1.

Μια νεκρανάσταση. (Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία

  1. Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἀδελφοί χριστιανοί, μᾶς εἶπε γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι ἡ Ζωή, ὅτι συναντήθηκε μέ τόν θάνατο! Καί βέβαια δέν νίκησε ὁ θάνατος τήν ζωή, ἀλλά ἡ ζωή, ὁ Χριστός, νίκησε τόν θάνατο! Ἡ σημερινή περικοπή μᾶς εἶπε ὅτι ὁ Χριστός, μέ ἀρκετούς μαθητές καί πολύ ὄχλο, πήγαινε στήν πόλη Ναΐν. Καί ὅταν πλησίαζαν τήν πόλη, ἔβγαινε ἀπ᾽ αὐτήν μία νεκρική πομπή. Καί ὁ νεκρός ἦταν τό μονάκριβο παιδί μιᾶς χήρας γυναίκας, συνόδευε δέ τήν πομπή πολύς ὄχλος ἀπό τήν πόλη. Θά πρέπει δέ νά φανταστοῦμε ὅτι στήν πένθιμη ἀτμόσφαιρα ἀκούονταν οἱ γοερές κραυγές τῆς χήρας μάνας γυναίκας, πού ἔχασε τόν μόνο σύντροφο καί τό μόνο ἀκούμπημα τῆς ζωῆς της, τό μονάκριβο παιδί της.

 

  1. Δέν γίναμε γι᾽ αὐτά τά πράγματα, χριστιανοί μου. Δέν ἔκανε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο γιά νά ἀρρωσταίνει καί γιά νά πεθαίνει. Ὁ θάνατος δέν εἶναι ἀπό τόν Θεό. Ἡ Ἁγία Γραφή τό λέει καθαρά, ὅτι «ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν» (Σ. Σολ. 1,13). Ὁ θάνατος εἶναι ἕνα φάλτσο πράγμα, ἦλθε ἀπ᾽ ἔξω καί δέν ἦρθε ἀπό τόν Θεό. Ἦρθε ἀπό τήν ἁμαρτία. Ὁ Θεός τό εἶπε καθαρά στούς πρωτοπλάστους: «Μή φᾶτε ἀπό τό δένδρο, γιατί θά πεθάνετε» (Γεν. 2,17). Ἔφαγαν καί πέθαναν. Ἔτσι, λοιπόν, βασιλεύει ὁ θάνατος σ᾽ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λεγόμαστε «θνητοί». Ὅλο κι ὅλο ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτή: Οἱ νεκροί μᾶς φωνάζουν, «ἐλᾶτε»! Καί ᾽μεῖς τούς λέμε, «ἐρχόμαστε»! Αὐτό εἶναι ἡ ζωή μας ἐδῶ στήν γῆ.
  2. Ἀλλά, ξαναλέγουμε ὅτι δέν ἔκανε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο γιά νά πεθαίνει. Τόν ἔκανε νά μήν πεθαίνει, ἀλλά νά εἶναι ἀθάνατος. Ἡ ἁμαρτία τόν ἔκανε θνητό. Ἀλλά χαρεῖτε, χριστιανοί! Γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ οἰκονόμησε τό σοφό σχέδιο γιά τήν σωτηρία μας, πού ἦταν ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του καί ἡ θυσία Του στόν Γολγοθᾶ γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Αὐτή ἔφερε τήν λύτρωσή μας ἀπό τόν θάνατο. Βέβαια! Ἀφοῦ ὁ θάνατος προῆλθε ἀπό τήν ἁμαρτία, ἡ δέ ἁμαρτία σβήστηκε μέ τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Χριστοῦ, νικήθηκε καί ὁ θάνατος, τό ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι οἱ πιστοί χριστιανοί πιστεύουμε στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί τήν αἰώνια ζωή στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως τό ὁμολογοῦμε στό «Πιστεύω» μας: «Ὁμολογῶ ἀνάσταση νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»!
  3. Τήν μεγάλη αὐτή ἀλήθεια τῆς πίστης μας, ἀδελφοί χριστιανοί, τήν κήρυξε ὁ Χριστός δυνατά καί ἔμπρακτα μέ τίς νεκραναστάσεις πού ἔκανε. Καί τό σημερινό ἅγιο Εὐαγγέλιο ὁμιλεῖ γιά μία τέτοια νεκρανάσταση. Ἄς ξαναέλθουμε στήν εὐαγγελική μας περικοπή: Ὅταν ὁ Κύριός μας συναντήθηκε στήν Ναΐν μέ τήν νεκρική πομπή, λυπήθηκε γιά τόν πόνο καί τά δάκρυα τῆς χήρας γυναίκας, τήν «σπλαγχνίστηκε», ὅπως ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο, τήν πλησίασε καί τῆς εἶπε: «Μή κλαῖε». Μή κλαῖς! Πόσο πρέπει νά διδάξει ὅλους μας αὐτή ἡ στάση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ! Πόσο πρέπει νά μιλήσει δυνατά αὐτό τό «ἐσπλαγχνίσθη» πρός τήν χήρα γυναίκα! Σήμερα οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄσπλαγχνοι, εἶναι ἄκαρδοι στόν πόνο τῶν ἄλλων. Καί ὅταν φαίνονται ὅτι συμπαρίστανται, αὐτό σέ μερικές καί πολλές περιπτώσεις δέν εἶναι εἰλικρινές, ἀλλά ἔχει ὡς σκοπό τήν δική τους προβολή καί γι᾽ αὐτό δέν ἀγγίζει τήν ψυχή τοῦ πονεμένου καί δέν τήν παρηγορεῖ λοιπόν. Ἔπειτα οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄνθρωποι ἀδύναμοι, μή μπορώντας νά βοηθήσουν οὔτε τόν ἑαυτό τους. Γι᾽ αὐτό νά ζητᾶμε πάντα τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας. Ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία μιλοῦσε σήμερα τό Εὐαγγέλιο (στίχ. 13), στήν ἐκκλησιαστική μας γλώσσα λέγεται «ἔλεος». Νά ζητᾶμε, λοιπόν, τό ἔλεος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ ἐκείνην τήν ὡραία προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με»! «Ἐλέησόν με» σημαίνει «σπλαγχνίσου με». Καί ὁ Χριστός, σάν Θεός, μᾶς εὐσπλαγχνίζεται πολύ, μᾶς εὐσπλαγχνίζεται θεϊκά, καί μᾶς θεραπεύει τέλεια. Ἔτσι, λοιπόν, καί τήν ὀδυρωμένη χήρα τῆς Ναΐν, πού τήν εὐσπλαγχνίστηκε, τῆς χάρισε πάλι τό παιδάκι της. Τό ἀνέστησε! Πραγματικά τό ἀνέστησε, γιατί τό νεκρό παιδί «ἀνασηκώθηκε καί ἄρχισε νά ὁμιλεῖ» (στίχ. 15). Καί παρέδωσε ὁ Χριστός τό ἀναστημένο παιδί στήν μητέρα του.
  4. Ἡ ἀνάσταση αὐτή τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἀδελφοί χριστιανοί, τῆς Γ´ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ, ὅπως καί οἱ ἄλλες νεκραναστάσεις πού ἔκανε ὁ Χριστός μας, εἶναι ἕνα προμήνυμα ὅτι θά νικηθεῖ κάποτε ὁ θάνατος καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι θά ἀπολαύσουμε τήν παντοτεινή ἀθανασία, γιά τήν ὁποία εἴμαστε πλασμένοι. Καί αὐτό τό μήνυμα τό κηρύττει περισσότερο ἡ ἀνάσταση τοῦ Ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιατί, ὅ,τι συνέβηκε μέ τόν Χριστό, θά συμβεῖ καί μέ τόν καθένα ἀπό ᾽μᾶς. Γιατί ἐμεῖς εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ, ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία Του, ἡ δέ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Σῶμα, πού ἔχει κεφαλή τόν Χριστό. Καί ἀφοῦ ἡ Κεφαλή μας, ὁ Χριστός, μέ τήν ἀνάστασή Του εἶναι ἔξω ἀπό τά κύματα τοῦ θανάτου, εἶναι βέβαιο ὅτι καί τό ὑπόλοιπο σῶμα Του, ἡ Ἐκκλησία, ἐμεῖς, θά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τόν θάνατο. Ὅπως ἕνας πού κολυμπάει καί ἔχει τό κεφάλι του ἔξω ἀπό τά κύματα τῆς θάλασσας, εἶναι βέβαιο ὅτι καί τό ὑπόλοιπο σῶμα του θά βγεῖ ἀπό τήν θάλασσα.
  5. Τελειώνοντας, ἀδελφοί, θέλω νά πῶ κάτι ἄλλο σοβαρό. Ἐπειδή ὁ νεκρός τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου ἦταν νεαρός, σκεπτόμαστε μέ τήν εὐκαιρία αὐτή τά σημερινά μας ἀγαπητά παιδιά. Εἶναι φιλότιμα παιδιά, ἀλλά τά περισσότερα ἤ μερικά ἀπό αὐτά εἶναι νεκρά πνευματικῶς. Γιατί ἡ Ἁγία Γραφή λέγει ὅτι ὑπάρχουν δύο θάνατοι. Ὁ ἕνας σωματικός καί ὁ ἄλλος πνευματικός θάνατος, τό νά ἀποκοπεῖ δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεό. Καί οἱ πρωτόπλαστοι, ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα, πέθαναν πρῶτα πνευματικά, γιατί ἀποκόπηκαν ἀπό τόν Θεό, ἀφοῦ παρέβηκαν τήν ἐντολή Του, καί, ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ πνευματικοῦ τους αὐτοῦ θανάτου, τούς ἦλθε καί ὁ σωματικός θάνατος. Πολλά, λοιπόν, σημερινά μας παιδιά ζοῦν μακρυά ἀπό τόν Θεό. Ζοῦν ἕνα πνευματικό θάνατο. Ναί! Δέν κτυπάει δυνατά ἡ καρδιά τους γιά τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, ἀλλά οὔτε καί γι᾽ αὐτήν τήν πατρίδα μας. Δέν ἔχουν ὑψηλά ἰδανικά, ἀλλά σέρνονται σάν χαμόκλαδα στούς βάτους· ζοῦν ἀπορροφημένοι στούς σαρκικούς ἔρωτες, ξέχωρους μάλιστα ἀπό τόν γάμο, καί ἄλλοι ζοῦν μέ ὀκνηρία σέ βάρος τῶν ἄλλων, μή ἔχοντες οἱ ἴδιοι κανένα πόθο γιά θυσιαστική ἀγάπη πρός τόν κοινωνία. Ἀλλά, ἄς μήν ποῦμε πολλά, γιατί γνωρίζουμε πῶς εἶναι μερικοί ἀπό τούς σημερινούς νέους μας. Δέν μιλάω γιά ὅλους τούς νέους, γιατί ἔχουμε καί χρυσᾶ παιδιά, πού ζοῦν ἁγνά καί καθαρά μέ ἀγάπη στόν Θεό καί τά ὑψηλά ἰδανικά καί μαθητεύονται καλῶς μέ τόν πόθο νά γίνουν καλοί ἄνθρωποι στήν κοινωνία καί νά προσφέρουν καλό σ᾽ αὐτήν.

Ἀλλά, ἄς προσευχηθοῦμε, ὦ χριστιανοί, γιά τήν σημερινή μας νεολαία, γιά τά ἀγαπητά μας παιδιά, νά πάθουν ὅλα, ὅσα εἶναι στόν λήθαργο, μία πνευματική νεκρανάσταση. Νά γνωρίσουν καί νά ἀγαπήσουν τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Θεό μας, καί νά ζήσουν μιά ὄμορφη ἀναστημένη ζωή, πού ἀξίζει νά λέγεται ζωή. Μιά ζωή μέ ὑψηλά πετάγματα καί ἰδανικά. Μιά ζωή μέ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν πατρίδα, πρός τήν παιδεία – τήν μόρφωση καί πρός ὅλους. Καί αὐτό θά μᾶς δίνει τήν βεβαιότητα γιά μιά ὄμορφη μελλοντική κοινωνία, στήν ὁποία οἱ ἄνθρωποί της θά ζοῦν μέ ἀγάπη καί καλωσύνη, σάν ἀδελφοί μεταξύ τους. Μιά κοινωνία ἀγγελικά πλασμένη, ΑΜΗΝ.

Μέ πολλές εὐχές,

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

2.

Κυριακή Γ΄ Λουκά – Οἱ κεκοιμημένοι ζοῦν!

 «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι»

Μιὰ πονεμένη χήρα ὁδηγεῖ στὸν τάφο τὸ μονάκριβο παιδί της. Θέαμα τραγικό. Ὁ Κύριος τὴ συμπονεῖ: «Μὴ κλαῖε», τῆς λέει μὲ στοργή. Ἔπειτα στρέφεται πρὸς τὸ νεκρὸ παιδὶ καὶ μὲ τόνο προστακτικὸ λέει: «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι». Νέε, σὲ σένα μιλάω, σήκω ἐπάνω! Ἀμέσως ὁ νεκρὸς νέος ἀνασηκώνεται καὶ ἀρχίζει νὰ μιλάει. Ὅλοι γύρω σαστίζουν. Τὰ δάκρυα τῆς λύπης γίνονται τώρα δάκρυα χαρᾶς…

 

Αὐτὸ τὸ ἐκπληκτικὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσουμε τί γίνεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν πεθαίνει καὶ ποιὰ σχέση μποροῦμε νὰ ἔχουμε μαζί του.

  1. ΟΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΙ ΖΟΥΝ

Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐκμηδενίζεται μὲ τὸν θάνατο, ὅπως νομίζουν οἱ ὑλιστές. Αὐ­τὸ ποὺ συμβαίνει μὲ τὸν θάνατο εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα. Καὶ τὸ μὲν σῶμα νεκρώνεται καὶ διαλύεται μέσα στὸν τάφο, ἡ ψυχὴ ὅμως ζεῖ καὶ περιμένει τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν· τὴν ἡμέρα δηλαδὴ τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Τότε τὸ σῶμα θὰ ἀναστηθεῖ μεταμορφωμένο καὶ ἀνακαινισμένο γιὰ νὰ ἑνωθεῖ πάλι μὲ τὴν ἀθάνατη ψυχὴ καὶ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος αἰωνίως. Καὶ ὅσοι ἔφυγαν μετανοημένοι θὰ ἀναστηθοῦν γιὰ νὰ ἀπολαύσουν αἰωνία καὶ μακαρία ζωή, ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ἔζησαν θεληματικὰ στὴν κακία καὶ τὴν ἁμαρτία καὶ ἔφυγαν ἀμετανόητοι, θὰ ἀναστηθοῦν γιὰ νὰ δικασθοῦν καὶ νὰ ­κατακριθοῦν.

Ἑπομένως οἱ νεκροὶ δὲν ἔχουν χαθεῖ. Ζοῦν! Ζοῦν μέσα στὴν παρουσία τοῦ Θε­οῦ καὶ προσδοκοῦν καὶ αὐτοὶ «ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», ὅπως διακηρύττουμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Καὶ σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ ζωὴ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἐλπίζουμε καὶ περιμένουμε νὰ συναντήσουμε καὶ πάλι τοὺς προσφιλεῖς μας κεκοιμημένους.

Ναί, οἱ κεκοιμημένοι ζοῦν! Ποιὰ ­μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι τώρα ἡ σχέση μας μαζί τους; Ἄραγε μᾶς ἀκοῦν; Μᾶς βλέπουν; Μπο­ροῦμε νὰ τοὺς αἰσθανόμαστε κοντά μας;

  1. Η ΣΧΕΣΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ

Οἱ ἄνθρωποι ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ ζοῦν, εἴπαμε, μέσα στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, πράγμα τὸ ὁποῖο στοὺς μὲν δικαίους δίνει ἄπειρη χαρά, στοὺς δὲ ἀμετανόητους προξενεῖ ντροπή, φρίκη καὶ πό­­νο. Κι ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ Θεὸς εἶναι παν­ταχοῦ παρών, δίνει τὴ δυνατότητα στὶς ψυχὲς ποὺ εἶναι κοντά του νὰ ­βρίσκονται σὲ ἐπικοινωνία μαζί μας, νὰ πληροφοροῦνται τὴ ζωή μας, τὶς δυσκολίες καὶ τὸν ἀγώνα μας. Μὴ μᾶς κάνει ἐντύπωση αὐ­­­­τό. Ἂν ὁ κολασμένος πλούσιος, ὅπως τὸν περιέγραψε ὁ Κύριος στὴ γνωστὴ Παραβολὴ (Λουκ. ις΄ 19-31), ἐνδιαφερόταν γιὰ τὰ ἀδέλφια του καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸν Λάζαρο γιὰ νὰ τὰ παρακινήσει σὲ μετάνοια, πολὺ περισσότερο οἱ δίκαιοι καὶ οἱ Ἅγιοι ἐνδιαφέρονται καὶ προσεύχονται γιὰ τὴ δική μας σωτηρία.

Παράλληλα καὶ ἐμεῖς προσευχόμαστε γι’ αὐτούς. Τελοῦμε Μνημόσυνα, προσ­φέ­ρουμε ἐλεημοσύνες γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τους καὶ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι παίρνουν μεγάλη ὠφέλεια ἀπὸ τὴ μνημόνευσή τους. Καὶ τὸ σπουδαιότερο: Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε θεία Λειτουργία, ὁ Κύριος τοὺς φέρνει κοντά μας. Μνημονεύονται ἰδιαιτέρως στὴν ἁγία Πρόθεση, κι ἐκεῖ, στὸ ἅγιο Δισκάριο ἑνωνόμαστε μαζί τους, ἀφοῦ γύρω ἀπὸ τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ συγκεντρώνεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία, στρατευομένη καὶ θριαμβεύουσα, ἐπίγεια καὶ οὐράνια. Κοντὰ στὴν Παναγία, τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους βρισκόμαστε ὅλοι οἱ πιστοί, ζῶντες καὶ κεκοιμημένοι, ἑνωμένοι σὲ ἕνα σῶμα: τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ!

«Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι»!

Ὁ παντοδύναμος λόγος τοῦ Κυρίου ποὺ ἀνέστησε τὸ νεκρὸ γιὸ τῆς χήρας τῆς Ναῒν ἀντηχεῖ σὲ κάθε χρόνο καὶ ἐποχὴ καὶ διαλαλεῖ τὸ μήνυμα ὅτι πλέον ὁ θάνατος ἔχει νικηθεῖ. Μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν νεκροί. Ὅλοι εἴμαστε ζωντανοί. Ἄλλοι στὴ γῆ κι ἄλλοι στὸν οὐρανό, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἂς μὴ λυπόμαστε λοιπὸν ὑπερβολικὰ γιὰ τοὺς ἀγαπημένους μας κεκοιμημένους. Νὰ μᾶς παρηγορεῖ ἡ βεβαιότητα ὅτι ζοῦν καὶ βρίσκονται κοντά στὸν Κύριο. Νὰ προσευχόμαστε γι’ αὐτοὺς καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε κάποτε νὰ τοὺς συναντήσουμε στὴ Βασιλεία του, γιὰ νὰ ζήσουμε μαζί τους καινὴ καὶ ἀναστημένη ζωή.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

3.

Ἡ ἀνάστασις τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας (Λουκ. 7,11—16)

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἡ ἀνάστασις αὕτη ἐγένετο ὡς ἑξῆς : Ὁ Κύριος μετὰ τὴν θεραπείαν τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου «ἐν τῷ ἑξῆς» κατὰ ἑπομένην ἡμέραν πιθανώτατα «ἐπορεύθη εἰς πόλιν Ναΐν», ἐξέρχεται ἐκ τῆς Καπερναοὺμ καὶ βαδίζει πρὸς τὴν Ναΐν, ἡ ὁποία εὑρίσκετο δώδεκα χιλιόμετρα νοτιοανατολικῶς τῆς Ναζαρὲτ καὶ εἰς ἀπόστασιν 38 χιλιομέτρων πορείας μιᾶς δηλαδὴ ἡμέρας ἀπὸ τῆς Καπερναούμ. Ἡ λέξις Ναΐν σημαίνει ὡραία, καλλονή. Φαίνεται, ὅτι ἦτο εἰς ὡραίαν μαγευτικὴν τοποθεσίαν. Καὶ ὅμως εἰς τὴν ὡραίαν αὐτὴν πόλιν ἦτο ἡ θλίψις, ὅπως εἰς τὸν ὥριμον καρπὸν εὑρίσκεται τὸ σκουλῆκι. Μετ’ Αὐτοῦ «συνεπορεύοντο οἱ μαθηταί Αὐτοῦ καὶ ὄχλος πολύς». Ὁ Κύριος ἐξεκίνησε τὴν πρωΐαν ἀπὸ τῆς Καπερναοὺμ καὶ ἔφθασε τὸ ἑσπέρας εἰς Ναΐν, ὅτε oἱ ἐνταφιασμοὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐγίνοντο. «Οἱ μαθηταί αὐτοῦ» ἐνταῦθα εἶναι πιθανώτατα ὄχι μόνον οἱ δώδεκα μαθηταὶ του ἀλλὰ εὐρύτερος κύκλος τῶν μαθητῶν του.

 

«Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως» ὅταν δηλαδὴ ὁ Κύριος μετὰ τῶν μαθητῶν του καὶ τοῦ λαοῦ ἔφθασεν εἰς τὴν πύλην τοῦ τείχους τῆς πόλεως Ναΐν, «ἰδοὺ» αἴφνης συναντοῦν τὴν κηδείαν ἐξερχομένην ἐκτὸς τῶν τειχῶν τῆς πόλεως. Κατὰ τὴν κηδείαν ταύτην «ἐξεκομίζετο τεθνηκώς μονογενὴς υἱὸς τῇ μητρί αὐτοῦ καὶ αὕτη ἦν χήρα». Μετεφέρετο δηλαδὴ διὰ φορείου νεκρικοῦ ἀκαλύπτου κατὰ τὴν ἀρχαίαν συνήθειαν, νεκρὸς μονογενὴς τις υἱός. Οἱ νεκροὶ ἐθάπτοντο ἐκτός τῆς πόλεως, διότι οὗτοι παρ’ Ἑβραίοις ἐθεωροῦντο νομικῶς ἀκάθαρτοι. Ὁ νεκρὸς οὗτος δὲν ἦτο μόνον νέος καὶ μονογενὴς εἰς τὴν μητέρα του, ἀλλὰ ἡ μήτηρ ἦτο καὶ χήρα νεαρά. Ἑπομένως ἡ χήρα αὕτη γυνὴ εἶχε δύο πόνους. Ἔχασε τὸν ἄνδρα της καὶ τώρα χάνει τὸ παιδί της. Ὁ πόνος οὗτος τῆς χήρας ταύτης ἦτο ἔκδηλος ὄχι μόνον, διότι αὕτη ἔκλαιεν, ἀλλὰ «καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς» ἀρκετὸς «ἦν σὺν αὐτῇ» εἰς ἐκδήλωσιν τῆς συμπαθείας του πρὸς αὐτήν.

 

Ὁ Κύριος «ἰδὼν αὐτὴν» ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ εὐσπλαγχνισθῇ ταύτην. Διά τοῦτο ὁ Λουκᾶς λέγει «ὁ Κύριος εὐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ μὴ κλαῖε». Ἐὰν ἀπηύθυνεν ἄλλος τὸ «μὴ κλαῖε» εἰς τὴν χήραν αὐτήν, οἱ κλαυθμοὶ θὰ ἐγίνοντο περισσότεροι. Ἐδῶ ὅμως ὄχι. Ὁ Κύριος θεραπεύει. «Προσελθών δὲ» πλησιάσας δηλαδὴ τὸ φέρετρον «ἥψατο τῆς σοροῦ» ἤγγισε τοῦ φερέτρου, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν σορὸν τοῦ νεκροῦ, ἵνα σταματήσωσιν οἱ νεκροφόροι. Εἰς τοῦτο «οἱ βαστάζοντες ἔστησαν» οἱ νεκροφόροι ἐσταμάτησαν. Ὁ Κύριος ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν νεκρὸν νεανίσκον λέγει πρὸς αὐτόν˙ «Νεανίσκε σοὶ λέγω ἐγέρθητι». Ὁ νεανίσκος ἠγέρθη «ἀνεκάθησεν» ἐπὶ τοῦ νεκρικοῦ φορείου «καὶ ἤρξατο λαλεῖν» εἰς δήλωσιν, ὅτι ἀνέστη. Τοιαύτας νεκραναστάσεις ὄχι σωμάτων ἀλλὰ ψυχῶν μὲ ἕνα του μόνον λόγον ὁ Κύριος εἶχε κάμῃ μέχρι τώρα ἀπείρους! Ὁ Κύριος «ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρί αὐτοῦ» δὲν ἐκράτησεν δηλ. αὐτὸν ὡς μαθητὴν Του ἀλλά, ἀπέδωσεν αὐτὸν εἰς τὴν μητέρα του.

 

Λόγῳ τοῦ ἐκπληκτικοῦ αὐτοῦ γεγονότος «ἔλαβε φόβος πάντας» διότι ἀντελήφθησαν, ὅτι ἔχουν ἐνώπιόν των θείαν δύναμιν. Τὸ ἱερὸν τοῦτο δέος ἠκολούθει δοξολογία. «Ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες, ὅτι προφήτης μέγας ἠγέρθη ἐν ἡμῖν καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ». Ὁ Θεὸς ἐπεσκέφθη τὸν λαὸν του ἀποστείλας τὸν μεγάλον τοῦτον προφήτην. «Ὁ λόγος οὗτος» ἡ ἀνάστασις δηλαδὴ τοῦ νεκροῦ τούτου «ἐξῆλθεν» μετεδόθη «ἐν ὅλῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ» ἤτοι εἰς πᾶσαν τὴν Ἰουδαίαν καὶ τὴν Παλαιστίνην λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ θαῦμα τῆς νεκραναστάσεως ἦτο πρωτάκουστον.

 

 

 

Θέμα: Περὶ θανάτου.

 

Τί εἶναι ὁ θάνατος; Ποία ἡ θέσις μας ἀπέναντι τοῦ θανάτου;

 

Ἰδοὺ αἱ δύο ὄψεις τοῦ θανάτου.

 

Καὶ πρῶτον. Τί εἶναι ὁ θάνατος; Ὁ θάνατος εἶναι τὸ βεβαιότερον ὅλων τῶν πραγμάτων. Ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα εἶναι ἀβέβαια πλὴν τοῦ θανάτου. Καὶ πράγματι! Ὅτι ὁ παῖς θὰ γίνῃ νέος καὶ θὰ γηράσῃ, εἶναι ἀβέβαιον, διότι δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποθάνῃ παῖς. Ὅτι ὁ νέος καὶ ἡ νέα θὰ δυνηθῶσι νὰ σπουδάσωσι καὶ νὰ πραγματοποιήσωσι τὰ ἰδικὰ των χρυσᾶ ὄνειρα καὶ τὰ τῶν γονέων των, εἶναι ἀβέβαιον. Ὅτι ὅμως θὰ ἀποθάνωσιν, εἶναι βεβαιότατον. Ὅτι ὁ γέρων θὰ φθάσῃ τὰ χιονισμένα χρόνια τῆς ἡλικίας τοῦ βαθέος γήρατος, εἶναι περισσότερον ἀβέβαιον. Ὅτι ὅμως θ’ ἀποθάνῃ, εἶναι ἀναντίρρητον. Οὔτε ὁ πλοῦτος οὔτε ἡ δόξα οὔτε τὸ νεανικὸν σφρῖγος εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐμποδίσωσι τὸ βέβαιον τοῦ θανάτου. Τοὐναντίον μάλιστα ταῦτα ἐνώπιον τοῦ θανάτου εἶναι ἀβέβαια. Ὁ θάνατος εἶναι ἕνας μεγάλος ὀγκόλιθος, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ ἄλλα συντριβόμενα γίνονται ἀβέβαια εἴτε φήμη εἴτε νεότης λέγονται ταῦτα.

 

Ὁ θάνατος δὲν εἶναι μόνον τὸ βεβαιότερον ὅλων τῶν πραγμάτων ἀλλὰ καὶ τὸ τρομακτικώτερον. Μάλιστα! Ὁ θάνατος δὲν εἶναι μόνον φυματίωσις, καρκῖνος, ἡμιπληγία, καρδιακὸν τι νόσημα, χωλότης, πράγματα τὰ ὁποῖα ἔχουν ὡρισμένοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ εἶναι ὅλα ταῦτα καὶ περισσότερα ἀπ’ αὐτὰ δηλαδὴ εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὑπάρχουν δηλαδὴ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι φυματικοί, δὲν πάσχουν ἀπὸ καρκῖνον ἤ καρδιακὸν τι νόσημα κτλ. ἀλλ’ ὅμως οὗτοι δὲν θὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος εἶναι δυστύχημα γενικόν, ὥστε ἐνῷ σήμερα εἴμεθα αὐτόπται μάρτυρες, αὔριον θὰ γίνωμεν τραγικὰ θύματα. Ὁ θάνατος εἶναι τρομερὸς ὄχι μόνον, διότι εἶναι γενικὸς εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀφορᾷ καὶ ὁλόκληρον τὸν ἄνθρωπον. Ὅταν δηλαδὴ χάσῃς τὸ ἕνα σου μάτι, αὐτί, χέρι, πόδι, ἔχεις τὸ ἄλλο. Ὅταν χάσῃς τὰ δύο μάτια, δύνασαι νὰ ἀναπληρώσῃς αὐτὰ κατὰ τι μὲ τὴν ἀκοήν, ὅπως συμβαίνει εἰς τοὺς τυφλούς. Ὅταν χάσῃς τὴν ἀκοὴν καὶ τῶν δύο αὐτιῶν σου, δύνασαι νὰ συνεννοῆσαι διὰ νευμάτων, ὅπως συμβαίνει εἰς τοὺς κωφούς. Ὅταν χάσῃς τὰ περὶ σὲ ἀγαθά, χρήματα ἤ κτήματα, ἔχεις τὸν ἑαυτόν σου. Ὅταν ὅμως ἀποθάνης, ἔχασες τὰ περὶ σὲ καὶ τὸν ἑαυτόν σου. Ἔχασες τὸ πᾶν! Ὁ θάνατος λοιπὸν εἶναι τρομερός, διότι εἶναι γενικὸς εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους καὶ εἰς ὅλον τὸν ἄνθρωπον. Τί τρομερώτερον λοιπὸν τοῦ θανάτου, ὅταν οὗτος εἶναι καὶ βεβαιότατος ;

 

Ὁ θάνατος ὅσον τρομερὸς καὶ βέβαιος καὶ ἂν εἶναι ὡς γεγονὸς εἶναι ἀβεβαία ὅμως ἡ ὥρα του. Τὸ μῆκος τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι εἰς ὅλους μας τὸ αὐτό. Ἄλλοι βλέπουν υἱοὺς υἱῶν καὶ ἀποθνῄσκουν ἐν μέσῳ πλήθους ἀπογόνων. Ἄλλοι ὅμως σταματοῦν εἰς τὸ μέσον τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς των καὶ ἄλλοι εἰς τὴν ἀνθίζουσαν ἡλικίαν των. Εἶναι τέλος ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν προφθάνουν νὰ ἀνθίσουν, νὰ μπουμπουκιάσουν καὶ ἐξαφανίζονται. Ὁμοιάζουν σὰν τὰ λουλούδια, τὰ ὁποῖα ἀνθίζουν τὸ πρωὶ διὰ νὰ μαρανθοῦν τὸ ἑσπέρας. Διά τοῦτο ἀκούομεν συχνά, ὅτι ὁ μὲν ἀπέθανεν, ἐνῷ ἔτρωγεν, ὁ ἄλλος ὅταν ἐχόρευεν, ὁ τρίτος ἐκοιμήθη καὶ δὲν ἐξύπνησε καὶ ἄλλος ἐνῷ ἔπινε νερό, ἀπέθανε καὶ «δὲν εἶπε νερό». Πόσον ἀβεβαία ἡ ὥρα τοῦ θανάτου!

 

 

Δεύτερον. Ἡμεῖς; Ποίαν θέσιν ἔχομεν ἀπέναντι τοῦ θανάτου; Ἰδού!

 

Εἴπομεν, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τὸ βεβαιότερον, τρομακτικώτερον πρᾶγμα καὶ ἡ ὥρα του ἀβεβαία. Ἐνώπιον τοιούτου φαινομένου θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε στραφῇ σπουδαίως ἡ προσοχὴ ἀπίστων καὶ πιστῶν. Καὶ πράγματι. Εἶσαι ἄπιστος εἰς τὴν πέραν τοῦ τάφου ζωὴν ὁ ἀναγιγνώσκων; Νομίζω, ὅτι πρέπει ὁ θάνατος νὰ σὲ ἀπασχόλησῃ σοβαρῶς διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Πρόκειται νὰ χάσῃς τὸ μάτι σου, τὸ χέρι σου, μία καρφίτσα. Τὸ ἐνδιαφέρον σου ξυπνᾷ. Πρόκειται νὰ ὑπερασπισθῇς τὴν ὑπόληψίν σου μὴ τυχὸν αὕτη εἰς τὸ μέλλον δυσφημισθῇ. Τὸ ἐνδιαφέρον σου διεγείρεται. Ἀφοῦ διεγείρεται τὸ ἐνδιαφέρον σου δὶ’ ἕνα σου χέρι διὰ μίαν καρφίτσαν διὰ τὴν ὑπόληψίν σου μὴ τυχὸν αὕτη δυσφημισθῇ, δὲν πρέπει νὰ κινηθῇ τὸ ἐνδιαφέρον σου διὰ τὸν θάνατον, ὁ ὁποῖος θὰ σοὺ ἀφαιρέσῃ ὄχι ἕνα χέρι ἤ μία καρφίτσα ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸν ἑαυτόν σου; Εἶναι λογικὸν νὰ ἔχῃς τόσην εὐαισθησίαν εἰς τὰ ἐλάχιστα, εἰς τὴν ἀπώλειαν μιᾶς καρφίτσας καὶ ἀναισθησίαν εἰς τὰ μέγιστα, εἰς τὸν θάνατόν σου; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἴσως μου εἴπῃς, ὅτι ἂν ψάξω τὰ περὶ τοῦ θανάτου μου καὶ πέραν αὐτοῦ, τί θὰ εὕρω ; Ἀπαντῶ. Ψάξε καὶ ἂν μὲν εὕρῃς τὴν πέραν τοῦ θανάτου ζωήν, θὰ εὕρῃς τὸ πᾶν. Ἐὰν δὲν εὕρῃς, δὲν ἔχεις νὰ χάσῃς τίποτα. Εἶσαι ποὺ εἶσαι ἄπιστος. Ἑπομένως τὸ τρομερὸν καὶ βέβαιον τοῦ θανάτου καὶ τὸ ἀβέβαιον τῆς ὥρας του πρέπει νὰ κινήσωσι τὸ ἐνδιαφέρον παντὸς ἀνθρώπου.

 

Σὺ ὁ ἀναγιγνώσκων εἶσαι πιστός; Βλέπεις, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι βέβαιος, τρομερὸς καὶ ἀβεβαία ἡ ὥρα του. Πιστεύεις, ὅτι θ’ ἀπολογηθῇς μίαν ἡμέραν. Ἐνθυμουμένου τὴν ὥραν τοῦ θανάτου σου πόσα πάθη δὲν θὰ σβύσουν, πόσαι ἐκδικήσεις δὲν θὰ παύσουν, πόσαι ἐπαναστάσεις τῆς σαρκὸς δὲν θὰ κατευνασθοῦν, πόσα σχέδιά σου δὲν θὰ τροποποιηθοῦν, ἀφοῦ πιστεύῃς, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπολογηθῇς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ἡ ὥρα αὕτη εἶναι ἀβεβαία. Συνεπῶς πᾶσα σκέψις καὶ πρᾶξις σου, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ, πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ εἶσαι εἰς θέσιν νὰ ἀποθάνῃς ἀνὰ πᾶσαν ὥραν, ἀφοῦ δὲν γνωρίζῃς, ἐὰν θὰ ζήσῃς ἀργότερον. Κανόνισε τὸ παρόν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸ χέρι σου, διὰ νὰ μὴ ἔχῃς ἀνάγκην τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν Θεόν.

 

Ὁ θάνατος δὲν εἶναι μόνον τρομερός, διότι καταστρέφει τὴν ζωήν, ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ θύρα τῆς αἰωνίου κολάσεως. Ἐὰν εἶναι τρομερὸς ὁ θάνατος, διότι γκρεμίζει τὴν ζωήν, πόσον τρομερὸς εἶναι διὰ σὲ τὸν πιστόν, ὁ ὁποῖος πιστεύεις εἰς τὸ αἰώνιον τῆς κολάσεως, ἐὰν δὲν ἑτοιμασθῇς καταλλήλως; Ἐὰν προσθέσωμεν, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι καὶ ἡ θύρα τοῦ Παραδείσου, πόσον τρομερὸς διὰ σὲ πιστὲ πρέπει νὰ εἶναι ὁ θάνατος, ὅταν λόγῳ τῆς ἀμελείας σου, ἀντὶ νὰ εἰσέλθῃς διὰ τοῦ θανάτου εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν, κατέρχεσαι εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν; Ταῦτα εἶναι βέβαια καὶ τρομερὰ διὰ σέ, ὅσον ἀβεβαία καὶ ἂν εἶναι ἡ ὥρα των.

 

Ἑπομένως πιστοὶ καὶ ἄπιστοι πρέπει νὰ ἐνδιαφερθῶμεν διὰ τὸ βέβαιον καὶ τρομερόν του θανάτου καὶ τὴν ἀβεβαίαν του ὥραν, ὥστε οἱ μὲν ἄπιστοι νὰ γίνωσι πιστοί, οἱ δὲ πιστοὶ νὰ τακτοποιήσωσι τὸν ἑαυτὸν των, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμοι εἰς πᾶσαν ὥραν νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

 

Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τρεῖς φίλους. Ὁ ἕνας τὸν ἐγκαταλείπει κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θανάτου, ὁ ἄλλος κατὰ τὸν ἐνταφιασμὸν καὶ ὁ τρίτος τὸν συνοδεύει πέραν τοῦ τάφου. Ὁ πρῶτος εἶναι τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ὁ δεύτερος oἱ φίλοι του καὶ ὁ τρίτος τὰ καλὰ ἔργα. Διά τοῦτο ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ φροντίζῃ, ὥστε ἐνῷ, ὅταν ἐγεννήθη, ὅλοι γελοῦσαν καὶ αὐτὸς ἔκλαιεν, ὅταν ἀποθάνῃ, οἱ ἄλλοι νὰ κλαίουν καὶ αὐτὸς νὰ γελάῃ.

4.

Μπροστὰ στὸν θάνατο (Λουκ. ζ, 11-16)

Καραγιάννης Νικάνωρ (Ἀρχιμανδρίτης)

Μπροστὰ στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου μᾶς τοποθετεῖ ἡ εὐαγγελικὴ διήγηση τῆς ἀνάστασης τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν: «Μὴ κλαῖε (…) Νεανίσκε, σοὶ λέγω ἐγέρθητι». Τὸ σκοτεινὸ αἴνιγμα τοῦ θανάτου φωτίζεται καὶ ἡ θλίψη διαλύεται, καθὼς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς συναντᾶ τὸ θάνατο καὶ τὸν συντρίβει.

Θάνατος, ζωὴ καὶ ἀνάσταση

Ὁ θάνατος εἶναι ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονόs, ποὺ φαίνεται νὰ τερματίζει τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς καὶ μᾶς κάνει νὰ φοβόμαστε γιὰ τὴν ὕπαρξή μας, ἀλλὰ καὶ νὰ πονᾶμε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγαπᾶμε, καθὼς φεύγουν ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή. Ἄν, ὅμως, ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι διάλυση καὶ ἀφανισμός, τότε δὲν ὑπάρχει Θεός. Μιὰ τέτοια θεώρηση τοῦ θανάτου εἶναι ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ Θεὸς «θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σ. Σολ. 1,13). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ θάνατος, ἔστω καὶ ἂν φαίνεται πὼς εἶναι τὸ φυσιολογικὸ τέλος μιᾶς διαδικασίας φθορᾶς, στὴν πραγματικότητα εἶναι ἀφύσικος, διότι δὲν ἔχει τὴ ρίζα του στὸ Θεό. Προέρχεται ἀπὸ μιὰ δύναμη ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἰσῆλθε στὸν κόσμο «διὰ τῆς ἁμαρτίας», κατὰ τὸ λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου.

 

Εἶναι τραγικὸ λάθος νὰ πιστέψουμε ὅτι ἢ χριστιανικὴ διδασκαλία μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸ θάνατο, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «διὰ τὸ ἀεὶ εἶναι». Ὁ λόγοs τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας δὲν μᾶς συμβιβάζουν μὲ τὸ θάνατο, ἀλλὰ μᾶς δίνουν τὴ δυνατότητα νὰ τὸν ὑπερνικήσουμε ἐν Χριστῷ. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ οὐσία καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποστολῆς τους. Ὁ Θεὸs εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ὁ «διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν καὶ τὰ πάντα» (Πράξ. 17,25).

 

Ὅσες φορὲς ὁ ἄνθρωπος θέλει μόνος του τὴ ζωή, δηλαδὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι γιὰ τὸν Θεό, ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καί, νομίζοντας ὅτι μπορεῖ νὰ ζήσει ἀφ’ ἑαυτοῦ, πεθαίνει.

 

Τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἀποκαλύπτει τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὸ θάνατο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ παρουσία Του γεμίζει τὰ πάντα καὶ διαλύει τὸ φόβο τοῦ θανάτου. Ζωὴ εἶναι ἡ σχέση καὶ ἡ κοινωνία μαζί Του καὶ θάνατος ἡ ἄρνηση τῆς ἀγάπης Του. Τὰ βιολογικὰ φαινόμενα μεταμορφώνονχαι μέσα στὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ζωὴ γιὰ τὸν πιστὸ δὲν εἶναι ἁπλὰ ἡ φυσικὴ ἐπιβίωση οὔτε ὁ θάνατος ἡ τελευταία πράξη της καὶ ὁ τερματισμός της. Εἶναι τὸ πέρασμα στὴν πραγματικότητα τῆς αἰωνιότητας, στὴν ὁλοκλήρωση τῆς ζωῆς.

 

Τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς εἶναι δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἐκμηδενίζεται. Ὁ βιολογικὸς θάνατος παρουσιάζεται ὡς ἀναγκαῖο κακό, συνέπεια τῆς πτώσης μας. Γι’ αὐτὸ μπροστὰ στὴν τραγωδία του θλιβόμαστε καὶ κλαῖμε (ἄλλωστε, ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Χριστὸς δάκρυσε στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου καὶ δὲν χάρηκε, ποὺ σὲ λίγο θὰ τοῦ ἔδινε ζωή). Ἀλλὰ ἡ λύπη μας γιὰ τὸ χωρισμὸ δὲν εἶναι πένθoς ἄλυτο, ἀπόγνωση καὶ ἀπελπισία. Ἡ λύπη μας ἔχει τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν προσμονὴ τῆς ἀνάστασης. Ὁ ἀνθpωπoς καὶ ὁ κόσμος εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἔγιναν γιὰ νὰ πεθάνουν καὶ νὰ σβήσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζήσουν. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια μᾶς λέει ὅτι, ὅταν πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χάνεται ἡ ὕπαρξή του, δὲν μπορεῖ νὰ ἐκμηδενίζεται ἡ ζωή, ἁπλῶς ἀναστέλλεται προσωρινά, «κοιμᾶται», γιὰ νὰ ξυπνήσει μεταμορφωμένη καὶ νὰ ἀναστηθεῖ «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ στὴν αἰωνιότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. «Μὴ κλαῖε» ὁ λόγoς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ συνέχειά του, τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι μία ἀκόμη κοσμοθεωρία καὶ φιλοσοφία ἀνάμεσα στὶς τόσες πολλὲς γιὰ τὸν θάνατο. Δὲν εἶναι μιὰ φθηνὴ παρηγοριά, γιὰ νὰ ξεγελάσει τὴν τραγικὴ μοίρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης μὲ τὸ ψέμα της, ἀλλὰ εἶναι ζωὴ καὶ ἀλήθεια ποὺ σώζει.

 

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ σύγχρoνoς ἄνθρωπος, ὅπως καὶ ὁ πολιτισμός του, ἔστω καὶ ἂν ἔχει ἀκούσει τὸ χριστιανικὸ κήρυγμα τῆς ἀνάστασης, δὲν φαίνεται νὰ τὸ ἀποδέχεται, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ τρόπος καὶ ἡ στάση τῆς ζωῆς του. Ζεῖ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει θάνατος, γιατί, ὅταν τὸν ἀντικρίζει, τρομάζει καὶ ἀπελπίζεται μέσα στὸ μηδενισμό του. Μόνο ἡ σταθερὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ζωὴ ποὺ νίκησε τὸ θάνατο μᾶς δίνει τὴν πληρότητα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐτυχίας ποὺ ἀναζητοῦμε. Ἀμήν.

5.

Ἡ κατάργηση τοῦ πόνου καὶ τοῦ θανάτου

Νικολόπουλος Ἱερώνυμος (Ἀρχιμανδρίτης)

 

Σέ ὅποια γωνιά τοῦ πλανήτη κι ἄν στραφεῖς, τά μάτια ἀντικρίζουν πόνο, θλίψη, πίκρα. Κι αὐτά μέ τή σειρά τους γεννοῦν σκληρότητα, κατάθλιψη, ἀπαισιοδοξία. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ξεχάσει τί σημαίνει χαρά, ἤ καλύτερα, ὅπως καί τόσα ἄλλα πράγματα, ἔχει ξεχάσει νά τή ζεῖ προσπαθώντας νά τή μελετήσει, ἀναλύσει, κατανοήσει. Βιώνει ὅμως καί αἰσθάνεται τό μεγάλο κενό της ἀπουσίας της, σέ σημεῖο πού νά πιστεύει ὅτι αὐτό εἶναι ἡ μοναδική ἐμπειρία τῆς ζωῆς, ἡ μονή ἀλήθεια, ἡ κυρίαρχη πραγματικότητα. Δέν μπορεῖ νά ζήσει ἔξω ἀπό αὐτό στό ὁποῖο ἔχει συνηθίσει, γί΄ αὐτό καί δέν ἀναγνωρίζει τή χαρά ἀκόμη κι ὅταν τή συναντᾶ, μᾶλλον δέ τήν προσπερνᾶ μήν πιστεύοντας στή χειροπιαστή ὕπαρξή της.

 

Ἔχουμε μάθει νά ζοῦμε στόν πόνο σάν κάτι ἀπόλυτα φυσιολογικό. Κι ἔχουμε χορτάσει τόσο κλάμα, ὥστε ἡ πίκρα τοῦ ἄλλου, ἀκόμη καί μέ μεγάλη ἔνταση καί ἐκφραστικότητα ἀποτυπωμένη, νά μήν εἶναι τίποτε ἄλλο γιά τούς περισσότερους παρά ἕνα ἀκόμη τηλεοπτικό πλάνο, ἴσως ἄξιο σχολιασμοῦ καί ἐπιβράβευσης γιά τήν καλλιτεχνικότητά του. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος τοῦ 21ου αἰώνα ἔχει πολλές ἀφορμές γιά νά πικραίνεται, ἄπειρες εὐκαιρίες γιά νά λυπᾶται καί δυσαρίθμητους λόγους γιά νά θλίβεται. Ἀλλά ἐξίσου ἀλήθεια εἶναι ὅτι πολλές φορές ἐφευρίσκει λόγους γιά νά βυθιστεῖ στήν αὐτολύπηση, παραπονούμενος ἀκόμη καί χωρίς αἰτία, κυριαρχούμενος ἀπό τήν αἴσθηση τοῦ μονίμως ἀδικημένου. Κοντά σ΄ αὐτά καί ἡ αἴσθηση τοῦ ἀνικανοποίητου, ἡ ὁποία -παρά τά ὅποια ἐπιτεύγματα τοῦ πολιτισμοῦ μας-χειραγωγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ ὑποχείριο τῆς ἄρνησης, τῆς ἀπόρριψης, τῆς ἀδιαφορίας…

 

 

Ὁ Χριστός καταργεῖ τόν θάνατο

 

Σέ μιά ἄσημη πόλη τῆς Ἰουδαίας, τήν Ναΐν, ἐξελίσσεται μιά σκηνή ἀρκετά συνηθισμένη τά χρόνια ἐκεῖνα. Κάποιος νέος εἶχε πεθάνει καί, ὅπως συνήθως συμβαίνει στίς κηδεῖες τῶν νέων, πλῆθος κόσμου, ἀκολουθοῦσε τήν ἐξόδιο πομπή. Τό τραγικό στήν περίπτωση ἐκείνη ἔγκειται στό ὅτι ὁ νεαρός ἦταν ὁ μονάκριβος γιός μιᾶς χήρας, ἡ ὁποία μέ τόν θάνατο του ἔμενε ὁλομόναχη στή ζωή, ἴσως καί ἀπροστάτευτη. Γι΄ αὐτό καί ἡ γυναίκα ἐκείνη εἶχε πραγματικούς λόγους νά κλαίει πολύ, τόσο γιά τό μονάκριβο παιδί της, ὅσο καί γιά τόν ἑαυτό της. Ἴσως νά ἦταν καί ἡ μοναδική πού ἔκλαιγε πραγματικά μιᾶς πού -ὅπως συμβαίνει σέ τέτοιες περιπτώσεις- ἡ κοινωνική συμβατικότητα, ὁ καθωσπρεπισμός, ἀκόμη καί ἡ εὐγένεια ἐπιβάλλουν στούς ἀνθρώπους συμπεριφορές ὄχι πάντα εἰλικρινεῖς, ἀλλά ἐξωτερικές, ἴσως καί ἐπιφανειακές, πού κυριαρχοῦνται μέν ἀπό ἕνα συναισθηματισμό, ἀλλά πάντως μέ ὅρους καί ὅρια. Οἱ περισσότεροι, ἴσως ἀμυνόμενοι ψυχολογικά, ἐπικαλοῦνται ὅτι «ἡ ζωή συνεχίζεται» καί σπεύδουν νά ξεχάσουν τό ὅποιο θλιβερό συμβαίνει στόν ἄλλον, ἐγκλωβισμένοι στήν ἐγωκεντρική θεώρηση τοῦ κόσμου, προσπαθώντας νά «ξορκίσουν» τό «κακό» μήν τυχόν καί πάθουν τό ἴδιο. Λίγοι μποροῦν νά συμπαρασταθοῦν πραγματικά, κάνοντας τόν πόνο τοῦ ἀλλοῦ δικό τους, συμπάσχοντας οὐσιαστικά.

 

Καί ἐκεῖ πού ἡ ἐξόδιος πομπή εἶχε πάρει τόν δρόμο της πρός τό κοιμητήριο, ἕνας ἄγνωστος τούς σταματᾶ ἀπευθυνόμενος στή μητέρα μ΄ ἕναν τόνο προστακτικό. «Μήν κλαῖς». Ποιός τόν εἶχε καλέσει; Κανείς. Ὁ μόνος φιλάνθρωπος Κύριος εἶχε προσέλθει μόνος του, ἐκεῖ πού ψηλαφοῦσε τόν πόνο τοῦ πλάσματός του γιά νά καταργήσει τόν πόνο. Ἀξιοπρόσεκτο τό ὅτι ἀπευθύνεται στή χήρα μάνα τοῦ νεκροῦ. Ὅλοι γύρω της κλαίγανε. Κι ὅμως, ὁ Χριστός μόνο σ΄ αὐτή λέει νά μήν κλαίει, μᾶλλον γιατί μόνον αὐτή ἔκλαιγε πραγματικά, καθώς μόνη βίωνε τόν πόνο στά κατάβαθα τῆς ψυχῆς της. Καί δέν τήν προστάζει νά σταματήσει τό κλάμα γιά νά τῆς ἀπευθύνει λόγους παρηγορητικούς, ἀλλά γιά νά τῆς κάνει τό ἀνέλπιστο θαῦμα, νά τῆς ἀναστήσει τό παιδί της καί νά μεταστρέψει τόν πόνο σέ ξέφρενη χαρά καί ἀνακούφιση.

 

Τό Εὐαγγέλιο δέν μᾶς διηγεῖται τή συνέχεια. Πέραν τοῦ ὅτι σημειώνει πώς «ἔδωκεν αὐτόν τῇ μητρι αὐτοῦ» καί πέραν τῶν ἐντυπώσεων πού περιγράφει ὅτι δημιουργήθηκαν σέ ὅλη τήν Ἰουδαία καί τά περίχωρά της, δέν καταγράφει συμπεριφορές εὐγνωμοσύνης τῆς μητέρας καί τοῦ παιδιοῦ της πρός τόν Χριστό. Περιγράφει τό θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν, ὡς κατάργηση τοῦ πόνου τῆς χαροκαμένης χήρας.

 

 

Ἡ ἀναίρεση τοῦ πόνου

 

Ἄν ἡ ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου ἔγινε γιά νά ἀναδειχθεῖ ὁ Χριστός μας ὡς νικητής τοῦ θανάτου, ἄν ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἔγινε γιά νά τόν προσδιορίσει ὡς νικητή τῆς φθορᾶς, ἡ ἀνάσταση τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν γίνεται γιά νά καταδειχθεῖ ὡς ὁ ἀναιρέτης τοῦ πόνου, ἡ αἰτία τῆς κατάργησής του, τό λυτρωτικό φάρμακο γιά τήν κατανίκησή του. Ὁ Χριστός μας προσέρχεται στή Ναΐν καί ἐπιτελεῖ τό θαῦμα, μόνο καί μόνο γιά νά δώσει ἕνα μήνυμα στήν οἰκουμένη, στόν κάθε ἄνθρωπο, ὅτι ὁ πόνος εἶναι κατάσταση ἀναστρέψιμη. Μπορεῖ νά φαίνεται ὡς θηρίο ἕτοιμο νά καταπιεῖ τόν κάθε ἄνθρωπο, στήν πραγματικότητα ὅμως ἔχει ἤδη καταβληθεῖ καί κατανικηθεῖ ἀπό τόν λυτρωτή τοῦ ἀνθρώπινου γένους.

 

Τό μόνιμο λάθος τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι ὅτι ἀρνεῖται νά καταφύγει στόν Χριστό ὡς τόν ἀναιρέτη τοῦ πόνου καί δοτήρα τῆς χαρᾶς. Κι ὅμως, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀπευθυνόμενος στούς μαθητές του μίλησε μέ τόν πλέον ἀξιόπιστο τρόπο γιά τή χαρά πού ὁ ἴδιος προσφέρει καί τήν ὁποία κανείς δέν μπορεῖ νά τοῦ τήν πάρει (Ἰω. 16,22). Μετά τήν Ἀνάσταση του τούς προσφώνησε μέ τήν εὐχή νά ἔχουν χαρά, «χαίρετε» (Ματθ. 28,9). Καί ὡς κληρονομιά τοῦ κάθε δικοῦ του ἀνθρώπου προσδιορίζει τήν ἄληκτη μακαριότητα τῆς Βασιλείας του, «ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καί ἡ ἀπέραντος ἡδονή τῶν καθορώντων» τό ἄρρητο κάλλος τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, προσδιοριζομένου ὡς «τοῦ ὄντως ἐφετοῦ καί τῆς ἀνεκφράστου εὐφροσύνης τῶν ἀγαπώντων» Αὐτόν.

 

Ὁ πόνος δέν πνίγεται καί ἡ χαρά δέν βρίσκεται σέ μεθόδους τῆς ἀνθρώπινης ἐπινοητικότητας, φαντασίας ἤ καί θρησκοληψίας ἀκόμα. Ὁ πόνος καταργεῖται καί ἡ χαρά ἀναδεικνύεται στήν οὐσιαστική μας σχέση μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀναιρέτης τοῦ πόνου καί ἡ αἰτία καί πηγή τῆς χαρᾶς. Γι΄ αὐτό καί στήν ὅποια πληγή, τήν ὅποια θλίψη, τήν ὅποια τρικυμία τῆς ζωῆς, τό βλέμμα σταθερά προσηλωμένο σ’ Αὐτόν, ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη μας στήν πρόνοια του ἀταλάντευτη, ἡ καταφυγή μας στήν ἀγάπη του μονόδρομος, ὄχι ἁπλῶς γιά ν’ ἀντέξουμε τήν ὅποια δυστυχία καί τόν πόνο, ἀλλ’ «ἵνα ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαράν γενήσεται» (Ἰω. 16,20).

6.

Κυριακὴ Γ´Λουκᾶ (Λουκ. ζ´11-16)

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+)

 

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

 

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέει γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς στὴν πόλη Ναΐν, τότε ποὺ ἀνέστησε τὸ μοναχογιὸ τῆς χήρας μητέρας. Μέσα στὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθὼς τὰ βλέπουμε στὰ Ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι ὅτι ἀνέστησε καὶ νεκρούς. Τὸ γιὸ τῆς χήρας, τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου, τὸ φίλο του τὸ Λάζαρο καὶ τελευταῖα τὸν ἑαυτό του. Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως τὸ ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγέλιο σήμερα, εἶναι ὁ Κύριος· στὰ χέρια του καὶ στὴν ἐξουσία του εἶναι ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος. Ἂς ἀκούσουμε ὅμως πρῶτα τὸ Εὐαγγέλιο στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα κι ὕστερα λέμε ὅσα μᾶς δώση νὰ ποῦμε τὸ θεῖο Πνεῦμα.

 

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ πήγαινε ὁ Ἰησοῦς σὲ μία πόλη ποὺ τὴν ἔλεγαν Ναΐν· καὶ πήγαιναν μαζί του πολλοὶ μαθηταί του καὶ πολὺς κόσμος. Καὶ μόλις πλησίασε στὴν πύλη τῆς πόλεως, νὰ κι ἔβγαζαν ἕναν πεθαμένο, μοναχογιὸ στὴ μητέρα του ποὺ ἦταν καὶ χήρα κι ἦταν μαζί της πολὺς κόσμος ἀπὸ τὴν πόλη. Κι ὅταν τὴν εἶδε ὁ Κύριος τὴ λυπήθηκε καὶ τῆς εἶπε· Μὴν κλαῖς· καὶ πλησίασε κι ἀκούμπησε τὸ χέρι του στὴν κάσσα. Ἐκεῖνοι ποὺ σήκωναν τὸν πεθαμένο σταμάτησαν καὶ ὁ Κύριος εἶπε· Παλληκάρι, σὲ σένα λέω, σήκω ἐπάνω. Καὶ σηκώθηκε καθιστὸς ὁ νεκρὸς μέσ’ στὴν κάσσα κι ἄρχισε νὰ μιλάη καὶ ὁ Κύριος τὸν ἔδωκε στὴ μητέρα του. Καὶ τοὺς ἔπιασε ὅλους φόβος καὶ δόξαζαν τὸ Θεὸ κι ἔλεγαν πὼς μεγάλος προφήτης παρουσιάστηκε μεταξύ μας καὶ πὼς ὁ Θεὸς ἐπισκέφθηκε τὸ λαό του.

 

Ὁ θάνατος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο. Ὁ θάνατος εἶναι ὁ μεγάλος μας φόβος. Ὁ θάνατος εἶναι ποὺ καὶ νὰ τὸν θυμόμαστε μόνο, μᾶς παγώνει τὸ αἷμα. Κι ὅλα ἐτοῦτα, γιατί ἀκόμα δὲν εἴμαστε γεροὶ στὴν πίστη μας καὶ μπροστὰ στὸ θάνατο φοβόμαστε καὶ λυπόμαστε «ὡς οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», καθὼς τὸ λέει ὁ Ἀπόστολος. Ἂς λέμε κάθε μέρα τὸ «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν», μὰ ἐμεῖς εἴμαστε σὰν ἐκείνους ποὺ πέρ’ ἀπὸ τὸ θάνατο δὲν ἐλπίζουνε πιὰ σὲ τίποτα. Πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος, τὸν θάβουν καὶ νομίζουν πὼς αὐτὸ ἦταν ὅλο. Νομίζουν πὼς δὲν ὑπάρχει πιὰ τίποτα, μήτε ψυχὴ μήτε ζωὴ μήτε ἀνάσταση. Γι’ αὐτὸ οἱ πολλοὶ κλαῖνε καὶ σκοτώνονται καὶ χάνουν τὰ λογικά τους καὶ τὰ βάζουν μὲ τὸ Θεό. Καὶ μ’ ὅλα ἐτοῦτα ποὺ κάνουν δείχνουν καθαρὰ πὼς δὲν εἶναι χριστιανοὶ κι ἂς λένε πὼς πιστεύουν. Ποιὸς εἶπε νὰ μὴ λυπᾶσαι, ὅταν φεύγη ὁ ἄνθρωπός σου; Ποιὸς τὸ θέλει νὰ μὴ δακρύσης καὶ νὰ μὴν κλάψης; Ἀνθρώπινο εἶναι καὶ φυσικό. Καὶ στὴν ξενητιὰ ὅταν φεύγουν οἱ δικοί μας, κλαῖμε ποὺ τοὺς χωριζόμαστε. Μὰ δὲν ἀφίνουμε νὰ μᾶς πνίξη ὁ πόνος καὶ νὰ μᾶς θολώση τὰ λογικά μας ἡ λύπη. Φεύγουν, δὲν χάνονται· θὰ ‘ρθῆ καιρὸς καὶ πάλι νὰ τοὺς δοῦμε. Κι οἱ νεκροί μας φεύγουν, δὲν χάνονται· πηγαίνουν μπροστὰ ἀπὸ μᾶς ἐκεῖ ποὺ θὰ πᾶμε καὶ μεῖς καὶ θὰ τοὺς ξαναβροῦμε.

 

Μὰ νεκροὶ δὲν ὑπάρχουνε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· εἶπε πὼς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. Ὅταν λέμε «ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν» κι οἱ πατέρες μας εἶναι πεθαμένοι αἰῶνες τώρα, πῶς λοιπὸν τὸ λέει ἡ Γραφή, ἂν ἦταν ὅσοι πέθαναν καὶ νὰ μὴν ὑπῆρχαν; Ὁ Χριστὸς κάθε φορὰ ποὺ μιλάει γιὰ τὸ θάνατο, ἀκοῦμε νὰ τὸν λέη πὼς εἶναι ὕπνος καὶ νὰ βεβαιώνη πὼς ὅσοι φεύγουν δὲν πεθαίνουν, μὰ κοιμοῦνται. Καὶ τί μᾶς χρειάζεται λοιπὸν καλύτερη ἀπόδειξη καὶ βεβαίωση ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ; Κι ὄχι μόνο τὸ βεβαίωσε μὲ τὸ λόγο, μὰ καὶ τὸ ‘δειξε καὶ στὰ πράγματα πὼς ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος· ὅπως ἐμεῖς φωνάζουμε καὶ σηκώνουμε κάποιον ἀπὸ τὸν ὕπνο, ἐκεῖνος φώναξε κι ἀνέστησε καὶ τὸ γιὸ τῆς χήρας καὶ τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου καὶ τὸ Λάζαρο. Τελευταῖα ἀναστήθηκε ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν τάφο, σὰν νὰ σηκώθηκε ἀπὸ τὸν ὕπνο· «ἐξηγέρθη ὡς ὁ ὑπνῶν», καθὼς λέει ἡ Γραφή. Καὶ τώρα πιὰ ἡ πίστη μας κι ἡ ἐλπίδα μας εἶναι ὁ Χριστός· ἐκεῖνος μᾶς ἔδωκε τὴν ἀνάσταση καὶ μᾶς ἄνοιξε τὸ δρόμο γιὰ τὴν αἰώνιο ζωή. Αὐτὰ λένε τὰ Εὐαγγέλια, αὐτὰ ψέλνει ἡ Ἐκκλησία, αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη μας· πὼς ἐκεῖνοι ποὺ φεύγουν δὲν χάνονται· πὼς δὲν ὑπάρχουν νεκροί, ἀλλὰ «κεκοιμημένοι».

 

Τὸ ξέρω, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς δύσκολα μὲ ἀκοῦτε. Μὰ πῶς θὰ μποροῦσα μὲ ἀνθρώπινα λόγια νὰ σᾶς μιλήσω γιὰ ὅσα γίνονται πέρ’ ἀπὸ τὸν τάφο; Μὰ καὶ σὲ μένα καὶ σὲ σᾶς ὁ Θεὸς μιλάει καὶ μᾶς λέει γιὰ κεῖνα, ποὺ δὲν τὰ βλέπουν τὰ μάτια μας καὶ δὲν τὰ βάζει ὁ νοῦς μας. Κι ὅταν μᾶς μιλάη, ὁ Θεός, ἐμεῖς δὲ ρωτοῦμε μήτε τὸ πῶς μήτε τὸ γιατί, μὰ δεχόμαστε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ δίνομε τὴν πίστη μας. Γιὰ ὅσα γίνονται στὴ γῆ μᾶς μιλοῦνε οἱ σοφοὶ καὶ τοὺς ἀκοῦμε· γιὰ ὅσα γίνονται στὸν οὐρανὸ μᾶς μιλάει ὁ Θεὸς καὶ τὸν πιστεύουμε. Ποιὸς πῆγε στὸν ἄλλο κόσμο καὶ γύρισε γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουμε; Ἕνας πῆγε καὶ γύρισε καὶ μᾶς μιλάει, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουμε καὶ νὰ τὸν πιστέψουμε. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριος. Περιμένετε βέβαια, χριστιανοί μου, ν’ ἀκοῦστε τώρα τί μᾶς λέει ὁ Χριστός, γιὰ τὸν ἄλλον κόσμο. Μὰ ὅλο τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ μᾶς λέει, πὼς γιὰ τοὺς πιστοὺς δὲν ὑπάρχει θάνατος. Τὸ εὐαγγέλιο εἶναι ἡ καλὴ ἀγγελία, τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς σωτηρίας. Κι ἡ σωτηρία αὐτή, γιὰ τὴν ὁποία ἦρθε καὶ τὴν ἔφερε ὁ Χριστός, ἕνα εἶναι· ἡ νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου, ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ αἰώνιος ζωή. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ ἀνάσταση εἶναι ἡ πίστη κι ἡ ἐλπίδα μας. Ἀγαπητοὶ χριστιανοί, φυσικὸ κι ἀνθρώπινο εἶναι νὰ φοβώμαστε καὶ νὰ λυπώμαστε μπροστὰ στὸ θάνατο. Μὰ ἂς μὴ κυριευώμαστε ἀπὸ τὸ φόβο κι ἀπὸ τὴ λύπη. Καὶ προπάντων ἂς μὴν ξεμακραίνουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, σὰν ποὺ τὸ συνηθίζουν πολλοὶ κι ὅταν ἔχουν πένθος δὲν πᾶνε στὴν Ἐκκλησία. Μὰ τότε δὰ εἶναι ποὺ δὲν πρέπει νὰ λείπουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ λιμάνι, στὴν Ἐκκλησία βρίσκουμε παρηγοριά, ἡ Ἐκκλησία μᾶς φωτίζει τὸ νοῦ καὶ μᾶς ζεσταίνει τὴν καρδιά. Ὁ νοῦς μας νὰ ‘ναι φωτεινός, γιὰ νὰ βλέπουμε σωστὰ τὸν κόσμο κι ἡ καρδιά μας νὰ ‘ναι ζεστή, γιὰ νὰ πιστεύουμε καὶ ν’ ἀγαποῦμε καὶ νὰ ἐλπίζουμε. Μέσα σ’ ἐτοῦτα δὲν ὑπάρχει θάνατος, μὰ ζωὴ αἰώνιος. Ἀμήν.

7.

Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. ζ΄11-16)

Ἰωὴλ Φραγκᾶκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

«Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’αὐτῇ»

 

Ὅπως οἱ διδάσκαλοι τῶν μικρῶν παιδιῶν τὰ μορφώνουν μὲ σύστημα, δηλαδὴ προσπαθοῦν νὰ μάθουν τοὺς μαθητὲς τὸ ἀντικείμενο τῆς γνώσεως ἀρχίζοντας ἀπ’ τὰ πιὸ μικρὰ καὶ προχωρώντας στὰ πιὸ μεγάλα, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος ἔκανε μὲ τοὺς μαθητές Του. Πρῶτα πρῶτα ἐνώπιόν τους θεράπευσε ἁπλὲς ἀσθένειες, μετὰ ἔβγαλε δαιμόνια ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, μετὰ ἄνοιξε τὰ μάτια τυφλῶν, ὕστερα χάρισε τὴν ὑγεία αὐτῶν ποὺ εἶχαν πλησιάσει τὸ θάνατο καὶ στὸ τέλος ἔκανε τὶς ἀναστάσεις, ὅπως π.χ. τῆς θυγατέρας τοῦ Ἰαείρου ἢ τοῦ παιδιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν ποὺ περιγράφεται στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Ὁ Κύριος ἀνέστησε τοὺς νεκρούς, προκειμένου νὰ «προοδοποιήσῃ», δηλαδὴ νὰ προετοιμάσει τὸ δρόμο γιὰ τὴ διδασκαλία τῆς ἀναστάσεως τῆς δικῆς Του καὶ γενικὰ τῶν νεκρῶν, τονίζει ὁ Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς. «Ἄς δοῦμε μερικὲς πτυχὲς τοῦ θαύματος τῆς ἀναστάσεως τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας γυναικός».

 

 

 

Ἡ εὐσπλαχνία καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ

 

Ἐὰν παρατηρήσουμε τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, θὰ δοῦμε πὼς στὸ πένθος τῆς χήρας γυναικὸς συμμετεῖχε ὅλη ἡ πόλη· «καὶ ὄχλος ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ» (Λουκ. 7,12). Συναλγοῦσαν μαζί της, γράφει ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός, γιατί δὲν ἔχασε μόνον τὸν ἄνδρα της, ἀλλὰ κηδεύει τώρα καὶ τὸ γιό της «καὶ τοῦτον μονογενῆ». Ἐὰν ὁ κόσμος συναλγοῦσε μαζί της καὶ τὴν ἐλεοῦσε μὲ τὴν παρουσία τόσων ἀνθρώπων, «πολλῷ μᾶλλον αὐτός, ἡ τοῦ ἐλέους πηγή», πολὺ περισσότερο ἔδειξε τὴν ἀγάπη Του ἡ πηγὴ τοῦ ἐλέους καὶ τῆς ἀγαθότητας ποὺ εἶναι ὁ Κύριος. Τὴν εὐσπλαχνία Του πρὸς τὴ δυστυχισμένη ἐκείνη γυναίκα τὴ δείχνει μὲ πολλοὺς τρόπους ὁ Χριστός. Δὲ ζήτησε ἀπ’αὐτὴν νὰ ἐκδηλώσει τὴν πίστη της πρὸς τὸ σεπτὸ πρόσωπό Του, οὔτε διαπραγματεύτηκε μαζί της τίποτε, οὔτε κἄν προσευχήθηκε, ἀλλὰ μὲ τὸ πρόσταγμά του ἀνέστησε τὸ νεαρὸ παιδὶ τῆς χήρας.

 

Ὁ Κύριος ἦλθε αὐτόκλητος «ἐπὶ τὸ μέγα τοῦτο θαῦμα τῆς ἀναστάσεως», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὄχι μόνο γιὰ νὰ δείξει τὴ ζωοποιό Του δύναμη, ἀλλὰ «καὶ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν εὐσπλαγχίαν ἀσύγκριτον ἔχων», δηλαδὴ γιὰ νὰ φανερώσει καὶ τὴν ἀσύγκριτη καὶ μοναδική Του ἀγαθότητα καὶ εὐσπλαχνία. Ὁ Κύριος, ποὺ ἀπέναντι στὸ θάνατο ἦταν περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ψύχραιμος, σπλαχνίζεται τὴ χήρα.

 

Τὸ ρῆμα σπλαχνίζομαι σημαίνει βαθύτατη συγκίνηση, καὶ μάλιστα συγκίνηση ποὺ συγκλονίζει τὸ ἐσωτερικὸ κάποιου. Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς συγκλονίσθηκε ἀπ’ τὸ θέαμα τῆς κηδείας τοῦ νέου. Πόσο παρηγορητικὲς εἶναι οἱ λέξεις ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· «μὴ κλαῖε» (Λουκ. 7,13). Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου ἦταν γεμάτος χάρη καὶ δύναμη. Ἡ γυναίκα ἔνιωσε μέσα της παράκληση καὶ δύναμη. Μία σπίθα ἐλπίδας ἄναψε στὴν ψυχή της. Ἦταν ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιά της. Χαρακτηριστικὴ ἀκόμη εἶναι καὶ ἡ κίνηση ποὺ ἔκανε μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ νέου. Τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι, γιὰ νὰ δείξει πὼς εἶναι ὁ κυρίαρχος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, καὶ μὲ τρυφερότητα τὸν ἔδωσε «τῇ μητρὶ αὐτοῦ» (ὅπ. π. 7,15). Τὸ ἄγγιγμα τοῦ Κυρίου εἶναι ζωοποιό. Ὁ Θεὸς ἐκδηλώνεται, γράφει ἕνας Ἐπίσκοπος, ὡς παντοδύναμος καὶ ὡς πανάγαθος. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ καὶ ἐπειδὴ μπορεῖ, μὲ τὴ δύναμή Του ἐκδηλώνει τὴν ἀγάπη Του. «Ἡ θεϊκὴ δύναμη δὲν εἶναι μιὰ δύναμη αὐτὴ καθ’ αὑτή, ἀλλὰ εἶναι δύναμη τῆς ἀγάπης· ἢ μᾶλλον ἡ ἀγάπη εἶναι δύναμη» (Ἀλ.Σμέμαν). «Ἄλλωστε ἀπὸ ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία πρὸς τὸ ἀνθρώπινο γένος ἔγινε ὁ Θεὸς ἄνθρωπος καὶ σταυρώθηκε. Ἔγινε νεκρὸς γιὰ νὰ ζήσουμε ἐμεῖς.

 

 

 

Τὸ ἄγγιγμα τοῦ Χριστοῦ

 

Στὸ βιβλίο τῆς «Φιλοκαλίας» ἀναφέρεται ἕνας λόγος κάποιου νηπτικοῦ πατρός. Λέγει, ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος ἔλθει σὲ ἐπαφὴ μαζί μας καὶ μᾶς σπρώξει, τότε θὰ αἰσθανθοῦμε τὴν ὕπαρξή του ἀπ’ τὸ ἄγγιγμα καὶ τὸ σπρώξιμο. «Ἄς σκεφθοῦμε τί γίνεται ὅταν ἔλθουμε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεό. Ἀσφαλῶς θὰ αἰσθανθοῦμε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Θὰ νιώσουμε τὴν εὐσπλαχνία Του. Ἡ μετάληψη τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ μᾶς δίνει αὐτὴ τὴ δυνατότητα. Καταλαβαίνουμε τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Νιώθουμε τὴν ἕνωσή μας μαζί Του. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας αἰσθανόντουσαν τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.

 

Ἔνιωθαν νὰ ἑνώνεται τὸ αἷμα τους μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Στὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος καὶ τῆς δυστυχίας ποὺ ζοῦμε, ἡ μόνη μας ἐλπίδα εἶναι ἡ ἄνευ ἀνταλλαγμάτων ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ νὰ ἐπιδιώξουμε. Νὰ δεχθοῦμε τὴν παρουσία καὶ τὸ ἄγγιγμα τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ ἀποτινάξουμε ἀπὸ πάνω μας τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου καὶ νὰ ζήσουμε αἰώνια στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

8.

Κυριακὴ Δεκάτη Ἐνάτη (Β΄Κορ. ια΄31-ιβ΄9)

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

 

Ἀπ’ ὅλες τὶς ἀποστολικὲς περικοπὲς ποὺ διαβάζονται στὴν Ἐκκλησία μας, ἡ πιὸ δύσκολη φαίνεται πὼς εἶναι ἡ σημερινή· δύσκολη, ὄχι γιὰ νὰ ἐξηγήσουμε τὰ λόγια της, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταλάβουμε τὰ νοήματά της. Ἀναγκασμένος ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀπολογῆται, κάνει ὑπαινιγμοὺς σὲ προσωπικὰ γεγονότα καὶ μιλάει γιὰ καταστάσεις τῆς ζωῆς του, στὶς ὁποῖες ἐμεῖς δὲν εἶναι εὔκολο νὰ εἰσχωρήσουμε. Ἂς προσπαθήσουμε ὅμως καὶ σήμερα, μὲ τὴ θεία χάρη ποὺ ἀναπληρώνει τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία μας, ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἐξηγήσουμε στὴ γλώσσα μας καὶ νὰ ἐννοήσουμε τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα.

 

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς καὶ πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι εὐλογητὸς στοὺς αἰώνας, ξέρει καλὰ πὼς δὲν λέγω ψέματα. Στὴ Δαμασκὸ ὁ Διοικητὴς τοῦ βασιληᾶ Ἀρέτα φύλαγε τὴν πόλη θέλοντας νὰ μὲ πιάση. Καὶ μὲ σκοινὶ μὲ κατέβασαν ἀπὸ ἕνα παράθυρο τοῦ κάστρου καὶ γλύτωσα ἀπὸ τὰ χέρια του. Δὲν μὲ συμφέρει λοιπὸν νὰ καυχιέμαι, γιατί θὰ φτάσω νὰ πῶ γιὰ ὁράματα καὶ γιὰ ἀποκαλύψεις ποὺ μοῦ ἔκαμε ὁ Κύριος. Ξέρω καλὰ ἄνθρωπο, ποὺ πρὶν ἀπὸ δεκατέσσερα χρόνια μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ (ἂν ἦταν μὲ τὸ σῶμα, δὲν ξέρω· κι ἂν ἦταν χωρὶς τὸ σῶμα, δὲν ξέρω· ὁ Θεὸς ξέρει) ἁρπάχθηκε μέχρι τὸν τρίτο οὐρανό. Καὶ ξέρω πὼς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος (μὰ μὲ τὸ σῶμα, μὰ χωρὶς τὸ σῶμα, δὲν ξέρω· ὁ Θεὸς ξέρει) ἁρπάχθηκε στὸν παράδεισο κι ἄκουσε λόγια, ποὺ δὲν εἶναι τρόπος νὰ λεχθοῦνε καὶ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ πῆ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο θὰ καυχηθῶ καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου δὲν θὰ καυχηθῶ παρὰ μόνο γιὰ τὶς ἀδυναμίες μου. Κι ἂν θελήσω βέβαια νὰ καυχηθῶ, δὲν θὰ εἶμαι ἄμυαλος, γιατί θὰ πῶ τὴν ἀλήθεια· ὅμως φοβοῦμαι μήπως καὶ βάλη κανεὶς στὸ λογισμό του γιὰ μένα παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι μὲ βλέπει καὶ μὲ ἀκούει. Καὶ μαζὶ μὲ τὸ χάρισμα νὰ δέχωμαι πολλὲς ἀποκαλύψεις, γιὰ νὰ μὴν περιφανεύωμαι, μοῦ δόθηκε σαράκι στὸ κορμί μου, σατανικὸ πνεῦμα, νὰ μὲ ραπίζη, γιὰ νὰ μὴν περηφανεύομαι. Γιὰ τὸ σαράκι ἐτοῦτο τρεῖς φορὲς παρακάλεσα τὸν Κύριο γιὰ νὰ φύγη ἀπὸ πάνω μου. Καὶ ὁ Κύριος μοῦ εἶπε· Σὲ φτάνει ἡ χάρη μου· γιατί ἡ δύναμή μου ὁλοκληρώνεται στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Μὲ πάρα πολλὴ μεγάλη εὐχαρίστηση μᾶλλον λοιπὸν θὰ καυχηθῶ μέσα στὶς ἀδυναμίες μου, γιὰ νὰ ‘ρθῆ σὲ μένα καὶ νὰ μείνη ἐπάνω μου ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ.

 

Χαρὰ στὸν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, χαρὰ στὸν ποὺ τὸ ξέρει καὶ τὸ λέγει πὼς εἶναι μικρός, πὼς εἶναι ἀδύνατος, πὼς εἶναι ἁμαρτωλός. Χαρὰ στὸν ποὺ δὲν παινεύεται καὶ δὲν καυχιέται γιὰ τὰ χαρίσματα καὶ γιὰ τὶς ἱκανότητές του. Καὶ χαρὰ στὸν ποὺ ξέρει καὶ σηκώνει στὸ βίο του καὶ τὴ φτώχεια καὶ τὴν ἀρρώστια κι ὅλες τὶς ἀναποδιές. Σ’ ὅλα ἐτοῦτα παράδειγμα εἶναι σὲ μᾶς ὁ μακάριος Παῦλος, ὅπως τὸ βλέπουμε στὸ σημερινὸ Ἀνάγνωσμα.

 

Ἔρχονται τώρα ἐτοῦτα ποὺ λέμε σήμερα σὰν συνέχεια σὲ ὅσα εἴπαμε τὴν προπερασμένη Κυριακὴ γιὰ τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιὰ τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων. Ἐμεῖς, χριστιανοί μου, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιωσύνη δὲν τὴν ξέρουμε σὰν θεωρία, μὰ τὴ βλέπουμε ἐφαρμοσμένη στὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία τῶν Ἁγίων. Καὶ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε πιὸ ἀπλὰ· στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει ἡ ἁγιωσύνη γυμνή, ὑπάρχουν οἱ Ἅγιοι ποὺ ἐνσαρκώνουν τὴν ἁγιωσύνη. Ὅπως δὲν ὑπάρχει ἀόριστα καὶ θεωρητικὰ ἡ ἁμαρτία, μὰ ὑπάρχουν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦνε ἁμαρτωλά. Τίποτα δὲν ὑπάρχει θεωρητικὸ καὶ γυμνὸ στὴν Ἐκκλησία μας· ὅλα εἶναι ἀληθινὰ πρόσωπα καὶ πραγματικὰ γεγονότα. Κι ἀπάνω ἀπ’ ὅλα ἕνα πρόσωπο κι ἕνα γεγονός· ὁ Ἰησοῦς καὶ ἡ Ἀνάσταση. Ὅλα ὕστερα, ὅσα ὑπάρχουν κι ὅσα γίνονται στὴν Ἐκκλησία μας, εἶναι πρόσωπα ποὺ συνδέονται μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, καὶ γεγονότα ποὺ ἀναφέρονται στὴν Ἀνάσταση.

 

Ὅταν λοιπὸν ἐπαινοῦμε καὶ μακαρίζουμε τὴν ἁγιωσύνη, πρῶτα τὴν προσκυνοῦμε καὶ τὴ λατρεύουμε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ κι ὕστερα τὴν ἐπαινοῦμε καὶ τὴ μακαρίζουμε στὰ πρόσωπα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδὴ ἐπαινοῦμε καὶ μακαρίζουμε τοὺς Ἁγίους, ὅπως ἀκριβῶς τὸ εἶπε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιὰ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μέγα· «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι· τοῦτον γὰρ ἐκεῖνον τε εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι», ποὺ θέλει νὰ πῆ· ὅταν ἐπαινῶ τὸν Ἀθανάσιο, θὰ ἐπαινέσω τὴν ἀρετή. Εἶναι λοιπὸν προσωπικὴ στὴν Ἐκκλησία μας ἡ ἁγιωσύνη, ὅπως προσωπικὴ εἶναι κι ἡ ἁμαρτία. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ἡ ἁγιωσύνη σὰν ἕνα σχῆμα κι ἕνα καλούπι, ἐπάνω στὸ ὁποῖο ταιριάζουν οἱ Ἅγιοι τὸ βίο τους, μὰ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ οἱ Ἅγιοι, ποὺ μᾶς δίνουνε μὲ τὸ βίο τους τὸ σχῆμα καὶ τὸ καλούπι τῆς ἁγιωσύνης.

 

Αὐτά, χριστιανοί μου, πρέπει νὰ τὰ ξέρουμε, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ξεχωρίζουμε τὴν πίστη μας ἀπ’ ὅλες τὶς ἰδεολογίες καὶ τὰ συστήματα τοῦ καιροῦ μας. Ἡ πίστη μας, δηλαδὴ ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία, δὲν εἶναι ἰδεολογία καὶ σύστημα· εἶναι πραγματικότητα, ποὺ ἐνσαρκώνεται στὰ πρόσωπα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων.

 

Ἂς ξαναγυρίσουμε τώρα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ξεκινήσαμε. Μακαρίσαμε, τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει καὶ τὸ λέγει πὼς εἶναι μικρός, πὼς εἶναι ἀδύνατος, πὼς εἶναι ἁμαρτωλός. Μακαρίσαμε ὅποιον δὲν παινεύεται καὶ δὲν καυχιέται. Καὶ μακαρίσαμε ὅποιον ξέρει καὶ σηκώνει στὸ βίο του τὴ φτώχεια, τὴν ἀρρώστια κι ὅλες τὶς ἀναποδιές. Θέλεις τώρα νὰ δῆς ὅλα ἐτοῦτα, ποὺ εἶναι ἀρετὲς τῶν Ἁγίων, θέλεις νὰ τὰ δῆς, ὄχι στὸ λογισμό σου, μὰ στὰ μάτια σου, καὶ θέλεις νὰ τὰ ἀντιληφθῆς πρακτικὰ κι ὄχι νὰ τὰ καταλάβης θεωρητικά; Κοίταξε λοιπὸν στὸ βίο καὶ στὴν πολιτεία τοῦ μεγάλου ἀποστόλου Παύλου· διάβασε τὴ σημερινὴ περικοπή, κι ἂν εἶναι τρόπος, διάβασε ὅλη τὴ δεύτερη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ· κι ἀκόμη πιὸ καλά, διάβασε ὅλες τὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Παύλου καὶ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων· διάβασε τὴ θεία Γραφή, διάβασε τοὺς βίους τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ δῆς ἔμπρακτη τὴν ἀρετὴ καὶ ζωντανὴ τὴν ἁγιωσύνη.

 

Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀπολογηθῆ, ἀναγκάζεται νὰ πῆ γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ τοὺς ἀγῶνες του καὶ τὰ παθήματά του, γιὰ τὸν ἰδιαίτερο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς τοῦ φανερώθηκε, γιὰ τὶς ἀποκαλύψεις ποὺ τοῦ ἔδωκε, γιὰ τὸ μοναδικὸ ἐκεῖνο γεγονὸς ποὺ τὸ θυμᾶται καλά, ὅτι κάποτε ἁρπάχθηκε ὥς τὸν τρίτο οὐρανὸ κι ὥς τὸν παράδεισο, ἔξω δηλαδὴ ἀπὸ τὸν ὁρατὸ καὶ αἰσθητὸ κόσμο, κι ἄκουσε ἐκεῖ λόγια, ποὺ ἄνθρωπος δὲν τὰ βάζει στὸ λογισμό του μήτε τὰ λαλεῖ τὸ στόμα του. Γιὰ ὅλα ἐτοῦτα, ποὺ εἶναι πραγματικὰ γεγονότα κι ὄχι γεννήματα τῆς φαντασίας (τὸ Θεὸ βάζει μάρτυρα γιὰ νὰ τὰ πῆ ὁ Ἀπόστολος), θὰ μποροῦσε νὰ καυχηθῆ· μὰ δὲν καυχιέται, γιὰ νὰ μὴν πῆ κανεὶς πὼς λέγει ὑπερβολές. Καυχιέται μόνο γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες του, γιὰ κάποια ἀρρώστια ποὺ τὸν βασάνιζε διὰ βίου κι ἦταν μέσα σ’ ὅλα τὰ πνευματικά του χαρίσματα καὶ τὶς ἀποκαλύψεις καλὸς παιδαγωγός, γιὰ νὰ τὸν κάνη ταπεινὸ καὶ νὰ μὴν περηφανεύεται. Ὅταν εἶχε τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, τί τὸν ἔβλαφτε ἡ ἀρρώστια; Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ φαίνεται μέσα στὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου· τοῦ ἁγίου ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι κατοικητήριο τῆς θείας χάριτος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μακάριος Παῦλος εὕρισκε μεγάλη χαρὰ νὰ καυχιέται γιὰ τὶς ἐλλείψεις του μᾶλλον παρὰ γιὰ τὰ χαρίσματά του· ἔτσι αἰσθανότανε πὼς εἶχε ἐπάνω του ξένη δύναμη, τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ.

 

 

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

 

Ἀκούσαμε σήμερα τὸν Ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν εἴδαμε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ προσωπικές του στιγμές. Ἔχουμε ἐμπρὸς στὰ μάτια μας τὴν εἰκόνα τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιωσύνης στὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πιὸ ἡρωικοὺς καὶ τοὺς πιὸ ἁγίους ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς τὴν ἀντιγράψουμε πιστὰ κι ἂς βάλουμε σκοπὸ νὰ μιμηθοῦμε τὸν Ἅγιο, στὴν εἰλικρίνειά του καὶ στὴν ταπεινοφροσύνη του, στὴν ὑπομονή του καὶ στὴν γενναιότητα καὶ στὴν ἀδιαμαρτύρητη ὑποταγή του στὸ θεῖο θέλημα. Ἔτσι θὰ αἰσθανθοῦμε νὰ ἐπισκιάζη καὶ μᾶς ἡ θεία χάρη καὶ στὶς ἀδύνατες στιγμές μας νὰ μᾶς κρατάη καὶ νὰ μᾶς σηκώνη ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν.