1. (…) ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου, ἐπισκόπου Ἀντιοχείας. Λέγεται «θεοφόρος» ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός, ἐπειδή, κατά τήν παράδοση, αὐτό ἦταν τό παιδί ἐκεῖνο πού διαβάζουμε στά Εὐαγγέλια ὅτι τό πῆρε ὁ Χριστός καί τό ἔστησε στό μέσον τῶν μαθητῶν του καί εἶπε: «Ἐάν δέν στραφῆτε νά γίνετε σάν τά παιδιά, δέν θά εἰσέλθετε στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. 18,1-3). Ἐπειδή λοιπόν τόν ἅγιο τόν ἔφερε ὁ Χριστός στά χέρια Του ἀπό παιδί, γι᾽ αὐτό καί λέγεται θεοφόρος. Γιά τόν βίο του δέν ξέρουμε πολλά. Ξέρουμε ὅμως ὅτι ἔδωσε δυνατή μαρτυρία γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ στόν αὐτοκράτορα Τραϊανό. Καί γι᾽ αὐτή του τήν μαρτυρία ὁδηγήθηκε δεμένος ἀπό φρουρά στρατιωτῶν ἀπό τήν Ἀντιόχεια μέχρι τήν Ρώμη, γιά νά φαγωθεῖ ἀπό τά θηρία. Στήν πορεία του ἀπό τήν Ἀντιόχεια μέχρι τήν Ρώμη ἔγραψε ἑπτά ἐπιστολές, περίφημες ἐπιστολές, πού ἔχουν πολύ ὡραία θεολογική διδασκαλία. Αὐτή τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου θέλω, ἀγαπητοί μου, μέ λίγα λόγια νά σᾶς πῶ στό σημερινό μου κήρυγμα.

 

  1. Στά χρόνια τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου ὑπῆρχε μία μεγάλη αἵρεση, ἡ αἵρεση τῶν Δοκητῶν. Αὐτοί ἔλεγαν ὅτι δέν σαρκώθηκε πραγματικά ὁ Χριστός, ὅτι δέν ἔλαβε πραγματικό ἀνθρώπινο σῶμα, ἀλλά φανταστικό. Καί ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, ἄν καί ἦταν πολύ γλυκός καί ἐκφραζόταν πολύ ταπεινά, ὅμως γιά τούς αἱρετικούς αὐτούς ἐκφράζεται μέ πολύ καυτές ἐκφράσεις. Τούς λέει «λύκους μέ σχῆμα προβάτου», τούς λέει «κακά βότανα», «σπέρμα τοῦ πονηροῦ» καί «ἀνθρωπόμορφα θηρία». Πραγματικά τέτοιοι ἦταν οἱ Δοκῆτες καί τέτοιοι εἶναι οἱ αἱρετικοί ὅλων τῶν αἰώνων, μεταξύ τῶν ὁποίων καί οἱ Παπικοί. Καί ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν πρέπει νά ἐκφραζόμαστε δυναμικά, ὅπως τέτοιο παράδειγμα μᾶς δίνει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος καί ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.

Πολύ νά προσέχουμε ἀπό τούς αἱρετικούς, μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, γιατί μιλᾶνε μέ δόλιο τρόπο. Τό πικρό δηλητήριό τους, λέει, τό κερνᾶνε μέ μέλι καί ἔτσι παραπλανῶνται οἱ ἀμαθεῖς καί παρασύρονται στήν πλάνη (βλ. Τραλ. 6). Κατά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀντίθετα μέ αὐτό πού ἔλεγαν οἱ αἱρετικοί Δοκῆτες, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε πραγματικά ἄνθρωπος σαρκωθείς στήν ἁγιασμένη Κοιλία τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος στίς ἐπιστολές του (βλ. Ἐφεσ. 7,2) ὀνομάζει τόν Ἰησοῦ Χριστό καί «ἐκ Θεοῦ» καί «ἐκ Μαρίας» γεννηθέντα. Τόν ὀνομάζει καί «ἀπαθῆ» καί «παθητό». «Ἀπαθής», γιατί ἦταν Θεός καί «παθητός», γιατί ἦταν ἄνθρωπος.

 

  1. Ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι πραγματικά Θεός καί πραγματικά ἄνθρωπος, μέ μία λέξη Θεάνθρωπος, αὐτό πού κοινωνᾶμε στήν Θεία Λειτουργία εἶναι πραγματικά «ἡ Σάρκα τοῦ Χριστοῦ πού ἔπαθε» (Σμυρν. 7,1), εἶναι αὐτό τό Ἴδιο Αἷμα τοῦ Χριστοῦ πού χύθηκε στόν Γολγοθᾶ τήν Μεγάλη Παρασκευή. Γιά τήν Θεία Κοινωνία λέγει πολύ ὡραῖες ἐκφράσεις ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, ἀδελφοί. Λέει ὅτι εἶναι «φάρμακο ἀθανασίας», «ἀντίδοτο τοῦ μή ἀποθανεῖν». Αὐτό σημαίνει ὅτι γιά τίς ἁμαρτίες πού κάνουμε καί οἱ ὁποῖες μᾶς φέρνουν τόν θάνατο τῆς ψυχῆς μας, γιά «ἀντίδοτο» νά μήν πεθάνουμε, πρέπει νά κοινωνᾶμε στήν Θεία Λειτουργία τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Ἱερέας, ὅταν κοινωνάει τόν πιστό, τοῦ λέγει: «Εἰς ζωήν αἰώνιον καί ἀθάνατον». Γι᾽ αὐτούς πού κοινωνᾶνε μέ καθαρή τήν καρδιά, λέει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ὅτι γίνονται «θεοφόροι», «χριστοφόροι», «ναοφόροι» καί «ἁγιοφόροι» (Ἐφεσ. 9,2)!

 

  1. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος εἶναι ὁ πρῶτος πού ὀνόμασε τήν Ἐκκλησία μας «Καθολική» (Σμυρν. 8,2), τήν δέ ὀνομασία αὐτή ἀκοῦμε στό Πιστεύω μας, ὅταν λέμε «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ὥστε λοιπόν δέν εἶναι Καθολικοί οἱ Παπικοί, ὅπως θέλουν νά λέγονται, ἐπειδή ἔχουν κοσμικές ἐπιδιώξεις νά ἐξαπλωθοῦν παντοῦ, ἀλλά ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοι, εἴμαστε τά πραγματικά μέλη τῆς πραγματικῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. – Ἀλλά τί εἶναι Ἐκκλησία, ἀδελφοί μου; Γιά τήν Ἐκκλησία ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος λέγει ὅτι εἶναι «τό θυσιαστήριο» (Ἐφεσ. 5,10. Τραλ. 7,2), δηλαδή ἡ Ἁγία Τράπεζα, δηλαδή ἡ Θεία Λειτουργία, πού γίνεται ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπεζα. Ὥστε λοιπόν στήν Θεία Λειτουργία λαμβάνουμε τήν οὐσιαστική ἔννοια τοῦ τί εἶναι Ἐκκλησία. Καί λέγω τώρα: Ἀφοῦ μέ τούς Παπικούς δέν μποροῦμε νά τελέσουμε μαζί τήν Θεία Λειτουργία, δέν συνιστοῦν αὐτοί οἱ Παπικοί Ἐκκλησία. Ἐκκλησία εἴμαστε μόνο ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, γι᾽ αὐτό καί λέμε «Εἰς ΜΙΑΝ, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ὁ ὅρος ὅμως καί ἡ προϋπόθεση, κατά τόν ἅγιο Ἰγνάτιο, ὅτι ἀνήκει κάποιος στήν Ἐκκλησία, εἶναι ἡ ἑνότητά του μέ τόν Ἐπίσκοπο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἀνήκει αὐτός (Σμυρν. 8,1. 9,1. Φιλαδ. 3,2).

 

  1. Τέλος, ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος δίνει μιά ὡραία ἑρμηνεία γιά τήν μνηστεία τῆς Παρθένου Παναγίας μέ τόν Ἰωσήφ, πού θέλω νά σᾶς τήν πῶ, ἀγαπητοί μου. Γιατί ἐμνηστεύθη τόν Ἰωσήφ ἡ Παναγία μας, ἀφοῦ ὡς σκοπό εἶχε τήν παρθενία; Αὐτό, λέγει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, ἔγινε κατά τό σοφό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀπατηθεῖ ὁ Διάβολος. Γιατί ὁ Διάβολος ἄκουσε τήν προφητεία τοῦ Ἠσαΐου, ὅτι ὁ Μεσσίας θά γεννηθεῖ ἀπό παρθένο (βλ. Ἠσ. 7,14). Δέν εἶχε ὅμως συμφέρον ὁ τρισκατάρατος Διάβολος νά γεννηθεῖ ὁ Μεσσίας, ἐπειδή θά τοῦ κατέλυε τά ἔργα του (βλ. Α´ Ἰωάν. 3,8). Γι᾽ αὐτό καί βάλθηκε, ὅπως τό λέμε, νά μολύνονται οἱ γυναῖκες ἤ νά ὑπανδρεύονται, ὥστε νά μήν ὑπάρχει παρθένα γυναίκα νά γεννήσει τόν Μεσσία. Ἔτσι, ὅταν ἐμνηστεύθη ἡ Παρθένος Μαρία τόν Ἰωσήφ, ὁ Διάβολος ἐνόμισε ὅτι οὔτε καί Αὐτή θά εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Μεσσίου, ἀφοῦἐμνηστεύθη. Τήν ἔπαθε ὁ «μπατίστας»! Ὅπως αὐτός ἀπάτησε τούς Πρωτοπλάστους καί τούς παρέσυρε νά φᾶνε τόν ἀπηγορευμένο καρπό, ἔτσι ἀπατήθηκε καί ὁ ἴδιος τώρα! Καί τήν ἴδια ἀπάτη τήν ἔπαθε καί στόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος μιλάει γιά τρία «μυστήρια κραυγῆς», τήν παρθενία τῆς Παναγίας, τόν τοκετό Της καί τόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα «ἐν ἡσυχίᾳ Θεοῦ ἐπράχθη» (βλ. Ἐφεσ. 19,1)!

 

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας, «ΑΠΛΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ», Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2011, αριθ. 54, σ. 260 κ.ε.