1.

Δύο θαύματα πίστεως

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λκ. η΄ 41-56

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : (Ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου: Ἑβρ. θ΄ 1-7)

 

  1. ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΟΣ Ο ΠΟΝΟΣ

Στὴν Καπερναοὺμ ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος περνοῦσε φοβερὴ δοκιμασία, ζοῦσε τραγικὲς στιγμές. Ἡ μονάκριβη δωδεκάχρονη κόρη του κινδύνευε νὰ πεθάνῃ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή. Κι αὐτὸς τριγυρνοῦσε στοὺς δρόμους τῆς Καπερναοὺμ γιὰ νὰ βρῇ τὸν ἰατρὸ τοῦ κόσμου, τὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Μόλις Τὸν ἀντίκρυσε, ἔπεσε γονατιστὸς στὰ πόδια του καὶ Τὸν θερμοπαρακαλοῦ-σε νὰ ἔλθῃ στὸ σπίτι του, νὰ γιατρέψῃ τὴν ἑτοιμοθάνατη κόρη του.

Πῶς ὅμως αὐτὸς ὁ ἄρχοντας, ὁ ἀρχισυνάγωγος, ποὺ εἶχε τόσο μεγάλη θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ θέσι, ταπεινώνεται τόσο πολὺ καὶ πέφτει γονατιστὸς μπροστὰ στὸν Κύριο; Δὲν σκέφθηκε τὸ ἀξίωμά του; Δὲν ντράπηκε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ ἦταν τριγύρω καὶ τὸν ἔβλεπαν; Δὲν φοβήθηκε τοὺς Φαρισαίους; Δὲν ὑπολόγισε τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά! Ἕνα τὸν ἔνοιαζε, ἡ σωτηρία τῆς κόρης του. Ἦταν συντετριμμένος ἀπὸ τὴν συμφορὰ ποὺ τὸν βρῆκε. Ὁ πόνος καὶ ἡ θλῖψι τὸν ταπείνωσε πολύ, τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ σὰν δοῦλος στὰ πόδια τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν προσκυνήσῃ ὡς ἄρχοντα ἀνώτερον ἀπ’ αὐτόν.

Ἔτσι συμβαίνει συχνὰ καὶ στὴ δική μας ζωή. Οἱ θλίψεις μᾶς ταπεινώνουν, μᾶς κάνουν νὰ αἰσθανώμαστε τὴν μηδαμινότητά μας καὶ νὰ τρέχουμε μὲ πόθο καὶ προσδοκία στὴν ἐκκλησία. Κι ἐκεῖ νὰ παρακαλοῦμε γονατιστοὶ τὸν Θεὸ νὰ λύσῃ τὸ δύσκολο πρόβλημά μας, νὰ θεραπεύσῃ τὶς ἀρρώστιες μας, νὰ γαληνεύσῃ τὴ ζωή μας. Πόσο εὐεργετικὸς λοιπὸν εἶναι ὁ πόνος! Μᾶς ἐξαγνίζει, μᾶς ταπεινώνει, μᾶς καλλιεργεῖ. Μαλακώνει τὴν καρδιά μας, χαμηλώνει τὸ ἀταπείνωτο φρόνημά μας, μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὸν οὐρανό.

  1. ΑΓΓΙΓΜΑ ΨΥΧΗΣ

Καθὼς ὁ Κύριος πήγαινε στὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου, τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ Τὸν περιέβαλλαν Τὸν ἐπίεζαν ἀσφυκτικά. Μέσα στὸ συνωστισμὸ μιὰ γυναίκα ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ αἱμορραγία δώδεκα χρόνια, πλησίασε κρυφὰ ἀπὸ πίσω τὸν Ἰησοῦ, ἄγγιξε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός του, κι ἀμέσως σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Τότε ὁ Κύριος ρώτησε: Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ ἄγγιξε; Κι ἐπειδὴ ὅλοι γύρω ἀρνοῦνταν, ὁ Πέτρος εἶπε μὲ ἀπορία: Μά, Κύριε, τόσα πλήθη λαοῦ σὲ ἔχουν περικυκλώσει ἀσφυκτικὰ κι ἐσὺ ρωτᾷς ποιὸς σέ ἄγγιξε;

Ὁ Πέτρος ἀσφαλῶς δὲν καταλάβαινε τὸ νόημα τῆς ἐρωτήσεως. Διότι ἦταν πολὺ διαφορετικὸ τὸ ἑκούσιο ἄγγιγμα τῆς γυναίκας ἐκείνης ἀπὸ τὸ ἀκούσιο ἄγγιγμα τοῦ πλήθους. Τὰ πλήθη ποὺ περικύκλωναν τὸν Κύριο, Τὸν ἄγγιζαν ἀσυναίσθητα ἐξωτερικῶς. Ἡ γυναίκα ὅμως Τὸν ἄγγισε καὶ ἐσωτερικῶς μὲ τὴν ψυχή της. Μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν προσεγγίσεων τὰ ἀνθρώπινα μάτια δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν καμμία διαφορά. Τὰ μάτια ὅμως τοῦ Χριστοῦ διέκριναν σαφῶς τὴν τεράστια διαφορά.

Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν διαφορὰ διακρίνουν τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ μας καὶ σ’ ὅλους ἐμᾶς τοὺς πιστούς, ποὺ προσερχόμαστε στοὺς ἱεροὺς Ναούς μας καὶ ἐγγίζουμε τὸν ἀπρόσιτο Θεὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Πόσοι λοιπὸν ἀπὸ ἐμᾶς Τὸν ἐγγίζουμε ἐσωτερικά, μὲ συστολὴ καὶ δέος, μὲ πίστι καὶ φόβο, μὲ τὴν συναίσθησι ὅτι ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι ἔχουμε ἐνώπιόν μας τὸν Ἅγιο τῶν ἁγίων, τὸν ἄπειρο Δημιουργό μας; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς Τὸν κοινωνοῦμε μὲ συντριβή, μὲ πίστι; Εἶναι κρῖμα νὰ κυκλώνουμε τὸ ἱερὸ Θυσιαστήριο καὶ νὰ μὴ συναισθανώμαστε ποιὸν ἐγγίζουμε. Γι’ αὐτὸ καὶ μένουμε ἀθεράπευτοι στὴ δική μας ψυχικὴ αἱμορραγία.

  1. ΤΑ ΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

Στὸ σπίτι τοῦ Ἰαείρου σὲ λίγο τὸ θέαμα ἦταν σπαραξικάρδιο. Ὅλοι ἔκλαιγαν, κτυ-ποῦσαν τὰ στήθη τους καὶ τὰ κεφάλια τους γιὰ τὴν νεκρὴ κόρη τοῦ Ἰαείρου. Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς εἶπε: Μὴ κλαῖτε. Δὲν πέθανε ἡ μικρή, ἀλλὰ κοιμᾶται! Μόλις ὅμως τὸ ἄκουσαν αὐτὸ τὰ παρευρισκόμενα πλήθη, ἄρχισαν νὰ περιγελοῦν, θεωρῶντας παράλογη τὴν ἔκφρασι τοῦ Κυρίου. Ὅμως μὲ τὴ χλεύη τους αὐτή, τὰ πλήθη, χωρὶς νὰ τὸ κατανοοῦν, οὐσιαστικὰ ἔδιναν τὸ ἐγκυρότερο πειστήριο τῆς ἀναστάσεως ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε, διότι ἐβεβαίωναν ὅτι ὁ θάνατος τῆς κόρης ἦταν ἀδιαμφισβήτητος. Μὲ τὰ γέλια τους ἔγιναν οἱ ἀξιόπιστοι κήρυκες τοῦ θαύματος.

Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπαναλαμβάνεται συχνὰ μέσα στὴν ἱστορία. Ἐχλεύαζαν οἱ Ἰουδαῖοι τοὺς ἀγραμμάτους Μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἔτσι ἄθελά τους διετράνωναν τὸ θαῦμα τῆς Πεντηκοστῆς ποὺ ἀκολούθησε καὶ μετέβαλε τοὺς ἀγραμμάτους ἁλιεῖς σὲ πανσόφους διδασκάλους τῆς οἰκουμένης. Ἐχλεύαζαν οἱ εἰδωλολάτραι καὶ οἱ ἄθεοι κατόπιν τὴν ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία μας, ἀλλὰ ἔτσι πιστοποίησαν ὅλοι αὐτοὶ τὸ θαῦμα τοῦ θριάμβου τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες.

Ἕνα τέτοιο θαῦμα ἑορτάζουμε καὶ σήμερα. Τὴν θαυμαστὴ νίκη τῆς μικρῆς Ἑλλάδος μας ἐναντίον τῶν πανίσχυρων χλευαστῶν της. Τὴ νίκη ποὺ μᾶς ἐχάρισε ὁ παντοδύναμος Κύριος. Τὴν πρώτη νίκη ἐναντίον τοῦ ἐπηρμένου Ἄξονος Γερμανίας – Ἰταλίας, ποὺ ἐπροδίκασε ὅμως τὴν ἔκβασι τοῦ κρισιμωτάτου δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ζῇ Κύριος ὁ Θεός!

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

2.

Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄, 41-56)

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, Ὁμιλια λα΄.

 

α.Τὸ ἔργο πρόφτασε τοὺς λόγους κι οἱ Φαρισαῖοι ἀποστομώθηκαν· ἦταν ἀρχισυνάγωγος αὐτὸς ποὺ ἦρθε καὶ τὸ πένθος βαρύ. Τὸ παιδὶ, μοναχογέννητο, ἦταν στὰ δώδεκά του χρόνια, λουλούδι τῆς ζωῆς. Καὶ τὸ ἀνάστησε μὲ μιᾶς. Ἄν ὁ Λουκᾶς λέη ὅτι ἦρθαν κι εἶπαν· Μὴ βάζης στὸν κόπο τὸ Δάσκαλο· ἔχει πεθάνει· θὰ ποῦμε τοῦτο, ὅτι ἡ φράση «πέθανε πρὶν ἀπὸ λίγο» εἰπώθηκε ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ στοχαζόταν τὴν ὥρα ποὺ χρειαζόταν γιὰ νὰ πᾶνε στὸ σπίτι ἤ ποὺ μεγάλωνε τὴ συμφορά. Συνηθίζουν ὅσοι παρακαλοῦν νὰ παραμεγαλώνουν μὲ τὰ λόγια τους τὶς συμφορές τους καὶ νὰ λένε καὶ κάτι παραπάνω, ὥστε νὰ τραβήξουν περισσότερο αὐτοὺς ποὺ δέχονται τὴν παράκληση. Προσέξετε τὴν ἁπλοϊκότητά του. Δύο αἰτήματα ὑποβάλλει στὸ Χριστό· καὶ νὰ πάη ὁ ἴδιος καὶ νὰ βάλη τὸ χέρι του ἐπάνω. Σημάδι ὅτι εἶχε ἀφήσει τὸ παιδὶ ζωντανό. Τὸ ἴδιο ζητοῦσε κι ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος ἀπὸ τὸν προφήτη· Ἔλεγαν καὶ θὰ βγῆ ἔξω καὶ τὸ χέρι του θὰ βάλη ἐπάνω.

 

Γιατὶ καὶ νὰ δοῦν καὶ νὰ αἰσθανθοῦν ἔχουν ἀνάγκη οἱ πιὸ ἁπλοϊκοί. Ὁ Μᾶρκος πάλι λέει ὅτι πῆρε μαζί του τοὺς τρεῖς μαθητάς καθὼς κι ὁ Λουκᾶς. Τοῦτος ὅμως λέει ἀόριστα τοὺς μαθητάς. Γιὰ ποιὸ λόγο λοιπὸν δὲν πῆρε μαζί του τὸ Ματθαῖο, ἄν καὶ μόλις εἶχε ἔρθει καὶ αὐτός; Ἤθελε νὰ τοῦ δημιουργήση μεγαλύτερη ἐπιθυμία καὶ γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε τελειοποιθῆ. Γι’ αὐτὸ τοὺς τιμᾶ ἐκείνους, γιὰ νὰ γίνουν καὶ τοῦτοι σὰν κι αὐτούς. Ἦταν ἀρκετό γι’ αὐτὸν ποὺ εἶδε τὴν αἱμορροῦσα, ποὺ τιμήθηκε μὲ τὸ τραπέζι κι ἔφαγε μαζί του. Κι ὅταν σηκώθηκε, τὸν ἀκολούθησαν πολλοί. Ἤθελαν νὰ δοῦν τὸ μεγάλο θαῦμα, ἦταν καὶ γιὰ τὸ πρόσωπο ποὺ εἶχε ἔρθει. Ἀκόμα οἱ πολλοὶ ἦσαν ἁπλοϊκοὶ καὶ δὲν ἔρχονταν νὰ ζητήσουν τόσο τὴ φροντίδα τῆς ψυχῆς ὅσο τὴ θεραπεία τοῦ σώματος. Τούτους τοὺς ἔσπρωχναν τὰ πάθη τους νἀρθοῦν, ἐκεῖνο ἔτρεχαν γιὰ νὰ δοῦν πῶς διωρθώνονταν οἱ ἄλλοι· γιὰ τοὺς λόγους ὅμως καὶ τὴ διδασκαλία του πολὺ λίγοι ἦσαν ποὺ τὸν πλησίαζαν ὡς τότε. Δὲν τοὺς ἄφησε νὰ μποῦν στὸ σπίτι, παρὰ μονάχα τοὺς μαθητὰς κι αὐτοὺς πάλι ὄχι ὅλους, πάντα διδάσκοντάς μας ν’ ἀποφεύγωμε τὴ δόξα τῶν πολλῶν.

 

Γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς· Μιὰ γυναῖκα ποὺ δώδεκα χρόνια αἰμορροοῦσε, ἦρθε πίσω του κι ἄγγιξε τὴν ἄκρη τῶν ρούχων του. Ἔλεγε μέσα της, Ἄν ἀγγίσω μονάχα τὸ ροῦχο του, θὰ σωθῶ. Γιὰ ποιὸ λόγο δὲν τὸν πλησίασε θαρρετά; Ντρεπόταν τὴν ἀρρώστια της, νομίζοντας πῶς εἶναι ἀκάθαρτη. Γιατὶ ἄν ἡ γυναῖκα ποὺ ἔχει τὰ ἔμμηνά της νομίζει πὼς δὲν εἶναι καθαρὴ, πολὺ περισσότερο ἔχει αὐτὴ τὴ γνώμη ὅποια ἔχει τέτοια ἀρρώστια. Ὁ νόμος θεωροῦσε τὴν ἀσθένεια πολὺ ἀκάθαρτη. Γι’ αὐτὸ καὶ προσπαθεῖ νὰ κρυφτῆ καὶ νὰ μὴ γίνη ἀντιληπτή. Δὲν εἶχε ἀκόμη σωστὴ καὶ τέλεια ἰδέα γιὰ τὸ Χριστό, ἀλλιῶς δὲ θὰ πίστευε πὼς θὰ περνοῦσε ἀπαρατήρητη. Ἔτσι πλησιάζει πρώτη αὐτὴ ἡ γυναῖκα μέσα στὸν κόσμο: εἶχε ἀκούσει ὅτι θεραπεύει καὶ γυναῖκες, καὶ ὅτι πηγαίνει νὰ θεραπεύση τὸ πεθαμένο κορίτσι. Στὸ σπίτι της βέβαια δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸν καλέση, μόλο ποὺ ἦταν ἡ σειρά της καλή, οὔτε πάλι ἦρθε κοντά του φανερά, μόνο κρυφὰ ἄγγιξε μὲ πίστη τὰ ροῦχα του. Οὔτε εἶχε ἀμφιβολία, οὔτε εἶπε μέσα της· Θὰ ἐλευθερωθῶ τάχα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια; Μήπως δὲ θὰ ἐλευθερωθῷ; Πλησίασε μ’ ἐλπίδα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας της. Ἔλεγε μέσα της, διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστής· Μόνο ν’ ἀγγίξω τὸ ροῦχο του καὶ θὰ σωθῶ. Εἶδε ἀπὸ ποιό σπίτι εἶχε βγῆ, τοῦ τελώνη καὶ ποιοί τὸν ἀκολουθοῦσαν, τελῶνες καὶ ἁμαρτωλοί. Ὅλ’ αὐτὰ τῆς ἔδωσαν ἐλπίδες.

 

Κι ὁ Χριστος; Δὲν τὴν ἄφησε νὰ διαφύγη ἀλλὰ τὴ φέρνει στὸ κέντρο καὶ τὴ φανερώνει γιὰ πολλὲς αἰτίες. Ἄν καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους λένε ὅτι τὸ ἔκαμε αὐτό, ἐπειδὴ ποθοῦσε τὴ δόξα. Γιατί λένε δὲν τὴν ἄφησε νὰ περάση ἀπαρατήρητη; Τί λένε, μωροὶ καὶ ἀνόητοι; Αὐτὸς ποὺ ἐπιβάλλει σιωπή, ποὺ μύρια θαύματα ἀποσκιάζει, αὐτὸς ποθεῖ τὴ δόξα; Γιὰ ποιό λόγο λοιπὸν τὴ φέρνει στὴ μέση; Πρῶτα διαλύει τὸ φόβο τῆς γυναίκας, γιὰ νὰ μὴν τὴν ἐνοχλῆ ἡ συνείδησή της, σὰ νἄχη κλέψει τὴ χάρη, καὶ ζῆ σὲ ἀγωνία. Δεύτερο τὴ βγάζει ἀπὸ τὴν πλάνη της ποὺ νομίζει ὅτι πέρασε ἀπαραίτητη. Τρίτο παρουσιάζει σ’ ὅλους τὴν πίστη της, ὥστε νὰ τὴ ζηλέψουν καὶ οἱ ἄλλοι. Κι ἀπ’ τὸ σταμάτημα τῆς ροῆς τοῦ αἵματος δίνει σημάδι ὄχι μικρότερο· τὴν ἀπόδειξη ὅτι γνωρίζει τὰ πάντα. Ἔπειτα μὲ τὴ στάση τῆς γυναίκας κερδίζει τὸν ἀρχισυνάγωγο, ποὺ ἦταν ἕτοιμος ν’ ἀμφιβάλη καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ καταστρέψη τὸ πᾶν. Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ ἦρθαν ἔλεγαν· Μὴν ταλαιπωρῆς τὸ Δάσκαλο, γιατὶ ἔχει πεθάνει τὸ κορίτσι. Κι’ οἱ σπιτικοὶ του περιγελοῦσαν τὸ Χριστὸ ποὺ εἶπε ὅτι Κοιμᾶται. Ἦταν φυσικὸ τὴν ἴδια διάθεση νὰ νιώση κι ὁ πατέρας.

 

β. Γι’ αὐτὸ προλαβαίνοντας τὴν ἐκδήλωση αὐτή, φέρνει στὴ μέση τὴ γυναῖκα. Ὅτι αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τοὺς πολὺ ἀπλοϊκούς, ἄκουσε τί τοῦ εἶπε· Μὴ φοβᾶσαι, σὺ πίστευε μόνο καὶ θὰ σωθῆ. Γιατὶ βέβαια ἐπίτηδες περίμενε νὰ ἐπέλθη ὁ θάνατος καὶ τὸτε νὰ πάη, γιὰ νὰ γίνη φανερὴ ἡ ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως. Γι’ αὐτὸ καὶ βαδίζει κάπως ἀργὰ καὶ παρατείνει τὴ συνομιλία του, γιὰ ν’ ἀφήση νὰ πεθάνη τὸ κορίτσι καὶ νἀρθοῦν οἱ ἀγγελιοφόροι τοῦ θανάτου της λέγοντας· Μὴν ταλαιπωρῆς τὸ Δάσκαλο. Αὐτὸ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴν ὑπονοεῖ καὶ τὸ ἐπισημαίνει λέγοντας· Ἐνῷ αὐτὸς μιλοῦσε ἀκόμα ἦρθαν οἱ δικοί του λέγοντας. Πέθανε ἡ κόρη σου, μὴ βάζης στὸν κόπο τὸ Δάσκαλο. Ἤθελε νὰ διαπιστωθῆ ὁ θάνατος, γιὰ νὰ μὴ γίνη ὕποπτη ἡ ἀνάσταση. Αὐτὸ κάνει παντοῦ. Ἴδια καὶ στὸ Λάζαρο, περίμενε μία καὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρες. Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὴ φέρνει στὴ μέση καὶ τῆς λέει· Κουράγιο κόρη μου. Ὅπως ἔλεγε καὶ στὸν παράλυτο. Κουράγιο, παιδί μου. Γιατὶ ἦταν τρομαγμένη ἡ γυναῖκα. Γι’ αὐτὸ τῆς λέει κουράγιο καὶ τὴν ἀποκαλεῖ κόρη· ἡ πίστη της τὴν εἶχε κάνει κόρη. Κι’ ἀκολουθεῖ τὸ ἐγκώμιο· Ἡ πίστη σου σ’ ἔχει σώσει.

 

Ὁ Λουκᾶς μᾶς ἀναφέρει γιὰ τὴ γυναῖκα ἀκόμα περισσότερα ἀπ’ αὐτά. Ὅταν πλησίασε, γράφει, ἔλαβε τὴν ὑγεία της· δὲν τὴν ἐκάλεσε ἀμέσως ὁ Χριστὸς ἀλλὰ ρώτησε πρῶτα. Ποιός μ’ ἄγγιξε; Ὕστερα ὁ Πέτρος κι οἱ ἄλλοι παρατήρησαν· Δάσκαλε, ὁ κόσμος σὲ τριγυρίζει καὶ σὲ πνίγει καὶ ρωτᾶς· Ποιὸς μ’ ἄγγιξε; (Ἀφήνω πόσο μεγάλη ἀπόδειξη ἀποτελοῦσε αὐτὸ ὅτι εἶχε ντυθῆ σάρκα ἀληθινὴ κι ὅτι καταπατοῦσε κάθε περιφάνεια· δὲν ἀκολουθοῦσαν τουλάχιστο ἀπὸ μακρυὰ ἀλλὰ τὸν τριγύριζαν ἀπὸ παντοῦ). Αὐτὸς ὅμως ἔλεγε μ’ ἐπιμονή. Κάποιος μ’ ἄγγισε. Ἐγὼ κατάλαβα νὰ βγαίνη δύναμη ἀπὸ μένα. Μιλοῦσε μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο κατεβαίνοντας στὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο τῶν ἀκροατῶν του. Καὶ τὸ ἔλεγε αὐτὸ γιὰ νὰ τὴν κάμη νὰ ὁμολογήση μόνη της τὴν πράξη της. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὴ φανέρωσε ἀμέσως. Ἤθελε νὰ δείξη ὅτι τὰ γνώριζε καθαρὰ ὅλα καὶ νὰ τὴν πείση νὰ τ’ ἀποκαλύψη ὅλα αὐθόρμητα, νὰ τὴ φέρη στὸ σημεῖο νὰ ὁμολογήση ἡ ἴδια ὅ,τι εἶχε γίνει καὶ νὰ μὴ γίνη ὕποπτος λέγοντάς το ὁ ἴδιος.

 

Βλέπετε ὅτι ἡ γυναῖκα ἦταν καλύτερη ἀπὸ τὸν ἀρχισυνάγωγο; Δὲν τὸν σταμάτησε, δὲν τὸν κράτησε, μὲ τ’ ἀκροδάχτυλά της μόνο τὸν ἄγγιξε κι ἐνῷ ἦρθε ἔπειτ’ ἀπ’ αὐτὸν, πρὶν ἀπ’ αὐτὸν ἔφυγε θεραπευμένη. Αὐτὸς τὸ γιατρὸ καλοῦσε σπίτι του· σ’ αὐτὴν τὸ ἄγγισμά του μόνο στάθηκε ἀρκετό. Ἄν ἦταν δεμένη στοῦ πάθους της τὰ δεσμά, τὴν ἐφτέρωνε ἡ πίστη της. Προσέξετε πῶς τὴν παρηγορεῖ· ἡ πίστη σου σ’ ἐσωσε, τῆς λέει. Δὲ θὰ τὄλεγε βέβαια αὐτό, ἄν τὴν εἶχε φέρει στὸ κέντρο τῆς προσοχῆς γιὰ νὰ ἐπιδειχθῆ. Εἶχε πολλαπλὸ στόχο· καὶ τὸν ἀρχισυνάγωγο διδάσκει νὰ πιστέψη καὶ τὴ γυναῖκα διαλαλοῦσε σὲ ὅλους καὶ εὐχαρίστηση κι ὠφέλεια τῆς προξενοῦσε μὲ τὶς λέξεις αὐτὲς ὄχι μικρότερη ἀπὸ τὴ σωματικὴ ὑγεία. Ὅτι αὐτὴν ἤθελε νὰ δοξάση καὶ τοὺς ἄλλους νὰ διορθώση κι ὄχι νὰ προβάλη τὸν ἑαυτό του εἶναι φανερὸ ἀπὸ τοῦτο. Αὐτὸς καὶ δίχως τοῦτο ὅμοια ἀξιοθαύμαστος ἔμελλε νὰ εἶναι· περισσότερα ἀπὸ χιονονιφάδες τὸν τριγύριζαν τὰ θαύματα- καὶ πολὺ μεγαλύτερα ἀπ’ αὐτὸ κι ἔκαμε κι ἦταν νὰ κάμη. Ἡ γυναῖκα ὅμως, ἄν δὲν εἶχε γίνει αὐτό, θὰ ἔφευγε ἀπαρατήρητη καὶ θὰ ἔχανε ὅλους αὐτοὺς τοὺς μεγάλους ἐπαίνους. Γι’ αὐτὸ ἀφοῦ τὴν ἔφερε στὸ κέντρο, τὴν παρουσίασε μεγαλόφωνα κι ἀπ’ αὐτὴν ποὺ πλησίασε, λέει, τρέμοντας, ἀφοῦ ἔ διωξε τὸ φόβο τὴν ἔκαμε νὰ πάρη θάρρος. Τέλος μαζὶ μὲ τὴ σωματικὴ ὑγεία τῆς ἔδωσε κι ἄλλα ἐφόδια λέγοντάς της Πήγαινε μὲ εἰρήνη.

 

Ὅταν ἦρθε στὸ σπίτι τοῦ ἄρχοντα κι εἶδε τοὺς αὐλητὰς καὶ τὸν ὄχλο ἀνήσυχο, τοὺς ἔλεγε· Φύγετε, δὲν πέθανε ἡ κόρη, κοιμᾶται· τὸν κορόϊδευαν. Ὡραῖες οἱ διακρίσεις τῶν ἀρχισυναγώγων, αὐλοὶ καὶ κύμβαλα ποὺ ἀρχίζουν τὸ θρῆνο στὸ θάνατό της, κι ὁ Χριστός; Ἔβγαλε ἔξω ὅλους τοὺς ἄλλους κι ἔμπασε μέσα τοὺς γονεῖς, ὥστε νὰ γίνη ἀδύνατο νὰ ποῦν ὅτι ἡ θεραπεία ἔγινε μ’ ἄλλο τρόπο. Καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάστασή του, ἀνασταίνει μὲ τὸ λόγο του, ὅτι· Δὲν πεθανε, ἡ κόρη κοιμᾶται. Πολλὲς φορὲς τὸ κάμει αὐτό. Ὅπως λοιπὸν καὶ στὴ θάλασσα ἐπιτιμᾶ πρῶτα τοὺς μαθητὰς, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ τώρα διώχνει τὴν ταραχὴ ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν παρόντων καὶ δείχνει συνάμα ὅτι τοῦ ἦταν εὔκολο νὰ σηκώνη τοὺς νεκρούς. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς δὲν ἔκαμε στὸ Λάζαρο λέγοντας ὅτι ὁ φίλος μας ὁ Λάζαρος κοιμήθηκε; Ἀλλὰ ἐδίδασκε κιόλα νὰ μὴ φοβούμαστε τὸ θάνατο· γιατὶ αὐτὸς δὲν ἦταν θάνατος, μόνο εἶχε καταντήσει ὕπνος. Ἐπειδὴ ἔμελλε νὰ πεθάνη κι ὁ ἴδιος, ἀκόνιζε τὸ θάρρος τῶν μαθητῶν του στὰ σώματα τῶν ἄλλων, γιὰ νὰ ὑποφέρουν τὸ τέλος τοῦ μὲ ἡρεμία. Μετὰ τὸν ἐρχομό του ὕπνος στὸ ἑξῆς ὁ θάνατος ἦταν. Ὡστόστο τὸν περιγελοῦσαν. Αὐτὸς ὅμως δὲ θύμωσε ποὺ δὲν τὸν πίστευαν γιὰ πράγματα ποὺ ἦταν νὰ ἐπιτελέση σὲ λιγο θαυματουργῶντας. Οὔτε τοὺς μάλλωσε γιὰ τὸ γέλιο τους, ὥστε κι αὐτὸ κι οἱ αὐλοὶ καὶ τὰ κύμβαλα κι ὅλα τὰ ἄλλα νὰ γίνουν ἀπόδειξη τοῦ θανάτου.

 

γ. Ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς μετὰ τὰ θαύματα οἱ ἄνθρωποι δυσπιστοῦν, τοὺς προλαμβάνει μὲ τὶς ἴδιες ἀπαντήσεις τους. Ὅπως ἔγινε καὶ στὸ Λάζαρο καὶ στὸ Μωϋσῆ. Στὸ Μωϋσῆ εἶπε· Τὶ κρατᾶς στὸ χέρι σου; Γιὰ νὰ μὴ λησμονήση, ὅταν δῆ νὰ μετατρέπεται σὲ φίδι ὅτι ἤτανε πρῶτα ραβδί· νὰ θυμηθῆ τὴν ἀπάντησή του καὶ νὰ σαστίση μὲ τὸ θαῦμα. Καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Λαζάρου ρωτᾶ· Ποῦ τὸν ἔχετε θάψει; Γιὰ νὰ τοῦ ποῦν «Ἔλα νὰ δῆς κι Ὅτι μυρίζει, γιατὶ πέρασαν τέσσερες μέρες», καὶ νὰ μὴν μποροῦν πιὰ ν’ ἀρνηθοῦν ὅτι ἀνάστησε νεκρό. Ὅταν εἶδε λοιπὸν τὰ κύμβαλα καὶ τὸν κόσμο τοὺς βγάζει ὅλους καὶ μπροστὰ στοὺς γονεῖς θαυματουργεῖ· δὲν τῆς βάζει ἄλλη ψυχὴ ἀλλὰ τὴν ἴδια ποὺ βγῆκε τὴν ξαναφέρνει καὶ σὰν ἀπὸ ὕπνο τὴν ξυπνᾶ. Καὶ τὴν κρατεῖ ἀπ’ τὸ χέρι φωτίζοντας ὅσους παρακολουθοῦσαν, ὥστε μὲ ὅ,τι ἔβλεπαν νὰ τοὺς προετοιμάση γιὰ τὴν πίστη στὴν Ἀνάσταση. Ὁ πατέρας ἔλεγε· Βάλε ἐπάνω τὸ χέρι σου. Αὐτὸς κάμει κάτι περισσότερο· δὲν τὸ βάζει μόνο ἐπάνω της ἀλλὰ τὴν κρατᾶ καὶ τὴ σηκώνει, δείχνοντας ὅτι τὸν ὑπάκουαν τὰ πάντα. Καὶ δὲν τὴν σηκώνει μονάχα· προστάζει νὰ τῆς δώσουν καὶ τροφή, γιὰ νὰ μὴ νομίσουν ὅτι εἶναι φαντασία ὅ,τι ἔγινε. Καὶ δὲν τὴ δίνει ὁ ἴδιος ἀλλὰ προστάζει ἐκείνους. Ὅπως εἶπε καὶ στὸν Λάζαρο· Λύσετέ τον κι ἀφῆστε τὸν νὰ περπατήση κι ἔπειτα τὸν πῆρε μαζί του στὸ τραπέζι. Συνήθως φροντίζει καὶ γιὰ τὰ δυό· καὶ τοῦ θανάτου καὶτῆς ἀναστάσεως κάμει μὲ κάθε ἀκρίβεια τὴν ἀπόδειξη. Σεῖς ὅμως μὴ βλέπετε τὴν ἀνάσταση μόνο ἀλλὰ καὶ τὴν παραγγελία νὰ μὴν ἀνακοινώσουν σὲ κανένα. Κι ἀπ’ ὅλα τοῦτο προπάντων διδάξου, τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν σοβαρότητα. Μαζὶ μ’ αὐτὸ μάθε καὶ τοῦτο· ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι αὐτοὺς ποὺ φώναζαν καὶ τοὺς ἔδειξε ἀνάξιους νὰ δοῦνε τὸ θαῦμα. Ἔτσι, μὴ βγῆς μ’ ἐκείνους ποὺ παίζουν τὸν αὐλὸ ἀλλὰ μεῖνε μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Ἰάκωβο. Ἄν ἔβγαλε τότε ἐκείνους ἔξω, πολὺ περισσότερο θὰ τὸ κάμη τώρα. Τότε δὲν ἦταν ἀκόμα φανερὸ ὅτι ὁ θάνατος εἶχε γίνει ὕπνος. Τώρα εἶναι κι ἀπὸ τὸν ἥλιο πιὸ φανερό. Δὲ σοῦ ἀνάστησε τὸ κορίτσι τώρα, θὰ πῆς· θὰ σοῦ τὸ ἀναστήση ὅμως ὁπωσδήποτε, καὶ μὲ περισσότερη δόξα. Τοῦτο δῶ ἀναστήθηκε ἀλλὰ πέθανε πάλι. Τὸ δικό σου ὅταν ἀναστηθῆ, μὲνει ἀθάνατο στὸ ἑξῆς.

 

Κανένας λοιπὸν ἄς μὴ δέρνεται, κι ἄς μὴ θρηντῆ, κι ἄς μὴ διαβάλλη τὸ κατόρθωμα τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ἐνίκησε τὸ θάνατο. Τί θρηνεῖς λοιπὸν ἄδικα; Τὸ πρᾶγμα ἔγινε ὕπνος. Γιατὶ ὀδύρεσαι καὶ κλαῖς; Ἔτσι ἄν ἔκαμαν οἱ Ἕλληνες, ἔπρεπε νὰ τοὺς περιγελᾶς. Ὅταν ὅμως κάμνη ὁ πιστὸς τέτοιες ἀσχημίες, ποιὰ δικαιολογία καὶ ποιὰ συγνώμη γιὰ μᾶς στὶς τέτοιες ἀνοησίες μας καὶ μάλιστα ὕστερα καὶ ἀπὸ τόσον καιρὸ κι ἀπὸ τόσο ξεκάθαρη ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως; Σεῖς σὰν γιὰ νὰ μεγαλώνετε τὸ ἔγκλημα κι Ἑλληνίδες μοιρολογίστρες καλεῖτε, ἀνάβοντας τὴ λύπη καὶ τὸ καμίνι ἀναρριπίζοντας καὶ δὲν προσέχετε τὸν Παῦλο ποὺ λέει· Ποιὰ συμφωνία τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ Βελίαρ καὶ τὶ μερίδιο ἀνάμεσα στὸν πιστὸ καὶ στὸν ἄπιστο; Καὶ τὰ παιδιὰ τῶν Ἑλλήνων, ποὺ δὲν ἔχουν καμμιὰ γνώση γιὰ τὴ ἀνάσταση, βρίσκουν ὡστόσο λόγους παρηγοριᾶς. Ὑπόμενε μὲ γενναιότητα, λένε. Δὲν μπορεῖς νὰ καταργήσης ὅ,τι ἔγινεν, οὔτε νὰ τὸ ἐπανορθώσης μὲ τοὺς θρήνους του. Σὺ ὅμως ποὺ ἀκοῦς πιὸ πνευματικοὺς καὶ πιὸ ὠφέλιμους λόγους, δὲν ντρέπεσαι νὰ κάμης μεγαλύτερες ἀπ’ αὐτοὺς ἀσχημίες. Οὔτε λέμε· Ὑπόμεινε μὲ γενναιότητα, ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ καταργήσουμε ὅ,τι ἔγινε. Ἀλλὰ Ὑπόμεινε μὲ γενναιότητα, γιατὶ θ’ ἀναστηθῆ ὁπωσδήποτε. Κοιμᾶται τὸ παιδὶ δὲν πέθανε. Ἀναπαύεται, δὲ χάθηκε. Τὸ περιμένει ἀνάσταση καὶ παντοντινὴ ζωὴ καὶ ἀθανασία καὶ κατάσταση ἀγγελική. Δὲν ἀκοῦτε τὸν ψαλμὸ ποὺ λέει· Γύρισε, ψυχή μου, στὴν ἀνάπαυσή σου, γιατὶ ὁ Κύριος σ’ εὐεργέτησε; Εὐεργεσία ὀνομάζει ὁ Θεὸς τὸ πρᾶγμα καὶ σὺ θρηνεῖς; Καὶ τὶ περισσότερο θὰ ἔκαμες, ἄν ἤσουν ἀντίπαλος κι ἐχθρὸς ἐκείνου ποὺ πέθανε; Ἄν πρέπη νὰ θρηνῆ κάποιος, πρέπει νὰ θρηνῆ ὁ διάβολος. Ἐκεῖνος ἄς θρηνῆ καὶ ἄς ὀδύρεται, γιατὶ ὀδεύομε στὰ μεγαλύτερα ἀγαθά. Σ’ ἐκείνου τὴν πονηρία ἀξίζει αὐτὸς ὁ θρῆνος ὄχι σ’ ἐσένα ποὺ σοῦ μέλλεται στεφάνωμα κι ἀνάπαυση. Γαλήνιο ὁ θάνατος λιμάνι. Κοίταξε πόσα κακὰ γεμίζουν τὴ ζωὴ αὐτή, σκέψου πόσες φορὲς καταράστηκες τὴν ζωὴν αὐτὴν ὁ ἴδιος. Τὰ πράγματα προχωροῦν στὸ χειρότερο κ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ δὲν ἦταν μικρὴ ἡ καταδίκη ποὺ σοῦ ἔλαχε. Μὲ λύπες θὰ γεννᾶς τὰ παιδιὰ σου, λέει· καὶ μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου θὰ φᾶς τὸ ψωμί σου· καὶ Μέσα στὸν κόσμο θὰ δοκιμάσετε θλίψη. Γιὰ τὰ ἐκεῖ ὅμως τίποτα τέτοιο δὲν ἔχει λεχθῆ, ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο ὁλότελα· Λείπει ὁ πόνος, ἡ λύπη κι ὁ στεναγμὸς καὶ· Θἀρθοῦν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ τὴ δύση καὶ θ’ ἀναπαυθοῦν στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ· ἀκόμα, Εἶναι παστάδα τὰ ἐκεῖ πνευματικὴ καὶ λαμπάδες χαρούμενες καὶ ταξίδι στὸν οὐρανό.

 

δ. Γιατὶ λοιπὸν ντροπιάζεις τὸν νεκρό; Γιατὶ προδιαθέτεις τοὺς ἄλλους νὰ φοβοῦνται καὶ νὰ τρέμουν τὸ θάνατο; Γιατὶ σπρώχνεις πολλοὺς νὰ κατηγοροῦν τὸ Θεό, ἐπειδὴ ἐδημιούργησε μεγάλα δεινά; Ἥ μᾶλλον, γιατὶ ἔπειτ’ ἀπ’ αὐτὰ καλεῖς τοὺς φτωχοὺς, προσκαλεῖς τοὺς ἱερεῖς νὰ παρακαλέσουν; Γιὰ νὰ καταλήξη λέει στὴν ἀνάπαυση αὐτὸς ποὺ πέθανε, γιὰ νὰ εὕρη τὸ δικαστὴ σπλαχνικό. Γι’ αὐτὰ λοιπὸν θρηνὴς καὶ ὀλολύζεις; Τὸν ἑαυτὸ σου λοιπὸν μάχεσαι καὶ πολεμᾶς, τρικυμία δημιουγργῶντας γιὰ σένα ἐνῷ ἐκεῖνος ὀρθοπλώρισε γιὰ τὸ λιμάνι. Καὶ τὶ νὰ κάμω; λέει. Τέτοια εἶναι ἡ φύση. Δὲν εἶναι τῆς φύσης τὸ ἔγκλημα, οὔτε συνέπεια ἀναπόφευκτη.

 

Ἐμεῖς εἴμαστε ποὺ ἀναστατώνομε τὰ πάντα, ποὺ ἐκφυλιζόμαστε, καὶ τὴν εὐγενικὴ προδίδοντας καταγωγή μας κάνομε τοὺς ἄπιστους χειρότερους. Πῶς θὰ μιλήσω σὲ ἄλλον περὶ ἀθανασίας; Πῶς θὰ πείσωμε τὸν ἐθνικό, ὅταν περισσότερο ἀπὸ κεῖνον φοβώμαστε καὶ τρέμωμε τὸ θάνατο; Πολλοὶ στὴν Ἑλλάδα, ἄν καὶ δὲν ἤξεραν τίποτα γιὰ τὴν ἀθανασία, ἐφόρεσαν στεφάνι, ὅταν πέθαναν τὰ παιδιά τους, ντύθηκαν στὰ λευκά, γιὰ νὰ κερδίσουν τὴν τωρινή δόξα. Σὺ ὅμως ἀκόμα καὶ γιὰ τὴ μέλλουσα ζωή δὲν παύεις νὰ θρηνῆς σὰ γυναῖκα. Δὲν ἔχεις κληρονόμους τῆς περιουσίας σου καὶ διάδοχο; Μὰ θὰ ἐπιθυμοῦσες νὰ κληρονομοῦσε πράγματα ποὺ καταστρέφονται, ποὺ θὰ τἄφηνε ἔπειτα ἀπὸ λίγο; ἤ πράγματα ποὺ μένουν ἀκίνητα καὶ σταθερά; Δὲν τὸν ἔκαμες δικό σου κληρονόμο ἀλλὰ τὸν ἔκαμε στὴ θέση σου ὁ Θεός· δὲν ἔγινε συγκληρονόμος τῶν ἀδελφῶν του ἀλλὰ τοῦ Χριστοῦ. Σὲ ποιόν, λέει, θ’ ἀφήσωμε τὰ ροῦχα, σὲ ποιόν τὰ σπίτια, σὲ ποιὸν τοὺς δούλους καὶ τὰ χωράφια; Σ’ αὐτὸν νὰ τ’ ἀφήσετε πάλι καὶ μάλιστα μὲ περισσότερη ἀσφάλεια ἀπ’ ὅ,τι ἄν ἦταν ζωντανός. Τίποτα δὲν ἐμποδίζει. Ἄν οἱ βάρβαροι καῖνε τὰ ὑπάρχοντα ἐκείνων ποὺ φεύγουν, πολὺ περισσότερο εἶναι δίκαιο νὰ στείλης μαζὶ μ’ αὐτὸν ποὺ πέθανε, ὅ,τι τοῦ ἀνήκει, ὄχι γιὰ νὰ γίνουν στάχτη καθὼς ἐκείνα ἀλλὰ γιὰ νὰ συντελέσουν στὴ μεγαλύτερη δόξα του. Κι ἄν ἔφυγε ἁμαρτωλός, θὰ διαγράψη τ’ ἁμαρτήματά του· ἄν ὅμως δίκαιος, θὰ τοῦ γίνη πρόσθεση μισθοῦ κι ἀνταμοιβῆς. Ποθεῖς ὅμως νὰ τὸν δῆς. Τὴν ἴδια ζῆσε ζωὴ μ’ αὐτὸν καὶ γρήγορα θ’ ἀπολαύσης τὴν ἱερὴ ἐκείνη ὄψη.

 

Στοχάσου καὶ τοῦτο κοντὰ σ’ αὐτά· κι ἄν δὲν ἀκούσης ἐμένα, θὰ σὲ πείση ὁ χρόνος. Μόνο ποὺ δὲν θἄχης τότε κανένα μισθό. Γιατὶ ἡ σειρὰ τῶν ἡμερῶν φέρνει τὴν παρηγορία. Ἄν ὅμως θελήσης νὰ φιλοσοφήσης, θὰ κερδίσης δύο, τὰ πιὸ μεγάλα· καὶ τὸν ἑαυτό σου θ’ ἀπαλλάξης ἀπὸ τὰ δεινὰ αὐτὰ καὶ μὲ λαμπρότερο στεφάνι θὰ σὲ στεφανώση ὁ Θεός. Γιατὶ ἀπ’ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τ’ ἄλλα εἶναι πολὺ ἀνώτερη ἡ ἡρεμία στὴ συμφορά. Σκέψου ὅτι καὶ ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ πέθανε· κι ἐκεῖνος γιὰ σένα, σὺ ὅμως γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Καὶ μόλο ποὺ εἶπε Ἄν εἶναι δυνατὸ ἄς περάση ἀπὸ μένα τὸ ποτήριο, καὶ μόλο ποὺ λυπήθηκε καὶ δοκίμασε ἀγωνία, ὡστόσο δὲν ἀπόφυγε τὸ τέλος ἀλλὰ τὸ βάσταξε κι ἄς ἦταν μὲ πολὺ σπαραγμό. Γιατὶ δὲ βάσταξε ἁπλὸ θάνατο, παρὰ τὸ χειρότερο· Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο μαστιγώματα, καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ μαστιγώματα ἐξευτελισμοὺς καὶ εἰρωνεῖες καὶ ὕβρεις· ἤθελε νὰ σὲ διδάξη νὰ τὰ ὑποφέρης ὅλα μὲ γενναιότητα. Ὅταν ὅμως πέθανε καὶ χωρίστηκε τὸ σῶμα, τὸ ξαναπῆρε πάλι πιὸ λαμπρό, ἁπλώνοντας σου ἐσένα καλὲς ἐλπίδες. Ἄν αὐτὰ δὲν εἶναι μῦθος μὴ θρηνῆς. Ἄν αὐτα τὰ νομίζης ἀξιοπίστευτα, μὴ δακρύζης. Ἄν ὅμως κλαῖς, πῶς θὰ μπορέσης νὰ πείσης τὸν Ἕλληνα, ὅτι πιστεύεις;

 

ε. Ἀκόμα κι ἐτσι σοῦ φαίνεται ἀβάσταχτο τὸ πάθημά σου; Μὰ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν ἀξίζει νὰ τὸν θρηνῆς· ἀπὸ πολλὲς τέτοιες συμφορὲς γλύτωσε ἐκεῖνος. Μὴ νιώθης λοιὸν ζήλεια καὶ φθόνο. Ἡ ἀποζήτηση τοῦ θανάτου ἀπὸ μέρος σου γιὰ τὸ πρόωρο τέλος ἐκείνου καὶ τὸ πάθος γι’ αὐτὸν ποὺ δὲν ζῆ γιὰ νὰ ὑποφέρη πολλὰ τέτοια δεινά, δείχνει κάποιον ποὺ φθονεῖ καὶ ζηλεύει. Μὴ σκέφτεσαι λοιπὸν πὼς δὲ θὰ ἐπιστρέψει πιὰ στὸ σπίτι ἀλλὰ ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ πᾶς σὲ λίγο κοντά του. Μὴ συλλογίζεσαι, πὼς δὲ θὰ ξαναρθῆ πιὰ ἐδῶ ἀλλ’ ὅτι κι αὐτὰ τὰ ἴδια ποὺ βλέπομε δὲ μένουν τὰ ἴδια· κι αὐτὰ μεταβάλλονται. Γιατὶ κι ὁ οὐρανὸς κι ἡ γῆ κι ἡ θάλασσα κι ὅλα μετασχηματίζονται καὶ τότε θὰ πάρης τὸ παιδί μὲ λάμψη μεγαλύτερη. Κι ἄν ἔφυγε ἁμαρτωλός, σταμάτησαν ὡς ἐκεῖ τὰ ἔργα τῆς κακίας του· γιατὶ ἄν ἐγνώριζε ὁ Θεός, ὅτι θ’ ἄλλαζε ἀργότερα, δὲ θὰ τὸν ἔπαιρνε πρὶν μετανοήσει. Ἄν ἔφυγε δίκαιος, κράτησε ἀσφαλισμένα τ’ ἀγαθά. Φανερὸ λοιπὸν πὼς δὲν μαρτυροῦν φιλοστοργία τὰ δάκρυά σου ἀλλὰ πάθος ἀλόγιστο. Γιατὶ ἄν ἀγαποῦσες αὐτὸν ποὺ ἔφυγε, ἔπρεπε νὰ χαίρεσαι καὶ ν’ ἀναγαλλιάζης ποὺ γλύτωσε ἀπὸ τὰ κύματα τοῦτα. Πέστε μου ποιό εἶναι τὸ παραπάνω; Ποιὸ εἶνει τὸ νέο καὶ ἀσυνήθιστο; Δὲ βλέπομε νὰ ἐπανέρχωνται κάθε μέρα καὶ τὰ ἴδια; Μέρα καὶ νύχτα, νύχτα καὶ μέρα, χειμῶνας καὶ καλοκαίρι, καλοκαίρι καὶ χειμῶνας, καὶ τίποτα παραπάνω. Κι αὐτὰ πάντα τὰ ἴδια· οἱ συμφορὲς, ὅμως ὅλο καὶ πιὸ νέες, ὅλο καὶ πιὸ ἀσυνήθιστες.

 

Αὐτὰ λοιπὸν ἤθελες νὰ ὑποφέρη κάθε μέρα καὶ νὰ μένη ἐδῶ, ν’ ἀρρωσταίνη, νὰ πεινᾶ, νὰ φ οβᾶται, νὰ τρέμη· καὶ νὰ ὑποφέρη ἄλλα ἀπ’ αὐτὰ τὰ δεινά, κι ἄλλα νὰ φοβᾶται μήπως τὰ ὑπομείνη; Οὔτε βέβαια μπορεῖς νὰ πῆς, ὅτι ταξιδεύοντας στὴν ἀτέλειωτη αὐτὴ θάλασσα, ἦταν δυνατὸ ν’ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὶς φροντίδες καὶ τὰ παρόμοια. Σκέψου ὅμως καὶ τοῦτο· δὲ γέννησες ἀθάνατο κι ἄν δὲν πέθαινε τώρα, θὰ πέθαινε σὲ λίγο. Μὰ δὲν ἐχόρτασες τὸ γιό σου; Θὰ τὸν ἀπολαύσης ἐκεῖ. Θὰ ἤθελες ὅμως νὰ τὸν βλέπης κι ἐδῶ. Τί σ’ ἐμποδίζει; Μπορεῖς κι ἐδῶ, ἄν εἶσαι νηφάλιος. Ἡ ἐλπίδα γιὰ τὰ μελλοντικὰ εἶναι πιὸ φανερὴ ἀπὸ τὴ θέα τους. Κι ἄν ζοῦσε μέσα σ’ ἀνάκτορα δὲ θὰ ζητοῦσες σὺ ἡ μάννα νὰ τὸν δῆς, ἀκούοντας τὰ μεγαλεῖα του. Βλέποντας ὅμως νἄχει φύγει γιὰ τὰ πολὺ ἀνώτερα, λιγοψυχεῖς γιὰ λίγο καιρὸ κι ἐνῷ ἔχεις στὴ θέση του τὸ σύζυγό σου. Κι ἄν δὲν ἔχης σύζυγο, ἔχεις παρηγορητὴ τὸν Πατέρα τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτὴ τῶν χηρῶν. Ἄκουσε καὶ τὸν Παῦλο ποὺ μακαρίζει τὴ χηρεία καὶ λέει. Ἡ ἀληθινὴ χήρα καὶ μόνη ἐλπίζει στὸν Κύριο. Γιατὶ αὐτὴ φανερώνεται πιὸ δόκιμη, δείχνοντας περισσότερη ὑπομονή.

 

Μὴ θρηνῆς λοιπὸν γιὰ τὴν κατάστασή σου, ποὺ θὰ σοῦ δώση στέφανο καὶ ποὺ γι’ αὐτὴ ζητεῖς ἀμοιβή. Ἐπέστρεψες τὴν παρακαταθήκη, ἄν παρέδωσες ὅ,τι σοῦ εἶχε ἐμπιστευθῆ. Μὴ φροντίζης πιὰ λοιπόν, ἀφοῦ ἐφύλαξες τὸ θησαυρό του σὲ ἀσύλητο θησαυροφυλάκιο. Κι ἄν σκεφθῆς τί εἶναι ἡ παροῦσα καὶ τὶ ἡ μέλλουσα ζωή, κι ὅτι ἡ πρώτη εἶναι ἀράχνη καὶ ἴσκιος, ἐνῷ τὰ ἐκεῖ ὅλα ἀσάλευτα καὶ παντοτινά, δὲ θέλης πιὰ ἄλλους λόγους. Τώρα τὸ παιδί σου ἔχει γλυτώσει ἀπὸ κάθε μεταβολή. Ὅταν ὅμως ζοῦσε ἐδῶ ἴσως ἔμενε ἐνάρετος, μὰ ἴσως ὄχι. Ἤ δὲ βλέπεις πόσοι ἀποκηρύττουν τὰ παιδιά τους; Καὶ πόσοι πάλι, ἀκόμα χειρότερα ἀπ’ τ’ ἀποκηρυγμένα παιδιὰ ἀναγκάζονται νὰ τὰ ἔχουν στὸ σπίτι τους; Μὲ τέτοιες σκέψεις ἄς συγκρατούμαστε. Ἔτσι καὶ τὸ νεκρό μας εὐχαριστοῦμε κι οἱ ἄνθρωποι θὰ μᾶς ἐπαινέσουν πολὺ κι ἀπ’ τὸ Θεὸ θὰ λάβωμε τοὺς μεγάλους μισθοὺς τῆς ὑπομονῆς καὶ θὰ κερδίσωμε τὰ αἰώνια ἀγαθά. Αὐτὰ μακάρι νὰ τὰ ἐ πιτύχωμε ὅλα μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

3.

Ἡ ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου

Μελέτιος Καλαμαρᾶς (Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης)

1.Φορτώνεις τόν πόνο σου στόν Χριστό;

 

Σήμερα τό Εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιά δύο πονεμένους ἀνθρώπους. Ἔχει λοιπόν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, γιατί ὅλοι μας στή ζωή μας εἴμαστε ἀρκετά πονεμένοι. Ὁ ἕνας γιατί ὁ θάνατος πῆρε προσφιλή του πόσωπα. Ὁ ἄλλος γιατί μιά ἀρρώστια ἀνίατη κάνει νά ὑποφέρει αὐτός ἤ κάποιος δικός του. Καταλαβαίνουμε τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἐπειδή καί ἐμεῖς ἔχουμε πονέσει καί γι’ αὐτό τούς κατανοοῦμε.

 

 

Οἱ δυό πονεμένοι ἄνθρωποι τοῦ Εὐαγγελίου πλησίασαν τόν Χριστό καί βρῆκαν κοντά του ἔλεος καί βοήθεια. Ἄς δοῦμε καί ἐμεῖς τί πρέπει νά κάνουμε γιά νά ἀφήσουμε τά προβλήματά μας καί τόν πόνο μας ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Στά χέρια του, στά πόδια του, στήν καρδιά του, γιά νά μᾶς ἐλεήσει καί νά μᾶς ἀντιμετωπίσει κατά τήν εὐσπλαγχνία του.

 

Λέγει τό Εὐαγγέλιο ὅτι πῆγε στόν Χριστό ἕνας μεγάλος ἄρχοντας, ἀρχισυνάγωγος. Ὀνομαζόταν Ἰάειρος. Τοῦ εἶπε:

 

-Κύριε, ἡ κοπέλλα μου, δώδεκα χρονῶν κοριτσάκι εἶναι ἄρρωστο καί πεθαίνει. Ἔλα στό σπίτι μου, νά κάνεις κάτι νά τήν θεραπεύσεις.

 

Καί ὁ Χριστός μέ τήν καλωσύνη του, ἀπάντησε:

 

-Ἔρχομαι. Πᾶμε.

 

Πρῶτο δίδαγμα. Τί μεγάλο πράγμα εἶναι νά ἐπικαλεῖται κανείς τήν βοήθεια, τό ἔλεος, τήν συμπαράσταση τοῦ Χριστοῦ. Νά ψάχνει νά τόν βρεῖ ἐκεῖ πού εἶναι. Νά τοῦ μιλήσει. Νά τοῦ πεῖ τόν πόνο του. Νά τόν παρακαλέσει. Εἶναι ἡ πιό σωστή σχέση πού μπορεῖ νά δημιουργήσει ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό. Ἐρώτημα:

 

-Ἐσύ ἀδελφέ μου, ψάχνεις νά τόν βρεῖς τόν Χριστό; Τόν κυνηγᾶς, τόν ἔχεις πάρει ἀπό πίσω; Τοῦ μιλᾶς; Τοῦ ἐκθέτεις τόν πόνο σου; Περιμένεις κάτι;

 

 

  1. Κράτα γερά τήν πίστη

 

Ὁ Χριστός ἀπάντησε στόν ἀρχισυνάγωγο: «Πᾶμε». Καί πῆραν τόν δρόμο γιά τό σπίτι του. Ἐκεῖ πού πήγαιναν, μαζεύτηκε τριγύρω κόσμος πολύς καί τόν συνέθλιβαν. Ἔπεφταν πάνω του καί τόν στρίμωγναν. Ὅπως τυχαίνει καμιά φορά νά περπατᾶμε στό δρόμο καί νά εἶναι τόσος κόσμος πού νά μᾶς στριμώγνουν, νά μήν μποροῦμε νά ἀναπνεύσομε.

 

Ἀνάμεσα στό πλῆθος, ἦταν μιά γυναίκα ἄρρωστη. Ἔπασχε δώδεκα χρόνια ἀπό ἀσθένεια ἀνίατη. Εἶχε καταδαπανήσει τά πάντα στούς γιατρούς, δέν τῆς εἶχε μείνει τίποτε, ἐκτός ἀπό τήν ἀρρώστια της. Καί ἀκούγοντας καί ξέροντας γιά τόν Χριστό, τί εἶναι καί τί ἔκανε, ἔκανε τήν σκέψη: «Αὐτοῦ, ἀρκεῖ νά πάω νά πιάσω τό ροῦχο του, ἴσα νά τό ψηλαφήσω, νά ἀκουμπήσουν τά δάχτυλά μου πάνω στό ροῦχο του καί θά γίνω καλά. Γιατί τί νά τοῦ πῶ; Πῶς νά τό πῶ μπροστά στόν κόσμο αὐτό πού μοῦ συμβαίνει;».

 

Πῆγε λοιπόν ἡ γυναίκα αὐτή πίσω ἀπό τόν Χριστό καί ἀκούμπησε τό ροῦχο του στήν ἄκρη. Καί ἀκουμπώντας τό ροῦχο του κατάλαβε ὅτι κάτι σταμάτησε. Ὅτι ἔφυγε ἀπό πάνω της ἡ ἀρρώστια. Ἀπό ποῦ τό κατάλαβε; Ἀφοῦ ἔτρεχε τό αἷμα συνεχῶς καί πονοῦσε. Καί τώρα σταμάτησε τό αἷμα καί ἔπαυσε νά πονάει.

 

Ἀλλά ἐνῶ αὐτή αἰσθανόταν μεγάλη χαρά πού ἔγινε καλά, ἄκουσε τόν Χριστό νά φωνάζει:

 

-Κάποιος μέ ἀκούμπησε. Κάποιος μέ ἀκούμπησε.

 

Τοῦ λέει ὁ Πέτρος:

 

-Χριστέ μου, τί λόγια εἶναι αὐτά; Ὁ κόσμος πέφτει ἐπάνω σου, καί λέμε νά σέ γλυτώσουμε, νά μήν σέ λειώσουν. «Συνθλίβουσί σε». Λές καί εἴμαστε σέ λιοτριβιό. Πού βάζουν τίς ἐληές καί τίς κάνουν λειώμα. Ἔτσι προσπαθοῦμε νά σέ προστατεύσουμε, νά μήν σέ λειώσουν. Καί λές ἐσύ, κάποιος μ’ ἀκούμπησε; Εἶπε ὁ Χριστός:

 

-Κάποιος μέ ἀκούμπησε. Διαφορετικά μέ ἀκούμπησε. Ἠθελημένα καί μέ σκοπιμότητα μέ ἀκούμπησε.

 

Κατάλαβε ἡ γυναίκα. Καί ἦλθε μπροστά καί στάθηκε γονατιστή στά πόδια του ἡ αἱμορροοῦσα. Δώδεκα χρόνια αἱμορροοῦσα πού δαπάνησε ὅλα της τά ὑπάρχοντα στούς γιατρούς, χωρίς νά ὠφεληθεῖ καθόλου. Ἦλθε ἔπεσε μπροστά του γονατιστή καί τοῦ εἶπε ὅλη τήν ἀλήθεια. Τότε ὁ Χριστός τῆς εἶπε:

 

-Θάρσει, ἔχε θάρρος. Μή φοβᾶσαι. Ἡ πίστη σου σέσωκέ σε.

 

Τί σημαίνουν αὐτά τά λόγια; Σημαίνουν· «καλά περπατᾶς παιδί μου, στό δρόμο τοῦ Θεοῦ εἶσαι. Κράτα γερά τήν πίστη αὐτή πού ἔχεις καί θά φτάσεις στήν αἰώνια ζωή. Ὄχι ἁπλῶς στήν ὑγεία σου».

 

 

  1. Παχειά λόγια εἶναι ἡ πίστη;

 

Ἐρώτημα τώρα γιά μᾶς. Πόσα ἔχουμε ἀκούσει γιά τό Χριστό; Σίγουρα περισσότερα ἀπ’ ὅσα εἶχε ἀκούσει ἐκείνη. Καί ξέρουμε ὅτι εἶναι ὁ Θεός τῆς δόξης. Ξέρουμε ὅτι μία σταγόνα ἀπό τό αἷμα του, ἀρκεῖ γιά νά μᾶς καθαρίσει ἀπό κάθε ἁμαρτία. Ξέρουμε ὅτι εἶναι ὁ Παντοδύναμος Θεός. Λοιπόν; Κάθε πόσο πρέπει νά τοῦ πιάνουμε τό ροῦχο, νά τόν ἀγγίζουμε; Ἠθελημένα, μέ ἐλπίδα;

 

Ποῦ θά πᾶμε νά τόν βροῦμε, γιά νά τόν ἀγγίξουμε;

 

Ἐδῶ στήν Ἐκκλησία. Στήν Ἐκκλησία βρίσκεται ὁ Χριστός καί δῶ μέσα μᾶς προσφέρει τό σῶμα του καί τό αἷμα του. Τί λένε οἱ ἱερεῖς; «Κύριε, σέ παρακαλοῦμε, καταξίωσε, καταδέξου, σύ νά κοινωνήσεις ἐμᾶς τούς παπᾶδες. Ἐσύ μόνος σου. Μέ τά δικά σου χέρια. Καί νά μᾶς ἀφήσεις μετά ἐμᾶς, μέ τά δικά μας χέρια νά μεταδώσουμε στόν κόσμο, στό λαό σου, στά παιδιά σου, τό σῶμα σου καί τό αἷμα σου. Γιά τήν σωτηρία ὅλων».

 

Κάποια φορά ἦταν ἕνας ἄρρωστος ἄνθρωπος, σύρος ἀξιωματοῦχος, πού λεγόταν Νεεμάν. Αὐτός λοιπόν πῆγε στόν προφήτη Ἐλισαῖο καί τόν παρακάλεσε νά τόν κάνει καλά. Νά κάνει κάτι μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Νά τόν κάνει καλά, ἀφοῦ ἀνθρώπινα δέν γινόταν τίποτε. Ὁ Ἐλισαῖος τοῦ εἶπε:

 

-Πήγαινε καί πλύσου ἑπτά φορές στόν Ἰορδάνη, καί θά γίνεις καλά.

 

Ἔκανε ὁ Νεεμάν τήν σκέψη: «Καί γιατί νά πάω στόν Ἰορδάνη; Δέν βρίσκω δά καθαρότερο νερό πουθενά; Τά δικά μας ποτάμια, στόν τόπο μου, εἶναι πολύ καλύτερα». Καί ἤθελε νά φύγει ἀγανακτισμένος ἐναντίον τοῦ προφήτη Ἐλισαίου. Πόσες φορές καί ἐμεῖς δέν παθαίνουμε κάτι τό ἀνάλογο; Μᾶς λέει ὁ παπᾶς κάτι γιά τό καλό μας. Γιά τήν σωτηρία μας, γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς μας. Καί τί λέμε; «Μά τί βρῆκε ὁ παπᾶς νά μοῦ πεῖ νά κάνω. Σπουδαῖο πράγμα. Μήπως δέν τό ἤξερα;» Καί θέλουμε νά κάνουμε τό δικό μας.

 

Λέει στό Νεεμάν ἕνας δοῦλος του, ἕνας ὑπηρέτης του:

 

-Ἄρχοντά μου, ἄν ὁ προφήτης σοῦ ἔλεγε κάτι μεγάλο πού σέ κατέπλησσε, σοῦ ἔκανε ἐντύπωση, θά τό ἔκανες;

 

-Ὁπωσδήποτε, λέει ἐκεῖνος.

 

–Καλά καί ἐπειδή σου εἶπε μία ἁπλή κουβέντα, σοῦ πέφτει λίγη; Ἄλλαξε ἡ οὐσία ὅτι εἶναι δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί προφήτης;

 

Λόγια ἐντυπωσιακά ψάχνουμε νά βροῦμε στόν Χριστό καί στή θρησκεία; Ἤ τή ζωή τήν ἀληθινή· ἀπό τήν χάρη του καί ἀπό τό ἔλεός του;

 

Ὅποιος ἔχει μυαλό, μυαλό κατά Θεόν, τοποθετεῖται ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ ὅπως ἐκείνη ἡ αἱμορροοῦσα, πού εἶπε: «πάω νά ἀκουμπήσω τήν ἀκρούλα ἀπό τό ροῦχο του καί ἀρκεῖ». Καί κάνει καί αὐτός τό ἴδιο.

 

Πῶς τό κάνει;

 

Λέει:

 

-Ξύπνησα τό πρωί. Τί εἶναι τό χρέος μου; Νά μιλήσω στό Θεό. «Δόξα σοι Χριστέ μου, πού μέ ἐλέησες καί σηκώθηκα καλά. Καί τώρα νά σέ δοξολογήσω». Ἤ, «Κυριακή σήμερα, ἔχουμε Ἐκκλησία. Πάω καί ἐγώ νά σέ δοξολογήσω, νά ἁπλώσω τό χέρι μου νά σοῦ ἀνάψω ἕνα κεράκι. Νά ἁπλώσω τήν καρδιά μου νά σοῦ πῶ τόν πόνο μου καί νά σέ παρακαλέσω νά ρθεῖς κοντά μου. Νά μέ ἐλεήσεις καί νά μέ βοηθήσεις».

 

Ἄλλο παράδειγμα. Βρῆκε μιά μέρα ὁ Χριστός ἕναν ἐκ γενετῆς τυφλό. Καί τί ἔκανε; Ἔσκυψε κάτω, ἔφτειαξε λίγη λάσπη καί τοῦ τήν ἔβαλε στά μάτια. Μετά τοῦ λέει:

 

-Καί τώρα πήγαινε πλύσου στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ.

 

Ἄν ἔλεγε ὁ στραβός:

 

-Ἔ, καλά. Λίγο νεράκι χρειάζεται. Γιατί νά πάω τόσο δρόμο μέχρι τήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, γιά νά πλύνω τήν λάσπη ἀπό τά μάτια μου;

 

Ἄραγε θά γινόταν καλά; Ὄχι! Γιατί δέν θά γινόταν καλά; Γιατί ἔβγαλε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ σκάρτο. Ἐλλειπή. Ὅτι λέει καί μερικά πράγματα περιττά. Καί ἀνόητα. Τό μεγάλο λάθος μας εἶναι, ὅταν ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά βροῦμε τό δίκιο καί τό σωστό μέ τά δικά μας μάτια καί τό δικό μας μυαλό καλύτερα ἀπό ἐκεῖνο πού μᾶς λέει ὁ Θεός. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μας λάθος.

 

Μίλησε ὁ Θεός; Θεοῦ λόγια εἶναι. Πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι. Γιατί; Γιατί εἶναι ἡ σοφία ἡ ἀληθινή, ἡ δύναμη ἡ ἀληθινή καί ἡ καλωσύνη γιά μᾶς ἡ ἀπέραντη.

 

 

  1. «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν». Νά ἡ οὐσία

 

Συνέχισαν τόν δρόμο τους ὁ Χριστός μέ τόν ἀρχισυνάγωγο καί νά ἔρχονται ἄνθρωποι τοῦ ἀρχισυναγώγου καί λένε:

 

-Μήν ταλαιπωρεῖς τόν διδάσκαλο. Τό κορίτσι πέθανε. Καί ἀφοῦ πέθανε, δέν γίνεται πιά τίποτε.

 

Τί θά περίμενε κανείς ἐκείνη τήν στιγμή; Νά πεῖ ὁ ἀρχισυνάγωγος:

 

-Λυποῦμαι Χριστέ μου. Εὐχαριστῶ πού ἦλθες μέχρι ἐδῶ, ἐγώ τώρα τρέχω γιατί ἔχω κηδεία. Ἄντε, καλά νά εἶσαι.

 

Τοῦ λέει ὁ Χριστός:

 

-Μή φοβᾶσαι. Μόνο πίστευε. Καί θά σωθεῖ τό κορίτσι. Δέν πέθανε, κοιμᾶται. Καί συνέχισε τόν δρόμο.

 

Πῆγαν στό σπίτι καί βρῆκαν μαζεμένο ὅλο τό χωριό νά κλαῖνε.

 

Λέει ὁ Χριστός:

 

-Μήν κλαῖτε, δέν πέθανε.

 

Καί ἄρχισαν νά γελᾶνε εἰς βάρος του· οἱ ἄνθρωποι. «Καταγέλων αὐτοῦ». Γιατί τό ξέρανε. Τό παιδί εἶχε πεθάνει.

 

Ἀλλά ὁ Χριστός δέν ἔδωσε σημασία. Πῆρε τόν πατέρα, τήν μητέρα καί τούς τρεῖς ἀποστόλους Πέτρο, Ἰάκωβο καί Ἰωάννη, μπῆκαν στόν τόπο πού ἦταν τό φέρετρο, καί ἔβγαλε τόν κόσμο ἔξω. Ἔπειτα, ἔπιασε τό κορίτσι ἀπό τό χεράκι καί τοῦ εἶπε:

 

-Κορίτσι μου, σήκω.

 

Τό τράβηξε ἀπό τό χεράκι καί ἡ νεκρή κοπέλλα σηκώθηκε. Γιατί; Γιατί ὁ Χριστός εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Τί λέμε στά μνημόσυνα; «Ὁ καί νεκρῶν καί ζώντων τήν ἐξουσίαν ἔχων, ὡς ἀθάνατος Βασιλεύς καί ἀναστάς ἐκ νεκρῶν».

 

Τό θαῦμα πού ἔκανε τότε ὁ Χριστός, δείχνει ὅτι καί τούς δούλους τοῦ Θεοῦ πού τελοῦμε τά μνημόσυνά τους, ἔχει τήν δύναμη νά τούς ἀναστήσει. Καί θά τούς ἀναστήσει τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας, πού θά μαζευτοῦμε ὅλοι μαζί στή Βασιλεία του. Αὐτό ἔχει τήν μεγαλύτερη σημασία. Σημασία δέν ἔχει τό «ἐδῶ καί τώρα», «τώρα τό θέλω». Ἀλλά ἡ οὐσία πού εἶναι τό «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».

 

Καί ἐπειδή περιμένομε τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν γι’ αὐτό σ’ ὁλόκληρη τή ζωή μας παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς ἐλεήσει.

 

Εἶναι μεγάλο πράγμα νά μᾶς κάνει καλά ἀπό μία ἀρρώστια τοῦ σώματος. Εἶναι ὅμως πολύ μεγαλύτερο νά μᾶς κάνει καλά ἀπό τήν ἀρρώστια τῆς ψυχῆς μας. Νά μᾶς θεραπεύει ἀπό τήν ἁμαρτία μέ τήν ἐξομολόγηση καί μέ τήν Θεία Κοινωνία.

 

Εἶναι ἐντελῶς ἀνόητο, νά μήν πηγαίνει κανείς στό γιατρό, ὅταν εἶναι ἄρρωστος. Καί νά μένει στό σπίτι του νά ἀργοπεθαίνει, ἐνῶ μποροῦσε νά γίνει εὔκολα καλά.

 

Κατά τόν ἴδιο τρόπο εἶναι πολύ πιό ἀνόητος ὁ ἄνθρωπος πού διαπιστώνει ὅτι ἔχει αἰτίες (καί ποιός δέν ἔχει;) νά χάσει τήν αἰώνια ζωή, ἐξ’ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του καί δέν πηγαίνει στήν Ἐκκλησία νά παρακαλέσει τόν Θεό. Καί δέν πηγαίνει στόν παπᾶ νά ἐξομολογηθεῖ καί δέν πηγαίνει νά κοινωνήσει.

 

 

  1. Γιατί ἀφήνεις τήν πίστη σου νά βουλιάζει;

 

Δύο μεγάλα θαύματα ἔκανε ὁ Χριστός, γιά νά μᾶς τονίσει τό ἴδιο πράγμα. Δώδεκα χρόνια ἄρρωστη μία γυναίκα, ἔγινε καλά. Σωματικά καί ψυχικά. Δώδεκα χρονῶν τό μικρό παιδί πού πέθανε καί τό ἀνάστησε ὁ Χριστός. Τίποτε δέν εἶναι δύσκολο καί ἀδύνατον γι’ αὐτόν. Τό ἐρώτημα εἶναι: Ἐσύ ἀδελφέ, καλλιεργεῖς τόν ἑαυτό σου νά πιστεύεις στόν Χριστό; Καλλιεργεῖς τόν ἑαυτό σου νά ἔχεις ἀπέραντη ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό; Βαθειά πίστη στόν Χριστό;

 

Εἶπε ὁ Χριστός στήν αἱμορροοῦσα:

 

-Ἡ πίστη σου σέσωκέ σε. Μπράβο γιά τήν πίστη σου. Κράτα την ἔτσι καί προχώρα.

 

Πῶς θά προχωρήσουμε ἐμεῖς;

 

Ἐγώ δέν ἔχω τόση πίστη, θά πεῖ ὁ καθένας μας. Τί νά κάνουμε; Ἄς θυμηθοῦμε ἕνα ἄλλο θαῦμα. Ὁ Χριστός περπατᾶ πάνω στά κύματα, μία μέρα πού εἶχε φουρτούνα. Μέσα στό καραβάκι, ἦταν οἱ ἀπόστολοι. Τόν βλέπουν. Βλέπει ὁ Πέτρος τόν Χριστό νά περπατάει στά κύματα καί τοῦ λέει:

 

-Κύριε, σύ εἶσαι; Πές νά κατεβῶ καί ἐγώ καί νά περπατήσω πάνω στά κύματα. Μέ τήν δική σου δύναμη καί μέ τό δικό σου θέλημα.

 

Τοῦ εἶπε ὁ Χριστός:

 

-Κατέβα παιδί μου καί περπᾶτα.

 

Κατέβηκε ὁ Πέτρος καί περπατοῦσε πάνω στά κύματα. Ἀλλά μιά στιγμή εἶδε ὅτι τά κύματα ἦταν πιό μεγάλα ἀπό ὅτι τά ὑπολόγιζε καί φοβήθηκε. Ξέχασε πόσο μεγάλος ἦταν ὁ Χριστός καί ἔβαλε στό νοῦ του πόσο μεγάλα ἦταν τά κύματα. Καί κείνη τήν στιγμή ἄρχισε νά βουλιάζει. Ἅπλωσε τό χέρι του ὁ Πανάγαθος Κύριος τόν ἔπιασε καί τοῦ εἶπε:

 

-Γιατί δίστασες ὀλιγόπιστε; Γιατί ἄφησες τήν πίστη σου νά πάει πρός τά κάτω; Νά βουλιάξει;

 

Ἡ πίστη του βούλιαξε ἐκείνη τήν στιγμή, ὄχι ὁ ἴδιος. Ἐκεῖνον τόν ἔπιασε ὁ Χριστός. Ἡ πίστη του βούλιαξε. Γιατί ἀφήνεις τήν πίστη σου νά βουλιάζει; Κράτα τήν πίστη σου γερά. Καί ἀνέβαζέ την λίγο παραπάνω. Κάνε την λίγο πιό δυνατή. Πῶς τήν κάνουμε τήν πίστη μας πιό δυνατή; Νά ποῦμε τόν ἁπλούστερο τρόπο;

 

Νά πῶ τήν Κυριακή τό πρωί: «Κυριακή σήμερα. Πάω στήν Ἐκκλησία. Μά εἶμαι κουρασμένος. Θά μέ ξεκουράσει ὁ Θεός. Θά μέ ξεκουράσει ὁ Χριστός μέ τήν δύναμή του». Τό λέμε;

 

Δεύτερον: «Εἶναι Παρασκευή σήμερα. Καί εἶμαι πεινασμένος καί διψασμένος. Ἔ, δέν χάθηκε ὁ κόσμος. Θά φάω λίγο ἀρτύσιμο φαγητό».

 

Γιατί δέν λές καλύτερα, ὅτι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι πιό δυνατό, καί θά σέ κρατήσει πιό γερά ἀπ’ ὅτι πέντε θερμίδες ἀπό ἕνα κοματάκι τυρί; Καί ἀπό κανά μεζεδάκι καί ἀπό λίγο λαδάκι καί ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο; Κάνε μιά τέτοια κουβέντα στόν ἑαυτό σου.

 

Τρίτον: Ἦλθε ἡ ὥρα γιά προσευχή καί σύ λές: «Νά ἀρχίσω τώρα προσευχή; Κουρασμένος εἶμαι. Ἄς κάνω στά γρήγορα ἕνα Σταυρό καί ξέμπλεξα».

 

Ψιλικατζῆς ἔγινες! Τόσο δειλός εἶσαι καί φοβᾶσαι; Κάνε ἕνα προσκύνημα στό Θεό τῆς δόξης. Βάλε τό κεφάλι σου λιγάκι κάτω στή γῆ καί παρακάλεσέ τον: «Ἔλα Χριστέ μου, ἀδύναμος εἶμαι, ταπεινός εἶμαι, μικρός εἶμαι. Τό ξέρω ἐγώ πόσο μικρός εἶμαι. Προσπαθῶ νά καταλάβω πόσο μεγάλος εἶσαι σύ. Βοήθα με. Κράτα με. Φώτισέ με. Δυνάμωσέ με Θεέ μου».

 

Πῶς θά τόν παρακαλέσεις ἄν δέν κουραστεῖς λίγο; Καί πῶς θά ρθεῖ κοντά σου, ἄν δέν τόν παρακαλέσεις, μέ θέρμη, μέ καρδιά, δείχνοντάς του ὅτι τόν ἔχεις Πατέρα, θησαυρό.

 

Ἄς παρακολουθήσουμε αὐτά τά μηνύματα καί τά νοήματα πού μέσα ἀπό τό ἅγιο Εὐαγγέλιό του, μᾶς δίδει ὁ Κύριος γιά τήν σωτηρία μας. Ἀμήν.-

διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στό Μεγαδένδρο τίς 9/11/2003

4.

Ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

«Πρῶτα ὑγεία» εἶναι ἡ πιὸ συνηθισμένη εὐχὴ ποὺ λέμε ὅταν χαιρετιόμαστε μὲ τοὺς ἄλλους. Αὐτὴ ἡ προτεραιότητα εἶναι πολὺ δικαιολογημένη, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ -μετὰ τὴν παρακοὴ καὶ τὴν πτώση- μπῆκαν στὴ ζωή μας ἡ φθορά, ἡ ἀρρώστια καὶ ὁ θάνατος.

Τεκμήριο ὑγείας

Καί, ναὶ μέν, ὁ Χριστὸς «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμεvος» πάρα πολλοὺς ἀρρώστους, ἀλλὰ ὁ πρωταρχικὸς σκοπὸς τῆς ἐvαvθρώπησής του δὲν ἦταν ἡ ἀποτελεσματικὴ ὀργάνωση οὔτε ἑνὸς «παγκοσμίου συστήματος ὑγείας» οὔτε ἑνὸς ὑποδειγματικοῦ ὑπουργείου κοινωνικῆς πρόνοιας. Στόχος του δὲν ἦταν νὰ ἀνεβάσει τὸ προσδόκιμο ὅριο ἐπιβίωσης,ἀλλὰ νὰ χαρίσει στοὺς ἀνθρώπους ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή, τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος ὅρισε ὡς ἐπίγνωση τοῦ Πατέρα του, τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ ἀπεσταλμένου του Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ἰωάν. 17,3).

 

Δίκαια, λοιπόν, ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος Ἀχρίδος σχολιάζοντας τὴν κίνηση τοῦ Ἰαείρου νὰ προσπέσει στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ζητήσει τὴ θεραπεία τῆς κόρης του, λέει ὅτι ἡ βασικὴ ἔνδειξη ὑγείας γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι «ἡ ἐπίγνωση καὶ προσκύνηση τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο κάτω ἀπὸ τὴν πίεση κάποιας θλίψης ἢ δοκιμασίας», ἀλλὰ καὶ στὶς ἡλιόλουστες ἡμέρες. Ἀλίμονο, ἂν ἡ πίστη καὶ ἡ προσευχὴ καταντήσουν «ὀμπρέλες», ποὺ τὶς ἀνοίγουμε, μόνο ὅταν «βρέχει θλίψεις» καὶ μετὰ τὶς κλείνουμε καὶ τὶς βάζουμε στὴ γωνία τῆς πνευματικῆς ἀδιαφορίας.

 

 

Πρωταθλήτρια πίστης

 

Σὲ τέτοια «βροχερὴ» περίοδο τῆς ζωῆς τοὺς γνώρισαν τὸν Χριστὸ καὶ ἡ αἱμορροοῦσα καὶ ὁ Ἰάειρoς. Εἶναι ὅμως φανερὸ ὅτι ἡ αἱμορροοῦσα τὰ πῆγε πολὺ καλύτερα στὶς «ἐξετάσεις πίστης» ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τῆς συναγωγῆς. Οἱ ἑρμηνευτὲς ἐπισημαίνουν ὅτι εἶχε νὰ ξεπεράσει (α) τὴν ντροπὴ γιὰ τὴν ἰδιάζουσα ἀρρώστια της, (β) τὸν φόβο νὰ ἀκουμπήσει φανερὰ τὸν Χριστὸ «ὑπὸ τοῦ νόμου κωλυομένη», ἀφοῦ ἦταν ἀκάθαρτη, καὶ (γ) τὴν ὑποψία «μήποτε διαγνωσθεῖσα ἀπελαθῇ παρὰ τοῦ ὄχλου» γιὰ τὸν ἴδιο λόγο. Τεράστιο τὸ κόστος τῆς πίστης της καὶ μεγάλα τὰ ρίσκα στὰ ὁποῖα ἔβαλε τὸν ἑαυτό της. Πράγματι ἀπαιτεῖτο ἀκράδαντη πίστη στὴ δύναμη καὶ στὴ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ξεπεράσει αὐτὰ τὰ ὄντως μεγάλα ἐμπόδια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς κατέστειλε πρῶτα «τὸν τρόμον τῆς ψυχῆς αὐτῆς διὰ τοῦ εἰπεῖν “θάρσει θύγατερ”» (ἅγιος Θεοφύλακτος), τὴν ἀποκάλεσε μὲ οἰκειότητα «θυγατέρα» του, καὶ τὴν δόξασε ὡς πρότυπο πίστης ἀνὰ τοὺς αἰῶνες.

 

Πρὶν ἀπὸ ὅλους, βέβαια, ἡ πίστη της ὠφέλησε «οὐ μετρίως τὸν ἄρχοντα τῆς συναγωγῆς», ὅπως λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, στηρίζοντάς τον στὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ σώσει τὴν κόρη του ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο. Ἡ κορυφαία πάντως δόξα γιὰ τὴν αἱμορροοῦσα εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ γι’ αὐτήν: «Ἥψατό μού τις»! Ἴσως δὲν ὑπάρχει πιὸ συγκλονιστικὸς τρόπος ἐπαίνου τῆς ἀνθρώπινης πίστης ἀπὸ αὐτὲς τὶς τρεῖς λέξεις τοῦ Χριστοῦ. Οἱ σίγουρα δοξαστικὲς φράσεις «μεγάλη σου ἡ πίστις» καὶ «οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» ἀκούγονται σχετικὰ ἄτονες μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴν ἐκκωφαντικὴ ὁμολογία: «Κάποιος μὲ ἀκούμπησε μὲ τόσο φλογερὴ πίστη, ποὺ τὸ κατάλαβα ὅτι βγῆκε ἀπὸ πάνω μου δύναμη θαυματουργική». Εἶναι μία ὁμολογία, ποὺ τὴ γέννησε μὲν ἡ παρέμβαση τοῦ ἐκδηλωτικοῦ ἀπόστολου Πέτρου, ἀλλὰ συγχρόνως ἀφήνει νὰ φανεῖ καὶ τὸ γεμάτο πικρία παράπονο τοῦ Χριστοῦ γιὰ ἐκείνους ποὺ τὸν «συνέχουσιν καὶ ἀποθλίβουσιν» εἴτε μὲ τὸ ἀδιάφορο καὶ παγερό τους πλησίασμα εἴτε μὲ τὴν ὑποκρισία τους.

 

 

Πόρρω ἀπέχετε ἀπ’ ἐμοῦ

 

Τὸ παράπονο αὐτὸ ἔχει ἀρχίσει ἀπὸ πολὺ παλιὰ νὰ τὸ ἐκφράζει μὲ τὸ στόμα τῶν ἁγίων προφητῶν: «Συνωστίζεσθε γύρω μου μὲ τὶς “νουμηνίες” καὶ τὶς γιορτές σας ποὺ μισεῖ ἡ ψυχή μου, μὲ τὰ ὑψωμένα σὲ φαρισαϊκὲς προσευχὲς χέρια σας ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποστρέφω τοὺς ὀφθαλμούς μου, μὲ τὴν ὑποκριτική σας νηστεία φορώντας σάκκο καὶ ρίχνοντας στάχτη στὰ κεφάλια σας, ἀλλὰ ἐγὼ “οὐχὶ τοιαύτην νηστείαν ἐξελεξάμην” (Ἠσ. 1 καὶ 58). Μὲ πλησιάζετε καὶ μὲ τιμᾶτε μόνο μὲ τὰ χείλη σας, ἐνῶ ἡ καρδιὰ σας “πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ”, βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ μένα (Ἠσ. 29,13). Ἐγὼ ὅμως αὐτὴ τὴν καρδιὰ σας θέλω. Αὐτὴ τὴν καρδιά σου “δός μοι, υἱέ μου” (Παρμ. 23,26)».

 

Τὴν καρδιὰ της γεμάτη πίστη ἔδωσε ἡ αἱμορροοῦσα ὅταν ἔσκυψε κρυφὰ νὰ ἀκουμπήσει τὸ ἔνδυμα τοῦ Χριστοῦ, ρισκάροντας νὰ «ἀπελαθεῖ» καὶ ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ἀπὸ τὸν ὄχλο ὡς ἀκάθαρτη· καὶ ἀντὶ γι’ αὐτὸ ἄκουσε τὸν Χριστὸ νὰ τὴν «ἀγκαλιάζει» μὲ τὰ λόγια: «θυγατέρα μου, ἔχε θάρρος! Γιὰ σένα “σάρκα ἀληθῆ περίκειμαι καὶ πάντα τῦφον κατεπάτησα” (Ἅγιος Κύριλλος) δεχόμεvος νὰ γίνω τόσο ἁπτὸς καὶ προσιτὸς στοὺς ἀνθρώπους». Καὶ ἡ Ἐκκλησία τιμώντας αὐτὴ τὴν πρωταθλήτρια τῆς πίστης, ὅταν μᾶς καλεῖ στὴν Κοινωνία τοῦ, ὄχι μόνο ἁπτοῦ καὶ προσιτοῦ, ἀλλὰ καὶ βρώσιμου Χριστοῦ, μᾶς προετοιμάζει μὲ τὴν προσευχή: «Δέξαι με ὡς… καὶ τὴν αἱμόρρουν· ἡ μὲν γὰρ τοῦ κρασπέδου σου ἀψαμένη εὐχερῶς τὴν ἴασιν ἔλαβεν… ἐγὼ δὲ ὁ ἐλεεινὸς ὅλον σου τὸ σῶμα τολμῶν δέξασθαι, μὴ καταφλεχθείην».

5.

 Κυριακὴ Ζ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄ 41-56)

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

7 Νοεμβρίου 1965

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

 

Γιὰ δυὸ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς λέγει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ ἕνα εἶναι ἡ θεραπεία μιᾶς γυναίκας ἀπὸ ἀρρώστια ποὺ τὴν βασάνιζε δώδεκα χρόνια. Τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ἀνάσταση ἑνὸς κοριτσιοῦ. Καὶ τὰ δυὸ εἶναι θαύματα τῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς ἔχει ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τῆς θεϊκῆς του παντοδυναμίας.

 

Ἂς ἀκούσουμε στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα πῶς τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο Εὐαγγέλιο μᾶς μιλάει γιὰ τὰ δυὸ ἐτοῦτα θαύματα.

 

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ· τὸν ἔλεγαν Ἰάειρο κι αὐτὸς ἦταν προϊστάμενος τῆς συναγωγῆς· ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ μπῆ στὸ σπίτι του, γιατ’ εἶχε μία μοναχοκόρη ὡς δώδεκα χρονῶν κι αὐτὴ ἀπ’ ὥρα σὲ ὥρα ἦταν νὰ πεθάνη. Κι ἐκεῖ ποὺ πήγαινε ὁ Ἰησοῦς ὁ πολὺς κόσμος τὸν ἔπνιγαν. Καὶ μία γυναίκα, ποὺ εἶχε αἱμορραγία ἐδῶ καὶ δώδεκα χρόνια κι εἶχε ξοδέψει σὲ γιατροὺς ὅλο της τὸ βίο κι ἀπὸ κανένα δὲν εἶδε γιατρειά, πλησίασε ξωπίσω καὶ ἄγγιξε τὴν ἄκρη ἀπὸ τὸ φόρεμα τοῦ Ἰησοῦ κι ἀμέσως σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Κι εἶπε ὁ Ἰησοῦς· ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Κι ἐνῶ ἀρνιοῦνταν ὅλοι, εἶπε ὁ Πέτρος κι ἐκεῖνοι ποὺ ἦσαν μαζί του. Κύριε, ὁ κόσμος σὲ σπρώχνουν καὶ πέφτουν ἐπάνω σου καὶ λές· ποιὸς μὲ ἄγγιξε; Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε· κάποιος μὲ ἄγγιξε· γιατί ἐγὼ κατάλαβα πὼς βγῆκε δύναμη ἀπὸ πάνω μου. Κι ὅταν εἶδε ἡ γυναίκα πὼς δὲ μπόρεσε νὰ τοῦ κρυφτῆ, ἦλθε τρέμοντας, γονάτισε μπρός του καὶ τοῦ ξωμολογήθηκε μπροστὰ σ’ ὅλο τὸν κόσμο γιὰ τὴν αἰτία ποὺ τὸν ἄγγιξε καὶ πὼς γιατρεύτηκε ἀμέσως. Κι ὁ Ἰησοῦς τῆς εἶπε· ἔχε θάρρος, κόρη μου, ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε, πήγαινε στὸ καλό. Ἐνῶ ἀκόμα μιλοῦσε, ἔρχεται κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυνάγωγου καὶ τοῦ λέγει· πέθανε ἡ θυγατέρα σου, μὴν ἐνοχλεῖς τὸ διδάσκαλο. Κι ὁ Ἰησοῦς ποὺ τὸ ἄκουσε ἀποκρίθηκε στὸν ἀρχισυνάγωγο καὶ τοῦ λέγει· μὴ φοβάσαι· μόνο νὰ πιστεύης καὶ θὰ σωθῆ. Κι ὅταν μπῆκε στὸ σπίτι δὲν ἀφῆκε νὰ μπῆ κανένας παρὰ μόνο ὁ Πέτρος κι ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης κι ὁ πατέρας τοῦ κοριτσιοῦ κι ἡ μητέρα. Ἔκλαιαν ὅλοι καὶ θρηνοῦσαν τὸ παιδί. Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε· Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται. Καὶ τὸν γελοῦσαν, γιατ’ ἤξεραν πὼς πέθανε. Κι ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, κράτησε ἀπὸ τὸ χέρι τὸ κορίτσι, τοῦ μίλησε καὶ τοῦ εἶπε· παιδί μου, σηκώσου. Καὶ ξαναγύρισε τὸ πνεῦμα τοῦ παιδιοῦ κι ἀναστήθηκε ἀμέσως κι ὁ Ἰησοῦς διάταξε νὰ τοῦ δώσουν νὰ φάγη. Οἱ γονιοὶ του τὰ ‘χασαν· κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς παράγγειλε νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν ἐτοῦτο ποὺ γίνηκε.

 

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶν’ ὁ γιατρός μας· ὁ μεγάλος καὶ πρῶτος μας γιατρός. Ἔχει δυὸ μοναδικὰ προσόντα ὁ γιατρὸς μας Ἰησοῦς Χριστός· πρῶτα μᾶς ἀγαπάει ὅσο δὲν τὸ βάζει ὁ νοῦς μας κι ὕστερα ἔχει δύναμη ποὺ νὰ μπορῆ τὰ πάντα. Γιατί τὰ θαύματα ποὺ βλέπουμε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια κι ὅλα τὰ θαύματα ποὺ κάνει ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πράξεις μόνο τῆς παντοδυναμίας του, μὰ καὶ τῆς ἀγάπης του· πρῶτα τῆς ἀγάπης του κι ὕστερα τῆς παντοδυναμίας του.

 

Μᾶς ἀγαπάει ὁ Θεὸς κι ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπάει γι’ αὐτὸ δείχνει τὴ δύναμή του στὸν κόσμο. Καὶ δὲν εἶν’ ἄλλο πράγμα, χριστιανοί μου, ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ μάλιστα στὴν ἀρρώστια. Εἶναι βέβαια καὶ ἡ Ἐπιστήμη. Ποιὸς τὸ λέει πὼς δὲν εἶναι ἡ Ἐπιστήμη; Μὰ ὁ καλύτερος ἐπιστήμονας γιατρός, ἂν δὲν ἀγαπάη τὸν ἄνθρωπο ποὺ ‘χει στὰ χέρια του, ἀλήμονο στὸν ἄρρωστο. Μὰ νὰ μὴ μᾶς περάση ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι γιατρὸς ἐπιστήμονας. Ἡ Ἐπιστήμη εἶναι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Θεός. Οἱ θεραπεῖες ποὺ κάνει εἶναι θαύματα τῆς θεϊκῆς του δυνάμεως. Δὲν κάνει διάγνωση, δὲν γράφει συνταγές, δὲν ὁρίζει θεραπεία, μὰ δίνει δύναμη στὸν ἄρρωστο ἀπὸ τὴ δύναμή του· «ἐγὼ κατάλαβα πὼς βγῆκε δύναμη ἀπὸ πάνω μου», τὸν ἀκοῦμε νὰ λέγη σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο.

 

Χριστιανέ μου, στὴν ἀρρώστια σου φώναξε τὸ γιατρό, ρώτησε τὴν Ἐπιστήμη, μὰ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ζήτησε τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Θεοῦ δῶρο σὲ μᾶς εἶναι καὶ ἡ Ἐπιστήμη, δικός του ἄνθρωπος εἶναι κι ὁ γιατρός· ὁ καλὸς γιατρός, ὄχι μόνο ποὺ ξέρει τὴν Ἐπιστήμη του, μὰ καὶ ποὺ ἀγαπάει τοὺς ἀνθρώπους.

 

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δὲν εἶναι μόνο ὁ γιατρός μας, εἶναι κι ἡ ζωή μας. Καὶ πεθαμένοι νὰ ‘μαστε ἐκεῖνος μᾶς ἀνασταίνει, ὅπως τὸ εἴδαμε καὶ τοῦτο στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο. Κι ὁ νοῦς μας τώρα πάει στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἐκείνων ποὺ ἀνάστησε ὁ Χριστός, καθὼς μᾶς λένε τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια κι ἐκείνων ποὺ θ’ ἀναστήση στὴ δευτέρα παρουσία. Νὰ μὴν τρομάξη κανένας, ἂν ποῦμε πὼς ἐτοῦτο εἶναι τὸ λιγώτερο. Αὐτὲς εἶναι ἀναστάσεις τῶν σωμάτων· μὰ τὶς πνευματικὲς ἀναστάσεις ποιὸς τὶς βλέπει καὶ ποιὸς τὶς λογαριάζει; Ἤμαστε νεκροὶ ἀπὸ τὰ παραπτώματα καὶ μᾶς ἀνάστησε καὶ μᾶς ἔδωκε ζωὴ ὁ Χριστός, λέει ὁ Ἀπόστολος. Ἐτούτη εἶναι ἡ ζωὴ κι ἐτούτη εἶναι ἡ ἀνάσταση, ὄχι μόνο ἡ σωματική, μὰ καὶ ἡ πνευματική· πρῶτα ἡ πνευματικὴ κι ὕστερα ἡ σωματική, γιατί ἡ ψυχὴ κινάει τὸ σῶμα, κι ἂν εἶναι πεθαμένη ἡ ψυχή, νεκρὸ εἶναι καὶ τὸ σῶμα κι ἂς φαίνεται πὼς ἔχει ὑγεία καὶ ζωή. Τρῶς ἐσὺ καὶ πίνεις καὶ κάνεις ὅ,τι σοῦ λένε οἱ ἐπιθυμίες σου, καὶ θαρρεῖς πὼς εἶσαι γερὸς καὶ ζωντανός, καὶ δὲν τὸ λογιάζεις πὼς ἡ ψυχή σου εἶναι πεθαμένη. Ποιὸς θὰ τῆς δώση ζωὴ καὶ ποιὸς θὰ τὴν ἀναστήση; Ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάσταση. Ἂν μείνης ἔτσι μὲ πεθαμένη τὴν ψυχή σου κι ἔρθη ἡ μέρα νὰ πεθάνη καὶ τὸ σῶμα σου, θὰ πᾶς στὸν ἄλλον κόσμο πεθαμένος δυὸ φορές, καὶ στὴ δευτέρα παρουσία θ’ ἀναστηθῆς «εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» κι ὄχι «εἰς ἀνάστασιν ζωῆς». Ἡ ψυχή σου θὰ πάη τότε νὰ βρῆ τὸ σῶμα, ὄχι γιὰ νὰ ζήση, μὰ γιὰ νὰ κολαστῆ μαζί του.

 

 

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

 

Ἂν τύχη κι ἀρρωστήσουμε, ἔχουμε γιατρό μας τὸ Χριστό. Κι ἂν τύχη καὶ μᾶς εὕρη ὁ θάνατος, ἔχουμε ζωή μας τὸ Χριστό. Ἂς φοβούμαστε πιότερο νὰ μὴν ἀρρωστήση καὶ νὰ μὴν πεθάνη ἡ ψυχή μας. Κι ἂς φροντίζουμε, ὅταν φεύγουμε ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο, μετανοιωμένοι καὶ ξωμολογημένοι, νὰ ‘ναι ἡ ψυχὴ μας ζωντανή. Γιὰ νὰ βρίσκη ἐκεῖ ποὺ πάει ἀνάπαυση καὶ νὰ περιμένη ἀνάσταση ζωῆς. Ἀμήν.

6.

Ἕνα παράδοξο θαῦμα (Λουκ. η΄41-56)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

 

«Ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ»

Ἡ φιλάνθρωπη συμπεριφορὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ θαυμαστὰ ἔργα ποὺ ἐπιτελοῦσε γρήγορα διαδίδονταν στὸ λαό. Ὅταν π.χ. πῆγε στὸ τελωνεῖο τοῦ Ματθαίου καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἀκολουθήσει, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση καὶ διαφημίσθηκε (Ματθ. 9,9). Ἐπίσης, ὅταν συγχώρησε τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα λέγοντας «ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολὺ» (Λουκ. 7,47), δηλαδὴ «συγχωροῦνται οἱ πολλὲς ἁμαρτίες της, γιατί ἀγάπησε πολύ»· τὸ συμβὰν αὐτὸ προξένησε μεγάλη ἐντύπωση. Ἤ ἀκόμη ἡ πραγματικότητα πὼς ὁ Χριστὸς ποτὲ δὲν ἔδιωξε ἁμαρτωλὸ οὔτε μίλησε ἄσχημα σὲ κάποιον ποὺ Τοῦ ζήτησε βοήθεια, ἦταν κάτι ποὺ τὸ ἤξεραν πολλοί. Αὐτὰ τὰ εἶχε ἀκούσει καὶ μία γυναίκα ποὺ ἔπασχε δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια ἀπὸ μία ἀκατάσχετη αἱμορραγία. Ἐπειδὴ ὅμως φοβόταν νὰ πάει εὐθέως νὰ τὸ ζητήσει ἀπ’ τὸ Χριστό, πῆγε κρυφὰ καὶ ἀκούμπησε στὴν ἄκρη τοῦ ἱματίου Του κι ἔγινε καλά. Βγῆκε τότε δύναμη ἀπ’ τὸ Χριστὸ ποὺ τὴν θεράπευσε τελείως. Ἂς δοῦμε τὴν προσωπικότητα αὐτῆς τῆς γυναίκας.

 

 

Ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα

 

Ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπαγόρευε στὶς γυναῖκες, ποὺ ἔπασχαν ἀπ’ τὰ γνωστὰ γυναικεῖα νοσήματα νὰ ἀναμειγνύονται μέσα στὸ πλῆθος καὶ νὰ παρακολουθοῦν τὶς δημόσιες λατρεῖες τοῦ Ναοῦ ἢ τῆς Συναγωγῆς. Ἡ γυναίκα ἦταν γνωστὴ σ’ ὅλους πὼς ἔπασχε ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀρρώστια καὶ ὑπῆρχε κίνδυνος, ὅταν θὰ παρουσιαζόταν μπροστὰ στὸ Χριστό, οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νὰ τὴν ἔδιωχναν σὰν μολυσμένη. Τὸ γεγονὸς τὸ ἤξερε κι αὐτή, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν κάλεσε τὸν Ἰησοῦ στὸ σπίτι της. Ἐφ’ ὅσον ἦταν «ἀκάθαρτη», κανεὶς δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν πλησιάσει. Ἐπίσης ἡ αἱμορροοῦσα δὲ στάθηκε οὔτε καὶ μακριὰ γιὰ νὰ φωνάξει τὸ Χριστό, γιατί, ὅπως λέγει ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός, «ἠσχύνετο δημοσιεῦσαι τοιοῦτον πάθος», δηλ. ντρεπόταν νὰ κάνει φανερὴ μιὰ τέτοια ἀρρώστια.

 

 

Ἡ πίστη τῆς αἱμορροούσας

 

Ἕνα ἄλλο σημεῖο τῆς προσωπικότητας τῆς γυναίκας ἦταν ἡ πίστη της. Ἐπειδὴ εἶχε μεγάλη πίστη, σκέφθηκε νὰ ἀκουμπήσει τὸ ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ γίνει καλά. Μπορεῖ τὰ ροῦχα τοῦ Χριστοῦ νὰ εἶχαν χάρη ἐπάνω τους, ἐπειδὴ ἐρχόντουσαν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ζωοποιὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅμως χρειαζόταν ἡ πίστη τῆς γυναίκας, γιὰ νὰ μεταδώσουν αὐτὴ τὴν ἰαματικὴ ἐνέργεια. Ἂς θυμηθοῦμε τί ἔγινε κατὰ τὸν καιρὸ τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ. Οἱ στρατιῶτες ποὺ σταύρωσαν τὸν Κύριο, πῆραν τὰ ἱμάτια καὶ τὸ χιτώνα Του μὲ τὸ γνωστὸ σ’ ὅλους μας τρόπο. Ἐνῶ ἀκουμποῦσαν τὰ ροῦχα τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔνιωσαν τίποτε. Τοὺς ἔλειπε ἡ πίστη. Ἀντίθετα ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα μὲ τὴν πίστη της πῆρε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ τρόπος ποὺ σκέφτηκε, δηλαδὴ νὰ ἀκουμπήσει κρυφὰ τὰ ἱμάτια τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ γίνει καλά, μπορεῖ νὰ ἦταν μιὰ ἰδιότυπη πράξη, ἂς ποῦμε μιὰ ἀκατηγόρητη «κλοπὴ» τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ ἄξιζε. Ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεὺς γράφει γιὰ τὴν πράξη τῆς γυναίκας· «ἡ τῆς γυναικὸς ἐπαινουμένη κλοπή», δηλαδὴ κλοπὴ ποὺ ἐπαινεῖται καὶ δὲν καταδικάζεται. Στὸ σημεῖο αὐτὸ φαίνεται ἡ πίστη τῆς γυναίκας. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι γνωστό, θεραπεύτηκε πλήρως καὶ προσφωνήθηκε ἀπ’ τὸ Χριστὸ ὡς θυγατέρα Του· «θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 8,48).

 

 

Ἡ πίστη δὲν εἶναι μαγικὸ γεγονὸς

 

Ἡ γυναίκα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἔχει πολλὰ νὰ μᾶς διδάξει. Κατ’ ἀρχήν, τί ἐπεθύμησε; Νὰ ἀκουμπήσει τὸ κράσπεδο τοῦ ἱματίου τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς. Ἐὰν θέλουμε, μποροῦμε ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀκουμπήσουμε τὸν Ἰησοῦ, ἀλλ’ ὁλόκληρο νὰ Τὸν τοποθετήσουμε μέσα μας. Μπροστά μας καὶ πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα εὑρίσκεται τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ροῦχο, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ Δεσποτικὸ σῶμα. Ὁ καθένας μας ἔχει καὶ κάποια ἀσθένεια εἴτε ψυχικὴ εἴτε σωματική. Οἱ μώλωπες τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἐμφανεῖς στὴν ψυχή μας. Ἂς προσέλθουμε μὲ πίστη στὸ ἅγιο Ποτήριο. Ἐὰν τὸ ἱμάτιο τοῦ Χριστοῦ εἶχε τόση δύναμη, πολὺ περισσότερο τὸ ἴδιο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Νὰ προσέλθουμε ὄχι ἁπλῶς σὰν νὰ πρόκειται γιὰ μία μαγικὴ τελετή, ἀλλὰ μὲ πίστη καὶ καθαρὴ συνείδηση· μὲ τὴν πεποίθηση πὼς τὰ πάντα μπορεῖ νὰ τὰ κατορθώσει ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Κανεὶς ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς θεραπεύσει τὶς ἀσθένειες ἢ νὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες παρὰ μόνον ὁ Χριστός. Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ σκοτώνει τοὺς «ἔνδον σκώληκας», γράφει ἕνας ἅγιος.

Ἂς ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς τὴν πίστη τῆς αἱμορροούσας, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ γιατρεύσουμε τὰ ποικίλα πάθη μας μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

7.

 Ἡ ζωὴ μέσα ἀπὸ τὸν θάνατο (Λουκ. η΄41-56)

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

«Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τότε ἔτσι καὶ σήμερα, προκαλεῖ τὴ λογική μας καὶ θὰ μᾶς προσκαλεῖ πάντοτε νὰ ἀφεθοῦμε μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ παραδοθοῦμε μὲ ἐλπίδα στὴν πραγματικότητα τοῦ μυστηρίου καὶ τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ. Θὰ μᾶς προσκαλεῖ, γιὰ νὰ δοῦμε μὲ τὴν πίστη τί κρύβεται στὸ σκοτεινὸ καθρέπτη τοῦ θανάτου. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ γεννηθεῖ ἕνας ἄνθρωπος δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἄλλη βεβαιότητα, παρὰ μόνο ὅτι κάποτε θὰ πεθάνει. Καὶ ὅμως, αὐτὴ ἡ βεβαιότητα παραμένει μιὰ ἄγνωστη ἐμπειρία. Κανεὶς δὲν ἔχει ἐμπειρία τοῦ θανάτου του. Κανεὶς δὲν «ἔζησε» τὸ βιολογικό του θάνατο, γιὰ νὰ μᾶς πεῖ τί σημαίνει αὐτό. Κανεὶς δὲν μᾶς εἶπε τί βιώνει, ὅταν εἶναι νεκρός. Βέβαια, ὁ Χριστὸς καὶ τὰ χαρισματικὰ μέλη τοῦ Σώματός Του, οἱ Ἅγιοί Του, φανέρωσαν τὴν ἀντίπερα ὄχθη τῆς ζωῆς, τὴν πραγματικὴ καὶ ἄφθαρτη ζωὴ τῆς αἰωνιότητας μετὰ τὸ θάνατο.

 

Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα, λοιπόν, εἶναι πίστη καὶ ἀποκάλυψη, εἶναι μιὰ ἄλλη διάσταση ὕπαρξης καὶ ζωῆς, ἡ ὁποία, ὅμως, ἂς μὴν ξεχνᾶμε, ὑπερβαίνει πολὺ τὴ γήινη ἐμπειρία μας. Ἐδῶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὰ μοναδικὰ σημεῖα στήριξης τῆς ὕπαρξής μας, ποὺ ἀποκαλύπτουν τὸ θαῦμα τῆς Ἀνάστασης καὶ ὑποδηλώνουν τὸ μυστήριο τῆς αἰωνιότητας. Χωρὶς αὐτά, καμία λογικὴ καὶ καμία ἐπιστήμη, καμία φιλοσοφία καὶ καμία γνώση, καμία δύναμη τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ κόσμου τούτου δὲν μπορεῖ νὰ φωτίσει τὰ σκοτάδια καὶ νὰ διαλύσει τὰ ἀδιέξοδά μας. Μόνο ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνεται πίστη τοῦ ἄνθρωπου εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ ὑπαρξιακό μας πρόβλημα. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια μᾶς λέει ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι πλέον τέρμα, ἀλλὰ ἔγινε ἐν Χριστῷ πέρασμα καὶ μετάβαση στὴν αἰωνιότητα. Μοιάζει νὰ εἶναι μιὰ ἄλλου εἴδους γέννηση στὴν ὄντως ζωή.

 

Ἡ ζωὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ θάνατο

 

Ὁ θάνατος δὲν εἶναι κάτι ποὺ θὰ ἔλθει τὴν τελευταία μέρα τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας, ἀλλὰ κάτι ποὺ ἀντιμετωπίζουμε καθημερινά. Ὁ τρόπος ποὺ ζοῦμε ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπουμε τὸ θάνατο. Ἡ σχέση μας μὲ τὸ θάνατο διαδραματίζει καθοριστικὸ ρόλο στὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας, σὲ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε κοσμοθεωρία, δηλαδὴ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβανόμαστε τὴ σχέση μας μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν Θεό, τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δεχθεῖ ὅτι ὁ θάνατος εἶναι διάλυση καὶ ἀποσύνθεση καὶ ἀφανισμός, τότε ὁδηγεῖται στὴν ἀπόγνωση καὶ τὸ κενό. Μέσα στὸν παραλογισμὸ ὅτι ζεῖ γιὰ νὰ πεθάνει, δὲν ἔχει ἄλλη ἐπιλογή, παρὰ τὸ «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν». Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὑλιστής, ἰδιοτελὴς καὶ κυνικός, ὅπως ἐπιβεβαιώνει ἡ καθημερινή μας πείρα. Ἐδῶ ἡ πίστη εἶναι περιττὴ καὶ γραφική, ἐδῶ ἡ ἠθικὴ παραμερίζεται καὶ ἡ ἁμαρτία γελοιοποιεῖται. Ὁ χῶρος τοῦ πνεύματος μικραίνει ἐπικίνδυνα καὶ ἐξαφανίζεται. Τὸ σῶμα καὶ οἱ αἰσθήσεις, ἡ ὕλη καὶ οἱ ποικίλες ἀνάγκες της ἀπολυτοποιοῦνται. Τότε ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ βιαστεῖ, γιὰ νὰ προλάβει νὰ χαρεῖ τὶς ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς. Ἡ ἀγωνία τοῦ τέλους ποὺ ἔρχεται καὶ διαλύει τὰ πάντα σκιάζει τὴν ὕπαρξή του. Καὶ μετὰ τὸ θάνατο, δὲν ὑπάρχει τίποτα. Αὐτὴ εἶναι ρίζα τοῦ μηδενισμοῦ σὲ ὅλη τὴ γυμνότητά του. Ὅμως, εὐτυχῶς γιὰ ἐμᾶς τοὺς πιστούς, ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἐκμηδένιση τοῦ θανάτου καὶ ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς πέρα ἀπὸ τὸν τάφο. Ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου μᾶς ὑποδεικνύει μιὰ ζωὴ μὲ νόημα καὶ πληρότητα, μᾶς ὑπόσχεται καὶ μᾶς ἐγγυᾶται τὸ «περισσόν τῆς ζωῆς», τὸ περίσσευμά της καὶ τὴ συνέχειά της στὴν αἰωνιότητα.

 

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ παροῦσα ζωὴ δὲν εἶναι καταπίεση, γιὰ νὰ ὑποτιμήσουμε καὶ νὰ ἀρνηθοῦμε αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ νὰ θελήσουμε ἕναν ἄλλον, ποὺ δὲν γνωρίσαμε. Δὲν εἶναι μιζέρια καὶ περιφρόνηση κάθε ὀμορφιᾶς καὶ χαρᾶς, ὅπως συχνὰ τὴν παραμορφώνουμε. Εἶναι ἀγώνας γιὰ ἀλήθεια, πίστη, ἀγάπη καὶ ἐλπίδα. Εἶναι σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Μιὰ τέτοια ζωὴ ὑπερφαλαγγίζει τὸ φράγμα τοῦ θανάτου καί, τότε, ὄχι μόνο οἱ χαρὲς καὶ οἱ ὀμορφιὲς τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ αὐτὲς οἱ λύπες καὶ τὰ δάκρυά της μεταμορφώνονται λυτρωτικά. Ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔτσι βλέπουμε τὴ ζωὴ μποροῦμε ἐν Χριστῷ νὰ βιώσουμε τὸ θάνατο σὰν ὕπνο ποὺ θὰ μᾶς ξυπνήσει στὴν κοινὴ ἀνάσταση. Ἀμήν.

8.

Ἡ ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (Λουκ. η΄41-56)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀφορᾶ μόνο στὰ θαύματα καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι ἀφορᾶ στὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Στὴν περίπτωση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου βλέπουμε ἕνα παιδὶ ἤδη νεκρό. Ὅλοι τὸ γνωρίζουν. Ὑπάρχει τέτοια βεβαιότητα ὥστε ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, λέει: «Ὄχι! Αὐτὸ τὸ παιδὶ δὲν ἔχει πεθάνει, ἀλλὰ κοιμᾶται», ὅλοι τὸν ἀντικρούουν: «Ὄχι αὐτὸ τὸ παιδὶ ὄντως ἔχει πεθάνει». Καὶ τότε ὁ Χριστὸς μὲ ἕναν λόγο δύναμης, ἀλλὰ μὲ μιὰ πράξη ἀγάπης καλεῖ καὶ πάλι τὸ παιδὶ στὴν ἐπίγεια ζωή.

 

Δὲν εἶναι αὐτὸ -ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας μας -δὲν εἶναι ἐπίσης καὶ μία ἀλληγορία, καὶ μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τόσες πολλὲς ἀνθρώπινες περιπτώσεις; Πόσο συχνὰ θὰ λέγαμε, «Δὲν ἔχει νόημα νὰ κάνουμε ὁτιδήποτε γι’ αὐτὸ τὸ πρόσωπο, αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἔχει χαθεῖ ἔτσι κι ἀλλιῶς. Δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ κάνει κάποιος γιὰ νὰ σώσει μιὰ δεδομένη κατάσταση, αὐτὴ ἡ περίπτωση εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν σωτηρία. Καὶ πρέπει νὰ θυμόμαστε τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο ὅταν ὁ τελευταῖος εἶπε: «Ποιὸς λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Καὶ ὁ Κύριος τοῦ εἶπε «Ὅ,τι εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο, εἶναι δυνατὸ στὸν Θεό».

 

Ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα: Ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε καλοὺς λόγους νὰ ἐλπίζουμε, ἀλλὰ ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ μᾶς διακατέχει μιὰ παθιασμένη βεβαιότητα ὅτι ὄχι μόνο ἡ θεϊκὴ ἀγάπη ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη μπορεῖ νὰ φέρει πίσω στὴ ζωὴ αὐτὸ ποὺ χάθηκε. Ἄνθρωποι ποὺ ἔπεσαν μέσα στὴ βαθύτερη ἐγκατάλειψη, ἄνθρωποι ποὺ μᾶς φαίνονται ἀπελπιστικὰ κακοὶ, ἂν συναντήσουν τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη- καὶ ἡ λέξη «θυσιαστικὴ» εἶναι ἀπαραίτητη- τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἴδια θυσιαστικὴ ἀγάπη μέσα μας, μπορεῖ αὐτοὶ νὰ λυτρωθοῦν.

 

Στὴν περίπτωση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως. Στὶς σχέσεις μεταξύ μας καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μπορεῖ νὰ πάρει χρόνια, χρόνια ὑπομονετικῆς ἀγάπης, χρόνια κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων θὰ δώσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ ἐπίσης θ’ ἀντέχουμε, θ’ ἀντέχουμε ἀτελείωτα, τὰ πιὸ ἀνυπόφορα πράγματα. Καὶ στὸ τέλος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση. Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση σ’ αὐτὴ τὴ γῆ, μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς προσώπου ποὺ θεωρεῖτο ἀπελπισμένο, πέρα ἀπὸ κάθε βοήθεια, καὶ ποὺ ἀρχίζει ν’ ἀλλάζει, καὶ τότε βλέπουμε ἕνα θαῦμα, καὶ εἴμαστε περιχαρεῖς καὶ ἡ ἐλπίδα γίνεται τέλεια καὶ πραγματική, καὶ ἡ χαρὰ γεμίζει τὴν καρδιά μας.

 

Ὡστόσο ὑπάρχει ἀκόμη ἕνας ἄλλος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπολύτρωση. Ἕνας δυτικὸς θεολόγος κατὰ τὴν περίοδο τοῦ τελευταίου πολέμου, ὅταν τὰ συναισθήματα ἦταν βαθιὰ καὶ ὁ πόνος ἔντονος, εἶπε ὅτι τὰ βάσανα εἶναι τὸ σημεῖο συνάντησης μεταξὺ κακοῦ καὶ ἀνθρωπότητας. Τὰ βάσανα προκαλοῦνται πάντοτε ἀπ’ τὸν ἀνθρώπινο παράγοντα ἀκόμα κι ἂν ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας φεύγει μακριὰ ἀπ’ αὐτὰ καὶ δὲν τὰ ξαλαφρώνει. Καὶ τὰ βάσανα πάντοτε τεμαχίζουν τὴν ψυχὴ ἢ τὸ σῶμα τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ὅταν συμβαίνει, τὸ θύμα χρειάζεται τὴν θεϊκὴ ἀγάπη γιὰ νὰ συγχωρήσει, καὶ μέσα ἀπὸ τὴ συγχώρηση νὰ ξεκάνει τὸ κακό, καὶ νὰ λυτρώσει ἐκείνους ποὺ ἔχουν κάνει κακό.

 

Ἂς στρέψουμε τὴ σκέψη μας σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Αὐτὴ ἡ σκέψη δὲν μοῦ ἦρθε ἀπ’ τὸ νοῦ, ἀλλὰ στ’ ἀλήθεια οὔτε μέσα ἀπ’ τὴ ζωή μου ποὺ πάντοτε ὑπῆρξε πολὺ εὔκολη γιὰ μένα ὥστε νὰ μπορῶ νὰ μιλῶ κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμως μετὰ τὸν πόλεμο βρέθηκε ἕνα ἔγγραφο σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γράφτηκε πάνω σ’ ἕνα σκισμένο κομμάτι τυλιγμένου χαρτιοῦ ἀπὸ ἕναν ἄντρα ποὺ πέθανε σ’ αὐτὸ τὸ στρατόπεδο. Καὶ ἡ οὐσία αὐτοῦ τοῦ μηνύματος ἦταν μιὰ προσευχὴ στὴν ὁποία ἔλεγε, “Κύριε, ὅταν θὰ ἔλθεις ὡς Κριτὴς ἐπὶ τῆς γῆς, μὴν καταδικάσεις τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς ἔχουν κάνει τόσο ἀπάνθρωπα πράγματα. Μὴν τοὺς τιμωρήσεις γιὰ τὴ σκληρότητά τους καὶ γιὰ τὰ βάσανα ποὺ μᾶς προκάλεσαν, γιὰ τὴ βία τους καὶ τὴν ἀπόγνωσή μας, ἀλλὰ παρατήρησε τὸν καρπὸ ποὺ γεννήθηκε μέσα στὴν ὑπομονή, στὴν ταπείνωση, στὴν καρτερία, στὴ συγχώρηση, στὴν πίστη, στὴν ἀλληλεγγύη. Καὶ ἂς μετρήσουν αὐτοὶ οἱ καρποὶ γιὰ τὴν σωτηρία τους. Μὴν ἐπιτρέψεις ἡ μνήμη μας νὰ εἶναι τρόμος γι’ αὐτοὺς στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ ἂς εἶναι σωτηρία γι’ αὐτούς”.

 

Αὐτὴ εἶναι ἐπίσης ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Καὶ συνδέεται γιὰ μένα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτωλή, λανθασμένη, τυφλὴ ἀντίληψη ποὺ ἐκφράζεται ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους στὸ σπίτι (τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου). Αὐτοὶ κοροϊδεύουν τὸ Χριστό, ἐπειδὴ ξέρουν ὅτι τὸ παιδὶ εἶναι νεκρό, ἡ ἐλπίδα εἶναι περιττή, πνιγμένη στὴν ἀπόγνωση – καὶ ἡ νίκη τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους ποὺ φαίνεται σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀλλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξαπλωθεῖ μὲ τόσους διαφορετικοὺς τρόπους στὶς προσωπικές μας ζωὲς σὲ ἁπλούστατο ἐπίπεδο, καὶ στὶς πιὸ ἡρωικὲς ζωὲς ἀκόμη.

 

Ἂς τὸ ἀναλογιστοῦμε λοιπόν, καὶ ἂς ἐπιλέξουμε τὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη ποὺ κατακτᾶ. Ἀμήν.

9.

Ἡ θεραπεία κόρης Ἰαείρου καὶ αἱμορροούσης

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ματθ. 9,18—26. Μάρκ. 5,21—43. Λουκ. 8,40 -56.

 

Τὰ δύο ταῦτα θαύματα ἔγιναν ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὸ θαῦμα τῶν δαιμονιζομένων τῶν Γερασηνῶν «διαπεράσαντος τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ πλοίῳ εἰς τὸ πέραν, πάλιν συνήχθη ὄχλος πολὺς ἐπ’ αὐτόν». Ὁ Ἰησοῦς δηλαδὴ ἐπιστρέψας ἐκ τῆς πόλεως τῶν Γερασηνῶν διὰ θαλάσσης ἦλθεν εἰς Καπερναούμ. Ἐκεῖ «ἀπεδέξατο αὐτὸν ὁ λαὸς» μετὰ χαρᾶς, διότι «ἦσαν πάντες προσδοκῶντες αὐτόν». Ὁ λαὸς δηλαδή, τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ ὁ Ἰησοῦς ἀναχωρήσας τὴν προηγουμένην ἡμέραν καὶ μεταβὰς εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, τὸν ἀνέμενε καὶ «ἦν παρὰ τὴν θάλασσαν» ἦτο πλησίον τῆς παραλίας τῆς λίμνης. Πόσον διάφορος ἡ διαγωγὴ τούτου ἔναντι τῶν Γεργεσηνῶν! Ὅταν καὶ ἡμᾶς διώκουν τινές, ἄλλοι μᾶς περιμένουν. Ἐκεῖ «ἰδοὺ» αἴφνης «εἷς τῶν ἀρχισυναγώγων» ἕνας ἐκ τῶν πολλῶν ἀρχόντων τῶν Συναγωγῶν τῆς Καπερναοὺμ «ὀνόματι Ἰάειρος» ἐλθών καὶ «πεσών παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ». Ὁ Ἰάειρος οὗτος ἦτο εἶς τῶν ἀρχισυναγώγων, διότι οἱ διευθύνοντες τὴν Ἐβραϊκὴν Συναγωγὴν ἦσαν πολλοί, ὠνομάζοντο ἀρχισυνάγωγοι καὶ ἦσαν ὡς οἱ ἰδικοὶ μας ἐπίτροποι τῶν ἐκκλησιῶν. Ἡ διὰ λόγων καὶ προσκυνήσεων θερμὴ παράκλησις αὕτη τοῦ ἀρχισυναγώγου τούτου ὠφείλετο εἰς τὸ «ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα». Αὕτη κατὰ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφυγεν ὁ ἀρχισυνάγωγος ἀπὸ τὴν οἰκίαν του ἐρχόμενος πρὸς τὸν Ἰησοῦν, «ἐσχάτως εἶχεν, ἀπέθνῃσκεν» ψυχορραγοῦσε. Ὅτε ὅμως ἔφθασεν ὁ ἀρχισυνάγωγος εἰς τὸν Ἰησοῦν, αὕτη κατὰ νεωτέρας πληροφορίας εἶχεν ἀποθάνει. Διά τοῦτο κατὰ τὸν Ματθαῖον ὁ ἀρχισυνάγωγος εἶπεν εἰς τὸν Ἰησοῦν «ὅτι ἡ θυγάτηρ μου ἄρτι ἐτελεύτησεν» μόλις ἀπέθανεν.

 

Εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν ἦτο ἔκφρασις εὐλογιῶν (Γεν. 48,14). Ταύτην ἐχρησιμοποίει ὁ Κύριος πρὸς θεραπείαν. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν τοῦ Κυρίου εἰς τοὺς ἀσθενεῖς ἦτο σύνηθες μέσον θεραπείας Του (1) παρακαλεῖ τὸν Ἰησοῦν ὁ ἀρχισυνάγωγος λέγων «ἐλθών ἐπίθες τὴν χεῖρά σου ἐπ’ αὐτὴν καὶ ζήσεται». Ὁ Ἰησοῦς ὑπακούει εἰς τὴν παράκλησιν καὶ «ἐγερθείς ἠκολούθει αὐτῷ» τὸν ἀρχισυνάγωγον προπορευόμενον εἰς τὸν οἶκόν του. Ὄπισθεν αὐτῶν ἠκολούθουν «οἱ μαθηταί Αὐτοῦ». Ὄπισθεν τῶν μαθητῶν Του «ἠκολούθει ὄχλος πολύς, ὥστε συνέθλιβον καὶ συνέπνιγον αὐτόν». Ἦτο μεγάλος συνωστισμὸς !

 

Τῆς περιστάσεως ταύτης ἠθέλησε νὰ ἐπωφεληθῇ γυνὴ τις «οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος δώδεκα ἔτη». Τὸ νόσημα τοῦτο θὰ προήρχετο πιθανὸν ἐξ ἀποστήματός τινος τῆς μήτρας. Ἡ γυνὴ αὕτη «πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν» κυρίως ἐμπειρικῶν, κομπογιανιτῶν, ὅπως θὰ ἐλέγομεν σήμερον, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐν ἀφθονίᾳ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην «καὶ δαπανήσασα τὰ παρ’ ἑαυτῆς πάντα» ἐξοδεύσασα ὅλην τὴν περιουσίαν της «καὶ μηδὲν» οὐδόλως «ὠφεληθεῖσα ἀλλὰ εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα,» ἀλλὰ χειροτερεύσασα «ἀκούσασα τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου Αὐτοῦ». Πληροφορηθεῖσα δηλαδὴ ἡ γυναῖκα αὕτη τὰ θαύματα καὶ τὴν καλωσύνην τοῦ Ἰησοῦ ἔρχεται πλήρης ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτόν. Ἀναμιχθεῖσα αὕτη εἰς τὸν λαὸν ἔλεγε καθ’ ἑαυτήν: «ἐὰν μόνον ἅψωμαι τῶν ἱματίων Αὐτοῦ, σωθήσομαι». Ἡ γυνὴ αὕτη κρυφίως ἀπεφάσισε νὰ ἐγγίσῃ τὰ ἱμάτια τοῦ Κυρίου λόγῳ τῆς φύσεως τῆς νόσου, τῆς ὁποίας ἡ ἀποκάλυψις ἔφερε ἐντροπὴν εἰς αὐτήν, ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ τὸν Νόμον Λευϊτ. 15,24—25 ἦτο ἀκάθαρτος καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγγίσῃ. Ἤθελε νὰ θεραπευθῇ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ἰησοῦ καὶ μείνῃ ἀπαρατήρητος ἡ θεραπεία αὕτη. Τοῦτο δεικνύει μεγάλην πίστιν τῆς γυναικός.

 

Καὶ πράγματι «προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ». Κράσπεδα εἶναι οἱ ἱεροὶ θύσανοι ἐκ λευκοῦ ἐρίου, τοὺς ὁποίους ἔφερον οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὸν νόμον (2) εἰς τὰς τέσσαρας κάτω γωνίας τοῦ ἐπανωφορίου των. Ἀφοῦ ἤγγισε μὲ τὴν πίστιν αὐτὴν ἡ γυνὴ αὕτη, ἡ θεραπεία ὑπῆρξεν ἄμεσος καὶ πλήρης καὶ λίαν αἰσθητὴ εἰς τὴν γυναῖκα ταύτην διότι «ἔγνω τῷ σώματι,» ᾐσθάνθη «ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος», ὅτι ἐθεραπεύθη ἀπὸ τῆς βασανιστικῆς ταύτης νόσου. Ὑπῆρξε πλήρης ἡ θεραπεία, διότι «εὐθὺς ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς» ἔκλεισε ἡ πληγή. Ὑπῆρξε δὲ ἄμεσος ἡ θεραπεία, διότι «παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» ἀμέσως ἐσταμάτησε ἡ αἱμορραγία.

 

Ὁ Ἰησοῦς «ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν» αἰσθανθείς δηλαδὴ ὁ Κύριος τὴν ἐξ αὐτοῦ ἐξελθοῦσαν θεραπευτικὴν δύναμιν καὶ θέλων νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ, ἵνα ἀμείψῃ τὴν πίστιν τῆς αἱμορροούσης «ἐπιστραφείς τῷ ὄχλῳ λέγει˙ τὶς ἥψατο τῶν ἱματίων;» Ὁ Κύριος διὰ τῆς θείας γνώσεως ἐγνώριζε, ποῖος τὸν ἤγγιζεν. Ἐρωτᾷ ὅμως, ἵνα δηλώσῃ εἰς τὴν γυναῖκα, ὅτι οὐχὶ ἄνευ τῆς γνώσεως καὶ τῆς θελήσεως Του ἐθεραπεύθη αὕτη καὶ ἵνα εἴπῃ ἡ γυναῖκα αὕτη πῶς ἐθεραπεύθη καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον φανῇ ἡ παντοδύναμος θαυματουργικὴ χείρ Του καὶ ἡ θεία παγγνωσία Του καὶ ἵνα μὴ ἐλέγχεται βραδύτερον ὑπὸ τῆς συνειδήσεώς της, ὅτι κρυφίως ἔλαβε τὴν χάριν. «Ἀρνουμένων δὲ πάντων ἔλεγον οἱ μαθηταί αὐτοῦ» καὶ ἰδίᾳ «ὁ Πέτρος» ἐξ ὀνόματος πάντων: «Ἐπιστάτα» Κύριε «οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσὶ σε καὶ λέγεις, τὶς ὁ ἀψάμενός μου;» Οἱ δρόμοι ἦσαν πολλοὶ στενοί, ὁ κόσμος ἦτο πολὺς ἑπομένως ὁ συνωστισμὸς μεγάλος. Ὁ Κύριος ἐπιμένει καὶ λέγει˙ «ἥψατό μου τὶς» κάποιος μὲ ἤγγισεν «ἔγνων γὰρ δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἐξ ἐμοῦ» ᾐσθάνθην δύναμιν θεραπευτικὴν ἐξελθοῦσαν ἐξ ἐμοῦ «καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν», ἔψαχνε νὰ εὕρῃ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν του τὴν ἐγγίσασαν τὸ φόρεμά του.

 

Ἐνῷ ὁ Κύριος περιέφερεν τὸ βλέμμα του νὰ γνωρίσῃ διὰ τῆς θείας γνώσεως, ποῖος τὸν ἤγγισεν «ἡ γυνὴ εἰδυῖα, ὅ γέγονεν αὐτῇ» ἔχουσα δηλαδὴ συναίσθησιν τῆς θεραπείας της καὶ ἀντιληφθεῖσα «ὅτι οὐκ ἔλαθεν» ὅτι δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ Κυρίου «φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα ἦλθε καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν ἐνώπιον παντός τοῦ λαοῦ, δι’ ἥν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα». Ἡ γυνὴ δηλαδὴ αὕτη νομίσασα, ὅτι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς κλέψασα τὴν θεραπείαν ταύτην καὶ παρανόμως ὡς ἀκάθαρτος ἐγγίσασα Αὐτὸν διὰ τοῦτο τρέμουσα ἀπαγγέλλει ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ λαοῦ, πῶς ἐσκέφθη καὶ πῶς ἐθεραπεύθη, ὁλόκληρον δηλαδὴ τὴν ἱστορίαν τῆς θεραπείας της, πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ, «θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» παιδί μου ἡ πίστις σου σὲ ἔσωσε. «Ὕπαγε εἰς εἰρήνην καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου» πήγαινε στὸ καλὸ καὶ ἔσο ὑγιὴς ἀπὸ τῆς βασανιστικῆς ταύτης αἱμορραγίας.

 

«Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων, ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου, μηκέτι σκύλλε τὸν Διδάσκαλον» μὴ ἐνόχλει τὸν Διδάσκαλον, διότι ἀπέθανεν ἡ κόρη σου, λέγει ὁ ἀπεσταλμένος πρὸς τὸν ἀρχισυνάγωγον. Οὗτοι δὲν ἐπιστευον, ὅτι ὁ Χριστὸς ἠδύνατο νὰ ἀναστήσῃ τὴν νεκράν, διότι δὲν ἐγνώριζον ἤ ἐλησμόνησαν τὴν ἀνάστασιν τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας ἐν Ναΐν.

 

Ὁ ἀρχισυνάγωγος λαβών τὴν εἴδησιν ταύτην φαίνεται, ὅτι ἀπεγοητεύθη. Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος «παρακούσας τὸν λόγον λαλούμενον» λέγει τῷ ἀρχισυναγώγῳ «μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε καὶ σωθήσεται» ἡ κόρη σου. «Παρακούσας» τὸν λόγον σημαίνει μὴ δώσεις προσοχὴν εἰς τὸν λόγον τοῦ ἀπεσταλμένου. Ὁ Κύριος συνεχίζει τὸν δρόμον του «καὶ οὐκ ἀφῆκεν οὐδένα» ἄλλον ἐκ τῶν μαθητῶν του «μετ’ Αὐτοῦ συνακολουθῆσαι εἰ μὴ τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν Ἰακώβου». Ἐν τῷ μεταξὺ προχωροῦντες «ἔρχονται εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχισυναγώγου». Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς «θεωρεῖ θόρυβον καὶ κλαίοντας καὶ ἀλαλάζοντας πολλά, τοὺς αὐλητάς, τὸν ὄχλον θορυβούμενον, ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν». Αὐληταὶ ἦσαν οἱ θρηνῳδοὶ ὀργανοπαῖκται, οἱ ὁποῖοι ἔπαιζον θρηνώδη μουσικὰ τεμάχια, ἵνα δίδωσι περισσότερον τόνον εἰς τὸ πένθος. Ἀλαλαγμοὶ ἦσαν οἱ μονότονοι ὀλοφυρμοὶ τῶν ἐπὶ πληρωμῇ θρηνουσῶν γυναικῶν. Καὶ ὁ πτωχότερος Ἑβραῖος ἔπρεπε κατὰ τὴν κηδείαν νὰ ἔχῃ δύο ἐκ τῶν αὐλητῶν τούτων καὶ μίαν μοιρολογίστραν. «Ἐκόπτοντο» σημαίνει ἐκτύπων κεφαλὴν καὶ στῆθος μετὰ κραυγῶν καὶ ὀλολυγμῶν.

 

Εἰσελθών ὁ Κύριος λέγει πρὸς αὐτούς: «τί θορυβεῖσθε καὶ κλαίετε; Τὸ παιδίον οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. Κατεγέλων αὐτοῦ ἐκεῖνοι εἰδότες, ὅτι ἀπέθανε». Πράγματι εἶχεν ἀποθάνει ἡ κόρη αὕτη, ἀλλὰ διὰ τὸν Κύριον ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος. Τόσον εὔκολος εἶναι διὰ τὸν Ἰησοῦν ἡ νεκρανάστασις, ὥστε παρομοιάζεται πρὸς ξύπνημα. Ὁ ὕπνος εἶναι βραχὺς θάνατος καὶ ὁ θάνατος μακρὸς ὕπνος. Οἱ παρευρισκόμενοι περιεγέλων τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀμέσως θὰ γελοιοποιηθοῦν οἱ ἴδιοι. Τὰ γέλοια των βοηθοῦν τὴν θαυματουργικὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, διότι ἀποδεικνύουν τὸν θάνατον τῆς κόρης. Ἑπομένως δὲν ἦτο νεκροφάνεια. Ἄρα ἡ νεκρανάστασις γεγονός. Καὶ ἀμέσως ὁ Κύριος «ἐκβαλών πάντας παραλαμβάνει τὸν πατέρα τοῦ παιδίου καὶ τὴν μητέρα καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ» ἀποστόλους, Πέτρον, Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην «καὶ εἰσπορεύεται» εἰς τὸν θάλαμον «ὅπου ἦν τὸ παιδίον». Ὁ Κύριος παραλαμβάνει τοὺς τρεῖς στενωτέρους του μαθητάς, διότι τόσους μόνον ἐχώρει τὸ δωμάτιον τῆς νεκρᾶς καὶ αὐτοὶ ἦσαν λόγῳ τῆς πίστεώς των οἱ πλέον ἄξιοι, ἵνα ἴδωσι τὴν ἀνάστασιν. Ὁ Κύριος ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐγείρῃ αὐτὴν ἐκ τοῦ ὕπνου «κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων : Ταλιθὰ κοῦμι, ὅ ἔστι μεθερμηνευόμενον, τὸ κοράσιον, σοὶ λέγω ἔγειρε. Τὸ πνεῦμα αὐτῆς ἐπέστρεψε, ἀνέστη παραχρῆμα καὶ περιεπάτει».

 

Εἰς βεβαίωσιν τῆς πλήρους καὶ ἀμέσου νεκραναστάσεως «ὁ Κύριος διέταξε δοθῆναι αὐτῇ φαγεῖν» διέταξε ἡ κόρη νὰ φάγῃ. Μετὰ ταῦτα «ἐξέστησαν εὐθὺς ἐκστάσει μεγάλη» ἐξεπλάγησαν ὑπερβολικῶς «οἱ γονεῖς αὐτῆς» ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ παριστάμενοι, διότι ἀμέσως ἠγέρθη καὶ περιεπάτει! «ὁ δὲ Κύριος παρήγγειλε μηδενί εἰπεῖν τὸ γεγονὸς» ταπεινοφρονῶν καὶ ἵνα μὴ ἐξάψῃ τὰς μεσσιανικάς ἰδέας τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐμποδίσωσι τὸ ἔργον αὐτοῦ. Παρ’ ὅλην τὴν διαταγὴν ταύτην ἡ «φήμη ἐξῆλθεν εἰς ὅλην τὴν γῆν ἐκείνην». Ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος σημειώνει διὰ τὴν ἡλικίαν τῆς κόρης λέγων ὅτι «ἦν ἐτῶν δώδεκα» ἦτο 12 ἐτῶν. Ἤγγισεν ὁ Κύριος μόνον καὶ ἀνέστησεν αὐτήν. Ἤγγισεν ἡ αἱμορροοῦσα τὸ ἄκρον τοῦ ἐπανωφορίου του καὶ ἐθεραπεύθη. Πόσην δύναμιν θαυματουργικὴν ἔχουσιν ἡ ἀφὴ τῆς χειρός του καὶ τὸ ἔνδυμά του! Ὁμοίως καὶ σήμερον τὰ Ἅγια λείψανα!

 

Ἐπὶ δύο γυναικῶν ὁ Κύριος θαυματουργεῖ. Ἡ μία ἔπασχε ἐξ ἀνιάτου νόσου, ἡ ἄλλη ἦτο θῦμα τραγικοῦ θανάτου. Ἡ μία ἦτο κόρη, ἡ ἄλλη γυνή. Ἡ κόρη ἦτο ἡλικίας δώδεκα ἐτῶν, ἡ γυνὴ εἶχεν ἐπὶ 12 ἔτη αἱμορραγίαν. Ἡ γυνὴ δαπανήσασα ὅλην τὴν περιουσίαν της ἐπείσθη περὶ τοῦ ἀνιάτου τῆς νόσου ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. Διά τὴν ἄλλην εἰς ἔνδειξιν οὐδεμιᾶς ἐλπίδος οἱ συγγενεῖς της ἔκλαιον καὶ ἐκόπτοντο. Περιεγέλων δὲ τοῦ Κυρίου, ὅταν ἤκουσαν, ὅτι δὲν ἀπέθανεν ἀλλὰ κοιμᾶται.

 

Τὸ ἔργον τῆς θεραπείας τῆς νόσου καὶ ἀναστάσεως ἐκ νεκρῶν εἶναι τόσον μέγα, ὥστε οὐδεμία ἀμοιβὴ ἦτο ἀξία νὰ δοθῇ δι’ αὐτό. Ὡς μόνη ἀμοιβὴ θεωρεῖται ὑπὸ τοῦ Κυρίου λίαν ἱκανοποιητικὴ ἡ πίστις, ἤτοι ἡ ἐκ τῶν προτέρων ἀναγνώρισις, εὐγνωμοσύνη, εὐχαριστία διὰ τὸ θεῖον του ἔργον. Διά τοῦτο ἡ ἀδιαφορία καὶ ἀπιστία τῶν τότε Ἑβραίων ἦτο ἀξιοκατάκριτος, διότι αὕτη ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἀχαριστία. Σὲ ἕνα τόσον μεγάλο ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐτέλει ὁ Κύριος, ἐκεῖνοι δὲν ἠδύναντο βέβαια νὰ δώσουν καμμίαν ἀμοιβήν, ἀλλὰ οὔτε διὰ τῆς πίστεως τὸ «εὐχαριστῶ»! Ὁποία ἀχαριστία!

 

Ὁ Κύριος, ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, θεραπεύει τὴν μίαν ἐκ τῆς ἀνιάτου νόσου, τὴν δὲ ἄλλην ἀνιστᾷ ἐκ τοῦ θανάτου. Πῶς; Κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴν ἡ αἱμορροοῦσα «ἥψατο τοῦ κρασπέδου καὶ «ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος», ἐσταμάτησεν ἡ αἱμορραγία. Μεγάλη ἡ εὐλάβειά της ! Ἡ δευτέρα ἀνέστη χάριν τῆς πίστεως τοῦ πατρός της. Ἑπομένως ἔχομεν δύο θέματα : Εὐλάβειαν τῆς αἱμορροούσης καὶ πίστιν τοῦ Ἰαείρου.

 

 

 

Θέμα: α) Εὐλάβεια αἱμορροούσης καὶ ἡμῶν.

 

Αον) Ἡ Αἱμορροοῦσα

 

Ἐπὶ τὴν αἱμορροοῦσαν διακρίνομεν ἐξωτερικὴν εὐλάβειαν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν πίστιν.

 

1) Ἡ εὐλάβεια, εὐγένεια τῆς ψυχῆς της καταφαίνεται ἐκ τῆς πρὸς τὸν Σωτῆρα συμπεριφορᾶς της. Εὐλαβὴς κατὰ λέξιν λέγεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος «εὖ λαμβάνει», πιάνει μετὰ προσοχῆς κάτι, ὁ καθ’ ἡμᾶς εὐγενής. «Ἥψατο», «κρασπέδου», «λάθρᾳ» καὶ «τρέμουσα» ἰδοὺ τὰ κύρια σημεῖα τῆς εὐλαβείας τῆς αἱμορροούσης. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἂν ὄχι ἀνευλαβῶς, ἀπροσέκτως ὅμως «συνέχουσι καὶ συνθλίβουσι τὸν Ἰησοῦν» κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ἀπ. Πέτρου, ἐκείνη ἥψατο μόνον, ἤγγισε διὰ τοῦ ἄκρου τῶν δακτύλων της τὸν Ἰησοῦν! Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν ὄχλον, κατὰ τὸν Λουκᾶν, ὁ ὁποῖος «συνέπνιγε τὸν Ἰησοῦν» ἐκείνη ἥψατο διὰ τοῦ ἄκρου τῶν δακτύλων της ὄχι κεφαλήν, χεῖρας, ἀλλὰ τὸ κράσπεδον, τὴν φοῦνταν τοῦ φορέματος τοῦ Κυρίου, τὸ ἄκρον τοῦ ἐνδύματός του, ποὺ ἐσύρετο κατὰ γῆς. Ὥστε διὰ τῶν ἄκρων δακτύλων της τὸ εὐτελέστερον ἄκρον τοῦ ἐνδύματος τοῦ Κυρίου! Ὁποία εὐλάβεια !

 

Ὄχι μόνον «ἥψατο» ἤτοι ἤγγισε τὰ εὐτελέστερα ἄκρα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ κρυφά, λάθρᾳ καὶ ὄπισθεν τοῦ Κυρίου εὑρισκομένη ἐν ἀγνοίᾳ τῶν Ἀποστόλων καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ Κυρίου ὡς ἀνθρώπου. Διά τοῦτο ὁ Κύριος ἐρωτᾷ, «τὶς ὁ ἀψάμενός μου;» ἐντεῦθεν ἡ ἀπάντησις τῶν Ἀποστόλων «ὁ ὄχλος συνέχουσι καὶ συνθλίβουσι….» Ὅταν ὅμως ὁ Ἰησοῦς ὡς Θεὸς διεβεβαίωνεν ὅτι κάποιος τὸν ἤγγισεν, «ἰδοῦσα ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθεν» ἔρχεται καὶ τρέμουσα πίπτει εἰς τοὺς πόδας του καὶ ὁμολογεῖ τὴν πίστιν της καὶ εὐγένειάν της. Μεγάλη ἡ συστολὴ τῆς γυναικὸς !

 

2) Ἡ ἐσωτερικὴ πίστις. Τὰ ἀνωτέρω δὲν ἦσαν ξηροὶ τύποι, ἐξωτερικὰ τινα ψιμμύθια. Ἦσαν γεμᾶτα ἀπὸ ψυχικὸν πλοῦτον ἀγάπης, σεβασμοῦ, ἀφοσιώσεως καὶ ἰδίως πίστεως πρὸς τὸν Σωτῆρα. Ὅσον κρυφά, δειλὰ καὶ ἐγγίζουσα μόνον προσέρχεται εἰς τὸν Σωτῆρα, τόσον περισσότερον σεβασμὸν δεικνύει δι’ αὐτῶν εἰς τὸν Χριστόν, ἀγάπην, πίστιν. Ἡ τρομάρα της δὲν εἶναι δεῖγμα ἀπιστίας, ἀλλὰ σεβασμοῦ καὶ λατρείας. Ἡ ὄπισθεν τοῦ Κυρίου καὶ ἐν ἀγνοίᾳ Ἐκείνου κάμψις τῆς σπονδυλικῆς στήλης της, ἵνα ἐγγίσῃ μόνον καὶ ἡ ἐνώπιόν Του καὶ ἐν γνώσει τοῦ Κυρίου κάμψις τῆς σπονδυλικῆς στήλης καὶ γονάτων της, ἵνα προσκυνήσῃ τρέμουσα τὸν Σωτῆρά της, εἶναι δείγματα τοῦ ψυχικοῦ πλούτου, τὸν ὁποῖον πολὺ ἤ ὀλίγον ἐστερεῖτο ὁ λαός, ὁ ὁποῖος συνέπνιγε, συνέθλιβεν αὐτόν. Τόσον ψυχικὸν πλοῦτον πίστεως εἶχεν αὕτη, ὥστε ἐνόμιζεν, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ του θὰ θεραπευθῇ! Τόσον πλοῦτον πίστεως εἶχεν, ὥστε ἂν καὶ οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχεν ἴδῃ τοιαύτην συμπεριφοράν, τὴν ἐσκέφθη αὐτή! Τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἰπών αὐτῇ, «ἡ πίστις σου σέσωκε σε». Τοῦτο μαρτυρεῖ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι «παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς» ἀμέσως ἐθεραπεύθη.

 

Δεῖγμα δὲ τῆς εὐσεβείας καὶ εὐγνωμοσύνης, τοῦ ψυχικοῦ τούτου πλούτου τῆς γυναικὸς ταύτης εἶναι τὸ ἱστορικόν, τὸ ὁποῖον διηγεῖται περὶ αὐτῆς ὁ ἱστορικός τῆς ἐκκλησίας Εὐσέβιος. Οὗτος λέγει, ὅτι ἐν Καισαρείᾳ τῆς Φιλίππου εἶδεν ἰδίοις ὄμμασι ἐν τῷ ἄνω μέρει τῆς θύρας τῆς οἰκίας, ἐν ᾖ κατῴκει ἡ αἱμορροοῦσα ἄγαλμα ἐκ χαλκοῦ παριστάνον τὸν Κύριον θεραπεύοντα τὴν αἱμορροοῦσαν. Τὸ ἄγαλμα τοῦτο εἶχε κατασκευασθῆ δαπάναις τῆς ἰδίας. Ὥστε ἡ αἱμοροοῦσα ἦτο εὐγενής τοὺς τρόπους καὶ τὴν ψυχὴν πρὸς τὸν Θεάνθρωπον.

 

 

Βὸν) Ἡμεῖς; Πρέπει νὰ εἴμεθα εὐλαβεῖς καὶ εὐγενεῖς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους τύποις καὶ οὐσία.

 

Εὐλαβεῖς πρὸς τὸν Θεόν. Ὅταν πρόκηται νὰ λάβωμεν τὸ ἀντίδωρον κατὰ τὸ τέλος τῆς θείας λειτουργίας, νὰ κοινωνήσωμεν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κατὰ τὰς Μεγάλας ἑορτάς, νὰ προσκυνήσωμεν τὸν Σταυρὸν κατὰ τὴν Μ. Παρασκευήν, τὴν εἰκόνα τῆς Πολιούχου κατὰ τὴν μνήμην της, ὁμοιάζομεν πρὸς τοὺς Ἰουδαίους τῆς παραβολῆς ταύτης, οἱ ὁποῖοι συνέπνιγον, συνέθλιβον τὸν Ἰησοῦν. Καὶ ἡμεῖς συμπνίγομεν καὶ συμπνιγόμεθα, σπρώχνομεν καὶ σπρωχνόμεθα. Παρατηρήσατε, πῶς μπαίνουν καὶ πῶς βγαίνουν μερικοὶ ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, Νομίζουν, ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι καφενεῖον ἤ ἐκλογικὸν κέντρον. Δὲν τηροῦν τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον τηροῦν εἰς μίαν κοσμικὴν συγκέντρωσιν ἤ εἰς τὸ σπίτι ἑνὸς σεβαστοῦ συμπολίτου των ἤ πολιτικοῦ ἄρχοντος. Ἄλλοι νομίζουν τὴν ἐκκλησίαν κατάλληλον ὄχι διὰ περισυλλογήν καὶ τόπον εὐλαβείας ἀλλὰ τόπον ἀνευλαβοῦς προκλήσεως, κοσμικῆς ἐπιδείξεως, ἀπροσεξίας, ῥεμβασμοῦ, περιέργου περιφορᾶς βλεμμάτων, συνομιλιῶν, συζητήσεων, συνάψεως συνοικεσίων. Τί δὲ νὰ εἴπωμεν διὰ τὰς ἀκολουθίας τῶν χαιρετισμῶν, τῶν παθῶν τῆς Μεγάλης ἑβδομάδος, τοῦ ἐπιταφίου, τοῦ Πάσχα, ὅπου ὁ θόρυβος, τὰ σπρωξίματα, οἱ ἀκατανόμαστοι σκόπιμοι συνωστισμοὶ μολύνουν τὸν τύπον τότε καὶ τὴν μνήμην μας τώρα. Τότε τὰ μπαινοβγαίματα ἀπὸ τοὺς ναοὺς τὰ παντὸς εἴδους πυροτεχνήματα, αἱ θορυβώδεις καὶ ἐπικίνδυνοι ἐκρήξεις πολλάκις καὶ ἐντός τοῦ Ναοῦ κατὰ τὴν περιφορὰν τοῦ ἐπιταφίου! Πόσα ἐγκλήματα κατὰ τὴν περιφορὰν τοῦ ἐπιταφίου!

 

Τοῦτο οὔτε εὐλάβεια εἰς τὸν Θεόν, οὔτε εὐγένεια εἰς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι. Τοὐναντίον ! Εἶναι δεῖγμα μὴ ἐσωτερικοῦ καταρτισμοῦ, λείπει τὸ βάθος, ἡ πραγματικὴ πίστις, ὁ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλος, ἡ λεπτότης ἐκείνη ἡ χριστιανικὴ ἡ παρατηρηθεῖσα εἰς τὴν αἱμορροοῦσαν τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ ὁποία μόνον ἥψατο καὶ τοῦτο λάθρᾳ, μόνον τοῦ κρασπέδου καὶ τρέμουσα ἀνήγγειλε ταῦτα εἰς τὸν Ἰησοῦν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ πραγματικὴ ψυχικὴ εὐλάβεια θὰ εὕρῃ τρόπους λεπτοὺς πρὸς ἔκφρασιν, ὅπως εὗρε καὶ ἡ τῆς αἱμορροούσης.

 

Ἀλλὰ ἡ ἰδία ἐξωτερικὴ καὶ ἐσωτερικὴ εὐλάβεια καὶ ψυχικὴ εὐγένεια πρέπει νὰ εἶναι πρὸς τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶναι φωτογραφίαι τοῦ Θεοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ. Ἀκροθιγῶς ἥψατο ἡ αἱμορροοῦσα καὶ εὗρε θεραπείαν ἡ ἰδία καὶ συνεκίνησε τὸν Ἰησοῦν. Ἡ λεπτότης εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θίγει χορδάς τῆς ψυχῆς, τὰς ὁποίας δὲν ἀγγίζουν κἄν φωνές, σπρωξίματα, σκοτωμοί. Νὰ ἀφίνῃς πολλάκις νὰ ἐννοῇ ὁ ἄλλος πολλά, λέγων ὀλίγα καὶ ταῦτα εὐγενῶς, εἶναι προτιμότερον τοῦ σοφωτέρου καὶ ἁγνοτέρου ἐλέγχου. Γλυκύτερον πρᾶγμα ἀπὸ τὴν σκέψιν, ὅταν αὕτη ἐρευνᾷ τὸν ἑαυτόν μας, δὲν ὑπάρχει. Κάμε τὸν ἄλλον νὰ αἰσθάνεται δύναμιν ἐν ἐαυτῷ, σκέψιν συγκινοῦσαν τὸ βάθος του διὰ τῆς ἄκρης τῆς χειρὸς θίγων τὰ μύχια τῆς καρδίας Μὴ ἀρκούμεθα εἰς τύπους τινὰς εὐγενείας ἐξαντλοῦντες πᾶσαν τὴν εὐγένειαν μέσα εἰς ἕνα pardon, if you please, bitte κ.λ.π. σὲ ὑποκλίσεις ξηράς γενομένας. Ὄχι! Ὅταν τὸ βάθος εἶναι βαθύ, δι’ ὀλίγων λέγει καὶ πολλά.

 

Ἂς μάθωμεν λοιπὸν νὰ εἴμεθα εὐλαβεῖς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εὐγενεῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.

 

 

 

Θέμα: β) Ἡ πίστις Ἰαείρου καὶ ἡμῶν.

 

Α) Ἡ πίστις τοῦ Ἰαείρου. Οὗτος ἔδειξε μεγάλην πίστιν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἦτο Ἀρχισυνάγωγος δηλαδὴ προϊστάμενος τῆς Συναγωγῆς τῆς Καπερναοὺμ καὶ ἑπομένως ἡ μεγαλυτέρα Ἰουδαϊκὴ Ἀρχὴ τοῦ τόπου. Οἱ συνάδελφοί του Φαρισαῖοι διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὸν λαὸν ἀπὸ τοῦ νὰ πιστεύσῃ εἰς τὸν Ἰησοῦν ἰσχυρίζοντο καὶ ἔλεγον˙ «Μὴ τις τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς Αὐτόν; Ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος!» (Ἰωάν. 7,48). Ἡ πίστις λοιπὸν αὐτοῦ εἶναι σπάνιον φαινόμενον λόγῳ τῆς θέσεώς του. Ἀλλὰ ἡ πίστις τοῦ Ἰαείρου προχωρεῖ. Μερικοὶ χριστιανοὶ στέλλουν δευτερεύοντα πρόσωπα διὰ νὰ προσευχηθοῦν εἰς τὴν ἐκκλησίαν διὰ τὸν ἄρρωστόν των. Ὁ Ἰάειρος δὲν ἔστειλε ἄλλους νὰ παρακαλέσουν τὸν Χριστόν, ἀλλὰ μετέβη ὁ ἴδιος. Μεταβὰς δὲ δὲν ἵστατο ὄρθιος παρακαλῶν Αὐτόν, ἀλλὰ «πεσών παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρακαλεῖ Αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ». Τόσον ἡ γονυπετὴς θέσις τοῦ Ἀρχισυναγώγου, ὅσον καὶ ἡ ἐπὶ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα ἱκεσία του «παρεκάλει», φανερώνουσι τὴν πίστιν του πρὸς τὸν Σωτῆρα Χριστόν. Ἀπεσταλμένοι ἐκ τοῦ οἴκου του ἀγγέλλουσιν, ὅτι ἀπέθανεν ἡ θυγάτηρ του, ἂς μὴ ἐνοχλῇ τὸν Διδάσκαλον. Ὁ Ἰάειρος ἐταράχθη, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ Κύριος μόνον ἀσθενεῖς δύναται νὰ θεραπεύσῃ ὄχι ὅμως καὶ νεκροὺς νὰ ἀναστήσῃ. Ἀκούσας ὅμως τὸν Ἰησοῦν «μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε» ἀκούει τὸν Χριστὸν καὶ ὄχι τοὺς ἄλλους καὶ τὴν γνώμην των ποὺ εἶχον διὰ τὸν Χριστόν. Φθάνουν εἰς τὸ σπίτι. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι κατεγέλων τὸν Ἰησοῦν πεπεισμένοι ὅτι ἀπέθανεν ἡ κόρη, ὁ πατὴρ ἀκούει τὸν Ἰησοῦν καὶ ὁδηγεῖ Αὐτὸν εἰς τὸν νεκρικὸν θάλαμον τῆς κόρης. Ἡ ἀμοιβὴ ἦτο πλουσία ! Ὁ ἀρχισυνάγωγος ἔδειξε πίστιν καὶ ἠμείφθη. Καὶ πράγματι! Ἡ ἀπιστία εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀναισθησία καὶ ἀχαριστία, ἡ δὲ πίστις εἶναι εὐγνωμοσύνη.

 

α) Ἀπιστία. Ἀποροῦν τινες καὶ λέγουν, διατὶ ἡ ἀπιστία εἰς τὸν Χριστὸν εἶναι τόσον κακόν, ὥστε νὰ καταφέρωνται κατὰ τῶν ἀπίστων τόσαι ἀπειλαὶ αἰωνίας τιμωρίας; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος, λέγουν, νὰ κρίνω οὕτως ἤ ἄλλως τὰ πράγματα ; Ἀπαντῶ: ἡ ἀπιστία εἶναι ἀναισθησία. Διότι, ὅταν διέλθῃ τις τὴν αἰωρουμένην γέφυραν τοῦ Μπροῦκλιν εἰς Ἀμερικήν, θὰ προσέξῃ καὶ θὰ θαυμάσῃ τὸ μεγαλούργημα ἐκεῖνο τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Ὅταν κατὰ πρώτην φορὰν ἀκούσῃ τις τὸ ῥαδιόφωνον, τὸν ἀσύρματον, θὰ αἰσθανθῇ ἐντός του νὰ ἐγείρεται τὸ ἐνδιαφέρον τῆς προσοχῆς καὶ θαυμασμοῦ. Ἐὰν παρέρχεται τὰ πράγματα αὐτὰ χωρὶς προσοχήν, ἐνδιαφέρον, στερεῖται τῆς στοιχειώδους εὐπάθειας, εἶναι ἀναίσθητος. Πόσον ὑπερέχει τούτων τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ Μοναδικὸν Θαῦμα εἰς τὴν Ἱστορίαν ! Καὶ ἂν εἶναι ἀναισθησία ἡ μὴ συγκίνησις, ἡ ἀδιαφορία στὰ προϊόντα τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, πόση ἀναισθησία καὶ ψυχικὴ πώρωσις εἶναι ἡ ἀδιαφορία τῶν ἀπίστων, ἡ ἀπιστία εἰς τὸ θεῖον τοῦ Σωτῆρος ἔργον; Ἐὰν ἀναίσθητος εἶναι ὁ μὴ θαυμάζων τὴν γέφυραν τοῦ Μπροῦκλιν, πόσῳ μᾶλλον ἀναίσθητος εἶναι ὁ μὴ θαυμάζων τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν θάνατον γέφυραν γῆς καὶ Οὐρανοῦ; Ἡ ἀπιστία εἶναι καὶ

 

β) Ἀχαριστία. Τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσον μέγα, ὥστε οὐδεμία ἀνθρωπίνη ἀμοιβὴ δύναται νὰ ἀμείψῃ. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον πρὸς οὐδένα˙ ἀφορᾷ πάντα καὶ εἰς τὸ καίριον καὶ κυριώτατον σημεῖον, τὴν ζωήν μας καὶ ταύτην αἰωνίαν, ἐν ᾧ ἡ γέφυρα τοῦ Μπροῦκλιν δυνατὸν νὰ μὴ ἐξυπηρετήσῃ ἡμᾶς προσωπικῶς. Ἐνώπιον τοιούτου ἔργου ἡ ἀδιαφορία τῶν ἀπίστων εἶναι ἀναισθησία εἰς τὸν ὕψιστον βαθμόν, ἀλλὰ καὶ ἀχαριστία χειρίστη, διότι τόσον χυθὲν θεϊκὸν αἷμα χάριν ἡμῶν παραθεωρεῖται. Καὶ ἄλλο παράδειγμα. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι σὺ ὁ ἀναγνώστης εἶσαι κάτοικος Ἀθηνῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τινὰ πόλεμον ἤ σεισμὸν κατεστράφησαν ἐκ θεμελίων. Ἔρχεται ὅμως μία μεγάλη δύναμις λ.χ. ἡ Ἀμερικὴ καὶ μὲ ἕνα σχέδιον Μάρσαλ κτίζει τὴν Ἀθήνα ὡραιοτέραν ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἦτο πρὶν καταστραφῇ. Σὺ ὁ κάτοικος Ἀθηνῶν εἰσέρχεσαι εἰς μίαν καινούργια Ἀθήνα καὶ ἐπειδὴ δὲν δύνασαι νὰ πληρώσῃς τὴν ἀνακαινισθεῖσαν πόλιν ἤ τὸν οἶκόν σου, σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ καθίσῃς δωρεάν. Ἂν δὲν αἰσθανθῇς τὴν εὐγνωμοσύνην σου διὰ τὴν τοιαύτην δωρεάν, δὲν θὰ εἶσαι ἀναίσθητος καὶ ἀχάριστος ; Αἴ! Πολὺ περισσοτέρα ἀναισθησία καὶ ἀχαριστία εἶναι ἡ ἀπιστία εἰς τὸ ἔργον τοῦ Σωτῆρος, τὸ ὁποῖον εἴτε πιστεύομεν εἴτε ὄχι ζῶμεν ὀλίγον ἤ πολὺ εἰς τὴν εὐτυχίαν του, διότι ὁ γύρω μας κόσμος εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ἔργα χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ.

 

γ) Ἡ πίστις. Τοὐναντίον εἶναι δεῖγμα εὐαισθησίας καὶ τοῦτ’ αὐτὸ εὐχαριστία. Πιστεύω εἰς τὸν Χριστόν, σημαίνει ἀναγνωρίζω τὸ μεγάλον ἔργον Του. Ἡ καρδία μου εἶναι εὐπαθὴς εὐαίσθητος, εὐγνώμων πρὸς Ἐκεῖνον, διότι τόσον ἐνδιεφέρθη δι’ ἐμέ, ὥστε νὰ σταυρωθῇ. Εἶναι τόσον μέγα τὸ ἔργον Του, ὥστε καμμίαν ἄλλην ἀμοιβὴν δὲν δύναμαι νὰ δώσω εἰς Ἐκεῖνον παρὰ τὴν πίστιν μου, τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἔργου Του! Ὅπως ὡς ἀρχηγὸς ζωῆς καὶ θανάτου ὁ Κύριος ἀπήλλαξε τῆς ἀνιάτου ἀλλὰ προσκαίρου νόσου τὴν αἱμορροοῦσαν καὶ τοῦ θανάτου τὴν δωδεκαετῆ κόρην, οὕτω δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ καὶ ἡμᾶς τῆς πολυχρονίου, ἀνιάτου ἀνθρωπίνης ἁμαρτίας, ἐφ’ ὅσον ζῶμεν καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου, τῆς κολάσεως, ὅταν ἀποθάνωμεν! Ὡς ὅρον δὲ τῆς ἀπαλλαγῆς ζητεῖ τὴν πίστιν ἤτοι τὴν εὐαισθησίαν καὶ εὐγνωμοσύνην εἰς τὸ μεγάλον τοῦτο διπλοῦν ἐν ἡμῖν ἔργον Του. Ζητεῖ νὰ προσέλθωμεν πρὸς Αὐτόν, ὅπως προσῆλθεν ἡ αἱμορροοῦσα καὶ ὁ πατὴρ τῆς κόρης ὁμολογοῦντες τὴν ἀδυναμίαν μας καὶ τὴν κυριότητά Του. Τὰ δυστυχήματα τῆς ζωῆς πρέπει νὰ μᾶς σπρώχνουν πρὸς τὸν Ἰησοῦν, ὅπως ἔσπρωξαν τὴν αἱμορροοῦσαν καὶ τὸν Ἰάειρον. Ὡραῖον παράδειγμα τούτου εἶναι τὸ ἑξῆς:

 

Κάποτε ἕνας τσοπάνης εἶχεν ἑτοιμάσει καλὴν τροφὴν εἰς τὴν μάνδραν του διὰ τὰ πρόβατά του. Ἄνοιξε λοιπὸν τὴν θύραν διάπλατα καὶ ἤρχισαν νὰ μπαίνουν τὰ πρόβατα. Μία ὅμως προβατίνα μὲ τὰ ἀρνάκια της δὲν ἔμπαινε. Ἐὰν ἔμενεν ἔξω, θὰ ἐχάνετο. Ὁ ποιμὴν μὲ ἕνα ἀπότομον πήδημα ἅρπαξε τὸ ἀρνάκι καὶ ἔτρεξεν εἰς τὴν μάνδραν. Ἡ προβατίνα, ὅταν εἶδε νὰ μεταφέρουν τὸ ἀρνάκι εἰς τὴν μάνδραν, ἐτρεξεν ὄπισθεν βελάζοντας καὶ ἐμπῆκεν εἰς τὴν μάνδραν. Τὸ ἴδιον κάμνει καὶ ὁ Θεός, ὅταν πλανώμεθα μακρὰν Αὐτοῦ. Ἁρπάζει κἄποιο προσφιλές μας πρόσωπον καὶ μᾶς φέρει ὡς ἄλλος ποιμὴν εἰς τὴν μάνδραν του, εἰς τὴν Βασιλείαν του.

(1) 6,5 – 7,23 – 8,23

(2) Ἀριθμοὶ 15,38-39

10.

Οἱ ἄλλοι (Λουκ. η΄ 41-56)

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου)

«Ἔτσι κάνουν ὅλοι», «Ἐγώ γιατί νά διαφέρω ἀπό τούς ἄλλους;», «Ποῦ ζεῖς; Δέν βλέπεις τί γίνεται γύρω σου» καί πολλές ἄλλες παρόμοιες ἐκφράσεις ἔχουν ἐπινοηθεῖ γιά νά κατοχυρώσουν ὡς κυρίαρχη τήν τάση νά μή διακρίνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τούς ὑπόλοιπους, ἀλλά νά ὑποτάσσεται στά κελεύσματα καί τήν ἡγεμονεύουσα νοοτροπία τῆς κοινωνίας στήν ὁποία ἀνήκει. Πρόκειται οὐσιαστικά γιά μιά διαστροφή, ἡ ὁποία ξεκινᾶ ἀπό κάτι τό ὑγιές, τήν ἀνάγκη γιά κοινωνικοποίηση τοῦ ἀνθρώπου καί ἔνταξή του σέ κάποιο σύνολο, ἐξελίσσεται ὅμως ἀρρωστημένα, ὅταν ἡ μοναδικότητα τῆς προσωπικότητας καταργεῖται, χάριν τοῦ μιμητισμοῦ καί τῆς προσαρμογῆς στά συλλογικά στερεότυπα πού κυριαρχοῦν.

 

Κι αὐτό ἐνέχει πολλούς πνευματικούς κινδύνους, ἰδίως γιά τούς νεώτερους, οἱ ὁποῖοι καθώς ἀναζητοῦν τόν προορισμό τῆς ζωῆς τους, ἀντιγράφουν, ταυτίζονται, μιμοῦνται, καθώς ἐντυπωσιάζονται, ἐπηρεάζονται, παθιάζονται καί τελικά ἀκολουθοῦν ἀδιάκριτα καί ἀπερίσκεπτα ὅ,τι ἐκθαμβωτικά λάμπει, πιστεύοντας τό γιά χρυσό, χωρίς νά κατανοοῦν ὅτι εἶναι δόλωμα, χωρίς νά βλέπουν τήν παγίδα ἀπό πίσω.

 

 

Οἱ συμπνίγοντες ὄχλοι

 

Χιλιάδες λαοῦ ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, καθώς πορευόταν πρός τό σπίτι, ὅπου τόν εἶχε καλέσει ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἰάειρος γιά νά θεραπεύσει τή βαριά ἀσθενοῦσα, μονάκριβη κόρη του. Καί μάλιστα «συνέπνιγον αὐτόν», δηλαδή εἶχαν κολλήσει ἐπάνω του, ὥστε νά δημιουργεῖται ἕνα κινούμενο ἀνθρώπινο τεῖχος. Μοναδική εὐλογία νά μπορεῖς ν’ ἀκουμπήσεις τόν ἴδιο τόν Χριστό. Κι ὅμως, οἱ ὄχλοι συνωθοῦνται ἀσυγκίνητοι, κυριευμένοι ἀπό ἐπιπόλαιη περιέργεια καί ἔξαψη νά δοῦν τόν Χριστό νά θαυματοποιεῖ, χωρίς νά τούς ἀγγίζει τό «θέαμα» βαθύτερα, ἀδιάφοροι γιά ὁτιδήποτε πνευματικό.

 

Καί μέσα σέ ὅλους αὐτούς, μόνη μία γυναίκα, ταλαιπωρημένη ἀπό τό πρόβλημά της, ἔχοντας χάσει ὅλη της τήν περιουσία, ψάχνοντας τήν ἴαση καί ἀπελπισμένη ἀπό τούς ἀνθρώπους, προσέρχεται γεμάτη πίστη, δηλαδή ὁλοκληρωτική ἐξάρτηση ἀπό τό θεῖο ἔλεος. Καί ἔρχεται μήν τολμώντας νά διεκδικήσει, χωρίς ν’ ἀνοίξει τό στόμα της, πιστεύοντας ὅτι δέν εἶναι ἄξια ν’ ἀπασχοληθεῖ μαζί της ὁ Διδάσκαλος. Τό μόνο πού θέλει εἶναι ἁπλῶς νά τόν ἀκουμπήσει. Κι αὐτή ἡ ἐπαφή, πού γίνεται χωρίς ἐξωτερικά νά διαφέρει ἀπό τά ἀκουμπίσματα τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων στόν Χριστό, ἐπιφέρει τέτοια ἀνατροπή καί ἀποκάλυψη πού τήν καθιστᾶ ἄξια μνείας ἀνά τούς αἰῶνες ὅπου κηρύσσεται τό Εὐαγγέλιο.

 

«Τίς ὁ ἁψάμενός μου;» ρωτᾶ ὁ Χριστός ὅταν οἱ ὄχλοι τόν συνθλίβουν, γιά νά καταδείξει τή διαφορά τῆς πίστης καί τῆς ταπείνωσης πού διέκριναν τή συγκεκριμένη ψυχή ἀπό ὅλες τίς ἄλλες. Κι ἐνῶ καί ἄλλοι ἐνδεχομένως ἀπό τούς παρόντες νά εἶχαν ἀνάγκη θαυμαστῆς θεραπείας, αὐτή ἐνεργεῖται μόνο στή γυναίκα πού τή λαμβάνει, ἀκριβῶς γιατί διέφερε ἀπό ὅλους τους ἄλλους. Ἡ μόνη πού δέν ἔκανε «ὅ,τι ὅλοι οἱ ἄλλοι», εἶναι καί ἡ μόνη πού εὐεργετεῖται. Ὄχι μόνο γιατί λαμβάνει τή θεραπεία. Ἀλλά γιατί ἐπιβραβεύεται μέ κάτι πολύ ἀνώτερο: «Πορεύου εἰς εἰρήνην». Δηλαδή, ὁ Χριστός μας τήν ἐπιβραβεύει γιά τόν τρόπο τῆς ζωῆς της, γιά τό γεγονός ὅτι πορεύεται μέ ἐνσυνείδητα πιστεύματα καί ξεκάθαρη στάση ἀπέναντί του, χωρίς νά συναγελάζεται, νά συμμορφώνεται καί νά ὑποτάσσεται καιροσκοπικά, γι’ αὐτό καί τῆς παραγγέλλει νά συνεχίσει νά ζεῖ ἔτσι. Νά μήν ἔχει ἀμφιβολίες γιά τό ὅτι αὐτό πού ἔκανε ἦταν τό σωστό καί νά ἀναπαύεται πνευματικά μέ τόν δρόμο τῆς πίστης καί τῆς ταπείνωσης πού ἔχει ἐπιλέξει.

 

 

Πρόσωπα κι ὄχι μάζα

 

Πόσοι καί πόσοι δέν συνωθοῦνται μέσα στούς Ναούς μας, ἰδίως στίς μεγάλες ἑορτές καί τίς πανηγύρεις Ἁγίων. Πόσο ὅμως, ὅλοι αὐτοί εἶναι λαός τοῦ Θεοῦ διακρινόμενοι ἀπό πίστη καί ἀρετή, καί πόσο εἶναι ὄχλος πού, ὅπως τότε, ἔρχεται καί συνθλίβει καί συνθλίβεται χωρίς νά ὠφελεῖται, ἀκριβῶς διότι δέν ἐνεργεῖ ἐνσυνείδητα καί δέν πορεύεται μέ γνώμονα τήν πίστη. Ἀκόμη, χειρότερα, πόσοι καί πόσοι δέν προσέρχονται στό «ποτήριον τῆς ζωῆς» καί δέν ἀκουμποῦν ἁπλῶς, ἀλλά μεταλαμβάνουν τόν ὅλο Χριστό, γιατί «εἶναι ἔθιμο», «γιά τό καλό», «ἔτσι ἀπό συνήθεια», χωρίς τήν προετοιμασία τῆς ἐξομολόγησης, τῆς νηστείας, τῆς ἐλεημοσύνης… Πόσο ὅμοιες εἶναι οἱ καταστάσεις τότε καί τώρα. Ἄραγε πόσοι τώρα διακρίνονται, ὠφελοῦνται καί σώζονται;

 

Κι ὅμως, ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὡς Μητέρα τούς δέχεται ὅλους, χωρίς διακρίσεις καί ἀποκλεισμούς, ταυτόχρονα προειδοποιεῖ. Πόσοι προσέχουμε τή λειτουργική αἴτηση: «Ὑπέρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καί τῶν μετά πίστεως, εὐλαβείας καί φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῶ»; Προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία μας ὄχι γιά ὅλους ὅσοι σωματικῶς εἶναι μέσα στό Ναό, ἀλλά μόνο γιά ὅσους μέ πίστη, εὐλάβεια καί φόβο Θεοῦ πνευματικῶς εἶναι μέσα στό Ναό. Καλεῖ «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» νά κοινωνήσουμε. Μέ ἄλλα λόγια θέτει προϋποθέσεις. Ποῦ στοχεύουν αὐτές; Ὄχι στό νά μᾶς δυσκολέψουν, ἀλλά νά μᾶς διευκολύνουν στήν ἐνσυνείδητη λήψη ἀποφάσεων, ὥστε νά μήν ὑπάρχουμε οἱ Χριστιανοί ὡς μάζα, ἀλλά ὡς σύνολο συνειδητοποιημένων προσώπων, ἀγωνιζόμενων γιά τήν κατάκτηση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

 

Ὁ Χριστός μᾶς θέλει ξεκάθαρους καί ἀποφασισμένους στή σχέση μας μαζί του καί αὐτό σημαίνει, προσωπικότητες μέ ἀρχές καί ἀξίες πού δέν τίς προδίδουν κατά τίς περιστάσεις, ἐπειδή «ἔτσι κάνουν οἱ ἄλλοι», ἀλλά τίς ἐγκολπώνονται καί μένουν σταθεροί σ’ αὐτές μέ ὅποιο κόστος καί τίμημα.

11.

Κυριακή Ζ΄Λουκά- Η μυστική προσέγγιση του Ιησού Χριστού (Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία)

IEΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Z´ ΛΟΥΚΑ

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

  1. Τήν σημερινή ἡμέρα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, τήν 28η Ὀκτωβρίου, ἐμεῖς πού κατοικοῦμε τήν εὐλογημένη αὐτή γωνιά πού λέγεται Ἑλλάδα, ἑορτάζουμεἰδιαίτερα τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Καί πάλιν εἴδαμε τήν Παναγία μας ὡς ὑπέρμαχο στρατηγό τοῦ ἔθνους μας! Δύο ἰσχυρά κράτη, ἡ Ἰταλία καί ἡ Γερμανία, ἐπετέθηκαν κατά τῆς πατρίδος μας, ἡ ὁποία δέν εἶχε ἅρματα πολλά καί τάκνς μεγάλα, ἀλλά δέν νίκησαν αὐτά. Νίκησε ἡ μικρή Ἑλλάδα. Γιατί ἔτσι; Γιατί οἱ στρατιῶτες μας καί ὅλος ὁ λαός μας προσευχόταν στήν Παναγία. Αὐτή ἦταν ἡ μαυροφόρα Ἐκείνη πού προπορευόταν στά ἑλληνικά στρατεύματα καί νίκησαν οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες μας.

 

  1. Ἀλλά ἡ σημερινή Κυριακή λέγεται στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα Ζ´ Κυριακή τοῦ Λουκᾶ. Ἡ εὐαγγελική περικοπή πού ἀκούσαμε ἔλεγε γιά δύο θαύματα, μεγάλα θαύματα τοῦ Χριστοῦ. Τό ἕνα θαῦμα μιλοῦσε γιά τήν ἀνάσταση τῆς θυγατέρας τοῦ Ἰαείρου καί τό ἄλλο θαῦμα μιλοῦσε γιά τήν θεραπεία τῆς αἱμορροούσης γυναίκας. Ὁ Ἰάειρος, πού ἦταν ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς τῶν Ἰουδαίων, εἶχε ἄρρωστη μία μονάκριβη θυγατέρα δώδεκα ἐτῶν περίπου. Καί παρεκάλεσε γονατιστός τόν Ἰησοῦ νά πάει σπίτι του γιά νά τήν θεραπεύσει. Φανταστεῖτε αὐτήν τήν σκηνή, ἀγαπητοί μου. Οἱ Ἰουδαῖοι μάχονταν τόν Ἰησοῦ Χριστό, δέν ἤθελαν νά τόν παραδεχθοῦν γιά Μεσσία. Ἀλλά ὁ ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς τῶν Ἰουδαίων, αὐτός γονάτισε μπροστά στόν Χριστό καί τόν παρεκάλεσε νά θαυματουργήσει γιά τήν κόρη του. Καί γιά τήν θερμή του προσευχή ὁ Χριστός πήγαινε στό σπίτι του, γιά νά κάνει καλά τήν βαρειά ἄρρωστη κόρη του.
  2. Ἀλλά τήν ὥρα πού πήγαινε ὁ Ἰησοῦς στό σπίτι τοῦ Ἰαείρου, τόν ἀκολουθοῦσε πολύς λαός καί τόν συνέθλιβε. Τότε, λοιπόν, κάποια γυναίκα πού ὑπέφερε ἀπό αἱμορραγία, ἐδῶ καί δώδεκα χρόνια, καί εἶχε ξοδεύσει ὅλη της τήν περιουσία στούς γιατρούς, γιά νά θεραπευθεῖ, πλησίασε τόν Ἰησοῦ Χριστό καί ἄγγιξε τό ἔνδυμά του ἀπό πίσω, γιά νά μή γίνει ἀντιληπτή, καί ἀμέσως σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. – Καί τά δύο αὐτά πρόσωπα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, πλησίασαν τόν Χριστό γιά τό καλό τους, ἀλλά τόν πλησίασαν μέ ταπεινό καί μυστικό καί ὄχι μέ πομπώδη τρόπο. Ἔτσι πρέπει νά προσευχόμαστε, γιά νά γίνει ἡ προσευχή μας ἀκουστή ἀπό τόν Θεό. Ἡ προσευχή στά γόνατα, ὅπως ἦταν ἡ προσευχή τοῦ Ἰαείρου, εἶναι πράγματι προσευχή μέ ταπείνωση. Καί ἡ προσευχή, μέ τό νά ἀγγίξει μυστικά τόν Χριστό ἡ αἱμορροούσα γυναίκα, δεικνύει τό μυστικοπαθές πού πρέπει νά ἔχει ἡ σχέση μας μέ τόν Χριστό. Πραγματικά, οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς συνιστοῦν νά προσευχόμαστε νοερά καί χωρίς πομπώδη ἄσματα καί ἐκστατικό ὕφος, ὅπως κάνουν τά ἀνατολίτικα θρησκεύματα. Ἡ σημερινή μας εὐαγγελική περικοπή, ἀγαπητοί, μᾶς λέγει ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ἀρέσκεται σ᾽ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν προσευχή, τήν μυστικοπαθῆ καί νοερή προσευχή, πού δέν τήν ἀκούουν μέν οἱ ἄλλοι, ἀλλά φθάνει ἠχηρά στά ὦτα Κυρίου Σαβαώθ. Ἔτσι μυστικά προσευχόταν καί ὁ Μωυσῆς, κινώντας τά χείλη του μόνο, ἀλλά ὁ Θεός τοῦ εἶπε: «Τί βοᾶς πρός με;» (Ἐξ. 14,15). Καί ἐνῶ πολλοί πίεζαν τόν Χριστό καί τόν συνέθλιβαν, ὁ Χριστός δέν ἔδωσε σημασία στά ἀγγίγματά τους αὐτά. Στό ἁπαλό ὅμως καί εὐλαβές ἄγγιγμα τῆς αἱμορροούσης, ὁ Χριστός ἐρώτησε ἐπιτακτικά: «Ποιός μέ ἄγγιξε;» (στίχ. 45).
  3. Ἔφθασε, τέλος πάντων, ὁ Ἰησοῦς στήν οἰκία τοῦ ἄρχοντος Ἰαείρου. Ἔφθασε καί βρῆκε μία κατάσταση ταραγμένη καί ἀναστατωμένη, γιατί στό μεταξύ εἶχε πεθάνει ἡ δωδεκαετής μονάκριβος κορούλα. Ἀλλά ὁ Χριστός τούς εἶπε: «Μή κλαίετε· οὐκ ἀπέθανε, ἀλλά καθεύδει». Ἀλλά οἱ παριστάμενοι ὅλοι τόν περιγελοῦσαν, γιατί ἦταν βέβαιοι ὅτι τό κορίτσι πέθανε. Καί ὁ Χριστός, ἀφοῦ πῆρε τούς τρεῖς μαθητές Του, τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη, καί τόν πατέρα καί τήν μητέρα τῆς κόρης, πῆγε στό δωμάτιο τῆς νεκρῆς. Τούς ἔβγαλε ὅλους ἔξω, ἐκτός ἀπό τήν συνοδία πού πῆρε Αὐτός, ἔπιασε ἀπό τό χέρι τήν νεκρή καί τῆς φώναξε δυνατά: «Ἡ παῖς, ἐγείρου»! Δηλαδή, «Κόρη, σήκω ἐπάνω». Καί ἀμέσως, χριστιανοί μου, τό πνεῦμα, δηλαδή ἡ ψυχή, τῆς θυγατέρας τοῦ Ἰαείρου ἐπέστρεψε στό σῶμα της καί ἀναστήθηκε ἀμέσως.
  4. Γιά ἀνάσταση νεκροῦ εἴδαμε καί στήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἀδελφοί μου, ὅπως τό ἴδιο εἴδαμε καί πρίν ἀπό λίγο καιρό, μέ τήν ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Ὁ Χριστός κυριεύει ζώντων καί νεκρῶν καί μέ τόν ἰδικό Του θάνατο καί μέ τήν ἰδική Του ἀνάσταση πάτησε καί νίκησε τόν θάνατο, τόν μεγάλο αὐτό ἐχθρό, πού μᾶς ἔφερε ἡ ἁμαρτία. Ὁ Κύριός μας, ἀδελφοί, εἶναι Θεός παντοδύναμος. Τίποτα δέν ὑπάρχει ἀδύνατο σ᾽ Αὐτόν. Κυβερνᾶ καί τά οὐράνια καί τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια, καί ὅλη ἡ κτίση ὑπακούει δουλικά σ᾽ Αὐτόν, γιατί προῆλθε ἀπ᾽ Αὐτόν καί δουλεύει πιστά σ᾽ Αὐτόν.

Μέ πολλές εὐχές,

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας