του π. Φιλοθέου Ζερβάκου

Η ομιλία αυτή εξεφωνήθη την 14η Νοεμβρίου 1966 εις τον Ι. Ναό Αγίου Νικολάου Πλατάνου Τρικάλων, εφημερεύοντος του αειμνήστου πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάθη.

Μεταφέρεται απομαγνητοφωνηθείσα.

Από το βιβλίο: Αρχιμ. Φιλοθέου Ζερβάκου, Ηγουμένου Ι. Μ. Λογγοβάρδας Πάρου,

Γνώρισα δύο πολύ πλουσίους εις την πατρίδα μου, οι οποίοι απέκτησαν μεγάλο πλούτο με κόπους, με αγώνες, αλλά και με αδικίες, αρπαγές, κλοπές, τόκους και λοιπές πονηρίες. Κατόπιν έκαναν συμβόλαια και συμφωνίες με τους πτωχούς ότι, όταν δεν πληρώσουν το δάνειο τότε να τους πάρουν τα αμπέλια, τα χωράφια, τα σπίτια, ακόμη και τα ζώα. Θησαύρισαν και έγιναν πολύ πλούσιοι, αλλ’ όχι και ευτυχείς. Απέθαναν. Ο ένας από αυτούς, όταν απέθανε, όλοι οι άνθρωποι τον αναθεμάτιζαν, διότι εκτός που είχε αδικήσει πολλούς πτωχούς, αλλά και σε κανένα πτωχό δεν έδωσε ούτε ένα κομμάτι ψωμί που του ζητούσαν. Μα όταν απέθανε, απέθανε μαζί του και ο πλούτος που είχε. Μετά τρία περίπου έτη, που έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, τον έβγαλαν από τον τάφο, τελείως άλυτον από τα αναθέματα.

 

Το σώμα του δεν έλιωσε, αλλά ήταν μαύρο και το στόμα του ανοικτό. Η γλώσσα του εκρεμάτο έξω από τα χέρια του, ωσάν να ήθελε να αρπάξει. Τρόμαξαν οι άνθρωποι και έφυγαν. Τα παιδιά του, που δεν φρόντισε να τα διδάξει και να οδηγήσει εις τον δρόμον του Θεού, να τα μάθει να φυλάττουν τις εντολές του Θεού, παρά κοίταξε να τα κάνη πλούσια, πήραν τον πλούτο και τα σπατάλησαν εις ασωτίες, εις χαρτοπαίγνια και εις διασκεδάσεις, και σε λίγο καιρό έγιναν όλα πτωχά. Ένα από τα παιδιά του, επειδή έπαιζε εις τα χαρτιά, σε λίγο καιρό τα έχασε όλα και έφυγε από την πατρίδα του για την Αθήνα προς συνάντηση μεγάλων χαρτοπαικτών. Σε λίγο όμως καιρό τα έχασε όλα, έμεινε τελείως πτωχός και τέλος αυτοκτόνησε με περίστροφο. Έχασε και την ζωή του, έχασε και την ψυχή του.

Ο άλλος, επειδή πήρε χρήματα, έπεσε εις ασωτίες και από τις πολλές καταχρήσεις, σάπισε το κορμί του. Έγινε φθισικός και συφιλιτικός. Έμεινε και αυτός πάμφτωχος. Ο τρίτος με τον οποίο ήμεθα συμμαθηταί, κατήντησε και αυτός πτωχός. Εκάθητο εις τους δρόμους απλώνοντας το χέρι του για να του δώσουν οι άνθρωποι καμία δεκάρα ή κανένα τσιγάρο, διότι εκάπνιζε. Κανένα από τα παιδιά του δεν εφρόντισε να δώσουν σε πτωχούς ελεημοσύνη για να συγχωρήσουν τον πατέρα τους, ούτε μία Λειτουργία να του κάμουν για την ψυχή του, να την αναπαύσει ο Θεός. Δεν έκαναν τίποτε. Και έγινε και αυτός δυστυχής με τον πλούτο του, αλλ’ έκανε και τα παιδιά του δυστυχή. Αφού τον έβγαλαν άλυτο είπαν οι άνθρωποι, ότι από τα πολλά αναθέματα το έπαθε και πρέπει να καλέσουν τον Μητροπολίτη να του διαβάσει συγχωρητική ευχή για να λιώσει. Επήγε ο Μητροπολίτης, εγονάτισε εις τον τάφο του, του εδιάβασε ευχή και τον έθαψαν πάλι. Ένας ανιψιός του ιατρός, είπε, ότι το χώμα δεν τον λιώνει, να τον βάλουν αλλού.

Τότε μερικοί άνθρωποι της κωμοπόλεως εις την οποία έμενε συνεφώνησαν, αφού η γη δεν τον λιώνει να τον ρίξουν εις την θάλασσα. Τον έβαλαν σε μια βάρκα, τον έδεσαν μία μεγάλη πέτρα εις τον λαιμό, για να καταποντιστεί εις τον βυθό της θάλασσας και τον έριξαν, αλλά και η θάλασσα δεν τον δέχτηκε. Την άλλη μέρα τον επέταξε με την πέτρα εις τον λαιμό έξω. Κατόπιν οι κάτοικοι εμάζευσαν πέτρες και του έριχναν επάνω λέγοντας: ανάθεμα την ψυχή του Καΐρη. Καΐρη τον έλεγαν, επειδή ήταν φιλάργυρος. Και επειδή ήταν κοντά σε δρόμο, οι κάτοικοι των άλλων χωριών που περνούσαν απ’ εκεί έπαιρναν και έριχναν πέτρες αναθεματίζοντας την ψυχή του. Κάποτε που επήγα, κάποιος απ’ εκεί εύπορος με επήρε εις τον οίκο του και με εφιλοξένησε. Την επόμενη επήγαμε εις μίαν μικρή εκκλησία του Αγ. Γεωργίου που είχε εις ένα κήπο του. Όταν εβγήκαμε από την Εκκλησία μετά την προσκύνηση των ιερών εικόνων, με έδωσε μια πέτρα.

Του λέγω, διατί μου την δίνεις! Μου απαντά, πάρε την εις τα χέρια σου και θα σου πω κατόπιν. Εις την συνέχεια πήρε και εκείνος από ένα τοίχο μια μεγάλη πέτρα. Εις ερώτησή μου σε τι μας χρειάζονται, απάντησε ότι θα με πει εις τον δρόμο. Βγαίνοντας λίγο πιο έξω βλέπω ένα σωρό μεγάλο από πέτρες, και μου λέγει: εδώ είναι το ανάθεμα του Καΐρη. Όποιος περάσει ρίχνει μια πέτρα και τον αναθεματίζει. Εγώ ετρόμαξα, όταν είπε έτσι. Τι λες του λέγω! Τι είναι αυτά! Χριστιανοί είστε εσείς! Αυτός απέθανε εδώ και τόσα χρόνια και επήγε κατά τα έργα του. Πρέπει να τον αναθεματίζετε; Η Εκκλησία, ο ίδιος ο Χριστός, λέγει· να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να ευχώμεθα για εκείνους που σας πειράζουν και διώκουν. Επέταξα την πέτρα όπου είχα και εκείνος ομοίως, και του εβεβαίωσα ότι ήταν αμαρτία αυτό που έκαμναν. Και επειδή εγώ θα φύγω να πας εις τον ιερέα την επόμενη Κυριακή και να του πεις να κάνει ένα μνημόσυνο και να τον συγχωρήσετε.

Έκαστος εκ των ιδίων έργων ή δοξασθήσεται ή αισχύνεσθαι. Εμείς όμως έχουμε καθήκον, αφού κανένα από τα παιδιά του δεν ευρέθη να τον κάμει ένα μνημόσυνο, αλλά και όλοι τον αναθεματίζουν, πρέπει να τον συγχωρήσουμε. Έτσι θέλει και ο Θεός, να συγχωρήσουμε και τους εχθρούς μας. Και Εκείνος επάνω εις τον σταυρό ευρισκόμενος για τους σταυρωτάς του ηύχετο: «Πάτερ, έλεγε, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Αυτό που κάνετε είναι αμαρτία μεγάλη και να μετανοήσετε και να τον συγχωρήσετε όλοι. Όπως έμαθα του έκαναν μνημόσυνο και έπαυσαν να ρίχνουν πέτρες και να τον αναθεματίζουν. Τι ευτυχία απήλαυσε αυτός με τον πλούτο; Ενόμιζε ότι με τον πλούτο θα κάμει και τον εαυτό του ευτυχή και τα παιδιά του και κατεστράφη τελείως. Λοιπόν ο πλούτος δεν είναι ευτυχία. Δεν πρέπει να ζητούμε τον πλούτο και να έχουμε τόση επιθυμία, τόση αγωνία για να έχουμε πλούτη. Όχι. Μη θησαυρίζετε, λέγει ο Κύριος, θησαυρούς επί της γης, αλλά θησαυρίζετε θησαυρούς εν ουρανώ, όπου, ούτε πόσις, ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν. Να αποκτήσωμε πλούτο εις τους ουρανούς, μας λέγει ο Χριστός μας, ο οποίος δεν αφανίζεται, ούτε χάνεται, αλλά μας προξενεί και ευτυχία και δόξα και τιμή και βασιλεία ουράνιο!

Αναδημοσίευση αποσπάσματος εκ του ιστολογίου »Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ».

Η ομιλία αυτή εξεφωνήθη την 14η Νοεμβρίου 1966 εις τον Ι. Ναό Αγίου Νικολάου Πλατάνου Τρικάλων, εφημερεύοντος του αειμνήστου πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάθη.

Μεταφέρεται απομαγνητοφωνηθείσα.

Από το βιβλίο: Αρχιμ. Φιλοθέου Ζερβάκου, Ηγουμένου Ι. Μ. Λογγοβάρδας Πάρου,

Ομιλίες, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη». Τ. Κ. 566 26, Σπαρτάκου 6, Συκιές, Θεσσαλονίκη, 2015).