθελε ὁ Θεός. Κι αὐτό πού ἤθελε ὁ Θεός εἶναι αὐτό πού βλέπουμε νά βλαστάνει στήν καρδιά τοῦ Ἰωσήφ, ὡς ἀπόδειξη τῆς ὡριμότητας τῆς ἀνθρωπότητας νά δεχθεῖ κάτι ἀνώτερο καί τέλειο. Ἕνα συνδυασμό ἀνεκτικότητας, ἐπιείκειας, ἀγάπης, καλοσύνης, ὡς ἀπόδειξη τῶν ὅσων ὁ Θεός καί ἡ ζωή κοντά του καλλιεργοῦν ὡς βιώματα ἀλήθειας στούς δικούς του ἀνθρώπους. Ὁ Ἰωσήφ ξεπερνᾶ τή νομιμότητα γιά νά φθάσει στήν ἀγάπη. Μπολιάζει τό δίκαιο μέ τό καλό καί τό ἐπιεικές γιά νά πραγματώσει στή ζωή του τήν ἀλήθεια ὅτι «δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται» (Α’ Τίμ. 1,9), μιᾶς πού ἡ μόνη δέσμευση πού πλέον κυριαρχεῖ εἶναι ἡ ἀγάπη.

5.

Ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ Ματθ. α’, 1-17. Λουκ. γ’, 23-38

Κείμενον Ματθαίου. «Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ υἱοῦ Ἀβραάμ. Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ. Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ, Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ, Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών, Σαλμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ραχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ρούθ, Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί, Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυῒδ τὸν Βασιλέα, Δαυῒδ δὲ ὁ Βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς Οὐρίου, Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ροβοάμ, Ροβοὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά, Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφὰτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν, Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν, Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν, Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος. Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος Ἰεχονίας ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ, Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ, Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ, Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα τῆς Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός. Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπό τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες.»

 

Παρατηρήσεις

 

Συγκρίνοντες τὰς γενεαλογίας τῶν δύο Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου καὶ Λουκᾶ εὑρίσκομεν τὰς κάτωθι διαφοράς.

 

1) Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος γενεαλογεῖ τὸν Χριστὸν μέχρι τοῦ Ἀβραάμ, ἐνῶ ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς φθάνει μέχρι τοῦ Ἀδάμ. Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ μὲν Ματθαῖος ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Ἑβραίους θέλει νὰ ἀποδείξῃ, «ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας, ὡς καταγόμενος ἐκ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Δαυῒδ συμφώνως πρὸς τοὺς προφήτας. Ὁ δὲ Λουκᾶς γενεαλογεῖ τὸν Χριστὸν μέχρι τοῦ Ἀδάμ, διότι ἀπευθυνόμενος πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θέλει νὰ παρουσίασῃ τὸν Χριστὸν ὡς λυτρωτὴν ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία κατάγεται ἐκ τοῦ Ἀδάμ.

 

2) Ὁ Ματθαῖος μετὰ τὸν Δαυῒδ ἀναφέρει τὸν Σολομῶντα, ὁ δὲ Λουκᾶς τὸν Νάθαν. Πῶς συμβαίνει αὐτό; Ὁ Σολομὼν καὶ ὁ Νάθαν ἦσαν καὶ οἱ δύο ἀπόγονοι τοῦ Δαυῒδ καὶ ὁ μὲν εἷς ἐκ τῶν εὐαγγελιστῶν λαμβάνει τὴν μίαν σειράν, ὁ δὲ ἕτερος τὴν ἑτέραν σειρὰν τῶν ἀπογόνων τοῦ Δαυῒδ. Ἐντεῦθεν καὶ αἱ διαφοραὶ τῶν ὀνομάτων Ματθαίου καὶ Λουκᾶ ἀπὸ Δαυῒδ μέχρι Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος τῆς Θεοτόκου. Ὁ Λουκᾶς ἠρύσθη τοὺς ἀπογόνους τοῦ Νάθαν ἐξ ἰδιαιτέρου καταλόγου μὴ ὑπάρχοντος εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην. Ὁ δὲ Ματθαῖος μέχρι μὲν τῆς αἰχμαλωσίας τῆς Βαβυλῶνος ἠρύσθη ἐκ τῆς Βίβλου, ἀπὸ δὲ τῆς αἰχμαλωσίας τῆς Βαβυλῶνος μέχρι τοῦ Ἰωσὴφ ἐξ ἀγνώστου ἡμῖν καταλόγου.

 

 

Κυριωτέρα ὅμως διαφορὰ εἶναι

 

3) ἡ τὸν πατέρα καὶ πάππον τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος τῆς Θεοτόκου ἀφορῶσα, διότι ὁ μὲν Ματθαῖος φέρει ὡς πατέρα τοῦ Ἰωσὴφ τὸν Ἰακὼβ καὶ πάππον τὸν Ματθάν, ὁ δὲ Λουκᾶς τὸν Ἠλεὶ ὡς πατέρα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τὸν Ματθὰτ ὡς πάππον του. Διατί; Ἰδού.

 

Ὁ Ἰακὼβ καὶ ὁ Ἠλεὶ ἦσαν ἀδελφοὶ ἔχοντες τὴν αὐτὴν μητέρα διάφορον ὅμως πατέρα. Καὶ συγκεκριμένως: Πατὴρ τοῦ Ἰακὼβ κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον ἦτο ὁ Ματθάν, τοῦ δὲ Ἠλεὶ κατὰ τὸν Λουκᾶν ὁ Ματθάτ. Οὗτοι ἐνυμφεύθησαν ἀλληλοδιαδόχως τὴν αὐτὴν γυναῖκα, διότι κατὰ τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον ὅταν ἔγγαμός τις ἀδελφὸς ἀπέθνησκεν ἄτεκνος, εἷς ἐκ τῶν ἄλλων ἀγάμων ἀδελφῶν ἐλάμβανε τὴν χήραν νύφην του ὡς γυναῖκα, ἵνα «ἀναστήσῃ σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ» ἵνα ἀφήσῃ ἀπογόνους τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὁ πρῶτος λοιπὸν καρπὸς τοῦ γάμου τούτου ἦτο νομικὸς μὲν υἱὸς τοῦ ἀτέκνου ἀποθανόντος ἀδελφοῦ, φυσικὸς δὲ υἱὸς τοῦ ζῶντος ἀδελφοῦ. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου: Εἷς ἐκ τῶν δύο ὁμομητρίων ἀδελφῶν Ἰακὼβ καὶ Ἠλεὶ νυμφευθεὶς ἀποθνήσκει ἄτεκνος. Ὁ ζῶν ἕτερος ἀδελφὸς λαμβάνει τὴν χήραν νύμφην του ὡς γυναῖκα καὶ ἀποκτᾷ υἷον τὸν μνήστορα τῆς Θεοτόκου, τὸν Ἰωσήφ. Οὕτω ὁ Ἰωσὴφ λοιπὸν εἶναι νομικὸς μὲν υἱὸς τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ἀδελφῶν Ἰακὼβ καὶ Ἠλεί, φυσικὸς δὲ τοῦ ἑτέρου. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ τοῦ Λουκᾶ καὶ Ματθαίου εἰς τὸν πατέρα καὶ πάππον τοῦ μνήστορος Ἰωσήφ.

 

Οἱ δύο εὐαγγελισταὶ συμφωνοῦσιν, εἰς τὸ ὅτι θεωροῦσι τὸν Χριστὸν ἀπόγονον τοῦ Δαυΐδ, ἵνα δειχθῇ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας ὡς καταγόμενος ἐκ σπέρματος Δαυΐδ. Συναντῶνται δὲ εἰς πλεῖστα ὀνόματα ἀπὸ Ἀβραὰμ μέχρι τοῦ Δαυῒδ καὶ κατὰ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος εἰς τὰ δύο ὀνόματα Ζοροβάβελ καὶ Σαλαθιήλ. Ἰδοὺ αἱ διαφοραὶ καὶ αἱ ὁμοιότητες τῶν γενεαλογιῶν Ματθαίου καὶ Λουκᾶ.

 

Ἡ γενεαλογία αὕτη τοῦ Χριστοῦ ἔχει προγόνους καὶ προφήτας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ δύο δίδουσι μεγάλα διδάγματα εἰς ἡμᾶς. Ἂς ἴδωμεν.

 

 

2) Ὁ Ἰωσὴφ ἐκπλήσσεται διὰ τὴν ἐγκυμοσύνην τῆς Θεοτόκου (Ματθ. α΄, 18-25)

 

 

Ἡ Θεοτόκος ἔχει ἤδη ἐπιστρέψει ἐκ τῆς ὀρεινῆς χώρας, ὅπου εἶχε μεταβῇ πρὸς ἐπίσκεψιν τῆς Ἐλισσάβετ, εἰς τὴν πατρίδα της Ναζαρέτ. Ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της, ὅτε ἔγινεν ἡ σύλληψις τοῦ Ἰησοῦ, ἔχει παρέλθει χρονικὸν διάστημα ἄνω τῶν τριῶν μηνῶν. Ἑπομένως ἡ ἐγκυμοσύνη της γίνεται ἀντιληπτὴ εἰς τὸν Ἰωσήφ. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος σημειώνει ὡς ἑξῆς τὴν πρώτην ἐντύπωση τοῦ Ἰωσὴφ ἐκ τῆς ἐγκυμοσύνης ταύτης. «Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. Μνηστευθείσης τῆς Μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσὴφ πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Ὁ Εὐαγγελιστὴς περιγράφει ἐν συνεχείᾳ μετὰ θαυμαστῆς λεπτότητος τὸν ψυχικὸν σπαραγμὸν τοῦ Ἰωσὴφ μεταξὺ τῆς εὐσυνειδησίας καὶ τῆς εὐγενείας του, ὅταν ἀντελήφθη πλήρως τὴν ἐγκυμοσύνην τῆς Μαρίας ὡς ἑξῆς.

 

«Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν». Ἡ μνηστεία τότε ἱερολογεῖτο καὶ ἑπομένως διὰ τὴν διάλυσίν της ἀπῃτεῖτο διαζύγιον μνηστείας σύμφωνα μὲ τὸν Ἑβραϊκὸν νόμον, ὁ ὁποῖος διέτασσεν, ὅπως ἡ μνηστή, ἡ ὁποία θὰ ἡμάρτανεν, ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ παραδειγματικῶς δημοσίᾳ. Ὁ Ἰωσὴφ ἐγνώριζε τὸν χαρακτῆρα τῆς Θεοτόκου, ὅτι ἦτο ἠθική. Εὑρισκόμενος ὅμως πρὸ γεγονότος ἀπροσδοκήτου ἀπεφάσισε νὰ συνδυάσῃ νομιμοφροσύνην του καὶ εὐγένειάν του δίδων εἰς αὐτὴν διαζύγιον μνηστείας οὐχὶ δημοσίᾳ ἀλλὰ κρυφίως. Ἐκ τῆς ἐκπλήξεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἰωσὴφ διὰ τὴν ἐγκυμοσύνην τῆς Θεοτόκου φαίνεται, ὅτι ἡ Θεοτόκος οὐδὲν ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὑπὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς αὐτόν. Δὲν εἶχε δὲ ἀνακοινώσει οὐδὲν εἰς τὸν Ἰωσὴφ ἡ Μαρία ἐξ αἰδημοσύνης της προφανῶς πρὸς τὸν ἑαυτόν της καὶ τὸν μνηστῆρα της. Ἔχουσα ὅμως πίστιν εἰς τὸν Θεὸν καὶ μὴ δυναμένη νὰ ἀποδείξῃ τὴν θείαν προέλευσιν τῆς ἐγκυμοσύνης ἄφισε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Θεὸς εἰς τὸν μνηστῆρα της ἐπὶ τοῦ λεπτοῦ τούτου ζητήματος. Καὶ ὁ Θεὸς ὡμίλησεν. Ἰδοὺ δὲ πῶς.

 

«Ταῦτα αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος» λέγει ὁ Εὐαγγελιστής, ἀφοῦ δηλαδὴ ἐσκέφθη αὐτὸ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεώς του, νὰ ἀπολύσῃ τὴν Θεοτόκον, «Ἰδοὺ» ἤτοι αἰφνιδίως «ἄγγελος Κυρίου κατ’ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων» ἤτοι ἄγγελος ἐνεφανίσθη εἰς τὸν ὕπνον τοῦ Ἰωσὴφ καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν

 

Ἰωσὴφ υἱὸς (ἀπόγονε) Δαυῒδ μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκα σου. Τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου» Ὁ Ἄγγελος συνιστᾷ εἰς τὸν Ἰωσὴφ «παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκα» ἤτοι νὰ λάβῃ εἰς τὸν οἶκον του τὴν Μαρίαν, διότι τὸ ἐν τῇ κοιλίᾳ της συλληφθὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ τρίτον πρόσωπον τῆς ἁγίας Τριάδος, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ ἄγγελος ταυτοχρόνως ὁρίζει τὸ ὄνομα τοῦ γεννησομένου παιδίου καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ ὡς ἑξῆς: «Τέξεις δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» ἰδοὺ τὸ ὄνομά του «Αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ». Ἰδοὺ τὸ ἔργον του, ἡ σωτηρία τῶν ἁμαρτωλῶν!

 

Ὁ Εὐαγγελιστὴς δικαιολογεῖ τὴν ἐκ Παρθένου σύλληψιν τοῦ Ἰησοῦ φέρων τὴν σχετικὴν προφητείαν τοῦ Ἡσαΐου 7, 14 λέγων «τοῦτο δὲ ὅλον» ἤτοι τὸ ἐν στίχ. 16-21 «γέγονεν» ἔγινε «ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν» ἵνα ἐκπληρωθῇ ὁ λόγος «τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου» Ἡσαΐου «λέγοντος. Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν» ἰδοὺ ἀνελπίστως δηλ. ἡ Παρθένος θὰ συλλάβῃ καὶ θὰ γεννήσῃ υἱὸν «καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός». Τὸ ὄνομα αὐτό, Ἐμμανουήλ, σημαῖνον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἡ ὀνομασία Αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ ἐχέγγυον τῆς προστασίας τῶν ἀνθρώπων ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰωσὴφ γνωρίσας τὴν θείαν προέλευσιν τοῦ ἀγγέλου τούτου ἐκ τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ἐσωτερικῶν του σκέψεων, ἐπίστευσεν εἰς τὰ λόγια του καὶ «ἐγερθεὶς ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν, ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ Ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ». Παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ δὲν σημαίνει ἔκαμε τὴν μνηστήν του σύζυγόν του ἀλλὰ παρέλαβε αὐτὴν εἰς τὸν οἶκον του, διότι μέχρι τώρα ὡς μνηστὴ ἦτο εἰς τὸν οἶκον τῶν γονέων της.

 

Ἵνα μὴ ὅμως νομισθῇ, ὅτι ἀφοῦ ὁ Ἰωσὴφ παρέλαβε ταύτην εἰς τὸν οἶκον του, ἐχρησιμοποίησε ταύτην καὶ ὡς σύζυγόν του, ὁ Εὐαγγελιστὴς προσθέτει: Ὁ Ἰωσὴφ «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν, ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν». Ἡ φράσις «ἕως οὗ» δὲν σημαίνει ὁρισμένην χρονικὴν διάρκειαν μέχρι τῆς γεννήσεως δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ ὥστε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι πρὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν «ἐγνώρισεν» δὲν ἐχρησιμοποίησε ὁ Ἰωσὴφ τὴν Θεοτόκον ὡς σύζυγόν του, μετὰ δέ, τὴν γέννησιν ἐχρησιμοποίησε ταύτην. Τὸ «ἕως οὗ» εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ πάντοτε. Λ.χ. ἐπὶ τῆς κιβωτοῦ ἀναφέρεται οὐκ ἐπέστρεψεν ὁ κόραξ «ἕως οὗ ἐξηράνθη ἡ γῆ»(1). Ὁ κόραξ ὅμως ποτὲ δὲν ἐπέστρεψεν εἰς τὴν κιβωτόν. Ὅμοια τοιαῦτα χωρία εἶναι τὰ ἑξῆς. Ἐν Παλαιᾷ καὶ Καινῇ Διαθήκῃ Ἀριθ. XX, 17. I Τιμοθ. 4, 13, Ψαλμὸς πθ’, 2. Ἡ λέξις ἐπίσης πρωτότοκος δὲν σημαίνει πρῶτος μεταξὺ ἄλλων ἔπειτα γεννηθέντων ἀλλὰ πρῶτος γεννηθείς, ὁ ὁποῖος ἐλάμβανε καὶ τὰ πρωτοτόκια παρὰ τοῖς Ἑβραίοις, ἀδιαφόρως ἂν κατόπιν ἐγεννήθησαν ἢ ὄχι ἄλλοι. Πρωτότοκος εἶναι ὁ μονογενής. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται ἐνταῦθα, ἰδὲ τὸ ἔργον μου: Διάλογοι Ὀρθοδόξου καὶ Εὐαγγελικοῦ σελίδα 145.

 

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐφάνη ἡ εὐγένεια καὶ ἡ εὐσυνειδησία τοῦ Ἰωσὴφ πρὸς τὴν Θεοτόκον καὶ ἡ αἰδημοσύνη τῆς Θεοτόκου ὡς μνηστῆς πρὸς τὸν Ἰωσήφ. Ἂς ἴδωμεν καὶ τὰ δύο εἰς τὴν ἰδικήν μας ζωήν.

 

 

Θέμα: α) ἀνδρικὴ εὐγένεια καὶ εὐσυνειδησία

 

Καὶ Α’.

Ἀνδρικὴ εὐσυνειδησία καὶ εὐγένεια τοῦ Ἰωσήφ. Δύο πράγματα κάμνουν τὸν ἄνδρα τραχὺν πρὸς πάντας ἰδίᾳ ὅμως ἔναντι τῆς γυναικός του. Ἡ σκληρὰ ἀνδρικὴ φύσις καὶ τὸ καθῆκον. Ὅταν ταῦτα θιγῶσιν, ὁ ἄνδρας ἐπαναστατεῖ. Ὁ μνηστὴρ τῆς Θεοτόκου ὁ Ἰωσὴφ ἦτο ἄνδρας καὶ δίκαιος. Ἡ ἀνδρική του ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ δικαιοσύνη του προσεβλήθησαν, ὅταν εἶδε τὴν μνηστήν του ἔγκυον. Ὁ Νόμος τότε καὶ ἡ κοινωνία ἐπέτρεπον «παραδειγματίσαι» νὰ τιμωρήσῃ δηλαδὴ ὁ Ἰωσὴφ τὴν Θεοτόκον παραδειγματικῶς διαπομπεύων αὐτήν. Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως ὡς εἴδομεν, συνεδύασε νομιμότητα καὶ εὐγένειαν ἀποφασίσας νὰ διαζευχθῇ τὴν μνηστήν του οὐχὶ δημοσίως ἀλλὰ κρυφίως. Τόση δὲ ἦτο ἡ εὐγένεια τοῦ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἐσυλλογίζετο νὰ ἀπολύσῃ αὐτὴν κρυφά, ὥστε ὡς ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος ὁ Ἰωσὴφ ὄχι μόνον δὲν ἐτιμώρησε ταύτην ἀλλὰ εἰς οὐδένα εἶπε τι καὶ ἐφρόντιζε νὰ κρύψῃ τὴν αἰτίαν τῆς ἀπολύσεως καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Θεοτόκον. Ὁποῖος συνδυασμὸς εὐσυνειδησίας καὶ εὐγενείας!

 

 

Βον΄.

Ἡ ἰδική μας εὐγένεια καὶ εὐσυνειδησία. Πόσοι ἐξ ἡμῶν τῶν ἀνδρῶν σήμερον εἶναι εὐγενεῖς καὶ εὐσυνείδητοι πρὸς πάντας ἰδίως ὅμως πρὸς τὰς γυναῖκας των; Δυστυχῶς! Μερικοὶ ἄνδρες εἶναι εὐσυνείδητοι ἀλλὰ ἀγενεῖς πρὸς τὰς συζύγους των. Ἕνα σφάλμα τῆς συζύγου των εἶναι ἱκανὸν νὰ κάμῃ αὐτούς, ὥστε νὰ διασύρωσι, νὰ διαπομπεύσωσι τὰς συζύγους των εἰς τὸ καφενεῖον καὶ τὴν ταβέρναν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, φέρονται πρὸς αὐτὰς ἀγενῶς, διότι ἐντὸς τοῦ οἴκου των ὑβρίζουν αὐτὰς μὲ τὰ αἰσχρότερα λόγια. Τόσον εἶναι δὲ τὰ λόγια ταῦτα αἰσχρά, ὥστε ἐὰν oἱ σύζυγοι οὗτοι ἤκουον αὐτὰ λεγόμενα ὑπὸ ἄλλου ἀνδρὸς εἰς τὰς γυναῖκας των, θὰ προέβαινον εἰς φόνους. Τινὲς δὲ ἐκ τῶν ἀνδρῶν φθάνουσι καὶ μέχρι ξυλοδαρμοῦ κατὰ τῶν γυναικῶν των. Πόση ἀγένεια καὶ τραχύτης!

 

Ἄλλοι ὅμως ἄνδρες εἶναι εὐγενεῖς ἀλλὰ ἀσυνείδητοι. Τοῦτο συμβαίνει κυρίως οὐχὶ ἐνώπιον τῶν γυναικῶν των ἀλλὰ ἐνώπιον τῶν ἄλλων ἀνδρῶν. Εἶναι πρὸς πάντας ὑποχωρητικοί, ἵνα ὑποχρεώνουν ὅλους. Καὶ συγκεκριμένως: Κάποιος διὰ νὰ συγκαλύψῃ μίαν ἐντροπήν του, ζητεῖ ψευδῆ βεβαίωσιν ἀσθενείας ἀπὸ κάποιον ἰατρόν. Ὁ ἰατρὸς οὗτος τὴν δίδει μὲ ἐλαφρὰν συνείδησιν. Ὁ ἰατρὸς οὗτος εἶναι εὐγενὴς ἀλλὰ ἀσυνείδητος. Εἶσαι ὑπάλληλος καὶ διὰ νὰ φανῇς εὐγενὴς πρὸς ὁρισμένους φίλους σου, πολλὰς φορὰς πατᾷς τὴν συνείδησίν σου. Εἶσαι κόρη καὶ διὰ νὰ φανῇς εὐγενὴς πρὸς τὰς φίλας σου, κάμνεις πολλάκις ἀβαρίας εἰς τὴν συνείδησίν σου. Χειρότεροι ὅμως καὶ τῶν δύο ἀνωτέρω εἶναι, ὅσοι εἶναι ἀγενεῖς καὶ ἀσυνείδητοι. Αὐτοὶ εἶναι ὅσοι οὔτε δίκαιον ἔχουν, οὔτε καλὴν συμπεριφοράν. Οὗτοι κλέπτουν καὶ τοὺς δῆθεν κλέπτας ὑβρίζουν, διὰ νὰ κρύψουν τὴν ἐνοχήν των. Ἀδικοσκοτώνουν καὶ τὸ θῦμα των κλωτσοπατοῦν. Ἔχουν ἄδικον ἐνώπιον τῶν γυναικῶν των καὶ τὰς γυναῖκας των ὑβρίζουν.

 

Ἀλλ’ ὄχι. Ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ εἶναι εὐσυνείδητος καὶ εὐγενής. Ἡ τραχύτης τῆς εὐσυνειδησίας του πρέπει νὰ μαλακώνεται μὲ τὴν εὐγένειαν τῆς καλῆς συμπεριφορᾶς του. Δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἔχωμεν δίκαιον εἰς τὰς ἀπόψεις μας ἀλλὰ καὶ καλὸν τρόπον ὑπερασπίσεως τοῦ δικαίου μας. Ὁ Μέγας Ναπολέων, ὅταν εὕρισκε στρατιώτην τινὰ σκοπὸν κοιμώμενον ἐν τῇ σκοπιᾷ του, ἐλάμβανε αὐτὸς τὸ ὅπλον του καὶ ἐφύλαττε σκοπὸς μέχρις ὅτου ξυπνήσῃ ὁ στρατιώτης. Ὅταν ξυπνοῦσεν ὁ στρατιώτης καὶ ἔβλεπεν ἔκπληκτος τὸν στρατηγόν του ἐμπρός του νὰ φυλάττῃ σκοπός, ἀνέμενε τὴν καταδίκην του. Καὶ ὅμως! Ὁ Μ. Ναπολέων ἔδιδεν εἰς αὐτὸν τὸ ὅπλον του, ἵνα συνέχισῃ τὸ ἔργον του. Πόσον ὡραῖος συνδυασμὸς εὐγενείας καὶ εὐσυνειδησίας τοῦ στρατηγοῦ! Ἐφάνη ὁ στρατηγὸς εὐγενής, διότι ὄχι μόνον δὲν ἐτιμώρησε τὸν στρατιώτην του ἀλλὰ οὐδὲ τὸν ἐξύπνησεν. Ἐφάνη εὐσυνείδητος, διότι ἡ ἐργασία τοῦ στρατιώτου ἐγένετο ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ. Μὴ δὲ νομισθῇ, ὅτι μὴ τιμωρήσας τὸν στρατιώτην ὁ στρατηγὸς δὲν ἐφάνη εὐσυνείδητος. Διότι ποία ἄλλη τιμωρία διὰ τὸν στρατιώτην ἦτο βαρυτέρα ἀπὸ τὸ νὰ βλέπῃ τὸν στρατηγόν του νὰ φυλάττῃ σκοπὸς καὶ νὰ μὴ τιμωρηθῇ οὗτος ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ.

 

Ἐὰν ἕνας στρατηγὸς εὗρε τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ συνδυάσῃ καθῆκον καὶ εὐγένειαν, πόσους τρόπους δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ὁ Χριστιανὸς φωτιζόμενος ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ μιμηθῇ τὸν Ἰωσὴφ συνδυάζων εὐσυνειδησίαν καὶ εὐγένειαν; Ὁ σύζυγος λ.χ. πρέπει νὰ κάμῃ παρατήρησιν εἰς τὴν σύζυγόν του δι’ ἕνα σφάλμα της ὄχι ὅμως καὶ μὲ βάναυσον τρόπον. Ὁ προϊστάμενος δύναται νὰ εὕρῃ πολλοὺς τρόπους προκειμένου νὰ παρατηρήσῃ ὑφιστάμενόν του εὐσυνειδήτως καὶ εὐγενῶς. Ὁ πατὴρ καὶ ὁ διδάσκαλος ἔχουσι πολλοὺς τρόπους νὰ συνδυάσωσιν ἐπιπλήττοντες τὰ παιδιὰ μὲ εὐσυνειδησίαν καὶ εὐγένειαν. Ὁ ἰατρὸς θὰ ἀρνηθῇ τὴν ψευδῆ δήλωσιν χωρὶς ὅμως καὶ νὰ ὑβρίσῃ ἢ νὰ διαπομπεύσῃ τὸν αἰτοῦντα ταύτην. Θὰ ἀρνηθῇς καὶ σὺ νὰ παραβῇς τὴν συνείδησίν σου, χωρὶς ὅμως νὰ ἐξαφθῇ ὁ ἐγωισμός σου.Θὰ ἀπολογηθῇς, ὅταν ἀδικῆσαι ἀλλὰ δὲν θὰ ὑβρίσῃς τοὺς ἀδικοῦντας σε. Θὰ ἐπιπλήξῃς τὰ παιδιά σου, ὅταν ἀτακτοῦσιν, ἀλλὰ δὲν θὰ τὰ ὑβρίζῃς, οὐδὲ θὰ καταρᾶσαι αὐτά. Καθῆκον σου εἶναι νὰ ἀπολογηθῇς διὰ τὸν ἑαυτόν σου, νὰ συμβουλεύσῃς τὰ παιδιά σου. Εὐγενὴς ὅμως θὰ φανῇς, ἂν δὲν ὑβρίσῃς τοὺς ἄλλους, οὐδὲ καταρασθῇς τὰ παιδιά σου.

 

Πόσον δύσκολον, ἀλλὰ καὶ ὡραῖον εἶναι νὰ συνδυάζῃ τις εὐγένειαν καὶ εὐσυνειδησίαν! Ἂς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ἡ καλὴ ἐξωτερικὴ συμπεριφορά μας προσθέτει πολλὰ στολίδια εἰς τὸ ἐσωτερικόν μας καλὸν περιεχόμενον. Ἐνῶ τοὐναντίον ἐξωτερικὴ ἀπρόσεκτος συμπεριφορὰ αφαιρεῖ πολλὰ στολίδια τοῦ περιεχομένου, ὅσον σοφὸν καὶ ἂν εἶναι τοῦτο. Ἂς φροντίζωμεν λοιπὸν νὰ εὑρίσκωμεν τρόπους συμπεριφορᾶς, ὥστε νὰ εἴμεθα εὐσυνείδητοι καὶ εὐγενεῖς. Ἐπειδὴ ὅμως τοῦτο εἶναι δύσκολον, ἂς παρακαλῶμεν τὸν Θεὸν νὰ μᾶς φωτίζῃ πρὸς εὕρεσιν τῶν καταλλήλων τρόπων καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύσῃ πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν τρόπων τούτων.

 

Ἰδοὺ ἡ εὐγένεια καὶ εὐσυνειδησία τοῦ Ἰωσὴφ καὶ ἡμῶν.

 

 

Θέμα: Πρόγονοι καὶ προφῆται τοῦ Χριστοῦ

 

1) Οἱ πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ.

 

Οὗτοι εἶναι ἄνθρωποι καλοὶ καὶ κακοί. Λ.χ. Ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος εἶχε τόσην πίστιν εἰς τὸν Θεόν, ὥστε διαταχθεὶς νὰ ἀφίσῃ πατρίδα καὶ συγγενεῖς τῆς πόλεως Οὒρ τῆς Μεσοποταμίας, εἰς τὴν ὁποίαν κατῴκει καὶ νὰ μεταβῇ εἰς ξένην ἄγνωστον χώραν, δὲν ἐδίστασε νὰ τὸ κάμῃ. Ἔχομεν τὸν Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος ἦτο τόσον ἀνεξίκακος πρὸς τοὺς ἐχθρούς του, ὥστε τὸν Σαούλ, ὁ ὁποῖος ἐμίσει αὐτὸν θανασίμως, ἂν καὶ πολλάκις ἔπεσεν εἰς τὰ χέρια του, δὲν τὸν ἐξεδικήθη. Τοὐναντίον μάλιστα ὅταν ἐφονεύθη ὁ Σαοὺλ ὑπὸ τῶν Ἀμαληκιτῶν, ὁ Δαυῒδ ἔκλαυσε πολὺ τὸν θάνατον τοῦ ἐχθροῦ του. Ἔχομεν τὴν Ρούθ, ἡ ὁποία ἐφάνη τόσον καλὴ πρὸς τὴν πενθεράν της, ὥστε, ὅταν ἀπέθανεν ὁ ἄνδρας της, παρὰ τὴν προτροπὴν τῆς πενθερᾶς της δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ χωρισθῇ ἀπ’ αὐτῆς κ.λπ.

 

Δὲν ἔχομεν μόνον προγόνους τοῦ Χριστοῦ, oἱ ὁποῖοι εἶχον ἀρετὰς ἀλλὰ ἔχομεν καὶ προγόνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ ἐλλείψεις. Ἔχομεν δηλαδὴ τὸν Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος τῇ συμβουλῇ τῆς μητρός του Ρεβέκκας λέγει ψέματα εἰς τὸν Ἰσαὰκ καὶ ἀπατῶν αὐτὸν καὶ τὸν ἀδελφόν του λαμβάνει τὰ πρωτοτόκια. Δὲν ἀργεῖ ὅμως νὰ ἔλθῃ καὶ ἡ τιμωρία. Ξενιτεύεται 20 χρόνια μακρὰν τῆς μητρός του φεύγων τὴν ὀργὴν τοῦ ἀδελφοῦ του Ἠσαῦ. Ὅταν ἀργότερα ἔγινε καὶ αὐτὸς ὁ Ἰακὼβ πατήρ, ἠπατήθη ὑπὸ τῶν υἱῶν του κατὰ τὴν πώλησιν τοῦ Ἰωσὴφ εἰς Αἴγυπτον. Ἔχομεν τὸν Δαυῒδ ἁμάρτησαντα μετὰ τῆς γυναικὸς τοῦ Οὐρίου καὶ κατόπιν πικρῶς μετανοήσαντα. Καρπὸς τῆς πικρᾶς μετανοίας ἦτο ἡ γέννησις τοῦ σοφοῦ Σολομῶντος. Πόσον δίκαιος καὶ ἀμερόληπτος εἶναι ὁ Θεὸς εἰς τὰς ἀμοιβὰς καὶ τιμωρίας του! Ἔχομεν ὅμως καὶ προγόνους τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν κακοὶ μέχρι τέλους. Ἔχομεν δηλαδὴ τὸν Σολομῶντα, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλην τὴν σοφίαν του ἔλαβε γυναῖκας εἰδωλολάτριδας ὡς συζύγους του καὶ ἵδρυσε θυσιαστήρια αὐτῶν εἰδωλολατρικά. Δὲν γνωρίζομεν, ἐὰν κατὰ τὸ τέλος τοῦ βίου του μετενόησεν. Ἔχομεν ὀνόματα γυναικῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ ὄχι εὐπρεπῆ. Ἡ Θάμαρ ἦτο ἀθεμιτόγαμος, διότι ἡμάρτησε μετὰ τοῦ πενθεροῦ της Ἰούδα, ἡ Ραχὰβ πόρνη, ἡ Ροὺθ ἀλλόφυλος, ἡ Βηρσαβεὲ μοιχαλίς.

 

2) Οἱ Προφῆται.

 

Οἱ προφῆται μᾶς ὁμιλοῦν διὰ τὴν προϊστορίαν τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχομεν προγόνους, οὐδεὶς ὅμως ἐξ ἡμῶν ἔχει προϊστορίαν. Μόνον ὁ Χριστὸς ἔχει προϊστορίαν. Τὸ θαυμαστὸν τῆς προϊστορίας ἔγκειται εἰς τοῦτο. Ἐπὶ 5000 ἔτη ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι τοῦ Χριστοῦ πλῆθος ἁγίων ἀνδρῶν συνέγραψαν τὴν ἱστορίαν τοῦ Χριστοῦ. Ἕκαστος ἐξ αὐτῶν προσέθηκεν ἰδίαν λεπτομέρειαν. Ὁ Ἀδὰμ λ.χ. προεῖπε τὴν ἐκ παρθένου γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, τὴν σταύρωσιν καὶ τὸν θάνατόν του ἐν σπέρματι. Ὁ Ἀβραὰμ προεῖπε τὸ πλῆθος τῶν ἀπογόνων τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ Ἰακὼβ προλέγει τὸν χρόνον καὶ τὴν φυλὴν ἐξ ἧς θὰ προέλθῃ ὁ Χριστός, ὁ Δαυῒδ ψάλλει λεπτομερείας τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Δανιὴλ κατὰ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος 500 ἔτη π.Χ. προλέγει τὸ αἰώνιον τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ κ.λπ. Αἱ προφητεῖαι αὗται εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι ἐσταύρωσαν τὸν Χριστόν, ἑπομένως οὐδεμία σκέψις νοθείας τῶν προφητειῶν τούτων ὑπάρχει. Τὰ δὲ γεγονότα τῆς ἐκπληρώσεως τῶν προφητειῶν τὰ ἔχει ἡ ἱστορία λαμπρὰ καὶ ἀναντίρρητα.

 

 

3) Πόσα διδάγματα!

 

Ποῖος δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὴν μεγάλην πίστιν τοῦ Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε τὰ πάντα χάριν τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ θυσιάσωμεν τίποτε χάριν τοῦ Χριστοῦ; Ποῖος δὲν ἐλέγχεται βλέπων τὴν μεγάλην ἀνεξικακίαν τοῦ Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος θρηνεῖ τὸν θάνατον τοῦ ἐχθροῦ του, ἐνῶ ἡμεῖς χαιρόμεθα, ὅταν ἀκούσωμεν τὸν θάνατον τοῦ ἐχθροῦ μας; Ποία νύμφη δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὴν διαγωγὴν τῆς Ροὺθ πρὸς τὴν πενθεράν της, ἐνῶ αἱ σημεριναὶ νύμφαι καὶ πενθεραὶ φιλονικοῦν; Ποῖος δὲν συμμορφώνεται, ἀκούων, ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἰακὼβ ἐτιμωρήθη μὲ 20 ἔτη ἐξορίας, διότι ἐψεύσθη εἰς τὸν πατέρα του καὶ ἠπάτησε τὸν ἀδελφόν του καὶ ἑπομένως πολλαὶ ἰδικαί μας τιμωρίαι δὲν εἶναι παρὰ τιμωρίαι ἁμαρτημάτων μας, ψεύδους, ἀπληστίας κ.λπ. χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν γνῶσιν, ὅτι τιμωρούμεθα δι’ αὐτά; Ὁ Χριστὸς εἶχε καὶ προγόνους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν καλοί. Καὶ ὅμως οὐδόλως ἐμειώθη ἡ ἀξία του ἐκ τῆς κακίας των.

 

Σὺ λοιπόν, χριστιανέ, διατί καυχᾶσαι διὰ τὴν οἰκογένειαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκεις καὶ εἰς τοὺς λαμπροὺς προγόνους, τοὺς ὁποίους ἔχεις; Διατί καυχᾶσαι εἰς ὀνόματα μόνον καὶ εἰς ξένην ἀξίαν, τῆς οἰκογενείας σου; Διατί καυχᾶσαι εἰς τοὺς προγόνους σου, οἱ ὁποῖοι εἶναι τώρα στάχτη; Καὶ σὺ χριστιανέ, διατί μαραζώνεις, διότι δὲν ἀνήκεις εἰς μεγάλην οἰκογένειαν καὶ ὁ πατήρ σου εἶναι ἐργάτης; Ἔχασεν ὁ Χριστός, διότι εἶχε πατέρα τέκτονα καὶ ἄσημον μητέρα; Ἔχασεν ὁ Χριστός, διότι εἶχεν, ὡς εἴδομεν, προγόνους ἁμαρτωλούς; Ὄχι. Ἡ προσωπικὴ ἀρετὴ ἀνέδειξε τὸν Ἰησοῦν καὶ ἡ χριστιανικὴ ἀρετὴ θὰ ἀναδείξῃ σέ! Πόσον φῶς, πόσον ἔλεγχον, πόσον παράδειγμα ὠφέλιμον δίδουσιν εἰς τὰς καρδίας μας οἱ πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ! Δίδουσιν ὅμως καὶ οἱ προφῆται. Καὶ ἰδού!

 

Θαυμάσιον εἶναι νὰ προείπῃ τις τὸ μέλλον ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅταν προφητεύων καὶ προφητευόμενος εἶναι σύγχρονοι. Πόσον ὅμως, θαυμάσιον εἶναι νὰ προείπῃ ὄχι εἷς ἀλλὰ πολλοὶ ἕκαστος ἰδίαν λεπτομέρειαν προσθέτων, τὸ μέλλον ὄχι συγχρόνου ἀνθρώπου ἀλλὰ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ μετὰ ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας ἐτῶν! Ἐὰν θαυμαστὸν εἶναι νὰ προείπῃ τις τὴν ζωὴν ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ μετὰ χιλιάδας ἐτῶν, ἀκόμη θαυμαστότερον καὶ ἀνθρωπίνως ἀκατανόητον εἶναι νὰ προείπῃ πρὸ χιλιάδων ἐτῶν τὸ μέλλον ὄχι ἀνθρώπου ἀλλὰ ὑπερανθρώπου, τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι αἰώνιος ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς προσκαίρους ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτὸς ὁ προφητευόμενος εἶναι ὁ Χριστός. Οὗτος ὑπῆρξε πάντοτε ἐπὶ τῆς γῆς ἀναμενόμενος καὶ ἐλθών. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄναρχον τοῦ Χριστοῦ πρὶν ἔλθῃ εἰς τὸν κόσμον καὶ τὸ αἰώνιον μετὰ τὸν κόσμον τοῦτον, ὁ Χριστὸς παρομοιάζεται πρὸς κύκλον, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ οὔτε τέλος, οἱ δὲ ἄλλοι ἄνθρωποι μεγάλοι καὶ μικροὶ ὁμοιάζουσι πρὸς εὐθείας ἢ τεθλασμένας μεγάλας ἢ μικρὰς γραμμάς, ὅπου ὑπάρχει ἀρχὴ καὶ τέλος. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός μας. Εἶναι τὸ μόνον πρόσωπον τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε πάντοτε ἐπὶ τῆς γῆς. Ὑπῆρξε ὡς νοσταλγία καὶ λαχτάρα πρὶν ἔλθῃ ὡς σκάνδαλον καὶ λυτρωτὴς ὅταν ἦλθεν. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ μοναδικὸν πρόσωπον. Πόσον στερεώνεται ὁ νοῦς ἐκ τοῦ φωτὸς τούτου καὶ διδάσκεται ἡ καρδία μας ἐκ τῶν διδαγμάτων Ἐκείνου!

 

Ἑπομένως οἱ προφῆται καὶ οἱ πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ στερεώνουσι τὸν νοῦν μας καὶ τὴν πίστιν διὰ τῶν προφητειῶν, αἵτινες ἐξεπληρώθησαν εἰς τὸν Χριστόν, διδάσκουσι τὴν καρδίαν μας διὰ τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν κακιῶν των.

 

Ὁ κόσμος εἶναι ἕνας κύκλος. Κέντρον τοῦ κύκλου τούτου εἶναι ὁ Θεός, ἀκτῖνες κύκλου οἱ πιστοὶ ἄνθρωποι καὶ περιφέρεια κύκλου οἱ ἄπιστοι. Ὅσον περισσότερον εὐσεβεῖς εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τόσον ἐγγύτερον εἶναι τοῦ κέντρου, τοῦ Θεοῦ καὶ πλησιέστεροι μεταξύ των, ἔστω καὶ ἂν ἀνήκουν εἰς διαφόρους ἀκτῖνας, εἰς διαφόρους ἐποχάς .Ὅταν γυρίζῃ ὁ κύκλος πέριξ τοῦ ἄξονός του, οἱ πιστοὶ εὑρίσκονται πλησίον τοῦ κέντρου, διαγράφουσι κύκλους μικροτέρους, ζαλίζονται ὀλιγώτερον, σκέπτονται περισσότερον, καλλίτερον! Ἂς ἔχῃ δόξαν ὁ Θεός!

 

 

Θέμα: β) Περὶ αἰδημοσύνης γενικῶς

 

 

Α΄. Ἡ Αἰδημοσύνη τῆς Θεοτόκου ὡς μνηστῆς.

 

Ἡ Θεοτόκος ὅμως ἐντράπηκε ὡς μνηστὴ τὸν μνηστῆρα της Ἰωσήφ, ἂν καὶ ἦτο ἁγνή. Δεῖγμα δὲ τῆς ἐντροπῆς της εἶναι, ὅπως εἴδομεν ἀνωτέρω, ὅτι δὲν εἶπε τίποτε εἰς τὸν Ἰωσὴφ περὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της ὑπὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. Ἐὰν ἔλεγε αὕτη τὸν Εὐαγγελισμὸν τοῦτον εἰς τὸν Ἰωσήφ, οὐδέποτε ὁ Ἰωσὴφ θὰ ἤθελε νὰ σκεφθῇ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν διαζύγιον μνηστείας. Τόση δὲ ἦτο ἡ ἐντροπή της, ὥστε ἐνῶ ἔβλεπε, ὅτι ἐκινδύνευε νὰ διαπομπευθῇ καὶ νὰ λάβῃ διαζύγιον μνηστείας, οὐδὲν λέγει εἰς τὸν Ἰωσὴφ περὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της. Ἀφίνει τὰ πράγματα εἰς τὸν Θεόν. Ὅση ἡ ἐντροπὴ τόση καὶ ἡ πίστις της. Ἡ Θεοτόκος ἦτο γενικῶς αἰδήμων καὶ πρὸς τὸν Ἄγγελον Γαβριήλ.

 

 

Β΄. Αἰδημοσύνη μνηστευμένων παρ’ ἡμῖν.

 

Ἡ ἐντροπὴ εἶναι φυτευμένη εἰς ὅλους μας εἰς ζητήματα σαρκικῶν σχέσεων. Περισσότερον ὅμως εἶναι φυτευμένη αὕτη εἰς τὴν γυναῖκα. Ἡ ἐντροπὴ δὲ αὕτη φεύγει ἐκ τῆς οἰκειότητος, τὴν ὁποίαν ἀποκτοῦν μεταξύ των ἄνδρες καὶ γυναῖκες λόγῳ τοῦ ὁμοφύλου τῆς στενῆς συγγενείας. Ἄνδρες λ.χ. μὲ ἄνδρας, νέοι μὲ νέους, γυναῖκες μὲ γυναῖκας, νέαι μὲ νέας ἀποκτοῦν μεγάλην οἰκειότητα καὶ ἀποδιώκουν τὴν ἐντροπὴν ἀπὸ τὰ λόγια των, διότι ἀνήκουσιν εἰς τὸ αὐτὸ φῦλον. Ἡ ἐντροπὴ ἐπίσης φεύγει πολλάκις διὰ τῆς οἰκειότητος καὶ μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, νέων καὶ νεανίδων, ἂν καὶ ἀνήκουν εἰς διάφορον φῦλον, ὅταν εἶναι συγγενεῖς, ἐξάδελφοι καὶ ἐξαδέλφαι, θεῖος καὶ ἀνεψιὰ κ.λπ. Περισσότερον ὅμως ἡ οἰκειότης ἀποδιώκει τὴν ἐντροπήν, ὅταν τὰ ἑτερόφυλα ἄνδρες καὶ γυναῖκες εἶναι μνηστευμένοι, ἀρραβωνιασμένοι. Πόσον ἡ ἐντροπὴ μεταξὺ μνηστευμένων φεύγει, φαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι σχεδὸν πάντες οἱ μνηστευμένοι νομίζουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ γάμου καὶ ἀρραβῶνος. Καὶ ὅμως! Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ σημερινὸς ἀρραβών, ὁ ὁποῖος γίνεται ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, πρὶν εὐλογηθῇ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν ὥραν τῆς στέψεως, εἰς τὰ ὄμματα τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀρραβὼν ἀλλὰ ἕνα κοινωνικὸν συμβόλαιον. Ἡ ἐκκλησία καὶ ὁ Θεὸς ἀγνοοῦσι τὸν ἀρραβῶνα τοῦτον. Παρ’ ὅλα ὅμως ταῦτα εἶναι τόση ἡ οἰκειότης τῶν ἀρραβωνιασμένων, ὥστε φεύγει πᾶσα ἐντροπὴ ἀπὸ αὐτούς.

 

Πόσον ὡραῖον πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐντροπή! Ἰδίως πόσον ὡραῖον εἶναι νὰ ἐντρέπεται ἡ μνηστὴ τὸν μνηστῆρα της καὶ ὁ μνηστὴρ τὴν μνηστήν του, δεδομένου ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν μνηστείαν οἱ ἀρραβωνιασμένοι εἰς τὰ ὄμματα τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ Θεοῦ εἶναι, ὅπως ἦσαν πρὶν ἀρραβωνιασθοῦν, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ἔχει ἱερολογηθῇ ἡ μνηστεία των. Μεγαλειῶδες εἶναι νὰ βλέπωμεν μνηστῆρας νὰ σέβωνται τὰς μνηστάς των. Ἀλλὰ ἐὰν μεγαλειῶδες εἶναι ὁ μνηστὴρ νὰ σέβεται τὴν μνηστήν του, μεγαλειῶδες καὶ συμφέρον εἶναι νὰ σέβεται ἡ μνηστὴ τὸν μνηστῆρα της διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἡ μνηστεία ὡς γίνεται ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων ἄνευ ἱερολογίας δύναται ἄνευ ποινῶν τῆς ἐκκλησίας νὰ διαλυθῇ. Ἡ μνηστὴ μὲ τὴν διάλυσιν τῆς μνηστείας, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν ἦτο προφυλακτικὴ κατὰ τὴν περίοδον τῆς μνηστείας, αὐτὴ θὰ ἐντρέπεται πειρισσότερον διὰ τὰς ἀδιακρίτους σχέσεις, τὰς ὁποίας εἶχε μὲ τὸν μνηστῆρα της. Ἂν δὲ ἡ ἀπροσεξία της ἦτο μεγάλη πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς μνηστείας, μεγάλη θὰ εἶναι καὶ βραδύτερον ἡ ἐντροπή της ἐνώπιον τοῦ κόσμου, ἂν διαλυθῇ ἡ μνηστεία. Δὲν πρέπει δὲ νὰ χάσῃ τὴν ἐντροπήν της ἡ μνηστὴ ἐνώπιον τοῦ μνηστῆρος της φοβουμένη μήπως ὁ μνηστήρ της ὑποπτευθῇ μὲ τὴν ἐντροπήν της ἄλλα πράγματα. Πρέπει νὰ δηλώσῃ ἡ μνηστὴ εἰς τὸν μνηστῆρα, ὅτι ἡ ἐντροπή της προέρχεται ἀπὸ λόγους θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. Καὶ τότε θὰ πρέπῃ ὁ μνηστήρ της νὰ τὴν σεβασθῇ. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ μνηστὴρ ἐπιμένῃ εἰς τὰς ἀδιακρίτους σχέσεις του μαζί της, ἡ μνηστὴ δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ, θὰ ἐπιμείνῃ. Ἴσως ἀκούσῃ διάλυσιν ἀρραβῶνος, ὅπως ἤκουσε καὶ ἡ Θεοτόκος ἀπὸ τὸν Ἰωσήφ, διότι παρεξήγησεν οὗτος ἐκείνην. Ἡ μνηστὴ πρέπει νὰ ἐπιμένῃ καὶ νὰ ἀφίσῃ τὰ πράγματα εἰς τὸν Θεόν, ὅπως τὰ ἀφῆκεν ἡ Θεοτόκος καὶ ὁ Θεὸς θὰ τὴν κατευθύνῃ, ὅπως κατηύθυνε καὶ τὴν Θεοτόκον.

 

Ἀλλὰ ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑπάρχῃ ἐντροπὴ μεταξὺ μνηστῆρος καὶ μνηστῆς, πόση ἐντροπὴ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ ἐξαδέλφου καὶ ἐξαδέλφης, θείου καὶ ἀνεψιᾶς, φίλου καὶ φίλης, κουμπάρου καὶ κουμπάρας; Ἐὰν ἡ Θεοτόκος ἐντράπηκε τὸν μνηστῆρα της καὶ δὲν εἶπε τίποτα εἰς αὐτὸν περὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της κινδυνεύουσα νὰ διαπομπευθῇ ἢ ἔστω καὶ νὰ διαλύσῃ τὸν ἀρραβῶνα της, πόσον περισσότερον πρέπει νὰ ἐντρέπωνται εἰς λόγια καὶ σχέσεις ἀπρεπεῖς αἱ ἐξαδέλφαι τοὺς ἐξαδέλφους, ἡ κουμπάρα τὸν κουμπάρον της, ἡ ἀνεψιὰ τὸν θεῖον, ὁποὺ οὔτε ἡ μεταξύ των σχέσις τόσον στενὴ εἶναι ὡς ἦτο ἡ τῆς μνηστευομένης Θεοτόκου πρὸς τὸν Ἰωσὴφ οὔτε κίνδυνος διαπομπεύσεως ὑπάρχει, ὅπως ἦτο εἰς τὴν Θεοτόκον, ἂν φανοῦν ντροπαλαί. Τοὐναντίον μάλιστα. Θὰ κινδυνεύσουν νὰ διαπομπευθοῦν ἂν δὲν φανοῦν ντροπαλαί.

 

Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο. Ἡ Θεοτόκος διὰ νὰ ἐντραπῇ τὸν ἄγγελον Γαβριὴλ καὶ τὸν μνηστῆρα της Ἰωσὴφ σημαίνει, ὅτι ἐντρεπόταν τὸν ἑαυτόν της. Μάλιστα! Πόσον πρέπει ὁ ἄνθρωπος ἄνδρας ἢ γυναῖκα νὰ ντρέπεται τὸν ἑαυτόν του. Ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος μόνος του εὑρισκόμενος δι’ ἀπροσέκτων βλεμμάτων, χειρονομιῶν, συλλογισμῶν, κοιμώμενος ἢ ξυπνητὸς δὲν ἐντρέπεται τὸν ἑαυτόν του. Ἐὰν τὸ ὁμόφυλον καὶ ἡ συγγένεια πρὸς ἄλλα πρόσωπα μᾶς δίδουσιν, ὡς εἴδομεν, μεγάλην οἰκειότητα καὶ ἀδιακρισίαν, νομίζομεν, ὅτι τὸ σῶμα μας, ἐπειδὴ εἶναι τὸ ἐγγύτερον εἰς συγγένειαν καὶ ὁμόφυλον, ἐπιτρέπεται νὰ χάσωμεν πρὸς αὐτὸ τὴν ἐντροπήν μας; Ὄχι! Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐντρέπεται τὸν ἑαυτόν του, θὰ ἐντραπῇ καὶ τοὺς ἄλλους, θὰ τὸν ἐντραποῦν καὶ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι καὶ αὐτοὶ οἱ Ἄγγελοι. Ἡ ἐντροπὴ πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας. Ἡ ἐντροπὴ λοιπὸν ἂς ὑπάρχῃ ὄχι μόνον μεταξὺ ἑτεροφύλων ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς ἀλλὰ καὶ ὁμοφύλων ἀνδρὸς καὶ ἀνδρός, γυναικὸς καὶ γυναικός. Ἡ ἐντροπὴ ἂς ὑπάρχῃ ὄχι μόνον μεταξὺ ξένων ἀλλὰ καὶ συγγενῶν καὶ τῆς στενωτάτης συγγενείας μνηστῆς καὶ μνηστῆρος. Ἡ ἐντροπὴ ἂς ὑπάρχῃ καὶ εἰς τὸν ἑαυτόν μας!

6.

Ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Ὅταν ὁ ἄγγελος παρουσιάστηκε στὸν Ἰωσὴφ τοῦ θύμισε τὴν ἀρχαία προφητεία (Ἠσ. 7.14) ἡ ὁποία ἔδινε τὴν ὑπόσχεση πὼς θὰ ἐρχόταν μία ἐποχὴ ποὺ ὁ Θεὸς θὰ ζοῦσε ξανὰ ἀνάμεσα στὸ λαό Του, ὅπως ἦταν καὶ στὴν ἀρχὴ ἀχώριστος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τότε ἐκεῖνοι θὰ ἀναφωνοῦσαν τὴ λέξη «Ἐμμανουὴλ» ἡ ὁποία στὰ Ἑβραϊκὰ σημαίνει «ὁ Θεὸς μαζί μας». Ἡ προφητεία αὐτὴ ἔχει ἐκπληρωθεῖ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τώρα ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσά μας.

 

Τὸν παλιὸ καιρὸ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ὕψωνε ὁλόκληρη τὴν ψυχή του, ὅλο τὸν ἐπίγειο πόθο του, ὁλόκληρη τὴν ἐλπίδα του γιὰ τὸν οὐρανὸ πρὸς ἐκείνη τὴ μυστηριώδη ἀπόσταση, τὴν κατοικία τοῦ ἀπρόσιτου Θεοῦ. Οἱ θρησκεῖες τοῦ ἀρχαίου κόσμου ἀποσκοποῦσαν στὸ νὰ βροῦν μὲ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο, μὲ θυσίες, μὲ μία δίκαιη ζωή, μὲ τὴν προσευχή, κάποιο σύνδεσμο, ἕνα τρόπο ἐπαφῆς μὲ αὐτὸ τὸ Θεὸ τὸν τόσο ἀκατάληπτο, τὸν τόσο τρομακτικὰ μακρινὸ στὴν ἁγιότητα καὶ τὸ ἄγνωστό Του. Κι ὁ Θεὸς αὐτός, ἐκείνη τὴ μαγικὴ βραδιὰ τῶν Χριστουγέννων ἔγινε ἄνθρωπος· μπῆκε στὸν κόσμο τῆς δημιουργίας ντυμένος μὲ ἀνθρώπινη σάρκα μέσω τῆς Ἀειπάρθενης Μαρίας. Τώρα δὲν προσπαθοῦμε πιὰ νὰ βροῦμε τὸ Θεὸ σὲ ἄγνωστα οὐράνια ὕψη, δὲν προσπαθοῦμε πιὰ νὰ Τὸν κατεβάσουμε σ’ ἐμᾶς, νὰ ἑλκύσουμε τὴν προσοχή Του, τὸ ἔλεος, τὴ συμπάθεια, τὴ συμπόνια, τὴν ἀγαθότητά Του διότι γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας, ὅτι βρίσκεται ἀνάμεσά μας, ὅτι ἡ μακραίωνη ἀναζήτηση ἔχει τελειώσει, ὅτι Ἐκεῖνος ὁ Ἴδιος ἔχει ἔλθει. Κάθε φορὰ ποὺ τώρα προσευχόμαστε στὴν ἐκκλησία, στὸ σπίτι, στὰ ἄδυτα τῶν καρδιῶν μας, ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας.

 

Σήμερα θυμόμαστε τοὺς προπάτορες τοῦ Χριστοῦ κι ὁ ἴδιος ὁ ναὸς μας εἶναι γεμάτος μὲ τὴν παρουσία τους. Ὁ Σωτήρας Χριστὸς εἶναι μαζί μας, κι ἡ Παναγία ποὺ Τοῦ ἔδωσε τὸ ἀνθρώπινό Του σῶμα καὶ τὴν ἀνθρώπινή Του ψυχή, κι ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος ἀπὸ τοὺς προγόνους Του. Ἔχουμε διαβάσει ἕνα μεγάλο κατάλογο μὲ τὰ ὀνόματά τους, μερικοὶ ἀνάμεσά τους μᾶς ἐκθαμβώνουν μὲ τὴ δικαιοσύνη τους, τὴν ἁγιότητα, θαῦμα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης θὰ μποροῦσαν νὰ συμπεριληφθοῦν στὴ γενεαλογία τοῦ Γιοῦ τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος ἔγινε γιὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἁμαρτωλοί τοὺς ὁποίους ἡ Παλαιὰ Διαθήκη προβάλλει σὰν ἁμαρτωλοὺς χωρὶς νὰ προσπαθεῖ νὰ τοὺς δικαιολογήσει. Ὅλοι τους ὅμως εἶχαν μία κοινὴ ἰδιότητα, τὴ θεοστρέφεια: δύναμη τοῦ πόθου τους, μὲ ὅλη τὴν ἐπίγεια πείνα τους ἀγωνίστηκαν νὰ βροῦν Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ζωὴ καὶ ἀλήθεια καὶ δικαιοσύνη καὶ φῶς, τὸ νόημα καὶ ἡ καταξίωση τοῦ παντός. Ἐπειδὴ κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ Θεὸ μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἐπειδὴ πολέμησαν τὴν ἁμαρτία ποὺ συχνά τοὺς ὑπερνικοῦσε καὶ τοὺς ὑποδούλωνε ἔγιναν ἄξιοι τοῦ Θεοῦ.

 

Δὲν εἶναι ὑπέροχο αὐτό; Δὲν εἶναι ὑπέροχο τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἀνταποκρίνεται ὄχι μόνο στὴν ἁγιότητα, τὶς ἡρωικὲς προσπάθειες ἤ τὶς προσευχὲς ἀλλὰ καὶ στὴν κραυγὴ τῶν ψυχῶν μας: «Κύριε, δὲν μπορῶ νὰ ζῶ χωρὶς Ἐσένα, ἡ θνητή μου φύση μὲ βασανίζει, τὰ πάθη μὲ τυραννοῦν, θάνατος βασιλεύει μέσα μου, ἡ γῆ μὲ τραβᾶ χαμηλὰ καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχει μέσα μου μία ζωή, μία πείνα ποὺ μόνο ἀπὸ Ἐσένα μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ»;

 

Εἶναι εὔκολο νὰ γίνουμε τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι, φτάνει μόνο νὰ στρέψουμε τὴν προσοχὴ στὰ βάθη μας, φτάνει νὰ μὴ δοκιμάσουμε νὰ ἱκανοποιήσουμε τὴν πείνα ποὺ ἔχουμε μέσα μας μὲ γήινο ψωμί, τὴ δίψα μας μὲ τὴν ἀπατηλὴ μέθη ποὺ μᾶς δίνουν τὰ πράγματα τῆς γῆς, οὔτε νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀνακουφίσουμε τὸν πόθο μας μὲ τὴν ψυχαγωγία. Ἂς δεχτοῦμε νὰ εἴμαστε οἱ πεινῶντες τοὺς ὁποίους θὰ χορτάσει ὁ Θεός, οἱ ζητοῦντες οἱ ὁποῖοι θὰ βροῦν, οἱ ἀγαπῶντες θὰ ἀγαπηθοῦν, οἱ ἀπεγνωσμένοι οἱ ὁποῖοι πέρα ἀπὸ κάθε ἐλπίδα θὰ δεχτοῦν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου.

 

Ἐκεῖνος βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Δὲ χρειάζεται νὰ τὸν ψάξουμε μακριά, εἶναι ἐδῶ. Γύρω μας ἔχουμε ὅλους τοὺς συγγενεῖς Του οἱ ὁποῖοι μᾶς λένε: «Κοιτάξτε ἐμᾶς, ἤμασταν ὅμοιοί σας, μερικοὶ καλύτεροι, οἱ περισσότεροι ὅμως ἀκόμη χειρότεροι ἀπὸ ἐσᾶς καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔκανε συγγενεῖς Του διότι χωρὶς Ἐκεῖνον δὲν μπορούσαμε νὰ ζήσουμε».

 

Ἂς γίνουμε εἰλικρινεῖς, ἂς μὴν κλείνουμε τὰ μάτια καὶ ἀπατοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας. Θὰ συναντήσουμε τότε τὸ ζωντανὸ Θεὸ καὶ Ἐκεῖνος, ὁ Ἐμμανουὴλ θὰ μᾶς ἐπισκεφτεῖ μὲ τὸ νικηφόρο Του ὄνομα «ΙΗΣΟΥΣ», ποὺ σημαίνει «ὁ Θεὸς νικᾶ». Νικᾶ ἐμᾶς, κατατροπώνει τὸ κακό, τὴν ἁμαρτία, τὸ θάνατο, τὰ πάντα καὶ τὸ ἀνακαλύπτουμε σὰν παντοτινὴ ἀγαλλίαση, σὰν τὴν ἴδια τὴ ζωή μας, τὴ νίκη μας, τὴ βασιλεία τῆς αἰώνιας ἀγάπης καὶ τῆς μακαριότητας.

7.

Ὁ ἐρχομός τοῦ Θεοῦ στή γῆ καί τή zωή μας

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Τό μυστήριο τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ στή γῆ μᾶs προτρέπει νά ζήσουμε ἡ γιορτή τῶν Χριστουγέννων, πού πλησιάζει. Αὐτός ὁ ἐρχομός εἶναι μία θεμελιώδη ἀφετηρία πού βαθαίνει τό νόημα τῆς ζωῆs καί τῆς ὑπαρξήs μαs καί ἀνανεώνει τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα μαs στή ζωντανή παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα μας καί γύρω μας. Ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει πανηγυρικά ὅτι ὁ Θεόs ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά γίνει ὁ ἄνθρωποs Θεός. Αὐτή ἡ ἀλήθεια φωτίζει τά πιό σκοτεινά στοιχεῖα τῆς ζωῆς μας. Αὐτή ἡ πίστη γίνεται πηγή χαρᾶς, πού ἀνοίγει τήν πόρτα τῆς ὕπαρξής μας στόν ὑπερβατικό κόσμο τοῦ Θεοῦ. Τά Εὐαγγέλια, μᾶς λέει ἡ σημερινή περικοπή, περιγράφουν μέ λιτά χρώματα τήν παράδοξη γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τήν προσδοκία καί τήν ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν. Οἱ Πατέρεs τῆς Ἐκκλησίαs θεολόγησαν φωτισμένα πάνω στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ὑμνογράφοι ἐγκωμίασαν ἐκστατικοί τή συγκατάβαση καί τήν κάθοδο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τήν ἄνοδο τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Δημιουργός γίνεται δημιούργημα. Ὁ Ἀόρατος ὁρᾶται, ὁ Ἄναρχος ψηλαφίζεται, ὁ ἀσώματος Θεόs λαμβάνει σῶμα, ὁ Ἄναρχος ἀρχίζει ὡς θεάνθρωποs τήν ἐπίγεια ζωή Του.

Ἔτσι λοιπόν «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», κατέβηκε ὁ Θεός ἀπό τό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, δηλαδή ἀπό τό ἀσύλληπτο μυστήριο τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἀγάπηs Του, γιά νά ἑνωθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη φύση, «καί μή ἐκστὰς τῆς φύσεως, μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος». Εἰσέρχεται στή δική μας πραγματικότητα, μέσα στό εἶναι μας καί στή ζωή μας. Ὁ Θεός διάλεξε τό πιό σκοτεινό σημεῖο τῆς Ἱστορίας, γιά νά ἐκπληρώσει τίς ὑποσχέσειs Του, σέ ἕναν τόπο καί μέ ἕναν τρόπο πού μᾶς προκαλεῖ κατάπληξη. Ὁ ἀκατάληπτος καί παράδοξος τρόπος μέ τόν ὁποῖον ἦλθε ὁ Θεόs στή γῆ μας, ἀλλά καί ἔρχεται κάθε φορὰ στή ζωή μας, ἀνατρέπει τά ἀνθρώπινα δεδομένα καί ἐπιβεβαιώνει ὅτι «τά ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώπου δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστι». Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἀνέτειλε τῷ κόσμω τό φῶς τό τῆς γνώσεως», γιατί φανέρωσε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ τέλειου ἀνθρώπου. Μία τέτοια γνώση εἶναι φῶς τῆς ψυχῆς. Νά γιατί ἡ Σάρκωση τοῦ Θεοῦ, ὡς γνώση τῆς ἀπόλυτης ἀλήθειας, δέν συγκρίνεται μέ καμιά ἄλλη γνώση καί ἀλήθεια τοῦ κόσμου, ἀφοῦ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ οὐρανός κατέβηκε στή γῆ καί ὁ ἄνθρωπος βρῆκε αὐτό πού ἀναζητοῦσε τόσο ἐπίμονα.

 

Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐμεῖς, οἱ πιστοί, καλούμαστε νά ζήσουμε αὐτό τό μυστήριο τῆς ἱστορίας ὡς τό θαῦμα τῆς δικῆς μας ὕπαρξης καί ζωῆς. Γιατί ὅσο ὁ «ἥλιος τῆς δικαιοσύνηs» δέν ἀνατέλλει στήν ψυχή μαs, μάταια ἀναζητοῦμε νά βροῦμε μέσα στόν κόσμο τόν «τεχθέντα βασιλέα» τοῦ ὁράματος τῶν προφητειῶν καί τῆς βεβαιότητας τῶν Γραφῶν. Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία διαρκὴς πρόσκληση νά ἀναγεννηθοῦμε πνευματικά. Ἡ πνευματική ἀναγέννηση ἀποτελεῖ ἕνα ὑπαρξιακό γεγονός, ἕνα μέγιστο θαῦμα, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνα νέο πρόσωπο. Ἕνας διαπρεπήs θεολόγοs μέ τή ρωμαλέα σκέψη του συνδέει τήν πνευματική ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ «ὡς παιδίου», ὅταν γράφει: «Οἱ λέξεις παιδίον καί Θεόs εἶναι ἀποκαλυπτικές γιά τό μυστήριο τῶν Χριστουγέννων. Κατά κάποιον τρόπο, εἶναι ἕνα μυστήριο πού ἀπευθύνεται στό παιδί πού συνεχίζει νά ζεῖ μυστικά μέσα στόν κάθε ἐνήλικο, στό παιδί πού συνεχίζει νά ἀκούει ὅτι ὁ ἐνήλικος ἔχει πάψει νά ἀκούει καί πού ἀνταποκρίνεται μέ μία χαρά, πού ὁ ἐνήλικοs μέσα στόν ὑπερώριμο, κουρασμένο καί κυνικό κόσμο πού ζεῖ ἀδυνατεῖ νά νιώσει».

 

Ἄλλωστε ὁ Χριστός στό Εὐαγγέλιό Του μᾶς λέει: «Γίνεσθε ὡς τά παιδία» (Ματθ. 18,3). Μέ τή φράση Του αὐτή δέν ὑπαινίσσεται μόνο τή χαμένη ἀθωότητα καί ἀνεξικακία, ἀλλά μᾶς παρακινεῖ νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι κάθε φορὰ πού γινόμαστε σάν τά παιδιά, ξαναγεννιόμαστε πνευματικά, ἀφοῦ βρίσκουμε αὐτό πού ἔχουμε χάσει, δηλαδή τή δυνατότητα νά παραδινόμαστε σέ αὐτό πού ἀγαπᾶμε καί ἐμπιστευόμαστε. Ἔτσι μόνο ζοῦμε τήν ὑπέρβαση, τό θαῦμα, τό μυστήριο.

Ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἄς μή θρηνοῦμε τόν κοσμικό ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων. Τήν κομματιασμένη εἰκόνα τοῦ κόσμου γύρω μας καί τήν ἀμαυρωμένη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας ἦρθε νά συμμαζέψει καί νά ἀναπλάσσει ὁ «ἐν σπηλαίῳ γεννηθείs καί ἐν φάτνῃ ἀνακλιθεὶς Κύριος». Ἄν αὐτό μᾶς συγκλονίσει, θά ξαναγεννηθοῦμε μέσα μας, καί τότε μποροῦμε νά ἐλπίζουμε ὅτι θά ἀλλάξει καί ὁ κόσμος γύρω μας. Ἀμήν.

8.

Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

 

Ἀπὸ σήμερα πιὰ μπαίνουμε φανερὰ στὴν περιοχὴ τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέγει γιὰ τοὺς προγόνους τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦρθε σὲ μᾶς κι ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ μέχρι τὸν Ἰωσὴφ εἶν’ ἕνας μακρὺς κατάλογος μὲ τὰ ὀνόματα τῶν προγόνων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σὰν ἀνθρώπου. Ὁ κατάλογος ἀρχίζει ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, γιατί ἐκεῖνος εἶναι γενάρχης τῶν Ἑβραίων καὶ σὲ κεῖνον ὁ Θεὸς ἔδωκε τὴν ὑπόσχεση πὼς ἀπὸ τὴ γενιά του θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός. Ἐμεῖς τώρα ἂς ἀφήσουμε τὸν κατάλογο μὲ τὰ ὀνόματα κι ἂς ἀκούσουμε στὴ δική μας γλώσσα τὸ Εὐαγγέλιο, ἀπὸ κεῖ ποὺ μᾶς μιλάει γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

 

Τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννηση ἦταν ἔτσι. Ἡ μητέρα του ἡ Μαρία, ὅταν ἀρραβωνιάσθηκε μὲ τὸν Ἰωσήφ, πρὶν νὰ συγκατοικήσουν, βρέθηκε νὰ εἶναι ἔγκυος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Κι ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀρραβωνιαστικός της, ἐπειδὴ ἦταν δίκαιος ἄνθρωπος καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὴν ἐκθέση, θέλησε κρυφὰ νὰ τὴν διώξη. Κι ἐνῶ αὐτὸς σκέφθηκε ἐτοῦτα, νὰ καὶ φαίνεται στὸν ὕπνο του ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέγει· Ἰωσήφ, ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ, νὰ μὴ φοβηθῆς νὰ πάρης μαζί σου τὴ γυναίκα σου Μαριάμ· γιατί αὐτὸ ποὺ γεννήθηκε μέσα της εἶναι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Θὰ γέννηση λοιπὸν παιδὶ καὶ θὰ τὸ ὀνομάσης Ἰησοῦν· γιατί αὐτὸς θὰ σώση τὸ λαό του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του. Κι ὅλο ἐτοῦτο ἔγινε γιὰ ν’ ἀληθέψη ὁ λόγος Κυρίου, ποὺ λέγει μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη· Νά, ἡ παρθένος θὰ μείνη ἔγκυος καὶ θὰ γέννηση παιδὶ καὶ θὰ τοῦ δώσουνε τὸ ὄνομα Ἐμμανουήλ, ποὺ θὰ πῆ· ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας. Καὶ σηκώθηκε ἀπὸ τὸν ὕπνο ὁ Ἰωσὴφ κι ἔκαμε καθὼς τὸν πρόσταξεν ὁ ἄγγελος Κυρίου, καὶ πῆρε μαζί του τὴ γυναίκα του καὶ δὲν τὴν πλησίαζε, μέχρι ποὺ γέννησε τὸν υἱὸ της τὸν πρωτότοκο καὶ τοῦ ‘δωκε τὸ ὄνομα Ἰησοῦς.

 

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γράφει πὼς τὸ ὄνομα Ἰησοῦς εἶναι «τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα», πάνω δηλαδὴ ἀπ’ ὅλα τὰ ὀνόματα. Κι’ ὅπως βλέπουμε σήμερα στὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ὄνομα Ἰησοῦς δὲν τὸ ἔδωκαν oi ἄνθρωποι στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος. Τὸ ἔδωκεν ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἔτσι εἶπε ὁ ἄγγελος Κυρίου στὸν Ἰωσήφ, ποὺ θορυβήθηκε ὅταν κατάλαβε πὼς ἡ Παρθένος Μαρία ἦταν ἔγκυος. Θὰ γέννηση παιδί, τοῦ εἶπε, καὶ θὰ τὸ ὀνομάσης Ἰησοῦν. Μὰ πιὸ πρῶτα τὸ εἶχε πῆ καὶ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὴν παρθένο Μαρία, ὅταν πῆγε σταλμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ στὴ Ναζαρέτ, γιὰ νὰ εὐαγγελισθῆ τὴ μεγάλη χαρὰ ποὺ περίμενε ὁ κόσμος. Θὰ γέννησης, τῆς εἶπε, υἱὸ καὶ θὰ τοῦ δώσης τὸ ὄνομα Ἰησοῦς. Αὐτὸ τὸ ὄνομα, χριστιανοί μου, δὲν δόθηκε στὴν τύχη. Εἶναι τὸ ὄνομα ποὺ φανερώνει τί θὰ ἐρχότανε νὰ κάμη στὸν κόσμο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Μέσα στὸ ἴδιο τὸ ὄνομά του ὑπάρχει τὸ ἔργο καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ, γιατί τὸ Ἰησοῦς, ποὺ εἶναι ὄνομα ἑβραϊκό, στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα θὰ πῆ Σωτήρας. Ὁ ἄγγελος Κυρίου ποὺ παρουσιάσθηκε στὸν Ἰωσήφ, δὲν παράλειψε καὶ νὰ ἐξηγήση γιατί ὁ Χριστὸς θὰ ἔπαιρνε τὸ ὄνομα Ἰησοῦς· γιατί αὐτός, εἶπε, θὰ σώση τὸ λαό του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του.

 

Νὰ μὴ θαρροῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, χριστιανοί μου, πὼς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε γιὰ τίποτ’ ἄλλο ἐδῶ στὴ γῆ παρεκτὸς γιὰ νὰ μᾶς σώση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας. Ὅλα τὰ ἄλλα ὅσα μᾶς λείπουνε μποροῦμε νὰ τὰ βροῦμε καὶ νὰ τὰ φτιάξουμε μόνοι μας, καὶ ἐπιστῆμες καὶ τέχνες καὶ πλοῦτο· μόνο τὴν ἁμαρτία μας εἴμαστε ἀνήμποροι νὰ νικήσουμε καὶ μόνο τὴ σωτηρία μας δὲν εἶναι τρόπος νὰ βροῦμε. Μὰ εἶν’ ἀλήθεια πὼς ἂν δὲ σωθοῦμε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας, ὅλα τὰ ἄλλα δὲ μᾶς ὠφελοῦνε σὲ τίποτα. Ἐκεῖ ποὺ θαρροῦμε πὼς εἴμαστ’ εὐτυχισμένοι μέσα στὰ καλὰ ποὺ μᾶς δίνει ὁ κόσμος, ἐκεῖ κι αἰσθανόμαστε πὼς εἴμαστε δυστυχισμένοι καὶ ταλαίπωροι, γιατί μᾶς τρώγει μέσα μας τὸ σαράκι τῆς ἁμαρτίας καὶ μᾶς βαραίνει ἡ ἔνοχη συνείδησή μας. Τὴν ἁμαρτία μας δὲν τὴν ξεπλένει καὶ τὴ συνείδησή μας δὲν τὴν ξαλαφρώνει ἄλλος κανένας, παρεκτὸς ἀπὸ τὸ Χριστό, ποὺ εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας μας. Γι’ αὐτὸ πάντα τὸ πιὸ ἀγαπητὸ σὲ μᾶς πρόσωπο καὶ τὸ ἀνώτερο καὶ τὸ ἐνδοξότερο ἀπ’ ὅλα τὰ ὀνόματα, ὅπου τὸ προσκυνοῦνε καὶ οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ oi δαίμονες, εἶναι τὸ ὄνομα Ἰησοῦς.

 

Ὅλα τὰ περιστατικά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅλα τὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, καθὼς μᾶς τὰ ἱστοροῦνε τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, μᾶς λένε πὼς ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι ἄνθρωπος, κι ἂς φαίνεται ἄνθρωπος κι ἂς ἔχη ὅλα τὰ φυσικά τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ὁ Θεὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ πάψη νὰ ‘ναι Θεός. Αὐτό, ὅσο καὶ νὰ τὸ συλλογιζώμαστε, δὲν τὸ καταλαβαίνουμε. Μένει πάντα γιὰ τὸ μυαλὸ μας μυστήριο τοῦ Θεοῦ· γι’ αὐτό, ἀντὶ νὰ τὸ ἐρευνοῦμε, τὸ προσκυνοῦμε. Ὅταν τὸ προσκυνοῦμε, τότε ζεσταίνεται ἡ καρδιά μας καὶ τὸ αἰσθανόμαστε νὰ ζῆ μέσα μας. Τὸ ἴδιο σὰν ποὺ στέργουνε ὁ πατέρας κι ἡ μητέρα τὰ παιδιά τους καὶ σὰν ποὺ ἀγαποῦνε τὰ παιδιὰ τὸν πατέρα τους καὶ τὴ μητέρα τους. Δὲν κάθουνται νὰ τὸ σκεφθοῦνε πρῶτα μὲ τὸ μυαλὸ κι ὕστερα νὰ δείξουνε τὴν ἀγάπη τους καὶ τὴ στοργή τους, μὰ ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὸ αἴσθημά τους καὶ κάνουν ἐκεῖνο, ποὺ ὕστερα τὸ μυαλὸ τὸ βρίσκει ἀληθινὸ καὶ πρεπούμενο.

 

Τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια μᾶς λένε πὼς ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Θεὸς κι ἐμεῖς τὸ πιστεύουμε κι ἂς μὴν τὸ καταλαβαίνουμε· τὸ δεχόμαστε, γιατί ἒχουμ’ ἐμπιστοσύνη σὲ κεῖνον ποὺ μᾶς τὸ λέγει. Μᾶς τὸ λέγει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη, πὼς ἡ παρθένος θὰ μείνη ἔγκυος καὶ θὰ γέννηση παιδὶ καὶ θὰ τοῦ δώσουνε τὸ ὄνομα Ἐμμανουήλ. Αὐτὸ τὸ Ἐμμανουήλ, ποὺ εἶναι κι αὐτὸ ἑβραϊκὸ ὄνομα, στὴ γλώσσα μας θὰ πῆ· μαζί μας ὁ Θεός. Τί ἄλλο τάχα, χριστιανοί μου, θέλουμε καὶ τί μᾶς λείπει, ὅταν εἶναι μαζί μας ὁ Θεός; Τὸ μαζί μας ὁ Θεὸς δὲ θὰ πῆ μόνο τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ σέ μᾶς, μὰ καὶ τὴν παρουσία του μεταξύ μας. Δὲν εἶναι μαζί μας ὁ Θεός, ἐκεῖνος μένοντας στὸν οὐρανὸ καὶ μεῖς ἐδῶ κάτω στὴ γῆ καὶ στέλνοντας σὲ μᾶς κάποιον ἄγγελό του καὶ σκεπάζοντάς μας ἀπὸ μακρινὰ μὲ τὴ χάρη του. Μὰ ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας μὲ τὴν παρουσία του, κατεβασμένος ὁ ἴδιος στὴ γῆ γιὰ νὰ μᾶς ἀνεβάση στὸν οὐρανό. Ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκε κι ἀναστράφηκε μαζί μας, μένει μαζί μας κι ἂς ἀναλήφθηκε μετὰ τὴν Ἀνάσταση στοὺς οὐρανούς. Μένει στὴν Ἐκκλησία, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας μέχρι τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ ἐβεβαίωσε στοὺς Ἀποστόλους μετὰ τὴν Ἀνάσταση.

 

 

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

 

Τώρα ποὺ ἐρχόμαστε νὰ ξαναγιορτάσουμε τὴν θεία γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἂς νιώσουμε τὴν παρουσία του κι ἂς τὸν προσκυνήσουμε ζητώντας τὴ σωτηρία μας. Εἶναι ὁ Ἐμμανουήλ, ὁ Θεὸς μαζί μας. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Ἦρθε στὴ γῆ, γιὰ ν’ ἀνεβοῦμε κι ἐμεῖς μαζί του στὸν οὐρανό. Ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς μαζί του θεοί. Ἂς γιορτάσουμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μέσα στὴν ἀληθινὴ χαρὰ τῆς παρουσίας καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

9.

Ἡ οὐράνια πατρίδα (Ἑβρ. ια΄9-10, 32-40)

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου)

 

Γεμάτη ὀνόματα ἡ σημερινὴ Κυριακή, αὐτὴ ποὺ προηγεῖται τῶν Χριστουγέννων. Τόσο στὸ ἀποστολικό, ἰδίως ὅμως, στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα παρατίθεται πλῆθος ὀνομάτων ἀνθρώπων ποὺ προηγήθηκαν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ παρὰ τὴν ποικιλία τῆς πορείας τῆς ζωῆς τοῦ καθενός, χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν κοινὴ συνισταμένη τῆς ἀναμονῆς τοῦ Σωτῆρα καὶ Λυτρωτῆ καὶ Εὐεργέτη τῆς ἀνθρωπότητας. Κι αὐτὴ ἡ προσδοκία ὅλων, εἶχε κοινὸ ἔδαφος ἐπάνω στὸ ὁποῖο ἀναπτυσσόταν, τὴν πίστη!

 

Γι’ αὐτὸ καὶ μὲ τὴ λέξη «πίστη» ξεκινᾶ καὶ τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, διασαλπίζovτας αὐτὸ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ κυριαρχεῖ στὴν πορεία μας πρὸς τὰ Χριστούγεννα. Καὶ τοῦτο διότι χωρὶς πίστη δὲν συναντᾶς τὸν Χριστό, δὲν γιορτάζεις Χριστούγεννα! Εἶναι ἔντεχνος ὁ πόλεμος καὶ λεπτὴ ἡ μεθοδεία τοῦ διαβόλου, σὲ κάθε γιορτὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδίως ὅμως στὰ Χριστούγεννα, ὅποτε προβάλλονται μύρια ὅσα ἄλλα, ὄχι ὅμως, ἡ ἑορτὴ καὶ τὸ πνευματικό της περιεχόμενο. Ἔτσι, κυρίαρχο εἶναι τὸ ἐμπορικὸ στίγμα τῶν ἡμερῶν, ἡ καταναλωτικὴ προοπτική, ἡ μεθοδικὴ καλλιέργεια συναισθημάτων, ὀ,τιδήποτε μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει «νὰ περάσουμε τὶς γιορτὲς ὄμορφα», χωρὶς ἀναφορὰ στὸν ἀνατέλλοντα ἥλιο τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν κοσμοσωτήρια διάσταση τοῦ ἐρχομοῦ του.

 

 

Ἡ πίστη τοῦ Ἀβραὰμ

 

Γιατί ξεκινᾶ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μὲ ἀναφορὰ στὴν πίστη τοῦ Ἀβραάμ; Γιὰ νὰ ἀναδείξει ὄχι τόσο τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως, τὸ τί πίστευε, ἀλλὰ τὴν ποιότητα τῆς πίστεώς του, τὸ πῶς πίστευε! Καὶ ὁ Ἀβραάμ, μὲ τὸν τρόπο ποὺ πίστευε καθίσταται μοναδικὸ παράδειγμα γιὰ τὴν ἐποχή μας. Πῶς πίστευε ὁ Ἀβραάμ; Πίστευε μὲ τρόπο αὐτοθυσιαστικὸ καὶ γιὰ τοῦτο ὁλόψυχο καὶ ὁλοκληρωτικό. Ἀπόδειξη, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του. Σὲ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ εὐρύτερη οἰκογένεια ἔπαιζε πρωταρχικὸ ρόλο γιὰ τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν ἐπιβίωση τοῦ ἀτόμου, ὁ Ἀβραὰμ ὑπακούοντας στὸν Θεὸ βγῆκε ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς πατρίδας του καὶ τὴν ἐγγύηση τῆς πατριᾶς του «μὴ ἐπιστάμεvoς ποὺ ἔρχεται», χωρὶς νὰ ξέρει ποὺ τὸν ὁδηγεῖ ὁ Θεός! Τοῦ ἀρκοῦσε ὅτι Αὐτὸς προπορευόταν!

 

Ἀλλὰ κι ὅταν ὁ Θεὸς τὸν ὁδήγησε στὴ γῆ ποὺ ὀνομαζόταν «τῆς ἐπαγγελίας», πάλι κατοίκησε ἐκεῖ «ὡς ἀλλοτρίαν», σὰν νὰ ἦταν ξένη ἡ γῆ αὐτὴ γι’ αὐτὸν καὶ ἀνασφαλής, παρὰ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ! Κι ὅτι τὴν αἰσθανόταν ξένη αὐτὴ τὴ γῆ δὲν τὸ ἀποδεικνύει μόνο τὸ ὅτι κατοίκησε ἐκεῖ σὲ σκηνές. Τὸ πιστοποιεῖ καὶ αὐτὸ ποὺ καταγράφεται στὸ Βιβλίο τῆς Γενέσεως ὅτι δηλαδή, ὅταν πέθανε ἡ γυναίκα του Σάρρα, ἀπευθύνθηκε πρὸς πρὸς τοὺς ἰδιοκτῆτες τῆς γῆς Χετταίους καὶ τοὺς εἶπε: «Πάρoικoς καὶ παρεπίδημoς ἐγὼ εἰμι μεθ’ ὑμῶν· δότε οὖν μοι κτῆσιν τάφου μεθ’ ὑμῶν καὶ θάψω τὸν νεκρόν μου» (Γεν. 23,4). Ἐκεῖνος ποὺ ἔλαβε τὴν ὑπόσχεση «τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας», δὲν εἶχε στὴ γῆ αὐτὴ οὔτε δύο μέτρα ἰδιοκτησία γιὰ νὰ θάψει τὴ νεκρὴ σύζυγό του!

 

 

«Ἐξεδέχετο…»

 

Γιατί αἰσθάνεται καὶ συμπεριφέρεται ἔτσι ὁ Ἀβραάμ; Γιατί εἶχε ἐπίγνωση ὅτι «ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας» δὲν ὁρίζεται χωροχρονικά! Ὦ «γῆ τῆς ἐπαγγελίας» ὁ Ἀβραὰμ κατανοοῦσε τὸν τόπο ἀπὸ ὅπου ἡ ἀμυαλιὰ τοῦ Ἀδὰμ μᾶς ἐξόρισε. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος τονίζει ὅτι ὁ Ἀβραὰμ «ἐξεδέχετο τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιoυργὸς ὁ Θεός». Ὁ Ἀβραὰμ ζοῦσε στὴν προοπτικὴ τῆς οὐράνιας πατρίδας, τῆς ὄντως πόλεως τοῦ Θεοῦ, ἐκείνης ποὺ εἶχε ἀσάλευτα θεμέλια, ὄχι μὲ ὅρους στατικοὺς μηχανικῆς καὶ ἀρχιτεκτονικῆς, ἀλλὰ μὲ ὅρoυς θεϊκούς, ὡς γνήσιο κατασκεύασμα τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια τῆς πόλης ἐκείνης ποὺ δὲν ἐξαρτᾶ τὴν ὕπαρξή της ἀπὸ φθαρτὰ καὶ μεταβαλλόμενα, ὅπως ὁ πλοῦτος ἢ ἡ δύναμη, ἄλλα στηρίζεται ἀκλόνητα στὸν αἰώνιο Θεό!

 

Δὲν συμβιβαζόταν ὁ Ἀβραὰμ μὲ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ πρόσκαιρα, ὅταν μποροῦσε νὰ διεκδικήσει τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ αἰώνια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ συγκεκριμένος τρόπος πίστεως προβάλλεται ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἐκκλησία μας σήμερα, γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν ὄvτως προοπτική τῆς ἐπερχόμεvης ἑορτῆς. Δὲν μποροῦμε νὰ γιορτάζουμε Χριστούγεννα συμβιβαζόμενοι στὴν κοσμική, ἐγκοσμιοκρατικὴ προοπτική τοῦ ἑορτασμοῦ. Ἀδικοῦμε τὰ Χριστούγεννα ὅταν τὰ γιορτάζουμε ἔτσι, στηρίζοντας τὴν ὅποια χαρὰ στὰ λαμπιόνια τῆς γιορτῆς, τὰ ὁποῖα καθὼς θὰ ξηλώvovται μετὰ τὸ τέλoς, θὰ ξηλώvoυv μαζὶ καὶ τὴν ὅποια χαρά, περιβάλλοντας τὴ γιορτὴ μὲ λησμοσύνη, γιὰ νὰ ξεχαστεῖ μαζὶ μὲ τόσες ἄλλες γιoρτές…

 

Ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει νὰ δίνει στὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων τὴν πνευματικὴ διάσταση ποὺ τῆς ἁρμόζει, καθὼς μὲ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ ἀκοῦμε ἔντονη τὴν πρόσκληση: «Χριστὸς ἐξ οὐρανοῦ, ἀπαντήσατε. Χριστὸς ἐπὶ γής, ὑψώθητε»! Ἐπιβεβαιώνεται ἡ προοπτική τοῦ οὐρανοῦ. Παύει ἡ κυριαρχία τῆς γῆς. Δικαιώνονται ὅσοι, μέσα ἀπὸ πολυποίκιλες ἱστορικὲς συγκυρίες, κράτησαν ἄσβεστη τὴ φλόγα τῆς πίστεως στὴν οὐράνια πατρίδα ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Δημιουργὸς Θεός, γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαταστήσει αἰωνίας.

 

’Ἀδελφοί, πάντα, ἀλλὰ εἰδικὰ σήμερα, ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει τὴν προσδοκία τῆς αἰώνιας πατρίδας, ὡς τρόπο ζωῆς καὶ ἐγγύηση γνήσιας πίστεως. Ἂς μὴ μᾶς ἐγκλωβίζουν τὰ σχήματα τοῦ παρόντος κόσμου, ἀλλὰ ὡς πάροικοι καὶ παρεπίδημοι νὰ πορευόμαστε στὴ γῆ αὐτή, μὲ ἐπίγνωσή του ὅτι ὁ τρόπος ποὺ θὰ διαχειριστοῦμε τὸν χρόνο τῆς ἐδῶ ζωῆς μας, οἱ προτεραιότητες ποὺ θὰ τὴ χαρακτηρίσουν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπιλογὲς ποὺ θὰ κάνουμε, εἶναι τὰ κριτήρια γιὰ τὴν ἀπονομὴ τῆς ὑπηκοότητας τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

10.

Ἀπόστολος Κυριακῆς πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως (Ἑβρ. ια΄ 9-10, 32-40)

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὴ μεγάλη γιορτὴ ποὺ πλησιάζει, μᾶς φέρνει πάλι κοντὰ στὰ μεγάλα κατορθώματα τῆς πίστεως τῶν ἀρχαίων Ἁγίων, τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Δικαίων, ἐκείνων ποὺ ἔλαβαν ὑποσχέσεις ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ δὲν τὶς εἶδαν νὰ ἐκπληρώνωνται. Μία ἦταν ἡ μεγάλη ὑπόσχεση, ποὺ ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ τὴν ἀνανέωνε ὁ Θεός, ὁ ἐρχομὸς τοῦ Λυτρωτῆ. Αὐτὸς ὁ ἐρχομός, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι τὸν προσδοκοῦσαν καὶ τὸν περίμεναν μὲ πίστη, ἔφτασε νὰ γίνη μόνο στὰ χρόνια τὰ δικά μας. Ἂς ἀκούσουμε ὅμως τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα.

Ἀδελφοί, γιὰ νὰ ‘χη πίστη ὁ Ἀβραὰμ ἔμεινε προσωρινὰ στὴ γῆ ποὺ τοῦ εἶχε ὑποσχεθῆ ὁ Θεός, σὰν καὶ νὰ ἦταν ξένος καὶ κατοίκησε μέσα σὲ σκηνὲς μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, ποὺ κι ἐκεῖνοι ἦσαν μαζὶ μ’ αὐτὸν κληρονόμοι τῆς ἴδιας ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ. Γιατί περίμενε κι εἶχε τὴν ἐλπίδα του στὴν πόλη μὲ τὰ γερὰ θεμέλια, ἐκείνη τὴν πόλη ποὺ τὴν τεχνούργησε καὶ τὴν ἔφτιαξε ὁ Θεός. Καὶ τί νὰ λέγω περισσότερα; Γιατί δὲν θὰ μὲ φτάση ὁ χρόνος νὰ διηγοῦμαι γιὰ τὸ Γεδεών, γιὰ τὸ Βαρὰκ καὶ τὸ Σαμψὼν καὶ τὸν Ἰεφθάε, γιὰ τὸ Δαβὶδ καὶ τὸ Σαμουὴλ καὶ γιὰ τοὺς προφῆτες. Ὅλοι τους αὐτοί, γιὰ νὰ ‘χουν πίστη, ἔβαλαν κάτω βασίλεια, ἐργάσθηκαν τὴν ἀρετή, πέτυχαν νὰ λάβουν ἐπαγγελίες ἀπὸ τὸ Θεό, ἔκλεισαν τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν, ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, γλύτωσαν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ μαχαιριοῦ, γιατρεύτηκαν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, ἔγιναν δυνατοὶ στὸν πόλεμο, νίκησαν καὶ κυνήγησαν ἐχθρικὰ στρατεύματα, γυναῖκες εἶδαν ἀναστημένα τὰ πεθαμένα παιδιά τους, ἄλλοι ἐδάρθηκαν καὶ δὲν ἔστερξαν ν’ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ νὰ γλυτώσουν, μὲ σκοπὸ νὰ δοῦνε μία καλύτερη λύτρωση· κι ἄλλοι ἐμπαίχθηκαν καὶ μαστιγώθηκαν κι ἀκόμη δέθηκαν καὶ φυλακίσθηκαν, λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, δοκίμασαν πειρασμούς, τοὺς ἔφαγε τὸ μαχαίρι, περιπλανήθηκαν ντυμένοι προβιὲς καὶ γιδοτόμαρα, μέσα σὲ στέρηση καὶ θλίψη καὶ κακουχία (δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος γιὰ τέτοιους ἀνθρώπους), γυρίζοντας στὶς ἐρημιὲς καὶ στὰ βουνά, στὶς σπηλιὲς καὶ στὶς τρύπες τῆς γῆς. Κι ὅλοι ἐτοῦτοι, ἂν καὶ μὲ τὴν τέτοια πίστη τους φάνηκαν τί ἤσανε, ὅμως δὲν εἴδανε νὰ ἐκπληρώνεται γι’ αὐτοὺς ἡ θεία ὑπόσχεση, γιατί ὁ Θεὸς πρόβλεψε κάτι καλύτερο γιά μᾶς, νὰ μὴ λάβουνε δηλαδὴ ἐκεῖνοι χωρὶς ἐμᾶς τὸν τέλειο μισθό τους.

 

Τέτοιο ἦταν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ· οἱ ἀρχαῖοι Ἅγιοι, οἱ Πατριάρχες, οἱ Προφῆτες καὶ οἱ Δίκαιοι, νὰ περιμένουνε μὲ πίστη χωρὶς καὶ νὰ δοῦνε τὸν ἐρχομὸ τοῦ Λυτρωτῆ· ὁ Λυτρωτὴς νὰ ‘ρθῆ καὶ νὰ γεννηθῆ στὰ χρόνια τὰ δικά μας, ὁ Θεὸς ταπεινὸς ἄνθρωπος ἀνάμεσα στοὺς ἁμαρτωλούς, νὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τῶν Πρωτοπλάστων καὶ νὰ μᾶς ἀνοίξη δρόμο σωτηρίας. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἔργο τοῦ Λυτρωτῆ. Μὰ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ δὲν τελείωσε καὶ δὲν ὡλοκληρώθηκε ἀκόμη στὴν ἐκτέλεσή του. Οἱ ἀρχαῖοι περίμεναν τὸ Λυτρωτή, ὁ Λυτρωτὴς ἦρθε, γεμάτος χάρη καὶ ἀλήθεια, κι ἐμεῖς τὸν εἴδαμε καὶ τὸν ἀκούσαμε, καὶ τὸν βλέπουμε καὶ τὸν ἀκοῦμε κάθε μέρα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τί λοιπὸν ἀκόμη μένει καὶ γιὰ τοὺς ἀρχαίους καὶ γιά μᾶς; Γιατί ὁλόκληρο τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ δὲν ἐκπληρώθηκε. Οἱ ἀρχαῖοι ἔζησαν μὲ μία προσδοκία κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο ζοῦμε σὲ μία προσδοκία· ἐκεῖνοι περίμεναν τὸ Λυτρωτή· τώρα κι ἐκεῖνοι κι ἐμεῖς περιμένουμε τὸν Κριτή. Ὅλο τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα μυστήριο πίστεως καὶ μία προσδοκία ἐλπίδος. Πιστεύουμε στὸ Λυτρωτὴ κι ἐλπίζουμε στὸν Κριτή. «Προσδοκῶ ἀνάστασι νεκρῶν» λέμε στὸ σύμβολο τῆς πίστεώς μας, περιμένουμε δηλαδὴ ὁ καθένας μας, κι ἐκεῖνοι ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ τὸν ἐρχομὸ καὶ μεῖς ποὺ ζοῦμε μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Λυτρωτῆ, περιμένουμε «ὅλοι μας μαζὶ νὰ λάβουμε» τὸν τέλειο μισθό μας. Ἐδῶ ὁλοκληρώνεται τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, στὴν ἀνάσταση καὶ τὴ μισθαποδοσία.

 

Ἂς ξαναγυρίσουμε τώρα, χριστιανοί μου, κι ἂς θυμηθοῦμε τὰ λόγια του Ἀποστόλου ποὺ μᾶς εἶπε τὴν περασμένη Κυριακή. Τί μᾶς εἶπε λοιπὸν τότε ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος; Ὅτι «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῆ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ». Αὐτό, ὅπως τὸ ἐξηγήσαμε, θὰ πῆ· ὅταν φανερωθῆ ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ ζωή μας, τότε καὶ σεῖς μαζὶ μ’ αὐτὸν θὰ φανερωθῆτε δοξασμένοι. Αὐτὴ ἡ φανέρωση, γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ὁ Ἀπόστολος, εἶναι ἡ ἔνδοξη παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ ἔλθη ὄχι πιὰ σὰν λυτρωτής, ἀλλὰ σὰν κριτής. Ἀμέσως παραπάνω ὁ Ἀπόστολος λέγει· «ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». Τώρα ἡ ζωὴ μας εἶναι κρυμμένη μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ μέσα στὸ μυστήριο τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλπίδος μας στὸ Θεό. Ὅπως ὁ Ἀβραὰμ στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ἔτσι κι ἐμεῖς σ’ ἐτοῦτο τὸν κόσμο εἴμαστε σὰν ξένοι καὶ παρεπίδημοι καὶ «ἐκδεχόμεθα τὴν τοὺς θεμέλιους ἔχουσα πόλιν»· περιμένουμε κι ἔχουμε τὴν ἐλπίδα μας στὴν πόλη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ θὰ εἶναι ἡ μόνιμη ἐγκατάστασή μας μαζὶ μὲ ὅλους τους Ἁγίους.

 

Πῶς τὰ ἀκοῦμε ὅλ’ αὐτά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί; Εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν μᾶς εὐχαριστοῦνε καὶ πολύ. Ἐμεῖς θέλουμε νὰ ἔχουμε μία θρησκεία χωρὶς πίστη· μία θρησκεία ποὺ νὰ μᾶς ἐξασφαλίζη ἐδῶ μία καλὴ ζωή. Ὅσο γιὰ τὰ ἄλλα, γιὰ τὴν πόλη τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴ μισθαποδοσία, ποιὸς τὰ εἶδε καὶ ποιὸς τὰ ξέρει; Εἶναι ἀλήθεια πὼς κανένας δὲν τὰ εἶδε. Ἂν ἔχουμε τὴν ἀξίωση νὰ δοῦμε μὲ τοῦτα μας τὰ μάτια τί γίνεται ἐκεῖ, δὲν θὰ τὸ κατορθώσουμε ποτέ. Τὸ λέγει ὁ Ἀπόστολος πὼς τὰ ἀγαθὰ ποὺ φυλάγει ὁ Θεὸς γιὰ κείνους ποὺ πιστεύουνε κι ἐλπίζουν «ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὔς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη»· δὲν τὰ εἶδαν τὰ μάτια ἀνθρώπου καὶ δὲν τ’ ἄκουσαν τ’ ἀφτιά του μήτε καὶ ποὺ τὰ ‘βαλε στὸ νοῦ του. Γι’ αὐτὸ μᾶς χρειάζεται ἡ πίστη ποὺ γεννάει τὴν ἐλπίδα, γιὰ νὰ βλέπουμε καὶ νὰ προσμένουμε ἐκεῖνα ποὺ δὲν βλέπουνε τὰ μάτια μας. Γιατί ἡ ζωή μας κι ὁ προορισμός μας δὲν εἶναι μόνο ἐτοῦτος ὁ βίος, ὅσα βλέπουνε τὰ μάτια μας, ὅσα πιάνουνε τὰ χέρια μας, ὅσα θέλουμε γιὰ τροφὴ καὶ ἱκανοποίηση τῶν αἰσθήσεών μας. Ἂν ἦταν ἔτσι, τότε δὲν θὰ μᾶς χρειαζότανε ἡ θρησκεία. Ἔτσι εἶναι μόνο γιὰ τὰ ἄλογα ζῶα, γι’ αὐτὸ ἐκεῖνα δὲν ἔχουνε θρησκεία. Ἡ ἀληθινὴ θρησκεία πρὶν ἀπ’ ὅλα καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι πίστη σ’ ἐκεῖνο ποὺ δὲν βλέπουμε, γιὰ τὸ ὁποῖο ὅμως μᾶς πληροφοροῦνε καὶ μᾶς βεβαιώνουνε πολλὰ πράγματα· μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος, μᾶς πληροφορεῖ καὶ ὁ ἔξω κόσμος, καὶ προπάντων μᾶς πληροφορεῖ καὶ μᾶς βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς στὴν θεόπνευστη Ἁγία Γραφή.

 

Γιὰ ὅλα ὅμως ἐτοῦτα εἴπαμε κι ἄλλες φορές, γι’ αὐτὸ ἐδῶ στὸ τέλος νὰ ποῦμε τώρα λίγα γιὰ κείνους ποὺ λένε πὼς δὲν πιστεύουν. Αὐτοὶ δὲν εἶναι μόνο κάποιοι ποὺ κάνουν τοὺς ἄθεους μὰ εἶναι κι ἄλλοι ποὺ κάνουν τοὺς χριστιανούς· κι ὅμως στ’ ἀλήθεια κι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, γιατί ἔχουν τὴν ἀξίωση νὰ καταλάβουν πρῶτα μὲ τὸ μυαλό τους, νὰ δοῦνε μὲ τὰ μάτια τους καὶ νὰ ψηλαφήσουνε μὲ τὰ χέρια τους γιὰ νὰ πιστέψουνε. Ἂν εἶναι ἔτσι, δὲν μᾶς χρειάζεται ἡ θρησκεία ποὺ εἶναι πίστη, κι ἔχουμε δίκηο νὰ θέλουμε μία θρησκεία χωρὶς πίστη. Κάτι τέτοιοι χριστιανοὶ δὲν εἶναι λίγοι μεταξύ μας, εἶναι ὅσοι ἔμαθαν πέντε πράγματα παραπάνω κι ἔχουν τάχα μία ἀνώτερη γνώμη γιὰ τὴ θρησκεία. Αὐτοὶ λένε πὼς θρησκεύουνε, ἀλλὰ δὲν πιστεύουν. Μὰ εἶναι καὶ οἱ ἄλλοι, ἐκεῖνοι ποὺ κάνουν τοὺς ἄθεους. Αὐτοὶ μήτε πιστεύουνε μήτε θρησκεύουν, μήτε Θεὸ δέχονται πὼς ὑπάρχει μήτε ἄλλος κόσμος ἀπὸ ἐτοῦτον ποὺ βλέπουν τὰ μάτια μας. Καὶ ποιὰ νὰ εἶναι τάχα ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς ἀθεΐας; Ἤ ὁ ἐγωισμὸς ἤ ἡ ἁμαρτία. Ὁ ἐγωισμός, ποὺ σὲ βάζει νὰ κάνης τὸν ἄθεο, γιατί αὐτὸ τάχα εἶναι καθὼς πρέπει στὸν καιρὸ μας· καὶ ἡ ἁμαρτία ποὺ θέλει νὰ σὲ πείση πὼς δὲν ὑπάρχει Θεὸς κι ἄλλος κόσμος, ὅπου θὰ δώσουμε λόγο.

 

 

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

 

Θρησκεία χωρὶς πίστη δὲν θὰ πῆ τίποτα. Μιλοῦμε γιὰ τὴ μία καὶ ἀληθινὴ θρησκεία, γιὰ τὸ Χριστιανισμὸ κι ἀκόμη καλύτερα, γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Θέλοντας μὴ θέλοντας ἡ θρησκεία μᾶς δένει μὲ τὸ Θεὸ μὲ τὸ δεσμὸ τῆς πίστεως. Μυστήριο τῆς πίστεως καὶ προσδοκία ἐλπίδος εἶναι ἡ θρησκεία. Ἂς πιστεύουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς στὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ κι ἂς ἐλπίζουμε νὰ δοῦμε τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐκπλήρωσή τους στὸν οὐρανὸ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Ἀμήν.